Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1957 "έφυγε" ο Νίκος Καζαντζάκης (μεγάλο ΑΦΙΕΡΩΜΑ)

"Γιατί το Φως είναι ένα, αδιαίρετο,
κι οπουδήποτε νικήσει ή νικηθεί,
νικάει και νικιέται και μέσα σου"



Ο Νίκος Καζαντζάκης (Ηράκλειο Κρήτης 18 Φεβρουαρίου 1883 - Φράιμπουργκ Γερμανίας 26 Οκτωβρίου 1957) ήταν Έλληνας συγγραφέας. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως. Έγινε ακόμα γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Τελευταίος Πειρασμός. Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς από το λαό ποιητές.

Βίος
Παιδί
Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου του 1883,εποχή κατά την οποία το νησί αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν γιος του καταγόμενου από το χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά), όπου βρίσκεται το Μουσείο Καζαντζάκη, εμπόρου γεωργικών προϊόντων και κρασιού, Μιχάλη Καζαντζάκη (1856 - 1932) και της Μαρίας Χριστοδουλάκη (1862-1932) με καταγωγή απο το χωριό Ασυρώτοι, το σημερινό Κρυονέρι του Δήμου Κουλούκωνα στο νομό Ρεθύμνου, και είχε δύο αδελφές, την Αναστασία (1884) και την Ελένη (1887), και έναν αδελφό, τον Γιώργο (1890), που πέθανε σε βρεφική ηλικία. Στο Ηράκλειο λαμβάνει την στοιχειώδη μόρφωση κι έπειτα το 1897 εγγράφεται στη Γαλλική Εμπορική Σχολή του Τίμιου Σταυρού στη Νάξο, όπου διδάσκεται τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα και έρχεται σε μία πρώτη επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Το 1899 επιστρέφει στο Ηράκλειο και ολοκληρώνει τις γυμνασιακές σπουδές του.
Σε μία σχολική παράσταση παίζει τον ρόλο του Κρέοντα στην τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους Τύραννος.

Έως πότε;
Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1902 πηγαίνει στην Αθήνα για πανεπιστημιακές σπουδές. Φοιτά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1906 παίρνει το δίπλωμα του διδάκτορα της Νομικής με άριστα. Στο πτυχίο του Νίκου Καζαντζάκη φαίνεται και η υπογραφή του Κωστή Παλαμά, ο οποίος ήταν γραμματέας στο πανεπιστήμιο, θέση μία και μοναδική τότε.

Το 1906 πρωτοεμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα Όφις και Κρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), για να ακολουθήσουν την ίδια χρονιά το δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος και έπειτα το θεατρικό έργο Ξημερώνει. Το τελευταίο το υποβάλλει στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα και επαινείται, δίχως όμως ούτε αυτό ούτε κανένα άλλο εκείνη τη χρονιά να βραβευθεί. Την επόμενη χρονιά ο Καζαντζάκης υποβάλλει ανεπιτυχώς και αυτή τη φορά δύο ακόμη θεατρικά του έργα στον ίδιο διαγωνισμό, το Έως πότε;, το οποίο επαινείται, και το Φασγά, ενώ γράφει και ένα δεύτερο μυθιστόρημα, τις Σπασμένες Ψυχές. Ακολουθούν δύο ακόμη θεατρικά έργα, Κωμωδία, τραγωδία μονόπρακτη και Η Θυσία, το οποίο δημοσιεύεται αργότερα με τον τίτλο Ο Πρωτομάστορας. Το τελευταίο θα υποβληθεί το 1910 στον Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα και θα κερδίσει το πρώτο βραβείο, ενώ θα διασκευαστεί και σε λιμπρέτο από τον Μανόλη Καλομοίρη ο οποίος θα το μελοποιήσει σε όπερα.

Παράλληλα αρθρογραφεί σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά υπό τα ψευδώνυμα Ακρίτας, Κάρμα Νιρβαμή και Πέτρος Ψηλορείτης, ενώ το 1907 ξεκινά μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Σημαντική επίδραση στον Καζαντζάκη είχαν οι διαλέξεις του Ανρί Μπεργκσόν, τις οποίες παρακολουθούσε και τον οποίο θα παρουσιάσει στην Αθήνα με ένα δοκίμιό του το 1912. Το 1909 επιστρέφει στην Ελλάδα και εκδίδει στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας. Το 1910 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα και το 1911 παντρεύεται τη Γαλάτεια Αλεξίου, στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νεκροταφείο Ηρακλείου, κι αυτό γιατί φοβόταν τον πατέρα του, που δεν ήθελε για νύφη τη Γαλάτεια.

Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912, κατατάσσεται εθελοντής, αλλά τελικά διορίζεται στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου.

Σικελιανός
Το 1910 ήταν ένας εκ των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου, μέσω του οποίου συνδέθηκε φιλικά, το 1914, με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος, όπου διέμειναν περίπου σαράντα ημέρες, ενώ περιηγήθηκαν και σε πολλά ακόμα μέρη της Ελλάδας αναζητώντας «τη συνείδηση της γης και της φυλής τους»: Αθήνα, Ελευσίνα, Δελφοί, Κόρινθος, Μυκήνες, Άργος, Τεγέα, Σπάρτη, Μυστράς κ.α. Την περίοδο αυτή ήρθε σε επαφή και με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγιά του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπεργκσόν, ενώ ο Παντελής Πρεβελάκης, φίλος και βιογράφος του, θεωρεί πως τότε άναψε και η πρώτη σπίθα που θα έδινε έπειτα από 24 χρόνια την Οδύσεια. Το 1915 σχεδιάζουν με τον Ι. Σκορδίλη να κατεβάσουν ξυλεία από το Άγιον Όρος. Η αποτυχημένη αυτή εμπειρία, μαζί με μία άλλη παρόμοια, το 1917, όπου με έναν εργάτη, τον Γιώργη Ζορμπά, προσπαθούν να εκμεταλλευθούν ένα λιγνιτωρυχείο στην Πραστοβά της Μάνης, θα μεταμορφωθούν πολύ αργότερα στο μυθιστόρημα Bίος και Πολιτεία του Aλέξη Zορμπά. Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Καζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως με αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Οι εμπειρίες που αποκόμισε αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημά του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Τον επόμενο χρόνο, μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη.

Το 1923 χωρίζουν οι δρόμοι του Καζαντζάκη και του Σικελιανού. Θα ξανασμίξουν έπειτα από 19 χρόνια, το 1942.

Οδύσσεια
Τέλη 1924 ξεκινά να γράφει το έπος της ζωής του, την Οδύσεια. 33.333 17σύλλαβοι στίχοι χωρισμένοι σε 24 ραψωδίες. Και περίπου 7.500 αθησαύριστες λέξεις, οι οποίες δεν υπάρχουν σε κανένα λεξικό της Ελληνικής.

Αρχές του 1925 γράφει τις ραψωδίες Α έως και Ζ. Και το 1927 ολοκληρώνει την α΄ γραφή (ραψωδίες Η έως και Ω). Ακολουθούν άλλες έξι γραφές: η β΄ γραφή το 1929-1930, η γ΄ το 1931, η δ΄ το 1933, η ε΄ το 1935, η στ΄ το 1937 και η τελική ζ΄ το 1938. Συνολικές ώρες εργασίας περίπου 15.000. Η πρώτη έκδοση της Οδύσειας γίνεται γεγονός το 1938 και αφιερώνεται στην Αμερικανίδα Joe MacLeod, χορηγό της έκδοσης.

Η εκτύπωση της δεύτερης έκδοσης αρχίζει τον Οκτώβριο του 1955, με φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια του Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλη, και ολοκληρώνεται τον Νοέμβρη του 1957, μετά τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη. Οδύσσεια, με δύο σίγμα, αυτή τη φορά ο τίτλος και δίχως την αφιέρωση της πρώτης έκδοσης.

Ιδιόγραφη περίληψη της Οδύσσειας από τον δημιουργό της στάλθηκε στον Παντελή Πρεβελάκη τέλη Δεκέμβρη 1938:

Ο Οδυσσέας, αφού σκότωσε τους μνηστήρες, πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί⋅ δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα, κι αποφάσισε να φύγει πάλι από την Ιθάκη και να επιχειρήσει το στερνό του, το αγύριστο ταξίδι.

Διάλεξε λοιπόν μερικούς συντρόφους όπως τους πεθυμούσε: ψυχές γενναίες και λεύτερες, σώματα γερά, σκάρωσε καινούριο καράβι, πάντρεψε το γιο του με τη Ναυσικά για να του κάμουν εγγόνι να μη χαθεί η γενιά του, κι ένα πρωί έκαμε πανιά κι ανοίχτηκε στο πέλαο.

Άρχισε το μέγα στερνό ταξίδι. Άραξε πρώτα - πρώτα στο λιμάνι της Σπάρτης, ανέβηκε στην ξακουσμένη πολιτεία, γλίτωσε τον παλιό του συμπολεμιστή Μενέλαο από την ανταρσία του λαού, έφαγε κι ήπιε και κουβέντιασε μαζί του, άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της.

Αράζει τώρα στην Κρήτη, που βρίσκεται στην παρακμή του μεγάλου πολιτισμού της. Οι βάρβαροι κι οι σκλάβοι, έχοντας τώρα το νέο όπλο, το Σίδερο, συνωμοτούν να ρίξουν το γερο-βασιλιά Ιδομενέα, κι ο Οδυσσέας γίνεται αρχηγός τους.

Μια νύχτα, στο μεγάλο βασιλικό συμπόσιο, ο Οδυσσέας δίνει το σημάδι, κι οι συνωμότες ορμούν: ο βασιλιάς κι οι σαπημένοι αρχόντοι κι οι αρχόντισσες σκοτώνουνται, το Παλάτι της Κνωσού καίγεται, η Ελένη δένει έρωτα μ' ένα ξανθό βάρβαρο, κι ο Οδυσσέας ξαναμπαίνει με τους συντρόφους στο καράβι κι απλώνει πάλι πανιά κατά νότου.

Αράζει στην Αίγυπτο. Αναβρασμός μέγας κι εδώ, οι σκλάβοι που πεινούν έχουν σμίξει με τους ξανθούς βάρβαρους του Βορρά και θέλουν να ρίξουν τους αρχόντους, τους παραχορτασμένους. Μια στιγμή ο Οδυσσέας διστάζει⋅ μα τέλος παίρνει απόφαση, μπαίνει μπροστά μαζί με τους σκλάβους, μα ο στρατός τους νικιέται, τον πιάνουν οι αρχόντοι και τον ρίχνουν στη φυλακή. Δένει εκεί φιλίες με τους νέους άγριους συντρόφους, και μέσα στην πείνα, στην αγωνία του και στη σκλαβιά της φυλακής πελεκάει σ' ένα ξύλο το πρόσωπο του νέου Θεού του: φοβερή μάσκα ανήλεη, όλο πληγές κι αίματα, σαν τον Πόλεμο.

Κατορθώνει με δόλο να φύγει από τη φυλακή, ξεδιαλέγει πάλι, ανάμεσα στους πολεμιστές, σκλάβους κα βάρβαρους, τους πιο άγριους συντρόφους και κινάει μαζί τους πέρα, κατά την έρημο. Και πάει μπροστά, οδηγός, η μάσκα του νέου Θεού.

Φτάνει πολεμώντας με τις άγριες φυλές, στις πηγές του Νείλου, στην καρδιά της Αφρικής. Εκεί χτίζει την καινούρια πολιτεία του, την οχυρώνει, χαράζει απάνω στο φρούριο τις νέες περήφανες εντολές του Θεού του, νομοθετώντας νέους δίκαιους νόμους. Χαίρεται που θα δημιουργήσει μιαν κοινωνία ελεύτερων, ατρόμητων ανθρώπων.

