Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Ιωάννης Κωλέττης, Έλληνας πολιτικός την εποχή της Επανάστασης του 1821

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1847. 
Ιδρυτής του Κόμματος της Φουστανέλας ή Γαλλικού Κόμματος και πρώτος συνταγματικός Πρωθυπουργός. Κατηγορήθηκε για συγκεντρωτισμό και περιφρόνηση του κοινοβουλευτισμού, χαρακτηριστικά οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες μιλούσαν για δικτατορία. Η πολιτική ένταση, όμως, την περίοδο εκείνη ήταν τόσο οξεία ώστε οι χαρακτηρισμοί ενείχαν στοιχεία υπερβολής και οι όποιες εξουσιαστικές πρακτικές είχαν άλλα μέτρα σύγκρισης από τα σύγχρονα και εξυπηρετούσαν άλλες ανάγκες. Το σημαντικότερο στοιχείο της περιόδου υπήρξε η κυβερνητική σταθερότητα, γεγονός άγνωστο για τη μέχρι τότε πορεία του κράτους. Ωστόσο ο Κωλέττης στάθηκε φειδωλός σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις προσπαθώντας την ομαλή μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας προς τους σύγχρονους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Ioannis Kolettis.JPG

Ο Ιωάννης Κωλέττης (1773 ή 1774 - 31 Αυγούστου 1847) ήταν Έλληνας πολιτικός την εποχή της Επανάστασης του 1821 (Βλ. Επανάσταση του 1821 ΕΔΩ). Υπήρξε ιδρυτής του Κόμματος της Φουστανέλας ή Γαλλικού Κόμματος, όπως επικράτησε να λέγεται, και πρώτος Πρωθυπουργός της Ελλάδας.

1. Τα πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στο χωριό Συρράκο των Ιωαννίνων το 1778, όπου και φοίτησε στο τοπικό σχολείο. Γονείς του ήταν ο Νικόλαος Κωλέττης και η Ξάνθη Δημάκη. Αδέλφια του ο μεγαλύτερος Χρήστος, η Αικατερίνη (μετέπειτα Αικατερίνη Μασκλαβάνη) και η Μαρία.

Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα ασχολούμενος με το εμπόριο . Με προτροπή και οικονομική ενίσχυση του θειου του , Γεωργίου Τουρτούρη, μετέβη στην Πίζα της Ιταλίας όπου παρέμεινε 7 χρόνια σπουδάζοντας ιατρική. Εκεί συνδέθηκε με στενή φιλία με τον λόγιο κληρικό Θεόφιλο Καΐρη, τον οποίο αργότερα υπερασπίστηκε σθεναρά στις εναντίον του διώξεις. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι θα μπορούσε να είναι ο συντάκτης της επαναστατικής φυλλάδας Ελληνική Νομαρχία Ανωνύμου του Έλληνος, πρωτοδημοσιευμένης το 1806 στην Ιταλία. Γύρω στα 1810 επέστρεψε στα Ιωάννινα και ξεκίνησε την άσκηση της ιατρικής. Η καλή φήμη του οδήγησε τον γιο του Αλή πασά των Ιωαννίνων, Μουχτάρ, να τον προσλάβει ως προσωπικό του γιατρό, εισερχόμενος έτσι στην Αυλή του Αρβανίτη ηγεμόνα.

Το 1819 έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, εξασφαλίζοντας με τη θέση του τη μύηση στο επαναστατικό εγχείρημα σημαντικών Ελλήνων στρατιωτικών, οι οποίοι υπηρετούσαν στις δυνάμεις του Αλή πασά.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, εκμεταλλευόμενος την παράλληλη ανταρσία του Αλή προς την Πύλη, διέφυγε, και στις 25 Ιουνίου 1821 κήρυξε μαζί με τον Ιωάννη Ράγκο την επανάσταση στο Συρράκο και τους Καλαρρύτες. Η αποτυχία του εγχειρήματός τους οδήγησε στην καταστροφή των δύο κωμοπόλεων και στην καταφυγή του Κωλέττη στο Μεσολόγγι. Ακολούθως μετέβη στην Πελοπόννησο, αναμειγνυόμενος πλέον ενεργά στην πολιτική του Αγώνα.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει στα Απομνημονεύματά του σχετικά με απόπειρα δολοφονίας κατά του Οδυσσέα Ανδρούτσου το 1822 και άλλες ραδιουργίες κατά του Ανδρούτσου την ίδια περίοδο: "Σ' αυτά όλα έφταιγε ο Κωλέττης. Από τον Αλή Πασσά - ήταν γιατρός του Μουχτάρπασια - γνώριζε τον Δυσσέα τι νου είχε, ήταν ο καλύτερος απ' όλους τους άλλους στρατιωτικούς. Δεν μπορούσε να τον παίξη αυτόν ο Κωλέττης. Κι ήθελε να τον βγάλη από τη μέση και να κάμη τους δικούς του σκοπούς. Ο Κωλέττης είναι από τους Καλαρρύτες. Όταν χαλάστηκαν οι Καλαρρύτες από τους Τούρκους πέρασε από το Γώγο κι αλλουνούς αρχηγούς της δυτικής Ελλάδος και πήρε συστατικά εις την Κυβέρνησιν ότι γνωρίζαμε αυτόν και τον κάναμε αντιπρόσωπό μας. Οι Πελοποννήσιοι και οι άλλοι άμαθοι και άπραγοι στα πολιτικά, τότε αυτός, πανούργος, ενώθη με τους ξεκλησμένους ανθρώπους κι έπαιξε την πατρίδα όπως ήταν η όρεξή του. Μαθητής των Τούρκων και κατεξοχή του τυράγνου Αλήπασσα, τέτοια φώτα σαν εκείνου θα δώση εις την πατρίδα και τέτοια έργα να 'νεργήση. Όταν κιντυνεύη η πατρίς, αυτός κατατρέχει τους άξιους ανθρώπους, τους κατατρέχει αυτός και οι φίλοι του, οπούναι Αργειοπαγίτες." [Kεφάλαιον τέταρτον, σελιδα 137-138]

Ο Μακρυγιάννης, επιπλέον αναφέρει ότι τον αποκαλούσαν "τζίτζιλε φίτζιλε", λόγω κουτσοβλαχικής καταγωγής.

2. Πρώιμη πολιτική σταδιοδρομία
Στις 20 Δεκεμβρίου 1821 μετείχε στην Α’ Εθνοσυνέλευση στην Πιάδα, κοντά στην παλαιά Επίδαυρο και ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη σύνταξη "Προσωρινού Πολιτεύματος", το οποίο ψηφίστηκε την 1η Ιανουαρίου 1822. Η Εθνοσυνέλευση ανακήρυξε Πρόεδρο του Νομοτελεστικού Σώματος τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, που προσέφερε στον Κωλέττη τη θέση του Μινίστρου (Υπουργού) των Εσωτερικών, ενώ για μικρό διάστημα ανέλαβε και τη θέση του Μινίστρου των Στρατιωτικών.

Μετά την εκδίωξη από το Ναύπλιο των "πολιτικών" από τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (Βλ. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ΕΔΩ), ο Κωλέττης συμμετείχε στη νέα διοίκηση του Κρανιδίου υπό τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Σε αυτή ανέλαβε τη στελέχωση στρατεύματος, το οποίο θα χρησιμοποιούταν στη διαμάχη με τους "στρατιωτικούς". Οι δυνάμεις της Διοίκησης του Κρανιδίου, επονομαζόμενες κυβερνητικές, νίκησαν εύκολα το στρατό του Κολοκοτρώνη, επιβάλλοντας την εξουσία των Κουντουριώτη, Μαυροκορδάτου, Κωλέττη.

Η επικράτησή τους δυσαρέστησε τους προκρίτους της Πελοποννήσου, οι οποίοι συμμάχησαν με τον Κολοκοτρώνη, εκκινώντας νέα ανταρσία στην Πελοπόννησο. Όμως και αυτή τη φορά οι δυνάμεις των Ρουμελιωτών υπό την καθοδήγηση του Μινίστρου Κωλέττη κατέστειλαν την εξέγερση οδηγώντας στη φυλακή προσωπικότητες του Αγώνα όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Η εισβολή των τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων στον Μωριά, εντούτοις, ανάγκασε την κυβέρνηση να τους απελευθερώσει, αναθέτοντας στον Κολοκοτρώνη την αρχιστρατηγία.
Με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ιωάννη Καποδίστρια (Βλ. Ιωάννης Καποδίστριας ΕΔΩ) διορίστηκε μέλος του "Πανελληνίου", του συμβουλευτικού οργάνου του Κυβερνήτη. Σύντομα ήρθε σε αντίθεση με την πολιτική του Καποδίστρια και πέρασε στην πλευρά των αντιπάλων του, αναμειγνυόμενος μάλιστα και στο κίνημα του Δημητρίου (Τσάμη) Καρατάσου το 1830. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 συγκρότησε κυβερνητική τριανδρία (Τριμελής Επιτροπή) μαζί με τους Αυγουστίνο Καποδίστρια και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

3. Πολιτική δράση την περίοδο της Απόλυτης Μοναρχίας
Η άφιξη του Όθωνα και η εγκαθίδρυση της Αντιβασιλείας δημιούργησαν ένα νέο πολιτικό τοπίο. Μέσα σε αυτό ο Κωλέττης αρχικά συνεργάστηκε και συμμετείχε στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο του Σπυρίδωνα Τρικούπη όπως και στην ακόλουθη κυβέρνηση Μαυροκορδάτου.
Ο Ιωάννης Κωλέττης αναγγέλλει την εκλογή του Οθωνα.
Εγχρωμη λιθογραφία. Peter Von Hess.
Στις 31 Μαΐου του 1834 διορίστηκε Πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου, σχηματίζοντας την πρώτη του κυβέρνηση, της οποίας ο βίος διήρκεσε μέχρι τις 20 Μαΐου 1835, ημέρα που ανέλαβε ο αντιβασιλέας Άρμανσμπεργκ τη διακυβέρνηση της χώρας. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του συντελέστηκε η μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Παρά την έντονη πίεση των Γάλλων για απόδοση στον Κωλέττη της Προεδρίας της κυβέρνησης, η Αντιβασιλεία αρνήθηκε να το πράξει. Κατόπιν αυτού απεστάλη ως πρεσβευτής της Ελλάδας στη Γαλλία, όπου παρέμεινε επί μία οκταετία.

Η άτυπη εξορία του Κωλέττη έληξε με την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου το 1843, όποτε κλήθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μετά την επιστροφή του ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα. Αρχικά συμμετείχε ως Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση του Ανδρέα Μεταξά (3 Οκτωβρίου 1843) και εν συνεχεία εξελέγη, με βάση τον νόμο της 4ης Μαρτίου 1829, πληρεξούσιος της επονομαζόμενης "Εθνοσυνέλευσης της 3ης Σεπτεμβρίου" (8 Νοεμβρίου 1843). Στις 19 Νοεμβρίου εξελέγη μέλος του Προεδρείου της Εθνοσυνέλευσης και στις 21 Νοεμβρίου ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη σύνταξη σχεδίου Συντάγματος.

Η στάση του Κωλέττη στην εκπόνηση του πρώτου Συντάγματος του ελληνικού βασιλείου ταυτίστηκε με αυτή των Α. Μεταξά και Α. Μαυροκορδάτου που έθεταν ως σκοπό την τήρηση ισορροπιών μεταξύ των επιδιώξεων των πολιτικών δυνάμεων και των διεκδικήσεων του μονάρχη. Το φάσμα ενός επαπειλούμενου νέου εμφυλίου πολέμου καθόριζε καταλυτικά την όλη διαδικασία της εκπόνησης του συνταγματικού χάρτη.

Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στις 11 Ιανουαρίου 1844, όταν τέθηκε θέμα συνταγματικής διάκρισης βάσει του άρθρου 3 μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, ο Κωλέττης εκφώνησε λόγο υπέρ της ισότητας ελεύθερων και αλύτρωτων Ελλήνων, ο οποίος προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στην κοινωνία της εποχής και οδήγησε στην εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης παρά την πλειονοψηφία των αυτοχθόνων πληρεξουσίων. Σε αυτή τη μνημειώδη ομιλία διαμορφώθηκε ιδεολογικά η Μεγάλη Ιδέα, η έννοια που καθόρισε την εξωτερική και εσωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους τουλάχιστο μέχρι το 1922. Ο Κωλέττης, που θεωρείται πατέρας της Μεγάλης Ιδέας, επηρεασμένος από τη νεότητά του ακόμη από το κήρυγμα του Ρήγα Φεραίου (Βλ.Ρήγας Φερραίος ΕΔΩ) (στη μνήμη του ήταν αφιερωμένη και η "Ελληνική Νομαρχία"), οραματιζόταν την ανάκτηση των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την εγκαθίδρυση μίας χριστιανικής ηγεμονίας. Το τελικό κείμενο του Συντάγματος ψηφίστηκε από την Εθνοσυνέλευση στις 4 Μαρτίου 1844 και στις 18 Μαρτίου ο Όθωνας ορκίστηκε την τήρησή του.

4. Πρώτος συνταγματικός Πρωθυπουργός
Συνακόλουθα με την κύρωση του Συντάγματος αποφασίστηκε η διενέργεια εκλογών και ο Όθωνας πρότεινε στους Α. Μαυροκορδάτο και Ι. Κωλέττη να σχηματίσουν από κοινού κυβέρνηση, που θα οδηγούσε τη χώρα προς τις εκλογές. Ο Κωλέττης αρνήθηκε τη συμμετοχή του υπολογίζοντας τη φθορά, την οποία θα είχε ο πολιτικός που θα ανελάμβανε τη διενέργεια των εκλογών. Ως ημερομηνία εκκίνησης της εκλογικής αναμέτρησης ορίστηκε η 6η Ιουνίου ενώ σύμφωνα με τα τότε κρατούντα διήρκεσε περίπου δύο μήνες. Διενεργήθηκε δε κατά τον εκλογικό νόμο που είχε προηγουμένως ψηφίσει η Εθνοσυνέλευση. Σε αυτή την αναμέτρηση διαπράχθηκαν πολλές παρατυπίες και από την πλευρά του Μαυροκορδάτου και από την πλευρά των Κωλέττη και Μεταξά. Συγκεκριμένα ο Μαυροκορδάτος έχοντας στα χέρια του την κρατική μηχανή προσπαθούσε να επηρεάσει τις συνειδήσεις των ψηφοφόρων ενώ αντίστοιχα ο Κωλέττης και ο Μεταξάς υπέθαλπαν τοπικές συγκρούσεις και εξεγέρσεις φίλα κείμενων προς αυτούς προσώπων όπως αυτή του οπλαρχηγού Θεοδωράκη Γρίβα στην Ακαρνανία. Σε αυτό το κλίμα και πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι εκλογές ο Μαυροκορδάτος υπέβαλε παραίτηση και στη θέση του ορίστηκε ο Κωλέττης. Τα τελικά αποτελέσματα στην κατανομή βουλευτικών εδρών έδωσαν στο Ρωσικό Κόμμα (Ναπαίοι) του Ανδρέα Μεταξά 55 έδρες, στο Αγγλικό Κόμμα (Μαρλαίοι) του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου 28 και στο Γαλλικό Κόμμα (Μοσχομαγκίτες) του Ιωάννη Κωλέττη είκοσι. Στις 6 Αυγούστου σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού του Γαλλικού και του Ρωσικού Κόμματος με πρώτο κοινοβουλευτικό Πρωθυπουργό τον Κωλέττη.

Η πρωθυπουργία του Κωλέττη σημαδεύτηκε από ένα αδυσώπητο πόλεμο των πολιτικών δυνάμεων και συνεχείς παρεμβάσεις προς όφελος της χώρας, που αντιπροσώπευε το κάθε κόμμα. Ο Ανδρέας Μεταξάς αποχώρησε σύντομα από το συνασπισμό, λόγω της διαχείρισης του εκκλησιαστικού ζητήματος, αφήνοντας στον Κωλέττη την απόλυτη ευθύνη της διακυβέρνησης και στρέφοντας το φιλικό του τύπο εναντίον του. Οι οικογενειακές φατρίες επικρατούσαν ακόμα δυσχεραίνοντας το έργο της κυβέρνησης. Επιπλέον ο βασιλιάς παρά τον περιορισμό του από το Σύνταγμα συνέχισε να παρεμβαίνει ανοικτά στην κρατική πολιτική.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση ο Πρωθυπουργός προσπάθησε την οικονομική ανάκαμψη της χώρας, ασκώντας διπλωματία προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ παράλληλα έθετε το στόχο της διεύρυνσής της προς τα παλαιά σύνορα της Αυτοκρατορίας. Ο Κωλέττης κατηγορήθηκε για συγκεντρωτισμό και περιφρόνηση του κοινοβουλευτισμού, χαρακτηριστικά οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες μιλούσαν για δικτατορία. Η πολιτική ένταση, όμως, την περίοδο εκείνη ήταν τόσο οξεία ώστε οι χαρακτηρισμοί ενείχαν στοιχεία υπερβολής και οι όποιες εξουσιαστικές πρακτικές είχαν άλλα μέτρα σύγκρισης από τα σύγχρονα και εξυπηρετούσαν άλλες ανάγκες.

Το σημαντικότερο στοιχείο της περιόδου υπήρξε η κυβερνητική σταθερότητα, γεγονός άγνωστο για τη μέχρι τότε πορεία του κράτους. Ωστόσο ο Κωλέττης στάθηκε φειδωλός σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις προσπαθώντας την ομαλή μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας προς τους σύγχρονους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Οι σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδεινώθηκαν στις 25 Ιανουαρίου 1847 με αφορμή την άρνηση του πρέσβη της στην Αθήνα Κωνσταντίνου Μουσούρου να παράσχει διαβατήριο στον υπασπιστή του βασιλιά, Τσάμη Καρατάσο, για να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη (κύκλος γεγονότων που οδήγησε στη διακοπή των διπλωματκών σχέσεων των δύο χωρών και ονομάστηκαν Μουσουρικά).

5. Το τέλος του Κωλέττη και μεταθανάτιες κρίσεις
Στα τέλη του 1846 η υγεία του Κωλέττη άρχισε να επιδεινώνεται, δεδομένο που δημιούργησε κύμα αυτομόλησης βουλευτών προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης και κλίμα έντασης για τη διαδοχή στο Γαλλικό Κόμμα. Αυτή η κατάσταση οδήγησε τον Κωλέττη να ζητήσει από τον βασιλιά τη διάλυση της Βουλής και τη διενέργεια εκλογών. Έτσι ο Όθωνας στις 14 Απριλίου 1847 προκήρυξε εκλογές για τον Ιούλιο. Παρά την ασθένειά του, ο γηραιός Ηπειρώτης πολιτικός επικράτησε σαρωτικά στις εκλογές, εξασφαλίζοντας την απόλυτη πλειοψηφία, αν και το αποτέλεσμά τους αμφισβητήθηκε έντονα από την αντιπολίτευση. Αυτός υπήρξε και ο τελευταίος του πολιτικός αγώνας. Ο Ιωάννης Κωλέττης πέθανε από νεφρίτιδα στις 31 Αυγούστου 1847 "ως αγωνιστής εν μέσω των φουστανελοφόρων του", όπως επισημαίνει ο ιστορικός Σπυρίδων Μαρκεζίνης, σιγοτραγουδώντας ένα ηπειρώτικο ηρωικό τραγούδι.

Μετά τον θάνατό του διατυπώθηκαν αντικρουόμενες θέσεις, ενίοτε ακραίες, από ιστορικούς, και σύγχρονούς του πολιτικούς. Η ιστορική έρευνα, όμως, αποδεικνύει, μάλλον ή ήττον τον Κωλέττη ως έναν ρομαντικό εκπρόσωπο του μεγαλοϊδεατισμού, ο οποίος από την ανάμιξή του στην πολιτική δεν αποκόμισε υλικά κέρδη. Σε αποκαλυπτήρια της προτομής του Ιωάννη Κωλέττη στα Ιωάννινα στις 5 Ιουνίου του 2005 ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας επεσήμανε μεταξύ άλλων: 

"Ο Ιωάννης Κωλέττης είχε μια πλήρως τεκμηριωμένη πολιτική θεωρία για την εξέλιξη των ελληνικών πραγμάτων κατά τη μετεπαναστατική περίοδο. Καθοδηγητικό στοιχείο της πολιτικής του σκέψης ήταν οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές και η μεταφορά τους στην ελληνική πραγματικότητα.

Από το Παρίσι, όπου βρέθηκε ως πρέσβης για σχεδόν μια δεκαετία, διερεύνησε τη θέση της χώρας "εις την μεγάλην μηχανήν του εκτεταμένου πολιτικού ορίζοντα", όπως έλεγε χαρακτηριστικά. Έχοντας βαθιά πίστη στις δυνατότητες που διέθετε και διαθέτει το ελληνικό έθνος, θεμελίωσε ως εισηγητής της Μεγάλης Ιδέας, την ενότητα του Ελληνισμού στο χώρο.

Οι αρετές που χαρακτήριζαν την πολιτική στάση και συμπεριφορά του Ιωάννη Κωλέττη ήταν η φρόνηση, η υπομονή και η επιμονή. Σύγχρονοι και μεταγενέστεροι, πολιτικοί φίλοι και αντίπαλοι, προσέδωσαν σειρά ιδιοτήτων στον Ηπειρώτη πολιτικό που, κατά παράδοξο τρόπο, ισχύουν όλες, ακόμα και οι πλέον αντίθετες: ήταν διάνοια "ολίγον χιμαιρική" αλλά και ρεαλιστής, φιλόδοξος αλλά όχι αλαζόνας, αυθόρμητος αλλά και επιφυλακτικός, ιδιαιτέρως ευφυής και συγχρόνως αθώος, ήταν τέλος ανατολίτης αλλά και ευρωπαίος.

Συνυπολογίζοντας το βάρος του πρόσφατου επαναστατικού παρελθόντος, έθετε ως στόχο του την οργάνωση μιας στερεής και σύγχρονης κρατικής εξουσίας, συγκροτώντας έναν εθνικό πολιτικό λόγο και επιζητώντας την ευρεία, ευρύτερη από τα όρια του κόμματός του, αποδοχή του πολιτικού του προγράμματος. Αντιστάθηκε σθεναρά στις δυνάμεις που θέλησαν να ανατρέψουν το "ιστορικό" γεγονός του ’21, που προσπάθησαν να ακυρώσουν τις σχέσεις που είχαν διαμορφωθεί πριν την έκρηξη της Επανάστασης και κατά την εξέλιξή της.

Ο Ιωάννης Κωλέττης ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα, που προκαλούσε έντονα συναισθήματα. Τον Κωλέττη θα μπορούσε κανείς να τον αγαπήσει ή να τον μισήσει, δεν θα μπορούσε όμως, σε καμία περίπτωση, να τον αγνοήσει.

Ο Ευάγγελος Κοροβίνης στο γνωστό βιβλίο του "Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία", εκδόσεις Αρμός, 5η έκδοση, (2008), τον χαρακτηρίζει με τα μελανότερα χρώματα, επειδή θεωρεί ότι ο Ιωάννης Κωλέττης εισήγαγε τη φαυλοκρατία στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, δεδομένου μάλιστα ότι υπήρξε ο πρώτος Έλληνας πολιτικός, ο οποίος διαχειριζόμενος τα κοινά απέκτησε μεγάλη περιουσία (630.000 χιλιάδες δραχμές) -(σελ. 24).

Επιπλέον χαρακτηριστικά σημειώνεται ότι: "Ο Κωλέττης μέχρι αργά το απόγευμα ασχολείτο με τη διεκπεραίωση ρουσφετιών πρώτα στην κατοικία του και μετά στην έδρα της κυβερνήσεως. Στη διάρκεια των υπηρεσιακών συσκέψεων που επακολουθούσαν συνήθως κοιμόταν, ενώ απουσίαζε συστηματικά από τις συνεδριάσεις της Βουλής" (σελ. 25).


