Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αιγαίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αιγαίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

ΑΕΡΑΜΥΝΑ: Καταδίωξη πολιτικού αεροσκάφους της ΥΠΑ στο Αιγαίο από τουρκικά F-16 με ΝΑΤΟϊκό καπέλο

Το διπλό κουκούλωμα στο Αιγαίο

Από την ΚΥΡΑ ΑΔΑΜ

Τρία εικοσιτετράωρα έχουν παρέλθει από τα πρωτοφανή επεισόδια καταδίωξης μέσα στο FIR Αθηνών μέχρι... τη Μύκονο πολιτικού αεροσκάφους της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας -την πρώτη φορά πάνω από τη Χίο και τη δεύτερη φορά πάνω από το Καστελόριζο- από 2 σχηματισμούς τουρκικών F-16, τα οποία ειρήσθω εν παρόδω έχουν παραχωρηθεί στο ΝΑΤΟ και δεν έδρασαν με εθνικό τουρκικό καπέλο.

Και όμως, η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να ποιείται την νήσσαν και να μην καταγγέλλει αμέσως την Τουρκία στους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς, τον ICAO (που απαγορεύει ρητώς την καταδίωξη οποιουδήποτε ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ αεροσκάφους από στρατιωτικά αεροσκάφη) και τον ΟΗΕ (για ωμή παραβίαση εθνικής κυριαρχίας).

Αντιθέτως, η κυβέρνηση προέβη σε αστεία διαμαρτυρία σε διμερές επίπεδο προς την Αγκυρα, η οποία ως «χωρατατζού» υποσχέθηκε ότι θα «τιμωρήσει» τον πιλότο του τουρκικού F-16...

Το πράγμα όμως δεν είναι αστείο, καθώς εγείρονται πολλαπλά ερωτήματα για τη συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι σ' ένα τόσο σοβαρό συμβάν: Το ΚΕΝΑ (Κέντρο Ενημέρωσης Αεράμυνας) όφειλε να προχωρήσει σε γραπτή αναφορά προς το ΥΠΕΘΑ για το συμβάν και παραλλήλως η ΥΠΑ όφειλε να αναφέρει ομοίως το συμβάν στο ΥΠΕΞ, ώστε να κινηθούν οι διαδικασίες διεθνών καταγγελιών εις βάρος της Τουρκίας. Τίποτε από αυτά δεν έγινε. Επομένως, είτε οι δύο αυτές υπηρεσίες έστειλαν τις σχετικές αναφορές τους και τα δύο συναρμόδια υπουργεία -δηλαδή η κυβέρνηση στο σύνολό της- τις έκαναν γαργάρα είτε η κυβέρνηση «απαγόρευσε» στις δύο αυτές υπηρεσίες να συντάξουν τις αναφορές τους, έτσι ώστε το συμβάν να ελαχιστοποιηθεί. (Ελπίζουμε εντίμως να μην βρίσκεται εν ισχύ η δεύτερη εκδοχή όσο δεν παρουσιάζονται οι αναφορές ΚΕΝΑ και ΥΠΑ).

Τα επεισόδια με το πολιτικό αεροσκάφος της ΥΠΑ που καταδιώχθηκε στο Αιγαίο έχουν ιδιάζουσα σημασία και είναι προάγγελος ανάλογων μελλοντικών επεισοδίων, διότι τα συγκεκριμένα τουρκικά F-16 φορούσαν ΝΑΤΟϊκό καπέλο. Τα 4 τουρκικά αεροσκάφη απογειώθηκαν από το Μπαλικεσίρ, τα δύο πρώτα ως νατοϊκά αεροσκάφη άμεσης αντίδρασης (Command) και τα δεύτερα ως ενταγμένα στη δύναμη του ΝΑΤΟ (assignment). Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι το πολιτικό αεροσκάφος της ΥΠΑ, παρ' όλο το «φίλιον» σήμα του, αντιμετωπίστηκε μέσα στο FIR Αθηνών από τα τουρκικά νατοϊκά αεροσκάφη, σκοπίμως, ως ελληνικό στρατιωτικό αεροσκάφος και στη χειρότερη περίπτωση ως αεροσκάφος renegate, δηλαδή ως τρομοκρατικό. Αλλά γιατί «φρίκαρε» το ΝΑΤΟ και ενεργοποίησε άμεση αντίδραση, με τη βοήθεια του άθλιου και παραπλανητικού τουρκικού χαρακτηρισμού του ελληνικού πολιτικού αεροσκάφους ως αγνώστου και εχθρικού;

Η απάντηση βρίσκεται προφανώς στη διαταγή του SACEUR από τον Αύγουστο του 2006, που βρίσκεται εν ισχύ σε πείσμα της αδιαφορίας των ελληνικών κυβερνήσεων μέχρι τώρα. Με τη διαταγή αυτή το ΝΑΤΟ έχει απαγορεύσει σε ελληνικά στρατιωτικά αεροσκάφη να προσεγγίζουν εγγύτερα των 6 ν.μ. σε 20 ελληνικά νησιά του Ανατ. Αιγαίου (συμπεριλαμβανομένου και του Καστελόριζου), διαφορετικά θα αναχαιτίζονται από ΝΑΤΟϊκά τουρκικά αεροσκάφη. Δηλαδή, η διαταγή αυτή καθιστά τα νησιά αυτά «αδέσποτα» και μη ελληνικά.

Αυτή η διαταγή του SACEUR του 2006 ενεργοποιήθηκε προχθές και για το ελληνικό πολιτικό αεροσκάφος, κατά παράβαση της ίδιας της νατοϊκής διαταγής που αφορά μόνο σε στρατιωτικά αεροσκάφη.

Και όλα αυτά εν όψει της επίσκεψης Νταβούτογλου για μείωση της έντασης, που μέχρι στιγμής σημειώνεται μόνον από ελληνικής πλευράς...
ΠΗΓΗ: http://www.enet.gr

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ: Μια διαχρονική προσέγγιση από την προϊστορία μέχρι τους Αρχαίους χρόνους

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Ναυτικός πολιτισμός στο Αιγαίο μέσα από τεκμήρια και μαρτυρίες


 
Mια διαχρονική προσέγγιση από την προϊστορία μέχρι του Αρχαίους χρόνους.

Περί Αλός

Της Σαπφώ Α. Μορτάκη
Δρ. Ιστορίας της Τέχνης – Μουσειολόγου

 

Δημοσιεύθηκε στο περ. «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ της Ναυτικής Ιστορίας»,
τ. 78, σ.50, ΙΑΝ-ΜΑΡΤ 2012, έκδ. Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση του ΝΜΕ.



Η προϊστορική πόλη της Φυλακωπής στη Μήλο.
ΦΩΤΟ:http://www.milos.gr/

Στο σπήλαιο Φράγχθι της Αργολίδας, στην είσοδο του Αργολικού κόλπου, τα έτη 1967-1976 και 1980-1982 επιστημονική ομάδα σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια Pennsylvania και Indiana με επικεφαλής τον καθηγητή της αρχαιολογίας Thomas Jacobsen, υπό την αιγίδα της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών της Αθήνας πραγματοποίησεαρχαιολογικές ανασκαφές κατά τις οποίες σε στρώμα του 8.000 π.Χ. ανακάλυψε κομμάτια μιας σκληρής πέτρας, γνωστής ως οψιανός ή οψιδιανός. Διαπίστωσαν ότι τα συγκεκριμένα κομμάτια οψιδιανού δεν ήταν ντόπια προϊόντα, καθόσον μόνο στα νταμάρια της Μήλου, στη Φυλακωπή, εξορύσσονταν τέτοιο είδος οψιδιανού, και άρα είχαν μεταφερθεί από τη Μήλο με κάποιου είδους πλωτό μέσο, ικανό να μεταφέρει ανθρώπους κι εμπορεύματα και μάλιστα με περισσότερους του ενός κωπηλάτες και το πιθανότερο πρέπει να ήταν η παπυρέλλα, ένας τελειοποιημένος τύπος της κερκυραϊκής παπυρέλλας, ένα είδος πλοιαρίου που κατασκευαζόταν στην Κέρκυρα και ήδη είχε γίνει αντικείμενο έρευνας από Έλληνες ιστορικούς κι ερευνητές. Η επιστημονική ομάδα του ΕΙΠΝΠ σε διάστημα τριών μηνών ανακατασκεύασε μια νέα βελτιωμένη παπυρέλλα και από τις 8-28 Οκτωβρίου 1988, με τη συμμετοχή μελών του ως πλήρωμα, πραγματοποίησε ταξίδι από την Αργολίδα στη Μήλο υπό συνθήκες που θύμιζαν την παλαιά εκείνη εποχή, χωρίς την παραμικρή σύγχρονη βοήθεια, αποδεικνύοντας ότι το ταξίδι εκείνο ήταν δυνατό να είχε γίνει με ένα παρόμοιο σκάφος.
Έτσι αποδείχθηκε ότι οι εμπορικές συναλλαγές στα νερά του Αιγαίου πελάγους είχαν ήδη αρχίσει πριν από 10.000 χρόνια, γεγονός σημαντικό, αφού παγκοσμίως δεν είχε επισημανθεί αρχαιότερος πλους (Λάζος, 1996).

Ο ναυτικός πολιτισμός στ ο Αιγαίο Πέλαγος κατά την πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδο (2.800-2.300 π.Χ.)
Οι κάτοικοι των πολυάριθμων νησιών του Αιγαίου, αφού κυριάρχησαν στο φυσικό περιβάλλον του νησιού τους, θέλοντας να καλύψουν τις ανάγκες τους για ανεύρεση μέσων διαβίωσης, για επικοινωνία, για εξερεύνηση, ακόμα και για κυριαρχία, οδηγήθηκαν στην κατασκευή των πρώτων πλωτών μέσων, ώστε ανέπτυξαν την επικοινωνία και την ανταλλαγή των προϊόντων τους με τα γύρω παράλια αρχικά και στη συνέχεια με περιοχές εκτός της θάλασσάς τους, όπως το Ιόνιο πέλαγος, τις Δαλματικές ακτές, τη Σικελία αλλά και τη Μικρά Ασία, την Κρήτη, την Τροία.