Μα τη μέρα που έκανε τα εγκαίνια της πολιτείας κι είχε κηρύξει μεγάλη γιορτή, γίνεται σεισμός, ανοίγει η γη και καταπίνει την πολιτεία. Βούλιαξε όλη.

Στα χείλη του γκρεμού που άνοιξε, ο Οδυσσέας, ολομόναχος πια, χωρίς συντρόφους, χωρίς ελπίδα, συγκεντρώνεται σαν ασκητής και μάχεται να νικήσει τη μοίρα. Αργά, ύστερα από φοβερό εσωτερικό αγώνα, το μυαλό του φωτίζεται, η ψυχή του νικάει, σηκώνεται όρθιος και ξαναρχίζει την πορεία.

Πορεύεται πάντα κατά το νότο, συναντάει στη μακρινή του οδοιπορία όλους τους μεγάλους αρχηγούς που έφεραν στους ανθρώπους μιαν καινούρια θρησκεία, μια χίμαιρα, μια νέα κοσμοθεωρία —τ' αρχέτυπα του Άμλετ, του Δον Κιχώτη, του Φάουστ, του Ομήρου, του Βούδα, του Χριστού. Ζει μαζί τους και μιλάει, μετράει την ψυχή του με την ψυχή τους και τους αφήνει ένα-ένα κι εξακολουθεί μόνος την πορεία.

Φτάνει στην άκρα της Αφρικής, στην αγαπημένη θάλασσα. Γελάει, κυλιέται στα χοχλάδια, παίζει μαζί της. Σκαρώνει το στερνό του καράβι, στενό, μικρό, σα φέρετρο. Αποχαιρετά τη γη, φεύγει. Περνάει την παγωμένη θάλασσα, τρικυμιά ξεσπάει, συντρίβεται το καράβι σε άγρια χιονισμένα βράχια.

Παίρνει πάλι το δρόμο, πέφτει σ' ένα χωριό καμωμένο από χιόνι, όπου οι άγριοι κυνηγοί της φώκιας τον υποδέχουνται σα θεό. Μένει μαζί τους ένα χειμώνα, και την άνοιξη, ως έλιωσαν τα χιόνια, θηκαρώνει σε μιαν πλωτή από δέρμα φώκιας και ξαναπαίρνει πάλι το πέλαγο.

Λάμνει με τα κουπιά στον αβασίλευτο ήλιο, κι έρχεται ήσυχα ο Θάνατος και καθίζει αντίκρα του, στην πλώρα. Είναι απαράλλαχτος με τον Οδυσσέα, γέρος κι αυτός με άσπρα γένια, όλο πληγές. Χαμογελάει ο ένας στον άλλον, αρμενίζουν αμίλητοι, ένα παγόβουνο προβαίνει, πέφτει απάνω στην πλωτή, μα ο Οδυσσέας προφταίνει και σκαρφαλώνει απάνω στο παγόβουνο κι αρμενίζει μαζί του σα να 'ναι καράβι.

Ο Οδυσσέας νιώθει [πως] έφτασε πια η στερνή του ώρα. Αποχαιρετά τις πέντε του αίστησες —την όραση, την ακοή, τη γέψη, την όσφρηση, την αφή— και τις ευχαριστεί γιατί καλά του δούλεψαν, παράπονο δεν έχει.

Ανοίγει την αγκάλη, σέρνει φωνή, φωνάζει όλους τους αγαπημένους του συντρόφους —τους άντρες, τις γυναίκες που αγάπησε και το πιστό σκυλί του από την Ιθάκη. Ακούν τη φωνή του αφέντη, πετιούνται από τα μνήματα οι παλιοί συντρόφοι και καταφτάνουν⋅ το καράβι του Οδυσσέα γεμίζει πάλι συντρόφους. Χαίρεται ο Οδυσσέας, υποδέχεται όλο χαρά τους συντρόφους, σηκώνει το χέρι, δίνει με ατρόμητη θραιμβευτική φωνή το σημάδι του μισεμού:

«Όρτσα, παιδιά, και πρίμο φύσηξε του Χάρου το αγεράκι.»

Ταξίδια
Ο Καζαντζάκης ταξίδεψε πολύ στη ζωή του: Νάξος, Αθήνα, Παρίσι, Άγιον Όρος, Καύκασος, Βιέννη, Βερολίνο, Ιταλία, Κύπρος, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Σινά, Ρωσία, Κίνα, Ιαπωνία, Ισπανία, Τσεχοσλοβακία, Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία, Αυστρία, Γιουγκοσλαβία κ.α.

Το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Φρόυντ και τις βουδιστικές γραφές. Επισκέφτηκε ακόμα τη Γερμανία, ενώ το 1924 έμεινε για τρεις μήνες στην Ιταλία. Την περίοδο 1923-1926 πραγματοποίησε επίσης αρκετά δημοσιογραφικά ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, την Παλαιστίνη, την Κύπρο και την Ισπανία, όπου του παραχώρησε συνέντευξη ο δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα. Τον Οκτώβριο του 1926 πήγε στη Ρώμη και πήρε συνέντευξη από τον Μπενίτο Μουσολίνι. Επίσης, εργάστηκε ως ανταποκριτής των εφημερίδων Ακρόπολις, Ελεύθερος Λόγος, Ελεύθερος Τύπος, Η Καθημερινή κ.ά. Είχε, βέβαια, γνωριστεί με την Ελένη Σαμίου, το 1924 (το διαζύγιο με την Γαλάτεια εκδόθηκε το 1926), με την οποία έζησε 21 χρόνια χωρίς γάμο. Παντρεύτηκαν το 1945 κι αυτό γιατί με τον καλό του φίλο, τον Άγγελο Σικελιανό και τη δεύτερη γυναίκα του, θα πήγαιναν στις ΗΠΑ. Το 1925 ο Καζαντζάκης συλλαμβάνεται στο Ηράκλειο της Κρήτης, αλλά κρατείται μόνο για είκοσι τέσσερεις ώρες, επειδή από το 1924 είχε αναλάβει την πνευματική ηγεσία μιας κομμουνιστικής οργάνωσης δυσαρεστημένων προσφύγων και παλαιμάχων από τη Μικρασιατική εκστρατεία. Σ' αυτό το επεισόδιο αναφέρεται ο Παντελής Πρεβελάκης και η Έλλη Αλεξίου.

Το 1927 ξεκίνησε την ανθολογία των ταξιδιωτικών του άρθρων για την έκδοση του πρώτου τόμου του Ταξιδεύοντας, ενώ το περιοδικό Αναγέννηση, του Δημήτρη Γληνού, δημοσίευσε την Aσκητική, το φιλοσοφικό του έργο. Τον Οκτώβριο του 1927, ο Καζαντζάκης φεύγει για τη Μόσχα προσκαλεσμένος από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης, για να πάρει μέρος στις γιορτές για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελληνορουμάνο λογοτέχνη Παναΐτ Ιστράτι, μαζί με τον οποίον επέστρεψε στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1928 στο θέατρο «Αλάμπρα», στην Αθήνα, μιλάνε εξυμνώντας τη Σοβιετική Ένωση, ο Καζαντζάκης και ο Ιστράτι. Στο τέλος της ομιλίας έγινε και διαδήλωση. Τόσο ο Καζαντζάκης όσο και ο συνδιοργανωτής της εκδήλωσης Δημήτρης Γληνός διώχθηκαν δικαστικά. Η δίκη ορίσθηκε στις 3 Απριλίου, αναβλήθηκε μερικές φορές και δεν έγινε ποτέ.

Τον Απρίλιο, ο Καζαντζάκης, ξαναβρέθηκε στη Ρωσία, όπου γράφει ένα κινηματογραφικό σενάριο για το ρωσικό κινηματογράφο με θέμα από τη Ελληνική Επανάσταση του 1821, Το Κόκκινο Μαντήλι. Τον Μάιο του 1929 απομονώθηκε σε ένα αγρόκτημα στην Τσεχοσλοβακία, όπου ολοκλήρωσε στα Γαλλικά τα μυθιστορήματα Toda-Raba (μετονομασία του αρχικού τίτλου Moscou a crié) και Kapétan Élia. Τα έργα αυτά εντάσσονταν στην προσπάθεια του Καζαντζάκη να καταξιωθεί διεθνώς ως συγγραφέας. Η γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος Toda-Raba έγινε με το ψευδώνυμο Nikolaï Kazan. Το 1930 θα δικαζόταν, πάλι, ο Καζαντζάκης για αθεϊσμό, για την Ασκητική. Η δίκη ορίσθηκε για τις 10 Ιουνίου, αλλά κι αυτή δεν έγινε ποτέ.

To 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα, όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός γαλλοελληνικού λεξικού. Mετέφρασε ακόμα τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Επίσης, έγραψε ένα μέρος των ωδών που ονόμαζε κάντα. Αυτά ενσωματώθηκαν αργότερα σ' έναν τόμο με τίτλο Τερτσίνες (1960). Αργότερα, ταξίδεψε στην Ισπανία ξεκινώντας παράλληλα τη μετάφραση έργων Ισπανών ποιητών. Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Κίνα εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Λίγο αργότερα, πλήθος κειμένων του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ή περιοδικά, ενώ το μυθιστόρημά του Ο Βραχόκηπος, που το είχε γράψει στα Γαλλικά, εκδόθηκε στην Ολλανδία και τη Χιλή. Κατά την περίοδο της κατοχής, συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή για την μετάφραση της Ιλιάδας.

Το 1943 ολοκλήρωσε το γράψιμο του μυθιστορήματός του Bίος και Πολιτεία του Aλέξη Zορμπά.

Προτομή του Καζαντζάκη στο Ηράκλειο
Ακρίτας
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη από τις 26 Νοεμβρίου του 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου του 1946. Παραιτήθηκε από το αξίωμά του μετά από την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Το Μάρτιο του 1945 προσπαθεί να πάρει μια θέση στην Ακαδημία της Αθήνας, αλλά αποτυγχάνει για δύο ψήφους. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύεται την Ελένη Σαμίου, στον Άι - Γιώργη τον Καρύτση, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.

Δυο φορές, τουλάχιστον, προτάθηκε ο Καζαντζάκης για το Βραβείο Νόμπελ. Για πρώτη φορά προτάθηκε το 1947, από τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκο Βέη, ο οποίος είχε προτείνει, την ίδια χρονιά, για βράβευση και τον Άγγελο Σικελιανό, με διαφορετική πρόταση. Μαζί με τον Σικελιανό προτάθηκαν επίσης και το 1950, σε μια κοινή πρόταση, από τον Hjalmar Gullberg της Σουηδικής Ακαδημίας.

Το 1947 διορίστηκε στην UNESCO με αποστολή την προώθηση μεταφράσεων κλασικών λογοτεχνικών έργων, με απώτερο στόχο τη γεφύρωση των διαφορετικών πολιτισμών. Παραιτήθηκε τελικά το 1948, προκειμένου να αφοσιωθεί στο λογοτεχνικό του έργο. Για τον σκοπό αυτό εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ της Γαλλίας, όπου τα επόμενα χρόνια ακολούθησε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδος, κατά την οποία ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού του έργου.

Το 1953 προσβλήθηκε από μία μόλυνση στο μάτι, γεγονός που τον υποχρέωσε να νοσηλευτεί αρχικά στην Ολλανδία και αργότερα στο Παρίσι. Τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι.

Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει από την Αντίμπ στην Ελλάδα, η Ορθόδοξη Εκκλησία εκκινούσε τη δίωξή του. Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα από τον Kαπετάν Mιχάλη και το σύνολο του περιεχομένου του Τελευταίου Πειρασμού (1953), έργο το οποίο δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Το 1954 η Ιερά Σύνοδος με έγγραφό της ζητούσε από την κυβέρνηση την απαγόρευση των βιβλίων του Νίκου Καζαντζάκη.

Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του:

Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ. 

Τελικά η Εκκλησία της Ελλάδος δεν τόλμησε να προχωρήσει στον αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας. Η Εκκλησία της Ελλάδας είναι αυτοκέφαλη και υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μόνο δογματικά. Επομένως, για τις οποιεσδήποτε ποινές που θα επιβάλλει δε χρειάζεται την έγκριση του Πατριαρχείου. Βέβαια, τελικά δεν αφορίστηκε ο Καζαντζάκης, αλλά η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδας τον κατέκρινε και το όνομά του εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να φέρει το στίγμα αυτό της εκκλησίας. Επίσης, ο Τελευταίος Πειρασμός καταγράφτηκε στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το καταργηθέν πλέον Index Librorum Prohibitorum. Ο Καζαντζάκης απέστειλε τότε σχετικό τηλεγράφημα στην Επιτροπή του Index με τη φράση του χριστιανού απολογητή Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal appello», δηλαδή «Στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση».

Ο «Ζορμπάς» του Καζαντζάκη, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1947 και με την επανέκδοση του, το 1954, βραβεύτηκε ως το καλύτερο ξένο βιβλίο της χρονιάς. Το 1955, ο συγγραφέας μαζί με τον Κακριδή αυτοχρηματοδότησαν την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τελικά στην Ελλάδα ο Τελευταίος Πειρασμός. Τον επόμενο χρόνο, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου στην Αθήνα για τους τρεις τόμους Θέατρο Α΄, Β΄, Γ΄ και με το Παγκόσμιο Βραβείο Ειρήνης στη Βιέννη, ένα βραβείο το οποίο προερχόταν από το σύνολο των τότε Σοσιαλιστικών χωρών. Καθώς μια από αυτές ήταν η Κίνα επιχείρησε δεύτερο ταξίδι εκεί τον Ιούνιο του 1957, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης. Επέστρεψε με κλονισμένη την υγεία του προσβληθείς από λευχαιμία. Νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη της Δανίας και το Φράιμπουργκ (Freiburg im Breisgau) της Γερμανίας, όπου τελικά κατέληξε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 σε ηλικία 74 ετών. Εντούτοις, σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, η λευχαιμία εμφανίστηκε στον Καζαντζάκη κατά το χειμώνα του 1938, 19 χρόνια πριν απ' το τέλος του, το οποίο αποδίδεται σε βαριάς μορφής ασιατική γρίπη.

Ο τάφος του Καζαντζάκη
Η σορός του μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, επιθυμία την οποία ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητος απέρριψε. Έτσι, η σορός του συγγραφέα μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο. Έπειτα από μεγάλη λειτουργία στον Ναό του Αγίου Μηνά, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου και 17 ακόμη ιερέων, έγινε η ταφή του Νίκου Καζαντζάκη, στην οποία όμως εκείνοι δεν συμμετείχαν κατόπιν απαγόρευσης του Αρχιεπισκόπου. Η ταφή έγινε στην Τάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα βενετσιάνικα τείχη τού Ηρακλείου, διότι η ταφή του σε νεκροταφείο απαγορεύτηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Τη σορό συνόδευσαν ο τότε υπουργός Παιδείας Αχιλλέας Κ. Γεροκωστόπουλος και ο ιερέας Σταύρος Καρπαθιωτάκης, ο οποίος αργότερα τιμωρήθηκε.

Στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη χαράχθηκε, όπως το θέλησε ο ίδιος, η επιγραφή:

Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος. 

Έργο
Δεν υπάρχει άλλος Νεοέλληνας συγγραφέας που να έχει τόσο πολύ υβρισθεί, προπηλακισθεί, διαβληθεί, συκοφαντηθεί, για διάφορα ζητήματα, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης. Ουδένα αυτός ο άνθρωπος έβλαψε. Και, όμως, κατά περιόδους όλοι απάνω του επέπεσαν. Γύρω από τον Καζαντζάκη πλέκτηκε μια τερατώδης μυθολογία, για ό,τι έκανε και για ό,τι δεν έκανε, για ό,τι έπρεπε να κάνει και δεν το έκανε και ούτω καθ' εξής. Σαν να τον είχαν βάλει κάτω από μικροσκόπιο. Και έβλεπαν ό,τι ήθελαν να βλέπουν και έλεγαν ό,τι ήθελαν να πουν.

Για την ακέραιη παρουσία του καταπολεμήθηκε και από την Πολιτεία και από την Εκκλησία.

Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε πολυγραφότατος. Ασχολήθηκε σχεδόν με κάθε είδος λόγου: Ποίηση (δραματική, επική, λυρική), δοκίμιο, μυθιστόρημα (στα Ελληνικά και στα Γαλλικά), ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αλληλογραφία, παιδικό μυθιστόρημα, μετάφραση (από τα Αρχαία Ελληνικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και Ισπανικά), κινηματογραφικά σενάρια, ιστορία, σχολικά βιβλία, παιδικά βιβλία (διασκευή και μετάφραση), λεξικά (γλωσσικά και εγκυκλοπαιδικά), δημοσιογραφία, κριτική, αρθρογραφία.

Το κύριο σώμα του έργου του αποτελείται από την Ασκητική, η οποία είναι ο σπόρος απ' όπου βλάστησε όλο του το έργο, την Οδύσεια, δίπλα στην οποία όλα τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται ως «πάρεργα», τους «21 σωματοφύλακες της Οδύσειας», τις Τερτσίνες, τις 14 τραγωδίες που περιέχονται στους τρεις τόμους Θέατρο Α΄, Β΄, Γ΄, τα 9 μυθιστορήματα της όψιμης ηλικίας του, τις εντυπώσεις από τα ταξίδια του σε Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Ρωσία, Ισπανία, Ιαπωνία, Κίνα, Αγγλία, Ιερουσαλήμ, Κύπρο και Πελοπόννησο, τις μεταφράσεις του Δάντη και του Ομήρου και τέλος τις επιστολές του προς τη Γαλάτεια Αλεξίου και τον Παντελή Πρεβελάκη.

Εργογραφία

ΠΟΙΗΣΗ
Οδύσεια (έπος σε 33.333 δεκαεπτασύλλαβους στίχους), Πυρσός, Αθήνα, 1938
Τερτσίνες, Τυπ. Κωνσταντινίδη & Μιχαλά, Αθήνα, 1960
Ακρίτας (σχεδίασμα έπους)

ΘΕΑΤΡΟ
Ξημερώνει, Αθήνα, 1906
Έως πότε;, Αθήνα, 1907
Φασγά, Αθήνα, 1907
Κωμωδία, τραγωδία μονόπρακτη (με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης), Κρητική Στοά, Ηράκλειο, 1909
Ο Πρωτομάστορας (Η Θυσία) (με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης), αφιερωμένη στον Ίδα (Ίωνα Δραγούμη), Εστία, Αθήνα, 1910
Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει, Αίγινα, 1936
Θέατρο Α' - Τραγωδίες με αρχαία θέματα: Προμηθέας (τριλογία), Κούρος, Οδυσσέας, Μέλισσα, Δίφρος, Αθήνα, 1955
Θέατρο Β΄ - Τραγωδίες με βυζαντινά θέματα: Χριστός, Ιουλιανός ο Παραβάτης, Νικηφόρος Φωκάς, Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Θέατρο Γ' - Τραγωδίες με διάφορα θέματα: Καποδίστριας, Χριστόφορος Κολόμβος, Σόδομα και Γόμορρα, Βούδας, Δίφρος, Αθήνα, 1956

ΣΕΝΑΡΙΑ
Το Κόκκινο Μαντίλι
Άγιος Παχώμιος και Σία
Μουχαμέτης
Μια Έκλειψη Ηλίου
Λένιν
Βούδας
Δον Κιχώτης
Δεκαήμερο
Αιώνια Ελλάδα (σχέδιο σεναρίου)

ΔΟΚΙΜΙΑ
Η Αρρώστια του Αιώνος (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), Πινακοθήκη ΣΤ΄ (Μάρτιος-Απρ.-Μάιος 1906), σ. 8-11, 26-27, 46-47
Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας, Αλεξίου, Ηράκλειο, 1909
H.Bergson, τυπ. Μαίσνερ και Καργαδούρη, Αθήνα, 1912
Ασκητική, Salvatores Dei, χ.ε., Αθήνα, 1945
Συμπόσιον, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1971

ΙΣΤΟΡΙΑ
Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας, Ελευθερουδάκης, Αθήνα, 1930

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
Όφις και Κρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), χ.ε., Αθήνα, 1906
Σπασμένες Ψυχές (με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης), Ο Νουμάς, Αθήνα, 1909-1910
Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Τυπ. Δημητράκου, Αθήνα, 1946
Ο Καπετάν Μιχάλης, Μαυρίδης, Αθήνα, 1953
Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Δίφρος, Αθήνα, 1954
Ο Τελευταίος Πειρασμός, Δίφρος, Αθήνα, 1955
Τόντα-Ράμπα, μετάφραση Γιάννης Μαγκλής, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Ο Φτωχούλης του Θεού, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Ο Βραχόκηπος, μετάφραση Παντελής Πρεβελάκης, Εστία, Αθήνα, 1960
Αναφορά στον Γκρέκο, Τυπ. Κωνσταντινίδη, Αθήνα, 1961
Οι Αδερφοφάδες, χ.ε., Αθήνα, 1963ΤΑΞΙΔΙΑ
Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά, εκδόσεις Σεράπειον, Αλεξάνδρεια, 1927
Τι είδα στη Ρουσία (από τα ταξίδια μου), Στοχαστής, Αθήνα, 1928
Ταξιδεύοντας: Ισπανία, Πυρσός, Αθήνα, 1937
Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία - Κίνα, Πυρσός, Αθήνα, 1938
Ταξιδεύοντας: Αγγλία, Πυρσός, Αθήνα, 1941
Ταξιδεύοντας: Ρουσία, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά - Ιερουσαλήμ - Κύπρος - Ο Μοριάς, χ.ε., Αθήνα, 1961

ΠΑΙΔΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Μέγας Αλέξανδρος, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1979
Στα Παλάτια της Κνωσού, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1980

ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Επιστολές προς τη Γαλάτεια, Δίφρος, Αθήνα, 1958
Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1965

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Νίτσε, Η γέννησις της τραγωδίας, Φέξης, Αθήνα, 1912
Νίτσε, Τάδε Έφη Ζαρατούστρας, Φέξης, Αθήνα, 1913
Μπερξόν, Το γέλοιο, Φέξης, Αθήνα, 1914
Δαρβίνος, Η Καταγωγή των Ειδών, Φέξης, Αθήνα, 1915
Σύγχρονη Ισπανική Λυρική Ποίηση, περιοδικό Ο Κύκλος, 1933-1934
Δάντης, Η Θεία Κωμωδία, Ο Κύκλος, Αθήνα, 1934
Γκαίτε, Φάουστ [Α΄μέρος], εφημερίδα Καθημερινή (8/3-5/7/1937)
Γιόργκενσεν Γιοχάνες (Jørgensen Johannes), Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, χ.ε., Αθήνα, 1951
Όμηρος, Ιλιάδα (σε συνεργασία με τον Ι. Θ. Κακριδή), Εστία, Αθήνα, 1955
Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, Γαλαξίας, Αθήνα, 1961
Όμηρος, Οδύσσεια (σε συνεργασία με τον Ι.Θ. Κακριδή), Εστία, Αθήνα, 1965

Φιλμογραφία
Βασισμένες σε έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι οι ταινίες Αλέξης Ζορμπάς (1964) σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη και Ο Τελευταίος Πειρασμός (1988) σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε. Η τελευταία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από πλήθος θρησκευόμενων πολιτών, αλλά και εισαγγελικές παρεμβάσεις και μηνύσεις.

