Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Στηριγμένος στα ιστορικά διδάγματα ο λαός να αποκτήσει εμπιστοσύνη στη δύναμή του

Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί για το λαό πηγή εξαγωγής συμπερασμάτων, χρήσιμων για τον ίδιο σήμερα και αντίθετων από αυτά που προπαγανδίζει η αστική τάξη και τα κόμματά της, που επαναλαμβάνουν με κάθε ευκαιρία τα περί "εθνικής ενότητας", για να εξαπατούν τους εργαζόμενους και να τους κρατούν δεμένους στο άρμα της πολιτικής που συντρίβει τα δικαιώματά τους. Εθνική ενότητα σε μια ταξική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει, ούτε σε καιρό ειρήνης ούτε στον πόλεμο.
Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ για την 28η Οκτωβρίου 1940
«Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί για το λαό πηγή εξαγωγής συμπερασμάτων, χρήσιμων για τον ίδιο σήμερα και αντίθετων από αυτά που προπαγανδίζει η αστική τάξη και τα κόμματά της, που επαναλαμβάνουν με κάθε ευκαιρία τα περί "εθνικής ενότητας", για να εξαπατούν τους εργαζόμενους και να τους κρατούν δεμένους στο άρμα της πολιτικής που συντρίβει τα δικαιώματά τους. Εθνική ενότητα σε μια ταξική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει, ούτε σε καιρό ειρήνης ούτε στον πόλεμο.

Το ΚΚΕ τιμά τους απλούς ανθρώπους που αγωνίστηκαν με ανιδιοτέλεια τότε και αργότερα μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, καθώς και στρατιωτικούς που εξέφρασαν το γνήσιο λαϊκό πατριωτισμό.

Οι φυλακισμένοι και εξόριστοι κομμουνιστές ζήτησαν να σταλούν στο μέτωπο, κάτι που αρνήθηκε η δικτατορία Μεταξά, ενώ στη συνέχεια παρέδωσε τους κρατούμενους στους κατακτητές, ανάμεσά τους και τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη, που τον έκλεισαν στο Νταχάου.

Στη συνέχεια, το ΚΚΕ έδωσε όλες του τις δυνάμεις για να οργανωθεί η αντίσταση στους κατακτητές. Μια χούφτα κομμουνιστές που ήταν ελεύθεροι και άλλοι που δραπέτευσαν από τις φυλακές, ξεκίνησαν τον αγώνα μέσα στις δύσκολες συνθήκες της τριπλής κατοχής, αλλά και της ηττοπάθειας που καλλιεργούσαν στο λαό οι αστικές δυνάμεις, τόσο εκείνες που εγκατέλειψαν τη χώρα, όσο κι εκείνες που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή. Το ΚΚΕ ήταν ο βασικός εμπνευστής, καθοδηγητής και αιμοδότης της ΕΑΜικής Αντίστασης. Εδωσε στον αγώνα τα καλύτερα παιδιά του. Αυτός ο αγώνας προσφέρει παραδείγματα αξεπέραστου ηρωισμού. Προσφέρει, επίσης, πολύτιμα διδάγματα για τη λαϊκή πάλη σήμερα, για το δίκιο του λαού, για την εργατική εξουσία.

Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, που συστατικό στοιχείο του υπήρξε και ο Ελληνοϊταλικός, ήταν το αποτέλεσμα των αντιθέσεων μεταξύ των τότε ιμπεριαλιστικών χωρών για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Τον πόλεμο τροφοδότησε η καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του '30. Ψεύδεται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, που ισχυρίζεται ότι η οικονομική κρίση του 1929-1933 ξεπεράστηκε με την εφαρμογή της θεωρίας του Κέινς. Γιατί το 1938 ξέσπασε νέα καπιταλιστική κρίση, ενώ την κεϊνσιανή γραμμή υλοποίησε και ο Χίτλερ.

Οι αντιθέσεις, κυρίως ανάμεσα στις ΗΠΑ - Βρετανία - Γαλλία και Γερμανία - Ιαπωνία - Ιταλία, από ένα σημείο και μετά δεν μπορούσαν να λυθούν παρά μόνο ένοπλα. Ταυτόχρονα, στόχος και των δύο ιμπεριαλιστικών μπλοκ ήταν η καταστροφή του πρώτου εργατικού σοσιαλιστικού κράτους, της Σοβιετικής Ενωσης, που αποτελούσε φάρο για όλους τους λαούς και ήταν έμπρακτη απόδειξη της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Κι αυτό ανεξάρτητα από το ότι οι ΗΠΑ - Βρετανία υποχρεώθηκαν τελικά να συμμαχήσουν με την ΕΣΣΔ.

Η αλήθεια ότι "ο πόλεμος αποτελεί τη συνέχιση της ίδιας πολιτικής με άλλα μέσα" παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη και διδακτική. Ιδιαίτερα σήμερα που πυκνώνουν οι εστίες πολέμων, με επίκεντρο την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου και των αγορών από τους επιχειρηματικούς ομίλους. Είναι επομένως υπαρκτός ο κίνδυνος αυτοί οι ανταγωνισμοί να οδηγήσουν σ' ένα πιο γενικευμένο πόλεμο. Σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το ΚΚΕ είναι έτοιμο να ασκήσει τον αυτοτελή ιδεολογικοπολιτικό και οργανωτικό ρόλο του, για να μη βρεθεί ο λαός κάτω από τη σημαία των εκμεταλλευτών του.

Σήμερα που η ΕΕ και τα αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα προσπαθούν να κρύψουν τον πραγματικό χαρακτήρα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Που αποσιωπούν την τεράστια προσφορά της Σοβιετικής Ενωσης στη συντριβή του φασισμού, που εξισώνουν το φασισμό με τον κομμουνισμό, που ταυτίζουν την πάλη του εργατικού - λαϊκού κινήματος με την εγκληματική δράση ναζιστικών μορφωμάτων, όπως η Χρυσή Αυγή, που είναι ένα από τα χέρια του κεφαλαίου, αποτελεί ανάγκη οι μαζικοί φορείς, οι εκπαιδευτικοί, αλλά και κάθε τίμιος άνθρωπος, να πρωτοστατήσουν για να μάθουν οι εργαζόμενοι και ιδιαίτερα η νεολαία όλη την αλήθεια για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Να μην περάσει η παραχάραξη της Ιστορίας.

Στηριγμένος στα διδάγματα από την Ιστορία, ο λαός να εμπιστευτεί το ΚΚΕ, να αποκτήσει εμπιστοσύνη και δύναμη στην πάλη του για το δίκιο και τη νίκη. Να βαδίσει στο δρόμο της κοινωνικής λαϊκής συμμαχίας, για να γίνει αφέντης του πλούτου που παράγει, έξω από τις λυκοσυμμαχίες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, σε μια κοινωνία χωρίς φτώχεια, ανεργία, κρίσεις και πολέμους: Το σοσιαλισμό».


ΠΗΓΗ: http://www.rizospastis.gr

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός: έναρξη Βυζαντινού εμφυλίου πολέμου ή Δεύτερος Παλαιολόγειος Εμφύλιος Πόλεμος

Ο Ιωάννης ΣΤ´ Καντακουζηνός ανακηρύσσεται, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1341 μ.Χ., στο Διδυμότειχο, Βυζαντινός αυτοκράτορας. Έναρξη του Βυζαντινού εμφυλίου πολέμου του 1341-1347. Οι συνέπειες της παρατεταμένης σύγκρουσης αποδείχθηκαν καταστροφικές για την Αυτοκρατορία, η οποία είχε ανακτήσει μια σχετική σταθερότητα υπό τον Ανδρόνικο Γ΄. Επτά χρόνια πολέμου, η επιδρομές των διαφόρων στρατών, η κοινωνική αναταραχή, και η έλευση του Μαύρου Θανάτου κατέστρεψε το Βυζάντιο και το κατέστησε σκιά του εαυτού του.


Ο Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός (1292 - 15 Ιουνίου 1383) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας και ιστορικός ο οποίος κάθισε στο θρόνο από το 1341 μέχρι την εκούσια παραίτησή του το 1354. Τυπικά όμως, στέφθηκε αυτοκράτορας μόλις το 1347, ως συναυτοκράτορας του Ιωάννη Ε', διότι κατά το διάστημα που μεσολάβησε από το θάνατο του Ανδρόνικου Γ' μέχρι το 1347, δεν υπήρχε επίσημος εστεμμένος αυτοκράτορας, αφού ο τελευταίος αυτοκράτορας δεν είχε ορίσει διάδοχο.

Βιογραφία
Η απρονοησία του Ανδρόνικου Γ' να ορίσει διάδοχο έφερε το κράτος σε ένα επικίνδυνο καθεστώς ακυβερνησίας. Ο ανήλικος γιος του Ιωάννης Ε' δεν είχε στεφθεί συναυτοκράτορας και έτσι δημιουργήθηκε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα, το οποίο έσπευσαν να εκμεταλλευτούν διάφοροι παράγοντες της εξουσίας, όπως η Αυτοκράτειρα και χήρα του Ανδρόνικου Άννα της Σαβοΐας, ο φιλόδοξος Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας και ο στρατηγός Αλέξιος Απόκαυκος. Μόνος εγγυητής της ομαλότητας σε αυτό το χάος ήταν ο έντιμος και πιστός Ιωάννης Καντακουζηνός, ο οποίος είχε σταθεί στο πλευρό του αυτοκράτορα μέχρι το τέλος, και ο οποίος αρχικά προσπάθησε να εξασφαλίσει τα δικαιώματα του νεαρού Ιωάννη, στο τέλος όμως βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί του. Όντας συχνά σε εκστρατείες, ήταν εύκολος στόχος των μηχανορραφιών της Κωνσταντινούπολης. Ο Δεύτερος Εμφύλιος των Βυζαντινών ξεκινά το 1341 και στη διάρκειά του οι αντίπαλες πλευρές αναγκάστηκαν να συνάψουν συμμαχίες με εχθρούς του Βυζαντίου, όπως το Στέφανο Δουσάν της Σερβίας ο οποίος άλλαξε στρατόπεδα κατά τα ίδια συμφέροντα, αλλά ακόμα και τους ίδιους τους Τούρκους, τους οποίους έφεραν ως επιδιαιτητές οι ίδιοι οι Βυζαντινοί στην καθαρά εσωτερική αυτή υπόθεση. Παράλληλα, ξόδεψαν κάθε ίχνος χρυσού που υπήρχε διαθέσιμο, με χαρακτηριστικό δείγμα την κατάθεση των αυτοκρατορικών κοσμημάτων σε βενετικό ενεχυροδανειστήριο από την Άννα της Σαβοίας έναντι ευτελούς ποσού. Η διαμάχη τελείωσε το 1347, με πρώτο αυτοκράτορα τον ανήλικο Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο και συναυτοκράτορα τον Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνό. Οι εμφύλιες συγκρούσεις, όμως, έληξαν οριστικά μόνο όταν ο δεύτερος παραιτήθηκε από το θρόνο το 1354, και εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ, αφήνοντας μόνο ηγέτη το νεαρό Παλαιολόγο.

Τις ημέρες βασιλείας του Καντακουζηνού, ξέσπασε και η ησυχαστική διαμάχη που δίχασε τον ορθόδοξο λαό και κλήρο. Αντίπαλοι στην έριδα αυτή, ο Γρηγόριος Παλαμάς από την πλευρά των ησυχαστών και ο Νικηφόρος Γρηγοράς από τους ενάντιους. Η έριδα αυτή, αν και βαθειά θεωρητική, αποτέλεσε σημαντικό πρόβλημα που προσετέθη στα λοιπά δεινά του κράτους, αφού δηλητηρίασε την κοινωνική ειρήνη για πολλά χρόνια. Κατά την υπερχιλιόχρονη βυζαντινή παράδοση, ο ίδιος ο Αυτοκράτορας κλήθηκε να το αντιμετωπίσει το θέμα, με την σύγκλιση 4 διαδοχικών συμβουλίων και τελική έκβαση τη δικαίωση του ησυχαστικού κινήματος το 1349.


Επίσης, το 1347 ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη επιδημία πανούκλας, που οδήγησε στο θάνατο, κατά ορισμένες εκδοχές, έως και τα 8/9 του πληθυσμού της Βασιλεύουσας. Τον ίδιο καιρό, σημειώθηκαν διαμάχες μεταξύ των Βενετών και Γενουατών, με πεδίο μάχης την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Προσπαθώντας να επιλύσει το πρόβλημα που του προκαλούσε αυτή η αναταραχή, ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπέστη οδυνηρή ναυτική ήττα από τους Γενουάτες στον Κεράτιο το 1349. Νέα μάχη το 1352 είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Μελανότερο ίσως σημείο της διακυβέρνησής του είναι η συμμαχία του με το Σουλεϊμάν πασά, σε εκστρατεία κατά του Ιωάννη Ε', ο οποίος πολιορκούσε την Αδριανούπολη ενάντια στο διοικητή της, γιο του ίδιου του Καντακουζηνού. Οι τουρκικές ορδές επιδόθηκαν στις γνωστές τους συνήθειες των σφαγών και της λεηλασίας, πράξεις που στα μάτια των Βυζαντινών υπηκόων έγιναν με τη συγκατάθεση ή έστω την ανοχή του συναυτοκράτορά τους.

