Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Βιβάλντι, Ιταλός συνθέτης, δεξιοτέχνης βιολιστής και ιερέας της εποχής του Μπαρόκ (3 VIDEO)

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1741.
Θεωρείται από τους σημαντικότερους συνθέτες της εποχής του και ο δημοφιλέστερος του κλασσικού μπαρόκ, καθώς με τη μουσική του επηρέασε πλήθος συνθετών τόσο της γενιάς του, όσο και τους μετέπειτα. Έγραψε πάνω από 500 κονσέρτα, 46 όπερες, ενώ συνέθεσε σε μεγάλη κλίμακα και θρησκευτική χορωδιακή μουσική. Άλλα έργα του αφορούν συμφωνίες, περίπου 90 σονάτες και μουσική δωματίου.
Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι (Antonio Lucio Vivaldi, 4 Μαρτίου 1678 - 28 Ιουλίου 1741), γνωστός και με το προσωνύμιο il Prete Rosso (= ο κοκκινομάλλης παπάς) λόγω του χρώματος των μαλλιών του, ήταν Ιταλός συνθέτης, (μουσουργός), δεξιοτέχνης βιολιστής και ιερέας της εποχής του Μπαρόκ. Θεωρείται από τους σημαντικότερους συνθέτες της εποχής του και ο δημοφιλέστερος του κλασσικού μπαρόκ, καθώς με τη μουσική του επηρέασε πλήθος συνθετών τόσο της γενιάς του, μεταξύ των οποίων, τους Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν, όσο και τους μετέπειτα.

Στα πιο γνωστά έργα του περιλαμβάνονται δεκάδες κοντσέρτα για βιολί - μια ενότητα των οποίων αποτελούν τις περίφημες "Τέσσερις Εποχές"- και άλλα όργανα, πάνω από 40 όπερες και πλήθος άλλων έργων θρησκευτικής μουσικής.

Αρκετά έργα του συνέθεσε για το γυναικείο μουσικό σχήμα του Ospedalle della Pietà, το οποίο ουσιαστικά ήταν ένα ορφανοτροφείο για εγκαταλειμμένα παιδιά και στο οποίο ο Βιβάλντι εργάστηκε στις περιόδους 1703 – 1705 και 1723 – 1740. Οι όπερές του επιπλέον είχαν κάποια επιτυχία σε πόλεις όπως η Βενετία, η Μάντουα και η Βιέννη. Μετά τη συνάντησή του με τον αυτοκράτορα Κάρολο ΣΤ΄ ο Βιβάλντι μετοίκησε στη Βιέννη όπου και έλπιζε στην τοποθέτησή του ως μουσικού εκεί. Ο αυτοκράτορας ωστόσο σύντομα σχετικά μετά την άφιξή του πέθανε και ο συνθέτης απεβίωσε πάμφτωχος άνευ κάποιας σταθερής πηγής εισοδήματος.

Παρόλο που η μουσική του έτυχε ευρείας αποδοχής και αρεσκείας από το κοινό ενώ ο ίδιος ήταν εν ζωή, μετά το θάνατό του η δημοτικότητά της μειώθηκε αρκετά ως την ταχεία αναγέννησή της στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Στις μέρες μας, ο Βιβάλντι συγκαταλέγεται μεταξύ των δημοφιλέστερων και περισσότερο ηχογραφημένων μπαρόκ συνθετών.

Νεανικά χρόνια
Ο Αντόνιο Βιβάλντι γεννήθηκε στη Βενετία στις 4 Μαρτίου του 1678. Μάλιστα λέγεται ότι βαπτίσθηκε ανεπίσημα την ημέρα της γέννησής του εκ φόβου θανάτου του, μετά από ελαφρύ τραυματισμό που υπέστη σε σημειούμενο την ίδια μέρα σεισμό, ενώ η επίσημη (σε ναό) τελετή βάπτισης του Βιβάλντι έλαβε χώρα δύο μήνες αργότερα.
Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στη Μπραγκόρα (Βενετία), όπου βαπτίσθηκε ο Α. Βιβάλντι.
Τα ονόματα των γονέων του συνθέτη, σύμφωνα με τα αρχεία του San Giovanni στη Μπραγκόρα, ήταν Giovanni Battista Vivaldi ο πατέρας και Camilla Calicchio η μητέρα. Είχε πέντε αδέρφια με τα εξής ονόματα: Margarita Gabriela, Cecilia Maria, Bonaventura Tomaso, Zanetta Anna, and Francesco Gaetano. Ο πατέρας του ήταν αρχικά κουρέας ενώ αργότερα ασχολήθηκε επαγγελματικά με το βιολί και ήταν αυτός που δίδαξε στον Αντόνιο το όργανο. Κατόπιν περιόδευσαν στη Βενετία, πατέρας και γιος, δίνοντας παραστάσεις. Σε ηλικία των 24 ετών είχε πολλές γνώσεις στη μουσική και προσλήφθηκε στο ορφανοτροφείο του Ospedalle della Pietà. Ο Τζοβάννι Μπαττίστα (Giovanni Battista, ο πατέρας του) ήταν ένας από τους ιδρυτές του Sovvegno dei musicisti di Santa Cecilia του οποίου πρόεδρος ήταν ο Giovanni Legrenzi, ένας διάσημος συνθέτης του μπαρόκ και maestro di cappella (διευθυντής της χορωδίας) στην Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Εικάζεται λοιπόν (και είναι πολύ πιθανό) ο Legrenzi να δίδαξε τα πρώτα μαθήματα σύνθεσης στον νεαρό Βιβάλντι. Ο Walter Kolneder, ειδικός από το Λουξεμβούργο, διέκρινε στοιχεία – επιρροές από το ύφος του Legrenzi στην πρώιμη δουλειά του συνθέτη Laetatus sum (RV Anh 31, σύνθεση το 1691 σε ηλικία 13 ετών του συνθέτη). Και ο πατέρας του Βιβάλντι πρέπει επίσης να συνέθετε: το 1689 μια όπερα ονόματι La Fedeltà sfortunata αναφέρεται να έχει συντεθεί από τον Τζοβάννι Μπαττίστα Ρόσσο (Giovanni Battista Rosso), όνομα με το οποίο ο πατέρας του συνθέτη φαίνεται πως συμμετείχε στην ίδρυση του Sovvegno dei musicisti di Santa Cecilia: το «Rosso» (κόκκινος) λογικά αναφέρεται στο χρώμα των μαλλιών του, ένα οικογενειακό χαρακτηριστικό.

Η κατάσταση υγείας του Βιβάλντι ήταν από τη γέννησή του κακή. Τα συμπτώματα (strettezza di petto – σφίξιμο στο στήθος) που εμφάνιζε κατευθύνουν προς μια μορφή άσθματος. Αυτό του δημιούργησε προβλήματα στην εκτέλεση σε πνευστά όργανα, αλλά δεν τον εμπόδισε σίγουρα να μάθει να παίζει βιολί όπως και να συνθέτει. Στην ηλικία των 15 ετών –το 1693– ξεκίνησε να μελετά προκειμένου να γίνει ιερέας. Χειροτονήθηκε ιερέας το 1703 σε ηλικία 25 ετών και σύντομα του απέδωσαν το υποκοριστικό «Il Prete Rosso» (ο κόκκινος παπάς) εξαιτίας του χρώματος των μαλλιών του. Σύντομα μετά τη χειροτόνησή του, το 1704, απαλλάχθηκε από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας εξαιτίας της επιδείνωσης της υγείας του. Τέλεσε τη Θεία Λειτουργία ως ιερέας λίγες μόνο φορές, ενώ παρόλο που ανακλήθηκε από τα λειτουργικά του καθήκοντα, παρέμεινε ιερέας.

Στο Ωδείο του Ospedale della Pietà
Τον Σεπτέμβριο του 1703, ο Βιβάλντι διορίστηκε ως δάσκαλος βιολιού (maestro di violino) στο ορφανοτροφείο Pio Ospedalle della Pietà στη Βενετία. Εκτός από φημισμένος συνθέτης, ο Βιβάλντι επιπλέον ήταν και βιρτουόζος του βιολιού: Ο Γερμανός αρχιτέκτονας Johann Friedrich Armand von Uffenbach αναφέρθηκε σε αυτόν ως «[...]ο φημισμένος συνθέτης και βιολιστής[...]» και φέρεται να είπε ότι «Ο Βιβάλντι εκτέλεσε ένα σόλο κομμάτι εξαιρετικά και στο τέλος προσθέτοντας έναν ελεύθερο αυτοσχεδιασμό [μια καντέντσα] με εξέπληξε πλήρως, για αυτό και θεωρώ πολύ απίθανο ότι κάποιος έχει ποτέ παίξει ή πρόκειται ποτέ να παίξει με τέτοιον τρόπο». Ο συνθέτης ξεκίνησε να εργάζεται για το ορφανοτροφείο στην ηλικία των 25 ετών και για τα επόμενα 30 χρόνια συνέθεσε τις κυριότερες δουλειές του εργαζόμενος εκεί. Εκείνη την εποχή στη Βενετία υπήρχαν τέσσερα παρόμοια ιδρύματα, τα οποία χρηματοδοτούσε η πολιτεία, με αποστολή την παροχή ασύλου και εκπαίδευσης σε παιδιά ορφανά, εγκαταλειμμένα ή παιδιά των οποίων οι οικογένειες δεν μπορούσαν να τα υποστηρίξουν. Τα αγόρια μάθαιναν μια τέχνη και στην ηλικία των 15 έπρεπε να φύγουν από το ίδρυμα, ενώ τα κορίτσια διδάσκονταν μουσική με τα πιο προικισμένα να παραμένουν και να αποτελούν μέλη της αναβιωμένης ορχήστρας και χορωδίας του Ospedale.

Μετά την πρόσληψη του Βιβάλντι, τα ορφανά άρχιζαν να κερδίζουν φήμη και εκτίμηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, με τον συνθέτη να γράφει κοντσέρτα, καντάτες και θρησκευτική μουσική για φωνητικά σύνολα. Αυτές οι τελευταίες δουλειές (που αφορούν τη θρησκευτική μουσική) ξεπερνούν τις 60 και ποικίλουν ως προς το είδος τους από σόλο κομμάτια μέχρι μεγάλης κλίμακας χορωδιακά έργα για σολίστ, διπλή χορωδία και ορχήστρα. Το 1704 εκτός από τη θέση του ως δάσκαλος ου βιολιού, ανατέθηκαν στο συνθέτη και τα καθήκοντα ως δασκάλου της viola all’inglese. Ο συνθέτης επίσης κατείχε και τη θέση του δασκάλου της χορωδίας που απαιτούσε πολλές ώρες δουλειάς εκ μέρους του. Συνέθετε ένα ορατόριο σε κάθε γιορτή, ενώ παράλληλα έπρεπε να διδάσκει τους μαθητές τόσο θεωρία της μουσικής όπως επίσης και το πως να παίζουν κάποια όργανα.

Οι σχέσεις του με τις εκάστοτε διοικήσεις του ορφανοτροφείου ήταν συχνά τεταμένες. Προκειμένου να διατηρηθεί κάποιος δάσκαλος στη θέση του, τα μέλη του συμβουλίου κάθε χρόνο έπαιρναν τη σχετικά απόφαση με μυστική ψηφοφορία. Έτσι το 1709 με μία ψήφο επιπλέον εναντίον του (7 κατά και 6 υπέρ) ο Βιβάλντι εκδιώχθηκε και για τον επόμενο χρόνο δούλεψε ως ελεύθερος μουσικός. Το 1711 ωστόσο το συμβούλιο αντιλαμβανόμενο την αξία του ως δασκάλου της μουσικής τον επαναπροσέλαβε. Το 1711 δε, ανελίχθηκε στη θέση του mestro di concerti γεγονός που τον καθιστούσε υπεύθυνο για κάθε είδους μουσική δραστηριότητα του ιδρύματος.

Το 1705 η πρώτη συλλογή (Connor Cassara) των έργων του εκδόθηκε από τον Giuseppe Sala: Το Opus 1 του είναι μια συλλογή –σε συμβατικό ύφος– από 12 σονάτες για δύο βιολιά και συνοδεύον μπάσο (basso continuo – συνήθως συνοδεία κοντραμπάσου και τσέμπαλου). Το 1709 εκδόθηκε η δεύτερη συλλογή του (Opus 2) που αποτελούνταν επίσης από 12 σονάτες για τον ίδιο μουσικό σχηματισμό. Η πραγματική καινοτομία σε ό,τι αφορά το έργο του ως συνθέτη, ήρθε με μια συλλογή 12 κονσέρτων για ένα, δύο ή τέσσερα βιολιά με συνοδεία ορχήστρας εγχόρδων ονόματι L’estro armonico (Opus 3). Το έργο αυτό εκδόθηκε το 1711 στο Άμστερνταμ από τον Estienne Roger, και είναι αφιερωμένο στον Μεγάλο Πρίγκηπα Φερδινάνδο της Τοσκάνης. Ο πρίγκηπας όντας ο ίδιος μουσικός, επιχορήγησε αρκετούς μουσικούς, συμπεριλαμβανομένου του Αλεσσάντρο Σκαρλάττι και του Χέντελ, ενώ είναι πολύ πιθανό να γνώρισε τον Βιβάλντι στη Βενετία. Η επιτυχία του L’estro armonico ήταν πανευρωπαϊκή. Το 1714 ακολούθησε η La stravaganza (Opus 4) που αποτελέι μια συλλογή κονσερτών για σόλο βιολί και ορχήστρα εγχόρδων, αφιερωμένη σε έναν παλιό μαθητή του στο βιολί: τον βενετσιάνο ευγενή Vettor Dolfin.

Τον Φεβρουάριο του 1711, ο συνθέτης με τον πατέρα του ταξίδεψαν στην πόλη Μπρέσια όπου το έργο του Stabat Mater (RV 621) παίχτηκε στο πλαίσιο θρησκευτικών εκδηλώσεων. Το έργο αυτό φαίνεται να έχει συντεθεί βιαστικά: τα μέρη των εγχόρδων είναι απλά, τα μουσικά θέματα των τριών πρώτων κινήσεων επαναλαμβάνονται και στα υπόλοιπα τρία ενώ το λιμπρέτο δεν είναι ολοκληρωμένο. Ωστόσο, το εν λόγω έργο θεωρείται από τα πρώτα αριστουργήματά του.

Παρόλα τα συνεχή του ταξίδια από το 1718 -ένα από τα οποία έκανε μάλιστα για να διευθύνει τη χορωδία του πρίγκηπα του Έσσε-Ντάρμσταντ στη Μάντουα- το ορφανοτροφείο του πλήρωνε δύο sequin (ιστορικό χρυσό νόμισμα της Βενετίας) για να γράφει δύο κονσέρτα το μήνα για την ορχήστρα και να κάνει πρόβες σε αυτή τουλάχιστον πέντε φορές ενώ αυτός ήταν στη Βενετία.

Ιμπρεσσάριος της όπερας
Στη Βενετία τις αρχές του 18ου αιώνα η όπερα ήταν από τους πλέον δημοφιλείς τρόπους διασκέδασης σε ό,τι αφορά τη μουσική (στην πόλη υπήρχαν πολλά θέατρα που συναγωνίζονταν για την προτίμηση του κοινού) γεγονός που αποδείχθηκε αρκετά προσοδοφόρα για το συνθέτη. Ξεκίνησε με την όπερα ως δευτερεύουσα ασχολία: η πρώτη του δουλειά Ottone in Villa (RV 729) δεν πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βενετία αλλά στο θέατρο Garzerie στην Βιτσέντσα το 1723. Το επόμενο έτος έγινε ιμπρεσάριος στοTeatro Sant’Angelo στη Βενετία όπου και παρουσιάστηκε η όπερά του Orlando finto pazzo (RV 727). Καθώς δεν άγγιζε τόσο τις προτιμήσεις του κοινού, μετά από λίγες εβδομάδες τερματίστηκε η παρουσίασή της και αντικαταστάθηκε από μια διαφορετικά δουλειά που είχε παρουσιαστεί το προηγούμενο έτος. 

