Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλχημεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλχημεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Κάρλ Γιούνγκ, εισηγητής της Σχολής της Αναλυτικής Ψυχολογίας

Μιλούσε πέντε γλώσσες και στο τέλος της ζωής του, άφησε πίσω του ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, που αριθμούσε 300 τόμους, ενώ περίπου 100 άρθρα του είχαν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα, προϊόν της δίψας του για μελέτη και μακράς εμπλοκής του στην κλινική παρατήρηση, ενώ παράλληλα άνοιξε νέους δρόμους παρατήρησης και έρευνας για την ανθρώπινη ψυχή.

Ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (γερμανικά: Carl Gustav Jung, 26 Ιουλίου 1875 - 6 Ιουνίου 1961), ήταν Ελβετός γιατρός και ψυχολόγος ενώ υπήρξε ο εισηγητής της σχολής της αναλυτικής ψυχολογίας.

Βίος
Γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1875 στο Κέσβιλ αμ Μπόντενζεε (Kesswil am Bodensee), κοντά στη λίμνη Κόνσταντς του καντονίου Τουργκάου (Thurgau) της Ελβετίας. Καταγόταν από σχετικά φτωχή και δίχως ιδιαίτερη μόρφωση οικογένεια, αλλά για τον ίδιο φρόντισαν το καλύτερο. Γιος ιερέα, βίωσε αρκετές ταραχές, εσωτερικές και εξωτερικές, κατά την παιδική του ηλικία, με αποτέλεσμα κατά την ηλικία των 12 ετών περίπου να υποφέρει από νεύρωση και κρίσεις λιποθυμίας. Ξεπερνώντας το πρόβλημα με δικές του προσπάθειες συνειδητοποίησε για πρώτη φορά όπως εξομολογείται ο ίδιος στο Αναμνήσεις, Όνειρα, Σκέψεις το τι σημαίνει νεύρωση. Αν και τελικά τούτη η εμπειρία υπήρξε καθοριστική για τις αναζητήσεις του στο χώρο της Ιατρικής δεν του έλειψε η επαφή με τις κλασικές σπουδές εξαιτίας του πατέρα του. Από τα χρόνια του δημοτικού άρχισε μαθήματα λατινικών και πολύ γρήγορα επέδειξε ιδιαίτερη έφεση στην εκμάθηση γλωσσών, φτάνοντας να γίνει γνώστης πολλών σύγχρονων ευρωπαϊκών όσο και αρχαίων, συμπεριλαμβανομένης και της σανσκριτικής. Ήταν μοναχικό και εσωστρεφές παιδί, κάτι που τα χρόνια της εφηβείας του επιτάθηκε, σε βαθμό να μη δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το σχολείο και να μη θέλει να πηγαίνει, προσποιούμενος πολύ συχνά τον άρρωστο. Τελικά τελείωσε το Ανθρωπιστικό Γυμνάσιο της Βασιλείας κάτω από μεγάλη πίεση.

Carl-Jung-mod.jpg
Αν και αρχικά σκεφτόταν να γίνει αρχαιολόγος, σε ηλικία 20 ετών άρχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας κάτω από εξαιρετικά αντίξοες οικονομικές συνθήκες. Περιθωριακή φυσιογνωμία από πεποίθηση στα φοιτητικά του χρόνια, διέθετε εντούτοις σημαντική διανοητική δύναμη που τον έκανε πόλο έλξης της φοιτητικής αδελφότητας της Ζοφίνγκια, στην οποία από νωρίς άρχισε να δίνει διαλέξεις για θεολογικά και ψυχολογικά θέματα. Σε αυτή την εποχή συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον Άλμπερτ Έρι.

Στην περίοδο 1895-1899 ο Γιουνγκ έκανε πειράματα πνευματισμού με την εξαδέλφη του Έλεν Πράσβερκ - διόλου ασυνήθιστο για την εποχή του. Ακολουθώντας τη συμβουλή του καθηγητή Όιγκεν Μπλέλερ έκανε τα πειράματα και τις παρατηρήσεις του θέμα της διδακτορικής του διατριβής με τίτλο Ψυχολογία και Παθολογία των Αποκαλούμενων Απόκρυφων Φαινομένων (1902). Επηρεασμένος από τον διάσημο νευρολόγο Κραφτ-Έμπινγκ επέλεξε ως ειδικότητα την Ψυχιατρική.

Το Ιούλιο του 1900 και έχοντας αποφασίσει να γίνει ψυχίατρος, ξεκίνησε ως βοηθός γιατρού με την εποπτεία του Όιγκεν Μπλέλερ, καθηγητή της Ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης και διευθυντή του Νοσοκομείου Ψυχικών Νοσημάτων του Μπουργκχόλτσλι. Κλειδώθηκε από μόνος του για μισό χρόνο περίπου πίσω από τους τοίχους του ασύλου ψυχασθενών, προκειμένου να "συνηθίσει την ατμόσφαιρα". Τον απορρόφησε ιδιαίτερα η έρευνα της ψυχωσικής συμπεριφοράς και του λόγου και εξερεύνησε τα πρωτόγονα λεκτικά σχήματα και τις στερεότυπες χειρονομίες των ασθενών. Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών αργότερα του έδωσαν το έναυσμα για την διαμόρφωση της μεθόδου λεκτικού συνειρμού, σύμφωνα με την οποία μετρούσε με τη βοήθεια γαλβανόμετρου. Καθώς η μέθοδος λεκτικού συνειρμού χρησιμοποιήθηκε για τον νομικό καθορισμό γεγονότων, το πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης του απένειμε το 1909 τιμητικό διδακτορικό Νομικής.