Το 1354, η ερημωμένη από καταστροφικό σεισμό Καλλίπολη εποικήθηκε από Τούρκους του Σουλεϊμάν, οι οποίοι (προσκεκλημένοι του ίδιου του Καντακουζηνού) διαπίστωσαν και μόνοι τους τον πλούτο και την ευφορία της Θράκης. Έτσι, πατούν για πρώτη φορά πόδι με αξιώσεις στην ίδια την ευρωπαïκή γη, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την ίδια τη Βασιλεύουσα.

Συμμετέχοντας ενεργά στη διακυβέρνηση για περισσότερα από 25 χρόνια, αλλά εστεμμένος Αυτοκράτορας μόλις για επτά, ο Ιωάννης Καντακουζηνός είναι σημαντική μορφή ανάμεσα στους Βυζαντινούς ηγέτες. Προικισμένος με πλείστα από τα προσόντα που απαιτούνται για έναν άξιο Αυτοκράτορα, βρέθηκε να έχει τα ηνία του κράτους υπό τόσο δυσμενείς διεθνείς συγκυρίες, που πιθανόν άλλος, λιγότερο ικανός, να μην είχε καταφέρει να το διασώσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι αν και ποτέ δεν αμφισβήτησε επίσημα την πρωτοκαθεδρία του Ιωάννη Ε' στο θρόνο, βρέθηκε μονίμως κατηγορούμενος για έλλειψη αφοσίωσης σε αυτόν, με αποτέλεσμα μακροχρόνιες εμφύλιες διαμάχες οι οποίες συνέθλιψαν οικονομικά αλλά και πολιτικά το Βυζάντιο.

Νομίσματα
Ο Ιωάννης ΣΤ' έκοψε χρυσά υπέρπυρα, αργυρά βασιλικά, τορνέζια από κράμα χαλκού με λίγο άργυρο και χάλκινα ιστάμενα.

Στο υπέρπυρον εικονίζεται ο Ιωάννης Ε' και ο Ιωάννης ΣΤ' εκατέρωθεν του Χριστού που τους στέφει. Στην πίσω όψη τείχη πόλεως με πύργους και προτομή της Θεοτόκου στη μέση.


Βυζαντινός Εμφύλιος Πόλεμος (1341-1347)


Ο Βυζαντινός εμφύλιος πόλεμος 1341-47, μερικές φορές αναφερόμενος ως Δεύτερος Παλαιολόγειος Εμφύλιος Πόλεμος, ήταν μια σύγκρουση που ξέσπασε μετά το θάνατο του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου για την κηδεμονία του εννιάχρονου γιου και διαδόχου του, Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου. Ενέπλεξε από την μία πλευρά τον κύριο συνεργάτη του Ανδρόνικου Γ΄, Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό, και από την άλλη την αντιβασιλεία υπό την αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη ΙΔ΄ Καλέκα, και τον μέγα δούκα Αλέξιο Απόκαυκο. Ο πόλεμος πόλωσε την Βυζαντινή κοινωνία διαχωρίζοντας τις κοινωνικές τάξεις, με την αριστοκρατία να υποστηρίζει τον Καντακουζηνό και τις κατώτερες και μεσαίες τάξεις να υποστηρίζουν την αντιβασιλεία. Σε μικρότερο βαθμό, η σύγκρουση απέκτησε και θρησκευτική χροιά. Το Βυζάντιο είχε εμπλακεί στη διαμάχη του Ησυχασμού, και η τήρηση του μυστικιστικού δόγματος του Ησυχασμού συχνά ταυτιζόταν με υποστήριξη προς τον Καντακουζηνό.

Ως βασικός συνεργάτης και πιο στενός φίλος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄, ο Καντακουζηνός ανέλαβε την κηδεμονία του ανήλικου Ιωάννη Ε΄ μετά το θάνατο του αυτοκράτορα, τον Ιούνιο του 1341. Ενώ όμως ο Καντακουζηνός ήταν απών από την Κωνσταντινούπολη το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ένα πραξικόπημα με επικεφαλής τον Αλέξιο Απόκαυκο και τον Πατριάρχη Ιωάννη ΙΔ΄ εξασφάλισε την υποστήριξη της αυτοκράτειρας Άννας και καθιέρωσε μια νέα αντιβασιλεία. Σε απάντηση, ο στρατός και οι οπαδοί του Καντακουζηνού τον ανακήρυξαν συναυτοκράτορα τον Οκτώβριο, επιβεβαιώνοντας το χάσμα μεταξύ του ιδίου και της νέας αντιβασιλείας, το οποίο κλιμακώθηκε αμέσως σε ένοπλη σύγκρουση.

Κατά τα πρώτα χρόνια του πολέμου, οι δυνάμεις της αντιβασιλείας επικράτησαν. Στον απόηχο διαφόρων αντιαριστοκρατικών εξεγέρσεων, κυρίως αυτή των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη, η πλειοψηφία των πόλεων της Θράκης και της Μακεδονίας τέθηκαν υπό τον έλεγχο της αντιβασιλείας. Με τη βοήθεια του Στεφάνου Δουσάν της Σερβίας και του Ουμούρ Μπέη του Αϊδινίου, ο Καντακουζηνός σταδιακά αντέστρεψε την κατάσταση. Μέχρι το 1345, παρά την αποστασία του Δουσάν και την απόσυρση του Ουμούρ, ο Καντακουζηνός απέκτησε το πάνω χέρι και το διατήρησε με τη βοήθεια του Ορχάν, κυβερνήτη του Οθωμανικού εμιράτου. Η δολοφονία τον Ιούνιο του 1345 του μέγα δούκα Απόκαυκου, του βασικού ιθύνοντα νου της αντιβασιλείας, της επέφερε ένα σοβαρό πλήγμα. Επισήμως εστεμμένος ως αυτοκράτορας στην Αδριανούπολη το 1346, ο Καντακουζηνός εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη στις 3 Φεβρουαρίου 1347. Κατόπιν συμφωνίας θα κυβερνούσε για δέκα χρόνια ως πρώτος αυτοκράτορας και αντιβασιλέας για τον Ιωάννη Ε΄, έως ότου αυτός να ενηλικιωθεί και να κυβερνήσει ως ίσος. Παρά την προφανή του νίκη, σε λίγα χρόνια η επανάληψη του εμφυλίου πολέμου ανάγκασε τον Καντακουζηνό να παραιτηθεί και να αποσυρθεί για να μονάσει το 1354.

Οι συνέπειες της παρατεταμένης σύγκρουσης αποδείχθηκαν καταστροφικές για την Αυτοκρατορία, η οποία είχε ανακτήσει μια σχετική σταθερότητα υπό το Ανδρόνικο Γ΄. Επτά χρόνια πολέμου, η επιδρομές των διαφόρων στρατών, η κοινωνική αναταραχή, και η έλευση του Μαύρου Θανάτου κατέστρεψε το Βυζάντιο και το κατέστησε σκιά του εαυτού του. Η σύγκρουση επίσης επέτρεψε στον Δουσάν να κατακτήσει την Αλβανία, την Ήπειρο και το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, όπου ίδρυσε τη Σερβική Αυτοκρατορία. Η Β΄ Βουλγαρική Αυτοκρατορία απέκτησε επίσης έδαφος βόρεια του ποταμού Έβρου.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ: Η αστική τάξη δεν πάλεψε για την απελευθέρωση αλλά για να στεριώσει την εξουσία της

Η 28η του Οκτώβρη είναι γνωστή ως η επέτειος που ο ελληνικός λαός όρθωσε το ανάστημά του για να πολεμήσει ενάντια στην ιμπεριαλιστική εισβολή του ιταλικού φασισμού στα 1940 και ενώ μαινόταν ήδη ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Το λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα έγραψε την περίοδο του πολέμου, αλλά και στη συνέχεια, τις πιο λαμπρές σελίδες της λαϊκής πάλης.
Στέφανος Σαράφης - Αρης Βελουχιώτης - Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης)
Ένα ζήτημα, σχετικά με το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που ανάμεσα σε άλλα βρίσκεται στο πεδίο της ιδεολογικής διαπάλης της περιόδου είναι το ζήτημα της εξουσίας. Τα «σύγχρονα αστικά ρεύματα» στη μελέτη της Ιστορίας επιδιώκουν να αφαιρέσουν το ταξικό στοιχείο από την αντιφασιστική πάλη, προκειμένου να πείσουν τις λαϊκές μάζες πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από τη διαιώνιση του καπιταλισμού. Αποσιωπώντας το γεγονός πως στην απελευθερωτική πάλη κατά του άξονα η αστική τάξη δεν πήρε μέρος, γι' αυτό άλλωστε δε γιορτάζει την απελευθέρωση, ενώ ταυτόχρονα πάσχιζε εν μέσω πολέμου να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις διατήρησης της εξουσίας της μετά το τέλος του.

Η άρχουσα τάξη της Ελλάδας, ακόμη πριν από τον πόλεμο και στη διάρκεια της προετοιμασίας του προετοιμαζόταν η ίδια να αντιμετωπίσει ανάλογες καταστάσεις, φροντίζοντας η πάλη της ενάντια στο εργατικό και γενικότερα το λαϊκό κίνημα, να γίνεται ολοένα και πιο αποτελεσματική, με αποκορύφωμα τότε την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον Μεταξά. Το καθεστώς της οποίας αρνήθηκε να απελευθερώσει τους κρατούμενους στις φυλακές και τις εξορίες κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές, προκειμένου, όπως ζητούσαν, να σταλούν εθελοντικά στο πολεμικό μέτωπο. Οσοι δεσμώτες κομμουνιστές δεν κατάφεραν να αποδράσουν παραδόθηκαν στους Γερμανούς κατακτητές, πολλοί από τους οποίους στάλθηκαν στα στρατόπεδα του Νταχάου, του Αουσβιτς, του Μαουτχάουζεν και αλλού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο τότε ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης. Ακόμη και σ' αυτήν την ιστορική στιγμή, το ταξικό ζήτημα για την άρχουσα τάξη ήταν το πρωτεύον, τα ταξικά της συμφέροντα ήταν πάνω απ' όλα.

Ποια ήταν όμως η δράση του αστικού πολιτικού κόσμου;

Στο κέντρο ο «κουίσλιγκ» πρωθυπουργός Ι. Ράλλης. Δεξιά ο υπουργός Εσωτερικών Αν. Ταβουλάρης. Ανάμεσά τους διακρίνεται Γερμανός αξιωματικός και αριστερά ο προδότης συνταγματάρχης Ι. Πλυντζανόπουλος μπροστά στον «Αγνωστο Στρατιώτη» στην πλατεία Συντάγματος στις 4.1.1944
Στο κέντρο ο «κουίσλιγκ» πρωθυπουργός Ι. Ράλλης. 
Δεξιά ο υπουργός Εσωτερικών Αν. Ταβουλάρης. 
Ανάμεσά τους διακρίνεται Γερμανός αξιωματικός 
και αριστερά ο προδότης συνταγματάρχης Ι. Πλυντζανόπουλος 
μπροστά στον «Αγνωστο Στρατιώτη» στην πλατεία 
Συντάγματος στις 4.1.1944
Ενιαίοι απέναντι στο κίνημα παρά τις διαφορές τους.
Από τις 27 Απρίλη 1941, που ο γερμανικός στρατός μπήκε στην Αθήνα, η αστική τάξη και ο πολιτικός της κόσμος, βαθιά διχασμένοι όσον αφορά στο στρατόπεδο που έπρεπε να επιλέξουν στο ιμπεριαλιστικό σύστημα (με τη Βρετανία ή με τη Γερμανία, όπου υπερείχε ασύγκριτα η προτίμηση στην πρώτη), αλλά και διχασμένοι όσον αφορά στο πολιτειακό (βασιλευομένη ή αβασίλευτη δημοκρατία), διχασμένοι ακόμα ως προς τη μορφή της αστικής διακυβέρνησης (οπαδοί του Μεταξά οι μεν, με την κοινοβουλευτική δημοκρατία οι δε), στάθηκαν ενιαίοι όσον αφορά στο ΚΚΕ και το λαϊκό κίνημα.

Και το έκαναν αυτό, είτε βρίσκονταν στο Λονδίνο και το Κάιρο ως κυβέρνηση των φυγάδων, είτε βρίσκονταν στην Ελλάδα απέχοντας από την πάλη κατά των κατακτητών, είτε οργάνωναν άλλες αντιστασιακές δυνάμεις του εγγλέζικου στρατοπέδου (ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ κ.ά.), είτε, τέλος, συνεργαζόμενοι με τους Γερμανοϊταλούς και Βούλγαρους κατακτητές (δοσίλογοι).

Οι μεταξύ τους αντιθέσεις, από τη μια, και ο φόβος που τους προξενούσε η πάλη του λαϊκού παράγοντα, από την άλλη (και τα δύο σε συνθήκες κατακτημένης χώρας), έκαναν τα πράγματα εξαιρετικά σύνθετα, ανατρέποντας σχηματικούς διαχωρισμούς. Αστοί που δεν ήταν δοσίλογοι, καθώς και αντιστασιακοί του αστικού χώρου, συνεργάζονταν και με τους Γερμανούς, ενώ καραμπινάτοι συνεργάτες των Γερμανών βοηθούσαν και τους Εγγλέζους.

