Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αχμαντίγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αχμαντίγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016

Θρησκειολογική αναφορά στην προβολή και προπαγάνδα του Ισλάμ

Από το έτος 1931 πραγματοποιούνται πανισλαμικά παγκόσμια συνέδρια. Η ενωτική κίνηση στο Ισλάμ έχει το κέντρο βάρους στο Πακιστάν. Στις διεθνείς δε συναντήσεις, ως κεντρικό θέμα κυριαρχεί η προβολή και η εξάπλωση της θρησκείας του Ισλάμ και η σχέση του προς τους χριστιανούς.
Arquitectura islámica:

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

        Το Ισλάμ, ως η τέταρτη προφητική μονοθεϊστική θρησκεία, μετά τον Παρσισμό, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, αναδείχθηκε σε παγκόσμια θρησκεία στην ίδια γεωγραφική περιοχή, στην οποία ανεφύησαν και οι προηγούμενες.
        Χώρα προέλευσης του Ισλάμ είναι η αραβική χερσόνησος. Παρόλο που το Ισλάμ ως θρησκεία θεωρείται αποτέλεσμα δημιουργικής συμβολής τριών παραγόντων, ήτοι των παλαιοαραβικών θρησκευτικών αντιλήψεων και πεποιθήσεων, της ιουδαϊκής και της χριστιανικής διδασκαλίας, ο ιδρυτής του, ο Μωάμεθ, θεωρούσε εαυτόν ως συνεχιστή και τελειωτή μιάς σειράς προφητών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγει τον Αβραάμ, τον Μωυσή και τον Ιησού. Η επίδραση των παραπάνω παραγόντων ήταν τέτοια, που δικαιολογείται πλήρως ο από θρησκειολογική άποψη χαρακτηρισμός του Ισλάμ ως συγκρητισμός και εκλεκτική συνένωση περισσοτέρων θρησκευτικών στοιχείων του περιβάλλοντος χώρου του Μωάμεθ. Το πνευματικό επίπεδο της Αραβίας κατά τον 7ο αιώνα, όταν εμφανίσθηκε το Ισλάμ, ήταν πράγματι επηρεασμένο από τα ιουδαϊκά και χριστιανικά θρησκευτικά ρεύματα, τα οποία επέδρασαν αποφασιστικά επί της αρχικής αραβικής φυλετικής θρησκείας. Γι’ αυτόν τον λόγο οι μουσουλμάνοι θεωρούν ιουδαίους και χριστιανούς ως πιστούς συγγενών θρησκειών. Ιουδαίοι και χριστιανοί ως κάτοχοι της Βίβλου κατέχουν κάποια θετική αξιολογική θέση στο όλο σύστημα της ισλαμικής θεολογίας. Εξάλλου, η προφητική μόνον αναγνώριση του Ιησού και ο ισχυρισμός ότι ο Λόγος του Θεού, ο οποίος θεωρείται ότι είναι παρών στο Κοράνι, υφίσταται δήθεν στην βιβλική αποκάλυψη παρεφθαρμένος από ανθρώπινα λάθη, δημιουργώντας ισλαμική προκατάληψη, η οποία ουδόλως συμβάλλει σε μία ισλαμοχριστιανική κατανόηση.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