Όσα γνωρίζουμε για τα πλοία της εποχής αυτής προέρχονται από παραστάσεις και εγχάρακτες διακοσμήσεις αντικειμένων σε πήλινα τηγανόσχημα σκεύη της πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου (Δαμιανίδης, 1997) και ιδίως τα τηγανόσχημα σκεύη της Σύρου της πολιτιστικής φάσης Κέρος – Σύρος (2.800-2.200 π.Χ.), τα οποία διασώζουν τις αρχαιότερες έως σήμερα αναπαραστάσεις ελληνικού πλοίου της εποχής του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού. Τα πρωτοκυκλαδικά αυτά πλοία φαίνεται να είναι εξελιγμένης ναυπηγικής τέχνης (Λάζος, 1996). Αν και η μορφή τους είναι αρκετά σχηματική είναι ευδιάκριτα πολλά βασικά χαρακτηριστικά: στην ελαφρά ανασηκωμένη πλώρη είναι εμφανής η ύπαρξη ενός είδους εμβόλου, η πρύμνη ογκώδης κι αρκετά ανασηκωμένη είναι διακοσμημένη στην επάνω απόληξή της με τη σχηματική μορφή ενός ψαριού, ενώ μερικές γραμμές, χαραγμένες στο πίσω μέρος της, επιδιώκουν να απεικονίσουν ή ένα ύφασμα ή σκοινιά που κρέμονται. Οι σειρές των κουπιών και στις δύο πλευρές του σκάφους υποδηλώνουν το μήκος του και, κατά συνέπεια, την κλίμακα απεικόνισής του. Το μέγεθος και το σχήμα του φανερώνουν πολύκωπη κι όχι μονόξυλη κατασκευή. Από την έλλειψη δε οιουδήποτε ίχνους ιστιοφορίας συμπεραίνεται ότι πρόκειται για αμιγώς κωπήλατα σκάφη (Δαμιανίδης, 1997). Η Μπινίση μιλώντας για την απλουστευμένη απεικόνιση αυτών των πλοίων επισημαίνει:

Η απλοϊκότητα των αποδόσεων είναι μερικές φορές παραπλανητική ως προς τις ναυτικές ικανότητες των εικονιζομένων σκαφών. Στην Τρίτη χιλιετία π.Χ. όμως, υπάρχει ήδη στον ελλαδικό χώρο μια ναυπηγική παράδοση πέντε χιλιάδων τουλάχιστον χρόνων, ενώ η χρήση μετάλλων, που είναι γνωστή αυτή την εποχή θα ενίσχυε την κατασκευή τους. Τα πλοία αυτά, πέρα από τις ειρηνικές ασχολίες, θα πρέπει να χρησιμοποιούντο και για την άμυνα και ίσως να αποτέλεσαν και το «υπόδειγμα» για τα πολεμικά πλοία που θα κατασκευαστούν αργότερα στην Ελλάδα και τη Ρώμη (Λάζος, 1996, 39).



Δοκός. Λίθινες άγκυρες από το
ναυάγιο. Πρωτοελλαδική II.
 Iνστιτούτο Eναλίων Aρχαιολογικών
Eρευνών-B' EΠKA. YΠΠO/TAΠ.
ΦΩΤΟ: http://www.fhw.gr/

Στοιχεία για την εποχή αυτή αντλούνται από το ναυάγιο της Δοκού, το οποίο αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό ναυάγιο στον κόσμο. Εντοπίστηκε το καλοκαίρι του 1975 από τον ερευνητή βυθών PeterThrockmorton και άρχισε συστηματική ανασκαφή του ναυαγίου το καλοκαίρι του 1989 από το Ινστιτούτο Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών υπό την επίβλεψη του αρχαιολόγου Γ. Παπαθανασόπουλου. Το ενάλιο εύρημα αποτελεί μια από τις πιο πολύτιμες μαρτυρίες για την πρώιμη ναυσιπλοΐα, που πρόσφερε μεγάλες δυνατότητες στο θαλάσσιο εμπόριο, όπως επίσης και για το επίπεδο της τεχνολογίας της εποχής του χαλκού και την οικονομία του Αιγαίου κατά τους ύστερους χρόνους της τρίτης π.Χ. χιλιετίας.

 
Μινωική Εποχή
Τον πρώιμο ναυτικό πολιτισμό της πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου διαδέχεται ο οργανωμένος πλέον μινωικός που διαμορφώθηκε στην Κρήτη κατά τους προϊστορικούς χρόνους (3.000-1.300 π.Χ.) από τους λαούς που κατοικούσαν τότε τη νήσο, τους Μινωικούς, που ως επί τον πλείστον ήταν γεωργοί και ναυτικοί. Ως θαλασσινοί, αλιείς και ναυτικοί είχαν συνάψει εμπορικές σχέσεις με πολλούς μεσογειακούς λαούς και είχαν ιδρύσει μινωικές αποικίες σε νησιά και παράλια του Αιγαίου Πελάγους (Πλάτων, 1970).

Η Ναυτιλία κατά την Παλαιοανακτορική Περίοδο
Οι γνώσεις μας για τα πλοία της εποχής περιορίζονται σε λίγες παραστάσεις, ιδίως επάνω σε σφραγιδόλιθους, που, εξαιτίας του περιορισμένου μεγέθους τους, δε μας δίνουν παρά συμβατική ή συνοπτική εικόνα τους. Μας διαφωτίζουν μόνο ως προς τη γενική μορφή των πλοίων με την υψηλή πλώρη, που συχνά διχαλώνεται, και τη χαμηλή πρύμνη, που συχνά καταλήγει πίσω σε ένα οριζόντιο έμβολο. Τα περισσότερα πλοία ήταν ιστιοφόρα με ένα έως τρία κατάρτια, εφοδιασμένα με προτόνους [1] και επιτόνους [2] και με ένα ή δύο κύρια πανιά, κάποτε και άλλα μικρότερα βοηθητικά, στην πλειοψηφία τους κωπήλατα, συχνά δε τα κουπιά των πηδαλίων ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα άλλα. Ενίοτε διακρίνονται οι κουπαστές, ένα είδος γέφυρας και πολύ σπάνια ένας μικρός θαλαμίσκος στη μέση.

Είναι όμως βέβαιο ότι τα ποντοπόρα πλοία που διέσχιζαν τρικυμισμένες θάλασσες, θα έπρεπε να είχαν καλύτερη κατασκευή και βελτιωμένο εξοπλισμό. Άγνωστη είναι και η ύπαρξη πολεμικών πλοίων για την προστασία της νήσου από πειρατικές ή άλλες επιδρομές, δεδομένου ότι οι πόλεις της, ακόμη και τα ανακτορικά κέντρα, είχαν μείνει ατείχιστα (Πλάτων, 1970).



Λεπτομέρεια της νηοπομπής από την τοιχογραφία της Θήρας.

Μινωική Θαλασσοκρατορία
Η Μινωική εξάπλωση στο Αιγαίο θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί χωρίς τη θαλασσοκρατορία των Κρητών. Ο Μίνωας με τον αδερφό του Ροδάμανθη ήταν εκείνοι που από τη μία ένωσαν τα έθνη της Κρήτης σε ενιαίο σύνολο και δημιούργησαν το «Κοινό των Κρητών» ή αλλιώς την Κρητική πολιτεία με νόμους και θεσμούς, τους οποίους αργότερα αντέγραψαν οι Σπαρτιάτες με τον Λυκούργο και οι Αθηναίοι με τον Σόλωνα. Σύμφωνα με τους Θουκυδίδη (3-9), Ισοκράτη (Παναθηναϊκός), Διόδωρο (Βίβλος 4, 5), Στράβωνα (Βίβλος 10) κ.ά., ο Μίνωας συγκρότησε πολεμικό ναυτικό με αποτέλεσμα και ο ίδιος να γίνει θαλασσοκράτορας και να ελευθερωθούν οι θαλάσσιοι δρόμοι, ώστε οι Έλληνες να μπορέσουν να ασχοληθούν με τη ναυτιλία, να πλουτίσουν, να επικρατήσουν, να σταματήσουν το μεταναστευτικό βίο που τους εξανάγκαζαν οι κακοποιοί, να κτίσουν πόλεις και γενικά να αναπτύξουν τον πολιτισμό τους (Κρασανάκης, 2008).
Η απόλυτη επικράτηση της Κρήτης στη θάλασσα κατά την πρώτη φάση της Νεο-ανακτορικής περιόδου δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί, καθώς τα μυκηναϊκά κέντρα δεν είχαν ακόμη δημιουργηθεί, ενώ ο κρητικός αποικισμός στα νησιά είχε πάρει μεγάλη έκταση. Για τις δύο επόμενες φάσεις και ως την καταστροφή των μινωικών κέντρων, γύρω στα 1400 π.Χ., ο Κρητομυκηναϊκός κόσμος είναι ενιαίος και δε διαφαίνεται κανενός είδους ανταγωνισμός. Η Μυκηναϊκή επικράτηση έρχεται ύστερα από τη μεγάλη καταστροφή.