Το 1715 παρουσίασε την –πλέον χαμένη– όπερά του Nerone fatto Cesare (RV 724) με μουσική από 7 διαφορετικούς συνθέτες εκ των οποίων εξείχε ο Βιβάλντι. Η όπερα περιείχε 11 άριες και σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Αργότερα θέλοντας να συνθέσει μια όπερα μόνος του, έγραψε την Arsilda regina di Ponto (RV 700, Arsilda η βασίλισσα του Πόντου) ή οποία ωστόσο λογοκρίθηκε από τις τοπικές αρχές και απαγορεύτηκε καθώς αναφερόταν στον έρωτα της πρωταγωνίστριας Arsilda με μια άλλη γυναίκα, τη Lisea, η οποία ωστόσο προσποιούνταν ότι είναι άντρας. Το επόμενο έτος ο Βιβάλντι ωστόσο, κατάφερε να άρει την απαγόρευση και η λογοκριμένη όπερα σημείωσε αξιόλογη επιτυχία.

Την ίδια περίοδο το ορφανοτροφείο παρήγγειλε στο συνθέτη αρκετά έργα θρησκευτικού χαρακτήρα. Τα πιο σημαντικά είναι δύο ορατόρια: το (πλέον χαμένο) Moyses Deus Pharaonis (RV 643) και το Juditha triumphans (RV 644) στο οποίο εορτάζεται η νίκη της Επικράτειας της Βενετίας εναντίον των Τούρκων και η ανακατάληψη της Κέρκυρας. Το τελευταίο αυτό έργο συγκαταλέγεται μεταξύ των θρησκευτικών αριστουργημάτων του ενώ και τα 11 φωνητικά μέρη εκτελούνταν από κορίτσια του ορφανοτροφείου τα οποία υποδύονταν και τους αντρικούς ρόλους. Αρκετές άριες περιλαμβάνουν σόλο μέρη για όργανα (όπως φλογέρες, όμποε, κλαρινέτα, βιόλες ντ' αμόρε και μαντολίνα) τα οποία καταδείκνυαν το εύρος του ταλέντου των κοριτσιών.

Επίσης το 1716, ο Βιβάλντι συνέθεσε και παρήγαγε άλλες δύο όπερες: την L’incoronazione di Dario (RV 719, η στέψη του Δαρείου) και την La constanza trionfante degli amori e degli odi (RV 706). Η τελευταία σημείωσε τέτοια επιτυχία ώστε δύο χρόνια να ξαναπαρουσιαστεί διασκευασμένη και με τον τίτλο Artabano re dei Parti(RV 701 – πλέον χαμένη), ενώ 1732 παρουσιάστηκε και στην Πράγα. Τα επόμενα χρόνια, ο Βιβάλντι συνέθεσε αρκετές όπερες που παρουσιάστηκαν σε όλη την Ιταλία.

Το προοδευτικό ύφος του στην όπερα δημιούργησε στον συνθέτη ορισμένα προβλήματα με κάποιους συντηρητικούς μουσικούς όπως ο Μπενεντέττο Μαρτσέλλο (Benedetto Marcello, ειρηνοδίκης και ερασιτέχνης μουσικός) που έγραψε ένα φυλλάδιο κατηγορώντας δημόσια τον συνθέτη και το έργο του. Το εν λόγω φυλλάδιο (με τίτλο Il teatro alla moda) παρόλο που δεν κατονομάζει ρητά τον Βιβάλντι περιέχει έμμεσες αναφορές σε αυτόν: στο εξώφυλλο βρίσκεται ζωγραφιά εικονίζοντας μια βάρκα (ονόματι Sant’ Angelo) στα αριστερά της οποίας υπάρχει ένα αγγελάκι φορώντας ιερατικό καπέλο και παίζοντας βιολί. Η οικογένεια Μαρτσέλλο διεκδικούσε την κυριότητα του θεάτρου Sant’ Angelo (του οποίου ιμπρεσάριος διετέλεσε και ο συνθέτης) και είχε μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες με τη διοίκηση του θεάτρου για την ιδιοκτησία του, δίχως όμως επιτυχία. Η λεζάντα που συνοδεύει τη ζωγραφιά από κάτω επισημαίνει ανύπαρκτα ονόματα προσώπων και τοποθεσιών όπως το ALDIVIVA, που αποτελεί ωστόσο αναγραμματισμό του ονόματος Α. Vivaldi.

Σε μια επιστολή προς τον χορηγό του μαρκήσιο Μπεντιβόλιο (Bentivoglio), ο Βιβάλντι αναφέρεται στις 94 όπερές του. Σήμερα ωστόσο, έχουν αποκαλυφθεί περίπου 50 ενώ απουσιάζουν αναφορές σχετικές με την ύπαρξη των υπολοίπων. Ο συνθέτης ίσως υπερέβαλε, αλλά παρόλ' αυτά είναι αρκετά πιθανό να είχε όντως γράψει 94 όπερες. Παρόλο που συνέθεσε αρκετές όπερες, δεν έφτασε ποτέ στο επίπεδο άλλων μεγάλων συνθετών όπως ο Alessandro Scarlatti, o Leonardo Leo ή ο Baldassare Galuppi, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι δεν ήταν ικανός να «κρατήσει» μια παραγωγή σε κάποιο μεγάλο θέατρο επί μακρόν. 

Οι δημοφιλέστερες όπερές του La constanza trionfante και Farnace γνώρισαν έξι αναβιώσεις έκαστη.



ΚΑΙ η εκπληκτική Farnace Opera σε τρεις πράξεις (πλήρες το έργο)

Στη Μάντουα, οι Τέσσερις εποχές
Το 1717 ή το 1718 προσφέρθηκε στον Βιβάλντι η θέση του Maestro di Capella στην αυλή του κυβερνήτη της Μάντουα πρίγκηπα Φίλιπ (Philip of Hesse–Darmstadt). Έζησε εκεί για για τρία έτη και παρήγαγε αρκετές όπερες μεταξύ των οποίων και η Tito Manlio (RV 738). Το 1721 ήταν στο Μιλάνο όπου και παρουσίασε το ποιμενικό του δράμα La Silvia (RV 734) από το οποίο σήμερα σώζονται 9 άριες. Επισκέφθηκε το Μιλάνο ξανά τον επόμενο χρόνο με το πλέον χαμένο ορατόριο L’adorazione delli tre re magi al bambino Gesù (RV 645). Το 1722 μετοίκησε στη Ρώμη όπου και εισήγαγε το νέο του ύφος στις όπερες, ενώ ο νέος πάπας Βενέδικτο ΙΓ΄ τον προσκάλεσε να δώσει παράσταση ενώπιόν του. Το 1725 επέστρεψε στη Βενετία όπου και συνέθεσε τέσσερις όπερες το ίδιο έτος.


Αυτή την περίοδο ήταν που συνέθεσε και τις "Τέσσερις εποχές", τέσσερα κονσέρτα δηλαδή όπου «σκιαγραφούνται» σκηνές για κάθε μια εποχή. Τρία από τα τέσσερα κονσέρτα αποτελούν πρότυπης σύλληψης ενώ το πρώτο η «Άνοιξη» δανείστηκε πρότυπα από την εισαγωγή της πρώτης πράξης της σύγχρονης όπερας Il Giustino. Έμπνευση για τη σύνθεση των κονσέρτων αποτέλεσε πιθανώς η εξοχή που περιέβαλε τη Μάντουα. Τα εν λόγω κονσέρτα αποτέλεσαν επανάσταση στο τρόπο της μουσικής σύλληψης: σε αυτά ο Βιβάλντι παρουσιάζει ρυάκια, πουλιά που κελαηδούν (διαφορετικών ειδών, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζεται ειδικά), σκύλους που γαβγίζουν, κουνούπια που βουίζουν, ποιμενικούς σκύλους που αλυχτούν, καταιγίδες, πιωμένους χορευτές, ήσυχες νύχτες, γιορτές κυνηγιού (παρουσιαζόμενες τόσο από την πλευρά των κυνηγών όσο και από τη μεριά των θυμάτων), παγωμένα τοπία, παιδιά που κάνουν πατινάζ και ζεστές χειμερινές φωτιές. Ολόκληρο το έργο διέπεται από ποικιλία ρυθμών και τρόπων (κατ' εξοχήν απροσδόκητες μεταβάσεις από το μείζονα στον ελάσσονα τρόπο, αδοκίμαστα διαστήματα τόνων) και θα' λεγε κανείς ότι ο Βιβάλντι μοιάζει σαν να επιχειρεί εικαστική αποτύπωση των διαφόρων σκηνών. Έτσι, τα συγκεκριμένα κονσέρτα του είναι προγραμματικά και περιγραφικά, ίσως τα πρώτα σε τέτοιο βαθμό, στην ιστορία της δυτικής μουσικής. Κάθε κονσέρτο σχετίζεται με ένα σονέτο, πιθανώς από τον Βιβάλντι, το οποίο περιγράφει τις σκηνές που σκιαγραφεί η μουσική. Εκδόθηκαν το 1725 στο Άμστερνταμ από τον Le Cène, ως τα πρώτα τέσσερα σε μια συλλογή με 12 κονσέρτα και με όνομα Il cimento dell’armonia e dell’inventione (Opus 8).

Κατά τη διάρκεια της περιόδου στη Μάντουα, ο συνθέτης συνδέθηκε με μια νέα και πολλά υποσχόμενη τραγουδίστρια ονόματι Άννα Τεσσιέρι Τζίρο (Anna Tessieri Giro) που επρόκειτο να γίνει μαθήτρια, προστατευόμενη και αγαπημένη του πριμαντόνα. Η Άννα μαζί με την μεγαλύτερη ετεροθαλή αδερφή της Παολίνα εντάχθηκαν στην ακολουθία του Βιβάλντι και συστηματικά των συνόδευαν στα ταξίδια του. Υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με τη φύση της σχέσης μεταξύ του συνθέτη και της Άννας, δίχως ωστόσο να υπάρχουν αποδείξεις για τίποτε περισσότερο από καθαρά φιλική και επαγγελματική σχέση. Ο ίδιος επιπλέον, διαψεύδει κατηγορηματικά την ύπαρξη οποιουδήποτε «ρομαντισμού» στη σχέση του με την Άννα σε επιστολή του με ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 1737 προς τον χορηγό του Μπεντιβόλιο.

Ύστερη ζωή και θάνατος
Στην ακμή της καριέρας του, ο Βιβάλντι έλαβε τιμές από Ευρωπαίους ευγενείς και βασιλικούς. Η γαμήλια καντάτα Gloria e Imeneo (RV 687) γράφτηκε για το γάμο τουΛουδοβίκου ΙΕ΄ της Γαλλίας. Το Opus 9 του La Cetra ήταν αφιερωμένο στον αυτοκράτορα Κάρολο τον Στ΄. Το 1728, ο συνθέτης συνάντησε τον αυτοκράτορα σε μια επίσκεψή του στην Τεργέστη όπου πήγε για να δει την κατασκευή ενός νέου λιμανιού. Ο Κάρολος θαύμαζε τόσο τη μουσική του Βιβάλντι ώστε λέγεται ότι κατά τη συνάντησή τους μίλησε μαζί του περισσότερο απ’ όσο είχε μιλήσει με τους υπουργούς του τα τελευταία δύο χρόνια! Ο αυτοκράτορας έδωσε στο συνθέτη τον τίτλο του ιππότη, ένα χρυσό μετάλλιο και μια πρόσκληση να τον επισκεφθεί στη Βιέννη. Ο Βιβάλντι από την άλλη έδωσε στον αυτοκράτορα ένα χειρόγραφο αντίγραφο τηςLa Cetra, ένα σύνολο κονσέρτων εντελώς διαφορετικών από εκείνο που είχε εκδοθεί ως Opus 9. Πιθανώς η έκδοση είχε ακυρωθεί και ο Βιβάλντι αναγκάστηκε να συλλέξει μια «βελτιωμένη» έκδοση για τον αυτοκράτορα.

Ο Βιβάλντι συνοδευόμενος από τον πατέρα του, ταξίδεψε στη Βιέννη και την Πράγα το 1730 όπου και παρουσιάστηκε η όπερά του "Farnace" (RV 711). Κάποιες από τις ύστερες όπερές του δημιουργήθηκαν σε συνεργασία με δύο από τους κυριότερους Ιταλούς λιμπρετίστες της εποχής. Οι όπερες L’Olimpiade και Catone in Utica γράφτηκαν (λιμπρέτο) από τον Πιέτρο Μεταστάζιο (Pietro Metastasio), τον κυριότερο εκπρόσωπο του Αρκαδικού κινήματος και ποιητή της βιενέζικης αυλής. ΗLa Griselda ξαναγράφτηκε από τον νεαρό Κάρλο Γκολντόνι (Carlo Goldoni) με βάση ένα παλιότερο λιμπρέτο του Απόστολο Τσένο (Apostolo Zeno).

Όπως αρκετοί συνθέτες της εποχής, έτσι και ο Βιβάλντι πέρασε τα τελευταία του χρόνια με πολλές οικονομικές δυσκολίες. Οι συνθέσεις του δεν τύγχαναν της ίδιας εκτίμησης όπως κάποτε στη Βενετία˙ τα μεταβαλλόμενα μουσικά γούστα του κοινού γρήγορα κατέστησαν τις συνθέσεις του εκτός εποχής. Ο συνθέτης έτσι αναγκάστηκε να πουλήσει μεγάλο αριθμό των χειρογράφων του σε εξευτελιστικές τιμές προκειμένου να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του στη Βιέννη το 1740. Οι λόγοι για την αναχώρησή του είναι ασαφείς αλλά διαφαίνεται ότι μετά τη συνάντησή του με τον αυτοκράτορα Κάρολο Στ΄, ήλπιζε στην ανάληψη της θέσης του συνθέτη στην αυτοκρατορική αυλή. ταξιδεύοντας προς τη Βιέννη φέρεται να έκανε μια στάση στο Γκρατς προκειμένου να επισκεφθεί την Άννα Τζίρο.

Φαίνεται επίσης ότι ο Βιβάλντι πήγε στη Βιέννη για να παρουσιάσει όπερες αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η κατοικία του βρισκόταν δίπλα στο Kärntnertortheater. Σύντομα μετά την άφιξή του στη Βιέννη, ο αυτοκράτορας πέθανε και για κακή του τύχη, ο συνθέτης έμεινε δίχως βασιλική προστασία και σταθερή πηγή εισοδήματος. Ο Βιβάλντι πέθανε πένητας λίγο μετά τον αυτοκράτορα, τη νύχτα μεταξύ 27 και 28 Ιουλίου το 1741 σε ηλικία 63 ετών, εξαιτίας «εσωτερικής λοίμωξης» σε ένα σπίτι ιδιοκτησία μιας χήρας ενός βιεννέζου κατασκευαστή σελών για άλογα. Την 28 του Ιούλη τάφηκε σε έναν απλό τάφο στο νεκροταφείο του νοσοκομείου της Βιέννης. Η κηδεία του συνθέτη έλαβε χώρα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στέφανου όπου ο νεαρός Χάυντν συμμετείχε στην παιδική χορωδία του ναού.