        Η αλληλοκατανόηση αυτή ήταν επιθυμητή και από τις δύο πλευρές. Παρόλον ότι από πλευράς χριστιανών της Δύσης υφίσταται μία όχι ευκαταφρόνητη φιλολογική ενημερωτική προσπάθεια και μολονότι τελευταία εκδηλώνεται έντονη δραστηριότητα ισλαμικής προβολής στη Δύση, η επίδραση αυτή του Ισλάμ στην Ευρώπη θεωρείται όχι τόσο σημαντική.
        Στις χώρες εκείνες, όπου το Ισλάμ είναι η συνταγματικά υπερισχύουσα θρησκεία, προϋποτίθεται ένας κατά βάση εκλαϊκευμένος κόσμος.
        Το Ισλάμ ως θρήσκευμα προσφέρει το μοναδικό μέγα παράδειγμα μεταχριστιανικής θεοκρατικής κοινότητας με αντιχριστιανικά ουσιαστικά χαρακτηριστικά. Ενώ τα διάφορα ισλαμικά κράτη επιχειρούν σήμερα να οικειοποιηθούν τις βασικές ουσιαστικές αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παρά ταύτα δεν ανέχονται τα περισσότερα εξ αυτών, αν μη τι άλλο, την εντός της επικυριαρχίας τους εξάπλωση του Χριστιανισμού. Πάντα τα ισλαμικά κράτη παρακωλύουν και δεν επιτρέπουν την χριστιανική ιεραποστολή μεταξύ τους, ενώ οποιαδήποτε άρνηση εκ μέρους των χριστιανικών κρατών της Δύσης προς εξάπλωση και διάδοση του Ισλάμ στη Δύση χαρακτηρίζουν ως αιτία πολέμου. Η αντίληψη αυτή χαρακτηρίζει την όλη προσπάθεια προβολής και προπαγάνδας του Ισλάμ στη Δύση. Εκεί, οι εκπρόσωποι του Ισλάμ, ιδιαίτερα μάλιστα στην Ευρώπη, εργάζονται πυρετωδώς κατά τρόπο απολογητικό, προσπαθώντας να εκθέσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Ισλάμκαι επιθυμώντας να καταστήσουν αυτό εύληπτο – ευπρόσδεκτο. Είναι, όμως, φανερό ότι εκ των πραγμάτων αναγκάζονται να αγωνίζονται εναντίον του Χριστιανισμού. Άκρως επιθετική πολεμική διακρίνει όλους τους εκπροσώπους της ισλαμικής προβολής και προπαγάνδας εντός των χριστιανικών κρατών. Ουδόλως τους ενδιαφέρει το γεγονός, ότι στα πλαίσια της γενικότερης διαδικασίας αφομοίωσης παραλαμβάνουν τις γνήσιες μεθόδους της χριστιανικής Ιεραποστολής. Το Ισλάμ διατείνεται ότι είναι η τελευταία εξ αποκαλύψεως θρησκεία και άρα πρέπει να θεωρείται ως η πληρέστερη πασών των άλλων θρησκειών, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι όλες οι μεγάλες παγκόσμιες θρησκείες διατείνονται ότι κάθε μία απ’ αυτές είναι η μόνη καθολικά ισχύουσα θρησκεία με παγκόσμια συνείδηση. Οι εκπρόσωποι όμως του Ισλάμ προβάλλουν τη θρησκευτική τους κοινότητα ως κατεξοχήν θρησκεία. Αξιολογώτατο παράδειγμα είναι η εισαγωγή στην μετάφραση του Κορανίου της ιεραποστολικής μουσουλμανικής κίνησης των Αχμαντίγια, (βλ. Αχμαντίγια ΕΔΩ) η οποία υπερτονίζει γενικά παν ό,τι είναι δυνατόν να αναγνώσει κάποιος εναντίον της Αγίας Γραφής και του Χριστιανισμού. Όσον αφορά στο πρόσωπο του Ιησού, οι μουσουλμάνοι έχουν δύο παραστάσεις εντελώς διαφορετικές προς αλλήλους. Ο Ιησούς του Κορανίου είναι λίαν διάφορος, εντελώς άλλος, εκείνου της Καινής Διαθήκης.