Η θαλασσοκρατορία προϋποθέτει τη συστηματική οργάνωση στόλου ικανού να ελέγχει τους θαλάσσιους δρόμους λιμένων και ναυτικών βάσεων και για την εξασφάλιση της Κρήτης από τους κινδύνους αιφνιδιαστικών επιδρομών. Το γεγονός ότι στη νήσο βασίλευε σταθερά ειρήνη και ότι οι πόλεις, ακόμη και στα κύρια ανακτορικά κέντρα, εξακολουθούσαν να μένουν ατείχιστες, σημαίνει αδιάκοπη επαγρύπνηση του ναυτικού.
Αποικισμοί σε μεγάλη κλίμακα θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν χωρίς άφθονα πλοία, άλλωστε, και η παράδοση αναφέρει μικρότερες ή μεγαλύτερες θαλασσινές εκστρατείες του Μίνωα, που πρέπει να ήταν μάλλον αποικιακές επιχειρήσεις.
Στις παραστάσεις των σφραγιδόλιθων και των σφραγισμάτων τα πλοία εμφανίζονται τώρα τελειοποιημένα, αρτιότερα εξοπλισμένα, με καλύτερη καλλιτεχνική απόδοση, καθόσον η τέχνη έγινε περισσότερο φυσιοκρατική. Στις παραστάσεις αυτές συναντώνται πολυίστια και πολύκωπα πλοία με πολλά ξάρτια, κουπιά, πηδάλια, έμβολα, κουπαστές και, σε κάποιες περιπτώσεις, θαλαμίσκους καταστρώματος. Τα πλοία αυτά θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν και φουρτούνες ανοιχτής θάλασσας με τη δεξιοσύνη τους πληρώματός τους. ΟΣκύλαξ [3] στους «Σταδιασμούς» αναφέρει ότι οι Μινωικοί ήταν πολύ καταρτισμένοι ναυτικοί, ενήμεροι για τις τελειότερες μεθόδους ναυσιπλοΐας της εποχής τους (Πλάτων, 1970).

Πολύ περισσότερες πληροφορίες για τη ναυτιλία και τη ναυπηγική τέχνη αυτής της εποχής παρέχει η αποκάλυψη της μεγάλης έγχρωμης τοιχογραφίας του «Στόλου» του δωματίου 5 της δυτικής οικίας στο Ακρωτήρι της Θήρας, αποικίας των Μινωιτών, όπου παριστάνεται ένας ολόκληρος στόλος από πλοία της Κρήτης. Η αποκάλυψη έγινε το 1972 από το Σπύρο Μαρινάτο (Λάζος, 1996). Χρονολογείται περίπου στο 1.650 π.Χ., αποτελεί μια από τις ωραιότερες αναπαραστάσεις πλοίων αυτής της εποχής και απεικονίζει μια νηοπομπή 14 σκαφών διαφόρων μεγεθών μεταξύ δύο λιμανιών. Με συναρπαστική για την
εποχή της λεπτομέρεια αποδίδεται ένα σύνολο σκαφών με διαφορές στο μέγεθός τους, στους τρόπους κωπηλασίας, ιστιοφορίας και κατασκευής. Το ασύμμετρο
σαν μισοφέγγαρο σχήμα τους και οι καμπύλες του περιγράμματός τους προϋποθέτουν αναπτυγμένη ναυπηγική τέχνη και κατασκευαστές έμπειρους στις βασικές αρχές καλής πλευστότητας. Από την αποκάλυψή της και μετέπειτα η τοιχογραφία αποτελεί αντικείμενο αναφοράς για κάθε έρευνα σχετική με τη ναυτιλία και τη ναυπηγική στο Αιγαίο πέλαγος γύρω στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. (Δαμιανίδης, 1997).



Ανακατασκευή πλοίου της Θήρας. Άποψη πρύμνης.
Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας Mικροναυπηγός,
Μηχανολόγος Μηχανικός M.Sc. greekshipmodels.com

Μυκηναϊκός Πολιτισμός
Στα 1.450 π.Χ. η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας που είχε ως αποτέλεσμα να καταβυθιστεί το μεγαλύτερο μέρος του νησιού και να προκληθούν μεγάλοι σεισμοί και παλιρροϊκά κύματα που έφθασαν ως την Κρήτη και προξένησαν μεγάλες καταστροφές, έδωσαν την ευκαιρία στους Αχαιούς να κυριαρχήσουν στο Αιγαίο πέλαγος. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, με επίκεντρο την Πελοπόννησο και περίοδο ακμής τον 14ο και 13ο αιώνα, είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του από τον 16ο αιώνα και χωρίς καμία αμφιβολία επηρεάστηκε από τον Μινωικό. Το εμπόριο εξαπλώνεται στο Αιγαίο και σε όλη τη Μεσόγειο μέχρι τον Εύξεινο Πόντο, όπου θα αναζητήσουν το Χρυσόμαλλο Δέρας. Η αργοναυτική εκστρατεία φαίνεται ότι είναι μια εξερευνητική ναυτική αποστολή που αναλήφθηκε από τους Μίνυες (ελληνικό φύλλο της Θεσσαλίας), με σκοπό το άνοιγμα νέων αγορών και προώθηση του ναυτεμπορίου στη Μαύρη Θάλασσα (Μακρής, 1984).

Κατά τον Απολλόδωρο (Α7, 2) η πρώτη πεντηκόντορος ναυς (πλοίο με πενήντα κουπιά) ήταν η «Αργώ», το πλοίο των Αργοναυτών, την οποία κατασκεύασε από ξύλο φυγός (δρυς, βελανιδιά) της Δωδώνης ο Άργος, από τον οποίον πήρε και το όνομά της (Κρασανάκης, 2008). Το προϊστορικό αυτό πλοίο του 14ου π.Χ. αι. που ανήκει στην τυπολογία της ηπειρωτικής ναυπηγικής σχολής ανακατασκευάστηκε το 2004 και στις 14/6/2008 απέπλευσε από την Ιωλκό(σημερινό Βόλο) για την Αδριατική. Αφού αγκυροβόλησε σε 28 λιμάνια τερμάτισε συμβολικά στην Ιθάκη, το νησί του Οδυσσέα.

Προς το τέλος του 13ου π.Χ. αιώνα οι Μυκηναΐοι επιχειρούν τη ναυτική εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Ο δεκαετής Τρωικός Πόλεμος είναι συνέπεια μιας υπερπόντιας ναυτικής επιχείρησης που ανέλαβαν οι Αχαιοί υπό την ηγεσία του βασιλιά των Μυκηνών Αγαμέμνονα, με σκοπό να εγκατασταθούν στις βόρειες ακτές της Μικράς Ασίας, να εξασφαλίσουν την ελεύθερη χρήση των στενών της Προποντίδας και της Μαύρης Θάλασσας. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου είναι οι παλαιότερες αναφορές σχετικά με τη μέθοδο κατασκευής
πλοίων, καθώς και οι αρχαιότερες γραπτές μαρτυρίες γύρω από τη ναυτική ζωή και τη ναυπηγική τέχνη (Μακρής, 1984).

Είναι γεγονός ότι ο Όμηρος γνώριζε πάρα πολλά στοιχεία για τα οποία εξ αντικειμένου δεν ήταν δυνατόν να έχει ιδία αντίληψη. Επομένως, τα άκουσε και τα μετέφερε. Αφορούσαν όλους τους τομείς της ναυτιλίας, από τη ναυπηγική, την ουριοδρομία, την κωπηλασία, τον προσορμισμό, τη μετεωρολογία (γνώση των ανέμων) κ.α. και ως ποιητής έδωσε τις πληροφορίες με το δικό του κωδικοποιημένο τρόπο, ώστε να αποκρύψει τα στοιχεία από τους τότε ανταγωνιστές Φοίνικες που και αυτοί από την πλευρά τους έκαναν το ίδιο ή διέδιδαν ψευδείς πληροφορίες. Οι μεταγενέστεροι ποιητές που έγραψαν οδηγίες προς ναυτιλλόμενους όπως ο Ησίοδος, ο Φώκος ο Σάμιος και ο Άρατος του Σολέα, παρουσιάζουν τις γνώσεις που παραδίδουν έμμετρα μεν αλλά όχι κωδικοποιημένες (Λάζος, 1996).



Κρατήρας Γεωμετρικής περιόδου
800 - 775 π.Χ. Metropolitan Museum
of Art, Νέα Υόρκη.

Προκλασική περίοδος
(μέσα 14ου - 9ος αιώνας )
Από τα μέσα του 13ου αιώνα εισβολές νέων πληθυσμών σαρώνουν τους παλαιότερους πολιτισμούς της ανατολικής Μεσογείου με αποτέλεσμα την αναστολή των περισσοτέρων θαλάσσιων επικοινωνιών και εμπορικών συναλλαγών σε αυτήν την περιοχή.
Η σκοτεινή αυτή περίοδος για τον ελληνικό χώρο θα διαρκέσει έως τον 9ο αιώνα π.Χ. περίπου. Αλλά και σ’ αυτή ακόμα επέρχονται σημαντικές ανακατατάξεις και μετακινήσεις πληθυσμών τόσο στο εσωτερικό της Ελλάδας όσο και στο Αιγαίο, οι οποίες διαμορφώνουν τις συνθήκες για την ανάπτυξη του Ελληνικού πολιτισμού των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων.

Από τον 11ο έως τον 9ο αι. π.Χ. η Αθήνα εξελίσσεται σε κεντρική πολιτική δύναμη στον ελληνικό χώρο με παράλληλη ανάπτυξη της ναυτιλίας της, ενώ κι άλλες πόλεις της Ελλάδας επιδίδονται σε έναν αγώνα εμπορικής κυριαρχίας από τη Μασσαλία ως τη Μαύρη Θάλασσα και τις ακτές της Συρίας. Τα πλοία, βέβαια, είναι τα αποκλειστικά μέσα αυτών των μετακινήσεων και χωρίς αμφιβολία η ναυπηγική τέχνη έχει εξελιχθεί σημαντικά από την περίοδο του «Στόλου» της Θήρας (Δαμιανίδης, 1997).