Παρόλο που το ενδιαφέρον του για τα παραψυχολογικά φαινόμενα - όπως αποκαλούνται σήμερα - έμεινε αμείωτο ως το τέλος της ζωής του, στη συγκεκριμένη περίοδο η προσοχή του μετατοπίστηκε στα συγχρονιστικά φαινόμενα. Αποτέλεσμα της έρευνάς του υπήρξε το Συγχρονικότητα: Μια μη αιτιατή συνεκτική αρχή, (1952), που εκδόθηκε μαζί με ένα δοκίμιο του Βόλφγκανγκ Πάουλι (Wolfgang Pauli), μια θεωρία που εφάρμοσε για την ερμηνεία των αποκαλούμενων μαντικών μεθόδων. Στην ίδια περίοδο συνδέθηκε με τον σινολόγο Ρίχαρντ Βίλχελμ (Richard Wilhelm), με τον οποίο συζητούσε τους πειραματισμούς του πάνω στο Ι Τσινγκ.

Σίγκμουντ Φρόυντ
Η αποφασιστικότερη πιθανώς εμπειρία στη ζωή του Γιουνγκ υπήρξε η επαφή του με τον Σίγκμουντ Φρόυντ (Βλ. Φρόυντ ΕΔΩ) και κυρίως η επαφή του με την ψυχολογία της υστερίαςκαι τα όνειρα. Αυτό που τον εντυπωσίασε περισσότερο φαίνεται πως ήταν το έργο του Φρόυντ πάνω στην Ερμηνεία των Ονείρων, το οποίο θεωρούσε την πληρέστερη προσπάθεια που έγινε για να κατακτηθεί το αίνιγμα της ασυνείδητης ψυχής πάνω στο φαινομενικά στέρεο έδαφος του εμπειρισμού. 

Σίγκμουντ Φρόυντ
Η καρποφόρα φιλία τους δεν κράτησε πολύ. Αν και στενός φίλος και συνεργάτης του Φρόυντ, ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ διαφώνησε μαζί του (1913) και αποχώρησε από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Εταιρία που είχαν ιδρύσει μαζί. Συγκεκριμένα, η δημοσίευση του έργου του Γιουνγκ Μεταμορφώσεις και Σύμβολα της Λίμπιντο οδήγησε στην οριστική ρήξη της σχέσης τους, μια ρήξη η οποία είχε ξεκινήσει από τις προσωπικές τους διαφωνίες πάνω σε θέματα σεξουαλικότητας και ερμηνείας των ονείρων αλλά και πάνω σε διαφορές τους ως προς το θέμα της θρησκείας.

"Η εποχή μας έχει ανάγκη από αγίους", συνήθιζε να λέει ο Καρλ Γιουγκ, πιστός στις ιδεαλιστικές θεωρίες που τον έφεραν πολύ μακρύτερα από τον Φρόυντ. Ο Γιουνγκ πίστευε βαθιά πως αν δεν έχει κανείς με τι να αντικαταστήσει το θρησκευτικό ένστικτο θα πρέπει να το αφήνει άθικτο, καθώς αποτελεί θεμέλιο του ατομικού κόσμου. Η κατάρρευση των θρησκευτικών πεποιθήσεων ακολουθείται συχνά από κατάρρευση της προσωπικότητας, κάτι που ο Γιουνγκ παρατηρούσε συχνά στους ασθενείς του. Επίσης, θεωρούσε παραφορτωμένη τη θεωρία του Φρόυντ για τη σεξουαλικότητα, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα σε μια αχρονολόγητη και αδημοσίευτη σημείωσή του για τον Άλφρεντ Άντλερ, που είχε επίσης διατελέσει μέλος του κύκλου του Φρόυντ αλλά ίδρυσε εντέλει τη δική του σχολή ατομικής ψυχολογίας. Σε αυτή τη σημείωση φαίνεται να εκτιμά τον Άντλερ, για το γεγονός ότι έφερε στην επιφάνεια το θεμελιακό γεγονός της ανάγκης του ατόμου για σπουδαιότητα, η οποία ερμηνεύει σημαντικές όψεις της νεύρωσης, μη ερμηνεύσιμες από την σεξουαλικότητα.

Αντίθετα από τον Φρόυντ, ο οποίος μετά τη ρήξη απέφευγε να αναφέρει το όνομά του, ο Γιουνγκ δεν θέλησε να χαράξει μια απόλυτα διαχωριστική γραμμή στους καρπούς της σχέσης τους και έτσι τα έργα και οι επιστολές του είναι γεμάτες αναφορές στο έργο του διδασκάλου του.



Ασυνείδητο
Οι απόψεις του Γιουνγκ για το ασυνείδητο διαμορφώθηκαν βάσει των νέων αναζητήσεών του που προέκυψαν από τη ρήξη του με τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Αναζήτησε μια έγκυρη ψυχολογική βάση τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους ασθενείς του. Πειραματίστηκε με τον εαυτό του και σταμάτησε να διδάσκει, προσπαθώντας να κατανοήσει τις φαντασιώσεις και άλλα ατομικά του περιεχόμενα. Το πείραμά του τελείωσε μετά από 6 χρόνια. Τις εσωτερικές του εμπειρίες τις μετέφερε στο Κόκκινο Βιβλίο, έναν τόμο δεμένο με κόκκινο δέρμα και πλούσια εικονογράφηση σε τεχνοτροπία Αρ Νουβώ (art nouveau). Ο ίδιος ποτέ δεν θεώρησε τους πίνακές του ως τέχνη, αλλά ως εξωτερίκευση των βιωμάτων του.