Ο τρίτος κατά σειρά διορισμένος δήμαρχος της Αθήνας, επιχειρηματίας Αγγελος Γεωργάτος, υπηρετώντας την τάξη του, συνεργαζόταν και με τους Γερμανούς, ενώ έγραψε για τον κρυφό ρόλο του στην Κατοχή:

«Τον Ιούνιον του 1942 ήρχισα συνεργαζόμενος απευθείας πλέον με το εν Ελλάδι παράρτημα της Μυστικής Αγγλικής Υπηρεσίας» (1).

Οι πολιτικοί και στρατιωτικοί εκπρόσωποι της εγχώριας αστικής τάξης, ύστερα από την κατάκτηση, έστω με τις περιορισμένες κρατικές εξουσίες που διέθεταν, επιχείρησαν να επανδρώσουν τους διαθέσιμους μηχανισμούς, αλλά και να δημιουργήσουν νέους, προσβλέποντας στη μετακατοχική περίοδο. Οι προσπάθειες και οι σχεδιασμοί εντάθηκαν πυρετωδώς από το 1943, αλλά τα πρώτα βασικά μέτρα πάρθηκαν απ' την αρχή.

Στις 27 Απρίλη 1941, το γερμανικό στρατό υποδέχτηκε επιτροπή, με επικεφαλής τον φρούραρχο της Αθήνας, υποστράτηγο Χρήστο Καβράκο, που του παρέδωσε τις πόλεις της Αθήνας και του Πειραιά. Για την ιστορία σημειώνουμε οτι ο Καβράκος ήταν επικεφαλής του στρατιωτικού αποσπάσματος που επιτέθηκε στη λαϊκή εξέγερση στα Τρίκαλα 23 Φλεβάρη 1925 με κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου. Οι στρατιώτες αρνήθηκαν να χτυπήσουν και πυροβόλησε ο Καβράκος και ορισμένοι ακόμα. Σκότωσαν 8 εργάτες και αγρότες διαδηλωτές, ανάμεσά τους ένα κορίτσι 12 χρόνων, ενώ υπήρχαν και 25 τραυματίες. Τον Καβράκο εκτέλεσε η ΟΠΛΑ στις 8 του Δεκέμβρη 1944.

Οι κατοχικές κυβερνήσεις
Το πρώτο ζήτημα που τέθηκε μπροστά στην αστική τάξη ήταν η δημιουργία κυβέρνησης. Υπήρξε σχεδόν πλήρης ομοφωνία ότι έπρεπε να σχηματιστεί. Κι έτσι συγκροτήθηκε η κυβέρνηση Τσολάκογλου. Ο ίδιος έγραψε:

«... τρανωτάτην απόδειξιν του ότι πάντες ήθελον την ύπαρξιν Κυβερνήσεως αποτελεί η γνώμη των αρχηγών πολιτικών κομμάτων της Χώρας (...) κληθέντες παρ' εμού εις το Πρωθυπουργικόν γραφείον (...) Επέδειξαν κατανόησιν της σοβαρότητος της πατριωτικής χειρονομίας που έκαμα και με ενεθάρρυναν εις το πατριωτικόν έργον (...)» (2).

Από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος είπε προς τον στρατηγό Μουτούση, υπουργό Συγκοινωνιών της κυβέρνησης Τσολάκογλου:

«Είναι Θείον Δώρον διά τον Ελληνικόν Λαόν και μεγάλη συγκατάβασις του κατακτητού το ότι εδέχθη να γίνη Ελληνική Κυβέρνησις» (3).

Τον Τσολάκογλου έσπευσαν να συγχαρούν: Θεόδωρος Πάγκαλος, Στυλιανός Γονατάς, Αλέξανδρος Οθωναίος, Δημήτριος Μάξιμος, Ντίνος Τσαλδάρης, Γεώργιος Παπανδρέου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Βασίλης Δελιγιάννης, Γεώργιος Πεσματζόγλου, Γεώργιος Μερκούρης, Περικλής Ράλλης, Ιωάννης Σοφιανόπουλος, Στέφανος Στεφανόπουλος, Ντίνος Ροδόπουλος, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Σταύρος Κωστόπουλος, Κρείττων Δηλαβέρης κ.ά.

Ο Γ. Τσολάκογλου έγραψε:

«ΟΙ ΒΡΕΤΑΝΝΟΙ ΕΧΡΕΙΑΖΟΝΤΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΝ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑΝ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ» (4).

Στις 2 του Δεκέμβρη 1942 ο Τσολάκογλου παραιτήθηκε. Τον αντικατέστησε ο Κ. Λογοθετόπουλος, που παρέμεινε στην πρωθυπουργία μέχρι τον Απρίλη 1943.

Στις 7 Απρίλη 1943 σχημάτισε κυβέρνηση ο Ι. Δ. Ράλλης, ο οποίος είχε διετελέσει υπουργός του Λαϊκού Κόμματος στο Μεσοπόλεμο. Για το διορισμό του δοσίλογου πρωθυπουργού έχει τη δική της αξία η μαρτυρία του επιτετραμμένου του Ράιχ στην Ελλάδα Γκίντερ Αλτενμπουργκ:

«...θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι ο Ράλλης είχε δηλώσει επανειλημμένα σε μεταξύ μας συζητήσεις, ότι ανέλαβε το αξίωμα μετά από συνεννόηση με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου» (5). Και ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κομνηνός Πυρομάγλου:

«Η Κυβέρνησις Ι. Ράλλη σχηματίζεται (...) με την ρητήν συγκατάθεσιν των Αρχηγών των αστικών Πολιτικών Κομμάτων και την υποστήριξιν των αρχών κατοχής εις την Ελλάδα (...) Ακόμη και με την σιωπηράν έγκρισιν του Βασιλέως Γεωργίου Β΄ και την σιωπηράν ανοχήν του Λονδίνου» (6).

Τις συνθήκες στις οποίες ανέλαβε τη διακυβέρνηση ο Ι. Ράλλης, υπογράμμισε ο ίδιος:

«...Δεν ωμίλησα όμως ακόμη ειμή ακροθιγώς, περί του λόγου ο οποίος έσχε την μεγαλυτέραν επί της συνειδήσεώς μου επίδρασιν. (...) Ο λόγος αυτός ήτο ότι, κατ' Απρίλιον 1943 διεγράφετο σαφώς εις τον ορίζοντα των προβλέψεων η ήττα της Γερμανίας (...) Αι πρόοδοι των ανατρεπτικών στοιχείων ήσαν καταφανείς. Τα θεμέλια του κοινωνικού μας καθεστώτος εσείοντο» (7).

Η ταξική πάλη δε σταματά
Ο αστικός πολιτικός κόσμος είχε βαθύτατη συνείδηση ότι ο λαϊκός αγώνας κατά των καταχτητών είχε κατά βάθος ταξικό περιεχόμενο. Δεν ξεγελιόταν από το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο του, που δεν άφηνε σε μεγάλο βαθμό να φανεί, το ταξικό. Στη γερμανική κατοχή, εκτός από την εκμετάλλευση, την πείνα τη δυστυχία και το θάνατο που ζούσαν η εργατική τάξη και τα άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα υπήρξαν και αυτοί που πλούτιζαν. Οι καπιταλιστές αναπροσάρμοσαν τη λειτουργία των επιχειρήσεών τους στις ανάγκες του στρατού κατοχής. «Τσιμέντα, μηχανουργικές επιχειρήσεις, ελαιουργεία κ.λπ. τέθηκαν στη διάθεση των καταχτητών». (8) Ταυτόχρονα, έκαναν την εμφάνισή τους νέα τμήματα της αστικής τάξης, οι περιβόητοι μαυραγορίτες, ενώ εκείνοι που κατεξοχήν θησαύρισαν, ήταν οι εφοπλιστές. Ταυτόχρονα, ο αστικός πολιτικός κόσμος είχε καθαρό ότι ο ξεσηκωμός του λαού θα τον αφύπνιζε και σε ό,τι αφορούσε στη στάση των αστικών κομμάτων στα προηγούμενα χρόνια, οπότε είχαν παραδώσει την εξουσία στην 4η Αυγούστου.

Ουσιαστικά, η ταξική πάλη ανάμεσα στην άρχουσα τάξη της Ελλάδας από τη μια πλευρά και στην εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα από την άλλη, διεξαγόταν ακόμη και σ' αυτήν την περίοδο, σ' όλη την πορεία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα για το «ΠΟΙΟΣ - ΠΟΙΟΝ», στο ζήτημα της εξουσίας. Και απασχολούσε το ίδιο την άρχουσα τάξη, αλλά και την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Σε όλη αυτή την περίοδο το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ είχαν να αντιμετωπίσουν και την ντόπια ένοπλη αντίδραση με τις δικές της οργανώσεις, από τη «Χ» του Γρίβα, την ΠΑΟ, τη ΜΑΥ, έως τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας και άλλες που στήριζαν το ντόπιο κατοχικό καθεστώς. Οπως, επίσης, και τον ΕΔΕΣ του Ναπ. Ζέρβα, που ήταν το αντίβαρο των αστικών δυνάμεων στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ και, ουσιαστικά, δρούσε ενάντιά τους με τη συνδρομή και των Αγγλων.

Παρ' όλ' αυτά το ΚΚΕ, ενώ είχε τεράστια συνεισφορά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον αγώνα, δεν μπόρεσε να διαμορφώσει τη στρατηγική που θα οδηγούσε προς την επαναστατική επίλυση του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας.

Παραπομπές

1. Αρχείο ΚΚΕ - Εγγραφο 499149, Εμπιστευτική Εκθεσις Αγγέλου Γεωργάτου, σελ. 5 - 6.

2. Γεωργίου Κ. Σ. Τσολάκογλου, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΙΣ «ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ», Αθήναι, 1959, σελ. 165.

3. Κ. Λογοθετόπουλου, «Ιδού η αλήθεια», Αθήναι, 1948, σελ. 18.

4. Γεωργίου Κ. Σ. Τσολάκογλου, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΙΣ «ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ», Αθήναι, 1959, σελ. 243 - 244.

5. Χάγκεν Φλάισερ, ΣΤΕΜΜΑ ΚΑΙ ΣΒΑΣΤΙΚΑ, τ. Α΄, εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ, σελ. 31.

6. Κομνηνού Πυρομάγλου, Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ, εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, Αθήνα, 1978, σελ. 384.

7. Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΡΑΛΛΗΣ ΟΜΙΛΕΙ ΕΚ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ, 1947, σελ. 42.

8. Π. Ρούσου, «Η μεγάλη πενταετία» τ. Α, σελ. 131, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Ψ.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

ΠΗΓΗ: http://www.rizospastis.gr

Γκρεμίζουν συθέμελα το Σύστημα της Κοινωνικής Ασφάλισης και "βγάζουν λάδι" αυτούς που λεηλάτησαν τα Ταμεία

Να σημάνει συναγερμός!
Με άθλια επιχειρήματα και με συκοφαντίες σε βάρος ασφαλισμένων και συνταξιούχων, η κυβέρνηση προσπαθεί να νομιμοποιήσει τις ανατροπές που ετοιμάζει για λογαριασμό του μεγάλου κεφαλαίου.
Η ανακοίνωση του πορίσματος της Επιτροπής για το Ασφαλιστικό που είχε συστήσει το ίδιο το υπουργείο Εργασίας και οι αλλεπάλληλες δηλώσεις και συνεντεύξεις αρμόδιων κυβερνητικών στελεχών που έβαζαν το πλαίσιο των νέων ανατροπών, προκάλεσαν ανησυχία και αντιδράσεις από ασφαλισμένους και συνταξιούχους.

Μπροστά στον κίνδυνο διόγκωσης αυτού του κλίματος δυσαρέσκειας και ενώ ήδη εκατοντάδες σωματεία βρίσκονται σε τροχιά κινητοποιήσεων και προετοιμάζονται για την πανελλαδική απεργία στις 12 Νοέμβρη, η κυβέρνηση προχώρησε σε αναπροσαρμογή της επικοινωνιακής της πολιτικής και της προπαγάνδας της.

Ετσι, μετά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου της Κοινωνικής Πολιτικής, οι διαρροές που έβγαιναν από το Μαξίμου ήταν πως δήθεν «δεν τους εκφράζει το πόρισμα της Επιτροπής», πως «η κυβέρνηση θα διαμορφώσει τη δική της πρόταση», ενώ την ίδια στιγμή που κυβερνητικά στελέχη σαφώς ανακοίνωναν νέες μειώσεις στις συντάξεις, μέχρι και κατάργηση της επικουρικής σύνταξης, με σχόλιά τους έσπευδαν να καθησυχάσουν ότι «δε θα γίνουν οριζόντιες μειώσεις», ότι η ενσωμάτωση των επικουρικών στην κύρια γίνεται δήθεν για να σωθούν, πως η «μεταρρύθμιση» που ετοιμάζεται θα εξασφαλίσει «αξιοπρεπείς συντάξεις και όχι φιλοδωρήματα».