Το έτος 1982 υποθαλάσσιες ανασκαφές στη θέση Ulu Burun, κοντά στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας ανάμεσα στην Κύπρο και τη Ρόδο, έφεραν στο φως ένα
από τα αρχαιότερα βυθισμένα πλοία που θεωρείται «το αρχαιότερο ναυάγιο του κόσμου» (14ος-13ος αι. π.Χ.). Τα αγαθά που βρέθηκαν στο πλοίο προέρχονται από διάφορους λαούς της Μεσογείου και αποδεικνύουν τόσο την κουλτούρα αυτών όσο την ύπαρξη καθιερωμένου εμπορικού δρόμου στο Αιγαίο πέλαγος.

Στα χρόνια από το 900-700 π.Χ. σε παραστάσεις αντικειμένων της γεωμετρικής τέχνης (αγγεία, τοιχογραφίες, επιγραφές) έχουμε τις πρώτες λεπτομερείς αναφορές πολύκωπων πλοίων, στα οποία για πρώτη φορά γίνεται αισθητός ο διαχωρισμός μεταξύ εμπορικών και πολεμικών πλοίων.

Τα δεύτερα, για λόγους ευελιξίας, ήταν χαμηλά, ελαφρά, με μακρόστενο σχήμα, για να διασχίζουν με ευκολία τη θάλασσα, με έμβολο, βοηθητικά πανιά για τις ειδικές κινήσεις τις απαραίτητες στη μάχη, και ονομάζονται «μακραί νήες». Οι ανάγκες της νέας πολεμικής τακτικής με τους εμβολισμούς οδήγησαν στην καθιέρωση των δύο σειρών κουπιών, έτσι ώστε να γίνονται γρήγορα και ευέλικτα αφού το συνολικό μήκος τους υποδιπλασιάζεται. Τα πιο κοινά πολεμικά καράβια της περιόδου αυτής ήταν η τριαντακόντορος και η πεντηκόντορος, με τριάντα και πενήντα κουπιά αντίστοιχα, διατεταγμένα σε μία ή δύο σειρές, οπότε ονομάζονταν «μονήρη» ή «διήρη» (Δαμιανίδης, 1997). Απαντώνται ακόμη και άλλα πλοία, όπως η εικοσάκωπος, πλοίο με δέκα κουπιά σε κάθε πλευρά.



Κρατήρας Γεωμετρικής περιόδου 800 - 775 π.Χ. (λεπτομέρεια) 
Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη. 

Τα κατεξοχήν εμπορικά σκάφη, οι «στρογγύλαι νήες» είχαν πλώρη και πρύμνη ψηλές, στρογγυλεμένες και ευρύχωρο αμπάρι. Τον 7ο αι. απέκτησαν μεγάλα ιστία και βοηθητικά πανιά, αυξάνοντας έτσι την ταχύτητά τους, και εφοδιάστηκαν με άγκυρα. Ονομάζονταν ολκάδες και ο Αριστοτέλης, αργότερα, τα παρομοίωσε με μεγάλα έντομα με μικροσκοπικά φτερά (Κρασανάκης, 2008).

Σε αγγείο του τέλους της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. από την Ιολκό, που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Βόλου, βρίσκουμε την παλαιότερη απεικόνιση της τριαντακοντόρου. Οι διήρεις θα παραμείνουν σε ενέργεια για πάνω από 1.500 χρόνια, όπως γνωρίζουμε από την παρουσία των βυζαντινών δρομώνων, που ήταν πλοία με διπλές σειρές κουπιών (Λάζος, 1996).

Αρχαία Χρόνια
Η εξέλιξη των πλοίων της προκλασικής περιόδου και ιδιαίτερα της διήρους οδήγησε στην κατασκευή ενός πολεμικού κυρίως πλοίου των χρόνων του 6ου π.Χ. αι. της τριήρους. Σχετικά με την κατασκευή της, οι οπαδοί των Φοινίκων, στηριζόμενοι σε στοιχεία από διάφορα ανάγλυφα πλοίων, επιμένουν ότι οι τελευταίοι κατασκεύασαν πρώτοι ένα τέτοιο σκάφος τον 8ο π.Χ. αι. στη Σιδώνα. Ο ναύαρχος Σίμψας αναφερόμενος στον Πλίνιο γράφει «ο Πλίνιος όμως αναφέρει τον λογογράφο Δαμάστη, σύγχρονο του Ηροδότου, κατά τον οποίο τη διήρη επινόησαν οι Ερυθραίοι, δηλαδή κάτοικοι των Ερυθρών της Μικράς Ασίας (σημερινό Λυθρί απέναντι από τη Χίο) που ήταν τότε άποικοι των Βοιωτών».

Ο Όμηρος στη Β’ ραψωδία της Ιλιάδας (στ. 507-510) αναφέρει ότι κατά τον Τρωικό πόλεμο τα μεγαλύτερα πλοία που συμμετείχαν σε αυτόν ήταν των Βοιωτών με 120 κουπιά το καθένα, γεγονός που επισημαίνει και ο Θουκυδίδης (Α 10-4).
Κατά τις αναλύσεις ειδικών αυτά τα πλοία πρέπει να ήταν διήρεις.
Κατά τον Θουκυδίδη (Ιστοριών Α, 13) ως πρώτος κατασκευαστής της τριήρους αναφέρεται ο περίφημος Κορίνθιος ναυπηγός Αμενοκλής κατά τον 8ο- 7ο αι. π.Χ. Ο ίδιος μάλιστα ναυπήγησε το 704 π.Χ. τέσσερα πλοία για τους Σαμίους, οι οποίοι την εποχή του τυράννου Πολυκράτη (570 π.Χ.) επέφεραν μετατροπές ώστε προήλθε ένας νέος τύπος πλοίου μεταξύ διήρους-τριήρους, η Σάμαινα.

Ανεξάρτητα της καταγωγής της η τριήρης υπήρξε μια «μακρά ναυς», ένα πανίσχυρο εξαιρετικά γρήγορο και ευέλικτο σκάφος με κύριο μέσο προώσεως τρεις σειρές κουπιών από τις δύο πλευρές διευθετημένες με τέτοιο τρόπο ώστε να μην απαιτείται μεγάλο ύψος του σκάφους και η κωπηλασία να πραγματοποιείται χωρίς τον κίνδυνο σύγκρουσης των κουπιών.

Απαιτούσε όμως εντατική άσκηση των πληρωμάτων και επιτήδεια διακυβέρνηση.
Στην τριήρη αναφέρεται το απόφθεγμα του Περικλέους «το δε ναυτικόν τέχνης εστί» (Δεσποτόπουλος, 1972).
Κύριο όπλο της τριήρους αποτελούσε το «έμβολον» στην πλώρη, μία προεξοχή ενός μέτρου περίπου με ισχυρή μεταλλική επένδυση και διάφορα εκηβόλα όπλα, στα οποία αργότερα, τον 4ο π.Χ. αι., προστέθηκαν καταπέλτες και δελφίνες. Για την προστασία του πληρώματος τόσο από τα εχθρικά πυρά όσο και από τα κύματα, έφρασσαν τα πλευρά του πλοίου πάνω από το κατάστρωμα και τότε η τριήρης ονομάζονταν «κατάφρακτη». Για την ιστιοπλοΐα η τριήρης διέθετε έναν κύριο ιστό με μεγάλο τετράγωνο πανί κι ένα μικρότερο προς την πλώρη, το ακάτιο (Λάζος, 1996).

Η ονομασία τριήρης δεν χαρακτήριζε αποκλειστικά ένα σχήμα πλοίου, αλλά ανάλογα με την πόλη κατασκευής της και τη χρήση της υπήρχαν οι αθηναϊκές, οι κορινθιακές, οι σαμιακές, οι ροδιακές, οχιακές, οι θάσιες, οι μηλίσιες, οι συρακούσιες, για να αναφέρουμε μόνο αυτές που ανήκαν σε μερικές από τις σημαντικότερες πόλεις-κράτη της Ελλάδας.
Διαφορά υπήρχε και ως προς τη χρήση τους, μεταφορά στρατιωτών, εμβολισμός, ιππαγωγοί. Περισσότερο γνωστός είναι ο τύπος των Αθηναϊκών τριήρεων που χαρακτηρίστηκαν εξαίρετοι κατά τον 4ο αι. και ήταν σχεδιασμένες με τέτοια διάταξη κωπηλατών ώστε να αυξάνονται στο μεγαλύτερο βαθμό οι επιδόσεις εμβολισμού και τακτικών ελιγμών κατά τη διάρκεια των ναυμαχιών. Όπως υπολογίστηκε, με βάση κυρίως τους νεωσοίκους της Ζέας, οι διαστάσεις αυτών των πλοίων ήταν περίπου οι ακόλουθες: μήκος 36 μ., πλάτος 5 μ., ύψος από την ίσαλο γραμμή 2,20 μ. και βύθισμα 1 μ. Το εκτόπισμά τους ήταν 70-90 τόνοι και κινούνταν είτε με κουπιά είτε με ιστία είτε και με τα δύο συγχρόνως. Η διάταξη των κωπηλατών παρουσιάζεται με αρκετή ευκρίνεια σε ένα απόσπασμα ανάγλυφου από την Ακρόπολη, το γνωστό ως ανάγλυφο Lenorman (410-400 π.Χ.) που αναπαριστά το μεσαίο τμήμα μιας τριήρους (Δαμιανίδης, 1997).