Με τον όρο ασυνείδητο ο Γιουνγκ εννοούσε εκείνη την περιοχή του αγνώστου στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Σύμφωνα με τα δικά του λόγια ό,τι συνειδητοποιούμε και το έχουμε ξεχάσει, ό,τι συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις, αλλά δεν σημειώνουμε στο συνειδητό νου, όσα νιώθουμε, σκεπτόμαστε, θυμόμαστε, επιθυμούμε και πράττουμε ακούσια ή δίχως ιδιαίτερη προσοχή, όλα τα μελλοντικά πράγματα που παίρνουν σχήμα και αναδύονται κάποτε στη συνείδηση, όλα αυτά αποτελούν περιεχόμενο του ασυνείδητου. Πέραν αυτών στο ασυνείδητο περιλαμβάνονται απωθημένες οδυνηρές σκέψεις και συναισθήματα. Ονόμασε το σύνολο αυτών των περιεχομένων ατομικό ασυνείδητο, αλλά αναγνώρισε ιδιότητες που δεν βιώνει ο άνθρωπος ατομικά αλλά τις κληρονομεί από μια βαθύτερη και ευρύτερη επικράτεια την οποία ονόμασε συλλογικό ασυνείδητο. Τα ένστικτα και τα αρχέτυπα είναι εκείνα που διαμορφώνουν το συλλογικό ασυνείδητο και παρουσιάζουν μια κανονικότητα στην εμφάνισή τους.

Κανονικότητα στην εμφάνισή της για το ασυνείδητο του Γιουνγκ κατά τη διάρκεια των πειραματισμών του είχε η μορφή ενός γέροντα, τον οποίο ο Γιουνγκ ονόμαζε Φιλήμονα, με τον οποίο είχε μακρές συζητήσεις. Ψυχολογικά ο Φιλήμων αντιπροσώπευε την ύψιστη ενόραση για τον Γιουνγκ και ήταν δύναμη per se, διακριτή από τα ατομικά περιεχόμενα του ασυνείδητου. Ανήκε σε εκείνες τις φαντασιώσεις που δεν προκαλούσε το ατομικό ασυνείδητο αλλά παράγονταν από μόνα τους και είχαν τη δική τους ζωή.

Αλχημεία
Σχολιάζοντας το αρχαίο κινεζικό κείμενο Το μυστικό του Χρυσού Λουλουδιού, ο Γιουνγκ άρχισε να ενδιαφέρεται για την Αλχημεία. Το πρώτο έργο που προμηθεύτηκε ήταν το Artis Auriferae, (Περί της χρυσοποιητικής τέχνης), μια συλλογή 20 δοκιμίων στα Λατινικά, που δημοσιεύθηκαν στην Βασιλεία το 1593. Έγινε μανιώδης συλλέκτης αλχημικών έργων με αποτέλεσμα τα αλχημικά κείμενα να καταλάβουν το μεγαλύτερο κομμάτι της εξαιρετικά μεγάλης βιβλιοθήκης του. Στο έργο του η Ψυχολογία της Μεταβίβασης σχολίασε εκτεταμένα το Rosarium Philosophorum, (Το κομποσχοίνι των φιλοσόφων), ένα από τα δοκίμια του Artis Auriferae.

Όσον αφορά στην αλχημεία, ο ίδιος πίστευε ότι το αλχημικό opus (έργο) δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως φυσική ή χημική διαδικασία, αλλά ως διαδικασία ψυχικού μετασχηματισμού. Ο αλχημιστής του παρελθόντος, στην προσπάθειά του να αποσπάσει τα μυστικά της χημικής μεταστοιχείωσης, προχωρούσε παράλληλα σε μια διαδικασία ψυχικής μετουσίωσης. Το άγνωστο του εξωτερικού κόσμου συνδεόταν με το άγνωστο του εσωτερικού κόσμου, προκαλώντας αλλαγές στον ασυνείδητο κόσμο. Τούτη η συνειδητοποίηση έγινε το κλειδί για την εξέταση του ασυνείδητου, αλλά και για τη σχέση του με τον εξωτερικό κόσμο.

Η έρευνα του τον οδήγησε τον Παράκελσο, τον οποίο εκτιμούσε ιδιαίτερα, καθώς τον θεωρούσε πρωτοπόρο πνεύμα και ιατρό της εποχής του. Για τον Γιουνγκ ο Παράκελσος είχε τη γνώση και τη δυνατότητα να βλέπει τον άνθρωπο ως ολότητα πέρα από το φυσικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπ' όψιν τον ψυχικό παράγοντα, μέσω της θεωρίας του για την ψυχικά ζωογονημένη ύλη.

Ψυχοθεραπεία
Βάσει της εμπειρίας που απέκτησε κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με το ασυνείδητο, ο Γιουνγκ ανεπτυξε τη δική του ψυχαναλυτική πρακτική, την τεχνική της ενεργητικής φαντασίας. Ουσιαστικά η διαδικασία της συνειδητοποίησης των εικόνων είναι το γενικό αποτέλεσμα της ερμηνείας των ονείρων, αλλά μπορεί να αγγίξει βαθύτερες όψεις του εαυτού, μέσω της ενεργητικής φαντασίας.

Η μέθοδος απαιτεί συνειδητή εμβάθυνση στο ασυνείδητο, παρατήρηση, απεικόνιση και στοχασμό επί των περιεχομένων του. Τα περιεχόμενα ζωγραφίζονται μορφοποιούνται ενίοτε χορεύονται, δραματοποιούνται ή καταγράφονται σε μια φανταστική σειρά, ως δράση ή διάλογος με εσωτερικές μορφές.