Μια ακόμα ταινία γυρίστηκε το 1957 βασισμένη στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Ο τίτλος της ταινίας, που τη σκηνοθέτησε ο Ζυλ Ντασέν, είναι Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει.

Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη, προβλήθηκε σαν τηλεοπτική σειρά από την ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976.

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1912 υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό

«Ταύτην τήν στιγμήν ἀγγέλλεται ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη παραδοθεῖσα κατελήφθη ὑπό τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ» 
(τηλεγράφημα του Αυστριακού Πρακτορείου Ειδήσεων)


Ο τορπιλισμός του «Φετχί Μπουλέντ», στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Στις 18 Οκτωβρίου 1912 το ελληνικό τορπιλοβόλο αρ.11 με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Νικόλαο Βότση μπήκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης απαρατήρητο κάτω από την μύτη των πυροβολείων του Καρα-μπουρνού ανατίναξε με δύο τορπίλες το γερασμένο Τουρκικό θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» το οποίο με τις μεγάλου βεληνεκούς πυροβολαρχίες του είχε αναλάβει την προστασία της πόλης από ξηράς και θαλάσσης. Το γεγονός αυτό είχε σημαντική επίδραση στο ηθικό των αμυνομένων Τούρκων και επηρέασε την απόφαση του Ταξίν Πασά να παραδώσει την πόλη στον προελαύνοντα Ελληνικό Στρατό. Την ίδια μέρα, στην Άνω Τζουμαγιά, ο στρατιωτικός ακόλουθος της Ελληνικής πρεσβείας στη Σόφια, Αθανάσιος Σουλιώτης κλήθηκε να συναντήσει εκεί το Βούλγαρο στρατηγό Θεοδωρώφ αλλά αντί αυτού συνάντησε τελικά τον Έλληνα στην καταγωγή, υπίατρο του Βουλγαρικού στρατού, Φίλιππο Νίκογλου (από τη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας), ο οποίος του εκμυστηρεύτηκε ότι οι Βούλγαροι προτίθενται να επιτεθούν πρώτοι στη Θεσσαλονίκη.

Στις 25 Οκτωβρίου οι Ευρωπαίοι πρόξενοι της Θεσσαλονίκης και ο Τούρκος στρατηγός Σαδίλκ παρουσιάστηκαν στις εμπροσθοφυλακές του Ελληνικού στρατού στην περιοχή Τοψίου (νυν Γέφυρα) έξω από την Θεσσαλονίκη και ζήτησαν να παραδώσουν υπό όρους τη Θεσσαλονίκη στον Ελληνικό στρατό. Η πρόταση των Τούρκων ήταν να αποσυρθεί ως το τέλος του πολέμου ο στρατός τους με όλο τον οπλισμό του στο Καραμπουρνού. Ο Διάδοχος απέρριψε αυτή την πρόταση και αντιπρότεινε την παράδοση του τουρκικού στρατού αφοπλισμένου, εκτός των αξιωματικών που θα έφεραν τα ξίφη τους. Στη συνέχεια ως αιχμάλωτοι πολέμου θα μεταφέρονταν με δαπάνες του Ελληνικού Κράτους στην Κωνσταντινούπολη ή τη Σμύρνη. Με τις διαπραγματεύσεις αυτές χανόταν πολύτιμος χρόνος και απειλείτο η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον βουλγαρικό στρατό που πλησίαζε υπό τον στρατηγό Τοντόρωφ. Λέγεται ότι ο Βενιζέλος διέταξε τον Κωνσταντίνο (ο οποίος σχεδίαζε πορεία προς το Μοναστήρι) να καταλάβει άμεσα την Θεσσαλονίκη, καθιστώντας τον προσωπικά υπεύθυνο για ενδεχόμενη απώλειά της.

Ο Ταξίν πασάς υπογράφει το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης
στον Ελληνικό στρατό.
Τελικά ο Ταξίν πασάς αποδέχθηκε τους όρους του Κωνσταντίνου. Στις 11 το πρωί της 26 Οκτωβρίου, εορτή του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Αυτό είχε συνταχθεί στη γαλλική γλώσσα από τον τότε έφεδρο δεκανέα Ίωνα Δραγούμη. Από την ελληνική πλευρά συνυπέγραψαν οι αξιωματικοί Ιωάννης Μεταξάς και Βίκτωρ Δούσμανης και από την τουρκική πλευρά ο Ταξίμ πασάς, στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης. Την επόμενη ημέρα (27 Οκτωβρίου) υπογράφηκε συμπληρωματικό πρωτόκολλο με το οποίο παραδίνονταν στους Έλληνες όλη η φρουρά της Θεσσαλονίκης η οποία ανέρχονταν σε 25.000 στρατιώτες και 1.000 αξιωματικούς με όλο τον βαρύ και ατομικό οπλισμό τους. Το πρωί της 27 Οκτ. εισήλθε στην πόλη ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Δαγκλής και εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο, ενώ ο Ίων Δραγούμης με τον μακεδονομάχο λοχαγό Αθαν. Εξαδάκτυλο ύψωσαν την ελληνική σημαία στον εξώστη του ελληνικού προξενείου. Το απόγευμα μπήκαν στην πόλη δύο ευζωνικά τάγματα της Ζ' μεραρχίας, ενώ οι Α', Β', Γ', Δ' μεραρχίες με την υπόλοιπη δύναμη της Ζ' έλαβαν θέσεις στα υψώματα γύρω από την πόλη. Βάσει του πρωτοκόλλου παράδοσης όλοι οι Οθωμανοί αξιωματικοί θα κρατούσαν τον οπλισμό τους. Επίσης οπλισμένη θα παρέμενε η Οθωμανική χωροφυλακή, για την τήρηση της Τάξης. Την 28 Οκτωβρίου εισήλθε στην πόλη ο Διάδοχος και αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος με τους επιτελείς του και το μεσημέρι τελέστηκε πανηγυρική δοξολογία στον ναό του Αγίου Μηνά. Στις 29 έφτασε στην πόλη και ο Βασιλιάς Γεώργιος και κατευθύνθηκε προς τον Λευκό Πύργο όπου υψώθηκε η ελληνική σημαία. Κατόπιν κατέλυσε στο αρχοντικό Χατζηλαζάρου στην οδό Επαύλεων. Τις τρεις αυτές ημέρες, 26-29 Οκτωβρίου πολλοί πλούσιοι μουσουλμάνοι αναχώρησαν φοβισμένοι για την Κωνσταντινούπολη και τη Μ. Ασία.

Από τις 26 Οκτωβρίου ο Κωνσταντίνος είχε στείλει μήνυμα προς το Βούλγαρο στρατηγό Θεοδωρώφ που κατευθύνονταν με μία μεραρχία προς τη Θεσσαλονίκη, ότι η πόλη είχε ήδη απελευθερωθεί και ότι μπορούσε να διαθέσει τις δυνάμεις του σε άλλες επιχειρήσεις. Παρόλα αυτά ο Θεοδωρώφ έστειλε απεσταλμένο αξιωματικό στον Ταξίν πασά ζητώντας του να υπογράψει πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης, παρόμοιο με εκείνο που μόλις είχε συνάψει με τους Έλληνες, προκειμένου να εμφανιστεί ως συναπελευθερωτής της πόλης. Ο Ταξίν αρνήθηκε και μάλιστα ζήτησε την προστασία του Ελληνικού στρατού επειδή μονάδες του που είχαν ήδη παραδοθεί στον Ελληνικό στρατό δεχόταν επιθέσεις από Βουλγαρικά τμήματα.

Ο Θεοδωρώφ φθάνοντας στις 28 Οκτωβρίου έξω από τη Θεσσαλονίκη ζήτησε να εισέλθει στην πόλη για να στρατοπεδεύσει. Ύστερα από διαπραγματεύσεις, επιτράπηκε να εισέλθουν δύο βουλγαρικά τάγματα στη Θεσσαλονίκη υπό τους πρίγκηπες Μπόρις και Κύριλλο, με το πρόσχημα της ανάπαυσης. Στην πράξη η βουλγαρική δύναμη που εισήλθε στην πόλη ανήλθε σε ολόκληρο σύνταγμα το οποίο στρατωνίσθηκε κυρίως σε Εβραϊκά και εξαρχικά οικήματα.

Οι υπόλοιπες χερσαίες επιχειρήσεις στην Μακεδονία
Η Χαλκιδική απελευθερώθηκε από σώματα «προσκόπων» (μονάδες ελαφρού πεζικού). Μέχρι τις 10 Νοεμβρίου στο Μακεδονικό μέτωπο η ελληνική ζώνη κατοχής επεκτάθηκε από τη λίμνη Δοϊράνη μέχρι τον ποταμό Στρυμώνα.

Στην δυτική Μακεδονία η V μεραρχία συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τις τουρκικές δυνάμεις (40.000 άνδρες) που προάσπιζαν το Μοναστήρι και παρά την ενίσχυση της από τμήματα της III και της VI μεραρχίας δεν πρόλαβε να απελευθερώσει το Μοναστήρι το οποίο καταλήφθηκε τελικά από τους Σέρβους.

ΛΕΠΤΟΜΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό υπογράφτηκε στο Διοικητήριο (κτίριο του πρώην υπουργείου Μακεδονίας Θράκης), μετά την τηλεγραφική εντολή του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου προς τον αρχιστράτηγο του στρατού διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο «να αποδεχθήτε την προσφερομένην υμίν παράδοσιν της Θεσσαλονίκης και να εισέλθητε εις ταύτην ανευ χρονοτριβής».

Το ιστορικό πρωτόκολλο υπέγραψαν, τελικά, ο αρχηγός του τουρκικού στρατού Χασάν Ταχσίν πασάς και από πλευράς των Ελλήνων οι πληρεξούσιοι αξιωματικοί του αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου Β. Δούσμανης και Ι. Μεταξάς. Ήταν το τέλος ενός αγωνιώδους σύρε - έλα των διαπραγματευτών, ανάμεσα στο τουρκικό, τότε, Διοικητήριο και το ελληνικό επιτελείο του Κωνσταντίνου που είχε εγκατασταθεί στην ιστορική βίλα Μοδιάνο, στη Γέφυρα (το παλιό Τόψιν), που στεγάζει σήμερα το Μουσείο των Βαλκανικών Πολέμων.

Η παράδοση στους Έλληνες - γιατί προέλαυνε και ο βουλγαρικός στρατός με σκοπό να μπει πρώτος στην πόλη - οφείλεται, πέρα από τις στρατιωτικές αδυναμίες του τουρκικού στρατού, στα φιλελληνικά αισθήματα του Τούρκου στρατηγού που είχε σπουδάσει σε ελληνικό γυμνάσιο στα Γιάννενα και προτίμησε να παραδώσει την πόλη στους Έλληνες.
Όπως σημειώνει ο στρατηγός Δούσμανης στα απομνημονεύματά του, «η σύνταξις της συμβάσεως και η υπογραφή επερατώθη περί την 1.30 μετά μεσονύκτιον, εσυμφωνήσαμεν όμως να θέσωμεν ως ημερομηνίαν την 26ην Οκτωβρίου, διότι εξ υπαιτιότητος των Τούρκων εβραδύναμεν να συναντηθώμεν...»

Από τις πρώτες πρωινές ώρες οι ξένοι ανταποκριτές που βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη και παρακολουθούσαν τις εξελίξεις του βαλκανικού πολέμου, έκαναν γνωστή στη διεθνή κοινή γνώμη την είσοδο του ελληνικού στρατού. Το πρώτο τηλεγράφημα του αυστριακού πρακτορείου ειδήσεων έγραφε: «Ταύτην την στιγμήν αγγέλλεται ότι η Θεσσαλονίκη παραδοθείσα κατελήφθη υπό του ελληνικού στρατού».