6. Αποφθέγματα
  • Διὰ τὴν γεωγραφικήν της θέσιν ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ κέντρον τῆς Εὐρώπης ἰσταµένη, καὶ ἔχουσα ἐκ µἐν δεξιῶν τὴν Ἀνατολήν, ἐξ ἀριστερῶν δὲ τὴν Δύσιν, προώρισται, ὥστε διὰ µἐν τῆς πτώσεως αὐτῆς να φωτίση τὴν Δύσιν, διὰ δὲ τῆς ἀναγεννήσεως τὴν Ἀνατολὴν.
  • Ἐν τῷ πνεύματι τοῦ ὅρκου τούτου καὶ τῆς μεγάλης ταύτης ἰδέας εἶδον πάντοτε τοὺς πληρεξουσίους τοῦ Ἔθνους να συνέρχωνται διὰ να ἀποφασίσωσιν οὐχὶ πλέον περὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος ἀλλ' ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Πόσον ἐπεθύμουν να ἦσαν παρόντες σήμερον οἱ Γερμανοὶ, οἱ Ζαΐμης, οἱ Κολοκοτρώνης, οἱ τῶν ἄλλοτε ἐθνικῶν συνελεύσεων πληρεξούσιοι καὶ αὐτοὶ οἱ δραξάμενοι τὰ ὅπλα ἔτι ἐπὶ τῷ γενικῷ τούτῳ σκοπῷ διὰ να συνομολογήσωσι μετ' ἐμοῦ πόσον ἐμακρύνθημεν τῆς μεγάλης ἐκείνης καὶ εὐρυτάτης πατρίδος ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἰς αὐτὸ τοῦ Ῥήγα τὸ τραγούδι εἴδομεν κατὰ πρῶτον ἐκπεφρασμένην.
ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Γερμανικός, με το προσωνύμιο Καλιγούλας

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 12 μ.Χ.
Μέλος των κυβερνητών του Οίκου της Δυναστείας Ιουλίων - Κλαυδίων. Πιθανότατα έπασχε από ψυχικό νόσημα και εμφάνισε δείγματα αυταρχισμού, εκδηλώνοντας παρανοϊκές κρίσεις που κορυφώθηκαν όταν ο ίδιος έχρισε συγκλητικό το άλογό του! 
Gaius Caesar Caligula.jpg

Ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας Γερμανικός (Gaius Iulius Caesar Germanicus, 31 Αυγούστου 12 – 24 Ιανουαρίου 41), πιο γνωστός από το προσωνύμιο Καλιγούλας, ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 37 έως το 41. Ο Καλιγούλας ήταν μέλος του οίκου των κυβερνητών συμβατικά γνωστού ως η Δυναστεία Ιουλίων-Κλαυδίων. Ο πατέρας του Καλιγούλα, Γερμανικός, ανιψιός και υιοθετημένος γιος του αυτοκράτορα Τιβέριου, ήταν ένας πολύ επιτυχημένος στρατηγός και ένα από τα πιο αγαπητά δημόσια πρόσωπα της Ρώμης. Ο νεαρός Γάιος κέρδισε το προσωνύμιο Καλιγούλας (που σημαίνει "μπότα μικρού στρατιώτη", υποκοριστικό της λέξης caliga) από τους στρατιώτες του πατέρα του, όταν τον συνόδευε κατά τις εκστρατείες του στη Γερμανία.

Όταν ο Γερμανικός πέθανε στην Αντιόχεια το 19, η σύζυγός του Αγριππίνα η Πρεσβύτερη επέστρεψε με τα έξι παιδιά της στη Ρώμη, όπου ενεπλάκη σε μία πικρή διαμάχη με τον Τιβέριο. Η σύγκρουση οδήγησε τελικά στον αφανισμό της οικογένειάς της, με τον Καλιγούλα να είναι το μοναδικό επιζών αρσενικό μέλος.

Ο Καλιγούλας εμφανίζεται ως μια θλιβερή περίπτωση ενός νεαρού ηγεμόνα οποίος έπασχε μάλλον από ψυχικό νόσημα. Στην αρχή της θητείας του ήταν δημοφιλέστατος, όμως πολύ σύντομα έγινε μισητός διότι εμφάνισε δείγματα αυταρχισμού, και μάλιστα σε μια περίοδο που ήθελε να τηρούνται να προσχήματα ενός σχετικού σεβασμού προς την σύγκλητο. Η τάση απολυταρχίας του Καλιγούλα εκδηλώνοντας αιφνίδια έναρξη παρανοϊκών κρίσεων κορυφώθηκε όταν ο αυτοκράτορας έχρισε συγκλητικό το άλογό του.Το μοναδικό πολεμικό γεγονός που έγινε την εποχή του Καλιγούλα ήταν όταν έστειλε Ρωμαίους στη Μαυριτανία άλλα η κατάκτηση της έγινε επί του διαδόχου του Κλαύδιου. Ο Καλιγούλας δολοφονήθηκε 4 χρόνια αφότου έγινε αυτοκράτορας.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Άγιος Αλέξανδρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (30 Αυγούστου)

Τα μεγάλα χαρίσματα και η πίστη του και η ευλάβεια του Αγίου, τα οποία απέκτησε κατά την παιδική και νεανική του ηλικία, φάνηκαν και αναδείχθηκαν αργότερα, κατά την δωδεκάχρονη πατριαρχία του και κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο. Ήταν σε ηλικία δέκα ετών, όταν ξέσπασαν οι διωγμοί του φοβερού Χριστιανομάχου αυτοκράτορα Δεκίου και αργότερα του αυτοκράτορα Βαλεριανού (257-260) και σε ώριμη ηλικία έζησε τούς διωγμούς του δαιμονικού Διοκλητιανού (303-305) και του αυτοκράτορα Γαλερίου Μαξιμιανού (305-311).
Zoom out

Τα πρώτα χρόνια του Αγίου
Ο Άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε το έτος 240 μ.Χ., άλλοι λένε το 239, στην αγιοτόκον Μ. Ασία, από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι τον ανέθρεψαν με «νουθεσίαν και παιδείαν Κυρίου».
 
Τα μεγάλα χαρίσματα και η πίστη του και η ευλάβεια του Αγίου, τα οποία απέκτησε κατά την παιδική και νεανική του ηλικία, φάνηκαν και αναδείχθηκαν αργότερα, κατά την δωδεκάχρονη πατριαρχία του και κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (Βλ. Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ΕΔΩ), πού έγινε στη Νίκαια της Μ. Ασίας το έτος 325 μ.Χ., κατά την οποίαν καθορίστηκε με σαφήνεια η Πίστη της Εκκλησίας, πού την νόθευαν οι διάφορες αιρέσεις και κακοδοξίες.

Από τα παιδικά του χρόνια ένοιωσε ο ίδιος άμεσα τι θα πει διωγμός και κυνηγητό και πόνος και ταλαιπωρία, γιατί βρέθηκε μέσα στην θύελλα των μεγάλων διωγμών του δευτέρου αιώνος. Αντί όμως να τον φοβίσουν και να τον αποθαρρύνουν, έκαναν πιο στέρεη την πίστη του και μεγαλύτερη την αγάπη του για τον Χριστό.

Ήταν σε ηλικία δέκα ετών, όταν ξέσπασαν οι διωγμοί του φοβερού Χριστιανομάχου αυτοκράτορα Δεκίου και αργότερα του αυτοκράτορα Βαλεριανού (257-260) και σε ώριμη ηλικία έζησε τούς διωγμούς του δαιμονικού Διοκλητιανού (303-305) (Βλ. Διοκλητιανός ΕΔΩ) και του αυτοκράτορα Γαλερίου Μαξιμιανού (305-311). Έτρεχε μαζί με τούς Μάρτυρες και βρισκόταν μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, πού βρισκόταν σε αδιάκοπο κυνηγητό και κατέφευγε σε σπηλιές και σε κατακόμβες, κρύβοντας τα μέλη της και προστατεύοντας μικρούς και μεγάλους, πού είχαν την ελπίδα τους στο έλεος του Θεού.

Πρωτοπρεσβύτερος στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως – Εκπρόσωπος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο
Οι εκκλησιαστικές πηγές τον παρακολουθούν και τον ιστορούν, όταν είχε λάβει την ιεροσύνη και υπηρετούσε ως Πρωτοπρεσβύτερος στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, όπου 
Πατριάρχης ήταν ο Άγιος Μητροφάνης και είχε τον Άγιο Αλέξανδρο ως «δεξί του χέρι». Όλες τις σημαντικές αποστολές τις ανέθετε στον ευλαβέστατο Πρωτοπρεσβύτερό του, διότι ο Πατριάρχης ήταν ήδη πολύ ηλικιωμένος και φιλάσθενος. Έτσι ο Άγιος Αλέξανδρος δόθηκε ολόκληρος στην διακονία της Εκκλησίας με τον πύρινο λόγο του, κατά των αιρέσεων του Αρείου (Βλ. Αρειανισμός ΕΔΩ), ο οποίος είχε παρασύρει πολλούς στις κακοδοξίες του και προκαλούσε αναστατώσεις και διαμάχες μεταξύ των Χριστιανών. Ταυτόχρονα ο καθαρός και άμεμπτος βίος του Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου, πού ήταν άνθρωπος νηστείας και προσευχής, γινόταν πρότυπο βίου, αλλά και καλού αγωνιστού της Πίστεως.

Το 303 μ.Χ. ο Άγιος Αλέξανδρος ήταν σε ηλικία 63 ετών, όταν ξέσπασε ο μεγάλος διωγμός του σατανόψυχου αυτοκράτορα Διοκλητιανού, πού είχε χαρακτηριστεί ως ο φοβερότερος διώκτης των Χριστιανών και σκότωνε αμέσως και με βίαιο τρόπον όλους εκείνους, πού δεν προσκυνούσαν τα άψυχα είδωλα, πού ο ίδιος τα θεωρούσε ως θεούς. Αφού ταλαιπωρήθηκε αρκετά κρυπτόμενος και μετακινούμενος από περιοχή σε περιοχή για να μη αποκαλυφτεί και κυρίως για να μπορεί να υπηρετεί την Εκκλησία, πού βρισκόταν ακόμα σε παρανομία και καταδίωξη για τον κοσμικό νόμο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και κάθε Χριστιανός εθεωρείτο επαναστάτης και εχθρός του κράτους, βρέθηκε στην περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως, όταν το 313 μ.Χ. έγινε η διακήρυξη της ανεξιθρησκείας με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (Μιλάνο), με το οποίον αναγνωρίστηκε και επίσημα ως θρησκεία ο Χριστιανισμός.

Ο Πατριάρχης Άγιος Μητροφάνης αγαπά ιδιαίτερα τον Πρωτοπρεσβύτερό του Αλέξανδρο και εκτιμά τα πνευματικά και σπάνια προσόντα του και την προθυμία του για την προστασία της Εκκλησίας και την επίλυση των προβλημάτων της. Έτσι επειδή ο Άγιος Μητροφάνης ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία και φιλάσθενος, έστειλε ως εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Α΄Οικουμενική Σύνοδο τον Άγιο Αλέξανδρο.