Τάφηκε δίπλα από την Karlskirche, σε μια περιοχή που πλέον εδράζεται το Πολυτεχνείο (Technical Institute). Το σπίτι όπου ζούσε ο συνθέτης στη Βιέννη κατεδαφίστηκε ενώ τώρα η περιοχή εν μέρει καταλαμβάνεται από το ξενοδοχείο Sacher. Αναμνηστικές πλάκες έχουν τοποθετηθεί και στις δύο τοποθεσίες όπως επίσης και ένα «αστέρι» Βιβάλντι στο βιεννέζικο Musikmeile και ένα μνημείο στην Rooseveltplatz.

Μόνο τρία πορτρέτα του Βιβάλντι είναι γνωστά στις μέρες μας: ένα χαρακτικό, μια ελαιογραφία και ένα σχέδιο με μελάνι. Το χαρακτικό φιλοτέχνησε ο Francois Morellon Le Cave το 1725 και απεικονίζει τον Βιβάλντι κρατώντας ένα φύλλο μουσικής. Το σχέδιο με μελάνι απεικονίζει μόνο το κεφάλι και τους ώμους του συνθέτη σε προφίλ και φιλοτεχνήθηκε το 1723 από τον Ghezzi. Τέλος, η ελαιογραφία που ανευρίσκεται στο Liceo Musicale της Μπολόνια μας παρέχει πιθανότατα την πιο ακριβή απεικόνιση του συνθέτη καθώς επισημαίνει τα κόκκινα μαλλιά του κάτω από την ξανθιά του περούκα.

Ύφος και επιρροές
Η μουσική του Βιβάλντι ήταν καινοτόμος στην εποχή της. Έκανε πιο ζωηρή την επίσημη και ρυθμική μορφή του κονσέρτου, στο οποίο εστίασε σε αρμονικές αντιθέσεις και καινοτόμες μελωδίες και μουσικά θέματα˙ αρκετές από τις συνθέσεις του είναι φανταχτερές, σχεδόν παιχνιδιάρικες και διαχυτικές.

Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ επηρεάστηκε βαθύτατα από τα κονσέρτα και τις άριες του Βιβάλντι γεγονός που αντανακλά στις καντάτες, στα Πάθη κατά Ιωάννη (BWV 245) και στα Πάθη κατά Ματθαίον (BWV 244). Ο Bach μετέγραψε έξι κονσέρτα του Βιβάλντι για σόλο πληκτροφόρο όργανο, τρία για τσέμπαλο και ένα για τέσσερα τσέμπαλα, έγχορδα και συνοδεύον μπάσο (basso continuo, BWV 1065) βασισμένα στο κονσέρτο για τέσσερα βιολιά, δύο βιόλες, τσέλο και συνοδεύον μπάσο (RV 580).

Υστεροφημία
Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Βιβάλντι έγινε ευρέως γνωστός και σε άλλες χώρες πλην –της Ιταλίας– όπως η Γαλλία όπου οι τάσεις για τη μουσική υπαγορεύονταν από τη μόδα σε βαθμό μεγαλύτερο από ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Η δημοτικότητά του άρχισε ωστόσο να φθίνει: μετά την περίοδο του Μπαρόκ, τα κονσέρτα του που είχαν ήδη εκδοθεί άρχισαν να ξεχνιούνται και να αγνοούνται από το κοινό σε μεγάλο βαθμό ακόμα και μετά την αναζωπύρωση των έργων του Μπαχ που επιχείρησε ο Φέλιξ Μέντελσον. Ακόμη και οι «4 εποχές» – η πιο διάσημη δουλειά του συνθέτη, ήταν άγνωστη στο ευρύ κοινό.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, ένα κονσέρτο του Fritz Kreisler, σε ύφος παρόμοιο με του Βιβάλντι (σε τέτοιο βαθμό που θεωρήθηκε για κονσέρτο του Βιβάλντι), αναβίωσε το ενδιαφέρον του κοινού για το συνθέτη και συνετέλεσε στην αποκατάσταση της υπόληψής του. Το ίδιο επίσης, κινητοποίησε τον Γάλλο ακαδημαϊκό Marc Pincherle να ξεκινήσει μια μελέτη στο έργο του συνθέτη. Αρκετά χειρόγραφά του ήρθαν στο φως και περιήλθαν στην κυριότητα της Βιβλιοθήκης του Εθνικού Πανεπιστημίου του Τορίνου με τις γενναιόδωρες (εις μνήμην των υιών τους) χορηγίες των Τορινέζων επιχειρηματιών Roberto Foa και Filippo Giordano. Αυτό οδήγησε σε αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος του κόσμου σε ό,τι αφορά τον Βιβάλντι. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων ενδιαφέρθηκαν και οι Mario Rinaldi, Alfredo Casella, Ezra Pound, Olga Rudge, Desmond Chute, Arturo Toscanini, Arnold Schering και Louis Kaufman, αρκετοί από τους οποίους συνετέλεσαν στην αναβίωση του Βιβάλντι στις αίθουσες συναυλιών στον 20ό αιώνα.

Το 1926 σε ένα μοναστήρι στο Πιεμόντε, ερευνητές ανακάλυψαν 14 συλλογές με έργα του Βιβάλντι που θεωρούνταν χαμένα κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων. Κάποιοι τόμοι ωστόσο έλλειπαν, γεγονός που ώθησε σε έρευνες στις συλλογές απογόνων του Μεγάλου Δούκα Durazzo ο οποίος και απέκτησε το σύμπλεγμα του μοναστηριού τον 18ο αιώνα. Οι τόμοι περιείχαν 300 κονσέρτα, 19 όπερες και πάνω από 100 έργα για φωνητικά και ορχηστρικά σύνολα.

Η «ανάσταση» των ανέκδοτων έργων του Βιβάλντι κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα είναι αποτέλεσμα κατά κύριο λόγο των προσπαθειών του Alfredo Casella οποίος το 1939 οργάνωσε την ιστορική πλέον Εβδομάδα Βιβάλντι όπου και παρουσιάστηκαν τα έργα Gloria (RV 589) και L' Olimpiade . Από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, τα έργα του συνθέτη γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Το 1947 ο βενετσιάνος έμπορος Antonio Fanna ίδρυσε το Instituto Italiano Antonio Vivaldi, με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Gian Francesco Malipiero και κύριο στόχο την παραγωγή νέων εκδόσεων των έργων του συνθέτη και γενικότερα την προώθηση της μουσικής του. Η φήμη του Βιβάλντι εξαπλώθηκε περισσότερο με διάφορες ιστορικές (πλέον) παρουσιάσεις του έργου του. Σήμερα και σε αντίθεση με αρκετούς σύγχρονούς του συνθέτες των οποίων τα έργα δεν ακούγονται παρά μόνο σε ακαδημαϊκές εκδηλώσεις ή εκδηλώσεις ειδικού ενδιαφέροντος, η μουσική του τυγχάνει ευρείας αποδοχής.

Πρόσφατες ανακαλύψεις έργων του συνθέτη αποτελούν δύο ψαλμοί των έργων Nisi Dominus (RV 807, σε οκτώ κινήσεις) και Dixit Dominus (RV 807, σε έντεκα κινήσεις) που ανακαλύφθηκαν το 2003 και το 2005 αντίστοιχα από τον Αυστριακό ειδικό Janice Stockigt. Ο μελετητής του συνθέτη Michael Talbot αναφέρεται στο RV 803 ως «αδιαμφισβήτητα το καλύτερο μη οπερατικό έργο του συνθέτη που ήρθε στο φως μετά ... τη δεκαετία του 1920». Η χαμένη όπερα του Βιβάλντι Agrippo (RV 697) ανακαλύφθηκε ξανά το 2006 από τον μαέστρο και τσεμπαλίστα Ondřej Macek, του οποίου η ορχήστρα παρουσίασε το έργο στο Κάστρο της Πράγας στις 3 Μαΐου του 2008 για πρώτη φορά μετά το 1730.

Επιπλέον, μια κινηματογραφική ιταλο-γαλλική συμπαραγωγή ονόματι Vivaldi, a Prince in Venice, με σκηνοθέτη τον Jean-Loui Guillermou και πρωταγωνιστή τον Stefano Dionisi στο ρόλο του Βιβάλντι και τον Michel Serrault στο ρόλο του επισκόπου της Βενετίας, ολοκληρώθηκε το 2005. Επίσης το 2005 το ABC Radio International παρήγαγε μια ραδιοφωνική παράσταση ονόματι «The Angel and the Red Priest» σχετική με τον Βιβάλντι. Την παράσταση έγραψε ο Sean Riley, και αργότερα μετασχηματίστηκε κατάλληλα για σκηνική παρουσίαση η οποία και πραγματοποιήθηκε Adelaide Festival of Arts (Φεστιβάλ Τέχνης Αδελαΐδας).

Τέλος, οι μουσικές των Βιβάλντι, Μότσαρτ, Τσαϊκόφσκι και Κορέλλι συμπεριλαμβάνονται από των Alfred Tomatis στις θεωρίες του περί επιδράσεων της μουσικής στην ανθρώπινη συμπεριφορά και χρησιμοποιούνται στη μουσικοθεραπεία.

Συνοπτική εργογραφία
Κάθε έργο του Βιβάλντι επισημαίνεται από τον αριθμό RV (π.χ. RV 697), ο οποίος αντιστοιχεί σε μια θέση του καταλόγου Ryom (Ryom-Verzeichnis) ή αλλιώς Rèpertoire des oeuvres d’Antonio Vivaldi, ενός καταλόγου που κατάρτισε στον 20ό αιώνα ο μουσικολόγος Peter Ryom.

Το έργο του Le quattro stagioni (οι Τέσσερις εποχές) του 1723 είναι αναμφίβολα το πλέον δημοφιλές του. Αποτελεί (όπως προαναφέρθηκε) μέρος του έργου Il cimento dell’armonia e dell’inventione («Πάλη» μεταξύ της αρμονίας και της καινοτομίας) και «σκιαγραφεί» σκηνές και «συναισθήματα» από κάθε μία από τις τέσσερις εποχές. Έχει γραφεί ότι αυτό το έργο αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα «περιγραφικής» μουσικής πριν τον 19ο αιώνα.

Ο Βιβάλντι έγραψε πάνω από 500 άλλα κονσέρτα. Περί τα 350 αφορούν ορχήστρα εγχόρδων και σόλο όργανα εκ των οποίων τα 230 αφορούν (ως σόλο όργανα) κονσέρτα για φαγκότο, τσέλο, όμποε, φλάουτο, viola d’amore, φλογέρα, λαούτο και μαντολίνο. Περί τα 40 αφορούν δύο σόλο όργανα και ορχήστρα εγχόρδων, ενώ περί τα 30 αφορούν τρία ή και περισσότερα όργανα και ορχήστρα εγχόρδων.

Εκτός από 46 όπερες, ο Βιβάλντι επίσης συνέθεσε σε μεγάλη κλίμακα και θρησκευτική χορωδιακή μουσική. Άλλα έργα του αφορούν συμφωνίες, περίπου 90 σονάτες και μουσική δωματίου.

Κάποιες σονάτες για φλάουτο, τέλος, όπως η Il Pastor Fido που είχαν αποδοθεί εσφαλμένα στον Βιβάλντι, ανακαλύφθηκε ότι στην πραγματικότητα τις είχε συνθέσει ο Nicolas Chédeville.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Ηλεκτρονική Γκεστάπο και Λογισμικό Αράχνη

Με το Λογισμικό-Αράχνη μας ελέγχει και μας εξουσιάζει η Τρόικα! Παραβιάζοντας το Σύνταγμα, την Εθνική Ανεξαρτησία και την Ελευθερία των πολιτών! 
Γι΄ αυτό ακριβώς ο Γιάννης επιχείρησε να χακάρει το Λογισμικό-Γκεστάπο ... οπότε θα είμασταν απελευθερωμένοι από την ηλεκτρονική παρακολούθηση και την παρεμπόδιση των ξένων δυναστών, που με το Λογισμικό-Ράιχ μας κρατούν παράλυτους και αλυσοδεμένους στα κρατητήρια του Μνημονίου!

Σε καταγγελία χιλίων Ρίχτερ προέβη ο Γιάννης Βαρουφάκης στην επίμαχη δήλωσή του στο Φόρουμ Επίσημων Νομισματικών και Οικονομικών Θεσμών (OMFIF), αποκαλύπτοντας πως η Τρόικα ελέγχει το οικονομικό Λογισμικό του Ελληνικού Κράτους!

Αυτή τη συγκλονιστική διαπίστωση έκανε ειδικός, Καθηγητής Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, στενός και έμπιστος φίλος του Γιάννη, ο οποίος αφού διορίστηκε στο ΥΠΟΙΚ, έψαξε με εντολή Βαρουφάκη το Σύστημα του Υπουργείου Οικονομικών, ανακαλύπτοντας ότι το Λογισμικό το ελέγχει η Τρόικα!

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΓΚΕΣΤΑΠΟ
Γι΄ αυτό ακριβώς ο Γιάννης επιχείρησε να χακάρει το Λογισμικό-Γκεστάπο, να αντιγράψει τα ΑΦΜ μας και με το πάτημα ενός κουμπιού να μπορούμε να λειτουργήσουμε σε Ελεύθερο Τραπεζικό Σύστημα, έτοιμο και για παράλληλο Νόμισμα, απελευθερωμένοι από την ηλεκτρονική παρακολούθηση και την παρεμπόδιση των ξένων δυναστών, που με το Λογισμικό-Ράιχ μας κρατούν παράλυτους και αλυσοδεμένους στα κρατητήρια του Μνημονίου!

ΛΟΓΙΣΜΙΚΟ – ΑΡΑΧΝΗ
Ο διωγμένος από τον αχάριστο και υποχωρητικό Τσίπρα πρώην Υπουργός Οικονομικών, δεν προσπάθησε μόνο γλιτώσει τη χώρα από το δυσβάσταχτο Χρέος απαιτώντας διαγραφή ενός μέρους του, σημείο στο οποίο κολλούσαν οι διαπραγματεύσεις επειδή η Τρόικα μας πάει για «σφάξιμο» θέλοντας να μας παχύνει και λιγουλάκι, αλλά προσπάθησε στην πράξη να ελευθερώσει κυριολεκτικά την Ελλάδα από το Λογισμικό-Αράχνη με το οποίο μας ελέγχει και μας εξουσιάζει η Τρόικα! Ελέγχοντας απευθείας Έσοδα, καταθέσεις, λογαριασμούς, ΑΦΜ, τον καθένα μας και όλο το Κράτος ταυτόχρονα! Κατά παραβίαση του Συντάγματος, της Εθνικής Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας των πολιτών!

Και το ανέχεται ο Πρωθυπουργός «Τσε Γκε Βάρα» και ο έτερος Μνημονιοκτόνος CDSοκυνηγός; Το ανέχεται η Βουλή των Ελλήνων, καταπατώντας το Σύνταγμα και τη Δημοκρατία; Το ανέχονται οι Βουλευτές; Τα κόμματα; Οι θεσμοί; Το κράτος;

Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ – ΣΕΙΣΜΟΣ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗ
«Η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων ελέγχεται από την Τρόικα! Φανταστείτε η Εφορία του Ηνωμένου Βασιλείου να ελέγχεται από τις Βρυξέλλες» λέει χαρακτηριστικά ο Γιάννης Βαρουφάκης στο OMFIF!
varoufakis
«Όμως – συνεχίζει – η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων ελέγχεται από εμένα… Διόρισα έναν καλό παιδικό μου φίλο, που είχε γίνει Καθηγητής Πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια… …Μια εβδομάδα αφού πήγαμε στο Υπουργείο, με κάλεσε και μου είπε πως αυτός ελέγχει τα μηχανήματα, αλλά το Λογισμικό ελέγχεται από την Τρόικα! Και θα καταλάβαιναν αμέσως αν δοκιμάζαμε να φτιάξουμε ένα (Τραπεζικό) Σύστημα Παράλληλων Πληρωμών»!