Η ενεργητική φαντασία ξεκινά τη θεραπεία μιας νεύρωσης χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα στη συνείδηση και τα περιεχόμενα του ασυνείδητου. Οι εικόνες του ασυνείδητου είναι αυτοαπεικονίσεις διαδικασιών της ψυχικής ζωής, που μπορούν να απελευθερωθούν από την παράλυση και την παθητικότητα μέσω του δημιουργικού οραματισμού. Όλα τα παραπάνω βέβαια απαιτούν μια εξατομικευμένη μεταχείριση για κάθε διαφορετικό ασθενή. Φαίνεται πως ο Γιουνγκ δεν πίστευε σε γενικές μεθόδους θεραπείας, καθώς θεωρούσε ότι για κάθε άτομο αποδίδει μόνον η ατομική κατανόηση

Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου "καλό θα ήταν όποιος επιθυμεί να γνωρίσει την ανθρώπινη ψυχή να αποχαιρετήσει τις μελέτες του και να περιπλανηθεί στον κόσμο με ανοικτή καρδιά. Στη φρίκη των φυλακών, στα ψυχιατρικά άσυλα και τα νοσοκομεία, στις σκοτεινές ταβέρνες των προαστίων, στα πορνεία και τα χαρτοπαικτικά καταγώγια, στα κοσμικά σαλόνια, στο χρηματιστήριο, στις σοσιαλιστικές συγκεντρώσεις, στις εκκλησίες, μέσα από την αγάπη και το μίσος, την εμπειρία των παθών κάθε μορφής στο δικό του σώμα, θα δρέψει πλουσιότερες σοδειές γνώσης από αυτές που μπορούν να του προσφέρουν τα βιβλία και θα γνωρίσει πώς να συμπεριφέρεται ως γιατρός στον ασθενή, με αληθινή γνώση της ανθρώπινης ψυχής".

Ταξίδια
Η επαφή με άλλους πολιτισμούς και τα μακροχρόνια ταξίδια άσκησαν σημαντική επιρροή στον Γιουνγκ. Τον Μάρτιο του 1920 συνοδεύοντας έναν φίλο του στην Τυνησία ταξίδεψε νότια προς το Σφαξ, στην όαση πόλη του Τοζέ. Εκεί αναζήτησε ασυνείδητα ένα κομμάτι της προσωπικότητάς του μη-ευρωπαϊκό και επηρεάστηκε από το άχρονο της ερήμου και την συναισθηματική ευθύτητα των Βορειοαφρικανών.

Τον Ιανουάριο του 1925 επισκέφθηκε μαζί με φίλους του τους Ινδιάνους του Νέου Μεξικού, τους Πουέμπλο ή "χτίστες των πόλεων". Εκεί φαίνεται πως τον συγκλόνισε η συνάντησή του με τον αρχηγό των Πουέμπλο του Ταός τον Αντόνιο Μιραμπάλ ή Οκιάι Μπιάνο (Ορεινή λίμνη), ο οποίος του έδειξε ένα άλλο πρόσωπο της εικόνας που παρουσιάζουν οι λευκοί για τους άλλους πολιτισμούς, το πρόσωπο του αρπακτικού. Τέτοια είναι η ενόραση που αποκόμισε ο Γιουνγκ από τούτη τη συνάντηση που επηρέασε βαθιά τον μεταγενέστερο τρόπο σκέψης του, όπως αφηγείται στο Αναμνήσεις Όνειρα Σκέψεις.

Την ίδια χρονιά ταξίδεψε στην Κένυα και την Ουγκάντα, με τελικό προορισμό τους πρόποδες του όρους Ελγκόν, όπου ήλθε σε επαφή με τους Μασάι και τη σημασία της λατρείας του ήλιου και της αέναης πρωινής του γέννησης για τους Αφρικανούς. Η εξερευνητική του αποστολή στην Αφρική συνεχίστηκε στην Κοιλάδα του Νείλου στην λίμνη Βικτώρια, το Σουδάν και το Χαρτούμ.

Το 1938 έλαβε πρόσκληση από την ινδική κυβέρνηση να παραστεί στο 25ο ιωβηλαίο του Ινδικού Επιστημονικού Συνεδρίου. Αν και στη συγκεκριμένη περίοδο η ενασχόλησή του με την αλχημική σκέψη και τις προσωπικές του αναζητήσεις ουσιαστικά τον εμπόδισε να αποτυπώσει βαθιά την αίσθηση του ινδικού πολιτισμού, εντούτοις κατανόησε τη σημαντική διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη της πραγματικότητας των Ινδών και των Ευρωπαίων, που κατά την άποψή του είχαν περιορίσει ζωή στον θύλακα του κεφαλιού τους.

Πέθανε στο σπίτι του, στο Κύσναχτ, σε ηλικία 86 ετών. Ο θάνατός του, γλυκός, ήρεμος και ανώδυνος, έστεψε μία ζωή βυθισμένη στη μελέτη της ανθρώπινης φύσης, της φιλοσοφίας, των θρησκειών και των πολιτισμών. Μιλούσε πέντε γλώσσες και στο τέλος της ζωής του, καθότι πολυγραφότατος, άφησε πίσω του ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, που αριθμούσε 300 τόμους, ενώ περίπου 100 άρθρα του είχαν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα, προϊόν της δίψας του για μελέτη και μακράς εμπλοκής του στην κλινική παρατήρηση, ενώ παράλληλα άνοιξε νέους δρόμους παρατήρησης και έρευνας για την ανθρώπινη ψυχή.