Άποψη εσωτερικού τριήρους «Ολυμπιάς».
Φώτο: Περί Αλός (Αρχείο Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου)

Η τριήρης ήταν το αριστούργημα της αρχαίας ελληνικής ναυπηγικής, ένα πρωτοποριακό πλοίο για την εποχή του που συνέβαλε όχι μόνο στην προστασία της Ελλάδος από τους εχθρούς της αλλά και στη δημιουργία και διάδοση του ελληνικού πολιτισμού. Στη ναυμαχία της Σαλαμίνος το 480 π.Χ. η διορατικότητα του Θεμιστοκλή ανέδειξε την τριήρη το σημαντικότερο πλοίο της αρχαιότητας. Τα «ξύλινα τείχη», οι γρήγορες και ευέλικτες τριήρεις, επανδρωμένες με ελεύθερους πολίτες έμειναν απόρθητες σώζοντας την Αθήνα και τους κατοίκους της, όπως είχε προφητέψει το Μαντείο των Δελφών, με συνέπεια να διασωθεί οριστικά η Ελλάδα από τον Περσικό εναγκαλισμό και μακροπρόθεσμα η Ευρώπη να αποφύγει το βαρβαρισμό (Κρασανάκης, 2008). Ο Θεμιστοκλής έγινε ο θεμελιωτής της ναυτικής δύναμης των Αθηνών, ο ιδρυτής της Αθηναϊκής Συμμαχίας που 45 χρόνια αργότερα, υπό τη μεγαλοφυή ηγεσία του Περικλή, έγινε πανίσχυρη ναυτική ηγεμονία με την Αθήνα το μεγαλύτερο εμπορικό, κοινωνικό και καλλιτεχνικό κέντρο του τότε γνωστού κόσμου με παγκόσμια ακτινοβολία (Μακρής, 1984).

Η τριήρης, όμως, παρά τη μακρόχρονη συμμετοχή της στη ναυτική ιστορία της Μεσογείου για 1.000 περίπου χρόνια, 12 αιώνες μετά την εμφάνισή της έπαψε να είναι γνωστή και η ιστορική λήθη κάλυψε την ύπαρξή της, ώσπου το ενδιαφέρον για αυτήν αναζωπυρώθηκε και από τον Μάιο του 1985 έως τον Ιούλιο του 1987 κατασκευάστηκε στην Ελλάδα η τριήρης «Ολυμπιάς» πάνω σε σχέδιο που παρασχέθηκε από το Trireme Trust της Βρετανίας, μοναδικό αντίγραφο της αρχαίας αθηναϊκής τριήρους σε πραγματικό μέγεθος. Το πλοίο δοκιμάστηκε σε φυσικές συνθήκες στα πλαίσια της πειραματικής αρχαιολογίας δίνοντας απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα για τη ναυτική τεχνολογία της αρχαιότητας, πλην όμως προκλήθηκαν και φθορές. Από το 2004 η «Ολυμπιάς» αποτελεί μουσειακό έκθεμα στην προβλήτα του Φαληρικού όρμου, λίγα μέτρα πιο πέρα από το θωρηκτό Αβέρωφ, και αποτελεί ζωντανή απόδειξη της ναυτικής παράδοσης των Ελλήνων.
http://perialos.blogspot.gr/2014/05/blog-post_12.html
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Πρότονοι: χοντρά σκοινιά που συγκρατούσαν το μεγάλο ιστό του πλοίου.
[2] Επίτονοι: ξάρτια των επιστηλίων.
[3] Εξερευνητής του 6ου π.Χ. αιώνα, ο οποίος, με εντολή του Δαρείου Α’, εξερεύνησε τις ασιατικές ακτές, πέρα από τον Ινδό ποταμό.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Δαμιανίδης, Κ. (1998). Ελληνική παραδοσιακή ναυπηγική. Αθήνα: Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ.  

Δαμιανίδης, Κ. (Επιμ.) (1997). Ναυτική παράδοση στο Αιγαίο. Ταρσανάδες και σκαριά. Αθήνα: Υπουργείο Αιγαίου.

Δεσποτόπουλος Α. (1972), Το πλοίο. Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Γ’1,

Κλασικός Ελληνισμός, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σσ. 231-233.

Καρδάσης, Β. (1993). Από του ιστίου εις τον ατμόν. Ελληνική εμπορική ναυτιλία 1858-1914.

Αθήνα: Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ.

Κοτσοβίλλης Γ. Ι. (1919). Περί Εξαρτισμού των Πλοίων. Σύρος: Ν. Φρέρης. Κρασανάκης, Α.Γ. (2008). Ναυτική ιστορία ελληνικού έθνους. Αθήνα.

Λάζος, Χ. (1996). Ναυτική τεχνολογία στην Αρχαία Ελλάδα. Όργανα, χάρτες, ανεμολόγια. Αθήνα: Αίολος.

Μακρής Ε. (1984), Τουρκοκρατία – Προεπαναστατικά Χρόνια – Αγώνας Ανεξαρτησίας: Η Ναυτική Δραστηριότητα. Στο Ναυτικόν Μουσείον της Ελλάδος. Αθήνα: Εκδοτική Ελλάδος Α.Ε., σσ. 32-45.

Μακρής, Ε. (1984). Αρχαία Χρόνια, η ναυτική δραστηριότητα. Στο Ναυτικόν Μουσείον της Ελλάδος. Αθήνα: Εκδοτική Ελλάδος Α.Ε., σσ. 12-21.

Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, Εγκυκλοπαιδική Επιθεώρηση «Ήλιος», Αθήνα.

Πλάτων Ν. (1970). Μινωική Θαλασσοκρατορία. Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’, Προϊστορία και Πρωτοϊστορία. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σ. 195.  Πλάτων Ν. (1970). Παλαιοανακτορικός Μινωικός Πολιτισμός. Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’, Προϊστορία και Πρωτοϊστορία. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σσ. 134-160.

Σίμψας Μ. (1984). Βυζαντινά Χρόνια: «Των Βυζαντινών το Ναυτικό». Στο Ναυτικόν Μουσείον της Ελλάδος. Αθήνα: Εκδοτική Ελλάδος Α.Ε., σσ. 26-28.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Η ΠΡΩΪΜΗ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Η ΠΡΩΪΜΗ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Περί Αλός


Χρήστος Γ. Ντούμας
Καθηγητής Αρχαιολογίας

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
της Ναυτικής Ιστορίας», τεύχος 33, σελ.12,
ΟΚΤ-ΔΕΚ 2000, έκδ. Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση του ΝΜΕ.

Πρυμναίο τμήμα πλοίου χαραγμένο σε όστρακο 
πρωτοκυκλαδικού αγγείου από την Φυλακωπή της
Μήλου. Σχέδιο Casson 1995.


Ως γνωστόν, η θάλασσα είναι μία από τις περιοχές, στις οποίες ο άνθρωπος από την παλαιολιθική εποχή, αναζητούσε τροφή. Και το Αιγαίο δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι συνεχώς πληθύνουσες μαρτυρίες, όσο προχωρεί η έρευνα, το επιβεβαιώνουν. Αυτή η πρώιμη εκμετάλλευση της θάλασσας ως πηγής τροφής έγινε ταυτόχρονα για τον αιγαιοπελαγίτη κίνητρο για την αναζήτηση τρόπων και μέσων αξιοποίησης του υγρού στοιχείου, για μακρινές και ασφαλείς μετακινήσεις. Η εύρεση οστών τόννου, ψαριού της ανοιχτής θάλασσας, σε μεσολιθικά στρώματα του σπηλαίου Φράχθι στην Ερμιονίδα που ανάγονται στην όγδοη χιλιετία π.Χ. είναι η αρχαιότερη μαρτυρία που έχουμε σήμερα για την πρώιμη εκμετάλλευση της θάλασσας του Αιγαίου. Η παρουσία όμως στο ίδιο στρώμα και εργαλείων από οψιανό της Μήλου αποτελεί μαρτυρία για τη θαλάσσια διακίνηση αγαθών και συνεπώς για την πρώιμη ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο [1]. Από την άποψη αυτή το Αιγαίο Πέλαγος δεν έχει μόνο 4.000 χρόνια ναυτικής ιστορίας και παράδοσης, όπως ο τίτλος της πρώτης θεματικής ενότητας του συνεδρίου διατείνεται. Η ναυτική του παράδοση πάει πίσω 9.000 ή 10.000 χρόνια.
Καθ’ όλην τη διάρκεια της νεολιθικής περιόδου, από την 7ηως το τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ., ο μηλιακός οψιανός γνώρισε ευρύτατη διάδοση, από την Μακεδονία έως την Κρήτη και από τις μικρασιατικές ακτές ως τα νησιά του Ιονίου Πελάγους [2]. Άλλα υλικά που η αρχαιολογική έρευνα δείχνει ότι επίσης διακινήθηκαν κατά την νεολιθική περίοδο ήταν ο καολίνης, κι αυτός από την Μήλο[3], η σμύριδα από τη Νάξο, η ελαφρόπετρα από τη Θήρα[4]. Αλλά δεν ήταν μόνο πρώτες ύλες. Σε κάπως προχωρημένο νεολιθικό στάδιο πλήρως διαμορφωμένα εργαλεία, όπως ανδεσιτικοί λιθόμυλοι, διακινούνταν επίσης από τον τόπο παραγωγής τους, την Αίγινα, στους παράκτιους οικισμούς της Αττικής [5]. Την ίδια περίπου εποχή φαίνεται πως έφτασαν στην Νάξο και τα εξωτικά μετάλλινα αντικείμενα, χρυσά και χάλκινα, που βρέθηκαν στη σπηλιά του Ζα. Αυτά φαίνεται να είχαν μάλλον βόρεια, βαλκανική προέλευση [6].

Χαραγμένα πλοία σε όστρακα από την Φυλακωπή της Μήλου. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.