Δηλαδή η Ελλάδα κρατιέται απολύτως αιχμάλωτη, με κομμένες τις δυνατότητες οποιασδήποτε αυτόνομης κίνησης ή πορείας, λόγω του Λογισμικού-Γκεστάπο! Με το οποίο μπορούν να μας παραλύσουν! Όμως ο Βαρουφάκης και ο Καθηγητής είχαν βρει την αχίλλειο πτέρνα του:

«Αποφασίσαμε να χακάρει το Υπουργείο μου ώστε να αντιγράψει το Φορολογικό Σύστημα και να μπορέσει να δουλέψει για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή του Παράλληλου (Τραπεζικού) Συστήματος» αποκαλύπτει ο Γιάννης στο OMFIF και διευκρινίζει πιο αναλυτικά:

«Σχεδιάζαμε να δημιουργήσουμε αποθεματικούς λογαριασμούς που θα συνδέονταν με κάθε φορολογικό αρχείο». Μια κίνηση που «θα μας επέτρεπε να δίνουμε αριθμούς PIN» (ώστε να δημιουργηθεί ένα Παράλληλο μη ελεγχόμενο από την Τρόικα Τραπεζικό Σύστημα, για να γίνονται πληρωμές μισθών και όλα τα σχετικά)!

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΝΤΟΣ ΕΥΡΩ
«Αυτοί οι λογαριασμοί θα ήταν σε ευρώ, αλλά με το πάτημα ενός κουμπιού θα μπορούσαν να μετατραπούν σε μια νέα δραχμή» επεξηγεί ο Βαρουφάκης, που δεν είναι υπέρ της εξόδου από το ευρώ, αλλά υπέρ ενός νομίσματος εσωτερικού, παράλληλου με το ευρώ, θέση την οποία διαλαλεί το ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ από το 2011, ως τη μόνη πραγματικά γρήγορη και επωφελή θεαματικά λύση, που θα μας απογείωνε οικονομικά, μένοντας εντός ευρώ, αλλά με τις πληρωμές των Υπαλλήλων και Συντάξεων σε νέα Δραχμή, με σταθερή ισοτιμία προς το ευρώ!

Γιατί; Για να επιτύχουμε «εσωτερική υποτίμηση» – διόρθωση, χωρίς να πρέπει να μειώνονται μισθοί και συντάξεις ή να γίνονται περικοπές, εξακοντίζοντας εξαγωγές και τουρισμό, κάνοντας λίγο ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα, ώστε να ξαναδημιουργηθεί εσωτερική παραγωγή!

Παράλληλα η χώρα θα αποδεχόταν κάθε πληρωμή με ευρώ, όπως π.χ. από τους Τουρίστες, ενώ στις Τράπεζες θα μπορούσαν με μικρή διαφορά να αλλάζονται τα νομίσματα, που θα ήταν σε σταθερά οριζόμενη κάθε φορά ισοτιμία.

Αυτό θα μας επέτρεπε να κόψουμε στην ουσία δικό μας νόμισμα, να αποκαταστήσουμε αδικίες, να αυξήσουμε το ΑΕΠ και να κάνουμε εξαιρετικά ανταγωνιστική την Οικονομία μας!

CHIEMGAUER: ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΑΣ
Σε ορισμένες περιοχές της Βαυαρίας, ενός από τα βασικότερα ομόσπονδα κρατίδια της ίδιας της Γερμανίας, κυκλοφορεί εδώ και μερικά χρόνια εσωτερικό παράλληλο Νόμισμα με το Ευρώ! Και καμμία καταστροφή δεν έγινε! Κανένας δεν μπόρεσε να τους σταματήσει. Κανείς δεν το μετάνιωσε! Κανείς πια που το χρησιμοποιεί δεν θέλει να το αλλάξει!

Το Chiemgauer κυκλοφορεί σε χαρτονομίσματα ασφαλείας, με σταθερή ισοτιμία 1:1 με το ευρώ, και εάν κανείς θελήσει να το μετατρέψει σε ευρώ, πληρώνει μια μικρή διαφορά, όπως θα συνέβαινε και με την εσωτερική μας Δραχμή! Πού όταν την είχαμε, ευτυχούσαμε… Και ορίζαμε τη ζωή μας σαν καπετάνιοι…

Με τα Μνημόνια και την αδυναμία Εθνικής Νομισματικής Πολιτικής, γίναμε όμως σκλάβοι…

Ο Βαρουφάκης προσπάθησε να μας Ελευθερώσει! Δεν τον άφησαν! Έφτασε ως την δημιουργία του Παράλληλου Ελεύθερου Κρατικού Τραπεζικού – Φορολογικού Συστήματος, χωρίς να καταλάβει τίποτα το Βερολίνο! Κέρδισε ακόμη και το Δημοψήφισμα με 61,31% και σαν ανταμοιβή τον απέλυσαν κατ΄ απαίτηση των Δυναστών μας!

Γι΄ αυτό και μόνο που βγήκαν στο φως – χώρια όλα τα άλλα τρομερά και μεγάλα – ο Πρωθυπουργός, που θα έσκιζε τα …Μνημόνια, το λιγότερο που έχει να κάνει, είναι να ντρέπεται …

ellas-press.blogspot.gr

ΠΗΓΗ: http://www.nicemagazine.gr/

Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Τζόρτζ Μπέρναρντ Σω, Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1856.
«Μεγάλωνε μέσα μου η απόφαση ν' αγωνιστώ με όλα μου τα μέσα για την καταπολέμηση της δυστυχίας, για την ανακούφιση της τάξεως των φτωχών και πασχόντων».
Η περιορισμένη ζωή, οι οικογενειακές στενοχώριες και η έλλειψη κάθε ψυχαγωγίας και τέρψης χαλύβδωναν τον Σω. Το παράδειγμα του πατέρα του ήταν γι' αυτόν οδηγός, είχε μάθει πως ήταν αρκετό να μπορείς να βρίσκεις ακόμα και σε ένα θλιβερό γεγονός την κωμική του πλευρά για να μην κυριέψει την ψυχή σου ποτέ η απογοήτευση.
George Bernard Shaw 1936.jpg
Ο Tζορτζ Μπέρναρντ Σω (Αγγλικά: George Bernard Shaw, 26 Ιουλίου 1856 - 2 Νοεμβρίου 1950) ήταν Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1925.

Οικογένεια και σπουδές
«Δεν ξέρω αν γεννήθηκα τρελός ή ελαφρόμυαλος, η αλήθεια είναι ότι η βασιλεία μου, δεν ήταν του κόσμου τούτου. Ένοιωθα απόλυτα κύριος και αυτεξούσιος μόνο στο βασίλειο της φαντασίας μου και μόνο κοντά στους μεγάλους νεκρούς γνώρισα αληθινή φιλική ατμόσφαιρα». Έτσι είπε κάποτε αυτοχαρακτηριζόμενος ο μεγάλος Ιρλανδός που η γενιά του κρατούσε από τον Μακντώφ, όπως πίστευε, το γνωστό Σαιξπηρικό ήρωα του Μάκβεθ.

Ο κορυφαίος Ιρλανδός δραματουργός γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1856, στην κρεβατοκάμαρα του πατρικού του σπιτιού στην οδό Synge 33, στο Δουβλίνο και πέθανε το 1950 στο Έυγιοτ Σαιντ Λώρενς του Χέρντφορντσαιρ (Ayot St Lawrence in Hertfordshire), στην Αγγλία. Από μικροαστική οικογένεια προτεσταντών: τον Τζορτζ Καρρ Σω (George Carr Shaw), (1814-1885), αποτυχημένο έμπορο και αλκοολικό, και τη Ελισσάβετ Γκέρλυ (Lucinda Elizabeth Gurly) (1830-1913), επαγγελματία τραγουδίστρια, μαθήτρια του Βάνταλερ Λη (George John Vandeleur Lee) και δασκάλα φωνητικής. Ο Τζορτζ Καρρ Σω κατήγετο από μία οικογένεια που εγκαταστάθηκε ίσως στην Ιρλανδία στο τέλος του 17ου αιώνα. Η οικογένεια των Σω αρκετά αξιοσέβαστη, έχει να επιδείξει τραπεζίτες, κληρικούς, δημόσιους υπαλλήλους και Βαρωνέτους ακόμα, για να μην αναφέρουμε και πολλά άλλα αξιώματα, που οι διάφοροι Σω κατά καιρούς απέκτησαν.

Από μικρός κατάλαβε τη δύναμη που έχει η μοναξιά που βοηθάει στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και του χαρακτήρα. Τον ευχαριστούσε ο τακτικός απογευματινός περίπατος με την υπηρέτρια του σπιτιού και οι επισκέψεις που έκαναν μαζί σε σπίτια φίλων της. Θλιβερά ανήλιαγα σπίτια ανθρώπων, που τους μάστιζε η φτώχεια. Από τότε όπως είπε και ο ίδιος «Μεγάλωνε μέσα μου η απόφαση ν' αγωνιστώ με όλα μου τα μέσα για την καταπολέμηση της δυστυχίας, για την ανακούφιση της τάξεως των φτωχών και πασχόντων». Η περιορισμένη ζωή, οι οικογενειακές στενοχώριες και η έλλειψη κάθε ψυχαγωγίας και τέρψης χαλύβδωναν τον Σω. Το παράδειγμα του πατέρα του ήταν για αυτόν οδηγός, είχε μάθει πως ήταν αρκετό να μπορείς να βρίσκεις ακόμα και σε ένα θλιβερό γεγονός την κωμική του πλευρά για να μην κυριέψει την ψυχή σου ποτέ η απογοήτευση. Πίστεψε ότι στη ζωή δεν υπάρχουν μεγάλες ανθρώπινες τραγωδίες αλλά καταστάσεις τραγικοποιημένες από την ανθρώπινη υπερβολή. Κάτω από αυτό το πρίσμα θα δει αργότερα και τους ήρωες των Ελλήνων τραγικών, όπως και τους Σεξπιρικούς ήρωες. Αυτός ήταν και ο λόγος που απέφυγε να δώσει τραγικό βάρος στα έργα του, ήταν βέβαιος πως η τραγικότητα, αν υπάρχει, μπορεί να φανεί και στο απλούστερο καθημερινό γεγονός χωρίς να έχει ανάγκη από υπερβολικές, απίθανες και εξωανθρώπινες καταστάσεις.

Στα 5 του χρόνια, διάβασε την πρώτη του εφημερίδα και ήρθε σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο. Αυτό συνέβη το 1861, όταν οι εφημερίδες ανήγγειλαν το θάνατο του πρίγκιπα Αλβέρτου. Αργότερα ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος και άλλα γεγονότα της ίδιας εποχής τράβηξαν το ενδιαφέρον του. Σε πολύ μικρή ηλικία ο Σω πήγαινε τακτικά στην εκκλησία και παρακολουθούσε τα μαθήματα του Κυριακάτικου σχολείου. Όμως γρήγορα έδωσε τέλος σε αυτή την συνήθεια, την υποχρεωτική και επί το πλείστον άχρηστη θητεία, όπως ο ίδιος έλεγε και τη θέση της πήραν περίπατοι και ξέγνοιαστες ημέρες κάτω από τον πρωινό Κυριακάτικο ήλιο. Αργότερα έγραψε κάτι πολύ τολμηρό «Αν οι εκκλησίες ήθελαν να εκτελούν το προορισμό τους, έπρεπε χωρίς άλλο να μετατραπούν αυτόματα σε κέντρα ψυχαγωγίας των εργαζομένων, που θα προσέφεραν σε κατάλληλες ώρες μουσική, κλασσική ή χορευτική, θα οργάνωναν ακόμα και θεατρικές παραστάσεις και θα είχαν και ευχάριστα παιχνίδια από αυτά που αγαπούν οι νέοι τις ώρες της σχόλης τους. Τώρα, ίσως ο επίσκοπος του Λονδίνου με αφορίσει, είμαι όμως βέβαιος πως αν εφαρμοζόταν το σύστημα που προτείνω, ο μισθός του θα ήταν πάλι ο ίδιος, όπως και τώρα. Δεν θα είχε λοιπόν να πάθει καμία ζημιά»

Στα 16 του, η μητέρα εγκατέλειψε τον άντρα της, μετακόμισε στο Λονδίνο κι έζησε μαζί με το Λη και τις δυο κόρες της, τη Lucinda Frances (1853-1920), τραγουδίστρια μουσικής κωμωδίας κι οπερέτας, και την Elinor Agnes (1854-1876). Ο ίδιος παρέμεινε στο Δουβλίνο με τον πατέρα του για να τελειώσει το σχολείο, όπου υπήρξε απρόθυμος μαθητής, κι αργότερα εργάστηκε ως υπάλληλος σ' ένα κτηματομεσιτικό γραφείο. Από τον αλκοολισμό του πατέρα, ο γιος κληρονόμησε ακριβώς την αντίθετη στάση, για όλη του τη ζωή. Έμεινε για να σπουδάσει για μικρό χρονικό διάστημα στο Wesleyan Connexional School, σχολείο που ανήκε στη Methodist New Connexion, μετά πήγε σ' ένα ιδιωτικό κοντά στο Dalkey, για να μεταφερθεί κατόπιν στο Dublin's Central Model School και να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Dublin English Scientific & Commercial Day School. Ως παιδί-μαθητής, αλλά κι άντρας, είχε πικραθεί πολλάκις από διδασκάλους και διδαχές κι ισχυρίστηκε, σε μια σύνοψη αυτών των εμπειριών του, στο "Cashel Byron's Profession", πως τα σχολεία δεν είναι οίκοι μόρφωσης τόσον, όσο φυλακές, με κλειδοκράτορες τους δασκάλους αλλά και τους ίδιους τους γονείς, με σκοπό να φυλάξουν εκεί τα βλαστάρια τους.

Συγγραφική και πολιτική δραστηριότητα
Το 1876 έφυγε από το Δουβλίνο και μετακόμισε στην Αγγλία, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της μακράς ζωής του, στο σπίτι της μητέρας του στο Λονδίνο, προσπαθώντας να σταδιοδρομήσει στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Αρχικά ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και τις επιμέλειες έργων, γνωστών συγγραφέων, αργότερα έγινε γνωστός ο ίδιος πλέον ως κριτικός μουσικής και θεατρικών έργων, με το ψευδώνυμο Corno di Bassetto.

Το πρώτο είδος με το οποίο ασχολήθηκε ήταν το πεζογράφημα, με πρώτο του βιβλίο το Ιmmaturity (Ανωριμότητα). Παράλληλα, διάβαζε μανιωδώς σε δημόσιες βιβλιοθήκες και στο αναγνωστήριο του Βρετανικού Μουσείου. Ακολούθησαν (Ο παράλογος κόμπος) The irrational Knot, (Η αγάπη μεταξύ των καλλιτεχνών) Love among artist, (Το επάγγελμα του Κάσελ Μπάιρον) Cashel Byron's Profession. Με τα έργα του αυτά δείχνει πως αρχίζει να προσηλυτίζεται στις αρχές του σοσιαλισμού, χωρίς ίσως ο ίδιος να το καταλαβαίνει. Είναι γεγονός πως είχε ξεπεράσει πια το στάδιο του φιλελεύθερου υλιστή και το πέμπτο του έργο (Ένας ακοινώνητος σοσιαλιστής) An Unsocial Socialist, δείχνει ολοφάνερα τη νέα δημιουργική μέθοδο που ακολουθεί ο συγγραφέας.