        Η αντίληψη των μουσουλμάνων, ότι η θρησκεία τους είναι η πληρέστερη όλων εκείνων, όσες προηγήθηκαν αυτής, ως και η συνέπεια αυτής, ότι σ’ αυτή συμπεριλαμβάνονται όλες οι προηγηθείσες αποκαλύψεις, καθιστά έκδηλη τη χρήση ενός σχήματος εξελικτισμού και σ’ αυτήν ακόμη την Αποκάλυψη. Άμεσο επακόλουθο των παραπάνω αντιλήψεων είναι το γεγονός, ότι έτσι τίθεται εν αμφιβόλω η ουσία του Χριστιανισμού. Γι’ αυτό, όπου εμφανίζεται το Ισλάμ στην Ευρώπη, έρχεται σε ουσιαστικές αντιπαραθέσεις προς αυτή την επικρατούσα θρησκεία.
        Ανέκαθεν οι μουσουλμάνοι ενεφορούντο από την λεγόμενη «Μεγάλη Ιδέα», δηλαδή την εξάπλωση της θρησκείας τους ανά τον κόσμο. Οι αναγεννητικές ιδέες του ισλαμικού στοιχείου είναι βαθειά ριζωμένες στις ψυχές των ισλαμιστών μουσουλμάνων θεολόγων, οι οποίοι με ορμητήριο το πανεπιστήμιο του Αλ Άζχαρ του Καΐρου εργάζονται ιεραποστολικά για την προβολή και διάδοση του Κορανίου, όχι μόνο στη Δύση, αλλά και σε άλλες χώρες του κόσμου. Το πανισλαμικό όνειρο είναι να διαδώσουν τη θρησκεία του Μωάμεθ σ’ όλο τον κόσμο, προκειμένου να σώσουν την ανθρωπότητα εκ του πνευματικού ολέθρου, αφού ο Χριστιανισμός δεν πέτυχε τις επιδιώξεις του περί μεταμόρφωσης της ανθρωπότητας. Η προβολή, διάδοση και εξάπλωση του Κορανίου στην Αφρική, την Ασία και την Ευρώπη αποτελεί την ουσία του Ισλάμ. Αυτό, διά της ισλαμικής συναδέλφωσης και της πανισλαμικής κίνησης έχει την αίσθηση αρραγούς ενότητας. Από το έτος 1931 πραγματοποιούνται πανισλαμικά παγκόσμια συνέδρια. Η ενωτική κίνηση στο Ισλάμ έχει το κέντρο βάρους στο Πακιστάν. Στις διεθνείς δε συναντήσεις, ως κεντρικό θέμα κυριαρχεί η προβολή και η εξάπλωση της θρησκείας του Ισλάμ και η σχέση του προς τους χριστιανούς.
        Το Ιερό βιβλίο του Ισλάμ, το Κοράνι, ευρίσκεται στο κέντρο της ισλαμικής κοινότητας και της όλης ισλαμικής θεολογίας. Ο προφήτης Μωάμεθ είναι μόνον ο παραλήπτης και κομιστής της αποστολής, την οποία επεφορτίσθη κατά τη «νύκτα της δυνάμεως» και διετάχθη να ανακοινώσει τον λόγο του Αλλάχ. Υπό την ηγεσία του, το Ισλάμ διαδόθηκε στους Άραβες, προϋποτιθέμενης της ακράδαντης πεποίθησής του, ότι από τον Αλλάχ έλαβε την εντολή για την εξάπλωση της ισλαμικής θεοκρατίας σ’ όλη την οικουμένη. Ο Μωάμεθ δε, χρησιμοποίησε διάφορα μέσα για επιβολή και υποταγή των πάντων υπό τον ισλαμικό ζυγό, ένα από τα μέσα τούτα θεωρείται από πολλούς ο ιερός πόλεμος (Jihad), μέσω του οποίου επιτυχώς επεχείρησε να επιβάλλει την πολιτική και θρησκευτική κυριαρχία, τουτέστι την ισλαμική θεοκρατία.
        Όσο και αν διαφέρουν η εθνικότητα, ο πολιτισμός και η μόρφωση των κατοίκων στα διάφορα ισλαμικά κράτη, εν τούτοις όλοι συναινούν σε κοινή ομολογία πίστης, η αραβιστί «Shahada» (=«δεν υπάρχει άλλος θεός πλην του Αλλάχ και ο Μωάμεθ είναι ο απεσταλμένος του»).
        Σήμερα, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Αμερική, η Αχμαντίγια Κίνηση εργάζεται δραστήρια πάνω στο πεδίο προβολής και προπαγάνδας υπέρ του Ισλάμ, σημειώνοντας μάλιστα αξιόλογες επιτυχίες.