Γίνεται Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Όταν τελείωσε, θριαμβευτικά για την Εκκλησία, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, ο Άγιος Αλέξανδρος έτρεξε αμέσως από την Νίκαια στην Κωνσταντινούπολη για να ανακοινώσει στον Πατριάρχη Μητροφάνη τα μεγάλα νέα της νίκης της Πίστεως κατά της αιρέσεως, της Ορθοδοξίας κατά της κακοδοξίας. Ο Πατριάρχης τον περίμενε με αγωνία και προσευχόταν συνεχώς. Μόλις λοιπόν συναντήθηκαν τον αγκάλιασε, τον ασπάστηκε με πολλή συγκίνηση και του είπε να ξαναφύγει σε μεγάλη αποστολή, ώστε να ανακοινωθούν τα ευχάριστα νέα σε όλες τις ορθόδοξες επισκοπές και τις τοπικές εκκλησίες. Πρόθυμα ο Άγιος Αλέξανδρος έκανε υπακοή στο θέλημα του Άγιου Μητροφάνη, έβαλε μετάνοια και παρ’ ότι ήταν και αυτός σε μεγάλη ηλικία, των 85 ετών, ξεκίνησε να κάνει μια πολύ μεγάλη περιοδεία και να ανακοινώσει επίσημα τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και το «Σύμβολον της Πίστεως» και την καταδίκη της αιρέσεως του Αρείου, σε όλη τη Μακεδονία, στην Θράκη, στην υπόλοιπη Ελλάδα, στην Σερβία, την Ιλλυρία (Αλβανία) και τις άλλες γειτονικές περιοχές.

Τότε όμως, και ενώ ο Άγιος Αλέξανδρος βρισκόταν στην περιοδεία του, ο Πατριάρχης Μητροφάνης, πού είχε φθάσει στην ηλικία των 117 ετών, εξασθένησε τόσον πολύ, ώστε τον Ιούνιο του 325, παρέδωσε την ψυχή του «εις χείρας Θεού ζώντος», αφού προηγουμένως είχε ορίσει ως διάδοχό του τον Πρωτοπρεσβύτερο Αλέξανδρον πού τον ήξερε καλά και τον θεωρούσε ως τον μόνον άξιον να τον διαδεχτεί στον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Την επιθυμία και απόφαση του αυτήν την είχε γνωστοποιήσει και στον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο (Βλ. Μ. Κωνσταντίνος ΕΔΩ), πού συνεφώνησε μαζί του.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Zoom out

Μετά την άνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο, ο Άγιος Αλέξανδρος, που δεν είχε καμιά φιλοδοξία κοσμική και δεν τον ενδιέφερε η δόξα των ανθρώπων, συνέχισε με περισσότερο ζήλο και μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης τον καλόν αγώνα υπέρ του ποιμνίου της εκκλησίας διδάσκων την αλήθεια της Πίστεως και προσευχόμενος και κυρίως επαγρυπνών, μέρα και νύχτα, για την προστασία της Εκκλησίας από τις αιρέσεις, πού συνέχιζαν το διαβρωτικό τους έργον. Διότι όπως έλεγε και καθοδηγούσε τούς Χριστιανούς:
— Οι διαφωνίες μεταξύ των Χριστιανών, δίδουν τροφή στις αιρέσεις και συντηρούν την ολιγοπιστία και οδηγούν στην εκτροπή από τον δρόμο της σωτηρίας.

Μιλούσε για την αγάπη, πού είναι ο κύριος άξονας της χριστιανικής αληθείας, διότι από την αγάπη προς τον Θεό μπορούμε να φθάσουμε στην αληθινή αγάπη των άλλων ανθρώπων.

Εικοσιτρείς χρόνους υπηρέτησε πιστά και ολοπρόθυμα την Ορθόδοξη Εκκλησία ο Άγιος Αλέξανδρος, γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, εκ των οποίων τα δώδεκα έτη ως Πατριάρχης του Οικουμενικού Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως και έφθασε στην ηλικία των 98 ετών, πιστός και δραστήριος ως διάκονος των μυστηρίων του Τριαδικού Θεού μας και την 30ην Αυγούστου του έτους 337 μ.Χ. παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια τού Κυρίου για να λάβει «τον στέφανον της δόξης» από τον μέγα Δωρεοδότη Θεό. Στην Εκκλησία, και σε μας τούς μεταγενέστερους, πού πιστεύουμε και ελπίζουμε στο έλεος τού Θεανθρώπου Χριστού, άφησε ως υπόδειγμα βίου την δική του ζωή, την οποίαν και πρέπει να μιμούμεθα.



Ἀπολυτίκιον. 
Μύσται οὐράνιοι ἀποδεικνύμενοι, θεῖοι ἐκφάντορες τῷ κόσμῳ ὤφθητε, τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ποιμάναντες θεαρέστως, ἱερὲ Ἀλέξανδρε, τῆς Τριάδος ὁ πρόμαχος, 
Ἰωάννη ἔνδοξε, ὁ τῆς χάριτος τρόφιμος, καὶ Παῦλε Ἱερέων ἀκρότης• ὅθεν ὑμᾶς ἀνευφημοῦμεν.

Κοντάκιον.
Τὴν τριάδα σήμερον, Ἱεραρχῶν τῶν Ὁσίων, ἱεροῖς ἐν ᾄσμασιν, ἐγκωμιάσωμεν πάντες• οὗτοι γὰρ, ὡς οἰκονόμοι τῶν ἀπορρήτων, νέμουσι, χάριν ἀέναον τοῖς βοῶσιν, 
ὦ Ἀλέξανδρε παμμάκαρ, καὶ Ἰωάννη, σὺν Παύλῳ χαίρετε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Πατέρων τριὰς σεπτή, Ἀλέξανδρε μάκαρ, σὺν τῷ Παύλῳ τῷ εὐκλεεῖ, καὶ τῷ Ἰωάννη, ἡ τρίφωτος λυχνία, ἡ πᾶσαν Ἐκκλησίαν, καταπυρσεύουσα.

ΠΗΓΗ: http://xristianos.gr

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Ναυμαχία του Γέροντα (Ελληνική Επανάσταση του 1821)

Μοίρα του ελληνικού στόλου, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1824, υπό τον Ανδρέα Μιαούλη, κατατροπώνει τον ενωμένο τουρκο-αιγυπτιακό στόλο στη Ναυμαχία του Γέροντα. Η ναυμαχία αυτή ήταν η μεγαλύτερη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και έλαβαν μέρος 100 Τουρκικά, Αιγυπτιακά, Αλγερινά και Τυνησιακά πλοία εναντίον 75 περίπου Ελληνικών πλοίων. Ο Ισλαμικός στόλος συνετρίβη και μάλιστα συνελήφθη αιχμάλωτος ο ναύαρχος της Τυνησίας.


Ναυμαχία του Γέροντα ή της Μανδαλιάς ή Ναυμαχία της Κω υπήρξε η πολεμική ναυτική συμπλοκή της Επανάστασης του 1821 (Βλ. Επανάσταση του 1821 ΕΔΩ).

Χάρτης της Ναυμαχίας. 
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση

Περιγραφή της μάχης
Η ναυμαχία αυτή ήταν η μεγαλύτερη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και έλαβαν μέρος 100 Τουρκικά Αιγυπτιακά Αλγερινά και Τυνησιακά πλοία εναντίον 75 περίπου Ελληνικών πλοίων. Ο Ισλαμικός στόλος συνετρίβη και μάλιστα συνελήφθη αιχμάλωτος ο ναύαρχος της Τυνησίας.

Έλαβε χώρα στις 29 Αυγούστου 1824 απέναντι από τη Λέρο, ανάμεσα στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, υπό την αρχηγία του Ιμπραήμ και του Χοσρέφ Πασά, και του ελληνικού, που αποτελούνταν κυρίως από πυρπολικά από την Ύδρα και τις Σπέτσες και που διοικούσε ο Ανδρέας Μιαούλης (Βλ. Ανδρέας Μιαούλης ΕΔΩ). Την ναυμαχία παρακολούθησαν πολλοί κάτοικοι της Λέρου από τα υψώματα του νησιού. Πολλά τουρκικά πλοία χάθηκαν, ενώ ο Υδραίος Βατικιώτης πυρπόλησε μια τυνησιακή φρεγάτα. Ο Τουρκικός στόλος διασπάσθηκε, ενώ μετά την πυρπόληση τολμηροί ψαράδες πλησίασαν με τα καΐκια τους και λαφυραγώγησαν το πεδίο της μάχης. Με το τέλος της μέρας ο τουρκικός στόλος αποσύρθηκε προς την Αλικαρνασσό.

Αξιολόγηση της μάχης
Η ναυμαχία του Γέροντα εξασφάλισε τη Σάμο από τον τουρκικό στόλο, ενώ από τη μάχη έμεινε γνωστή η φράση «κάνω τσατάλια» (καταστρέφω) από το όνομα του κόλπου της Μικράς Ασίας κοντά στον οποίο έγινε η ναυμαχία. Αν η ναυμαχία αυτή είχε διαφορετικό αποτέλεσμα θα είχε καταστραφεί πιθανότατα η Σάμος με αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί το σχέδιο των Οθωμανών για την καταστροφή του ναυτικού των Ελλήνων πριν την εισβολή τους στην Πελοπόννησο από τη θάλασσα. Στα πλαίσια αυτού του σχεδίου καταστράφηκαν τα Ψαρά από τον Τουρκικό στόλο και η Κάσος από τον Αιγυπτιακό στόλο, ενώ νωρίτερα είχε καταπνιγεί η επανάσταση στην Κρήτη. Η ήττα αυτή ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία του Οθωμανικού ναυτικού αν ληφθεί υπόψη ότι τα Ελληνικά πλοία δεν ήταν πολεμικά αλλά εμπορικά εξοπλισμένα. Παρ' όλο που η Σάμος σώθηκε και μετά την Επανάσταση, μολονότι δεν ενώθηκε με την Ελλάδα έμεινε ανεξάρτητη, οι Οθωμανοί συνέχισαν την εκτέλεση του σχεδίου τους με την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο την επόμενη χρονιά. Αν όμως είχαν νικήσει τον Ελληνικό στόλο η Ελλάδα θα είχε υποδουλωθεί πριν προλάβουν να έρθουν οι Ευρωπαίοι και η ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν θα είχε γίνει ποτέ.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (29 Αυγούστου) και η σημασία της

«ἦλθεν... ὁ καιρὸς τῶν ἐθνῶν κριθῆναι ... καὶ διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας τὴν γῆν».
Δημιουργεί, ο Ιωάννης, με τον πύρινο λόγο του «κοινωνική αναταραχή», ό, τι δηλ. χειρότερο για μια «ευνομούμενη πολιτεία» και μάλιστα για έναν τόπο που βρίσκεται κάτω από το σιδερένιο πέλμα της Pax Romana. Είναι δυνατόν οι ειρηνικοί «ησυχαστές» και «ερημίτες» να γίνονται αιτία συγχύσεων και ταραχών, και μάλιστα να προσβάλλουν τους ταγούς της πολιτείας, αφού αυτοί έχουν «ταχθεί παρά Θεού» στο έργο τούτο;

Τέμνει κεφαλὴν χεὶρ μιαιφόνος ξίφει,
Τοῦ χεῖρα θέντος εἰς κεφαλὴν Κυρίου.
Εἰκάδι ἀμφ' ἐνάτῃ Προδρόμου τάμεν αὐχένα χαλκός.

«Οὐκ ἐξεστὶ σοὶ ἔχειν, τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου». Δεν σου επιτρέπεται από το νόμο του Θεού να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου, ο όποιος ζει ακόμα. Λόγια του Τιμίου Προδρόμου, που αποτελούσαν μαχαιριές στις διεφθαρμένες συνειδήσεις του βασιλιά Ηρώδη Αντίπα και της παράνομης συζύγου του Ηρωδιάδος, που ήταν, γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου. 

Ο Ηρώδης, μη ανεχόμενος τους ελέγχους του Προδρόμου, τον φυλάκισε. Σε κάποια γιορτή όμως των γενεθλίων του, ο Ηρώδης υποσχέθηκε με όρκο να δώσει στην κόρη της Ηρωδιάδος ότι ζητήσει, διότι του άρεσε πολύ ο χορός της. Τότε η αιμοβόρος Ηρωδιάς είπε στην κόρη της να ζητήσει στο πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη. Πράγμα που τελικά έγινε. Έτσι, ο ένδοξος Πρόδρομος του Σωτήρα θα παραμένει στους αιώνες υπόδειγμα σε όλους όσους θέλουν να υπηρετούν την αλήθεια και να αγωνίζονται κατά της διαφθοράς, ανεξάρτητα από κινδύνους και θυσίες. 