Από το 1876 έως το 1885 ακολουθεί μία περίοδος πολύ σκληρή για τον Σω. Ο αληθινός καλλιτέχνης, θα πει αργότερα ο Τζακ Τάννερ (Jack Tanner) στον Άνθρωπο και Υπεράνθρωπο Man and Superman, προτιμά ν´αφήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του νηστικούς παρά ν' ασχοληθεί με άλλη δουλειά από την τέχνη του. Έτσι λοιπόν και ο Σω, δεν κέρδιζε ούτε μία πένα από τις εργασίες του και αντιμετώπιζε με θάρρος, αλλά και αρκετή θλίψη τη φτώχεια. «Προσπάθησα τότε να ζήσω σύμφωνα με τις οδηγίες ενός βιβλίου-φυλλαδίου, που είχε τον τίτλο (Πως να ζήτε με έξι πένες την ημέρα). Ακολούθησα τις υποδείξεις του και ομολογώ πως κατάφερα με το στρογγυλό αυτό ποσό να ζήσω μία μόνο ημέρα, αλλά μόνο μία». Δεν παραμελούσε τη κοσμική ζωή, ακολουθούσε όμως μία εκκεντρική γραμμή σε όλες του τις εκδηλώσεις, γι' αυτό στα διάφορα σαλόνια τον χαρακτήριζαν παράξενο ή τρελό. Προνομιούχο τρελό όμως, που η κοινωνία ανεχόταν και θαύμαζε τις παραδοξολογίες του.

Το 1881 έγινε χορτοφάγος, αρχικά για να καταπολεμήσει τις ημικρανίες του,αλλά στη συνέχεια ασπάστηκε πλέον με φανατισμό τις αρχές της χορτοφαγίας, για τρεις λόγους. Ο πρώτος ήταν η αγάπη προς τα ζώα, που και αυτά είναι πλάσματα της φύσης και έχουν το δικαίωμα να ζουν ελεύθερα και εξασφαλισμένα. Ο δεύτερος κοινωνικός, ο Σω πίστευε ότι οι ανάγκες της κρεατοφαγίας υποδουλώνουν τον άνθρωπο, απασχολούνται έτσι τόσοι ζωέμπορες, κτηνοτρόφοι, κρεοπώλες, βοσκοί... οι οποίοι θα ήταν πιο χρήσιμοι στην κυκλοφορία άλλων αγαθών εξίσου απαραίτητων για τη ζωή και ο τρίτος ήταν λόγος προληπτικός για την υγεία. Έγραψε «Σώστε τη ζωή σας και πάψτε να τρώτε κρέας. Σκεφτείτε πως ο Ταύρος,που είναι το δυνατότερο ζώο,είναι χορτοφάγος,νομίζω πως αυτό είναι ακαταμάχητο επιχείρημα για τους χορτοφάγους». Πίστευαν τότε ότι η προσωπικότητά του επηρεαζόταν από τη χορτοφαγία και ότι του έδινε υγεία, διαύγεια πνεύματος και ακμαιότητα. Πολύ είπαν, ότι εάν ακολουθούσε άλλη διατροφική συνήθεια οι γνώμες του συγγραφέα και η κοσμοθεωρία του θα ήταν τελείως διαφορετικές. Όμως ο Σω τους αποστόμωσε λέγοντας κάποτε «Πως στον κόσμο υπάρχουν εκατομμύρια χορτοφάγοι, αλλά ένας Μπέρναρντ Σω».

Το 1882, γίνεται φίλος με τον Γουίλλιαμ Μόρρης William Morris και ξεκινάει την ενασχόλησή του με την προοδευτική πολιτική. Σύχναζε σε διάφορα μέρη, όπου μαζεύονταν και μιλούσαν διάφοροι σοσιαλιστές κι έτσι έμαθε να ξεπερνά το τρακ που του προκαλούσε η σκηνή αλλά και το τραύλισμα του. Ανέπτυξε ένα επιθετικό κι ενεργητικό στυλ ομιλίας, που είναι φανερό και στα γραπτά του. Ήρθε σ' επαφή με το Das Kapital (Το Κεφάλαιο) του Καρλ Μαρξ, που τον επηρέασε αρκετά. Ωστόσο, το αντιμετώπιζε κριτικά, πιστεύοντας ότι το προλεταριάτο εκφράζεται κυρίως μέσα από τη συντηρητική πολιτική, σ' αντίθεση με τη μεσαία κι ανώτερη τάξη, που σηκώνει τη σημαία της επανάστασης και στην οποία ανήκε όχι μόνο ο ίδιος, αλλά κι ο Μαρξ κι οι περισσότεροι ομοϊδεάτες τους. Μαζί με την Μπεατρίς και τον Σίντνεϊ Γουέμπ ίδρυσε το 1884 τη Φαβιανή Εταιρεία. Ήταν μια κίνηση διανοούμενων για την έρευνα, συζήτηση κι έκδοση σοσιαλιστικών ιδεών. Το όνομά της το πήρε από το Ρωμαίο στρατηγό Κουίντο Φάβιο Μάξιμο, που έμεινε στην ιστορία ως ο «Αναβάλλων» (Cunctator), επιλέγοντας μια τακτική φθοράς από μια στάση αντιπαράθεσης εναντίον του Αννίβα.

Αφιερώθηκε στον αγώνα της μεταμόρφωσης της Βρετανίας σε σοσιαλιστικό κράτος, όχι μέσω επανάστασης, αλλά μέσα από συστηματική πρόοδο και νομοθεσία, που εγκαθιδρύεται με την πειθώ και τη συστηματική εκπαίδευση. Αξίωμά τους ήταν η «αναπόφευκτη βαθμιαία επίλυση». Ενστερνίστηκε τις ιδέες της Συντροφιάς Νέας Ζωής, που αφορούσαν στη διαμόρφωση ενός τέλειου χαρακτήρα στο άτομο και στο σύνολο, πιστεύοντας ότι η ατομική διαμόρφωση κι ανάπτυξη είναι ο μόνος τρόπος απελευθέρωσης από την καταπίεση κι επιτυγχάνεται με την εκπαίδευση και την ανάπτυξη της ελεύθερης διάκρισης και σκέψης. Η κοινωνική αναμόρφωση στόχευε στην ύπαρξη μιας κοινωνίας όπου οι δυνατότεροι βοηθούν τους πιο αδύνατους. Ηγετικά στελέχη αυτής της ομάδας, εκτός από τον Σω και τους Γουέμπ, ήταν η Άννι Μπέζαντ, ο Τζωρτζ Ουάλας, ο Σίντνεϊ Ολιβιέ, κ.ά. Η Φαβιανή Εταιρεία θα παίξει αργότερα καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση της Οικονομικής Σχολής του Λονδίνου και του Εργατικού Κόμματος.

Έγραψε πολλά άρθρα και κείμενα για τις προοδευτικές τέχνες, όπως τα: "Quintessence Οf Ibsenism", "The Perfect Wangerite", κλπ. Παράλληλα, ως δημοσιογράφος, δούλευε ως κριτικός τέχνης και μουσικής, γράφοντας με το ψευδώνυμο Corno Di Bassetto. Δε σπούδασε μουσική, αλλά είχε αρκετή εμπειρία και καλό μουσικό αφτί χάρη στη μουσικό μητέρα του. Έγινε καλός κριτικός μουσικής, μ' εφευρετικό, έξυπνο νου και σκληρή κριτική στην ανθρώπινη ανοησία. Τελικά, κατά το διάστημα 1895-1898, δούλεψε ως κριτικός θεάτρου στο Saturday Review, που έγραφε με τα διάσημα πλέον αρχικά GBS.

Το 1891, μετά από πρόσκληση του Τζ.Τ. Γκρέιν, ενός εμπόρου, κριτικού θεάτρου και σκηνοθέτη μιας προοδευτικής θεατρικής ομάδας που είχε το όνομα Ανεξάρτητο Θέατρο, έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργο, με τίτλο "Widower's Houses". Τα επόμενα δώδεκα χρόνια έγραψε δώδεκα θεατρικά έργα, παρόλο που δεν έπεισε θεατρικούς επιχειρηματίες του Λονδίνου να τ' ανεβάσουν. Λίγα απ' αυτά παίχτηκαν στο εξωτερικό. Το 1898, μετά από σοβαρή αρρώστια, παραιτήθηκε από κριτικός θεάτρου και μετακόμισε από το σπίτι της μητέρας του, που ζούσε ακόμα, για να παντρευτεί τη Σαρλότ Πέην-Τάουνσεντ (Charlotte Payne-Townshend), μιαν Ιρλανδή με ανεξάρτητο χαρακτήρα. Εγκατασταθήκανε σ' ένα σπίτι στην Ayot St Lawrence Street, που πλέον ονομάζεται Γωνία Σώ (Shaw's Corner), σ' ένα μικρό χωριό του Χέρτφορντσαϊρ. Ο γάμος τους κράτησε μέχρι το θάνατο της το 1943.
Άγαλμα του Σω στο Niagara-on-the-Lake
Η επιτυχία πριν και μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο
Το 1904, ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας Χάρλεϊ Γκράνβιλ Μπάρκερ ανέλαβε τη διεύθυνση του Court Theatre και ίδρυσε και μια νέα πειραματική σκηνή ειδικευμένη στο νέο και προοδευτικό δράμα. Στις επόμενες τρεις σεζόν παίχτηκαν δέκα έργα του, με σκηνοθεσία του ίδιου του Σω, αν κι επίσημα σκηνοθέτης φαινόταν ο Μπάρκερ. Άρχισε να γράφει νέα έργα κάτω από τη διαχείριση του Μπάρκερ. Στα επόμενα δέκα χρόνια όλα τα έργα του Σω (εκτός από τον "Πυγμαλίωνα") είχανε παιχτεί από κάποιο θέατρο σε όλη την Αγγλία. Με τα δικαιώματα απ' αυτά έγινε αρκετά πλούσιος. Παράλληλα, παρέμενε ενεργός στη Φαβιανή Εταιρεία, σα δημοτικός επίτροπος στο Λονδίνο και σε διάφορες επιτροπές που κάνανε προσπάθειες να σταματήσει η θεατρική λογοκρισία.

Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος το 1914 άλλαξε τη ζωή του. Για αυτόν, ο πόλεμος αντιπροσώπευε τη χρεωκοπία του καπιταλιστικού συστήματος, τις τελευταίες προσπάθειες επιβίωσης των αυτοκρατοριών του 19ου αιώνα και την τραγική απώλεια νέων ανθρώπων στ' όνομα του πατριωτισμού. Οι απόψεις του εκφράζονταν σε σειρά άρθρων κάτω από το γενικό τίτλο "Κοινή Λογική Γύρω Από Τον Πόλεμο". Αυτά τα άρθρα ήταν καταστροφικά για τη δημόσια εικόνα του και τον μετατρέψανε σε απόβλητο της κοινωνίας. Συζητήθηκε ακόμα και το ενδεχόμενο να δικαστεί για προδοσία. Όλη αυτή η κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί η παραγωγικότητά του ως συγγραφέα, αφού στο διάστημα αυτό κατάφερε να γράψει μόνο ένα έργο, το "Heartbreak House", που δείχνει τη πίκρα και την απόγνωσή του για τους πολιτικούς και τη κοινωνία.

Μετά τον πόλεμο, αποκατέστησε την εικόνα του κι επανήλθε η δημιουργικότητά του, με νέα έργα όπως: "Δημιουργική Εξέλιξη", "Μαθουσάλας", "Αγία Ιωάννα", που θεωρείται το κορυφαίο αριστούργημά του. Το 1920 ξεκίνησε φεστιβάλ για έργα του στην Αγγλία. Το 1925 κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Μην έχοντας ανάγκη τα χρήματα, τα δώρισε για μιαν αγγλική έκδοση του έργου του Αύγουστου Στρίντμπεργκ. Το 1938, πήρε το Όσκαρ για τη συμμετοχή του στη ταινία "Πυγμαλίων (Pygmalion, 1938)" κι είναι η μοναδική καλλιτεχνική φιγούρα παγκοσμίως που έχει κερδίσει το συνδυασμό αυτών των δυο μεγάλων βραβείων.

Έζησε το υπόλοιπο της ζωής του ως διεθνής διασημότητα, ταξιδεύοντας στον κόσμο κι ασχολούμενος με τα τοπικά και διεθνή προβλήματα. Επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση, με πρόσκληση του Στάλιν και τις ΗΠΑ, με πρόσκληση του Γουίλλιαμ Ράντολφ Χερστ. Συνέχισε να γράφει χιλιάδες γράμματα και πάνω από 12 θεατρικά έργα. Ήτανε χορτοφάγος για 66 ολόκληρα χρόνια, ενώ μέχρι το τέλος της ζωής του συνέχιζε να είναι όχι μόνο παραγωγικός νοητικά, αλλά και καλοστεκούμενος σωματικά. Στα τέλη του Οκτώβρη του 1950, έπεσε από μια σκάλα που είχε ανέβει για να κλαδέψει ένα δέντρο στον κήπο του. Πέθανε λίγες μέρες αργότερα στις 2 Νοεμβρίου, σε ηλικία 94 ετών, αφήνοντας ένα μισοτελειωμένο θεατρικό έργο. Η τέφρα του με της συζύγου σκορπίστηκε στα μονοπατάκια γύρω από το άγαλμα του Αγίου Ιωάννη που υπήρχε στον κήπο του.

Οι ιδέες του
Μες στα κείμενά του, μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει τις απόψεις του για τη ζωή, τον κόσμο, την εκπαίδευση, τις σχέσεις των δύο φύλων, που πάντα είναι ριζοσπαστικές για την εποχή του, κι ακόμη, βαθιά φιλοσοφικές, αν και ποτέ δε μορφώθηκε αρκετά. Πίστευε ότι τα σχολικά βιβλία δεν αξίζουν να διαβάζονται, γιατί στις σελίδες τους περιλαμβάνονται απόψεις που τα παιδιά πρέπει να παπαγαλίσουν κι όχι να κρίνουν, ακόμα κι αν είναι παράλογες ή παρωχημένες. Προέτρεπε τους νέους να επαναστατήσουν ενάντια στο κατεστημένο πριν καταντήσουν απολιθώματα. Σύστηνε ν' ακούνε τις απόψεις των δασκάλων τους με κριτικό πνεύμα κι αμφισβήτηση, να βλέπουνε και την αντίθετη άποψη απ' αυτή που τους επιβάλλεται να μάθουν, να προσπαθούν ν' ανακαλύψουν την αλήθεια πέρα από αυτό το δυϊσμό, μέσα τους. ("Ομιλία Για Την Εκπαίδευση", 1933)

Πίστευε πως τα οικιακά δεν είναι πιο φυσική καριέρα για τις γυναίκες απ' ό,τι είναι η στρατιωτική καριέρα για τους άντρες. Όταν χρειάζεται, μια γυναίκα κάνει παιδιά και τα μεγαλώνει, όπως ένας άνδρας πάει στον πόλεμο. Αυτό δε σημαίνει ότι αυτή η επιλογή είναι η μοναδική που έχει μια γυναίκα ή ένας άντρας στη ζωή του. Να σκεφτόμαστε ότι τα οικιακά είναι η φυσική επιλογή για μια γυναίκα ισοδυναμεί με το να σκέφτεται ένα παιδί ότι το κλουβί είναι το φυσικό περιβάλλον για ένα παπαγάλο, επειδή ποτέ δεν έτυχε να δει έναν έξω απ' αυτό. Σίγουρα θα υπάρχουνε παπαγάλοι που προτιμάνε το κλουβί, είτε από φόβο στην επιβίωση, είτε από συμπάθεια στους ιδιοκτήτες τους, είτε επειδή πιστεύουν ότι είναι η φυσική θέση που τους έδωσε ο Θεός. Ωστόσο, ο μόνος παπαγάλος που θα μπορούσε να συμπαθήσει ο ελεύθερος άνθρωπος θα 'ταν αυτός που επιμένει να μείνει έξω από το κλουβί, ως μια πρωταρχική συνθήκη για να 'χει ευχάριστη ζωή. (Πεμπτουσία Του Ιψενισμού, 1922).