Αυτά λέγονται όταν πριν λίγους μήνες, με την προσυπογραφή και σύναψη του 3ου μνημονίου, η κυβέρνηση αναλάμβανε συγκεκριμένες δεσμεύσεις, όχι μόνο για τις περικοπές στις συντάξεις, τη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης προς τα Ταμεία, αλλά κυρίως υιοθετούσε τις βασικές αρχές του νέου ασφαλιστικού μοντέλου, με τον καθορισμό «κοινών κανόνων» εισφορών και παροχών, στενότερης διασύνδεσης των πρώτων με τις δεύτερες, η οποία περιορίζει έως και καταργεί τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα της Κοινωνικής Ασφάλισης, σαρωτικών ενοποιήσεων σε ένα Ταμείο, με εξομοίωση παροχών προς τα κάτω και αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης.

Ως εκ τούτου, στο 3ο μνημόνιο, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω η κυβέρνηση επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ότι θα το εφαρμόσει μέχρι κεραίας - μάλιστα πολλές φορές ο υπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης υποστηρίζει ότι πολλές από τις «αλλαγές» που συμπεριλαμβάνει θα έπρεπε να τις κάνουμε μόνοι μας και χωρίς να μας το ζητήσουν (!) - υπήρχαν όλες οι βασικές παράμετροι του «νέου Ασφαλιστικού».

Στο κάτω - κάτω, αυτό που ανέλαβε να κάνει η Επιτροπή, ήταν να μορφοποιήσει και να αναπτύξει αυτή τη στρατηγική που ήδη είχε αποτυπωθεί στο 3ο μνημόνιο και με τη σειρά της αποτελεί εξειδίκευση δεδομένων κατευθύνσεων της ΕΕ για τα συστήματα της Κοινωνικής Ασφάλισης σε όλα τα κράτη - μέλη.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, όχι μόνο δεν υπαναχωρεί από τη στρατηγική της στόχευση, αλλά επιχειρεί μέσα από την επικοινωνιακή της πολιτική, με την τακτική του «ζεστού - κρύου», του «είπα - ξείπα», να την φέρει ακόμα πιο κοντά, να αποπροσανατολίσει τους εργαζόμενους, να παραμυθιάσει με το δήθεν «κοινωνικό διάλογο» που θα κάνει, να δημιουργήσει κλίμα αναμονής και τελικά να καταφέρει να ψηφίσει τις αντιδραστικές αλλαγές που θα σημάνουν και τη χαριστική βολή στη δημόσια Κοινωνική Ασφάλιση.

Απ' αυτή την άποψη, η στοχευμένη επιχειρηματολογία που διοχετεύει η κυβέρνηση για να στηρίξει τις ανατροπές - όπως σε άρθρο της «Αυγής» στις 16/10 - χρειάζεται να απαντηθεί και να πολεμηθεί, καθώς αναπαράγει μέχρι κεραίας τον ιδεολογικό βόρβορο που κατά σύστημα εκτόξευαν κατά της δημόσιας Κοινωνικής Ασφάλισης και των ασφαλισμένων οι πιο ακραιφνείς εκπρόσωποι των αντιδραστικών ανατροπών.

Ο «Ριζοσπάστης» κωδικοποιεί και σχολιάζει παρακάτω ορισμένα από τα βασικά επιχειρήματα, με τα οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να σύρει τους εργαζόμενους να προσυπογράψουν τις ανατροπές σε βάρος τους.

********************************
**********************
**************

Βγάζουν λάδι αυτούς που λεηλάτησαν τα Ταμεία

Γράφτηκε σε άρθρο της «Αυγής»: «Το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων στη χώρα έφτασε σε αδιέξοδο. Οι παλιές και οι νέες περικοπές συντάξεων δεν είναι παρά τα συμπτώματα που δείχνουν ότι το ασφαλιστικό σύστημα καταρρέει, διαλύεται και δεν θα υπάρχει στο μέλλον αν δεν αλλάξει εκ θεμελίων (...) Οι συντάξεις, πάντως, είτε αλλάξει είτε δεν αλλάξει το σύστημα, θα περικοπούν. Το αναδιανεμητικό σύστημα τελείωσε. Και τελείωσε επειδή ήταν άδικο, φαύλο, σπάταλο και αντιλαϊκό».

Η αστική τάξη και οι κυβερνήσεις της δεν θα έβρισκαν πιο άξιο συνήγορο. Αλήθεια όμως: Μόνο του το Ασφαλιστικό έφτασε σε αδιέξοδο; Μόνο του καταρρέει και διαλύεται; Φυσικό φαινόμενο είναι η διάλυσή του; Και οι κυβερνήσεις που αποφάσιζαν δεν φέρουν ευθύνες; Αυτοί που ωφελούνταν για δεκαετίες από τις αποφάσεις αυτές, δεν έχουν ονοματεπώνυμο;

Η πραγματικότητα είναι ότι πάνω στην καμπούρα των ασφαλισμένων, στο αίμα και τον ιδρώτα τους, από τις εισφορές τους, τα αποθεματικά των Ταμείων, στηρίχτηκε όλη η μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξη. Οτι οι εισφορές που τώρα λείπουν από τα Ταμεία, έγιναν εργοστάσια, τράπεζες, καράβια, μέσα από το φθηνό δανεισμό του κεφαλαίου. Αυτά τα δανεικά και αγύριστα προς το μεγάλο κεφάλαιο έφτιαξαν τα νέα μεταπολεμικά τζάκια. Αυτή είναι η «αγία ιδιωτική πρωτοβουλία», που τώρα στο όνομά της «ανάβει λαμπάδες» ο ΣΥΡΙΖΑ, ετοιμάζοντας για λογαριασμό της και τα δικά του αναπτυξιακά πακέτα.

Ποιον ωφελούν οι περικοπές;
Αυτό που επίσης δεν λέει η εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ, είναι ότι οι «περικοπές των συντάξεων» δεν είναι «σύμπτωμα», αλλά πολιτική απόφαση. Απόφαση σκληρή για τους συνταξιούχους και βαθιά ταξική, η οποία ανήκει εξολοκλήρου στις προηγούμενες και τη σημερινή κυβέρνηση. Υπηρετεί μάλιστα συγκεκριμένη στρατηγική: Οι περικοπές γίνονται για να μην πληρώσουν κράτος και κεφάλαιο και για να στηριχτεί η καπιταλιστική ανάκαμψη, η οποία, από τη μια, θα βρει «καθαρό» το τοπίο από τα «βαρίδια» των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και, από την άλλη, θα αξιοποιήσει τις κρατικές περικοπές σαν «μποναμά» για νέες επιδοτήσεις και προνόμια από τον προϋπολογισμό.

Ισχυρίζονται με θράσος ότι το σύστημα ήταν «σπάταλο και άδικο». Σπάταλο απέναντι σε ποιους; Γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων πάντα ζούσαν στην ανέχεια. Ολα τα παραπάνω βέβαια δεν εκτοξεύονται στο βρόντο. Η συνολική ενοχοποίηση του Ασφαλιστικού, και κατ' επέκταση των συνταξιούχων, υπηρετεί ένα βασικό στόχο που παρεισφρέει μέσα σε αυτό το αντιδραστικό ντελίριο και περιγράφεται σε τέσσερις λέξεις: «Το αναδιανεμητικό σύστημα τελείωσε».

Να, λοιπόν, πού το πάνε. Εκεί που το πάει και το πόρισμα. Εκεί που οδηγούν τα ασφαλιστικά συστήματα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση. Το αναδιανεμητικό σύστημα, με όποιο στοιχείο εσωτερικής αλληλεγγύης είχε, με τα χαρακτηριστικά της αναδιανομής για τους πιο αδύνατους, τους χαμηλοσυνταξιούχους, με την τριμερή χρηματοδότηση και την αντίστοιχη ευθύνη του κράτους, πρέπει να τελειώσει.

Ολοκληρώνουν την καταστροφή
Βέβαια, κι αυτό το σύστημα που υπήρχε μέχρι τώρα, σε καμιά περίπτωση δεν κάλυπτε τις πραγματικές ανάγκες, και δεν θα μπορούσε άλλωστε, μέσα σε αυτό το βάρβαρο καπιταλιστικό σύστημα. Ομως, τώρα επιδιώκουν να εξαλείψουν και το παραμικρό ίχνος από τέτοια χαρακτηριστικά. Να τα ισοπεδώσουν και να παραδώσουν τους ασφαλισμένους ανυπεράσπιστους στους νόμους της «ελεύθερης αγοράς», στην ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας και στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες που καραδοκούν.

Επιδιώκουν μάλιστα να το κάνουν αναπαράγοντας τις συκοφαντίες και τα ιδεολογήματα όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων, διογκώνοντας παθογένειες και συμπτώματα του Ασφαλιστικού - για τα οποία ευθύνονται το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του - για να ενοχοποιήσουν τους αυτοαπασχολούμενους, τους αγρότες, τους οικοδόμους, αποφεύγοντας, έστω και για «ξεκάρφωμα», να μιλήσουν για τα μεγάλα εγκλήματα σε βάρος της Κοινωνικής Ασφάλισης που συντελέστηκαν για να στηριχθεί η ντόπια πλουτοκρατία.

********************************
**********************
**************

Το γνωστό παραμύθι των «προνομιούχων»

Με το σύστημα που υπήρχε μέχρι τώρα, ισχυρίζεται η εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ, «μπορούσαν οι κυβερνήσεις να μοιράζουν προνόμια σε κοινωνικές ομάδες και τάξεις και να επιβάλουν:

α) Ορισμένοι - με το νόμο ή παρά το νόμο - να πληρώνουν λιγότερα (εισφοροαπαλλαγές) ή καθόλου. Για παράδειγμα, στον ΟΑΕΕ το 55% δεν πληρώνει τις συνδρομές του. Το ίδιο ισχύει και στον ΟΓΑ. Οσον αφορά το ΙΚΑ, πολλοί εργοδότες όχι μόνο δεν πληρώνουν τις δικές του εισφορές, αλλά κατακρατούν (κλέβουν) και τις εισφορές των μισθωτών τους. Εξ ου και οι κατά καιρούς "ρυθμίσεις" για την απόδοσή τους.

β) Τις πρόωρες συντάξεις για ανθρώπους που δούλεψαν συνολικά μόνο 15, 20 και 25 χρόνια και παίρνουν σχεδόν τις ίδιες συντάξεις με αυτούς που δούλεψαν 40, 45 και 50 χρόνια συνεχώς...

γ) Σε 20 ασφαλιστικά ταμεία να εισπράττουν "κοινωνικούς πόρους" για να πληρώνουν συντάξεις σε προνομιούχες κοινωνικές ομάδες και τάξεις: γιατρούς, δικηγόρους, μηχανικούς, αγρότες, αυτοκινητιστές, εκτελωνιστές, υπαλλήλους ΔΕΚΟ, κρατικών τραπεζών, ορισμένων υπηρεσιών του Δημοσίου, εργολάβους, οικοδόμους κ.λπ.».

Πολιτική αγυρτεία
Εδώ μιλάμε για πολιτική αγυρτεία. Δίπλα - δίπλα παρουσιάζονται συνυπεύθυνοι ο αγρότης που δεν έχει να πληρώσει για την Ασφάλισή του, ο αυτοαπασχολούμενος που έκλεισε το μαγαζί του και αυτοτιμωρείται μαζί με την οικογένειά του, μην έχοντας ιατροφαρμακευτική κάλυψη επειδή δεν έχει να πληρώσει εισφορές, με τον καπιταλιστή που παρακρατά εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και εκατομμύρια από τις εισφορές των εργατών που δεν του ανήκουν!

Ιδιας τάξης πολιτικό πρόβλημα, ίδιο οικονομικό μέγεθος, μερικές εκατοντάδες ευρώ, ακόμα και χιλιάδες, με τα εκατομμύρια που κλέβει ή ενισχύεται νόμιμα ο μονοπωλιακός όμιλος. Ιδια, λοιπόν, η ταξική θέση του ξωμάχου που πνίγεται από τα χρέη, του μαγαζάτορα που κατέβασε ρολά μέσα στην κρίση, με αυτή του καπιταλιστή.

Παρεμπιπτόντως, το 55% που αναφέρεται στο συγκεκριμένο παράδειγμα για τον ΟΑΕΕ, έγινε μέσα στην κρίση. Τέτοια μεγέθη μη καταβολής δεν υπήρχαν πριν. Αντίθετα, μεγάλο μέρος των χρεών των επιχειρήσεων προς το ΙΚΑ έγιναν πριν το 2009. Αλλά κυρίως η μεγάλη ληστεία αφορά τη μόνιμη εισφοροδιαφυγή με τη «μαύρη» ανασφάλιστη εργασία, που ανέρχεται σε τουλάχιστον 3 δισ. ετησίως και ήταν μόνιμο χαρακτηριστικό και των περιόδων υψηλής κερδοφορίας και διόγκωσης του ΑΕΠ.

Σε ό,τι αφορά το λίβελο για τις πρόωρες συντάξεις, πουθενά, σε κανένα ταμείο, ούτε με το ισχύον σύστημα, ο ασφαλισμένος των 15 και 20 χρόνων δε λάμβανε την ίδια σύνταξη με αυτόν που δούλεψε 40 χρόνια. Το ψέμα βγάζει μάτι. Αλλά προβάλλεται για να χτυπήσει το στοιχείο της εσωτερικής αλληλεγγύης που πρέπει να διαπερνά κάθε σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης, το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να καταργήσει και όχι τα ατομικά, ιδιωτικά κεφαλαιοποιητικά συστήματα στα οποία μας σπρώχνουν όλες οι «μεταρρυθμίσεις» του Ασφαλιστικού, ανάμεσά τους και αυτή που σχεδιάζει η κυβέρνηση.