Σύμφωνα με τους ιστορικούς, ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που μπήκε στην πόλη ήταν ο υπομοίραρχος Κωνσταντίνος Μανωλκίδης, ο οποίος επικεφαλής ενός μικρού αποσπάσματος διέσχισε έφιππος την Εγνατία το βράδυ τη 26ης Οκτωβρίου, τέσσερις ώρες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας, ενώ εκατοντάδες έκπληκτοι Θεσσαλονικείς ακολουθούσαν τον έφιππο αξιωματικό. Ο Μανωλκίδης είχε διαταγή να παραλάβει και να συνοδεύσει τους Τούρκους αξιωματικούς προς το ελληνικό στρατηγείο στο Τόψιν (σημ. Γέφυρα), στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων για την παράδοση της πόλης. Διανυκτέρευσε μάλιστα το βράδυ στο ξενοδοχείο «Όλυμπος Παλλάς», στην πλατεία Ελευθερίας, ενώ πολλοί Έλληνες κάτοικοι τη πόλης συνωστίζονταν στις τζαμαρίες του ξενοδοχείου για να δουν από κοντά τον ένστολο Έλληνα αξιωματικό.
Από τα μεσάνυχτα ακόμη της 26ης Οκτωβρίου είχαν εισέλθει τα πρώτα τμήματα των μακεδονομάχων πολεμιστών με επικεφαλής τον Κων. Μαζαράκη. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, μια ίλη του 1ου συντάγματος Ιππικού υπό τον ίλαρχο Βερύκιο έφτασε ως την πλατεία Ελευθερίας. Τμήματα της έβδομης μεραρχίας κατέλαβε το Διοικητήριο και άλλα δημόσια κτίρια, ενώ ο Θεσσαλονικιός Αλέξανδρος Ζάννας ύψωσε με τη βοήθεια ενός ναυτόπουλου την ελληνική σημαία στον ιστό του Λευκού Πύργου.
Το μεσημέρι της 27ης Οκτωβρίου μπήκαν επίσημα στην πόλη, υπό δυνατή βροχή, τα πρώτα τμήματα του ελληνικού στρατού που έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από χιλιάδες Θεσσαλονικείς που πανηγύριζαν για την απελευθέρωσή τους.

Μεταφέρουμε από το βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου: «Το Μεγάλο άλμα, η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης», ένα απόσπασμα από μια πολύτιμη μαρτυρία του παλιού πολεμιστή Χαρίλαου Χαρίση από τις πρώτες ώρες του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη.
«Προηγούντο περί τους είκοσι σαλπιγκτάς και έπετο ο αξιωματικός σημαιοφόρος με αναπεπταμένην την σημαίαν και τους παραστάτας εφ’ όπλου λόγχην. Ηκολούθει έφιππος ο συνταγματάρχης Κωνσταντινόπουλος και αυτόν ηκολούθουν οι λόχοι. Όλοι με γυμνά τα ξίφη των με πρόσωπα ηλιοκαμένα και λάμποντα απο ψυχικήν χαράν...»
«Τριακόσιοι μαθηταί με τα μπλε πηλήκια και ένα πλήθος Ελλήνων περικυκλώσαμε και ανεμίζοντας τα πηλήκια στον αέρα, ζητωκραυγάζαμε έξαλλοι. Ζήτω η Ελλάς, Ζήτω ο Διάδοχος, Ζήτω ο γενναίος ελληνικός στρατός. Όλοι φιλήσαμε την πολεμικήν σημαίαν με δάκρυα χαράς. Και επειδή δεν ήτο δυνατόν να σφίξουμε το χέρι του έφιππου συνταγματάρχη, άλλοι θωπεύαμε τις μπότες του και όλοι μαζί βαδίζοντες μεταξύ των τετράδων των ευζώνων και έχοντες εν κύκλω τον συνταγματάρχην, εζητωκραυγάζαμε συνεχώς...».
Η είσοδος των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων προκάλεσε μοναδικές εκρήξεις χαράς και ρίγη έξαλλου ενθουσιασμού. Έχουμε πολλές περιγραφές από αυτές τις συγκλονιστικές στιγμές που έζησε η πόλη, από δημοσιογράφους, λογοτέχνες και στρατιωτικούς, ενώ εντυπωσίαζε το γεγονός πού είχαν βρεθεί σε λίγες μόνο ώρες αμέτρητες ελληνικές σημαίες οι οποίες είχαν υψωθεί στα μπαλκόνια.

Οι πανηγυρισμοί κορυφώθηκαν την επόμενη μέρα, Κυριακή 28 Οκτωβρίου, όταν έφθασε στο σιδηροδρομικό σταθμό ο αρχιστράτηγος διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος. Του έγινε μεγαλειώδης υποδοχή και έφιππος με τη συνοδεία του κατευθύνθηκε στο Διοικητήριο όπου δέχτηκε τις αρχές της πόλης και τους ξένους προξένους στη Θεσσαλονίκη.

Τη Δευτέρα 29 Οκτωβρίου με ειδικό τρένο από τη Βέροια έφτασε στην πόλη ο βασιλιάς Γεώργιος, τον οποίο υποδέχτηκαν οι αρχές και χιλιάδες κόσμου που είχε παραταχθεί κατά μήκος των πεζοδρομίων ως την βίλα Χατζηλαζάρου, στην περιοχή της Ανάληψης, όπου κατέλυσε η βασιλική οικογένεια. «Ολόκληρος η πόλις, έγραφαν οι εφημερίδες, είχε διακοσμηθεί πλουσίως και εορταστικώς, από πρωίας δε, παρά την πίπτουσαν βροχήν, είχε προσλάβει όψιν πρωτοφανώς πανηγυρικήν». Η λαμπρή δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης, «χοροστατούντος του μητροπολίτου Γενναδίου και παρουσία του ανωτάτου άρχοντος, της βασιλικής οικογενείας, των τοπικών και προξενικών αρχών και πλήθους ενθουσιώδους λαού», έγινε στην εκκλησία του Αγίου Μηνά στις 30 Οκτωβρίου. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισφράγισε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης με την είσοδό του και τη μόνιμη παραμονή του στην πόλη ως την ανεξιχνίαστη ακόμη δολοφονία του το Μάρτιο του 1913.
Υστερόγραφο: Όλοι σχεδόν οι πίνακες ζωγραφικής που αναφέρονται στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, όπως η υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης της πόλης από τον Χασάν Ταχσίν, η είσοδος στην πόλη του βασιλιά Γεωργίου και του αρχιστρατήγου του ελληνικού στρατού διαδόχου Κωνσταντίνου, φιλοτεχνήθηκαν από τον ζωγράφο Κενάν Μεσαρέ, γιο του Τούρκου αρχιστρατήγου Χασάν Ταχσίν πασά, ο οποίος παρέδωσε την πόλη στους Έλληνες (!). Ο Κενάν παρέμεινε στην Ελλάδα (στα Γιάννενα), πήρε την ελληνική υπηκοότητα και οι απόγονοί του με το επώνυμο Μεσαρέ συνεχίζουν να μένουν στην «πατρίδα τους».

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Έπειτα από την επιτυχή προέλαση του Ελληνικού Στρατού στην Ελασσόνα (11/24 Οκτωβρίου 1912) ανέκυψε ένας μείζον προβληματισμός σχετικά με την πορεία που θα έπρεπε να ακολουθήσει ο Ελληνικός Στρατός. Το Ελληνικό Στρατηγείο με αρχηγό τον Διάδοχο Κωνσταντίνο, θεωρούσε ότι η πορεία του ελληνικού στρατού θα έπρεπε να καθοριστεί ανάλογα με τις κινήσεις του οθωμανικού στρατού, με τη σκέψη ότι βασικός στρατιωτικός στόχος σε ένα πόλεμο είναι η νίκη του αντίπαλου στρατού και όχι η κατάληψη θέσεων. Η πολιτική ηγεσία θορυβημένη από την νικηφόρα πορεία του βουλγαρικού στρατού και την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη, θεωρεί ότι οι ελληνικές δυνάμεις θα πρέπει να κινηθούν άμεσα στην πόλη.

Στις 13/25 Οκτωβρίου 1912 αφού είχε ακολουθήσει η κατάληψη της Κοζάνης ο Διάδοχος Κωνσταντίνος δέχεται τηλεγράφημα από τον υπουργό Εξωτερικών κύριο Κορομηλά ο οποίος απαριθμούσε τις νίκες των αντίπαλων στρατευμάτων χωρίς να κάνει καμία αναφορά στις επιτυχίες του Ελληνικού στρατού, υποδεικνύοντας τις επόμενες κινήσεις του στρατού. Η οργισμένη απάντηση του Διάδοχου Κωνσταντίνου έφτασε άμεσα : «Ευχαρίστως εμάθαμε τας επιτυχίας του βουλγαρικού, σέρβικου και μαυροβουνιωτικού στρατού» ... «αποτελεί κατόρθωμα του ελληνικού στρατού απαιτήσαν ολόκληρον την έντασιν των δυνάμεων του, δυνάμενον να τιμήση οιονδήποτε στρατόν, τον οποίο δεν παραγνωρίζεται ούτε να υποτιμάται» και κατέληγε φανερά εκνευρισμένος με την εξής φράση « Θα εξακολουθήσω με την αυτήν έντασιν δυνάμεων επιδιώκων την καταστροφή του εχθρού επί τη βάσει του σχεδίου το οποίον προδιέγραψα και του οποίου τον αντικειμενικόν σκοπόν μόνος εγώ είμαι αρμόδιος και υπεύθυνος να κανονίζω. Παρακαλώ δε υμάς όπως ευαρεστούμενος μη προσπαθήτε όπως επηρεάζητε την διεύθυνσιν των επιχειρήσεων».
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος απέστειλε τηλεγράφημα με το οποίο ζητούσε ενημέρωση και κατέληγε ως εξής « Αναμένω να μοι γνωρίσετε την περαιτέρω διεύθυνσιν ην θα ακολουθήσει η προέλασης του στρατού Θεσσαλίας. Παρακαλώ μόνον να έχετε υπ' όψιν ότι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλλουσι να ευρηθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις την Θεσσαλονίκην». Όμως οι σχετικές διαταγές για προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη είχαν ήδη εκδοθεί απο τον Διάδοχο Κωνσταντίνο.

Έπειτα από την επιτυχημένη μάχη των Γιαννιτσών ο ελληνικός στρατός φτάνει έξω από την πόλη της Θεσσαλονίκης στις 25 Οκτωβρίου (5 Νοεμβρίου) 1912. Εκεί ξεκίνησαν πυρετώδεις διαπραγματεύσεις μεταξύ του Διαδόχου Κωνσταντίνου και του Ταξίν Πασά σχετικά με την παράδοση της Θεσσαλονίκης. Ο Διάδοχος απαιτούσε την παράδοση του οπλισμού του τούρκικου στρατού αλλά και την καθολική παράδοση των τούρκικων στρατιωτικών μονάδων της πόλης. Έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις τελικά ο Ταξίν Πασάς απεδέχθη τους όρους του Διαδόχου και την νύχτα της 26 Οκτωβρίου-27 Οκτωβρίου 1912 οι αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού Ιωάννης Μεταξάς και Βίκτωρ Δούσμανης στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης υπέγραψαν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό.