Και να τι λένε οι 24 πρεσβύτεροι της Αποκάλυψης στο Θεό για τους διεφθαρμένους: «ἦλθεν... ὁ καιρὸς τῶν ἐθνῶν κριθήναι... καὶ διαφθείραι τοὺς διαφθείροντας τὴν γῆν». Ήλθε, δηλαδή, ο καιρός της ανάστασης των νεκρών για να κριθεί ο κόσμος και να καταστρέψεις (Θεέ μου) εκείνους, που με τη διεφθαρμένη ζωή τους διαφθείρουν και καταστρέφουν τη γη.
Σφραγίδα Mονής Διονυσίου με τις παράστασεις της Γεννήσεως του Προδρόμου και της Aποτομής της κεφαλής του Προδρόμου - 1636 μ.Χ. - Mονή Διονυσίου, Άγιον Όρος
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ

Οι εορτές του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου σε ολόκληρο το έτος:
~ Η Σύλληψις (23 Σεπτεμβρίου)
~ Το γενέσιον (24 Ιουνίου)
~ Η Σύναξις (7 Ιανουαρίου)
~ Η Αποτομή της κεφαλής (29 Αυγούστου)
~ Η Α' και Β' Εύρεσις της κεφαλής (24 Φεβρουαρίου)
~ Η Γ’ Εύρεσις της κεφαλής (25 Μαΐου)

******************************************
**************************
****************

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Αποτομή της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου
Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει όσο θα έπρεπε την σημασία της αποτομής, του μαρτυρίου δηλ. του Τιμίου Προδρόμου. Βεβαίως η Εκκλησία μας, με τη συγκεκριμένη εορτή και τα αναγνώσματα, τόσο το Ευαγγελικό (Μαρκ. ΣΤ ΄ 14 – 30), όσο και το Αποστολικό (Πραξ. Αποστ. ΙΓ ΄ 25 – 32), μας δίνει να κατανοήσουμε μέσα στο ιστορικό πλαίσιο, την μεγάλη μορφή του Βαπτιστού. Το γεγονός της αποτομής είναι συγκλονιστικό και γι’ αυτό, παρά το ότι το γνωρίζουμε, είναι ανάγκη για ακόμα μία φορά να το μελετήσουμε.

Ας εμβαθύνουμε όμως για λίγο στο καθαυτό γεγονός του σφοδρού Προδρομικού ελέγχου, σε σχέση με εμάς τους ίδιους και την εποχή μας.

Οπωσδήποτε η ενέργεια του Προδρόμου, με τα σημερινά κοσμικά δεδομένα και τα «νεοπατερικά» φληναφήματα, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ακραία, ίσως γραφική, οπωσδήποτε φανατική και τελικώς ως παράδειγμα προς αποφυγήν.
Ας δούμε το γιατί.

Α) Το τι έκανε ο Ηρώδης στην προσωπική του ζωή, αυτό εντάσσεται στα «απόρρητα προσωπικά δεδομένα» και ως εκ τούτου, όχι μόνο δεν είχε δικαίωμα ο Βαπτιστής να ελέγξει, αλλά με την πράξη του αυτή, θέτει τον εαυτόν του στην παρανομία και προσκρούει στο νόμο περί της «ελεύθερης επιλογής της προσωπικής ζωής»...

Β) Με τον έλεγχό του ξεπέφτει από το υψηλό του έργο. Αυτός δεν είναι παρά ένας ασκητής ο οποίος αρνήθηκε τον κόσμο και ως εκ τούτου δεν του επιτρέπεται να αφήνει τα «δυσθεώρητα ύψη της θεώσεως» και να κατεβαίνει στα κοσμικά και μάλιστα σ’ αυτού του είδους το επίπεδο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κοσμικό κουτσομπολιό ή κοινωνικό σχόλιο», έστω και αν φαίνεται ότι στηρίζεται στον Νόμο των Εντολών.

Γ) Κάνει υπέρβαση καθήκοντος, και μάλιστα με την αδιακρισία του θίγει την «Ιερά Σύνοδο» των Εβραίων ή άλλως, το «Μέγα Συνέδριον», αφού δεν έχει εξουσιοδοτηθεί από τους Αρχιερείς για μια τέτοια πράξη. Δηλαδή, λειτουργεί αντιδεοντολογικά και εντελώς αυθαίρετα. Επιτέλους, ποιος είναι αυτός ο ασκητής που ελέγχει, καθ’ ην στιγμήν, ολόκληρο το σώμα των υπευθύνων αρχιερέων και των υπεροχικών προσώπων του Συνεδρίου που, έστω και από «διάκριση», ανέχεται αυτήν την κατάσταση, δηλ. την παρανομία του Ηρώδη;

Δ) Δημιουργεί με τον πύρινο λόγο του «κοινωνική αναταραχή», ό, τι δηλ. χειρότερο για μια «ευνομούμενη πολιτεία» και μάλιστα για έναν τόπο που βρίσκεται κάτω από το σιδερένιο πέλμα της Pax Romana. Είναι δυνατόν οι ειρηνικοί «ησυχαστές» και «ερημίτες» να γίνονται αιτία συγχύσεων και ταραχών, και μάλιστα να προσβάλλουν τους ταγούς της πολιτείας, αφού αυτοί έχουν «ταχθεί παρά Θεού» στο έργο τούτο;

Ε) Λησμονούσε ο Ζηλωτής και Βαπτιστής του Ιορδάνου ότι ο Ηρώδης, παρά τα προσωπικά του πάθη και τις ιδιορρυθμίες, έκανε δημόσια έργα, ανέπτυσσε την «πολιτισμική παράδοση» και «ιουδαϊκή κουλτούρα», κρατούσε τις «λεπτές ισορροπίες», με την Ρώμη, και το σημαντικότερο, είχε προσφέρει πολλά χρήματα από τον δημόσιο κορβανά για το κτίριο του Ναού. Ο Ιωάννης μπορεί βέβαια να είχε φτάσει στο επίπεδο να βλέπει ολόκληρο τον κόσμο ως Ναό του Θεού, πλην όμως θα έπρεπε να αισθάνεται την ανάγκη που είχαν οι άνθρωποι για ένα Ναό (και μάλιστα τι Ναό!), ώστε να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα! Κυρίως όμως με τον έλεγχό του, διατάρασσε την «αγαστή συνεργασία» μεταξύ «ιουδαϊκής θρησκείας και πολιτείας».

ΣΤ) Αποδεικνύει τον εαυτόν του ακραίο, μονοκόμματο και αδιάκριτο, αφού με την ενέργειά του αυτή, αφήνει το έργο του βαπτίσματος και του κηρύγματος και εγκαταλείπει όλον αυτόν τον κόσμο που προσέτρεχε στην έρημο για να τον ακούσει και να ωφεληθεί.

Θα μπορούσαμε βέβαια να σημειώσουμε και άλλα πολλά, τα οποία βγαίνουν ως συμπεράσματα από την σύγχρονη «θεολογική» ψευτοκουλτούρα.
Όμως, δόξα τω Θεώ, ο Τίμιος του Κυρίου Πρόδρομος, ο μέγιστος των Προφητών, ο Κήρυκας της Χάριτος, ο ασυμβίβαστος, ζούσε για την αγάπη και τη δόξα του Χριστού. Και υπέγραψε αυτήν την αγάπη του με την ίδια του την κεφαλή. Ο Πρόδρομος είναι ο γνήσιος Προφήτης που παραμένει ασυμβίβαστος και που αρνείται να καλύψει την οποιαδήποτε δειλία με ένα διάτρητο «θεολογικό» μανδύα και με επιχειρήματα «νεοπατερικής εποχής».

Αρνείται την διαστροφή της αμαρτίας που αποκτηνώνει τον άνθρωπο και συνάμα επικυρώνει την αλήθεια, του ότι οι πολιτικοί άρχοντες, πόσω δε μάλλον οι εκκλησιαστικοί, πρέπει να μένουν σε γυάλινα σπίτια, ώστε η προσωπική τους ζωή να αποτελεί παράδειγμα προς μίμησιν («το της πόλεως όλης ήθος, ομοιούται τοις άρχουσιν») Το δε αίμα του, είναι η τρανότερη μαρτυρία της συνέπειας στο πανάγιο και παντοκρατορικό θέλημα του Θεού.

Ας πρεσβεύει ο Μάρτυρας της αληθείας και του Ευαγγελικού ήθους, ώστε τουλάχιστον, αφού συνειδητοποιήσουμε την ρηχότητά μας, όλοι από κοινού, κλήρος, μοναχισμός και λαός, να δεχθούμε την χάρη και την ευλογία, για μια επιτέλους, συνειδητή Ορθόδοξη Χριστιανική ζωή. Αμήν.



Ἀπολυτίκιον 
Μνήμη δικαίου μετ᾽ ἐγκωμίων· σοὶ δὲ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου Πρόδρομε· ἀνεδείχθης γὰρ ὄντως καὶ Προφητῶν σεβασμιώτερος, ὅτι καὶ ἐν ῥείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τὸν κηρυττόμενον· ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας, χαίρων εὐηγγελίσω καὶ τοῖς ἐν ᾅδῃ, Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ὡς πάντων ὑπέρτερος, τῶν Προφητῶν ἀληθῶς, αὐτόπτης καὶ Πρόδρομος, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Προφῆτα γεγένησαι, ὅθεν καὶ παρ’ Ἡρῴδου, ἐκτμηθεῖς σου τὴν Κάραν, ἔδραμες τοὶς ἐν Ἅδῃ, προκηρύξαι τὸ λύτρον διὸ σὲ Ἰωάννη Βαπτιστά, ποθῶ γεραίρομεν.

Κοντάκιον
Ἡ τοῦ Προδρόμου ἔνδοξος ἀπoτομή, οἰκονομία γέγονέ τις θεϊκή, ἵνα καὶ τοῖς ἐν ᾅδη τοῦ Σωτῆρος κηρύξῃ τὴν ἔλευσιν. Θρηνείτω οὖν Ἡρωδιάς, ἄνομον φόνον αἰτήσασα, οὐ νόμον γὰρ τὸν τοῦ Θεοῦ, οὐ ζῶντα αἰώνα ἠγάπησεν, ἀλλ᾽ ἐπίπλαστον πρόσκαιρον.

ΠΗΓΕΣ: 

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Τρίτη (Γ΄) Σταυροφορία ή Σταυροφορία των Βασιλιάδων (1189-1192)

Στα πλαίσια της Γ΄ Σταυροφορίας, οι Σταυροφόροι ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1189 αρχίζουν την Πολιορκία της Άκρας με επικεφαλής τον Γκυ των Λουζινιάν. Η Άκρα ήταν ένα σπουδαίο λιμάνι και πολύ πλούσιο κέντρο του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, που είχε πέσει αμαχητί στα χέρια του Σαλαντίν τον Σεπτέμβριο του 1187.