Ο μύθος των «κοινωνικών πόρων»
Τέλος, σε ό,τι αφορά τους «κοινωνικούς πόρους», σημειώνουμε ότι αυτοί είχαν θεσμοθετηθεί προς ορισμένα μόνο Ταμεία και σε πολλές περιπτώσεις υπέχουν θέση εργοδοτικής εισφοράς. Η κυβέρνηση προσβλέπει στην κατάργηση των «κοινωνικών πόρων», όπως ακριβώς προβλέπει το μνημόνιο και απαιτεί το μεγάλο κεφάλαιο.

Αυτό το στόχο υπηρετεί η συκοφαντία περί «προνομιούχων κοινωνικών ομάδων και τάξεων», που απολαμβάνουν τάχα καταχρηστικά τους κοινωνικούς πόρους. Ποιες είναι αυτές, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του ΣΥΡΙΖΑ: Οι αγρότες, οι οικοδόμοι, οι υπάλληλοι των ΔΕΚΟ και των τραπεζών, του Δημοσίου και δίπλα σ' αυτούς οι ελεύθεροι επαγγελματίες γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί.

Η ...ακρίβεια στην περιγραφή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης που κάνει η «Αυγή», μπορεί να διεκδικήσει βραβείο οικονομικής και κοινωνικής ανάλυσης. Αλλά η «Αυγή» δεν προσβλέπει σε τέτοια βραβεία. Από άλλους περιμένει τα εύσημα. Απ' αυτούς που απουσιάζουν από το κάδρο των «προνομιούχων» που απαριθμεί...

********************************
**********************
**************

Καθορισμένες εισφορές, αλλά χωρίς καμιά εγγύηση οι συντάξεις

Πού αποσκοπεί όλη αυτή η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης; Στο να στηριχτεί το νέο αντιδραστικό και βαθιά αντιλαϊκό σύστημα, το οποίο παύει να είναι και δημόσιο και κοινωνικό και που στις βασικές του παραμέτρους περιγράφεται στο πόρισμα της Επιτροπής.

Να πώς βλέπει τα πράγματα η κυβέρνηση, μέσω της «Αυγής»: «Το ανταποδοτικό ασφαλιστικό σύστημα που εφαρμόζεται από την αρχή του 2015 και εφόσον εφαρμοστεί και στη μεταβατική περίοδο απόλυτα, ίσως μπορεί να διορθώσει την κατάσταση. Στο σύστημα αυτό θα υπάρχουν δύο (και όχι ένα) ασφαλιστικά ταμεία:

1) Το ταμείο των μισθωτών, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, με τριμερή χρηματοδότηση: μισθωτός, εργοδότης και κράτος. Ο ασφαλισμένος έχει προσωπική μερίδα, όπου καταγράφονται οι εισφορές του καθώς και του εργοδότη του, όπως και οι αποδόσεις αυτού του κεφαλαίου. Η σύνταξη υπολογίζεται με βάση το συνολικό ποσό που συγκεντρώνεται στη μερίδα του ασφαλισμένου και το προσδόκιμο επιβίωσης, όπου προστίθεται η κρατική επιχορήγηση, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει 40 έτη Ασφάλισης ή συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας του.

2) Το ταμείο των υπολοίπων (εργοδοτών, ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών, εμπόρων, βιοτεχνών, εργολάβων κ.λπ.) με διμερή χρηματοδότηση: ασφαλισμένου και κράτους. Κάθε ασφαλισμένος θα έχει τη μερίδα του και θα παίρνει σύνταξη έπειτα από 40 χρόνια συνεχούς Ασφάλισης ή με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του, οπότε θα δικαιούνται και την κρατική χρηματοδότηση. Η σύνταξη θα υπολογίζεται με βάση τις εισφορές του ασφαλισμένου και τις αποδόσεις τους σε συνδυασμό με το προσδόκιμο επιβίωσης...

Η κυβέρνηση, με βάση το σταθερό ασφαλιστικό σύστημα, δε θα χρειάζεται κάθε τόσο να φέρνει νόμους και τροπολογίες στη Βουλή, αλλά θα αναγνωρίζει το προσδόκιμο επιβίωσης και θα καθορίζει το κατώτερο εγγυημένο εισόδημα με βάση τις δυνατότητες του προϋπολογισμού.

Το κατώτερο εγγυημένο εισόδημα θα είναι η κρατική χρηματοδότηση για τις συντάξεις και παράλληλα θα δίνεται αντί των προνοιακών επιδομάτων, που θα καταργηθούν διά παντός».

«Μούγκα» για το ύψος των συντάξεων
Μια προκαταρκτική παρατήρηση: Μιλάνε για «ανταποδοτικό σύστημα», αλλά δε μας λένε τι θα ανταποδίδει. Ποιο θα είναι το ύψος των συντάξεων σε σχέση με τις εισφορές του κάθε ασφαλισμένου. Και δεν το λένε γιατί απλούστατα - όπως γράψαμε με αφορμή το πόρισμα και το «νέο μοντέλο» που προωθεί - στο νέο σύστημα ο ασφαλισμένος ξέρει μόνο ότι θα πληρώνει «καθορισμένες εισφορές», δεν ξέρει όμως τι θα λάβει ως συνταξιούχος.

Κατά συνέπεια, οι παροχές δεν καθορίζονται και άρα το κράτος δε φέρει καμία ευθύνη γι' αυτές, δηλαδή δεν εγγυάται το ύψος της σύνταξης μετά από 40 χρόνια συνεχούς εργασίας και Ασφάλισης.

Η κυβέρνηση σκόπιμα μιλάει γενικά για τις εισφορές στην ατομική μερίδα του ασφαλισμένου και «τις αποδόσεις του κεφαλαίου»! Ποιες, όμως, θα είναι οι αποδόσεις αυτές; Ποιος θα εγγυάται το ύψος των αποδόσεων και άρα των συντάξεων; Επ' αυτού «μούγκα» από τα κυβερνητικά στελέχη και βέβαια από την εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ. Το μοντέλο, όμως, όπου εφαρμόστηκε, έχει φέρει δραματικές μειώσεις σε σχέση με τα ποσοστά αναπλήρωσης.

Μαθαίνουμε, όμως, ότι το κράτος θα χρηματοδοτεί μόνο «το κατώτερο εγγυημένο εισόδημα», δηλαδή ένα εισόδημα πραγματικής πείνας, το οποίο μάλιστα κάθε φορά θα διαμορφώνεται ανάλογα με τις «δυνατότητες του προϋπολογισμού». Αυτό σημαίνει ότι οι συντάξεις θα αποδίδονται αφού πρώτα ο προϋπολογισμός καταβάλλει και αποπληρώνει στο διηνεκές το χρέος που προκλήθηκε από την πολιτική υπέρ του κεφαλαίου και αφού πρώτα δοθούν και τα χρηματοδοτικά πακέτα μέσω των ΕΣΠΑ και των λοιπών «αναπτυξιακών προγραμμάτων» στους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Εκεί θα εξαντλείται η συμμετοχή του κράτους και μάλιστα μόνο μετά το 67ο έτος της ηλικίας του συνταξιούχου, συνυπολογίζοντας και το προσδόκιμο ζωής. Αλλά και αυτό θα δίνεται αντί των σημερινών «προνοιακών επιδομάτων που θα καταργηθούν διά παντός», όπως κατηγορηματικά σημειώνεται, που σημαίνει ακόμα μεγαλύτερες απώλειες στο εισόδημα των φτωχών οικογενειών.

Τελικά, μπορεί ο τίτλος του άρθρου της «Αυγής» να είναι «Ανταποδοτικό για πάντα», αλλά θα απέδιδε το πραγματικό του νόημα αν, παραφράζοντάς το, γράφαμε: «Αντιλαϊκό για πάντα»!

ΠΗΓΗ: http://www.rizospastis.gr

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Βρούτος και Κάσσιος: συνωμοσία και δολοφονία του Καίσαρα

«Και σύ τέκνον;»
Ο Μάρκος Αντώνιος και ο Οκταβιανός νικούν ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 42 π.Χ. το στρατό του Βρούτου στη Μάχη των Φιλίππων. Ο Βρούτος αυτοκτονεί. Στην «Κόλαση» του Δάντη, ο Κάσσιος αποτελεί τον ένα από τους τρεις μεγάλους αμαρτωλούς της ιστορίας που μαρτυρούν στα σαγόνια του Σατανά, στην καρδιά της Κολάσεως, για όλη την αιωνιότητα. Οι άλλοι δύο είναι ο Βρούτος και ο Ιούδας Ισκαριώτης. Εμφανίζεται και στο έργο του Σαίξπηρ «Ιούλιος Καίσαρ», όπου παρουσιάζεται ως επικίνδυνος και δολοπλόκος.
Portrait Brutus Massimo.jpg
Μάρκος Ιούνιος Βρούτος


Ι. Μάρκος Ιούνιος Βρούτος

Ο Μάρκος Ιούνιος Βρούτος (Marcus Iunius Brutus Caepio, 85 π.Χ. - 23 Οκτωβρίου 42 π.Χ.), συχνά αναφερόμενος ως Βρούτος, ήταν Ρωμαίος πολιτικός της αριστοκρατικής παράταξης. Υπήρξε ο ονομαστότερος των συνωμοτών που στις 15 Μαρτίου του 44 π.Χ. δολοφόνησαν τον Ιούλιο Καίσαρα.


1. Καταγωγή
Ο Βρούτος ανήγε την καταγωγή του στον σχεδόν μυθικό Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο, που έδιωξε τον βασιλιά Ταρκύνιο τον Υπερήφανο 450 χρόνια πριν, εγκαθίδρυσε το αβασίλευτο πολίτευμα της Ρώμης και θανάτωσε τους δύο του γιους επειδή αναμείχθηκαν σε συνωμοσία για την επαναφορά της βασιλείας. Η μητέρα του Μάρκου Βρούτου Σερβιλία καταγόταν από τον Σερβίλιο Αχάλα, που μαχαίρωσε στην αγορά τον Σπόριο Μαίλιο επειδή προετοίμαζε τυραννίδα, και ήταν ετεροθαλής αδελφή του Κάτωνα του νεώτερου, του οποίου την κόρη Πορκία παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο ο Βρούτος. Μεγάλη συνεπώς οικογενειακή αντιμοναρχική παράδοση βάραινε τους ώμους του Βρούτου.

Εκπαιδεύτηκε στην λατινική ρητορική και ιδιαίτερα στην ελληνική φιλοσοφία, και ήταν οπαδός της Παλαιάς Ακαδημαϊκής σχολής των Πλατωνικών. Οι επιστολές που έγραφε στα Ελληνικά διακρίνονταν για την λακωνικότητα της έκφρασης.

2. Βρούτος και Καίσαρ
Νεαρός ακόμη, ο Βρούτος πήγε στην Ανατολή με τον Κάτωνα και κέρδισε τον έπαινο του θείου τον για τον τρόπο που χειρίστηκε την αποστολή που του ανατέθηκε σχετικά με τους θησαυρούς του Πτολεμαίου.

Ύστερα ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Καίσαρα και Πομπήιου. Όλοι πίστευαν ότι ο Βρούτος θα συνταχθεί με τον Καίσαρα, γιατί ο Πομπήιος θεωρούνταν υπαίτιος της θανάτωσης του πατέρα του πριν από λίγο καιρό. Αλλά ο Βρούτος, θέτοντας τα κοινά πάνω από τα προσωπικά, συντάχθηκε με τον Πομπήιο, παρά το ότι μέχρι τότε ποτέ δεν του μίλησε, θεωρώντας ντροπή να συνδιαλέγεται με τον φονιά του πατέρα του. Ο Πομπήιος τον έστειλε υποδιοικητή στην Κιλικία, αλλά ο Βρούτος έσπευσε στα Φάρσαλα, όπου θα δινόταν η μεγάλη μάχη ανάμεσα στον Καίσαρα και στον Πομπήιο, πράγμα το οποίο ο τελευταίος εκτίμησε ιδιαίτερα. Τον ελεύθερο χρόνο του ο Βρούτος ασχολούνταν με μελέτες, και την παραμονή της καθοριστικής σύγκρουσης έγραφε μέχρι αργά στην σκηνή του επιτομή του Πολύβιου.

Ο Καίσαρ εν τω μεταξύ είχε δώσει ειδική εντολή στους διοικητές του : να μη σκοτωθεί σε καμιά περίπτωση ο Βρούτος, και εάν μεν παραδοθεί, καλώς, ειδ’ άλλως να τον αφήσουν να φύγει απείραχτος. Κι αιτία αυτής της στάσης του Καίσαρα ήταν πως πίστευε ότι ο Βρούτος ήταν γιος του.