Μη γνωρίζοντας την επιτυχή έκβαση της διαπραγμάτευσης του Διαδόχου Κωνσταντίνου ο οποίος επιθυμούσε να διασφαλίσει των πλήρη αφοπλισμό των οθωμανικών στρατευμάτων ώστε να μην διεξαχθεί μάχη εντός της πόλης με δυσάρεστες συνέπειες στον άμαχο πληθυσμό, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έστειλε το ακόλουθο τηλεγράφημα προς το Διάδοχο Κωνσταντίνο και στο Βασιλέα Γεώργιο Α' το οποίο έλεγε:
«Παραγγέλλεσθε ν' αποδεχθήτε την προσφερόμενης υμίν παράδοσιν της Θεσσαλονίκης και εισέλθητε εις αυτήν ανευ τινος αναβολής. Καθιστώ υμάς υπεύθυνον δια πάσαν αναβολήν έστω και στιγμής».
Όμως όταν εστάλη το τηλεγράφημα ο Διάδοχος Κωνσταντίνος είχε ήδη συμφωνήσει και παραλάβει την πόλη οπότε απέστειλε την ακόλουθη απάντηση:
«Συναισθάνομαι πλήρως την ευθύνην ην φέρω και παρακαλώ να μη μοι οπομιμνήσκηται τούτο δι' οποιαδήποτε υπόθεσιν. Εάν ώφειλον η ου να παραδεχθώ την παράδοσιν της Θεσσαλονίκης ήμην ο μόνος αρμόδιος να κρίνω ευρισκόμενος επί τόπου και επιβάλλω τους όρους . Απόδειξις δε το επιτευχθέν αποτέλεσμα»
Στις 28 Οκτωβρίου (8 Νοεμβρίου) 1912, τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν θριαμβευτικά στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Την επόμενη ημέρα εισήλθε έφιππος στη πόλη ο Βασιλεύς Γεώργιος Α συνοδευόμενος από το Διάδοχο Κωνσταντίνο.

















ΠΗΓΕΣ:
http://el.wikipedia.org/
http://hel-las.blogspot.gr/2013/10/26-1912.html

ΙΣΤΟΡΙΑ: Ο ιερός ναός Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία (VIDEO)

Η κρύπτη του ναού στις ιστορικές φάσεις (video)

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται στην ομώνυμη οδό και είναι πεντάκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και με πλούσιο ζωγραφικό και μαρμάρινο διάκοσμο με περίτεχνα κιονόκρανα. Στο υπόγειο του ναού βρίσκεται ο χώρος μαρτυρίου του Αγίου. Από τα ψηφιδωτά του, ξεχωρίζει αυτό που απεικονίζει τον ίδιο τον άγιο με δύο μικρά παιδιά και ένα άλλο, που απεικονίζει τον άγιο ανάμεσα στον επίσκοπο και στον έπαρχο οι οποίοι ανακαίνισαν το ναό. Ο σημερινός ναός κτίστηκε από τον επίσκοπο Ιωάννη τον 7ο αιώνα, στα ερείπια παλαιότερου ναού.

Το σημερινό κτίσμα είναι ξυλόστεγο χωρίς θόλο και οι διαστάσεις κάτοψής του είναι 43,58 μ. (μήκος) και 33 μ. (πλάτος).

Το 1988 ο ναός ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO.

Ιστορία του ναού
Ψηφιδωτό με τον Άγιο Δημήτριο, με παιδιά
από τον ομώνυμο ναό του

Χρονολόγηση
Η χρονολογία ανέγερσης του ναού δεν μας είναι επακριβώς γνωστή. Στο κείμενο των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, διαβάζουμε ότι ο πρώτος ναός οικοδομήθηκε από τον έπαρχο του Ιλλυρικού Λεόντιο το 412-413 μ.Χ. Όταν αυτός κάηκε, ανάμεσα στα 628-634, χτίστηκε στη θέση του πεντάκλιτη βασιλική.

Ο αρχικός μικρός ναός
Σύμφωνα με κάποιες πηγές, πρωτοχτίστηκε πάνω από ένα ρωμαϊκό λουτρό στο οποίο μαρτύρησε ο άγιος το 303. Σύμφωνα με την παράδοση, από το σημείο όπου μαρτύρησε ο άγιος άρχισε να αναβλύζει μύρο. Το 324 που ορίστηκε ο χριστιανισμός σαν επίσημη θρησκεία του κράτους οι Θεσσαλονικείς οικοδόμησαν ένα μικρό τρίκλιτο ναό στο σημείο αυτό. Η φήμη του ναού αυτού σύντομα εξαπλώθηκε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο διότι αποδείχτηκε ότι το μύρο είχε ιαματικές ιδιότητες. Προσκυνητές κατέφταναν από όλα τα μέρη του κόσμου για να προσευχηθούν και να θεραπευτούν. Ανάμεσα σε αυτούς προσήλθε και ο έπαρχος του Ιλλυρικού, Λεόντιος. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λεόντιος θεραπεύτηκε από κάποια ανίατη ασθένεια που τον ταλάνιζε και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Άγιο, αντικατέστησε το μικρό τρίκλιτο ναό με μια επιβλητική Βασιλική το 413. Η Βασιλική στεκόταν εκεί μέχρι και τα χρόνια του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641) και κατόπιν καταστράφηκε από φωτιά.

Λεηλασίες
Ο ναός ανοικοδομήθηκε με μερικές διαφοροποιήσεις αμέσως μετά. Το 904 όμως λεηλατήθηκε από τους Σαρακηνούς και λίγο αργότερα το 1185 ξαναλεηλατήθηκε από τους Νορμανδούς. Κατά τη δεύτερη λεηλασία, τα λείψανα του αγίου μεταφέρθηκαν στην Ιταλία από καλόγερους που ήθελαν να τα διασώσουν. Το 13ο αιώνα ο ναός επισκευάστηκε και ανακαινίστηκε. Την εποχή εκείνη χτίστηκε και το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου στην νοτιοανατολική πλευρά του ναού του Αγίου Δημητρίου από τον πρωτοστράτορα Μιχαήλ Γλαβά Ταρχανειώτη, σύμφωνα με την επιγραφή που βρίσκεται στο παρεκκλήσι. Το 1430, κατά την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, ο ναός δέχτηκε μια ακόμα πιο βάναυση λεηλασία, σε σημείο που οι τοίχοι του έμειναν σχεδόν γυμνοί. Το 1481 τοποθετήθηκε στην αριστερή αρχή του κεντρικού κλίτους του ναού ο τάφος του Λούκα Σπαντούνη, ενός ανθρώπου που προσέφερε αρκετά χρήματα στο ναό. Έπειτα από 12 χρόνια η εκκλησία μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος με το όνομαΚασημιά Τζαμί και παρέμεινε στην κατάσταση αυτή έως την απελευθέρωση της πόλης.

Πυρκαγιά και αναστήλωση
Στη μεγαλη πυρκαγια, η οποία κατέστρεψε τα 2/3 της πόλης τον Αύγουστο του 1917, το μνημείο σχεδόν αφανίστηκε ακολουθώντας τη μοίρα του σε μια ακόμη πυρκαγιά. Τέλος ο ναός αναστηλώθηκε και παραδόθηκε στους πιστούς στις 26 Οκτωβρίου του 1949, την ημέρα της γιορτής του άγιου.

Η σημερινή εκκλησία εγκαινιάστηκε το 1958. Είναι μια μεγάλη εκκλησία βασιλικού ρυθμού χωρισμένη με 4 κιονοστοιχίες σε 5 διαδρόμους .

Λίγο αργότερα το 1978 τα λείψανα του Αγίου επέστρεψαν από το αββαείο του Αγίου Λαυρεντίου στο Κάμπο της Ιταλίας και τοποθετήθηκαν σε μια αργυρή λάρνακα όπου φυλάσσονται ως σήμερα. Από το 1988 το υπόγειο λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος, όπου εκτίθενται συλλογή γλυπτών, κιονόκρανων, θωρακίων και αγγείων από το ναό του Αγίου Δημητρίου.

Στην κρύπτη του ναού λειτουργεί μουσειακή έκθεση με τη γλυπτή διακόσμηση του ναού στις διάφορες φάσεις της ιστορίας του.
Το εσωτερικό του ναϊδρίου της κρύπτης
Εκθέματα
Τα σημαντικότερα εκθέματα του μουσείου είναι:
  • Η Κρήνη αγιάσματος και μύρου, σε τρεις φάσεις (4ος, 6ος και 12ος - 13ος αιώνας)
  • Αρχιτεκτονικά γλυπτά (επίκρανα, θωράκια κ.α.) της πρώτης φάσεως του ναού (5ος αιώνας).
  • Θραύσματα κιβωρίου Αγίας Τράπεζας του 13ου αιώνα.
  • Θραύσματα διακόσμησης ταφικού πιθανότατα μνημείου του 14ου αιώνα
  • Τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες του ναού.

Στο ναό του αγίου Δημητρίου διασώζονται ελάχιστα ψηφιδωτά γιατί τα πιο πολλά καταστράφηκαν στην πυρκαγιά του 1917. Τα πιο πολλά από αυτά απεικονίζουν τον Άγιο αλλά και άλλα πρόσωπα, όπως τον Άγιο Σέργιο σε στάση προσευχής.

Περίφημη είναι η τοιχογραφία που απεικονίζει τον Ιουστινιανό τον Α΄ και την ακολουθία του και βρίσκεται στο νότιο τοίχο. Στην πρώτη δυτική τετράγωνη κολόνα βρίσκουμε άλλη μια τοιχογραφία με τον αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης Γρηγόριο τον Παλαμά και με τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό, που χρονολογείται από τον 8ο αιώνα.


ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO: ΚΡΥΠΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


ΠΗΓΕΣ:
http://el.wikipedia.org/
https://www.youtube.com/watch?v=-1UawEcbzpE

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης και μεγαλομάρτυρας (26 Οκτωβρίου)

"Ο Θεός Δημητρίου βοήθει μοι": Η ανθρώπινη κοινωνία καλείται για άλλη μία φορά σε μία νέα πρόκληση από τον σύγχρονο "Λυαίο".


Δημήτριον νύττουσι λόγχαι Χριστέ μου.
Ζηλοῦντα πλευρᾶς λογχονύκτου σῆς πάθος.
Εἰκοστῇ μελίαι Δημήτριον ἕκτῃ ἀνεῖλον.
Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης - Μανουήλ Πανσέληνος, Πρωτάτο, περίπου 1290 μ.Χ.


Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΗΜΕΡΑ
Η ανθρώπινη κοινωνία συνεχίζει τη δραματική της πορεία προς την ολοκλήρωση του σχεδιασμού του χάρτη της παγκοσμιοποίησης και προς την ολοκλήρωση του αφανισμού των αξιών της, δημιουργώντας άλλοτε εκουσίως και άλλοτε ακουσίως μία δίνη «ανηθικότητας», από την οποία αδυνατεί να ξεφύγει. Καλείται, για άλλη μία φορά, σε μία νέα πρόκληση από τον σύγχρονο «Λυαίο», τον γίγαντα, τον φοβερό και τρομερό μονομάχο, ν’ αναμετρηθεί μαζί του. Όμως, οι αρετές βρίσκονται εν υπνώσει, ενώ ο φόβος και ο τρόμος είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα, συναισθήματα που απηχούν περισσότερο στις οικονομικές απώλειες, σε σημείο τέτοιο μάλιστα που ο άνθρωπος να γίνεται ακόμη και αυτόχειρας. Η απόφαση για μιά πραγματική μάχη με τον «Λυαίο» έγκειται στην αφύπνιση του πνεύματος και την απεξάρτησή του από τον «χρηματο-ευδαιμονισμό», τον «ατομο-ευδαιμονισμό», τον «άκρατο καταναλωτισμό», την «υποταγή» σε ανήθικους άρχοντες και την «ψηφοθηρία» στα πολιτικά είδωλα. Η απαλλαγή από τα «δαιμόνια» της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας επιτυγχάνεται μόνο με την ΠΙΣΤΗ: πίστη στον Θεό, πίστη στο Δίκαιο, πίστη στα Ιδανικά. Και τότε, ο μικροκαμωμένος «Νέστωρ» θα μετατραπεί σε γίγαντα και θα μεταστρέψει την Ύπνωση της ψυχής σε Αφύπνιση πνεύματος, δίνοντας με παρρησία το τελειωτικό χτύπημα στον σύγχρονο «Λυαίο».