Την πρώιμη, νεολιθική, θαλάσσια επικοινωνία του Αιγαίου με την Ανατολική Βαλκανική υποδηλώνει και η εύρεση σπονδύλων σε παραδουνάβιους οικισμούς, με μεγαλύτερη συγκέντρωση στις εκβολές [7]. Το τελευταίο αυτό σημαίνει ότι η διακίνηση του οστρέου αυτού, που σύμφωνα με τους ειδικούς δεν ζει στα ψυχρά νερά του Ευξείνου Πόντου, αφθονεί όμως στο Βόρειο Αιγαίο, πρέπει να γινόταν δια θαλάσσης μέσω του Ελλησπόντου, της Προποντίδας και του Βοσπόρου. Αυτό σημαίνει ότι περί τα τέλη της Νεολιθικής Εποχής θα πρέπει να είχαν ήδη δημιουργηθεί τα αντίστοιχα στενά [8].
Όλα αυτά τα ευρήματα μαρτυρούν όχι μόνο την αυξανόμενη ένταση στις θαλάσσιες μετακινήσεις, αλλά και τη σταδιακή βελτίωση των πλωτών μέσων κατά τη Νεολιθική Εποχή. Δυστυχώς απεικονίσεις των μέσων αυτών δεν έχουν φτάσει ως εμάς σήμερα, ώστε να εικάσουμε έστω τη μορφή, τα υλικά κατασκευής και ενδεχομένως το μέγεθός τους. Μονάχα πειραματικά δοκιμάστηκε η παπυρέλα στο «ταξίδι του οψιανού» [9].
Τις ναυτικές δραστηριότητες των κατοίκων του Αιγαίου στα τέλη της Νεολιθικής Εποχής ή στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, στις αρχές δηλαδή της 3ης χιλιετίας π.Χ., υπαινίσσονται και μερικοί πρώιμοι ελληνικοί μύθοι. Η καθήλωση, παραδείγματος χάριν, του Προμηθέα στον Καύκασο, ο μύθος του Χρυσομάλλου δέρατος, η Αργοναυτική εκστρατεία, σχετίζονται άμεσα με τα πρώτα βήματα της μεταλλουργίας στο Αιγαίο, υποδηλώνοντας την εισαγωγή τόσο έτοιμων προϊόντων της όσο και τεχνολογίας από τις περιοχές εκείνες του Ευξείνου Πόντου[10]. Τους μύθους αυτούς επιβεβαιώνει η αρχαιολογική μαρτυρία. Η Λήμνος, ακριβώς μπροστά στην είσοδο του Ελλησπόντου, δεν διαθέτει μεταλλεύματα. Ωστόσο, το νησί αυτό κατέστη το αρχαιότερο κέντρο κατεργασίας μετάλλων και διακίνησης των προϊόντων της μεταλλουργίας στο Αιγαίο [11]. Χημικές και ισοτοπικές αναλύσεις των εργαλείων αυτών έχουν δείξει ότι τα κράματα χαλκού που χρησιμοποιήθηκαν είναι εξωαιγιακής τεχνολογίας και προελεύσεως. Ειδικότερα, για την προέλευση του κασσίτερου, που χαρακτηρίζει τα κράματα αυτά, μόνη ως τώρα υποψήφια περιοχή είναι το Αφγανιστάν, με τις μεγάλες γεωλογικές ηλικίες του οποίου σχετίζονται και τα βορειοαιγιακά κράματα [12]. Αν λοιπόν ο τόπος προέλευσης του κασσιτέρου είναι το Αφγανιστάν, η Κολχίδα δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί ως η αφετηρία του θαλάσσιου δρόμου που ακολουθούσαν τα υλικά αυτά ώσπου να καταλήξουν στο Αιγαίο. Την άποψη αυτή ενισχύουν και οι προαναφερθείσες μυθολογικές μαρτυρίες.
Πλοίο χαραγμένο σε "τηγανόσχημο" σκεύος.
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.

Πιο χειροπιαστές μαρτυρίες για την πρώιμη ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο αποτελούν οι ασφαλώς χρονολογημένες απεικονίσεις πλοίων που έχουμε από τα μέσα της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (μέσα περίπου της 3ης χιλιετίας π.Χ.)[13]. Πρόκειται για τις παραστάσεις επάνω στα γνωστά πρωτοκυκλαδικά ΙΙ τηγανόσχημα σκεύη από το νεκροταφείο της Χαλανδριανής στη Σύρο. Κωπήλατα ή ταρσήλατα, τα πλοία εικονίζονται χαραγμένα στην εξωτερική επιφάνεια του πυθμένα των σκευών αυτών και περιβάλλονται συνήθως από σπείρες, οι οποίες, κατά γενική αποδοχή, συμβολίζουν τα κύματα της θάλασσας. Το ένα άκρο κάθε πλοίου είναι σημαντικά ψηλότερο από το άλλο, διαφορά που έδωσε αφορμή σε ατέρμονες συζητήσεις, όσον αφορά στο ποιο άκρο αντιστοιχεί στην πλώρη και ποιο στην πρύμνα [14].
Πολλοί είναι οι λόγοι που πιστεύω ότι συνηγορούν πως η πλώρη είναι το χαμηλό άκρο του πλοίου. Μεταξύ άλλων είναι και η ελαφρά κυρτότης που παρουσιάζει. Αυτή κάνει το πλοίο να κινείται ευχερέστερα στο νερό, ενώ το άλλο άκρο, σχεδόν κάθετο, θα καθιστούσε την κίνηση πιο προβληματική. Επιπροσθέτως το χαμηλό τμήμα θα απάλυνε τις προσκρούσεις, όταν το σκάφος έπλεε ανάμεσα σε υφάλους ή κατά τις προσορμήσεις του στις αμμουδερές ακτές [15]. Εξάλλου, καθώς έχει υποστηρίξει και ο Μαρινάτος, μια ψηλή πρύμνα θα ήταν αναγκαία σε πλοία που ταξίδευαν προς την ίδια κατεύθυνση με τον άνεμο προκειμένου να αποφύγουν τον κατακλυσμό τους από τα κύματα [16]. Άλλωστε, η πλατιά και ψηλή πρύμνα με λεία και κατακόρυφη της πίσω επιφάνεια θα έπαιζε σπουδαίο ρόλο στην πρόωση του πλοίου και θα πρέπει να θεωρηθεί ως πρόδρομος του ιστίου (πανιού) [17].

Πλοία χαραγμένα σε πρωτοκυκλαδικά τηγανόσχημα σκεύη. Σχέδιο Coleman 1985.

Η σημαντική τάση βυθίσματος λόγω του βάρους της πρύμνης θα εξισορροπείτο από την οριζόντια προέκταση στο άλλο άκρο, η οποία, κατά τον Μαρινάτο, αποτελεί ισχυρή ένδειξη για να χαρακτηρισθούν οι προϊστορικοί Κυκλαδίτες ως οι εφευρέτες της τρόπιδος [18]. Αυτή η διαρρύθμιση της πρύμνης θα δημιουργούσε επίσης προβλήματα, όσον αφορά στην τήρηση της πορείας του σκάφους, και μάλιστα όταν έπνεαν αντίθετοι άνεμοι. Για την αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων, κατά την άποψη του Βήχου, επινοήθηκε η γωνιώδης διαμόρφωση της τρόπιδος στο πρωραίο πέρας. Η εμβολοειδής προέκταση του πρωραίου αυτού άκρου έχει ερμηνευθεί από τον Μαρινάτο είτε ως μέσο για την μείωση της έντασης των προσκρούσεων κατά τις προσορμήσεις, είτε ως αποχωρητήριο για την ανακούφιση των πληρωμάτων! Ένα άλλο στοιχείο χαρακτηριστικό των πλοίων της Σύρου είναι το ψάρι που είναι χαραγμένο στο ψηλό –πρυμναίο– άκρο. Το ψάρι αυτό έχει ερμηνευθεί ως έμβλημα του πλοίου που χρησίμευε ταυτόχρονα και ως ανεμοδείκτης.
Πλοία όμοια με τα εγχάρακτα των τηγανόσχημων αγγείων και της ίδιας περίπου με αυτά χρονολογίας παριστάνονται στις βραχογραφίες από την Κορφή τ’ Αρωνιού στη Νάξο, σήμερα στο τοπικό Μουσείο της Απειράνθου [19]. Ναξιακή προέλευση αποδίδεται και σε μερικά μολύβδινα ομοιώματα πλοίων, σήμερα σε βρετανικά μουσεία. Η γνησιότητα όμως των ομοιωμάτων αυτών έχει προσφάτως και με αρκετά σοβαρή επιχειρηματολογία έντονα αμφισβητηθεί και μάλλον θα πρέπει να θεωρούνται ως έργα των αρχών του 20ού μ.Χ. αιώνος [20]!
Ελαφρώς νεότερο, του τέλους ίσως της 3ης χιλιετίας π.Χ., φαίνεται το θραύσμα του αγγείου από τη Φυλακωπή, όπου σώζεται η πρύμνα και σημαντικό τμήμα  του πλοίου, επάνω στο οποίο, επίσης εγχάρακτη, εικονίζεται ανθρώπινη μορφή. Η σπουδαιότητα του όστρακου αυτού έγκειται στο γεγονός, ότι δείχνει πως το πλοίο ήταν αφοδιασμένο και με κουπί-πηδάλιο [21]. Άλλο σημαντικό μνημείο της ίδιας εποχής, αλλά εκτός του νησιωτικού χώρου, είναι η πλατιά λαβή αγγείου από τον Ορχομενό της Βοιωτίας. Στη ράχη της λαβής αυτής είναι χαραγμένο πλοίο, σχεδόν όμοιο με τα γνωστά από τις Κυκλάδες, αλλά με ένα πρόσθετο στοιχείο: δυο κατακόρυφες γραμμές επάνω από το πλοίο. Αν αυτές οι γραμμές συμβολίζουν ιστούς, τότε η λαβή αυτή αποτελεί την αρχαιότερη μαρτυρία για ιστιοφόρα πλοία στο Αιγαίο και μπορεί να συσχετισθεί με τα ακιδογραφήματα στο σπήλαιο Ασφέντου των Σφακίων [22].
Από τις απεικονίσεις και τα ομοιώματα Πρωτοκυκλαδικών πλοίων έχει εκτιμηθεί γι’ αυτά ένα μέσο μήκος της τάξεως των 20 μέτρων. Κάθε σκάφος θα μπορούσε να χωρέσει 24 περίπου ταρσοπλόους ή κωπηλάτες καθώς και τον πηδαλιούχο. Με τέτοια ανθρωποδύναμη το Πρωτοκυκλαδικό σκάφος έχει υπολογιστεί ότι θα μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα 6 περίπου μιλίων την ώρα [23].
Τα πρώιμα αυτά αιγιακά πλοία είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα της Αιγύπτου. Το Αιγαίο είναι συχνά φουρτουνιασμένο και οι νησιώτες έπρεπε να τα βγάλουν πέρα με τα κύματα. Ίσως δεν είναι αυθαίρετη η ετυμολόγηση του Αιγαίου από το «αίγες», όρο που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για τα κύματα. Αιγαίο, λοιπόν, σημαίνει κυματώδες. Συνεπώς, τα πλοία της  Πρώιμης Εποχής του Χαλκού είναι κατά την έκφραση του Lucien Bash, «…το προϊόν, το αποτέλεσμα μιας ήδη τετρακισχιλιοστούς ναυτικής εμπειρίας».
Η ναυπηγική τεχνολογία δεν ήταν η μόνη κατάκτηση των θαλασσοπόρων του Αιγαίου. Από τη στιγμή που είχαν επιτευχθεί ασφαλή και ταχύπλοα σκάφη, η διακίνηση αγαθών αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο και σε ακόμη μακρινότερες χώρες. Ίσως δεν στερείται σημασίας το γεγονός ότι η πρώιμη μεταλλουργία του Αιγαίου εξελίχθηκε γοργότερα στα νησιά και σ’ αυτά συντελέστηκαν τα πρώτα βήματα προς τον εξαστισμό. Χάρη στην ναυσιπλοΐα  και για την εξυπηρέτησή της φαίνεται πως οι πρώτες αστρονομικές παρατηρήσεις έγιναν στα νησιά του Αιγαίου, καθώς έχει προτείνει ο Αστρονόμος M. W. Ovenden [24].