Ελένη Δραμπάλα

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ Γ. ΔΑΚΟΥΡΑ «Συγκριτική Θρησκειολογία», Τα Ασιατικά θρησκεύματα και η προβολή τους, Τόμος Β΄, εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, Αθήνα 2007.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

ΙΣΛΑΜ – ΜΕΡΟΣ Γ΄: Η προβολή και προπαγάνδα του Ισλάμ στη Δύση μέσω της ιεραποστολής «ΑΧΜΑΝΤΙΓΙΑ»

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Ιεραποστολή «Αχμαντίγια»

Mirza Gulam Ahmad (1836-1908)
Η μουσουλμανική κίνηση Αχμαντίγια ιδρύθηκε από τον Mirza Gulam Ahmad (1836-1908) στο Pandschab το 1889, με σκοπό να συμβάλλει στην ανά τον κόσμο διάδοση του Ισλάμ και ιδιαίτερα στις χώρες της Δύσης. Αυτό επιτεύχθηκε μέχρι σήμερα διά των μεταφράσεων του Κορανίου, διά της έκδοσης πολλών βιβλίων και μικρότερων άρθρων, καθώς επίσης και διαφόρων προσφορών εισαγωγής στο Ισλάμ.

Η πεποίθηση του ιδρυτή ήταν η υπεροχή του Ισλάμ έναντι των άλλων θρησκειών και ότι το Κοράνι είναι το βιβλίο δικαίου που αποκαλύφθηκε στην ανθρωπότητα από τον Θεό. Έτσι, πρόβαλλε τον ισχυρισμό ότι ήταν ο μεταρρυθμιστής, δηλ. ο Mujaddid, της εποχής του, ο αναμενόμενος Μεσσίας (= Mahdi). Επίσης, πεποίθησή του ήταν, η προβολή και η προπαγάνδα υπερ του Ισλάμ να μη γίνεται όπως στο παρελθόν διά ξίφους, αλλά διά πνευματικών μέσων, αποφυγή δηλαδή του ιερού πολέμου του Τζιχάντ και χρησιμοποίηση της «πέννας του πολέμου». Όμως, οι μουλάδες θεωρούσαν ότι η θρησκεία τους δεν είχε ανάγκη μεταφράσεων και έθεσαν εν αμφιβόλω τον αποκαλυπτικό χαρακτήρα του Μίρτσα Γκουλάμ Αχμάντ, με αποτέλεσμα να προκληθούν μεγάλες αντιπαραθέσεις.

Ποιά είναι όμως η Αχμαντίγια;
Η Αχμαντίγια-κίνηση είναι μία σύγχρονη ισλαμική αίρεση, που επιδιώκει την μεθοδευμένη προπαγάνδα και την βάσει σχεδίου προβολή του Ισλάμ, την οποία χαρακτηρίζει ως ιεραποστολή (Mission). Αυτή η «ιεραποστολή», ως προς τη δομή, την οργάνωση και τη δραστηριότητά της είναι απόλυτη απομίμηση της χριστιανικής ιεραποστολής. Πολυσήμαντο έργο, εκτός της φιλολογίας της Αχμαντίγια, θεωρείται η έκδοση στην γερμανική γλώσσα, αρχικά το 1954 και μετέπειτα το 1959, του Κορανίου Der Heilige Quran, Verlag Del Islam, στη Ζυρίχη. Στο πρώτο μέρος της λίαν εκτενούς εισαγωγής επιχειρείται με αγωνία να «αποδειχθεί» η αναγκαιότητα του Κορανίου, δεδομένου ότι όλες οι άλλες ιερές γραφές χαρακτηρίζονται ως ατελείς. Στο δεύτερο μέρος αναπτύσσεται η διδασκαλία του Κορανίου κατά την άποψη της Αχμαντίγια. Επί παραδείγματι, αναφέρονται ορισμένοι άκρως εξωφρενικοί ισχυρισμοί, όπως ότι όλες οι ανακαλύψεις – επιτεύγματα της νεώτερης εποχής, τόσο η διώρυγα του Σουέζ, όσο και και η ίδρυση – σύσταση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, προφητεύονται ή διδάσκονται υπό του Κορανίου, χωρίς βέβαια να παρέχουν προς τούτο τις αναγκαίες αποδείξεις.
 
Η εισαγωγή της έκδοσης αυτής δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για επιστημονική εργασία με παραπομπές από πολλές πηγές και χρήση δευτερεύουσας βιβλιογραφίας, όμως στην ουσία δεν είναι επιστημονική, διότι η επιστημονική δεοντολογία δεν εφαρμόζεται με το επιβαλλόμενο αυστηρό και αντικειμενικό ήθος, αλλά χρησιμοποιείται ως τεχνική για ν’ «αποδείξει», αφ’ ενός μεν την δήθεν χωρίς ελπίδα θέση του αντιπάλου, αφ’ ετέρου δε το απαρασάλευτο της προσωπικής θέσης του ισλαμιστή συγγραφέα[1].

Στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης, ο S.N. Ahmad γράφει τα εξής, αναφορικά με τη μέθοδο της μετάφρασης, καθιστώντας έτσι εμφανείς τους προπαγανδιστικούς λόγους προβολής του Ισλάμ: «Η μετάφραση του Κορανίου στις ευρωπαϊκές γλώσσες εκ μέρους πραγματικών ειδημόνων είναι επιτακτική ανάγκη, την οποία δύναται να κρίνει μόνον ο κατά το πνεύμα της ιερής γραφής του Κορανίου, του Ισλάμ, ανατραφείς και παιδευθείς με το συντακτικό και τις ιδιωματικές εκφραστικές δυνατότητες της αραβικής γλώσσας σε όλες τις διακλαδώσεις της. Οι μεταφραστές, οι οποίοι θεωρούν την αποστολή τους υπό την οπτική γωνία της πλήρους αντιπαραθέσεως της ευρωπαϊκής προς την αραβική αντίληψη, δεν δύνανται, παρά πάσαν καλήν διάθεσιν, να ανταποκριθούν στο υλικό, το οποίο σ’ αυτούς ουσιαστικά είναι ξένο»[2]. Και ενώ όλα αυτά φαίνονται να πείθουν, στην πραγματικότητα παρέχουν τα αναγκαία προσχήματα και τη δικαιολογία ότι οι Ευρωπαίοι φιλόσοφοι δεν γνώριζαν δήθεν τίποτα για την αραβική γλώσσα και ότι είχαν στερήσει μία αυστηρή φιλολογική και επιστημονική θεώρηση του Κορανίου, λόγω μιάς μετάφρασης, η οποία διόλου μπορούσε να οδηγήσει στην διάκριση μεταξύ του λόγου των άλλων (Αράβων) και της προσωπικής γνώμης[3].

Το 1914 επήλθε η διάσπαση της Αχμαντίγια σε δύο μικρότερες οργανώσεις, εκ των οποίων η μία περιελάμβανε εκείνους που εγκατέλειψαν την Quadian και εγκαταστάθηκαν στη Λαχώρη. Η αιτία της διάσπασης ήταν η ερώτηση, αν ο ιδρυτής Μίρτσα Γκουλάμ Αχμάντ έπρεπε να θεωρείται προφήτης ή όχι. Η οργάνωση που παρέμεινε στην Guadian τον λατρεύει ως προφήτη, ενώ της Λαχώρης τον θεωρεί απλώς ως μεταρρυθμιστή, ως «mujaddid» (= ανανεωτή).

 Ο προφήτης Μωάμεθ, το Κοράνι και η Sunna (= παράδοση), για την ομάδα της Λαχώρης είναι συνδετικές κατευθυντήριες γραμμές, όπως ακριβώς και για όλη την ισλαμική κοινότητα, προτιμούν δε να ανήκουν στην χαναφιτική σχολή δικαίου. Οι δύο διάδοχοι του ιδρυτή, Maulana Muhammad Ali και Maulana Sadr ud-Din, ομολογούν ότι μετά τον Μωάμεθ κανένας άλλος προφήτης δεν υπάρχει και ότι ο Μίρτσα Γκουλάμ Αχμάντ ήταν ένας Mujaddid, δηλ. μεταρρυθμιστής και ο μεσσίας, ενώ κανένας προφήτης δεν υπάρχει που να φέρει νέο νόμο, πολύ περισσότερο μία πλήρης αντανάκλαση του προφήτη Μωάμεθ.

Η άλλη ομάδα, η Quadian, έμεινε πιστή στην άποψή της ότι ο ιδρυτής είναι ο προφήτης και όποιος δεν αναγνωρίζει τον ιδρυτή ως προφήτη, δεν είναι μουσουλμάνος, αλλά αιρετικός, «Kafir». Γι’ αυτόν τον λόγο και απαγορεύουν γάμους μεταξύ μουσουλμάνων και Αχμαντίγια. Το κράτος του Πακιστάν καταδίωξε διά νόμου τους Αχμαντίγια το έτος 1947.