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
Ο άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 - 284 μ.Χ., ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη και ο πατέρας του υπηρετούσε στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ως Μακεδόνας στρατηγός. Ο Δημήτριος σύντομα διακρίθηκε για τις αρετές του, την ευγένεια της ψυχής του, αλλά και την ικανότητα στις στρατιωτικές τέχνες και μάλιστα υπερβαίνοντας τον πατέρα του έλαβε το αξίωμα του Δούκα και σε ηλικία 22 ετών το βαθμό του χιλιάρχου. Την εποχή εκείνη Τετράρχης ήταν ο Μαξιμιανός, ο οποίος έγινε μετέπειτα αυτοκράτορας, υπό τη διοίκηση του οποίου ήταν ο Δημήτριος ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού, ενώ ο Διοκλητιανός, ως αυτοκράτορας εξέδιδε τα διατάγματα για τους διωγμούς των Χριστιανών. Η σύλληψη του αγίου έγινε από τον Μαξιμιανό, ο οποίος τον φυλάκισε στη Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ. σε ένα δημόσιο λουτρό κοντά στο Ιπποδρόμειο, διότι ο Δημήτριος αγνόησε το διάταγμα του Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού», αλλά και είχε δημιουργήσει έναν κύκλο νέων, που στόχο είχε την μελέτη της Αγίας Γραφής.

Τις ημέρες, κατά τις οποίες ήταν φυλακισμένος ο Δημήτριος, εγένοντο εορταστικοί αγώνες στο Ιπποδρόμειο για τη νίκη τη Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατά των Σκυθών. Ένας από τους ειδωλολάτρες παλαιστές και φοβερούς μονομάχους ονόματι Λυαίος υπερηφανεύετο για τη δύναμή του και προκαλούσε τους θεατές που ευρίσκοντο στο στάδιο ν’ αναμετρηθούν μαζί του. Τότε, ένας νεαρός στρατιώτης, ο Νέστωρ, ο οποίος ήταν φίλος του Δημητρίου, αποφάσισε να παλαίψει με τον Λυαίο, όμως πριν μονομαχήσει ζήτησε τη βοήθεια του αγίου, ο οποίος του έδωσε την ευλογία του. Εισερχόμενος ο Νέστωρ στο στάδιο αναφώνησε «ο Θεός Δημητρίου βοήθει μοι» και ο Λυαίος ηττήθηκε τελικώς από τον μικροκαμωμένο Νέστορα. Πληροφορηθείς ο Μαξιμιανός τα γεγονότα εξοργίστηκε τόσο, που διέταξε να σκοτώσουν τον Νέστορα με το ίδιο του το ξίφος έξω από τη Χρυσή Πύλη (ή Χρυσή Πόρτα), ενώ τον άγιο Δημήτριο που ήταν φυλακισμένος στο δημόσιο λουτρό να τον θανατώσουν με λόγχες. Από τους συναξαριστές μάς παραδίδεται ότι ο άγιος Δημήτριος ελογχίσθη στην δεξιά πλευρά του, όπως ο Εσταυρωμένος, διότι εκείνη τη στιγμή είχε ανυψώσει το χέρι του. Το μαρτύριο έλαβε χώρα κατά τα έτη 303 ή 305 ή πιθανότατα 306 μ.Χ. και η μνήμη του τιμάται την 26η Οκτωβρίου, ενώ του αγίου Νέστορα την 27η Οκτωβρίου.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς των εγκωμίων του αγίου Δημητρίου, των Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, αγίου Γρηγορίου Παλαμά και Δημητρίου Χρυσολωρά, το σώμα του αγίου ετάφη στον τόπο όπου και μαρτύρησε, ενώ ο τάφος μετεβλήθη σ’ ένα βαθύ φρέαρ απ’ όπου ανέβλυζε μύρο, προς τούτο δε προσωνομάσθη Μυροβλύτης, και όσο περισσότερο μύρο αντλούσαν οι χριστιανοί για ευλογία, τόσο αυτό αυξανόταν αντί να μειώνεται.
Ελένη Δραμπάλα

Ἀπολυτίκιον
Μέγαν εὕρατο ἐv τοῖς κιvδύvοις, σὲ ὑπέρμαχοv, ἡ οἰκουμένη, Ἀθλοφόρε τὰ ἔθνη τροπούμενον. Ὡς οὖν Λυαίου καθεῖλες τὴν ἔπαρσιν, ἐν τῷ σταδίῳ θαῤῥύvας τὸν Νέστορα, οὕτως Ἅγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Τοῖς τῶv ἰαμάτωv σου ῥείθροις Δημήτριε, τὴv Ἐκκλησίαν Θεὸς ἐπορφύρωσεv, ὁ δούς σοι τὸ κράτος ἀήττητοv, καὶ περιέπωv τὴν πόλιv σου ἄτρωτοv· αὐτῆς γὰρ ὑπάρχεις τὸ στήριγμα.

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1881 γεννήθηκε ο ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο

Ένας από τους κυριότερους Ισπανούς εκπροσώπους της τέχνης του 20ού αιώνα, συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ του κυβισμού και με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης


Ο Πάμπλο Ντιέγο Χοσέ Φρανθίσκο ντε Πάουλα Χουάν Νεμοπουθένο Μαρία ντε λος Ρεμέδιος Θιπριάνο ντε λα Σαντίσιμα Τρινιδάδ Ρουίθ υ Πικάσο ή απλά Πάμπλο Πικάσο (25 Οκτωβρίου 1881 - 8 Απριλίου 1973) ήταν Ισπανός ζωγράφος. Είναι ένας από τους κυριότερους Ισπανούς εκπροσώπους της τέχνης του 20ού αιώνα, συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ του κυβισμού και με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης.

Βιογραφία
Ο πατέρας του ονομαζόταν Χοσέ Ρουίθ υ Μπλάσκο και ήταν επίσης ζωγράφος ενώ μητέρα του ήταν η Μαρία Πικάσο για Λόπεζ. Τα πρώτα έργα του τα υπέγραφε ως Ρουίθ Μπλάσκο αλλά από το 1901 άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα της μητέρας του.


Γεννήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας όπου πέρασε και τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, τα έλαβε από τον πατέρα του, ο οποίος δίδασκε σε διάφορες ακαδημαϊκές σχολές. Ο ίδιος ο Πικάσο ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε πολύ μικρή ηλικία και έδειξε από νωρίς δείγματα του ταλέντου του. Το 1891 η οικογένειά του μετακόμισε στην Λα Κορούνια όπου έζησε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, σπουδάζοντας στην τοπική σχολή καλών τεχνών. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Βαρκελώνη το φθινόπωρο του 1895, και ο Πάμπλο έγινε δεκτός στην τοπική Ακαδημία Καλών Τεχνών (La Llotja), όπου είχε προσληφθεί ο πατέρας του ως καθηγητής του σχεδίου. Η οικογένεια ήλπιζε ότι ο γιος της θα σημείωνε επιτυχία ως ακαδημαϊκός ζωγράφος, και το 1897 η μελλοντική φήμη του στην Ισπανία φαινόταν εξασφαλισμένη. Τον ίδιο χρόνο το έργο του «επιστήμη και συμπόνοια» όπου για το πρόσωπο του γιατρού είχε ποζάρει ο πατέρας του, έτυχε διακρίσεως στην Έκθεση Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Ο Πάμπλο Ρούιθ έφυγε για την Μαδρίτη το φθινόπωρο του 1897 και έγινε δεκτός στην βασιλική ακαδημία του Σαν Φερνάντο. Βρίσκοντας όμως τη διδασκαλία εκεί χωρίς νόημα, περνούσε όλο και περισσότερο τον καιρό του αποτυπώνοντας τη ζωή γύρω του, στα καφενεία, στους δρόμους, στα πορνεία και στο Πράδο, όπου ανακάλυψε την ισπανική ζωγραφική. Έγραψε «ο Βελάσκεθ πρώτης κατηγορίας, ο Ελ Γκρέκο έχει ζωγραφίσει μερικά υπέροχα κεφάλια, ο Μουρίγιο δεν με πείθει σε όλα του τα έργα». Τα έργα αυτών και άλλων καλλιτεχνών, όπως λ.χ., του Γκόγια, θα αιχμαλωτίσουν τη φαντασία του Πικάσο σε διάφορες περιόδους της μακρόχρονης σταδιοδρομίας του.

Ο Πικάσο αρρώστησε την άνοιξη του 1889 από οστρακιά και πέρασε την υπόλοιπη χρονιά αναρρώνοντας στο καταλανικό χωριό Όρτα ντε Εμπρο με συντροφιά το φίλο του από τη Βαρκελώνη Μανουέλ Παλάρες. Όταν ο Πικάσο επέστρεψε στην Βαρκελώνη στις αρχές του 1899, ήταν άλλος άνθρωπος, είχε παχύνει, είχε μάθει να ζει μόνος του στην ύπαιθρο, μιλούσε καταλανικά, και το σπουδαιότερο, είχε πάρει την απόφαση να διακόψει την καλλιτεχνική του εκπαίδευση σε σχολές ζωγραφικής και να αγνοήσει τα σχέδια της οικογένειας του για το μέλλον του. Άρχισε ακόμη να δείχνει σαφή προτίμηση στο επίθετο της μητέρας του και επέγραφε πιο συχνά τα έργα του ως Π. Ρ. Πικάσο (από τα τέλη του 1901 εγκατέλειψε εντελώς το επίθετο Ρουίθ).

Το 1900 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε σημαντικό κέντρο της καλλιτεχνικής ζωής.

Έργo
Λόγω της ποικιλομορφίας αλλά και της χρονικής έκτασης που παρουσιάζει το έργο του Πικάσο, χωρίζεται συνήθως σε διαφορετικές περιόδους. Ο κυριότερες από αυτές είναι:
Μπλε ή Γαλάζια περίοδος (1901-1904): οι πίνακες του Πικάσο, αυτής της περιόδου, χαρακτηρίζονται από το μπλε χρώμα ή αποχρώσεις του και συμβολίζουν μία συναισθηματικά φορτισμένη περίοδο της ζωής του. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του ανήκουν σε αυτή, απεικονίζοντας ακροβάτες, αρλεκίνους, πόρνες, επαίτες και καλλιτέχνες. Η μπλε περίοδος περιλαμβάνει πίνακες που ολοκληρώθηκαν κυρίως στο Παρίσι αλλά είναι περισσότερο επηρεασμένοι από την ισπανική ζωγραφική.

Ροζ ή Ρόδινη περίοδος (1905-1907): Στους πίνακες αυτής της περιόδου, κυριαρχούν τα κεραμικά χρώματα και οι γήινοι τόνοι, ενώ συχνά χαρακτηρίζονται ως περισσότερο λυρικοί και εύθυμοι. Θεωρείται η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο επηρεάστηκε περισσότερο από την γαλλική ζωγραφική.

Αναλυτικός κυβισμός (1907-1912): είναι η τεχνοτροπία που ανέπτυξε ο ίδιος ο Πικάσο μαζί με τον Μπρακ και ένας από τους δύο βασικούς τομείς του ρεύματος του κυβισμού.

Συνθετικός κυβισμός (1912-1915): η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο και ο Μπρακ εξέλιξαν την κυβιστική οπτική, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολάζ.