Οι απόψεις του για όσους επιθυμούν να γνωρίσουν την ανθρώπινη ψυχή συνοψίζονται πιθανώς στα παρακάτω:

«Όποιος θέλει να γνωρίσει την ανθρώπινη ψυχή, να αποχαιρετήσει τις μελέτες του και να περιπλανηθεί στον κόσμο με ανοικτή καρδιά. Στη φρίκη των φυλακών, στα ψυχιατρικά άσυλα και τα νοσοκομεία, στις σκοτεινές ταβέρνες των προαστίων, στα πορνεία και τα χαρτοπαικτικά καταγώγια, στα κοσμικά σαλόνια, στο χρηματιστήριο, στις σοσιαλιστικές συγκεντρώσεις, στις εκκλησίες, μέσα από την αγάπη και το μίσος, την εμπειρία των παθών κάθε μορφής στο δικό του σώμα, θα δρέψει πλουσιότερες σοδειές γνώσης από αυτές που μπορούν να του προσφέρουν τα βιβλία και θα γνωρίσει πώς να συμπεριφέρεται ως γιατρός στον ασθενή, με αληθινή γνώση της ανθρώπινης ψυχής». (CW, 10, 177).

Κριτική
Οι δραστηριότητες και οι ιδέες του Κ. Γκ. Γιουνγκ υπέστησαν έντονη κριτική, ακόμη και από πρώην μαθητές του, όπως ο Μαξ Νολ. Την ίδια στιγμή, όμως, το ίδιο έντονη υπήρξε και η υπεράσπισή του από εκείνους που κατανόησαν τη φύση της σκέψης και της πρακτικής του. Παραμένει ωστόσο το γεγονός ότι δέχθηκε τα πυρά τόσο της επιστήμης όσο και της θρησκείας, δηλαδή των δύο όψεων που προσπάθησε να γεφυρώσει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Μία από τις βασικές κατηγορίες είναι ο υποθετικός αντισημιτισμός του και ο εκθειασμός του Αδόλφου Χίτλερ. Οι κατηγορίες αυτές προέρχονται κυρίως από την κοινότητα των μεταγιουγκιανών και κατόπιν από φροϋδικούς κύκλους μετά τη ρήξη του με τον Φρόιντ.

Ο ίδιος απαντά: «Πρέπει να είναι ήδη σαφές για οποιονδήποτε έχει διαβάσει οποιαδήποτε από τα βιβλία μου ότι δεν υπήρξα ποτέ υποστηρικτής των Ναζί και δεν υπήρξα ποτέ αντισημίτης. Επίσης καμία παρανόηση, μεταφραστικό λάθος, ή παρουσίαση αυτών που έχω γράψει δεν μπορεί να αλλάξει την αληθινή μου άποψη».

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ: Το εγχείρημα "Χυμεία του Ισαάκ Νεύτωνα"

Δύο αμερικανοί ιστορικοί παρουσίασαν την «αλχημεία» ως μυστική επιστήμη γεμάτη θρησκευτικότητα και τη «χυμεία» ως ανοικτή προσπάθεια στραμμένη σε εγκόσμιες αναζητήσεις όπως η απόσταξη, ο καθαρισμός των μετάλλων και ο καθαρισμός των αλάτων.
Το 1936, ο κόσμος της επιστήμης δέχθηκε έναν ισχυρό κλονισμό, καθώς εκείνη τη χρονιά ο οίκος δημοπρασιών Σόουθμπι έφερε στο φως της δημοσιότητας μια συλλογή 329 τμημάτων των χειρογράφων του Νεύτωνα, το ένα τρίτο των οποίων ήταν αναντίρρητα αλχημικό. Αυτά τα χειρόγραφα, τα οποία είχαν ταξινομηθεί ως «μη δόκιμα για έκδοση» μετα τον θάνατό του το 1727, ξεσήκωσαν πλήθος ερωτηματικών το 1936, που παραμένουν ακόμα και σήμερα. Φυσικά κανένα από τα παραπάνω ερωτηματικά δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν από το γεγονός ότι οι εργαστηριακές σημειώσεις του Νεύτωνα, ακόμα και εκείνες που περιγράφουν την πρώτη πλήρη περιγραφή της ανακάλυψής του ότι το λευκό φως είναι στην πραγματικότητα ένα μείγμα αμετάβλητων φασματικών χρωμάτων, είναι γεμάτες με συνταγές που διαμορφώνονται προφανώς από αλχημικές πηγές, εμφανείς στα χειρόγραφα που πωλήθηκαν από τους Σόουθμπι το 1936. Εδώ, παράλληλα με τις ερμηνείες των οπτικών και φυσικών φαινομένων, όπως η πήξη και ο βρασμός, υπάρχει «Τρίαινα του Ποσειδώνα», το «Κηρυκείον του Ερμή» και φυσικά ο «Πράσινος Λέοντας». Όλα αυτά βέβαια συμβολίζουν ουσίες προερχόμενες από τις αλχημικές αναγνώσεις του Νεύτωνα. Όποιος και αν ήταν ο στόχος του, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να τεθεί αμετάβλητη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις αλχημικές και τις επιστημονικές προσπάθειές του.