Η πρώτη ισλαμική ιεραποστολή της κίνησης Αχμαντίγια στην Ευρώπη έγινε το 1913, όταν η «Ahmadiyya – Anjuman Lahore» εγκαινίασε το κέντρο προβολής και προπαγάνδας του Ισλάμ στο Woking της Αγγλίας. Το τέμενος στην πόλη αυτή, νοτιοδυτικά του Λονδίνου, έγινε το ορμητήριο για την προπαγάνδα του Ισλάμ στη Δύση, δεδομένου ότι σε διάστημα πολύ λίγων ετών κατόρθωσε να επεκταθεί όχι μόνο σε όλη την Ευρώπη, αλλά και στην Αμερική (1920). Στο Βερολίνο έφθασε το 1923 και αμέσως επιδόθηκε στην ανοικοδόμηση του αναγκαίου τεμένους, ενώ περίπου 800 Γερμανοί εξισλαμίσθηκαν. Πρώτος Ιμάμ του τεμένους έγινε ο Maulana Sadr ud-Din, που ήταν συγχρόνως και αντιπρόεδρος της Αχμαντίγια-Αντζουμάν-Λαχώρης, ο οποίος εξέδωσε το περιοδικό Muslemische Revue και με τη βοήθεια του ισλαμιστή θεολόγου Sheikh M. Abdulah ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο, προβαίνοντας σε πολυάριθμες εκδόσεις στην Γερμανική γλώσσα, η σπουδαιότερη των οποίων το 1938 ήταν η μετάφραση του Κορανίου. Σήμερα, υπάρχουν Αχμαντίγια-ιεραποστολές στην Αφρική, Αγγλία, Τρινιτάντ, Σουρινάμ, Ινδονησία, Γουϊάνα, Φίντσι, Καναδά και Αυστραλία.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ο Ιμάμ Abdulhah έπρεπε να εγκαταλείψει το τέμενος το Βερολίνου, επειδή εγκαταστάθηκαν Γερμανοί στρατιώτες και οι μιναρέδες μεταβλήθηκαν σε στρατιωτικά παρατηρητήρια, ενώ υπέστησαν μεγάλες ζημιές από τους βομβαρδισμούς, οι οποίες αποκαταστάθηκαν κατά την δεκαετία του 1970. Πριν μερικά χρόνια, ιδρύθηκε μία «Εταιρεία προς διατήρηση του τεμένους» του Βερολίνου, σκοπός της οποίας ήταν η διαφύλαξη του ιστορικού μνημείου ως συμβόλου της πολιτιστικής πολυχρωμίας του Βερολίνου.

Εκδίωξη από το Πακιστάν της ομάδας Λαχώρης
Εγκατάσταση της κοινότητας Αχμαντίγια στο Βερολίνο
Η δραστήρια προπαγάνδα της ομάδας της Λαχώρης παρεκίνησε την ομάδα Quadian στην ανάληψη μεγάλης δραστηριότητας προβολής και προπαγάνδας. Η ομάδα αυτή, μετά την αποκοπή από τις Ινδίες του Πακιστάν και την ανεξαρτητοποίησή του το 1947, βρέθηκε επί ινδικού εδάφους, γι’ αυτό αναγκάσθηκε να μεταναστεύσει σε πακιστανικό έδαφος, στο δυτικό Παντζάμπ, όπου στην πόλη Raburah θεμελίωσε το νέο ιεραποστολικό της κέντρο. Στην Quadian παρέμειναν μόνο 313 μέλη, για να παραμείνει η πατρίδα του ιδρυτή προσκυνηματικός τόπος. Οι πρώτοι διωγμοί εναντίον της ισχυρής ιεραποστολικής κοινότητας άρχισαν στο Πακιστάν το 1953, οπότε το 1974 θεωρούνταν ως «μη-μουσουλμάνοι». Ο κατ’ εξοχήν σκοπός τους ήταν η παγκόσμια ιεραποστολική προβολή και προπαγάνδα υπέρ του Ισλάμ.
 
Έτσι, στο Βερολίνο ιδρύθηκε η «Ahmadiyya Muslim Jamaat» με 150 μέλη αρχικά. Μετά τον θάνατο του Ιμάμ, την επιμέλεια ανέλαβε ο κεντρικός Ιμάμ της Φραγκφούρτης. Στη Γερμανία, η κοινότητα αυτή αριθμεί περίπου 20.000 μέλη, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και 150 Γερμανοί που ασκούν σημαντικό ρόλο στη ζωή της κοινότητας. Σημειωτέον ότι, επί του παρόντος, διευθύνων πρόεδρος της Αχμαντίγια Μουσλίμ-Τζαμάτ, ο Abdullah Wageshauser, είναι γερμανικής καταγωγής, ενώ δύο φορές τον χρόνο στην Κολωνία πραγματοποιείται συνάντηση των εν Γερμανία κοινοτήτων της Αχμαντίγια, όπου διεξάγονται συνομιλίες σε επίκαιρα θέματα και προβλήματα των εν Γερμανία μουσουλμάνων. Επίσης, τακτική συνάντηση γίνεται μία φορά τον χρόνο στην Φραγκφούρτη, που συμμετέχει όχι μόνον ο επικεφαλής της θρησκευτικής κοινότητας, αλλά και κάθε μη-μουσουλμάνος που θέλει να λάβει απαντήσεις σε συγκεκριμένα θέματα που αφορούν την κοινότητα.