Οι επόμενες περίοδοι στο έργο του Πικάσο περιλαμβάνουν μια στροφή του σε περισσότερο κλασικές μορφές και ένα μεσογειακό πνεύμα (1916-1924), την αλληλεπίδρασή του με το υπερρεαλιστικό κίνημα στα μέσα της δεκαετίας του 1920, την ενασχόλησή του με την γλυπτική (από τα τέλη της δεκαετίας του '20) καθώς και το έργο που πραγματοποίησε μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο.

Οι δεσποινίδες της Αβινιόν

Αν και ο Πικάσο ήταν πρώτα απ' όλα ζωγράφος (στην πραγματικότητα θεωρούσε ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να ζωγραφίζει για να μπορεί να θεωρηθεί αληθινός καλλιτέχνης), εργάστηκε επίσης με μικρά κεραμικά και χάλκινα γλυπτά, ενώ έγραψε ακόμη και ποιήματα. Ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν και ως ποιητής λέγοντας "Je suis aussi un poète", δηλαδή "είμαι κι εγώ ένας ποιητής". Θεωρείται πως μέσα από τα ποιήματά του, ο Πικάσο εξέφρασε πιο έντονα την σχέση του με τον υπερρεαλισμό. Ξεκίνησε τη συγγραφή τους το 1934 και συλλογές αυτών δημοσιεύτηκαν αργότερα στα περιοδικά Cahiers d' Art (Τετράδια τέχνης) και La Caceta de Arte.

Το διασημότερο ίσως έργο του Πικάσο είναι η Γκερνίκα (ή Γκερνίκα, με λατινική απόδοση στα ελληνικά), η απεικόνιση του Γερμανικού βομβαρδισμού της πόλης της Ισπανίας Γκερνίκα. Αυτός ο μεγάλος καμβάς περιγράφει την απανθρωπιά, την βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Η Γκερνίκα έμεινε κρεμασμένη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκηςγια πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην Ισπανία προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στην οριστική του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.

Ο Πικάσο ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ως ζωγράφος και ως σχεδιαστής, ακόμη και για τα δεδομένα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών του κόσμου. Εργάστηκε εξίσου με ελαιογραφίες, υδατογραφίες, παστέλ, κάρβουνο, μολύβι και μελάνι. Απέδωσε σύνθετες σκηνές ως απλές γεωμετρικές μορφές στα έργα του Κυβισμού, αλλά δημιούργησε επίσης και μεγαλοπρεπή ρεαλιστικά πορτραίτα. Τα σκίτσα του με μελάνι και μολύβι φίλων του από την εποχή του Κυβισμού και κατόπιν, εκτιμούνται για την υποτιμημένη οικειότητα τους, και είναι παραδείγματα των δεξιοτήτων του. Ο Πικάσσο κινήθηκε με ευκολία στις τέχνες παρά την περιορισμένη ακαδημαϊκή του κατάρτιση (παρακολούθησε μόνο ένα έτος στη βασιλική ακαδημία της Μαδρίτης). Τα ταλέντα του αυξήθηκαν από μια αυστηρή αίσθηση καθήκοντος στην εργασία του, που κράτησε μέχρι τα τελευταία έτη της μακρόχρονης ζωής του. Πέθανε σε ηλικία 92 ετών το 1973 και τάφηκε δίπλα στην σύζυγο του Ζακλίν στον κήπο του κάστρου Βωβενάργκ, που του ανήκε, στο χωριό Βωβενάργκ της Γαλλίας.

Διάφορα έργα ζωγραφικής του Πικάσσο συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο ακριβά έργα τέχνης στον κόσμο. Στις 4 Μαΐου 2004 ο πίνακας Garçon à la pipe πωλήθηκε έναντι 104 εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοπρασία του οίκου Σόθμπι (Sotheby's).

ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΠΑΜΠΛΟ ΠΙΚΑΣΟ









ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1822 έλαβε χώρα η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου

25 Οκτωβρίου 1822 - 25 Δεκεμβρίου 1822
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται το Μεσολόγγι.
Πίνακας του Πέτερ φον Ες.

Η Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (25 Οκτ. 1822- 25 Δεκ. 1822) που έλαβε χώρα κατά το αρχικό στάδιο του Απελευθερωτικού Αγώνα των Ελλήνων (1821-29) είναι ένα από τα σημαντικότερα επεισόδια της Ελληνικής Επανάστασης. Θα ακολουθήσουν η δεύτερη και η τρίτη πολιορκία μέχρι τον Απρίλιο του 1826.

Γενικά
Μετά την συντριβή των ελληνικών σωμάτων, όπου σκοτώθηκαν και πολλοί φιλέλληνες στην Μάχη του Πέτα (4 Ιουλ. 1822) οι τουρκικές δυνάμεις υπό την αρχιστρατηγία του Ομέρ Βρυώνη κατευθύνονται προς τη Δυτική Ελλάδα και ανασυντάσσονται στο Βραχοχώρι (σημ. Αγρίνιο) δύο ώρες πεζοπορία από το Μεσολόγγι. Η αντίσταση των ελληνικών σωμάτων στο Κεφαλόβρυσο Αιτωλοκαρνανίας δεν κράτησε παρά ελάχιστες ώρες και κατά τον ιστορικό Τρικούπη «οι μεν εντόπιοι οπλαρχηγοί ανέβησαν στα βουνά, ο δε Κίτσος [Γεώργιος] και οΜπότσαρης εισήλθαν καταδιωκόμενοι υπό των εχθρών και κακώς έχοντες εις Μεσολόγγι» [με τριάντα πέντε άνδρες], όπου είχε καταφύγει τέσσερις ημέρες προτού και ο Μαυροκορδάτος».

Τα προ της πολιορκίας
Οι πολιορκούμενοι ήταν 458 κατά Τόμας Γκόρντον, ενώ ο Τρικούπης κάνει αναφορά για 350 άνδρες.

«Και που, λοιπόν, να πάμεν είπε ( Μαυροκορδάτος). Και προς το Μάρκον στραφείς, μαζύ Σου θ΄αποθάνω Μπότζαρη. Και εγώ μαζύ σου πρίγγιψ (sic)
Μιχαήλ Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο ιερός των Ελλήνων Αγών, 1873.
«Αν φύγω οι αλβανικές ορδές θα περάσουν στην Πάτρα· η Πελοπόννησος θα συντριβεί κι αυτό θα είναι μοιραίο για την ελληνική υπόθεση. Εδώ πρέπει να πεθάνουμε (c΄est ici que nous devons perir)

Φρανσουά Πουκεβίλ (Pouqueville)»

Ο Μαυροκορδάτος, που είχε σπουδάσει οχυρωματική στη Γενεύη επιδιορθώνει το τείχος και τους προμαχώνες και καθαρίζει τις τάφρους και προσδένει πολλές ξιφολόγχες που είχε βρει στις αποθήκες σε ξύλα ώστε να φαίνονται οι αμυνόμενοι πολλοί.

Οι ανεπιθύμητοι επαναστάτες

Όσοι δεν πρόλαβαν να οχυρωθούν στο Μεσολόγγι επιβιβάστηκαν στο μικρό νησί της Καλάμου που τότε τελούσε υπό αγγλικήν κυριαρχία, αλλά ο αρμοστής Τόμας Μαίτλαντ τους θεώρησε ανεπιθύμητους επαναστάτες και τους κατεδίωξε με αποτέλεσμα να περιφέρονται πλέον στους καλαμώνεις του Αμβρακικού κόλπου και του Αχελώου επιδιδόμενοι σε κλεφτοπόλεμο. Μετά τη λύση της πολιορκίας αυτοί οι συμφοριασμένοι και όχι απελπισμένοι, προξενούν σημαντικές ζημίες στις εφοδιοπομπές των Τούρκων. Το πόσοι επέζησαν απ΄αυτούς μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (Απρ. 1826) δεν μπορούμε να γνωρίζουμε.

Τα καπάκια (ήταν μυστικές συμφωνίες των οπλαρχηγών της Ρούμελης με τους Τούρκους προσποιούμενοι (πλαστές διαπραγματεύσεις) ότι ενδιαφέρονταν για ανακωχή προκειμένου να κερδίσουν χρόνο ή να αποφευχθούν λεηλασίες και σφαγές. Θεωρούνταν εθνοφελές έργο αν πετύχαινε το στρατήγημα και προδοσία ανάλογα με την αποτυχία ή τις ατομικές επιδιώξεις).
Ο Ομέρ Βρυώνης αποφασισμένος εξαρχής να μην καταστρέψει το Μεσολόγγι που θα το χρησίμευε ως ορμητήριο για τις περαιτέρω επιχειρήσεις του στην Πελοπόννησο εύκολα μεταπείσθηκε από τον Βαρνακιώτη, που σύμφωνα με τον Σπηλιάδη «τον κατέπεισε να προτιμήσει την δια συνθηκών παράδοσιν του Μεσολογγίου παρά την δια αιματοχυσίας καταστροφήν». Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε ο Άγο Βασιάρης, παλαιός γνώριμος του Μάρκου Μπότσαρη. Έτσι Ο Μπότσαρης βγήκε από την πόλη σε απόσταση «βολής πιστόλας» και συναντήθηκε με τον Άγο Βασιάρη που του υποσχέθηκε αμνηστία και πολλά άλλα ευεργετήματα. Ο Μπότσαρης θέλοντας να κερδίσει χρόνο επιχειρηματολογεί ότι χρειάζεται ακόμα λίγο χρόνο για να πείσει τους φράγκους του Μαυροκορδάτου.Έτσι κερδίζεται χρόνος ανακωχής 8 ημερών οπότε καταφθάνουν 8 υδροπετσιώτικα πλοιάρια και διασπούν τον κλοιό στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου των τριών τουρκικών πλοίων που καταδιωκόμενα το ένα με ζημίες κατεθύνθηκε στην Ιθάκη και τα άλλα δυο στη Ναύπακτο. Έτσι επιβιβάζονται 1.300 περ. αγωνιστές από την Πελοπόννησο και εκφορτώνονται τρόφιμα και πολεμοφόδια. Μετά από αυτό ο Μπότσαρης διαμηνύει στους Τούρκους «ελάτε να πάρετε τη γη μας».

Η λύση της πολιορκίας
Μετά από την τρίμηνη σχεδόν σθεναρή αντίσταση των πολιορκημένων ο Ομέρ Βρυώνης σοφίζεται να γίνει γιουρούσι στα τείχη του Μεσολογγίου τη Μεγάλη γιορτή για τους Χριστιανούς ξημερώματα της 25ης Δεκεμβρίου που οι ντάπιες θα είχαν λιγοστούς άνδρες. Κατά καλή τύχη ένας Ηπειρώτης που βρίσκονταν στο στρατόπεδο των Τούρκων «εξ ανάγκης υπηρετών » κατά Σπηλιάδη, «διότι δεν ηδύνατο εκ των ιδίων περιστάσεων να τους πολεμήσει, ο Γιάννης Γούναρης, ειδοποίησε τον γραμματικό του Μακρή για το σχέδιο των Τούρκων. Κατάπληκτοι οι αναρριχώμενοι στα τείχη Τούρκοι «λυγάνε και αποτραβιούνται οι Αρβανίτες αφήνοντας πίσω ως πεντακόσια κουφάρια» κατά τον Δημήτριο Φωτιάδη. Τέλη Δεκεμβρίου και ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς όλο και χειροτερεύει και οι πασάδες καθώς πληροφορούνται πως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, αφού έδιωξε από την Ανατολική Ελλάδα τον Κιοσέ Μεχμέτ, έρχεται στο Μεσολόγγι αποφασίζουν στην 31 Δεκεμβρίου να λύσουν την πολιορκία.