Η Τρίτη Σταυροφορία (1189-1192) επίσης γνωστή ως η Σταυροφορία των Βασιλιάδων ήταν η προσπάθεια των Ευρωπαϊκών ηγετών για την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων από τον Σαλαντίν (Salāh ad-Dīn Yūsuf ibn Ayyūb). Ήταν σε μεγάλο βαθμό επιτυχημένη αλλά δεν πέτυχε τον απώτερο σκοπό της, που ήταν η επανάκτηση της Ιερουσαλήμ

Μετά την αποτυχία της Β΄ Σταυροφορίας η Δυναστεία των Ζενγίδων είχε υπό τον έλεγχο της μια ενωμένη πλέον Συρία και συμμετείχε σε συγκρούσεις με τους ηγέτες της Αιγύπτου γεγονός το οποίο οδήγησε στην απόλυτη ένωση των αιγυπτιακών και συριακών δυνάμεων υπό τις διαταγές του Σαλαντίν, ο οποίος τις χρησιμοποίησε για να αντιμετωπίσει τα Χριστιανικά κράτη και να ανακαταλάβει την Ιερουσαλήμ το 1187. Ωθούμενοι από θρησκευτικό ζήλο ο Ερρίκος Β΄ της Αγγλίας και ο Φίλιππος Β' Αύγουστος της Γαλλίας σταμάτησαν τη μεταξύ τους σύγκρουση για να οδηγήσουν μια νέα σταυροφορία (αν και με το θάνατο του Ερρίκου Β' το 1189 το αγγλικό στράτευμα τέθηκε αντίθετα, υπό την ηγεσία του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου. Ο ηλικιωμένος αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα απάντησε στο κάλεσμα των όπλων και οδήγησε ένα τεράστιο στρατό μέσα από την Ανατολία αλλά πνίγηκε σε ένα ποτάμι στη Μικρά Ασία στις 10 Ιουνίου 1190, πριν φτάσει στους Αγίους Τόπους. Ο θάνατος του δημιούργησε τη μεγαλύτερη πιθανή θλίψη στους Γερμανούς Σταυροφόρους. Οι περισσότεροι από τους αποθαρρυμένους πλέον στρατιώτες έφυγαν για την πατρίδα.

Αφού έδιωξαν τους Μουσουλμάνους από την Άκρα, ο διάδοχος του Φρειδερίκου Α', Λεοπόλδος Ε΄ της Αυστρίας και ο Φίλιππος Β' άφησαν τους Αγίους Τόπους τον Αύγουστο του 1191. Ο Σαλαντίν δεν κατάφερε να νικήσει τον Ριχάρδο Α' σε καμία ένοπλη σύγκρουση και ο Ριχάρδος Α' διασφάλισε ακόμα περισσότερες σημαντικές παραλιακές πόλεις. Παρόλα αυτά στις 2 Σεπτεμβρίου 1192, ο Ριχάρδος Α' οριστικοποίησε μια συνθήκη με τον Σαλαντίν κατά την οποία η Ιερουσαλήμ θα παρέμενε κάτω από μουσουλμανικό έλεγχο, αλλά θα επιτρέπονταν σε άοπλους Χριστιανούς προσκυνητές και σε εμπόρους να επισκέπτονται την πόλη. Ο Ριχάρδος Α' αποχώρησε από τους Αγίους Τόπους στις 9 Οκτωβρίου. Οι επιτυχίες της Γ΄ Σταυροφορίας θα επέτρεπαν στους Σταυροφόρους να διατηρήσουν ένα σημαντικό βασίλειο με βάση την Κύπρο και τη συριακή ακτή. Η αποτυχία όμως της ανακατάληψης της Ιερουσαλήμ θα οδηγούσε στο κάλεσμα για την Δ΄ Σταυροφορία έξι χρόνια αργότερα.

1. Η κατάσταση στην Ανατολή πριν το 1187
Τα χρόνια πριν το 1187 υπήρξε αύξηση της ισχύος ενός μουσουλμάνου ηγέτη, του Σαλαντίν, που κατάφερε μέχρι το 1186 να ενώσει όλους τους μουσουλμάνους, από την Αίγυπτο μέχρι την Μεσοποταμία, και να αναδειχθεί στον πιο επικίνδυνο ηγέτη που είχαν να αντιμετωπίσουν οι σταυροφόροι μέχρι τότε. Αντίθετα με την πρωτοφανή σύμπνοια και ενότητα που είχαν οι μουσουλμάνοι, το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ σπαρασσόταν από εσωτερικές αντιπαλότητες. Ο Βαλδουίνος Δ΄ πέθανε το 1185. Μην έχοντας εμπιστοσύνη στον επ' αδελφή γαμπρό του, Γκυ των Λουζινιάν, μετά την άρνησή του να τον βοηθήσει σε μία επίθεση κατά των μουσουλμάνων, είχε ορίσει διάδοχό του τον πεντάχρονο ανιψιό του, τον Βαλδουίνο Ε΄ το 1183. Ο Βαλδουίνος Ε΄ ανέβηκε στο θρόνο, αλλά επειδή ήταν ανήλικος ο θείος του πριν πεθάνει όρισε αντιβασιλέα, το Ραϋμόνδο της Τρίπολης. Το 1186, όμως, ο Βαλδουίνος Ε΄ πέθανε. Ο Ραϋμόνδος προσπάθησε να σταματήσει την άνοδο στο θρόνο της μητέρας του Βαλδουίνου, Σιβύλλας, και του συζύγου της, Γκι ντε Λουζινιάν. Σ' αυτό συμφωνούσαν οι περισσότεροι φεουδάρχες και αξιωματούχοι του βασιλείου. Ο υποψήφιος που πρότεινε για το θρόνο της Ιερουσαλήμ ήταν ο σύζυγος της Ισαβέλλας, αδερφής της Σιβύλλας και του Βαλδουίνου Δ΄, ο Ονφρουά ντε Τορόν. Η προσπάθεια του Ραϋμόνδου, όμως, δεν απέδωσε. Ο Ονφρουά δήλωσε πίστη στον Γκυ, και αυτό ανάγκασε τους περισσότερους φεουδάρχες να δεχθούν ως βασιλιά τους τον Γκυ. Ο Ραϋμόνδος αποσύρθηκε στην Τρίπολη.

Την ίδια περίοδο ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Γκυ, ο Ραϋνάλδος του Σατιγιόν, κύριος του Κεράκ και παλαιότερα πρίγκηπας της Αντιόχειας, άρχισε να επιτίθεται στα καραβάνια των προσκυνητών που περνούσαν από το Κεράκ προς την Μέκκα και να τα λεηλατεί. Ο Σαλαντίν διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε από τον Γκυ να σταματήσει τις επιθέσεις του Ραϋνάλδου και να ελευθερώσει τους αιχμάλωτους προσκυνητές. Ο Γκυ συμφώνησε και διέταξε την απελευθέρωση των αιχμαλώτων, αλλά ο Ραϋνάλδος αρνήθηκε να υπακούσει. Έτσι ξεκίνησε νέα σύγκρουση μεταξύ του Σαλαντίν και των σταυροφόρων.

2. Μάχη του Χαττίν
Στις αρχές του 1187, ο στρατός του Σαλαντίν στρατοπέδευσε στην Τιβεριάδα. Ο Ραϋμόνδος μπροστά στον κίνδυνο μιας νέας μουσουλμανικής επίθεσης συμφιλιώθηκε με τον Γκυ και τον αναγνώρισε ως βασιλιά. Τότε ο Γκυ αποφάσισε να συγκεντρώσει όλο το σταυροφορικό στρατό και να εκστρατεύσει εναντίον του Σαλαντίν. Ο Ραϋμόνδος προσπάθησε να τον αποτρέψει με το επιχείρημα ότι ο Σαλαντίν αυτό ακριβώς ήθελε να κάνουν οι σταυροφόροι. Τον συμβούλεψε να συγκρατηθεί και να διατάξει το στρατό να κρατήσει τις θέσεις του στα κάστρα. Έτσι ο Σαλαντίν θα αναγκαζόταν να υποχωρήσει γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο να συντηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα το στρατό του σε εχθρικό έδαφος. Ο Ραϋμόνδος κατηγορήθηκε για αυτές του τις συμβουλές για δειλία, και αναγκάστηκε να δεχθεί το σχέδιο του Γκυ.

Το σύνολο του σταυροφορικού στρατού με όλους τους σημαντικούς αρχηγούς του και τον Τίμιο Σταυρό προέλασε στην Τιβεριάδα εκτός των σταυροφορικών ταγμάτων οι οποίοι πήγαν στην Αντιόχεια και από κει στις χώρες τους διότι κατάλαβαν πως θα έχαναν. Όμως, στις 3 Ιουλίου του 1187, εγκλωβίστηκε από το στρατό του Σαλαντίν σε μία άνυδρη πεδιάδα. Την επόμενη ημέρα, οι μουσουλμάνοι άναψαν φωτιές γύρω από τις θέσεις των σταυροφόρων και προστατευμένοι από τον καπνό τους έριχναν συνεχώς βέλη. Όλες οι προσπάθειες του σταυροφορικού στρατού να σπάσει τον κλοιό των μουσουλμάνων απέτυχαν και στο τέλος της ημέρας παραδόθηκαν όλοι, εξαντλημένοι από τη δίψα. Ελάχιστοι γλύτωσαν από αυτήν την καταστροφή. Ο Σαλαντίν χάρισε στον Γκυ τη ζωή του, αλλά όχι και στον Ραϋνάλδο τον οποίο σκότωσε ο ίδιος. Ο Σαλαντίν, μετά από αυτή τη σημαντική του επιτυχία, κατέλαβε τα περισσότερα κάστρα και όλες σχεδόν τις πόλεις που κατείχαν οι σταυροφόροι, εκτός από την Τύρο, την Τρίπολη και την Αντιόχεια. Μπήκε θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ στις 2 Οκτωβρίου, που παραδόθηκε μετά από σύντομη πολιορκία. 88 χρόνια μετά την κατάληψη της πόλης, στη διάρκεια της Α΄ Σταυροφορίας, από χριστιανούς έπεσε ξανά στα χέρια των μουσουλμάνων. Ο Σαλαντίν είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος.

3. Κήρυξη μίας νέας Σταυροφορίας
Τα νέα της πτώσης της Ιερουσαλήμ συντάραξαν την Ευρώπη. Όπως λέγεται, ο Πάπας Ουρβανός Γ΄ πέθανε συγκλονισμένος από την είδηση αυτή. Ο νέος Πάπας, Γρηγόριος Η΄, εξέδωσε παπικό διάταγμα (βούλα) για μια νέα σταυροφορία και κάλεσε τους χριστιανούς σε νηστεία και μετάνοια. Ιταλοί υπό τον μαρκήσιο του Μομφερρά, Κορράδο, έσπευσαν να βοηθήσουν τους χριστιανούς της Παλαιστίνης, ενώ ο πάπας Γρηγόριος έστειλε τον καρδινάλιο-λεγάτο Ερρίκο του Αλμπάνο στη Γαλλία και στη Γερμανία. Ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσας, που ήταν και βετεράνος της Β΄ Σταυροφορίας, απάντησε θετικά στο κάλεσμα του πάπα και πήρε τον σταυρό το Μάρτιο του 1188.

Στο μεταξύ, το φθινόπωρο του 1187 ο Γουλιέλμος Β΄ της Σικελίας έστειλε στόλο αποτελούμενο από 60 πλοία μαζί με 200 ιππότες, υπό τη διοίκηση του ναυάρχου του Μαργαριτώνη, να περιπολεί τα παράλια της Παλαιστίνης συστηματικά για να μην επιτρέψει στον Σαλλαδίνο να κατακτήσει κανένα από τα λιμάνια που είχαν τόσο ζωτική σημασία για το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Ο Μαργαριτώνης υποχρέωσε το 1188 τον Σαλλαδίνο να λύσει την πολιορκία του κάστρου Κρακ των Ιπποτών, των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, κοντά στην Τρίπολη της Συρίας. Τον επόμενο χρόνο έλυσε πολιορκίες στο κάστρο του Μαργκάτ, στη Λαττάκια (Λαοδίκεια) και στην Τύρο.

Παράλληλα, ο αρχιεπίσκοπος της Τύρου, Γιόσκιους (Ιωσίας), πήγε στην Ευρώπη να ζητήσει βοήθεια. Στις 22 Ιανουαρίου του 1189 στη Νορμανδία, κήρυξε τη σταυροφορία μπροστά στο βασιλιά της Αγγλίας, Ερρίκο Β΄, το Γάλλο βασιλιά, Φίλιππο Αύγουστο, και άλλους ισχυρούς φεουδάρχες, από την Αλσατία, τις Κάτω Χώρες, και αλλού. Ο Άγγλος βασιλιάς άρχισε αμέσως τις προετοιμασίες για τη σταυροφορία, και μάλιστα επέβαλλε στους υπηκόους του έναν καινούργιο φόρο, τηδεκάτη του Σαλαδίνου, αλλά πέθανε πολύ σύντομα. Στο θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του, Ριχάρδος Α΄, που συνέχισε τις προετοιμασίες.