Στη Γερμανία, λοιπόν, η κοινότητα των Αχμαντίγια είναι οργανωμένη με αυστηρότητα, ενώ υπάρχουν τρεις κύριες οργανώσεις, οι οποίες τελούν υπό την προστασία της κεντρικής μουσουλμανικής κοινότητας:
1)       Η γυναικεία ομάδα «Lajna Imaillah»,
2)       Η ομάδα ανδρών μέχρι την ηλικία των 40 ετών «Khudam ul-Ahmadiyya» και
3)       Η ομάδα ανδρών άνω των 40 ετών «Insan ul-Ahmadiyya».

Υπάρχουν και δύο μικρότερες ομάδες, η μία για γυναίκες «Nasirat» και η άλλη για άνδρες «Hefal», καθώς επίσης και δύο μεγάλα τεμένη, το ένα στην Φραγκφούρτη Sachsenhausen και το άλλο στο Αμβούργο Stellingen, σε στυλ «Mogul». Στη Λειψία υπάρχει εγκατάσταση που χρησιμεύει ως εντευκτήριος ιεραποστολικός οίκος, ενώ σε κάθε τόπο που συγκεντρώνονται περισσότεροι από τρεις οπαδοί Αχμαντίγια, διοργανώνονται κηρύγματα Παρασκευής ή μαθήματα, τα οποία μεταδίδονται ακόμη και με δορυφορική κάλυψη σε παγκόσμια έκταση.

Παγκόσμια εξάπλωση προπαγανδιστικών σταθμών της Αχμαντίγια
Η Jamaat συντηρείται οικονομικά από συνδρομές και δωρεές, ενώ έχουν υποκαταστήματα σε 130 χώρες του κόσμου, καθώς επίσης το Κοράνι έχει μεταφραστεί σε 50 γλώσσες. Στη Γερμανία έχουν τρία περιοδικά στη γλώσσα Urdu, τρία στη γερμανική και ένα στην αραβική. Από τις φονταμενταλιστικές μουσουλμανικές οργανώσεις εκδίδονται φυλλάδια με τον τίτλο «Destruktive Bewegungen-Der Quadianismus», από τον Σύνδεσμο του Ισλαμικού κόσμου, μέσω των οποίων ασκείται προπαγάνδα ενάντια στην Κίνηση Αχμαντίγια, ενώ αμφότερες οι ομάδες Αχμαντίγια διεξάγουν στην Ευρώπη έναν φοβερό προπαγανδιστικό αγώνα για την προβολή και διάδοση του Ισλάμ κι αυτό φαίνεται απ’ το σύνολο του ιεραποστολικού τους έργου.

Περαιτέρω, ο αριθμός των Αχμαντίγια αυξάνεται συνεχώς στην Ευρώπη, αφού πάνω από 100 ιεραποστολές εργάζονται δραστήρια για την προπαγανδιστική παρουσίαση του Ισλάμ και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε σήμερα να βρίσκονται πολλοί ιεραποστολικοί σταθμοί της Αχμαντίγια σε πολλές δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπως στο Λονδίνο, Αμβούργο, Κίελο, Κοπεγχάγη, Στοκχόλμη και Όσλο, ομοίως στη Βόρεια Αμερική, στην Ουάσιγκτον, Λος Άντζελες, Νέα Υόρκη, Πίτσμπουργκ και Σικάγο. Στην Κεντρική Αμερική και Νότια Αμερική, στην Γρενάδα, Τρινιτάντ και ολλανδική Γουϊάνα. Στην Ασία και την Αφρική υπάρχουν πάνω από 32 προπαγανδιστικοί σταθμοί. Το 1957, όταν εγκαινιάστηκε στο Αμβούργο το τέμενος, η τοπική οργάνωση κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο, διά του οποίου ο επικεφαλής της Αχμαντίγια εξέφραζε την προσδοκία ότι όλο το γερμανικό έθνος μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα θα ομολογεί το Ισλάμ ως θρησκεία του. Το 1955, ο ηγέτης της Αχμαντίγια της κοινότητας Νυρεμβέργης, γιατρός Karl Koller, έλεγε σε δημοσιογράφο: 

«Μέχρι τούδε κατέστη σε μας δυνατόν να διαπιστώσουμε ότι οι εδώ πιστοί μουσουλμάνοι δεν προσειλκύσθησαν στη νέα θρησκευτική διδασκαλία από ’’σνομπισμό’’, αλλά από πραγματική πεποίθηση. Παρομοίως προξενεί σε μας χαρά το ότι κανένας από τους αδελφούς μας στην πίστη δεν παρουσιάζει μειονεκτήματα στην ιδιωτική και δημόσια ζωή έναντι οπαδών άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων»[4].