Πίστευε κι έγραφε πως στις φυλακές έπρεπε να βρίσκονται κείνοι που μπορούν ν' αναμορφωθούν. Εκείνοι που δε μπορούνε θα πρέπει να σκοτώνονται, όπως ένα επικίνδυνο σκυλί ή ένα δηλητηριώδες φίδι, για να μη γεμίζουν οι φυλακές, για να μη δεσμεύονται φύλακες, που σε τελική ανάλυση διαφθείρονται κι αυτοί από τους εγκληματίες αυτού του είδους. Ήταν άνθρωπος με πάθος. Αλλά το πάθος δεν έβλαψε το χιούμορ του, την ευρύτητα των απόψεών του και τη συνεχή εξεταστική ματιά του απέναντι στη ζωή. Η ευθύτητα κι η ετοιμότητα του νου, το καλωσόρισμα νέων ιδεών, η αγάπη του για τα όμορφα πράγματα, η ικανότητα να εκτιμήσει και να συμπαθήσει ακόμα κι αυτές τις δυνάμεις που είναι ενάντια του, είναι χαρακτηριστικά όχι απλού δραματουργού, αλλά φιλόσοφου του καιρού του, που ακόμα και σήμερα έχει πολλά πράγματα να μας πει και να μας μάθει. Έγραψε πάνω από 60 θεατρικά έργα και γενικά η θητεία του μυθιστοριογράφου, κριτικού λογοτεχνίας, δοκιμιογράφου και δημοσιογράφου, ήταν πραγματικά αξιόλογη.

Το έργο του

Θεατρικά
  • Plays Unpleasant (Έργα Δυσάρεστα, εκδ. 1898)
  • Widowers' Houses (Τα σπίτια των χήρων, 1892)
  • The Philanderer (1898)
  • Mrs Warren's Profession (Το επάγγελμα της κυρίας Γουώρεν, 1893)
  • Plays Pleasant (Έργα Ευχάριστα, εκδ. 1898):
  • Arms and the Man (Τα όπλα και τον άνθρωπο, 1894)
  • Candida (Κάντιντα, 1894)
  • The Man of Destiny (1895)
  • You Never Can Tell (Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις, 1897)
  • Three Plays for Puritans (Τρία έργα για Πουριτανούς, εκδ. 1901)
  • The Devil's Disciple (Ο μαθητής του Διαβόλου, 1897)
  • Caesar and Cleopatra (Καίσαρ και Κλεοπάτρα, 1898)
  • Captain Brassbound's Conversion (Ο προσηλυτισμός του κάπταιν Μπράσμπαουντ, 1899)
  • The Admirable Bashville (1901)
  • Man and Superman (Άνθρωπος και Υπεράνθρωπος, 1902–03)
  • John Bull's Other Island (Το άλλο νησί του Τζον Μπουλ, 1904)
  • How He Lied to Her Husband (1904)
  • Major Barbara (Ταγματάρχης Βαρβάρα, 1905)
  • The Doctor's Dilemma (Το δίλημμα του γιατρού, 1906)
  • Getting Married (1908)
  • The Glimpse of Reality (1909)
  • The Fascinating Foundling (1909)
  • Press Cuttings (1909)
  • Misalliance (Αταίριαστος γάμος, 1910)
  • Annajanska, the Bolshevik Empress (1917)
  • The Dark Lady of the Sonnets (1910)
  • Fanny's First Play (Το πρώτο έργο της Φάννυ, 1911)
  • Overruled (1912)
  • Androcles and the Lion (Ο Ανδροκλής και το λιοντάρι, 1912)
  • Pygmalion (Πυγμαλίων, 1912–13)
  • The Great Catherine (1913)
  • The Inca of Perusalem (1915)
  • O'Flaherty VC (1915)
  • Augustus Does His Bit (1916)
  • Heartbreak House (Το σπίτι της πονεμένης καρδιάς, 1919)
  • Back to Methuselah (Πίσω στον Μαθουσάλα, 1921)
  • In the Beginning
  • The Gospel of the Brothers Barnabas
  • The Thing Happens
  • Tragedy of an Elderly Gentleman
  • As Far as Thought Can Reach
  • Saint Joan (Αγία Ιωάννα, 1923)
  • The Apple Cart (Το κάρο με τα μήλα, 1929)
  • Too True To Be Good (Πολύ αληθινό για να είναι καλό, 1931)
  • On the Rocks (Στα βράχια, 1933)
  • The Six of Calais (1934)
  • The Simpleton of the Unexpected Isles (Ο αφελής των απρόσμενων νησιών, 1934)
  • The Shewing Up of Blanco Posnet (1909)
  • The Millionairess (1936)
  • Geneva (Γενεύη, 1938)
  • In Good King Charles's Golden Days (Στη χρυσή εποχή του καλού βασιλιά Καρόλου, 1939)
  • Buoyant Billions (1947)
  • Shakes versus Shav (Σαίξπηρ εναντίον Σω, 1949)

Κριτικές και άρθρα
  • Quintessence of Ibsenism (Η πεμπτουσία του Ιψενισμού, 1891)
  • The Perfect Wagnerite, Commentary on the Ring (Ο τέλειος Βαγκνερικός, σχόλια στο Δαχτυλίδι, 1898)
  • Common Sense about the War (Κοινή λογική για τον πόλεμο, 1914)
  • The Intelligent Woman's Guide to Socialism and Capitalism (Οδηγός της ευφυούς γυναικός στον Σοσιαλισμό και στον Καπιταλισμό, 1928)
  • Essays in Fabian Socialism (Δοκίμια για τον Φαβιανό Σοσιαλισμό, 1931)

Μυθιστορήματα
  • 1879:Ανωριμότητα Immaturity
  • 1880:Ο παράλογος κόμπος The irrational Knot
  • 1881:Η αγάπη μεταξύ των καλλιτεχνών Love among artist
  • 1882:Το επάγγελμα του Κάσελ Μπάιρον Cashel Byron's Profession
  • 1883:Ένας ακοινώνητος σοσιαλιστής An Unsocial Socialist

Διηγήματα
  • The Black Girl in Search of God and Some Lesser Tales (Το μαύρο κορίτσι ψάχνει τον Θεό και μερικές μικρότερες ιστορίες, 1932)
  • The Miraculous Revenge (Η θαυματουργή εκδίκηση)

Επιστολές
1878:Αγαπημένη μου Δωροθέα My Dear Dorothea and passion play


Ελληνικές μεταφράσεις
Το επάγγελμα του Κάσελ Μπάιρον : Δ.Π.Κωστελένος ("Γκοβόστης")
Ένας ακοινώνητος σοσιαλιστής : Δ.Π.Κωστελένος ("Γλάρος")

Η Μάχη των Δερβενακίων και η εκστρατεία του Δράμαλη

Η Μάχη των Δερβενακίων διεξάγεται ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1822. Ελληνική επαναστατική δύναμη με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη νικά τις οθωμανικές δυνάμεις του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη. Θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μάχες διότι έσωσε την Επανάσταση και εξασφάλισε την ελευθερία στη νεότερη Ελλάδα.
Η Μάχη των Δερβενακίων ήταν μία από τις σημαντικότερες μάχες που πραγματοποιήθηκαν κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, (Βλ. Επανάσταση 1821 ΕΔΩ) με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες και μεγάλη καταστροφή των οθωμανικών δυνάμεων υπό τον αρχιστράτηγο Μαχμούτ πασά Δράμαλη. Η μάχη αυτή δόθηκε στις 26 Ιουλίου 1822, σε δύο από τα τέσσερα μικρά ορεινά περάσματα (δερβενάκια), μεταξύ Κορίνθου και κοιλάδας Άργους, εξ ου και η ονομασία της. Άλλο αποτέλεσμα της μάχης αυτής ήταν η ενίσχυση της φήμης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, η οποία φόβισε τους τότε πολιτικούς αντιπάλους του.

Αποκλεισμός στην Αργολίδα
Ο Δράμαλης φθάνοντας με το ασκέρι του στο Άργος στις 12 Ιουλίου αντελήφθη την ερήμωση του κάμπου πλην όμως αποφάσισε να στρατοπεδεύσει προκειμένου να καταλάβει την ακρόπολη (Λάρισα), μη θέλοντας στη πορεία του για Τρίπολη ν΄ αφήσει πίσω του εχθρικές εστίες. Στην απόφαση αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι το κάστρο Λάρισα ήταν και το πρώτο κατά τη κάθοδό του στην Πελοπόννησο που πρόβαλε αντίσταση, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι σ΄ αυτό οι Αργείοι έχουν αποθηκεύσει τις περιουσίες τους καθώς και πολλά τρόφιμα. Έτσι ξεκίνησε από την επομένη η πολιορκία του κάστρου.

Μέρα με τη μέρα όμως ο οθωμανικός άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά επισιτιστικά προβλήματα. Επιπλέον, το καλοκαίρι του 1822 ήταν ιδιαίτερα θερμό, την άνοιξη υπήρξαν λίγες βροχοπτώσεις και τα περισσότερα πηγάδια και ρέματα γύρω από το Άργος είχαν στερέψει. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Δράμαλης άρχισε να σκέπτεται σοβαρά τη διακοπή της εισβολής και την επάνοδο στην Κόρινθο.

Στις 20 Ιουλίου οι Μύλοι Αργολίδας αποτελούσαν το στρατηγείο των Ελλήνων αγωνιστών πέριξ των οποίων είχαν συρρεύσει τα ελληνικά σώματα ατάκτων. Στο συμβούλιο που ακολούθησε, ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να περικυκλώσουν τους Τούρκους και έτσι αποφασίστηκε ο εγκλωβισμός του εχθρού στην αργολικό κάμπο, με αποκλεισμό των στενών των Δερβενακίων και ισχυρή άμυνα του Αχλαδόκαμπου και των Μύλων. Παράλληλα αποφασίστηκε ο απεγκλωβισμός των πολιορκημένων του κάστρου Λάρισα, οι οποίοι είχαν αρχίσει να υποφέρουν από ελλείψεις σε τρόφιμα και νερό. Άλλωστε ο αντικειμενικός σκοπός, για τον οποίο είχαν εγκλειστεί, είχε πετύχει απόλυτα με την καθήλωση του Δράμαλη στο Άργος, δίνοντας τον απαιτούμενο χρόνο στρατολόγησης και συγκέντρωσης των ελληνικών στρατευμάτων. Έτσι το βράδυ της 23ης Ιουλίου διατάχθηκαν κάποια τμήματα να προσβάλουν απ΄ όλες τις πλευρές τον χώρο. Μέσα στη νυκτερινή εκείνη ταραχή ειδοποιημένοι κατάλληλα οι πολιορκημένοι εξήλθαν ανενόχλητοι και ενώθηκαν με τα υπόλοιπα ελληνικά τμήματα.

Η καταστροφή του τούρκικου στρατού
Στις 26 Ιουλίου ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει προσωρινά στην Κόρινθο και κινήθηκε προς τα Δερβενάκια, στενό που ενώνει την αργολική με την κορινθιακή πεδιάδα. Η βασική διάβαση, με βάση το σχέδιο του Θ. Κολοκοτρώνη, φυλαγόταν από τον Αντώνη Κολοκοτρώνη και περίπου 1.500 άντρες.
Παράλληλα ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε τοποθετήσει τον Πλαπούτα με περίπου 800 άντρες στο Σχινοχώρι για να φυλάει τη βορειοδυτική έξοδο της Αργολίδας προς τη Στυμφαλία, και τους Νικηταρά – Παπαφλέσσα στο Στεφάνι – Αγιονόρι, με άλλους 800 άντρες για να φυλάξουν την τρίτη διάβαση προς την Κλένια.

Οι Τούρκοι της εμπροσθοφυλακής μπήκαν στο στενό πέρασμα και όταν έφτασαν στην έξοδο δέχτηκαν τα πυρά των κρυμμένων Ελλήνων. Λίγοι πέρασαν προς την πεδιάδα της Κουρτέσας και ο κύριος όγκος οπισθοχώρησε με μεγάλες απώλειες.

Αφού αυτό το πέρασμα φυλαγόταν καλά από τους Έλληνες, η εμπροσθοφυλακή και το κύριο σώμα στράφηκαν προς το δεύτερο κοντινό πέρασμα, αυτό του Άγιου Σώστη, ανατολικά από την κύρια διάβαση. Αυτό το πέρασμα ήταν πολύ ανηφορικό και πιο δύσκολο για τους πεζούς και τα ζώα, αλλά οι Τούρκοι το βρήκαν αφύλακτο και άρχισαν να περνούν προς την Κουρτέσα, ενώ τα τμήματα του Αντώνη Κολοκοτρώνη τους πλευροκοπούσαν. Εν τω μεταξύ, το σώμα των Νικηταρά – Παπαφλέσσα, το μεσημέρι ειδοποιήθηκε με σήματα καπνού ότι ο Δράμαλης κινείται προς τα Δερβενάκια. Ανασυντάχτηκε και με γρήγορη πορεία έφτασε το απόγευμα στις κορυφές ανατολικά, πάνω από τον Αγιο Σώστη, και είδαν τους Τούρκους που περνούσαν προς την Κουρτέσα. Τότε επιτέθηκαν αμέσως στους Τούρκους που βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο πυρά, ανατολικά οι νεοφερμένοι και δυτικά τα τμήματα του Α. Κολοκοτρώνη.

Η μάχη κράτησε μέχρι αργά τη νύχτα και οι Τούρκοι είχαν τρομακτικές απώλειες, σε ανθρώπους, ζώα και υλικά. Όταν σκοτείνιασε, η προσπάθεια των Τούρκων σταμάτησε και γύρισαν στην Τίρυνθα όπου είχαν και πριν το στρατόπεδό τους. Οι απώλειες των Τούρκων, κατά την 26η Ιουλίου, και με βάση τη διασταύρωση απομμνημονευμάτων, άλλων ειδήσεων και εγγράφων, υπολογίζονται περίπου στους 2.500 - 3.000 νεκρούς και τραυματίες.

Σύντομα η καταστροφή του Δράμαλη έγινε τραγούδι και θρύλος σε πολλά δημώδη ελληνικά τραγούδια:

Της Ρούμελης οι Μπέηδες και του Μωριά οι λεβέντες
Στο Ντερβενάκι κείτονται κορμιά δίχως κεφάλια ...

Επίλογος
Η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη ολοκληρώθηκε στη μάχη του Αγιονορίου, στις 28 Ιουλίου 1822. Έτσι, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στάθηκε ο οργανωτής και κύριος αυτουργός αυτής της νίκης που έσωσε την Επανάσταση και εξασφάλισε την ελευθερία στη νεότερη Ελλάδα.