4. Η πορεία του Φρειδερίκου
Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσας ξεκίνησε το Μάιο του 1189 επικεφαλής ισχυρού στρατεύματος και με τεύτονες έχοντας προηγουμένως κάνει συμφωνία με το βασιλιά Μπέλα Γ΄ της Ουγγαρίας και τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ισαάκιο Β΄. Ο Φρειδερίκος διέσχισε ειρηνικά την Ουγγαρία. Τα γερμανικά στρατεύματα πέρασαν στην Μικρά Ασία από την Καλλίπολη, με τη βοήθεια του βυζαντινού στόλου. Οι Γερμανοί συνέχισαν την πορεία τους με κάποιες μικροσυμπλοκές με τους Βυζαντινούς, μέχρι που εισήλθαν στην τουρκική επικράτεια. Ο Φρειδερίκος νίκησε τους Σελτζούκους (Βλ. Δυναστείες Σελτζούκων ΕΔΩ) του Ικονίου σε τρεις μάχες, στο Φιλομήλιο, στο Γιγκλάριο και στο Ικόνιο. Στις αρχές Ιουνίου οι Γερμανοί στρατοπέδευσαν στην όχθη του ποταμού Καλύκαδνου. Στις 10 Ιουνίου ο Φρειδερίκος πνίγηκε στο ποτάμι προσπαθώντας να το διαβεί έφιππος. Την ηγεσία του στρατεύματος ανέλαβε ο γιος του Φρειδερίκος της Σουηβίας και οι σταυροφόροι κατάφεραν να φτάσουν στην Αντιόχεια. Μετά πήγαν στην Άκρα όπου συνάντησαν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους και ενίσχυσαν την πολιορκία.

5. Η πορεία του Ριχάρδου και του Φιλίππου
Οι δύο άλλοι Ευρωπαίοι βασιλείς που επρόκειτο να συμμετάσχουν στη σταυροφορία, ο Ριχάρδος Α΄ και ο Φίλιππος Β΄ ήταν δύο ολότελα διαφορετικοί χαρακτήρες. Είχαν καταφέρει, όμως, να συμβιβάσουν τις αγγλογαλλικές διαφορές και ξεκίνησαν από τη νότια Γαλλία ως φίλοι. Στη συνέχεια ακολούθησαν διαφορετικές πορείες, ο Ριχάρδος συναντήθηκε με τον στόλο του στην Μασσαλία και ο Φίλιππος με τον στρατό του κατευθύνθηκε στη Γένοβα, και βρέθηκαν πάλι στην Μεσσήνη της Σικελίαςτο Σεπτέμβριο του 1190. Ο προηγούμενος βασιλιάς της Σικελίας, Γουλιέλμος Β΄, που είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο, ήταν σύζυγος της αδελφής του Ριχάρδου, Ιωάννας. Όταν έφτασε ο Ριχάρδος και ο Φίλιππος στη Σικελία άφησαν τα μισά στρατεύματα να επιστρέψουν στις χώρες τους ανάμεσά τους και τα σταυροφορικά τάγματα αφού είχαν 100.000 στρατιώτες ο καθένας.

Τελικά, τον Μάρτιο του 1191, ο Τανκρέδος, ο Ριχάρδος και ο Φίλιππος ήρθαν σε συμφωνία με την οποία οι αξιώσεις του Ριχάρδου σχετικά με την Ιωάννα ικανοποιούνταν, ο Ριχάρδος και ο Φίλιππος αναγνώριζαν ως βασιλιά της Σικελίας τον Τανκρέδο (αν και η νόμιμη διάδοχος ήταν η θεία του Γουλιέλμου, Κωνσταντία) και τέλος, ο Ριχάρδος αναγνώριζε ως νόμιμο διάδοχό του τον ανιψιό του, Αρθούρο της Βρετάνης, ο οποίος μόλις ενηλικιωνόταν θα παντρευόταν με μία κόρη του Τανκρέδου. O Ριχάρδος και ο Φίλιππος είχαν ιππότες από όλη την Ευρώπη αλλά και από τα σταυροφορικά τάγματα που επίσης προέρχονταν από όλη την Ευρώπη.

Οι δύο στρατοί αφού τακτοποιήθηκαν οι εκκρεμότητες στη Σικελία, αναχώρησαν από εκεί για την Παλαιστίνη,στις 30 Μαρτίου ο Γαλλικός, και στις 10 Απριλίου ο Αγγλικός.

Ο στόλος του Ριχάρδου μετά από μία καταιγίδα προσορμίστηκε στην Κύπρο. Είχαν χάσει μερικά καράβια από την καταιγίδα και σε ένα από αυτά βρίσκονταν η Ιωάννα, η Βερεγγάρια (μέλλουσα σύζυγος του Ριχάρδου) και ένα μεγάλο τμήμα των χρημάτων που είχαν συγκεντρωθεί για τη σταυροφορία. Λίγες ημέρες αργότερα ανακάλυψαν ότι οι επιβάτες (και μαζί τους τα χρήματα) είχαν αιχμαλωτιστεί από τον ηγεμόνα της Κύπρου, τον Ισαάκιο Κομνηνό, τον άνθρωπο που απόσχισε την Κύπρο από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (Βλ. Βυζάντιο ΜΕΡΟΣ Α΄ και Β΄ ΕΔΩ). Ο Ριχάρδος τότε κυρίεψε την Κύπρο, απελευθέρωσε τους δικούς του, αιχμαλώτισε τον Ισαάκιο Κομνηνό και πούλησε αμέσως το νησί στους Ναΐτες Ιππότες. Πριν φύγει από την Κύπρο, ο Ριχάρδος τέλεσε τους γάμους του με την Βερεγγάρια.

Ο Φίλιππος έφτασε στην Άκρα στις 20 Μαΐου 1191 για να ενισχύσει τους σταυροφόρους που ήδη πολιορκούσαν την πόλη. Ο Ριχάρδος έφτασε στην Άκρα στις 8 Ιουνίου 1191.

6. Πολιορκία της Άκρας
Η Άκρα ήταν ένα σπουδαίο λιμάνι και πολύ πλούσιο κέντρο του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, που είχε πέσει αμαχητί στα χέρια του Σαλαντίν το Σεπτέμβριο του 1187.

Τον Απρίλιο του 1189 ο Σαλαντίν απελευθέρωσε τον Γκυ ντε Λουζινιάν, του οποίου η χρησιμότητα είχε εκμηδενιστεί. Αφού απελευθερώθηκε, ο Γκυ προσπάθησε να εγκαταστήσει την έδρα του στην Τύρο. Ο Κορράδος του Μομφερρά, ο οποίος είχε ηγηθεί της επιτυχημένης άμυνας στην πολιορκία από τον Σαλαντίν, αρνήθηκε να του την παραδώσει με τη δικαιολογία ότι μαζί με την Ιερουσαλήμ ο Γκυ είχε χάσει και το βασιλικό αξίωμά. Μετά την αποτυχία του στην Τύρο, ο Γκυ αποφάσισε να επιτεθεί στην Άκρα. Η αιφνιδιαστική επίθεση του Γκυ απέτυχε και αποφάσισε να πολιορκήσει την Άκρα. Η είδηση της πολιορκίας της Άκρας εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα σε όλη την Ευρώπη και πολλοί ξακουστοί και ισχυροί φεουδάρχες έσπευδαν να λάβουν μέρος σε αυτή. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Σαλαντίν έσπευσε στην Άκρα για να βοηθήσει την πολιορκούμενη φρουρά της. Στρατοπέδευσε στα περίχωρα της Άκρας προσπαθώντας να περνά τρόφιμα και εφόδια μέσα στην πόλη ενώ εμπόδιζε τον δια ξηράς ανεφοδιασμό των πολιορκητών από την Τύρο. Οι σταυροφόροι προσπάθησαν να τον απωθήσουν αλλά απέτυχαν.

Εν τω μεταξύ, ενισχύσεις κατέφθαναν συνεχώς από την Ευρώπη. Στο στρατόπεδο των σταυροφόρων άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα σίτισης και πολλές αρρώστιες εκδηλώθηκαν ανάμεσα στους πολιορκητές. Από ασθένεια πέθανε η σύζυγος του Γκυ, βασίλισσα Σιβύλλα, γεγονός που πυροδότησε νέες δυναστικές έριδες. Ο Κορράδος του Μονφερρά νυμφεύθηκε την αδερφή της, Ισαβέλλα, για να αποκτήσει δικαιώματα στον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Από ασθένεια πέθαναν τον χειμώνα του 1190-1191 ο Λατίνος πατριάρχης της Ιερουσαλήμ, Ηράκλειος, ο Φρειδερίκος της Σουηβίας, ο θάνατος του οποίου άφησε προσωρινά τα γερμανικά στρατεύματα χωρίς ηγεσία, και πολλοί άλλοι διοικητές και απλοί στρατιώτες. Τον Απρίλιο του 1191 έφτασε στην Άκρα ο δούκας Λεοπόλδος της Αυστρίας και ανέλαβε την ηγεσία του γερμανικού στρατεύματος. Ο Ερρίκος της Καμπανίας μόλις που γλύτωσε.

Στις 20 Μαΐου έφτασε στο στρατόπεδο των πολιορκητών ο βασιλιάς Φίλιππος με το κύριο σώμα των 50.000 Γάλλων σταυροφόρων και στις 8 Ιουνίου του 1191 ο Ριχάρδος με τους με άλλους 50.000 Άγγλους σταυροφόρους. Οι δυσκολίες συνεχίστηκαν, αλλά όλα έδειχναν ότι το τέλος της πολιορκίας πλησίαζε. Η φρουρά της αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδώσει την Άκρα στις 12 Ιουλίου του 1191. Έτσι, τελείωσε η επική πολιορκία. Η νίκη, όμως, κηλιδώθηκε από τη σφαγή 2.700 αιχμαλώτων τον Αύγουστο από τον Ριχάρδο.

Ο βασιλιάς Φίλιππος μετά το τέλος της πολιορκίας αποφάσισε να επιστρέψει στη Γαλλία. Αλλά και ο δούκας Λεοπόλδος γύρισε πίσω στην Αυστρία προσβεβλημένος από τον Ριχάρδο. Έτσι ο Ριχάρδος έμεινε ο μοναδικός ανώτατος διοικητής των σταυροφορικών δυνάμεων.

7. Μάχη του Αρσούφ
Μετά την πολιορκία της Άκρας οι σταυροφόροι αποφάσισαν να προχωρήσουν νότια και να καταλάβουν τη Γιάφα, από όπου θα μπορούσαν να συνεχίσουν προς το εσωτερικό της Παλαιστίνης και την Ιερουσαλήμ. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Σαλαντίν επιτέθηκε στο στρατό των σταυροφόρων στο Αρσούφ, λίγο πιο βόρεια από τη Γιάφα. Οι σταυροφόροι κράτησαν τις θέσεις τους και προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στο στρατό του Σαλαντίν που αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Η μάχη έληξε με νίκη των σταυροφόρων δίνοντας τους μεγάλη περηφάνια αφού ήταν η πρώτη φορά που νικούσαν τους Σαρακηνούς σε μάχη μετά το Χαττίν. Ο δρόμος για τη Γιάφα ήταν ανοικτός.