Από μία καταχώρηση σε ελβετική εφημερίδα «Scheweizerisches Handelsblatt» (Nr. 17, 1988), πληροφορούμαστε για τους σκοπούς και τις μεθόδους της ιεραποστολής του Αχμαντίγια: «Αχμαντίγια-Κίνηση του Ισλάμ στη Ζυρίχη Ελβετίας». Υπό αυτό το όνομα εννοείται βάσει του καταστατικού της 4ης Οκτωβρίου 1957 μία Ένωση, η οποία αποσκοπεί στο να γνωστοποιήσει παντού τις διδασκαλίες του Ισλάμ υπό το φως της Αχμαντίγια-Κίνησης, να προκαλέσει σπουδή της θρησκείας γενικότερα, αλλά και του Ισλάμ ειδικότερα, καθώς επίσης να εξάρει τον παγκόσμιο χαρακτήρα της ισλαμικής διδασκαλίας μέσω διαλέξεων, συζητήσεων, ιδιωτικών συνομιλιών και παντός άλλου νομίμου μέσου, εξασφαλίζοντας την ελευθερία της πίστης και της συνείδησης. 
Να τοποθετεί ιεραποστόλους, να εκπαιδεύει παιδιά μουσουλμανικών οικογενειών, να κάνει μάθημα σε ηλικιωμένους μουσουλμάνους, καθώς και να φροντίζει για την θρησκευτική, ηθική, πνευματική, κοινωνική και σωματική τους εξέλιξη. Να ιδρύει βιβλιοθήκες και δημόσια αναγνωστήρια, με σκοπό τη σπουδή και γνωριμία του Ισλάμ, να διεξάγει διαλέξεις, συζητήσεις και εκδηλώσεις για θέματα που στοχεύουν στην κατανόηση του Ισλάμ, να εκδίδει βιβλία, φυλλάδια, περιοδικά και τα τοιαύτα.

Εν τέλει, η «προσφιλής» μέθοδος της Αχμαντίγια είναι η σκόπιμη, μη επιστημονική και αντιδεοντολογική ανάμιξη εκφράσεων από το Κοράνι και την Αγία Γραφή, καθώς και από τα έργα των εκκλησιαστικών Πατέρων και συγγραφέων. Η ανέντιμη αυτή προπαγανδιστική μέθοδος της Αχμαντίγια αποβλέπει στην εσκεμμένη παρερμηνεία και την δόλια παρανόηση χριστιανικών κειμένων και διδασκαλιών, με σκοπό να προωθηθεί η με οποιονδήποτε τρόπο προβολή της θρησκείας του Μωάμεθ, σε βάρος της διδασκαλίας, του βίου και του έργου του Ιησού Χριστού. Με μιά λέξη, η Αχμαντίγια Ιεραποστολική Κίνηση, που είναι «μουσουλμανικότερη» από τους γνήσιους μουσουλμάνους, διά της άρνησης του σταυρικού θανάτου του Ιησού, ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ να «διαλύσει τον Σταυρό του Χριστού», δηλαδή να καταστρέψει και να αφανίσει την πίστη στον λυτρωτικό θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού. Και η αιτιολογία τους, που αποδίδεται στην «ιδιωματική εκφραστική δυνατότητα της αραβικής γλώσσας», ουδόλως καθίσταται πιστευτή[5].



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


[1]  Διονυσίου Γ. Δακουρά, Συγκριτική Θρησκειολογία, Τόμος Β΄, εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, Αθήνα 2007, σ.σ. 329-331.
[2]  S.Raeder, Der Islam im Abendland, εν ΑΜΑ, σ.σ. 66-67.
[3]  Διονυσίου Γ. Δακουρά, Συγκριτική Θρησκειολογία, Τόμος Β΄, εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, Αθήνα 2007, σελ. 332.

[4]  Süddeutsche Zeitung, 20.12.1955. “Allah wird in Nürnberg seßhaft”.
[5]  Διονυσίου Γ. Δακουρά, Συγκριτική Θρησκειολογία, Τόμος Γ΄, εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, Αθήνα 2007, σ.σ. 219-226.