Με τον όρο χυμεία περιγράφεται συνήθως το σύνολο των αλχημικών ερευνών της εποχής του Νεύτωνα. Στις αρχές της περιόδου που αποκαλούμε συνήθως σύγχρονο κόσμο, η χυμεία εξαπλωνόταν σε τρεις βασικές περιοχές. Κατ' αρχήν, οι χυμικοί διεκδικούσαν μια μεγάλη ομάδα τεχνολογιών οι οποίες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της πρώιμης σύγχρονης φαρμακολογίας. Με αυτές τις τεχνολογίες δόθηκε νέα έμφαση στα ορυκτογενή φάρμακα και ασκήθηκε μια εξίσου σημαντική πίεση για τη χρήση των εργαστηριακών τεχνολογιών όπως η απόσταξη και η εξάχνωση στην παραγωγή φαρμάκων. Η χυμική ιατρική ή ιατροχημεία ήταν ένας από τους σημαντικούς νέους τομείς της πρώιμης σύγχρονης ιατρικής επιστήμης και το δεύτερο βασικό τμήμα των ιατρικών σπουδών. Εντέλει, η προσπάθεια δημιουργίας χρυσού από διάφορα υλικά, προσπάθεια που αναφέρονται συχνά με τον ελληνικό όρο χρυσοποιεία, παρέμεινε βιώσιμο ερευνητικό πρόγραμμα για τους χυμικούς του δέκατου έβδομου αιώνα. Ο Νεύτων ανακατεύτηκε και με τους τρεις σημαντικούς κλάδους της χυμείας σε ποικίλους βαθμούς και θα ήταν σημαντικό να διερευνηθεί πώς η χυμική τεχνολογία σχετιζόταν με τις άλλες επιστημονικές επιδιώξεις του.


Σύμβολα
Η χρήση των αλχημικών συμβόλων από μέρους του Νεύτωνα ήταν δημιουργική και ανορθόδοξη. Όπως οι περισσότεροι αλχημιστές, χρησιμοποίησε τα πλανητικά σύμβολα για τα γνωστά μέταλλα, και χρησιμοποιημένα τυποποιημένα σύμβολα για τις κοινές ουσίες όπως το αμμωνιακό άλας (χλωρίδιο αμμωνίου), η τρυγία (ανθρακικό άλας καλίου), το βιτριόλιο (θειικό άλας σιδήρου και χαλκού) και τα ισχυρά οξέα. Ωστόσο, εκτός από αυτά και άλλα καλά γνωστά σύμβολα, δημιούργησε ένα πλήθος προσωπικών εικονογραμμάτων. Τα ευκολότερα για αποκρυπτογράφηση είναι τα σύμβολα του Νεύτωνα για τα μεταλλεύματα. Στο στερεότυπο αλχημικό σύμβολο προστίθεται ένα «o» (από το ore =μετάλλευμα). Τα υπόλοιπα σύμβολα είναι δυσκολότερο να ερμηνευθούν καθώς ο ίδιος ο Νεύτων δεν τα αποδικωποιεί. Φαίνεται πάντως πως με την οριζόντια γραμμή υποδεικνύει το άλας, με τον σταυρό πάνω από τον κύκλο υποδεικνύει την αντιμονική ένωση και με τον αστερίσκο την πτητικότητα.

Το εγχείρημα «Χυμεία του Ισαάκ Νεύτωνα»
Χάρη στις έρευνες των Ντομπς (B.J.T. Dobbs), Γουέστφολ (Richard Westfall) και Φιγκάλα (Karin Figala), είναι πλέον γνωστό ότι ο Ισαάκ Νεύτων έγραψε τουλάχιστον εκατό τριάντα ένα χειρόγραφα, συνολικά ένα εκατομμύριο λέξεις περίπου, για το θέμα της αλχημείας. Παρά το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού του υλικού είναι διαθέσιμο στους μελετητές μετά την πώλησή του από το Σόουθμπι το 1936, οι στόχοι και τα πρωτόκολλα της συνολικής αλχημικής ενασχόλησης του Νεύτωνα παραμένουν ανεπαρκώς κατανοητά και το μεγαλύτερο τμήμα των χειρογράφων παραμένει ανέκδοτο και κατά ένα μεγάλο μέρος μη χρονολογημένο. Αυτό είναι εκπληκτικό, δεδομένης της έντονης ακαδημαϊκής προσήλωσης στα φιλοσοφικά, μαθηματικά και φυσικά κείμενα του Νεύτωνα. Κι όμως παρά τη συγκαλυμμένη φύση τους, τα αλχημικά χειρόγραφα σχημάτισαν τη βάση ισχυρών αναθεωρητικών δηλώσεων για τη συνολική φύση του επιστημονικού του έργου. Ήδη το 1946 ο Τζον Κέινς (John Maynard Keynes) χρησιμοποίησε ως δικαιολογία τα αλχημικά κείμενα για τον περίφημο ισχυρισμό του ότι «ο Νεύτων δεν ήταν ο πρώτος του αιώνα της λογικής. Ήταν ο τελευταίος των μάγων». Η Ντομπς, από την άλλη, εξέφρασε την άποψη (1975) στο Foundations of Newton's Alchemy, (Θεμέλια της Αλχημείας του Νεύτωνα), ότι η θεωρία για την βαρυτική έλξη προερχόταν από την αλχημική έρευνά του. Εξαναγκασμένη από την περαιτέρω έρευνά της να μετριάσει τούτο τον ισχυρισμό, η Ντομπς Dobbs κατέληξε το 1991 στο συμπέρασμα στο Janus: Faces of Genius (Διάνοια: Πρόσωπα του Ιανού) ότι η αλχημεία του Νεύτωνα ήταν πάνω απ’ όλα έκφραση της θρησκευτικότητάς του. Ο Γουέστφολ φαίνεται πως είχε την ίδια άποψη και έβλεπε την αλχημεία ως πηγή της νευτώνειας άποψης για τις βαρυτικές δυνάμεις και τις ενεργητικές αρχές που λειτουργούν στην ύλη.