************************************
***********************
************

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ

Η Εκστρατεία του Δράμαλη (Ιούνιος - Ιούλιος 1822) ήταν μεγάλης κλίμακας προσπάθεια των Τούρκων να καταστείλουν την Ελληνική Επανάσταση στην κυριώτερη εστία της, την Πελοπόννησο. Κατέληξε σε ολοκληρωτική αποτυχία και εξολόθρευση μεγάλου μέρους του οθωμανικού στρατού, στις μάχες των Δερβενακίων και του Αγιονορίου.
Η κάθοδος του Δράμαλη
Μετά από την τελική ήττα και τον θάνατο του Αλή Πασά, οι οθωμανικές δυνάμεις υπό τον Χουρσίτ πασά, οι οποίες είχαν σταθμεύσει στη Λάρισα (μεγάλο οθωμανικό στρατιωτικό κέντρο της εποχής), κινήθηκαν νότια, για να αντιμετωπίσουν την ελληνική επανάσταση με ισχυρότατο εκστρατευτικό σώμα. Επικεφαλής της στρατιάς αυτής, αποτελούμενη από περίπου 24.000 μάχιμους, τα τρία τέταρτα των οποίων ήταν έφιπποι, αρκετά πυροβόλα και πλήθος από φορτηγά ζώα, ήταν ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή αλλιώς Δράμαλης. Κύριος στόχος του Δράμαλη ήταν η ανάκτηση των οχυρών της Κορίνθου, του Ναυπλίου και της Τριπολιτσάς με επακόλουθο να συντρίψει την ελληνική εξέγερση, του Χαϊνί Ζορμπαλίκ όπως την αποκαλούσαν οι Οθωμανοί. Με τον Δράμαλη είχαν συστρατευθεί επίσης ως υπαρχηγοί και σωματάρχες τμημάτων ο Ζίχναλή Χασάν Πασάς, o πρώην Μέγας Βεζίρης Τοπάλ ή Σεΐντ Αλή Πασάς, ο πρώην υπουργός Εσωτερικών Ερήπ Αχμέτ Πασάς, ο περίφημος Χασάν Κασάμπασης, ο Τσαρκατζή Αλή Πασάς, ο Μόραλη Αλή Πασάς, ο διαβόητος Δελή ή Ντελή Αχμέτ, ο σπουδαίος Δελήμπασης και διάφοροι ντερεμπέηδες (= αυτόνομοι μπέηδες) της Μακεδονίας, Θράκης και Μαγνησίας, καθώς και τιμαριώτες όπως ο Εμίναγας Κιοπρουλή, ο Καστοριά Μεχμέτμπεης, ο Γιακούμπ Αγάς Καραοσμάνογλους κ.ά.

Ο Δράμαλης σταθμεύοντας για λίγο στο Ζητούνι περί τα τέλη Ιουνίου, συνέχισε την κάθοδό του προς τα νότια μέσω της Βοιωτίας, καταστρέφοντας τη Θήβα (1 Ιουλίου) και παρακάμπτοντας την Αθήνα, την Ακρόπολη της οποίας κρατούσαν 500 άνδρες. Στο πέρασμα της στρατιάς του Δράμαλη, κανένα από τα ελληνικά σώματα ατάκτων της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας δεν κατάφερε να προβάλλει αντίσταση. Οι κάτοικοι των τόπων που διερχόταν κατέφευγαν στα βουνά και σε σπηλιές, οι δε κάτοικοι της δυτικής Αττικής και της Μεγαρίδας καθώς και πολλοί Αρεοπαγίτες κατέφευγαν στη Σαλαμίνα, ενώ κάποιες μικρές δυνάμεις Ελλήνων που προσπάθησαν να υπερασπίσουν τα Μεγάλα Δερβένια του Κιθαιρώνα και στα Γεράνεια όρη υπό τους Ρήγα Παλαμήδη και Θανάση Δεληγιάννη καθώς και εκείνες στο φρούριο του Ακροκόρινθου υπό τον Αχιλλέα Θεοδωρίδη, δείλιασαν και διαλύθηκαν, υποχωρώντας στην Πελοπόννησο και σκορπώντας τον πανικό.

Τελικά ο Δράμαλης έφθασε με τον στρατό του στην Κόρινθο στις 5 Ιουλίου όπου και στρατοπέδευσε και στις 7 Ιουλίου κατέλαβε τον Ακροκόρινθο αμαχητί, έχοντας εγκαταλείψει προηγουμένως οι υπερασπιστές του τον χώρο. Οι θησαυροί του Κιαμήλμπεη, περιήλθαν στην κατοχή του, όπως και η χήρα του την οποία και νυμφεύθηκε. Γιορτάζοντας στη συνέχεια την μέχρι τότε επιτυχή του εκστρατεία και το γάμο του και εκδικούμενος τον θάνατο του Κιαμήλμπεη, έχτισε ζωντανούς κάποιους αιχμαλώτους από τη Ρούμελη νκρέμασε ανάποδα δύο υπερήλικες χριστιανούς ιερωμένους. Μετά συγκάλεσε συμβούλιο για να αποφασίσει την πορεία της εκστρατείας του. Οι σύμβουλοί του με προεξέχοντα τον Σέρεζλη Γιουσούφ Πασά φρούραρχο της Πάτρας, που είχε ξεθαρρέψει από τη λύση της πολιορκίας των Πατρών, αλλά και ο Μόραλη Αλή πασάς που γνώριζε την περιοχή του, πρότειναν να κάνει βάση του την Κόρινθο, σύμφωνα και με το παλαιότερο σχέδιο του Χουρσίτ Πασά, και να συγκεντρώσει ισχυρό στόλο στο λιμάνι της. Ο Δράμαλης όμως, μετά και από τις πληροφορίες που του έδωσαν οι κατάσκοποί του ότι ο δρόμος είναι ελεύθερος από επαναστάτες, και με δεδομένο ότι ο οθωμανικός στόλος παρέμενε στην Πάτρα αναμένοντας τον νέο καπουδάν πασά, αποφάσισε να συνεχίσει την επέλασή του με κατεύθυνση την Αργολίδα και από εκεί το Ανάπλι. Έτσι πέρασε από το στενό των Δερβενακίων και έφτασε στο Άργος στις 12 Ιουλίου στα περίχωρα του οποίου και στρατοπέδευσε. Παράλληλα έστειλε στ΄ Ανάπλι ένα μικρό απόσπασμα του ιππικού της εμπροσθοφυλακής από 50 ιππείς υπό τον Μόραλη Αλή πασά ορίζοντάς τον φρούραρχο Ναυπλίου προκειμένου να λύσει την υπό των Ελλήνων πολιορκία της φρουράς που ήταν ήδη έτοιμη να παραδοθεί και να ετοιμάσει την πόλη για μεγαλοπρεπή υποδοχή. Πράγματι ο Πελοποννήσιος αυτός αξιωματούχος έγινε πανηγυρικά δεκτός στο Ναύπλιο όπου και ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα.

Η κατάσταση της ελληνικής πλευράς
Η επικρατούσα την περίοδο εκείνη κατάσταση στο στρατόπεδο των Ελλήνων αγωνιστών δεν ήταν και η καλλίτερη, καθώς τότε άρχισε να εμφανίζεται η πρώτη δυσπιστία μεταξύ των πολιτικών και προκρίτων με τους οπλαρχηγούς. Τον Ιανουάριο του 1822 η τότε ελληνική κυβέρνηση (Εκτελεστικό) απέστειλε στον Θ. Κολοκοτρώνη δίπλωμα στρατηγού και τον διόρισε αρχηγό της πολιορκίας της Πάτρας, ώστε οι οθωμανικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί εκεί να μη ξεχυθούν στην Πελοπόννησο. Πράγματι ο Θ. Κολοκοτρώνης από τις 1 Μαρτίου ξεκινά την πολιορκία της Πάτρας με 6.500 ατάκτους Πελοποννησίους και μερικούς Ζακυνθινούς. Παράλληλα όμως οι πρόκριτοι κυρίως της ΒΔ. Πελοποννήσου ήθελαν ο αγώνας κατά των Οθωμανών να μετατοπιστεί στη Στερεά Ελλάδα, χωρίς βέβαια να λείψουν και οι ραδιουργίες και οι παρασκηνιακές αντενέργειες ιδίως των Δεληγιανναίων σε βάρος του Κολοκοτρώνη. Η μόνη δε αξιόλογη μάχη που έγινε τότε έξω από την Πάτρα ήταν στις 9 Μαρτίου με νίκη των Ελλήνων. Τότε άρχισαν να διαδίδονται διάφορες φήμες από προκρίτους ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης στην Κόρινθο μαζί με κάποιους οπλαρχηγούς ετοιμάζονται να ανατρέψουν τον "εκλαμπρότατον" πρόεδρο του Εκτελεστικού (πρωθυπουργό) Α. Μαυροκορδάτο. Τα αποτελέσματα αυτών των φημών υπήρξαν ολέθρια κυρίως στη στρατολόγηση αλλά και στη γενικότερη οργάνωση των Ελλήνων (πολιτική και στρατιωτική).

Τότε το Εκτελεστικό έστειλε διαταγές στους προκρίτους για υποχρεωτική στρατολόγηση ανδρών των περιοχών τους προκειμένου να οργανωθεί τακτικός στρατός και να εκστρατεύσουν στην Ανατολική και Δυτική Στερεά. Η στρατολόγηση αυτή που γινόταν υπό απειλή δήμευσης περιουσιών στους μη προσερχόμενους, είχε αποφασιστεί σε γενική συνέλευση και των δύο πολιτικών σωμάτων με δεδομένο ότι ο εχθρός εκινείτο στη Στερεά. Παρότι όμως το βουλευτικό εξαιρούσε της στρατολόγησης τους άνδρες που βρίσκονταν περί την Πάτρα, οι πρόκριτοι φθονώντας τον Κολοκοτρώνη εφάρμοσαν το μέτρο και στην Πάτρα με συνέπεια να απογυμνώνεται σιγά σιγά ο στρατηγός από το στράτευμα που είχε δημιουργήσει. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον Θ. Κολοκοτρώνη ο οποίος και αποφάσισε τη λύση της πολιορκίας της Πάτρας. Ο ίδιος μετακινήθηκε στο Άργος όπου και προσκάλεσε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Νικήτα Σταματελόπουλο και άλλους φίλους του σε συνάντηση. Η κίνησή του αυτή σε συνέχεια των φημών δημιούργησε έντονες αγωνίες για την εξέλιξη της κατάστασης τόσο στους χωρικούς όσο κυρίως στους προκρίτους. Την αγωνία εκείνη ήρθε και ενίσχυσε η είδηση της καταστροφής που σημειώθηκε στη μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου), όπου ο φόβος εμφυλίου άρχισε να γίνεται ορατός. Σαν να μην έφθαναν αυτά, άρχισαν και οι φιλονικίες μεταξύ των οπλαρχηγών για την κατοχή κάποιων αρματολικιών όπως π.χ. των Αγράφων μεταξύ Καραϊσκάκη και Ράγκου, του Βλοχού μεταξύ Στάικου και Βλαχόπουλου, των Κραβάρων μεταξύ Πηλάλα και Καναβού, ενώ πολλοί ακόμα οπλαρχηγοί άρχιζαν να συνάπτουν ψεύτικα "καπάκια" με τους Τούρκους, δηλαδή να ψευτοπροσκυνούν προσωρινά τον εχθρό όπως π.χ. ο Γώγος Μπακόλας, ο Ιωάννης Σιαφάκας, ο Στορνάρης κ.ά.

Στις κρίσιμες εκείνες στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης, την έκρηξη εμφυλίου απέτρεψε κυριολεκτικά η συνταρακτική είδηση της εισβολής του Δράμαλη στην Πελοπόννησο και η κατάληψη του Ακροκόρινθου, η απώλεια του οποίου υπήρξε πλήγμα για τους Έλληνες. Έτσι ο φόβος του εμφυλίου μετατράπηκε σε πανικό από την κυβέρνηση μέχρι τους χωρικούς. Η δε ταχύτατη κάθοδος του Δράμαλη είχε ευνοηθεί ακριβώς από την γενικότερη ακαταστασία των τότε ελληνικών πραγμάτων, τόσο στη Στερεά όσο και στην Πελοπόννησο. Σημειώνεται ότι η τότε ελληνική διοίκηση δεν είχε καμία πληροφορία για την κάθοδο του Δράμαλη και των σκοπών του, παρότι από τις 24 Ιουνίου ο μόλις αμνηστευθείς Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε στείλει στον αντιπρόεδρο του εκτελεστικού Αθανάσιο Κανακάρη την περίφημη λακωνική επιστολή που ανέφερε: "Σας στέλω 30.000 Τούρκους για να μονοιάσετε. Κάμετέ τους ότι θέλετε. Εγώ υπόσχομαι να μην αφήσω άλλους να περάσουν και αναλαμβάνω τον Σερασκέρ Χουρσίτ πασά."

Κανείς όμως δεν έδωσε στοιχειώδη σημασία επειδή ακριβώς αποστολέας ήταν ο Δυσέας (όπως ονομαζόταν ο Ανδρούτσος στη γλώσσα των αγωνιστών).
Πανικός στην Αργολίδα
Η είδηση της εισβολής του Δράμαλη στην Πελοπόννησο καθώς και η αναφορά στην τεράστια στρατιά του σκόρπισε τον πανικό. Απελπισμένοι οι χωρικοί εγκατέλειψαν τα χωριά τους αναζητώντας καταφύγιο στα βουνά. Μεγαλύτερη όμως ταραχή και πανικός σημειώθηκε στο Άργος που την εποχή εκείνη είχαν μεταφερθεί εκεί οι πρόσφυγες των Κυδωνιών και της Χίου. Τα γυναικόπαιδα αυτών στην ιδέα ότι μπορεί να ξαναζήσουν τις τουρκικές αγριότητες που είχαν υποστεί πριν λίγους μήνες, με αλαλαγμούς και θρήνους άρπαζαν ότι πολύτιμο είχαν και σαν τρελοί έπαιρναν το δρόμο για τους Μύλους. Η δε κυβέρνηση που έδρευε τότε στο Άργος αντί με το παράδειγμά της να δώσει θάρρος στον κόσμο λιποψύχησε και τα περισσότερα μέλη του Εκτελεστικού, της Βουλευτικής επιτροπής και μινίστροι (υπουργοί), ξεπερνώντας σε ταχύτητα την άτακτη φυγή των κατοίκων, έσπευσαν πανικόβλητα στους Μύλους όπου και επιβιβάστηκαν σε δύο πλοία - ημιολίες - που βρίσκονταν εκεί, μία των Κουντουριωτών και μία του Σπετσιώτη Κολομπόταση, με τις οποίες στη συνέχεια ανοίχτηκαν στον Αργολικό Κόλπο.

Παράλληλα στο Άργος είχαν καταφύγει και ο Δ. Υψηλάντης με λίγους ατάκτους του, αλλά και οι πρόκριτοι της Κορίνθου που έντρομοι ανακηρύττουν τον Θ. Κολοκοτρώνη αρχιστράτηγο με απόλυτη ελευθερία δράσης. Μέσα σ΄ εκείνη την ατμόσφαιρα του τρόμου, της σύγχυσης και της αναρχίας ένεκα πανικού δύο ιστορικές μορφές ξεχωρίζουν και επιβάλλονται, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Υψηλάντης λαμβάνοντας τη θαρραλέα απόφαση της άμεσης σύγκρουσης με τις δυνάμεις του Δράμαλη.