Παράσταση πλοίου σε βραχοβραχίες της Κορφής τ' Αρωνιού (Νάξος). Σχέδιο Doumas 1967.

Η τεράστια εμπειρία στη ναυπηγική και τη ναυσιπλοΐα, που απέκτησαν οι νησιώτες του Αιγαίου κατά τη διάρκεια της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, καθρεφτίζεται στα έργα τέχνης της Μέσης Εποχής του Χαλκού (2000 –1650 π.Χ. περίπου) που απεικονίζουν πλοία. Ένα από τα μνημεία των αρχών της 2ης χιλιετίας π.Χ. είναι ο περίφημος δίσκος της Φαιστού με διάφορα σύμβολα εντυπωμένα στον πηλό. Ένα από τα σύμβολα αυτά εικονίζει πλοίο σχεδόν ταυτόσημο με εκείνα των πρωτοκυκλαδικών παραστάσεων και μάλιστα με ένα από τα δύο εικονιζόμενα στις βραχογραφίες της Νάξου. Στη Μέση Εποχή του Χαλκού φαίνεται πως ανήκει και το ομοίωμα πλοίου από μαλακό πωρόλιθο, που βρέθηκε σε αστρωματογράφητη συνάφεια στη Φυλακωπή της Μήλου. Της ίδιας περιόδου, αλλά λίγο νεώτερος από τους προαναφερθέντες, φαίνεται να είναι ο τύπος πλοίου που έχει αποκατασταθεί από όστρακα αγγείων της Ιωλκού κοντά στο Βόλο.

Παράσταση πλοίου σε μεσοελλαδικό αγγείο από την Αίγινα. Σχέδιο L. Basch


Ακόμη πιο εξελιγμένα φαίνονται τα πλοία, που έχουν αποδοθεί ζωγραφικά και σε σχετικώς μεγάλη κλίμακα επάνω στην επιφάνεια ευμεγέθων αγγείων, από την Αίγινα καθώς επίσης εκείνα που εικονίζονται σε Μεσομινωϊκούς σφραγιδόλιθους. Τα σκάφη αυτά χαρακτηρίζει κυρτότης και στα δύο άκρα τους, η οποία οδήγησε το Μαρινάτο να αναγνωρίσει στον τύπο αυτό την ομηρική αμφιέλισσα, πρόγονο του σημερινού τρεχαντηριού[25]. Παρά τη μικροσκοπική απόδοση των πλοίων στους κρητικούς σφραγιδόλιθους και την συνακόλουθη απουσία κατασκευαστικών λεπτομερειών, η απεικόνιση ιστιοφόρων υποδηλώνει τη μεγάλη πρόοδο που έχει ήδη επιτευχθεί στη ναυπήγηση πλοίων και συνεπώς στις θαλάσσιες μεταφορές.
Το μνημείο που κατ’ εξοχήν μας πληροφορεί με λεπτομέρεια για τα επιτεύγματα της ναυπηγικής τέχνης στο Αιγαίο της Μέσης Εποχής του Χαλκού είναι η Μικρογραφική Ζωοφόρος από την Δυτική Οικεία του Ακρωτηρίου στη Θήρα [26]. Αν και τα μνημεία που η σκαπάνη αποκαλύπτει εκεί ανήκουν στις αρχές της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (μέσα περίπου του 17ου αι. π.Χ.) οι σκηνές που εικονίζονται στις τοιχογραφίες καταγράφουν δρώμενα και κατασκευές της προηγούμενης περιόδου. Η μεγάλη κλίμακα στην οποία έχουν απεικονισθεί και η ρεαλιστική περιγραφική προσέγγιση του Θηραίου ζωγράφου επέτρεψαν την απόδοση κατασκευαστικών λεπτομερειών, χάρη στις οποίες είναι δυνατή μια πληρέστερη αποκατάσταση του πλοίου που διέσχιζε τα νερά του Αιγαίου στα τέλη της Μέσης Εποχής του Χαλκού. Εφοδιασμένα με ιστό και τετράγωνο ιστίο, με ένα ή δύο κουπιά πηδάλια τα οποία αυτά διέθεταν επίσης από 18-20 ταρσοπλόους σε  κάθε πλευρά τους. Η «γέφυρα» αποβίβασης στη πρύμνη του πλοίου ήταν κινητή, καθώς υποδηλώνει η αλυσίδα ανάρτησής της, ενώ ο ιστός ήσαν περιαιρετός, καθώς δείχνουν τα πλοία της κάτω σειράς στην τοιχογραφία του στολίσκου. Αυτά, επειδή ο διαθέσιμος χώρος δεν επέτρεψε στον καλλιτέχνη να τα ζωγραφίσει με όρθια τα κατάρτια, μας πληροφορούν ότι το κατεβασμένο κατάρτι μαζί με το πανί κρατιόταν σε οριζόντια θέση στηριγμένο σε διχαλωτούς στύλους. Από τις λεπτομέρειες αυτές μπορεί επίσης να υπολογίσει κανείς ότι το μήκος των πλοίων ξεπερνούσε τα τριάντα μέτρα. Τα πλοία της Θήρας μας δίνουν μια πολύ καλή εικόνα των σκαφών που διέσχιζαν την ανατολική Μεσόγειο προς το τέλος της Μέσης Εποχής του Χαλκού, γύρω στα μέσα του 17ου αιώνα π.Χ.

Λεπτομέρεια της νηοπομπής από την τοιχογραφία της Θήρας.