Εκλαϊκευτικές εικόνες
Οι ερμηνείες της αλχημείας του Νεύτωνα που πρόσφεραν οι Ντομπς και Γουέστφολ, αν και θεωρήθηκαν ριζοσπαστικές στα μέσα της δεκαετίας του '70, δεν έχουν κανένα σοβαρό αντίλογο. Αντίθετα, έγιναν προσφιλείς σε συγγραφείς εκλαϊκευμένης επιστήμης όπως ο Μάικλ Γουάιτ (Michael White), το έργο του οποίου Isaac Newton: The Last Sorcerer (Ισαάκ Νεύτων: Ο Τελευταίος Μάγος) στηρίζεται σε μια αισθητική εικόνα του αλχημιστή Νεύτωνα βασισμένη στο υλικό του πρώιμου έργου της Ντομπς. Γιατί είναι τόσο μικρή η σοβαρή προσπάθεια κατανόησης της αλχημείας του Νεύτωνα δεδομένου του προφανούς ενδιαφέροντος του κοινού και των ιστορικών; Ο σημαντικότερος πιθανώς λόγος βρίσκεται στις δυσκολίες που πρέπει να αντιμετωπίσει οποιοσδήποτε σοβαρός ερευνητής προσπαθήσει να μελετήσει το διασκορπισμένο υλικό. Τα χειρόγραφα, που βρίσκονται συνήθως στο Κέιμπριτζ, την Ιερουσαλήμ και τη Μασαχουσέτη, βρίσκονται σε κατάσταση ιδιαίτερης αταξίας. Η κυριότερη αιτία αυτής της αταξίας είναι η επανειλημμένη αποτυχία προγενέστερων ερευνητών να καθορίσουν ποια από τα χειρόγραφα είναι πρωτότυπα και ποια είναι αντιγραμμένα από συγγραφείς που τα χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς. Οι Ντομπς και Γουέστφολ με τη σειρά τους δεν μας παρέχουν κάποια ανάλυση των αλχημικών πηγών του Νεύτωνα, παρόλο που κάτι τέτοιο θα ήταν ένα λογικό πρώτο βήμα για να καθοριστεί ποια κείμενα έγραψε πραγματικά, ποια είναι αντιγραφές και ποια συγχωνεύθηκαν σε συλλογές.

Αν και και οι δύο συγγραφείς παρείχαν σημαντικές ιδέες για τους αγαπημένους αλχημιστές του Νεύτωνα, τον Ειρηναίο Φιλαλήθη (George Starkey), τον Μίκαελ Μάιερ (Michael Maier) και τον Γιαν ντε Μόντε Σνάιντερ (Jan de Monte Snyder), δεν προσπάθησαν να προσδιορίσουν όλες τις πηγές σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο κείμενο και κατέβαλαν ακόμα μικρότερη προσπάθεια στην επισήμανση των πηγών του Νεύτωνα πέρα από τα διαδοχικά χειρόγραφά του. Ούτε η Ντομπς ούτε ο Γουέστφολ δεν έκανε κάποια συστηματική προσπάθεια ταξινόμησης των διάφορων στοιχείων της αλχημικής συλλογής στο σύνολό της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γνωρίζουμε λίγα σήμερα για την χρονολογική ανάπτυξη των ιδεών του Νεύτωνα στην επικράτεια της αλχημείας, παρόλη την αξιοθαύμαστη πρώτη ταξινομητική προσπάθεια των Κάριν Φιγκάλα (Karin Figala), Τζον Χάρισον (John Harrison) και Ούλριχ Πέτζολντ (Ulrich Petzoldt).

Η κατανόηση των χειρογράφων
Από την έκδοση του Janus Faces της Ντομπς το 1991, τρεις παράγοντες έκαναν ευκολότερη την κατανόηση και την έκδοση των αλχημικών εγγράφων του Νεύτωνα. Αρχικά, το αλχημικό περιβάλλον στο οποίο εργαζόταν ο Νεύτων είναι σήμερα περισσότερο γνωστό από ό,τι ήταν στη δεκαετία του '70 και τη δεκαετία του '80. Επιπλέον έχει μελετηθεί επαρκώς η ζωή και το έργο του Τζορτζ Στάρκι (Ειρηναίος Φιλαλήθης), ο οποίος προσδιορίστηκε από τους Ντομπς και Γουέστφολ ως αγαπημένος αλχημιστής του Νεύτωνα. Επιπλέον, είναι διαθέσιμες αρκετές πληροφορίες για την αλχημεία του συγχρόνου του Ρόμπερτ Μπόιλ –με τον οποίο ο Νεύτωνας διατηρούσε επιστημονική αλληλογραφία- όπως επίσης για τις επιδράσεις του Στάρκι στον Μπόιλ σε ό,τι αφορά στην επιστήμη της χυμείας. Όπως και ο Νεύτων, ο Μπόιλ εντρύφησε σε ένα ερευνητικό αλχημικό πρόγραμμα του Στάρκι. Όπως είναι φυσικό οι δύο βρετανικοί σοφοί αντάλλαξαν «τα μυστικά» που προήλθαν από τον αμερικανό αλχημιστή. Η συνεχιζόμενη έρευνα για τους Στάρκι - Μπόιλ και τα αλχημικά κείμενά τους καθιστά ταυτόχρονα πολύ ευκολότερη την έρευνα για τα αλχημικά ενδιαφέροντα του Νεύτωνα και τα συμφραζόμενά της, την εξακρίβωση των πηγών του. Το κυριότερο είναι ότι εντοπίζει τις πρωτότυπες συνθέσεις του Νεύτωνα από τα σχολιασμένα αντίγραφα, ή ακόμα και το μωσαϊκό των αποκομάτων που ανήκουν σε διάφορους συγγραφείς. Όπως αναφέρει ο Νόιμαν, η διάκριση των αντιγράφων από τα αυθεντικά κείμενα είναι ένα πρόβλημα πρώτου μεγέθους, που επιλύεται μόνο με τη γνώση της αλχημικής φιλολογίας του 17ου αιώνα. Η εξοικείωση με τα αδημοσίευτα χειρόγραφα του Στάρκι επέτρεψε στον Νόιμαν να αποδείξει ότι κακώς η Ντομπς είχε υποστηρίξει πως ανήκε στον Νεύτωνα το θεμελιώδες έργο Clavis, (Κλείδες), το όποιο ήταν στην πραγματικότητα τμήμα μιας επιστολής που γράφτηκε από τον Στάρκι προς τον Μπόιλ το 1651.