Σε νεαρή ηλικία ο Καίσαρ, και μάλιστα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του Βρούτου, είχε φλογερό και σκανδαλώδη ερωτικό δεσμό με την μητέρα του Βρούτου Σερβιλία. Ο Σουητώνιος είναι κατηγορηματικός για τον δεσμό: «Πιο πολύ από κάθε άλλη γυναίκα ο Καίσαρ αγάπησε την Σερβιλία, την μητέρα του Βρούτου», το ίδιο και ο Αππιανός τοποθετώντας μάλιστα την σχέση στο παραπάνω κρίσιμο διάστημα. Πιο κατηγορηματικός όμως είναι Πλούταρχος: καθώς ο Βρούτος γεννήθηκε πάνω στην μεγάλη φλόγα του έρωτά τους, ο Καίσαρ ήταν σχεδόν βέβαιος πως ήταν γιος του. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την φροντίδα του Καίσαρα για τον Βρούτο που είδαμε κατά την μάχη των Φαρσάλων, αλλά και από την εν συνεχεία συμπεριφορά του.

Μετά την μάχη ο Βρούτος κατέφυγε στην Λάρισα κι από εκεί έγραψε στον νικητή Καίσαρα. Χάρηκε αυτός που ο Βρούτος είχε σωθεί, τον συγχώρησε και του είπε να έρθει κοντά του. Για χάρη του Βρούτου συγχώρησε και τον συγγενή και ομοϊδεάτη του Γάιο Κάσσιο.

Ο Βρούτος στην Ρώμη συνηγόρησε υπέρ του βασιλιά των Γαλατών Δηιοτάρου με μερική επιτυχία. Όταν ο Καίσαρ άκουσε την συνηγορία του είπε : «Δεν ξέρω τί θέλει αυτός ο νεαρός, αλλά ό,τι θέλει, πολύ το θέλει». Ο Βρούτος ήταν σοβαρός, δεν έκανε χάρες ούτε ενέδιδε σε κολακείες και η αρετή ήταν ο γνώμονας των ενεργειών του, που είχαν πάντοτε το αποτέλεσμα που επεδίωκε. Όταν ο Καίσαρ επρόκειτο να εκστρατεύσει στην Αφρική, εναντίον των ομοϊδεατών και συγγενών του Βρούτου Κάτωνα και Σκιπίωνα, τον διόρισε διοικητή της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας και η διοίκηση αυτή στάθηκε ευεργετική για τον τόπο, όπως ο ίδιος ο Καίσαρ διαπίστωσε επιστρέφοντας.

Ο Καίσαρ διόρισε στην συνέχεια τον Βρούτο αστυδίκη (praetor urbanus), μεγάλο αξίωμα, για το οποίο είχε θέσει υποψηφιότητα και ο Κάσσιος. Οι υπηρεσίες που είχε προσφέρει ο Κάσσιος κατά τον Παρθικό πόλεμο ως υπαρχηγός του Κράσσου παραγνωρίστηκαν και οι σχέσεις Βρούτου και Κάσσιου διαταράχτηκαν, μολονότι ο τελευταίος είχε παντρευτεί την αδελφή του Βρούτου Ιουνία. Ο Κάσσιος διορίστηκε σε υποδεέστερο αξίωμα και έφερε βαρέως την ομολογημένη από τον ίδιο τον Καίσαρα αδικία. Ο Βρούτος ήταν στην πρώτη σειρά των ευνοουμένων του Καίσαρα, αλλά οι φίλοι του Κάσσιου, παρ’ όλο ότι υπήρχε ακόμη η μεταξύ τους δυσαρέσκεια, κατόρθωσαν να τον πείσουν ότι ο Καίσαρ ήθελε μόνο να τον χρησιμοποιήσει, ανακόπτοντας την ορμή του και μεταβάλλοντας τα φρονήματά του.

Ο Καίσαρ τα ήξερε αυτά και εξέφραζε τις υπόνοιές του για τον Βρούτο και τον Κάσσιο, από τα λεγόμενά του όμως ήταν φανερό πως πίστευε ότι ο Βρούτος θα τον διαδεχόταν στην εξουσία.

3. Η συνωμοσία
Οι φίλοι του Καίσαρα πίεζαν προς πάσαν κατεύθυνσιν ώστε να γίνει αυτός βασιλιάς. Τις νύχτες έβαζαν βασιλικά διαδήματα στο αγάλμά του (στημένο δίπλα στα αγάλματα των αρχαίων βασιλέων της Ρώμης) για να υπαγορεύσουν στον λαό την αναγόρευσή του, και οι δήμαρχοι που τα απομάκρυναν καθαιρέθηκαν. Στην γιορτή των Λουπερκαλίων ο Μάρκος Αντώνιος του προσέφερε τρεις φορές το στέμμα –και τρεις φορές ο Καίσαρ το αρνήθηκε.

Συγχρόνως άρχισαν και οι πιέσεις προς τον Βρούτο για να διαφυλάξει το πατροπαράδοτο πολίτευμα. Η ψυχολογική του κατάσταση ήταν δεινή. Έπρεπε να μισεί τον διαφθορέα της μητέρας του -που τον είχε κάνει να μη ξέρει αν είναι ένας Βρούτος ή ένας νόθος- και, όπως διαδιδόταν, και της αδελφής του. Η οικογενειακή αντιμοναρχική παράδοση τον βάραινε αφόρητα. Στο άγαλμα του θεωρούμενου ως προγόνου του Λεύκιου Ιούνιου Βρούτου -αυτού που έδιωξε τους βασιλείς από την Ρώμη κι ο Καίσαρ ήταν έτοιμος τώρα ν’ ανατρέψει το πολίτευμά του- γραφόταν συνθήματα: «Ας υπήρχες τώρα», «Μακάρι να ζούσε ο Βρούτος». Η ίδια η έδρα του Βρούτου στο πραιτώριο ήταν γεμάτη κάθε μέρα με γράμματα που έλεγαν: «Βρούτε, κοιμάσαι», «Δεν είσαι Βρούτος αληθινός». Από την άλλη όμως μεριά, ο Καίσαρ ήταν ευεργέτης του: τον έσωσε, τον συγχώρησε, τον ανέδειξε. Και ίσως να ήταν ο πατέρας του.

Ο Κάσσιος οργάνωσε την συνωμοσία. Αλλά οι άλλοι συνωμότες απαίτησαν ν’ αναλάβει την αρχηγία ο Βρούτος, του οποίου το όνομα και η αρετή θα τους έκανε πιο τολμηρούς κατά την πράξη και θα εμφάνιζε ύστερα δικαιωμένη την ενέργειά τους. Ο Κάσσιος επισκέφθηκε τον Βρούτο, συμφιλιώθηκε μαζί του, του παρουσίασε όλες τις ενδείξεις της βέβαιης στέψης του Καίσαρα και κατανίκησε τους ενδοιασμούς του. Ο Βρούτος δήλωσε ότι έργο του ήταν «ἀμύνειν καὶ προαποθνῄσκειν τῆς ἐλευθερίας». Απαίτησε όμως να μη θανατωθεί ο Αντώνιος και άλλοι φίλοι του Καίσαρα, όπως ήθελαν οι υπόλοιποι συνωμότες, γιατί ελατήριο της πράξης τους ήταν η τυραννοκτονία και όχι οι προσωπικές διαφορές και η εκδίκηση της πομπηιανής παράταξης. 

Η γυναίκα του Βρούτου, η εξαδέλφη του Πορκία, κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό τον απασχολούσε και υποπτεύθηκε τί συνέβαινε. Δεν θέλησε να τον ρωτήσει απ’ ευθείας, αλλά έκανε μια βαθιά πληγή στον μηρό της που της προξένησε αιμορραγία, πόνους φοβερούς και υψηλό πυρετό. Όταν την είδε έτσι ο Βρούτος ταράχτηκε, και τότε η Πορκία του είπε : «Εγώ, Βρούτε, είμαι του Κάτωνα κόρη, και ήρθα στο σπίτι σου όχι σαν παλλακίδα για το κρεβάτι και το τραπέζι μόνο, αλλά για να μοιράζομαι την ευτυχία και την δυστυχία μαζί σου. Είσαι άμεμπτος σύζυγος αλλά πώς θ’ αποδείξω την αφοσίωσή μου αν δεν μοιράζεσαι τα μυστικά σου μαζί μου ; Ξέρω πως οι γυναίκες δύσκολα μπορούν να κρατήσουν μυστικό. Αλλά η σωστή ανατροφή και η καλή συναναστροφή δυναμώνουν τον χαρακτήρα, κι εγώ είμαι κόρη του Κάτωνα και γυναίκα του Βρούτου. Δεν τα πολυλογάριαζα αυτά ως τώρα, αλλά τώρα ξέρω ότι είμαι ανίκητη από τον πόνο». Ο Βρούτος παρακάλεσε τότε τους θεούς να τον βοηθήσουν να φανεί άντρας αντάξιος μιας τέτοιας γυναίκας.

Όταν φημολογήθηκε ότι στις Ειδούς του Μαρτίου (15 του μηνός) ο Λεύκιος Κόττας θα πρότεινε στην Σύγκλητο να γίνει ο Καίσαρ βασιλιάς γιατί ήταν γραμμένο στα Σιβυλλικά βιβλία πως μόνο βασιλιάς θα νικούσε τους Πάρθους, οι συνωμότες αποφάσισαν να δράσουν.

Bιντσέντζο Καμουτσίνι "Ο θάνατος του Καίσαρα". 

Ο Κάσσιος παροτρύνει τον Βρούτο να 
χτυπήσει κι αυτός. Ρώμη, Galleria 
Nazionale d'Arte Moderna.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
4. Η δολοφονία
Το πρωί των Ειδών του Μαρτίου ο Βρούτος, μπροστά στην Πορκία, ζώστηκε το μαχαίρι και πήγε στο θέατρο, στην στοά του Πομπήιου, όπου θα συνεδρίαζε η Σύγκλητος. Με φοβερή ψυχραιμία και αυτός και όσοι από τους άλλους συνωμότες ήταν άρχοντες, άσκησαν τα καθήκοντά τους υποδειγματικά μέχρι να έρθει ο Καίσαρ, ακούγοντας ήρεμα αιτήσεις και αντιδικίες και αποφασίζοντας ακριβοδίκαια και πλήρως αιτιολογημένα σαν να μη επρόκειτο να συμβεί τίποτα. Όταν κάποιος διαμαρτυρήθηκε για μιαν απόφαση του Βρούτου και είπε πως θα προσφύγει στον Καίσαρα, ο Βρούτος κοίταξε τους από γύρω του και είπε: «ἐμὲ Καῖσαρ οὔτε κωλύει ποιεῖν τὰ κατὰ τοὺς νόμους οὔτε κωλύσει».

Παρά τους απαίσιους οιωνούς, το όνειρο της γυναίκας του και τις προειδοποιήσεις διαφόρων, ο Καίσαρ ήρθε. Ένας από τους συνωμότες, ο Δέκιμος Βρούτος, συγκράτησε τον Αντώνιο στην είσοδο σε μια παρατεινόμενη συζήτηση για σοβαρό, δήθεν, θέμα. Οι συνωμότες προφασιζόμενοι μια κοινή τους παράκληση, περικύκλωσαν, μόνοι αυτοί, τον Καίσαρα και τον χτύπησαν με τα μαχαίρια που έκρυβαν πάνω τους. Κατά τον Πλούταρχο ο Καίσαρ σταμάτησε ν’ αντιστέκεται «ὡς εἶδε Βροῦτον ἑλκόμενον ξίφος ἐπ' αὐτόν». Ο Σουητώνιος μεταφέρει την πληροφορία πως όταν ο Καίσαρ είδε τον Βρούτο να ορμά εναντίον του, είπε στα Ελληνικά «Και σύ τέκνον;»

5. Τα αμέσως μετά την δολοφονία
Με γυμνά τα ξίφη στα ματωμένα χέρια οι συνωμότες πήγαν στο Καπιτώλιο, διακηρύσσοντας την ελευθερία. Ο Βρούτος μίλησε στο πλήθος που συγκεντρώθηκε και το ησύχασε. Για λίγο όμως, γιατί όταν ο Κίννας πήρε τον λόγο κι άρχισε να κατηγορεί τον Καίσαρα, ο λαός οργίστηκε κι άρχισε να βρίζει τον Κίννα.

Αλλά την άλλη μέρα, στην Σύγκλητο, ο Αντώνιος και ο Κικέρων μίλησαν για ομόνοια και αμνηστία, που όχι μόνο δόθηκε αλλά ψηφίστηκαν και τιμές για τους φονείς. Το βράδυ επήλθε συμφιλίωση σε προσωπικό επίπεδο και την άλλη μέρα ο Βρούτος διορίστηκε από την Σύγκλητο διοικητής της Κρήτης κι ο Κάσσιος της Λιβύης. Παρόμοιες θέσεις δόθηκαν και σε άλλους συνωμότες.

Ύστερα ο Αντώνιος ζήτησε να ταφεί με τιμές ο Καίσαρ και να διαβαστεί η διαθήκη του για να μη εκμανεί ο λαός. Ο Βρούτος έκανε και πάλι το σφάλμα να το επιτρέψει παρά την έντονη αντίδραση του Κάσσιου. Ο επικήδειος λόγος του Αντώνιου, τα ευεργετήματα προς τους πολίτες που περιλάμβανε η διαθήκη και η χειρονομία του να ξεσκεπάσει το σώμα του Καίσαρα και να επιδείξει τις πληγές του, εξαγρίωσαν το πλήθος που ξέσπασε σε οχλοκρατικές εκδηλώσεις. Οι συνωμότες είχαν οχυρωθεί στα σπίτια τους και απέφυγαν τα δυσάρεστα, αλλά ένας Κίννας, ποιητής και φίλος του Καίσαρα, κομματιάστηκε από το πλήθος λόγω της συνωνυμίας του με τον συνωμότη.