Οι εισαγωγές αγαθών, όπως ελεφαντόδοντο, αυγά στρουθοκαμήλου, φαγεντιανές, λίθινα αγγεία και σκαραβαίοι, χαναναϊκοί αμφορείς και άλλα αντικείμενα από την Αίγυπτο, τη Συρία και την Παλαιστίνη, που συχνά οι αρχαιολογικές ανασκαφές φέρνουν στο φως, αποτελούν άμεσες μαρτυρίες των στενών επαφών που διατηρούσαν μεταξύ τους οι  λαοί της ανατολικής Μεσογείου. Πλήθος όμως από έμμεσες μαρτυρίες και ενδείξεις μας αποκαλύπτονται μέσα από τα μνημεία της τέχνης της εποχής.  Τα εξωτικά τοπία και τα ζώα που βλέπουμε στις τοιχογραφίες της Θήρας αποδίδουν τόσο πιστά την πραγματικότητα, ώστε αποκαλύπτουν την εμπειρία και την εξοικείωση των ίδιων των καλλιτεχνών με αυτά. Οι πίθηκοι, που εικονίζονται στην τέχνη του Αιγαίου να εμπλέκονται σε ανθρώπινες ασχολίες, ασφαλώς αποτελούν επίδραση από την τέχνη της ανατολικής Μεσογείου.
Πέρα όμως από τα δάνεια και τις ανταλλαγές υπάρχουν και καθιερωμένες καλλιτεχνικές συμβάσεις που προδίδουν λεξιλόγιο κοινό, καταληπτό από όλες τις κοινότητες που ζούσαν κατά μήκος των ακτών της ανατολικής Μεσογείου[27]. Ιδού μερικές από αυτές:
Η θέση των χεριών στις γυναίκες θρηνωδούς χρησιμοποιείται για την απόδοση της θλίψης και του πόνου στην αιγυπτιακή τέχνη, καθώς δείχνουν οι τοιχογραφίες σε αιγυπτιακούς τάφους: το ένα χέρι φέρεται προς τα κάτω και αγγίζει το έδαφος και το άλλο στηρίζει το μέτωπο. Την ίδια ακριβώς στάση εχρησιμοποίησε ο Θηραίος καλλιτέχνης για να αποδώσει τον πόνο που προκαλούσε στη νεαρή γυναίκα το τραυματισμένο και αιμορραγούν μεγάλο δάκτυλο του ποδιού της.
Στην μεσοποταμιακή, την αιγυπτιακή και την αιγιακή τέχνη το δέρμα του ταύρου αποδίδεται με τον ίδιο τρόπο: αστροειδής κηλίδες με στρογγυλεμένες ακτίνες.
Το νεκρό, αδρανές ανθρώπινο σώμα αποδίδεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο στην Αίγυπτο, στην Μεσοποταμία και στο Αιγαίο.
Στις τοιχογραφίες της Θήρας τα παιδιά, που βρίσκονται σε κάποιο στάδιο μύησης για το πέρασμά τους στην κατάσταση του ενηλίκου, παριστάνονται με το κεφάλι, στο σύνολο ή εν μέρει, κουρεμένο ή ξυρισμένο. Η απεικόνιση παιδιών με παρόμοιο κούρεμα σε σκηνή στο κουρείο που βλέπουμε σε αιγυπτιακή τοιχογραφία ίσως εκπέμπει το ίδιο ή παρεμφερές μήνυμα.
Αυτή η «κοινή» καλλιτεχνική γλώσσα, δείγματα της οποίας παρουσιάσαμε, δεν θα είχε δημιουργηθεί, αν δεν υπήρχε επικοινωνία μεταξύ των λαών που περιβάλλουν την ανατολική Μεσόγειο. Και οι επαφές αυτές δεν θα είχαν αναπτυχθεί, αν δεν είχαν επίσης αναπτυχθεί η ναυπηγική τέχνη και η ναυσιπλοΐα.
Το Αιγαίο συχνά αναφέρεται ως το λίκνο του δυτικού πολιτισμού. Είναι αλήθεια ότι η δυτική σκέψη άρχισε εδώ και οι Ίωνες φιλόσοφοι θεωρούνται ως οι πρώτοι επιστήμονες που αποπειράθηκαν να ερμηνεύσουν τη φύση με κριτική σκέψη και με τη λογική. Η ελληνική επιστήμη δεν γεννήθηκε στο κενό. Καθώς λέει ο Sambursky, «εκληρονομούσε υλικά, μερικά από τα οποία είχαν υποστεί επεξεργασία και άλλα όχι: τους επιστημονικούς μύθους και τις κοσμογονίες της Ελλάδος και τους συσσωρευμένους θησαυρούς δύο χιλιετιών Βαβυλωνιακής και Αιγυπτιακής επιστήμης» [28]. Μαζί με τα υλικά αγαθά, από την ανατολική Μεσόγειο διείσδυσαν στο Αιγαίο οι επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις  και φιλοσοφικές ιδέες που προσκαλούσαν σε περαιτέρω έρευνα και συζήτηση. Οι προϊστορικοί θαλασσοπόροι και έμποροι του Αιγαίου υπήρξαν οι διακινητές αυτών και των γνώσεων και ιδεών. Οι ναυτιλιακές τους δραστηριότητες υπήρξαν το έναυσμα για την ανάπτυξη της επιστήμης, της σκέψης και της κοινωνικής συμπεριφοράς. Σ’ αυτούς οφείλουμε τον σημερινό ναυτιλιακό νόμο της αβαρίας [29], τις πρωϊμότατες αστρονομικές παρατηρήσεις στην περιοχή του Αιγαίου, τις πρώτες απόπειρες για τη χαρτογράφηση του κόσμου.




ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

[1] T.W.Jacobsen, “The beginning of settled life in Greece”, Hesperia 50 (1981),σ. 306.
[2] C. Renfrew, J.R. Cann, J.E. Dixon, “Obsidian in the Aegean”. BSA 60 (1965),σσ. 225-242.
[3] Μ. Παντελίδου Γκόφα, Η Νεολιθική Νέα Μάκρη: Η κεραμεική. Αθήναι 1995, σσ.140-143.
[4] J. D. Evans and C. Renfrew, Excavations at Saliagos near Antiparos. London 1968, σσ. 73, 99 – 100.
[5] C. N. Runnels, “Trade and the demand for millstones in Southern Greece”,στο A.B. Knapp and T. Stech (eds.), Prehistoric Production and Exchange. Los Angeles 1985, σ. 34.
[6] Κ. Λ. Ζάχος, «Το σπήλαιο Ζα στη Νάξο», στο Γ. Παπαθανασόπουλος (επιμ.), Νεολιθικός Πολιτισμός στην Ελλάδα. Αθήνα 1996, σ. 88.
[7] C.Renfrew and N. Shacleton “Trade routes realigned by oxygen isotope analyses “, στο C. Renfrew, Problems in European Prehistory. Endinburg 1979,σσ. 183 – 189.
[8] Chr. Doumas, “Quelques indications concernant les contactes entre la Mer Egee et la Mer Noire avant la colonization grecque” Thracia Pontica IV (1992),σσ. 15 – 20.
[9] H. E. Tzalas, “On the Obsidian trail: with a papyrous craft in the Cyclades”, Tropis III, (1989),  σσ. 441 – 469.
[10] Chr.Doumas, “What did the Argonauts seek in Colchis?” Hermathena
[11] L. Bernabo Brea, Poliochni: citta preistorica nell’ isola di Lemnos I-II. Roma 1964 (vol.I) και 1976 (vol.II).
[12] N. H. Gale, Z.A. Stos-Gale, G.R. Gilmore, “Alloy types and copper sources of Anatolian Studies 35, (1985), σσ. 143 – 73. E. Pernicka, F. Begemann, S. Schmitt – Strecker and A. P. Grimanis, “On the composition and provenance of metal artifacts from Poliochni in Lemnos”. Oxford Journal of Archeology 9, 3, (1990), σσ. 263 – 298.
[13] Για την εξέλιξη γενικά των πλοίων της Εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο βλ. Χρ. Ντούμα «Το πλοίο της Εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο», στο Δ. Βαλλιάνου (επιμ), Τα Λιμάνια της Κρήτης (υπό έκδοσιν).
[14] Χρ. Τσούντα, «Κυκλαδικά». Αρχαιολογική Εφημερίς (1899), σ.90.
[15] Chr. Doumas, “Remarques sur la forme du bateau egeen a l’ age du bronze ancien”, Valcamonica Symposium. Brescia 1970, σσ. 285 – 290.
[16] S. Marinatos, “La marine creto-mycenienne”, Bulletin de Correspondance Hellenique 1933, σ. 212.
[17] Γ. Βήχος, «Αεροδυναμική και υδροδυναμική των πρωτοκυκλαδικών πλοίων που εικονίζονται στα «τηγανόσχημα» σκεύη της Σύρου», Αρχαιολογία 32, Σεπτέμβρης 1989, σ. 21 –23.
[18] Σ. Μαρινάτος, «Αι κυκλάδες ως παράγων του Μεσογειακού πολιτισμού», Επετηρίς Εταιρίας Κυκλαδικών Μελετών Β’ 1962, σ. 234 – 43.
[19] Χρ. Ντούμας, «Κορφή τ’ Αρωνιού», Αρχαιολογικόν Δελτίον 20, (1965), σ. 48 – 51.
[20] C. Renfrew, “Cycladic metallurgy and the Aegean early Bronze Age”, American Journal of Archeology 71, 1967, 5 pl.3. Την αμφισβήτηση τηςγνησιότητάς των επρότεινε η S. Sherrat σε ανακοίνωσή της το 1997: “Through a glass darkly: glimpses of Early Cycladic Culture from Ashmolean”,στην ημερίδα με τίτλο: New Light on the Early Bronze Age Cyclades: A One – Day Conference in Honor of Prof. Chr. Doumas, Saturday 17th May 1997.
[21] T.D. Atkinson et al., Excavations at Phylakopi in Melos. London 1904, 91 pl.V:8c.
[22] Χρ. Γ. Παπουτσάκης, «Οι βραχογραφίες στ’ Ασφέντου των Σφακίων». Κρητικά Χρονικά ΚΔ’, (1972), σσ. 107 – 139.
[23] C. Broodbank, “The long boat and society in the Cyclades in the Keros – Syros culture”, American Journal of Archeology 93 (1989), σ. 329.
[24] The origin of the constellations. The Philosophical Journal, 3,1 (1966): 1 – 18.
[25] Σπ. Μαρινάτος, ο.π. (υποσημ. 15), σ. 215.
[26] Χρ. Ντούμας, Οι τοιχογραφίες της Θήρας, Αθήνα 1992, πιν. 34 –48.
[27] Chr. Doumas, “Conventions artistiques a Thera et dans la Mediterranee orientale a l’ époque prehistorique” στο P. Darque et J. Poursat (eds), L’ iconographie Minoenne. Paris 1985, σσ.28-34,
[28] S. Sambursky, The Phsysical World of the Greeks. Princeton 1987, σ.3.
[29] Γ. Μιχαηλίδης-Νουαρός, «Μια ένδοξη σελίδα της νομικής ιστορίας της Ρόδου», Νομικό Βήμα 33 (1985), σς.209 – 14, βλ. και Χρ. Ντούμας, «Το πρώιμο Αιγαίο και η συμβολή του στην ανάπτυξη της δυτικής σκέψης», στο Το Αιγαίο: επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού. Μέλισσα, Αθήνα 1992, σσ.426 –31. 

ΠΗΓΗ:
http://perialos.blogspot.gr/2012/04/blog-post_23.html#.Uc3ahFX-bYg.facebook