Πολεμικό σχέδιο Ελλήνων
Τον ίδιο χρόνο που συσκεπτόταν ο Δράμαλης στην Κόρινθο, ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Υψηλάντης κατέστρωναν το σχέδιο αντιμετώπισής του στο Άργος. Κύριο πρόβλημα ήταν ο τεράστιος οθωμανικός στρατός σε αντίθεση με τις σχεδόν ανύπαρκτες ελληνικές δυνάμεις ατάκτων, έπειτα μάλιστα από τις άστοχες εκείνες κυβερνητικές διαταγές στρατολόγησης για δημιουργία τακτικού στρατού υπό των προκρίτων, που το μόνο που είχαν επιφέρει ήταν η σύγχυση και η έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους των στρατολογημένων και τελικά η διάλυσή τους αφού καμία επιχείρηση δεν ανέλαβαν (οι πρόκριτοι). Έτσι αναζητήθηκαν τρόποι ή συνθήκες που θα μπορούσαν να μειώσουν την επιχειρησιακή ικανότητα του εχθρού αλλά και πίστωση χρόνου για ανασυγκρότηση ελληνικών μονάδων ατάκτων. Λύση στην πρώτη περίπτωση έδινε η ίδια η μορφολογία του ελληνικού εδάφους που δεν ήταν τίποτε άλλο από την εκμετάλλευση των ορεινών περασμάτων, για δε τη δεύτερη επιλέχθηκε ο αντιπερισπασμός με συνεχείς οχλήσεις προκειμένου να επέλθει διάσπαση της εχθρικής δύναμης, ή χρονική καθήλωση με ταυτόχρονη εφαρμογή παθητικής άμυνας μέχρι να ολοκληρωθεί η ανασυγκρότηση των ατάκτων. Πρώτη ενέργεια παθητικής άμυνας ήταν η άμεση διαταγή της πυρπόλησης όλων των γεννημάτων και καρπών του αργολικού κάμπου και η απομάκρυνση όλων των κοπαδιών αιγοπροβάτων και των βοοειδών από την περιοχή.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, αν και πρόεδρος τότε της Βουλευτικής επιτροπής δεν μιμήθηκε την ιταμή φυγή σε πλοία αλλά έσπευσε στους Μύλους όπου και συγκρότησε ομάδα 700 ανδρών αναλαμβάνοντας την εκτέλεση των αντιπερισπασμών. ενισχύοντας αρχικά την Ακρόπολη του Άργους, το καλούμενο φρούριο Λάρισα. που στο μεταξύ είχε προκαταλάβει ο Μανιάτης οπλαρχηγός Καραγιάννης, ή Καρίγιαννης με τους συντρόφους του. Ο δε Θ. Κολοκοτρώνης αναλαμβάνοντας την ανασυγκρότηση ατάκτων δυνάμεων περιέτρεχε έφιππος την ύπαιθρο της Αρκαδίας καλώντας τους Έλληνες στα όπλα. Το παράδειγμά του ακολούθησαν ο Νικηταράς και ο Παπαφλέσσας που είχαν προστρέξει εξ αρχής.

Η δυνατή φωνή του Κολοκοτρώνη αντήχησε σ΄ όλη την Πελοπόννησο και χιλιάδες μαχητές άρχισαν να τον ακολουθούν. Ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν τελείως αγράμματος πλην όμως, παράλληλα με τις ηγετικές του ικανότητες είχε το χάρισμα να μεταδίδει αυτό που πίστευε διεγείροντας πάντα υπέρ αυτού τα αισθήματα των Ελλήνων. Εν προκειμένω στους εγερτήριους λόγους του δεν περιοριζόταν μόνο στις έννοιες πατρίδα, θρησκεία και δόξα αλλά ήξερε να διεγείρει τις ισχυρότερες λαϊκές προλήψεις, βεβαιώνοντας ότι πλήθος οιωνών όπως αρνιά, περιστέρια και κοράκια προαναγγέλλουν την ασφαλή καταστροφή του Δράμαλη. Με τέτοιους πειστικούς λόγους είχαν φθάσει οι Μωραΐτισσες να φωνάζουν στους άνδρες τους "τρέξτε γιατί αν δεν πάτε θα πάμε εμείς !". Κάτω από αυτές τις συνθήκες και η Γερουσία "εξ ανάγκης" συνέπραξε καλώντας όλους τους οπλαρχηγούς να συνταχθούν με τον επίσημα πλέον αρχιστράτηγο Κολοκοτρώνη.

Την ημέρα που ο Δράμαλης στρατοπέδευσε στο Άργος ο Κολοκοτρώνης ξεκινούσε από την Τρίπολη έχοντας συγκεντρώσει πολυάριθμους ατάκτους που συνεχώς αυξάνονταν, όπως ο ποταμός που δέχεται τα ρυάκια από τις εκατέρωθεν πλαγιές των βουνών. Στο δρόμο της επιστροφής στον Αχλαδόκαμπο ο Κολοκοτρώνης συναντώντας μία ομάδα Μανιατών με μουλάρια που ερχόταν από το Άργος με λάφυρα τους φώναξε "για πού τραβάτε, ορέ;" και εκείνοι απάντησαν "παμε να ξεφορτώσουμε τους αρρώστους και τα πράγματά μας και μετά επιστρέφουμε στη μάχη", "Άε στου διαόλου τη μάνα, κακαβούλια!" τους αποκρίθηκε εκείνος και συνέχισε την κάθοδο προς τους Μύλους. Οι Μανιάτες αυτοί, προκειμένου ν΄ αποφύγουν τη χλεύη των ατάκτων που ακολουθούσαν άλλαξαν δρόμο. Την ντροπή τους ξέπλυνε ο οπλαρχηγός Καραγιάννης, ή Καρίγιαννης στο κάστρο του Άργους.

Οι αντίπαλοι στρατοί
Ο Δράμαλης, ήταν πρίγκιπας (Μπεηζάνης) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχοντας διακριθεί παλαιότερα ως στρατιωτικός (Σερντάρης), στην Αίγυπτο αλλά και στον ελλαδικό χώρο από τον Μάιο του 1821, και ήδη Βαλής της Λάρισας. Μετά το θάνατο του Αλή Πασά και τη διάλυση του Πασαλικιού των Ιωαννίνων διορίσθηκε από τον Σουλτάνο Μόρα-Βαλεσί, λαμβάνοντας ταυτόχρονα εντολή να καταπνίξει την ελληνική επανάσταση. Για το σκοπό αυτό κατάφερε και συγκρότησε μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη, πρωτοφανή για την περιοχή από την αρχή της τουρκοκρατίας, από περίπου 30.000 μαχητές, εκ των οποίων το 1/5 αποτελούσαν ιππείς, επικουρούμενοι από έξι κανόνια φερόμενα σε άμαξες. Σημειώνεται όμως ότι απ΄ όλη αυτή τη δύναμη μόνο το 1/3 αποτελούσε τακτικό οσμανικό στρατό, τα υπόλοιπα 2/3 συγκροτούνταν από ατάκτους ντελήδες (ριψοκίνδυνους), τουρκαλβανούς (μουσουλμάνους Αλβανούς), παλαίμαχους προηγουμένων εκστρατειών, συνεπώς έμπειρους αλλά και οπλισμένους με καινούργια όπλα. Η διοικητική μέριμνα όμως μιας τέτοιας σε μέγεθος στρατιάς ήταν δυσανάλογα ανεπαρκής.

Η κίνηση της στρατιάς αυτής ακολουθούσε το οσμανικό τυπικό της συνεχούς φάλαγγας όπου προηγούνταν οι δερβίσηδες και οι ιερωμένοι, αγέρωχοι και υπό ενθουσιασμό αλαλάζοντας. Αυτούς ακολουθούσαν τύμπανα και άλλα βροντώδη όργανα σε ρυθμικούς ήχους, των οποίων έπονταν ο έφιππος αρχιστράτηγος με το επιτελείο, τις σημαίες, και τη φρουρά του και ακολούθως ο τακτικός στρατός που έψελνε στίχους του Κορανίου. Τούτων ακολουθούσαν τα άτακτα στίφη, που άλλοι τραγουδούσαν, ή αλάλαζαν, ή πυροβολούσαν στον αέρα. Τελευταίοι ακολουθούσε ένα πλήθος από υποζύγια, κάρα, φορτωμένα με τρόφιμα και πολεμοφόδια, υπηρέτες, υπαλλήλους και τεχνίτες. Εκατέρωθεν της φάλαγγας περιέτρεχαν καλπάζοντας οι ιππείς προκαλώντας τεράστια σύννεφα κονιορτού σε όλο το μήκος της. Οι δε ήχοι τυμπάνων, οι αλαλαγμοί, οι κρότοι των όπλων και τα χλιμιντρίσματα των αλόγων ενισχύονταν από την αντήχηση μέσα σε χαράδρες. Ο Πουκεβίλ περιγράφοντας τη στρατιά παρομοιάζει το θόρυβο της με μυκηθμούς παμμέγιστης αγέλης ταύρων σε εξόρμηση.

Από την άλλη πλευρά, οι Έλληνες αποτελούσαν περιστασιακά σώματα ατάκτων Πελοποννησίων χριστιανών (Ελλήνων και Αρβανιτών), κυρίως γεωργών και κτηνοτρόφων που είχαν εγκαταλείψει τις εργασίες τους και είχαν πρόχειρα στρατολογηθεί από τους καπεταναίους και τους οπλαρχηγούς. Αυτοί ήταν μερικώς οπλισμένοι με παλιά τουφέκια και σπαθιά ενώ πολλοί από αυτούς ως οπλισμό έφεραν αγροτικά εργαλεία όπως τσουγκράνες, δρεπάνια και μαχαίρια. Αν και ασύντακτοι και απειθάρχητοι ήταν ικανότατοι σε γιουρούσια (καταδρομικές επιχειρήσεις) κλεφτοπολέμου και ιδιαίτερα εκπληκτικοί σε όλους τους τύπους ακροβολισμών και προκαλύψεων καθώς και σε ταχύτατες διαβάσεις ορεινών όγκων. Βέβαια στερούνταν σε ιππικό σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα, γεγονός που τους στερούσε τη δυνατότητα καταδίωξης του εχθρού μετά από μάχες. Έτσι σε νικηφόρες εκβάσεις περιορίζονταν στη συνέχεια στη λαφυραγωγία για αποκατάσταση των ελλείψεών τους όπως π.χ. πιστόλες, τουφέκια, βόλια, σπάθες (γιαταγάνια), κανόνια και μπάλες καθώς και διάφορα υποζύγια (άλογα, καμήλες, μουλάρια κ.λπ), ή είδη εκστρατείας π.χ. καζάνια, σκηνές κ.λπ.. Η διανομή όλων αυτών γινόταν πάντα υπό την επιμέλεια των οπλαρχηγών και καπεταναίων.

Υπό τον αρχιστράτηγο Θ. Κολοκοτρώνη στρατολογήθηκαν τουλάχιστον 6.000 πεζοί, ενώ άλλοι 2.000 υπό τους αρχηγούς Υψηλάντη, Νικηταρά και Παπαφλέσσα. Μεταξύ δε αυτών των δυνάμεων υπήρχαν και 100 Μακεδόνες υπό τον καπετάν Γάτσο.

Αποκλεισμός στην Αργολίδα
Ο Δράμαλης φθάνοντας με το ασκέρι του στο Άργος στις 12 Ιουλίου αντελήφθη την ερήμωση του κάμπου πλην όμως αποφάσισε να στρατοπεδεύσει προκειμένου να καταλάβει το κάστρο Λάρισα μη θέλοντας στη πορεία του για Τρίπολη ν΄ αφήσει πίσω του εχθρικές εστίες. Στην απόφαση αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι το κάστρο Λάρισα ήταν και το πρώτο κατά τη κάθοδό του στην Πελοπόννησο που πρόβαλε αντίσταση, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι σ΄ αυτό οι Αργείοι έχουν αποθηκεύσει τις περιουσίες τους καθώς και πολλά τρόφιμα. Έτσι ξεκίνησε από την επομένη η πολιορκία του κάστρου.

Μέρα με τη μέρα όμως ο οθωμανικός στρατός άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά επισιτιστικά προβλήματα (ο καπετάν ψωμάς ή καπετάν πείνας, κατά την ιδιωματική γλώσσα των αγωνιστών του 1821). Κατά σύμπτωση, το καλοκαίρι του 1822 ήταν ιδιαίτερα θερμό, την άνοιξη υπήρξαν λίγες βροχοπτώσεις και τα περισσότερα πηγάδια και ρέματα γύρω από το Άργος είχαν στερέψει. Τα δε σταφύλια κάποιων μικρών αμπελώνων ήταν ακόμα άγουρα που προκαλούσαν πυρετούς και δυσεντερίες σε όσους τα έτρωγαν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Δράμαλης άρχισε να σκέπτεται σοβαρά τη διακοπή της εισβολής και την επάνοδο στην Κόρινθο.

Στις 20 Ιουλίου οι Μύλοι Αργολίδας αποτελούν το στρατηγείο των Ελλήνων αγωνιστών πέριξ των οποίων έχουν συρρεύσει τα ελληνικά σώματα ατάκτων. Στο συμβούλιο που ακολουθεί αποφασίζεται, με προτοπή του Κολοκοτρώνη, ο εγκλωβισμός του εχθρού στην αργολικό κάμπο, με αποκλεισμό των στενών των Δερβενακίων και ισχυρή άμυνα του Αχλαδόκαμπου και των Μύλων. Παράλληλα αποφασίστηκε ο απεγκλωβισμός των πολιορκημένων του Κάστρου Λάρισα οι οποίοι είχαν αρχίσει να υποφέρουν από ελλείψεις σε τρόφιμα και νερό. Άλλωστε ο αντικειμενικός σκοπός για τον οποίο και είχαν εγκλειστεί, η καθήλωση του Δράμαλη στο Άργος, είχε επιτευχθεί και έδωσε τον απαιτούμενο χρόνο στρατολόγησης και συγκέντρωσης των ελληνικών στρατευμάτων. Έτσι το βράδυ στις 23 Ιουλίου διατάχθηκαν κάποια τμήματα να προσβάλουν απ΄ όλες τις πλευρές τον χώρο. Μέσα στη νυκτερινή εκείνη ταραχή ειδοποιημένοι κατάλληλα οι πολιορκημένοι εξήλθαν ασφαλώς και ενώθηκαν με τα ελληνικά τμήματα.

Η καταστροφή του τούρκικου στρατού
Στις 26 Ιουλίου ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει προσωρινά στην Κόρινθο και κινήθηκε προς τα Δερβενάκια, ένα στενό που ενώνει την αργολική με την κορινθιακή πεδιάδα. Η προσπάθειά του αυτή απέτυχε στη μάχη των Δερβενακίων και του Αγίου Σώστη, στις 26 Ιουλίου. Η δεύτερη μάχη διεξάχθηκε στο Αγιονόρι, στις 28 Ιουλίου καθώς ο Δράμαλης, ξεκινώντας πάλι από την Τίρυνθα, δοκίμασε την τύχη του στην τρίτη διάβαση προς την Κόρινθο. Σε αυτές τις καθοριστικές μάχες, ουσιαστικά εξουδετέρωθηκε η στρατιά του Δράμαλη και τα υπολείμματά της δεν κατάφεραν να φύγουν ποτέ από την Κόρινθο.
Άγαλμα του Θ.Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια
Η συμβολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ο εμπνευστής, σχεδιαστής και πρωτεργάτης της νίκης. Όταν οι Έλληνες βρίσκονταν σε πανικό και έψαχναν δρόμο διαφυγής, με την επιμονή του και τη δραστηριότητά του κατόρθωσε να συντάξει και να οργανώσει στρατό και με το στρατηγικό του σχέδιο έφθειρε το στρατό του Δράμαλη στον κάμπο του Άργους. Αυτός επέμεινε να ερημώσουν τον τόπο από τα σιτηρά και τα τρόφιμα, ώστε να μη βρίσκει ο Δράμαλης ζωοτροφές. Αυτός επέμεινε να πιάσουν έγκαιρα τα στενά για να τους χτυπήσουν εκεί πιστεύοντας πως ο Δράμαλης δεν θα προχωρούσε βαθύτερα στην Πελοπόννησο, αλλά θα επέστρεφε στην Κόρινθο. Παρόλο που οι άλλες γνώμες στο πολεμικό συμβούλιο ήταν αντίθετες, πήρε επάνω του όλη την ευθύνη, οδηγώντας τους Έλληνες επαναστάτες στην τελική νίκη.

Έτσι, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στάθηκε ο οργανωτής και κύριος αυτουργός αυτής της νίκης που έσωσε την επανάσταση και εξασφάλισε την ελευθερία στη νεότερη Ελλάδα.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/