Οι συνωμότες κατέφυγαν στο Άντιο μέχρι να κοπάσει η οργή του πλήθους. Η Σύγκλητος ήταν με το μέρος τους κι ο λάος άρχισε να δυσανασχετεί με τις απόλυτες εξουσίες που συγκέντρωσε ο Αντώνιος. Ο Βρούτος όμως δεν τόλμησε να επιστρέψει στην Ρώμη γιατί ομάδες παλιών στρατιωτών του Καίσαρα άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη.

Τότε έφτασε επίσης στην Ρώμη ο Οκταβιανός, μικρανεψιός και θετός γιος του Καίσαρα. Μοίρασε στους πολίτες τα χρήματα που τους άφησε ο Καίσαρ, πρόσθεσε στ’ όνομά του αυτό του Καίσαρος, πήρε με το μέρος του τους βετεράνους κι άρχισε να αντιπολιτεύεται τον Αντώνιο.

Το φάντασμα του Καίσαρα 

εμφανίζεται στον Βρούτο. 
Χαλκογραφία του Edward Scriven 
από ένα πίνακα του Richard Westall, 1802.)
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
6. Στην Ανατολή
Ο Βρούτος έφυγε στην Αθήνα κι άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας. Συγχρόνως όμως προετοιμαζόταν για πόλεμο, παίρνοντας με το μέρος του τους νεαρούς Ρωμαίους που σπούδαζαν στην Αθήνα, προσεταιριζόμενος διοικητές και συγκεντρώνοντας στρατεύματα. Στην Ήπειρο νίκησε τον Γάιο Αντώνιο, αδελφό του Μάρκου, κι ετοιμάστηκε να περάσει στην Ασία.

Στην Ρώμη εν τω μεταξύ ο Οκταβιανός είχε καταστεί απόλυτος κυρίαρχος και ο Αντώνιος είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την Ιταλία. Αλλά επειδή έβλεπε ότι η Συγκλητος αντιδρούσε και μάλιστα επιβεβαίωσε τους διορισμούς των συνωμοτών στις επαρχίες τους, συμφιλιώθηκε με τον Αντώνιο και εισήγαγε σε δίκη τον Βρούτο, Κάσσιο και τους άλλους. Οι δικαστές τους καταδίκασαν ερήμην, κάτω από πιέσεις και την βουβή αποδοκιμασία του λαού. Ύστερα Οκταβιανός, Αντώνιος και Λέπιδος συγκρότησαν την Δεύτερη Τριανδρία, μοίρασαν τις επαρχίες μεταξύ τους κι έκαναν τις φοβερές προγραφές μ’ εκατοντάδες θύματα, μεταξύ των οποίων και ο Κικέρων.

Ο Κάσσιος είχε συγκεντρώσει κι αυτός αξιόλογη δύναμη στην Αφρική, και μέσω Συρίας, ήρθε στην Σμύρνη και συναντήθηκε με τον Βρούτο. Είχαν φύγει από την Ρώμη κυνηγημένοι, χωρίς ένα στρατιώτη, και τώρα ήταν έτοιμοι να διεκδικήσουν την ηγεμονία της. Άρχισαν τώρα αιματηρές επιχειρήσεις εναντίον της Ρόδου και μικρασιατικών πόλεων απομυζώντας τις οικονομικά προκειμένου ν’ ανταπεξέλθουν στις ανάγκες του πολέμου.

Ο Πλούταρχος διηγείται ότι ένα βράδυ, ενώ ήταν έτοιμοι να περάσουν στην Ευρώπη, ο Βρούτος διάβαζε ένα βιβλίο στην σκηνή του. Ήταν νύχτα βαθιά, το στρατόπεδο σιωπηλό και μισοσκόταδο γύρω του. Ξαφνικά ένιωσε πως κάποιος μπήκε στη σκηνή. Στράφηκε και είδε μιαν απειλητική κι αφύσικη παρουσία, μιαν απαίσια και φοβερή μορφή που τον ατένιζε σιωπηλά. Τόλμησε να ρωτήσει ποιος είναι, και το φάντασμα είπε: «ο κακός σου δαίμονας, Βρούτε. Θα με δεις στους Φιλίππους». «Θα σε δω» απάντησε ο ατάραχος ο Βρούτος.

7. Φίλιπποι
Στην πεδιάδα των Φιλίππων συναντήθηκαν οι αντίπαλοι στρατοί, που το μέγεθός τους δεν είχε προηγούμενο στις εμφύλιες διαμάχες της Ρώμης. Ο στρατός του Οκταβιανού τάχθηκε απέναντι από τον Βρούτο κι ο στρατός του Αντώνιου απέναντι από τον Κάσσιο. Τα στρατεύματα των συνωμοτών υπολείπονταν σε αριθμό αλλά είχαν λαμπρότερο οπλισμό και μεγαλύτερες αμοιβές, χάριν των οποίων ο Βρούτος πίστευε ότι θ’ αγωνίζονταν γενναιότερα. Για τους ίδιους όμως λόγους ο Κάσσιος έβρισκε πως έπρεπε να μη διακινδυνεύσουν τα πάντα σε μια μάχη αλλά να παρατείνουν τον πόλεμο. Ο Βρούτος επέμενε να δώσουν την μάχη στους Φιλίππους γιατί αφ’ ενός μεν οι ιππείς τους επικρατούσαν στις αψιμαχίες που γίνονταν, αφ’ ετέρου όμως είχαν αρχίσει αυτομολίες πολεμιστών τους. Οι διοικητές του Κάσσιου τάχθηκαν με την άποψη του Βρούτου. Μόνο ένας δικός του διοικητής, ο Ατέλλιος, πρότεινε να περιμένουν να περάσει ο χειμώνας. «Και σε τί θα ωφελήσει αυτό ;» ρώτησε ο Βρούτος. -«Αν όχι τίποτα άλλο, θα ζήσω περισσότερο καιρό». Τελικά αποφασίστηκε μάχη την επομένη.

Το πρωί ένας κατακόκκινος χιτώνας υψώθηκε μπροστά από τα στρατόπεδα του Βρούτου και του Κάσσιου, σημείο ότι άρχιζε η μάχη. Οι δυο τους συναντήθηκαν στον μεταξύ των στρατευμάτων τους χώρο κι αντάλλαξαν αυτά τα λόγια : «Αν δεν μας ευνοήσουν σήμερα οι θεοί», είπε ο Βρούτος, «δεν θα επιζητήσω άλλες ελπίδες κι άλλες προσπάθειες, αλλά θα αποχωρήσω ευγνωμονώντας την τύχη, γιατί στις Ειδούς του Μαρτίου έδωσα στην πατρίδα την ζωή μου, κι άλλην έζησα αντί για εκείνη, ελεύθερη και ένδοξη». Ο Κάσσιος χαμογέλασε και τον αγκάλιασε : «Μ’ αυτές τις ιδέες ας βαδίσουμε προς τους εχθρούς. Ή θα νικήσουμε ή δεν θα φοβόμαστε πια τους νικητές».

Στην μάχη της ημέρας εκείνης ο Βρούτος ανέτρεψε τις λεγεώνες του Οκταβιανού ενώ ο Κάσσιος ηττήθηκε από τον Αντώνιο. Η τραγική παρεξήγηση ήταν ότι ο Βρούτος νόμιζε πως ο Κάσσιος νικούσε και γι’ αυτό δεν του έστειλε βοήθεια, ενώ ο Κάσσιος πίστευε πως ο Βρούτος έχασε την μάχη και γι’ αυτό δεν περίμενε βοήθεια. Κι ακόμη χειρότερα, όταν είδε ιππείς του Βρούτου που έρχονταν ν’ αναγγείλουν την νίκη, νόμισε πως είναι εχθροί που έρχονται να τον συλλάβουν και διέταξε ένα απελεύθερό του να τον σκοτώσει.

Ο Βρούτος έκλαψε πάνω από το σώμα του Κάσσιου πριν το στείλει στην Θάσο και τον αποκάλεσε τελευταίο των Ρωμαίων. Διέταξε ύστερα να θανατωθούν οι σκλάβοι που αιχμαλωτίστηκαν γιατί τους έβλεπε να κινούνται ύποπτα στο στρατόπεδο, ενώ πολλούς από τους Ρωμαίους πολίτες ελευθέρωσε λέγοντας ότι ώς τώρα ήταν αιχμάλωτοι των αντιπάλων ενώ τώρα πια ήταν ελεύθεροι πολίτες. Ύστερα έδωσε στους στρατιώτες την αμοιβή τους και τους υποσχέθηκε να επιτρέψει την λεηλασία της Θεσσαλονίκης και της Σπάρτης –το μόνο ασυγχώρητο αμάρτημά του κατά τον Πλούταρχο.

Ο στρατός των Οκταβιανού και Αντώνιου ήταν σε κακή κατάσταση, στερούμενος των αναγκαίων, στρατοπεδευμένος μέσα στα έλη, υποφέροντας από πείνα, βροχή και κρύο. Εκτός αυτού έμαθαν ότι ο στόλος τους νικήθηκε σε ναυμαχία από τον στόλο του Βρούτου. Επείγονταν λοιπόν να πολεμήσουν αμέσως. Το ατύχημα για τον Βρούτο ήταν ότι, άγνωστο για ποιον λόγο, δεν πληροφορήθηκε την νίκη αυτή παρ’ όλο που είχαν περάσει ήδη είκοσι μέρες. Αν το μάθαινε, δεν θα έδινε νέα μάχη τώρα που ήταν σε πλεονεκτική θέση και μπορούσε να περάσει ένα άνετο χειμώνα.

Το βράδυ της παραμονής της νέας μάχης, το φάντασμα εμφανίστηκε και πάλι στον Βρούτο κι έφυγε χωρίς να μιλήσει.

Τα πράγματα πήγαν άσχημα για τον Βρούτο από την αρχή. Ενώ επιθεωρούσε το στράτευμα για την μάχη, εκτοξεύτηκαν κατηγορίες για προδοσία και διαπίστωσε μεγάλη επιφυλακτικότητα του ιππικού. Αναγκάστηκε να περιμένει μέχρι που είδε ξαφνικά ένα λαμπρό του ιππέα να αυτομολεί καλπάζοντας προς τον εχθρό. Οργισμένος και φοβούμενος μήπως η αυτομολία γενικευτεί, επιτέθηκε.

Ο ίδιος ανάγκασε σε υποχώρηση την απέναντί του αριστερή πτέρυγα του εχθρού. Αλλά η δική του αριστερή πτέρυγα, που αποστολή της ήταν να αντέξει απλώς ώστε να μη κυκλωθεί ο Βρούτος, κατέρρευσε. Κι αιτία ήταν οι στρατιώτες του Κάσσιου που, ηττημένοι ήδη μια φορά, γέμισαν με ταραχή και ηττοπάθεια τον στρατό. Ο ίδιος ο Βρούτος πολέμησε λαμπρά, τόσο σαν στρατηγός όσο και σαν στρατιώτης, αλλά τελικά κυκλώθηκε.

Σώθηκε από την αιχμαλωσία χάρη στο τέχνασμα του Λουκίλλιου που παραδόθηκε σε κάποιους βαρβάρους ιππείς του Αντώνιου, λέγοντας ότι είναι ο Βρούτος.

Ο Βρούτος αποτραβήχτηκε σ’ ένα ασφαλές σημείο καθώς είχε πέσει η νύχτα. Σήκωσε ψηλά το βλέμμα του, απάγγειλε τον στίχο του Ευριπίδη
τον αίτιο αυτών των συμφορών μη τον ξεχάσεις, Δία,
και πρόφερε αναστενάζοντας τα ονόματα των συντρόφων του που έπεσαν. Κάποιος απ’ αυτούς που ήταν μαζί του είπε πως πρέπει να φύγουν κι ο Βρούτος απάντησε : «Πρέπει να φύγουμε ναι, όχι όμως με τα πόδια αλλά με τα χέρια». Ύστερα άπλωσε σ’ ολους το χέρι κ’ είπε πως είναι χαρούμενος που κανείς δεν φάνηκε άπιστος. Κατηγόρησε την τύχη για τα δεινά της πατρίδας και μόνο, και είπε πως θεωρεί τον εαυτό του ευτυχέστερο από τους νικητές γιατί αφήνει πίσω του την δόξα της αρετής που τα όπλα ή τα πλούτη τους δεν θα μπορέσουν να ξεπεράσουν. Τους παρακάλεσε τέλος να φροντίσουν να σωθούν και πήγε παράμερα μ’ ένα αφοσιωμένο φίλο του που σπούδαζαν μαζί ρητορική. Του έδωσε να κρατήσει το σπαθί του, απόστρεψε εκείνος το βλέμμα του, κι ο Βρούτος έπεσε επάνω του.