8. Διαπραγματεύσεις και συνέχεια των εχθροπραξιών
Ο Ριχάρδος όταν έφτασε στην Γιάφα προσπάθησε να διαπραγματευθεί με τον Σαλαντίν. Οι διαπραγματεύσεις ήταν μία ευκαιρία ανασυγκρότησης και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Οι σταυροφόροι θα ξεκουράζονταν για λίγο καιρό και οι μουσουλμάνοι θα αναπλήρωναν τις απώλειές τους. Η πρότασή του ήταν να παντρευτεί ο αδελφός του Σαλαντίν, Ελ Αντίλ, την αδελφή του Ριχάρδου, Ιωάννα, και να κυβερνήσουν τις περιοχές του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ που κατείχαν και οι σταυροφόροι και οι μουσουλμάνοι.Η Ιερουσαλήμ θα ήταν ανοικτή τόσο στους μουσουλμάνους όσο και στους χριστιανούς προσκυνητές. Η άρνηση της Ιωάννας για αυτόν τον γάμο έθεσε τέλος στις διαπραγματεύσεις. Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, και ενώ είχε φτάσει ο Νοέμβριος του 1191, ο Ριχάρδος αποφάσισε να προχωρήσει στο εσωτερικό για να επιτεθεί στην Ιερουσαλήμ. Φτάνοντας κοντά στην Ιερουσαλήμ άλλαξε γνώμη καθώς θα ήταν ασύνετο να πολιορκήσει την πόλη στη διάρκεια του χειμώνα που θα έπληττε κυρίως τους σταυροφόρους αφού θα ήταν αναγκασμένοι να μείνουν στην ύπαιθρο γύρω από την πόλη για όσο διαρκούσε η πολιορκία. Αποφάσισε την επιστροφή στα παράλια και δουλεύοντας μαζί με το στρατό του έκτισαν ξανά το κάστρο της Ασκαλώνας. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στο πρώτο μισό του 1192.

Παράλληλα, τους σταυροφόρους απασχολούσε η διαμάχη του Γκυ με τον Κορράδο για τον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Ο Ριχάρδος κατάλαβε ότι κανένας αξιωματούχος του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ δεν ήθελε να έχει ξανά για βασιλιά του τον Γκυ και απέσυρε την υποστήριξή του από αυτόν. Τον Απρίλιο του 1192 οι Ναΐτες Ιππότες επέστρεψαν την Κύπρο στον Ριχάρδο επειδή ο τοπικός πληθυσμός είχε εξεγερθεί εναντίον της σκληρής διακυβέρνησής τους και της βαριάς φορολογίας που είχαν επιβάλει. Λίγο αργότερα ο Ριχάρδος πούλησε την Κύπρο στον έκπτωτο Γάλλο βασιλιά της Ιερουσαλήμ Γκι ντε Λουζινιάν, ως αντάλλαγμα για την παραίτησή του από τα δικαιώματά του στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ.

Στις 28 Απριλίου του 1192, λίγες ημέρες μετά την αναγνώρισή του ως βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, ο Κορράδος δολοφονήθηκε από δύο Χασασσίνους. Οι Χασσασίνοι είχαν διαφορές μαζί του. Ο Κορράδος λίγο καιρό νωρίτερα είχε αρπάξει εμπόρευμα που ανήκε στους Ασσασίνους και αρνιόταν να το επιστρέψει. Αρκετοί σταυροφόροι κατηγόρησαν τον Ριχάρδο ότι βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία. Τίποτα, όμως, δεν αποδείχθηκε. Λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία η Ισαβέλλα παντρεύτηκε τον Ερρίκο της Καμπανίας για να μη μείνουν οι σταυροφόροι της περιοχής ξανά χωρίς βασιλιά.

Τον Ιούνιο του 1192 ο Ριχάρδος προχώρησε ξανά προς την Ιερουσαλήμ. Στρατοπέδευσε στην Χεβρώνα, όπου ήταν αρκετά κοντά ώστε να μπορεί να δει την Ιερουσαλήμ. Ο Σαλαντίν όλον αυτόν τον καιρό είχε ενισχύσει τα τείχη της Ιερουσαλήμ και είχε επιχωματώσει τα πηγάδια και είχε καταστρέψει τις πηγές γύρω από την πόλη ώστε οι σταυροφόροι να μην μπορούν να βρουν πόσιμο νερό. Ο Σαλαντίν βρισκόταν με ένα μέρος του στρατού μέσα στην πόλη και ο υπόλοιπος στρατός του ήταν στα βουνά της γύρω περιοχής.

Οι σταυροφόροι αντιμετώπιζαν ένα σοβαρό δίλημμα, την υποχώρηση και την ντροπή ή την επίθεση και την καταστροφή. Το μόνο που είχε να κάνει ο Σαλαντίν ήταν να περιμένει. Τελικά ο Ριχάρδος, αντιλαμβανόμενος ότι ακόμη κι αν κατάφερνε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ δεν θα κατάφερνε να την κρατήσει, διέταξε υποχώρηση. Ένα σχέδιο να κατευθυνθεί στην Αίγυπτο και να καταλάβει το Κάιρο απέτυχε. Στην οπισθοχώρηση η πειθαρχία χαλάρωσε υπερβολικά, πολλοί σταυροφόροι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε επίθεση στην Αίγυπτο και έτσι ο στρατός επέστρεψε στην Άκρα.

9. Μάχη της Γιάφας
Σχεδόν ταυτόχρονα με την υποχώρηση των σταυροφόρων ο Σαλαντίν βγήκε από την Ιερουσαλήμ και επιτέθηκε στη Γιάφα. Η πόλη κατελήφθη γρήγορα από τους Σαρακηνούς και η φρουρά της κλείστηκε στο κάστρο της πόλης.Τα νέα έφτασαν στην Άκρα και όταν τα έμαθε ο Ριχάρδος επέλεξε κάποιους από τους άνδρες του και επιβιβάστηκαν σε 7 πλοία με κατεύθυνση τη Γιάφα. Ο υπόλοιπος στρατός θα έφτανε από την ξηρά.
Ριχάρδος και Σαλαντίν (από μεσαιωνικό χειρόγραφο).
Φτάνοντας στη Γιάφα ο Ριχάρδος με τους άντρες του αποβιβάστηκαν και κατάφεραν μέχρι να πέσει η νύχτα να διώξουν τους μουσουλμάνους από την πόλη. Το πρωί έφτασε ο υπόλοιπος σταυροφορικός στρατός. Ο Σαλαντίν διέταξε ξανά επίθεση και η μάχη έξω από τη Γιάφα διήρκεσε αρκετές ώρες μέχρι να διατάξει τους άντρες του να υποχωρήσουν. Η μάχη τελείωσε με νίκη των σταυροφόρων. Είχαν διατηρήσει τις θέσεις τους και είχαν σιγουρέψει την κυριαρχία τους στη Γιάφα. Για αυτούς τους λόγους το ηθικό και η αυτοπεποίθησή τους ήταν αρκετά μεγάλα ενώ των Σαρακηνών και του Σαλαντίν είχαν πέσει πάρα πολύ καθώς συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν αρκετά ισχυροί ώστε να εκδιώξουν μια και καλή τους σταυροφόρους από την Παλαιστίνη. Η μάχη έδειξε και στους δύο αντιπάλους ότι ήταν ισοδύναμοι. Οι σταυροφόροι κατείχαν σταθερά τα παράλια και οι Σαρακηνοί το εσωτερικό, αλλά κανένας δεν ήταν τόσο ισχυρός ώστε να κυριαρχήσει και στα παράλια και στην ενδοχώρα.

10. Συμφωνία ειρήνης
Ο Ριχάρδος αποφάσισε ότι ήταν ώρα να επιστρέψει στις κτήσεις του. Αλλά και ο Σαλαντίν είχε πολεμήσει για πολλά χρόνια και χρειαζόταν την ειρήνη για να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του και να αναπληρώσει τις απώλειές του.Έτσι, έκαναν συμφωνία στις 2 Σεπτεμβρίου του 1192 με τους εξής όρους:
  • Οι δύο αντιμαχόμενοι συμφωνούσαν σε ανακωχή που θα διαρκούσε για τρία χρόνια.
  • Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ θα εκτεινόταν στην παράλια ζώνη από την Τύρο μέχρι και τη Γιάφα.
  • Οι οχυρώσεις της Ασκαλώνας θα γκρεμίζονταν και η πόλη θα επέστρεφε ανοχύρωτη στην κυριαρχία του Σαλαντίν.
  • Οι χριστιανοί προσκυνητές και επισκέπτες θα μπορούσαν ανεμπόδιστα και με ασφάλεια να πηγαίνουν στην Ιερουσαλήμ.
Ο Ριχάρδος με τον όρο της τρίχρονης ανακωχής προσπαθούσε να μην χάσει σε γοήτρο, αφού αν ήταν διαφορετικά διατυπωμένος, ως όρος για ειρήνη, θα αποδεχόταν ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ. Θεωρητικά τρία χρόνια ήταν αρκετά για να γυρίσει στις κτήσεις του, να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του και να επιστρέψει στην Παλαιστίνη με ακόμη μεγαλύτερο στρατό.

11. Τα μετέπειτα γεγονότα
Ο Σαλαντίν πέθανε το 1193 στη Δαμασκό της Συρίας. Όταν άνοιξαν το θησαυροφυλάκιό του διαπίστωσαν ότι μέσα δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα για την κηδεία του. Είχε μοιράσει όλη του την περιουσία στους φτωχούς υπηκόους του. Μετά το θανατό του ξέσπασε διαμάχη, αρχικά μεταξύ των γιων του και αργότερα και του αδερφού του, Ελ Αντίλ, που αναδείχθηκε ο τελικός κυρίαρχος σε όλη την επικράτεια του Σαλαντίν το 1200.

Ο Γκυ πέθανε στην Κύπρο το 1194. Την Κύπρο κληρονόμησε ο αδελφός του Γκι, ο Αμορί (ή Αμάλριχος). Το 1197 η Κύπρος αναγνωρίστηκε ως Βασίλειο.

Ο Ερρίκος της Καμπανίας πέθανε το 1197 πέφτοντας από το μπαλκόνι του παλατιού του στην Άκρα, στη διάρκεια μίας παρέλασης. Η Ισαβέλλα παντρεύτηκε σε τέταρτο γάμο τον Αμάλριχο της Κύπρου το 1198.

Ο Ριχάρδος δεν επέστρεψε ποτέ στην Παλαιστίνη. Έφυγε από τους Αγίους Τόπους και προσπάθησε να φτάσει στην Αγγλία μέσω Γερμανίας μεταμφιεσμένος σε προσκυνητή. Κοντά στη Βιέννη αιχμαλωτίστηκε από τον Λεοπόλδο της Αυστρίας, που δεν είχε ξεχάσει την προσβολή του από τον Ριχάρδο στην Άκρα. Στη συνέχεια παραδόθηκε στον Γερμανό αυτοκράτορα και γιο του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα, Ερρίκο ΣΤ΄. Η συμφωνία που είχε κάνει ο Ριχάρδος με τον Τανκρέδο της Σικελίας το 1191 αγνοούσε τα δικαιώματα της Κωνσταντίας,συζύγου του Ερρίκου, στον σικελικό θρόνο. Μία άλλη κατηγορία που προσάφθηκε στον Ριχάρδο ήταν η δολοφονία του Κορράδου του Μονφερρά. Ο Ριχάρδος απελευθερώθηκε το 1194 αφού συμφώνησε να πληρώσει ως λύτρα 150.000 ασημένια μάρκα. Τα επόμενα χρόνια συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του, Ιωάννη τον Ακτήμονα, που αναγνώρισε τη βασιλική εξουσία του Ριχάρδου, και προσπάθησε να διατηρήσει τις κτήσεις του στη Γαλλία απέναντι στις βλέψεις του Φιλίππου. Το 1199 τραυματίστηκε στον ώμο από βέλος κατά την πολιορκία του Σαλύ, στη Γαλλία. Πέθανε από γάγγραινα λίγο αργότερα. Μετά το θάνατό του βασιλιάς της Αγγλίας και κληρονόμος των Γαλλικών κτήσεών του έγινε ο αδελφός του, Ιωάννης. Όμως, απέτυχε να υπερασπίσει την επικράτειά του ενάντια στον Φίλιππο που κατάφερε τελικά να κυριαρχήσει σε όλη τη βόρεια Γαλλία.

Η αποτυχία της Τρίτης Σταυροφορίας να καταλάβει την Ιερουσαλήμ οδήγησε στη διεξαγωγή της Δ΄ Σταυροφορίας, λίγα χρόνια αργότερα.

Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ επέζησε μέχρι το 1291, όταν η Άκρα καταλήφθηκε από τους Μαμελούκους.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org