Όταν ο Αντώνιος βρήκε το σώμα του Βρούτου το κάλυψε με μια πολυτελέστατη χλαμύδα του κι έστειλε το λείψανο στην Σερβιλία. Λέγεται ότι η Πορκία αυτοκτόνησε καταπίνοντας αναμμένα κάρβουνα.

8. Η θέση του Βρούτου στην Ιστορία
Ο Βρούτος είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές της Ιστορίας. Υπόδειγμα αρετής, πιστός στο καθήκον, τυραννοκτόνος κατά τους μεν, τέρας αχαριστίας και πατροκτόνος κατ’ άλλους.

Η αλήθεια είναι ότι ο ψυχικός του κόσμος ήταν ένα πεδίο βίαιων συγκρούσεων ως προς τα αισθήματά του για τον Καίσαρα : Έπρεπε να μισεί τον εραστή της μητέρας του, που ντρόπιασε τ' όνομά του και τον έκανε ν’ αμφιβάλλει για την καταγωγή του, και ν’ αγαπά τον κατά πάσαν πιθανότητα πατέρα του. Έπρεπε να εχθρεύεται τον τύραννο και να ευγνωμονεί τον ευεργέτη του. Όλες οι πιέσεις της Ρώμης ασκούνταν επάνω του. Η αριστοκρατική παράταξη τον ήθελε αρχηγό της εναντίον της μοναρχίας του Καίσαρα. Ο Καίσαρ έβλεπε (κ’ ίσως τον προόριζε) στον Βρούτο τον διάδοχό του.

Η πράξη του Βρούτου αποδείχθηκε μάταιη. Ο Οκταβιανός έγινε τελικά απόλυτος άρχοντας και το πατροπαράδοτο πολίτευμα καταλύθηκε. Αν πιστέψουμε τον Πλούταρχο, ο Βρούτος αγωνίστηκε για μια χαμένη υπόθεση, δεδομένου ότι το πολίτευμα αυτό είχε φτάσει σε αδιέξοδο.



ΙΙ. Γάιος Κάσσιος Λογγίνος

Ο Γάιος Κάσσιος Λογγίνος (Gaius Cassius Longinus, 87 π.Χ. ή 86 π.Χ.3 Οκτωβρίου 42 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος συγκλητικός και ο κύριος εμπνευστής της συνωμοσίας για τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα.
RSC 0004a.6.jpg

1. Νεανικά χρόνια
Ελάχιστες είναι οι γνώσεις μας για τη νεανική του ηλικία. Είχε νυμφευθεί την κόρη της Σερβιλίας Καιπιόνις και ετεροθαλή αδερφή του Βρούτου. Μαζί είχαν αποκτήσει ένα γιο. Σπούδασε φιλοσοφία στη Ρόδο υπό τον Αρχέλαο, ενώ μιλούσε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα.

2. Πόλεμος στην Παρθία
Το πρώτο του αξίωμα ήταν αυτό του κυαίστορα υπό τον Μάρκο Λικίνιο Κράσσο το 53 π.Χ., οπότε και αποδείχτηκε πως διέθετε αξιόλογες στρατηγικές ικανότητες. Ταξίδεψε με τον Κράσσο στην επαρχία της Συρίας, όπου και προσπάθησε να τον αποτρέψει από το να επιτεθεί στην Παρθία, προτείνοντας να φτιάξουν μια ασφαλή βάση στον ποταμό Ευφράτη. Ωστόσο ο Κράσσος αγνόησε τις συμβουλές του Κάσσιου και οδήγησε τους άνδρες του στη Μάχη στις Κάρες, κατά τη διάρκεια της οποίας επίσης αγνόησε τη συμβουλή να ενδυναμώσει τις ρωμαϊκές γραμμές. Σαν αποτέλεσμα η Ρώμη γνώρισε την διασημότερη πανωλεθρία της μετά το Δεύτερο Καρχηδονιακό Πόλεμο. Ο Κάσσιος κατάφερε τουλάχιστον να γλυτώσει τα υπολείμματα του στρατού με τη βοήθεια του λεγάτου του Κράσσου, του Γάιου Οκτάβιου. Με τη σειρά τους οι λεγεωνάριοι ζήτησαν να ηγηθεί ο Κάσσιος, ωστόσο εκείνος αρνήθηκε παραμένοντας πιστός στον Κράσσο. Ο Κράσσος βρήκε το θάνατο όταν οι οδηγοί του στρατού διέπραξαν προδοσία στο δρόμο της υποχώρησης. Εντούτοις, ο Κάσσιος κατάφερε και πάλι να διασώσει 500 ιππείς και να τους επανενώσει με άλλες λεγεώνες.

Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Κάσσιος κυβέρνησε τη Συρία, υπερασπιζόμενος τα σύνορά της ενάντια στις επιθέσεις των Πάρθων, μέχρι να αφηχθεί ο επόμενος έπαρχος. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας επιδρομής σκοτώθηκε ο Πάρθος διοικητής Οσάκης και οι στρατιώτες του σκόρπισαν. Ο Μάρκος Τούλιος Κικέρων, τότε κυβερνήτης της Κιλικίας, έστειλε στον Κάσσιο ένα συγχαρητήριο σημείωμα.

3. Ρωμαϊκός εμφύλιος
Μετά την επιστροφή του στη Ρώμη, το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον Ιούλιο Καίσαρα και τον Πομπήιο το Μέγα έσωσε τον Κάσσιο από την προσαγωγή σε δίκη από τους εχθρούς του. Εκλέχτηκε Τριβούνος των Πληβείων το 49 π.Χ., τασσόμενος με το κόμμα των αριστοκρατικών, τους Optimates. Όταν ο Καίσαρας διέσχισε το Ρουβικώνα ποταμό, ο Κάσσιος εγκατέλειψε τη Ρώμη. Συνάντησε τον Πομπήιο στην Ελλάδα και έγινε διοικητής του στόλου του. Το 48 π.Χ., ο Κάσσιος έπλευσε προς τη Σικελία όπου επιτέθηκε και έκαψε μεγάλο μέρος των πλοίων του Καίσαρα. Συνέχισε παρενοχλώντας πλοία στις ιταλικές ακτές. Τα νέα της ήττας του Πομπήιου στη Μάχη των Φαρσάλων ανάγκασαν τον Κάσσιο να κατευθυνθεί στον Ελλήσποντο, ελπίζοντας να συμμαχίσει με το βασιλιά του Πόντου, το Φαρνάκη Β'. Ωστόσο ο Κάισαρ τον πρόλαβε στο δρόμο κι αναγκάστηκε να παραδοθεί άνευ όρων.

Ο Καίσαρας τον ονόμασε λεγάτο και τον επιστράτευσε στον Αλεξανδρινό Πόλεμο. Ωστόσο ο Κάσσιος αρνήθηκε να συμμετάσχει στον πόλεμο ενάντια στον Κάτωνα και το Σκιπίωνα στην Αφρική, επιλέγοντας να αποσυρθεί στη Ρώμη. Πέρασε τα επόμενα δύο χρόνια χωρίς κάποιο αξίωμα, κατά τη διάρκεια των οποίων σύσφιξε τις σχέσεις του με τον Κικέρωνα.

4. Συνωμοσία
Το 44 π.Χ. κατέλαβε το αξίωμα του Praetor Peregrinus, με την υπόσχεση να αναλάβει τη διοίκηση της Συρίας τον επόμενο χρόνο. Η ανάδειξη του νεότερού του, Μάρκου Ιούνιου Βρούτου, σε Praetor Urbanus τον προσέβαλε πολύ, κάτι που αύξησε το μίσος του στο πρόσωπο του Καίσαρα, ο οποίος την ίδια χρονιά ανέλαβε το αξίωμα του Δικτάτορα δια Βίου. Ο Καίσαρ, παρόλο που επισήμως είχε συγχωρήσει τον Κάσσιο, από ό,τι φαίνεται δυσπιστούσε προς το πρόσωπό του. Έτσι ο Κάσσιος ήταν ένας από τους πιο ένθερμους συνωμότες κατά του Καίσαρα, πείθοντας τελικά τους υπόλοιπους να διαπράξουν «τυραννοκτονία». Στις Ιδούς του Μαρτίου, 44 π.Χ., ο Κάσσιος παρότρυνε τους συνεργούς του, ενώ ο ίδιος χτύπησε τον Καίσαρα στο πρόσωπο. Ο ίδιος και οι σύντροφοί του αυτοαποκαλούνταν «απελευθερωτές» («Liberatores»). Αν και πέτυχαν στο σκοπό τους να δολοφονήσουν τον Καίσαρα, τα επινίκια ήταν βραχύβια καθώς ο Μάρκος Αντώνιος διεκδίκησε την εξουσία και έστρεψε το λαό εναντίον τους.

5. Μετά τη δολοφονία
Τον Απρίλιο, ο Κάσσιος έφυγε από τη Ρώμη, με προορισμό την εξοχή, ελπίζοντας πως ο Αντώνιος θα ανατρεπόταν. Τον Ιούνιο, η Σύγκλητος ανέθεσε στον Κάσσιο την επαρχία της Κυρήνης για να του δώσει την ευκαιρία τόσο να διατηρήσει το αξίωμα του πραίτορα όσο και να διαφύγει από την Ιταλία.

Ο Κάσσιος θύμωσε που του παραχωρήθηκε μια τόσο μικρή επαρχία και αποφάσισε να παραιτηθεί, υποστηρίζοντας ότι προτιμούσε να ζήσει εξόριστος παρά υπό την ηγεμονία του Αντωνίου. Κατέφυγε στην επαρχία της Συρίας, που του είχε αποδοθεί νωρίτερα, την οποία είχε αναλάβει εκ μέρος του Αντωνίου ο Πόπλιος Κορνήλιος Δολαβέλλας. Σκόπευε να αναλάβει τη διοίκηση προτού καταφθάσει ο τελευταίος. Η φήμη του στη Συρία ήταν αρκετή ώστε να βρει συμμάχους στο πρόσωπο των στρατιωτικών διοικητών της περιοχές και το 43 π.Χ. είχε στην κατοχή του 12 λεγεώνες για να αντιμετωπίσει το Δολαβέλλα. Στο μεταξύ, η Σύγκλητος είχε έρθει σε ρήξη με τον Αντώνιο κι έτσι επικύρωσε την πρόταση να γίνει ο Κάσσιος διοικητής της Συρίας. Ο Δολαβέλλας επιτέθηκε, αλλά όταν είδε τους συμμάχους του να τον προδίδουν, αναγκάστηκε να αυτοκτονήσει.

Η θέση του Κάσσιου ήταν πλέον εξασφαλισμένη κι έτσι σχεδίασε να επιτεθεί κατά της Αιγύπτου. Όταν ωστόσο δημιουργήθηκε στην Ιταλία η Δεύτερη Τριανδρία – ανάμεσα στον Αντώνιο, το Λέπιδο και τον Οκταβιανό - ο Βρούτος ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Κάσσιος τον συνάντησε με τους άνδρες του στη Σμύρνη, αφήνοντας στο πόδι του στη Συρία τον ανηψιό του. Οι σύμμαχοι αποφάσισαν να χτυπήσουν τους συμμάχους της Τριανδρίας στη Μικρά Ασία. Ο Κάσσιος λεηλάτησε τη Ρόδο, ενώ ο Βρούτος έκανε το ίδιο στη Λυκία. Την επόμενη χρονιά ένωσαν τις δυνάμεις τους στις Σάρδεις, όπου και οι στρατοί τους τούς ανακήρυξαν «Imperatores». Πέρασαν τον Ελλήσποντο, προέλασαν στη Θράκη και στρατοπέδευσαν κοντά στους Φιλίππους, πόλη της Θράκης (σημερινός Νομός Καβάλας). Ο Οκταβιανός και ο Μάρκος Αντώνιος σύντομα έφτασαν στην περιοχή και ετοιμάζονταν για την επικείμενη μάχη. Ο Κάσσιος αποφάσισε να τους αποκόψει από τις προμήθειες. Ωστόσο, ο Αντώνιος εξανάγκασε τους αντιπάλους του σε δύο μάχες, γνωστές με το κοινό όνομα Μάχη των Φιλίππων. Ο Βρούτος είχε επιτυχία απέναντι στον Οκταβιανό και κατέλαβε το στρατόπεδό του. Ο Κάσσιος, εντούτοις, συνετρίβη από τον Αντώνιο. Αγνοώντας τη νίκη του συμμάχου του, έχασε κάθε ελπίδα και διέταξε έναν απελεύθερο, τον Πίνδαρο, να τον θανατώσει. Ο Βρούτος τον θρήνησε ως τον «τελευταίο των Ρωμαίων» και τον κήδεψε στη Θάσο.

6. Αναφορές στη λογοτεχνία
Στην «Κόλαση» του Δάντη, ο Κάσσιος αποτελεί τον ένα από τους τρεις μεγάλους αμαρτωλούς της ιστορίας που μαρτυρούν στα σαγόνια του Σατανά, στην καρδιά της Κολάσεως, για όλη την αιωνιότητα. Οι άλλοι δύο είναι ο Βρούτος και ο Ιούδας Ισκαριώτης. Εμφανίζεται και στο έργο του Σαίξπηρ «Ιούλιος Καίσαρ», όπου παρουσιάζεται ως επικίνδυνος και δολοπλόκος.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/