Η μελέτη της αλχημείας του Νεύτωνα (βλ. Ισαάκ Νεύτων ΕΔΩ)
Όπως έχουν υποστηρίξει οι Λώρενς Πρίνσιπ (Lawrence Principe) και Γουΐλιαμ Νόιμαν (William Newman) σε διάφορες κοινές δημοσιεύσεις τους, είναι τουλάχιστον αναχρονιστικό –αν όχι ανακριβές- να διακρίνουμε την αλχημεία από τη χημεία του 17ου αιώνα. Η προσπάθεια μετατροπής μετάλλων, η χρυσοποιητική τέχνη δηλαδή στη σύγχρονη περίοδο, ήταν μια εύλογη αναζήτηση όσων ασχολούνταν με την ιατροχημεία, την επιστημονική μεταλλουργία και τη χημική τεχνολογία. Το γεγονός ότι ο Νεύτωνας, ο Μπόιλ, ο Λοκ και άλλοι επιφανείς φυσικοί φιλόσοφοι ακολουθούσαν τη χρυσοποιητική τέχνη, δεν υπονοεί κάποια παρέκκλιση από τα πρότυπα του 17ου αιώνα. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο ερευνητές όπως ο Νόιμαν ή ο Πρίνσιπ υιοθέτησαν τον όρο «χυμεία», για να περιγράψουν μια κατηγορία συγγραφέων που ασχολήθηκε με τούτη την επιστήμη.

Αλλά πώς αυτή η εικόνα μπορεί να επηρεάσει την οποιαδήποτε έρευνα για την αλχημεία του Νεύτωνα σήμερα ή μελλοντικά; Οι Ντομπς και Γουέστφολ αποφάσισαν να τραβήξουν μια ισχυρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πρώιμης σύγχρονης «αλχημείας» και της «χημείας». Αντλώντας επιλεκτικά στοιχεία από μια διαφορετική εικόνα της αλχημείας, αυτή που διαμορφώθηκε από τον αναλυτικό ψυχολόγο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (Carl Jung) και τον Μίρτσεα Ελιάντε (Mircea Eliade), οι δύο αμερικανοί ιστορικοί παρουσίασαν την «αλχημεία» ως μυστική επιστήμη γεμάτη θρησκευτικότητα και τη «χυμεία» ως ανοικτή προσπάθεια στραμμένη σε εγκόσμιες αναζητήσεις όπως η απόσταξη, ο καθαρισμός των μετάλλων και ο καθαρισμός των αλάτων. Αυτός ο διαχωρισμός χρησίμευσε ως κριτήριο επιλογής για τους δύο επιστήμονες και τους ώθησε να αποκλείσουν ένα μεγάλο μέρος των χειρογράφων της χυμείας του Νεύτωνα από την ανάλυση των αλχημικών (χρυσοποιητικών) αναζητήσεών του. Συνεπώς, παρήγαγαν μια εικόνα της «αλχημείας» του Νεύτωνα a priori στραμμένης στην κατεύθυνση της ζωτικοκρατίας, της μυστικότητας και της ατομικής σωτηρίας.

Η εργαστηριακή αναπαραγωγή
Ο αποφασιστικός παράγοντας που συμβάλλει στην επιτυχή έκβαση μιας τέτοιας έρευνας βρίσκεται βέβαια στο εργαστήριο. Ο Νόιμαν με τη βοήθεια της Κάθριν Ρεκ από το χημικό τμήμα του πανεπιστημίου της Ιντιάνα και της Λάουρα Αλεξάντερ, βοηθού εργαστηρίου, αναπαρήγαγε ένα μέρος από τις χυμικές διαδικασίες χρησιμοποιώντας συσκευές του Νεύτωνα. Τα αποτελέσματα του πειραματισμού τους κινηματογραφήθηκαν από το BBC και το NOVA, που συνεργάζονταν σε ένα ντοκυμαντέρ για τη ζωή του Νεύτωνα. Οι επιστήμονες ήταν σε θέση να αναδημιουργήσουν ορισμένους μεταλλικούς δενδρίτες, που διαμόρφωσαν πιθανώς την έμπνευση για το χειρόγραφο «Περί των Φανερών Νόμων και Φυσικών Διαδικασιών στην Βλάστηση» (μεταλλικά πυριτικά άλατα, καθώς επίσης και κρύσταλλοι αργύρου, που αυξάνονται σε διάλυμμα αργυρικού νιτρικού άλατος και του νιτρικού άλατος υδραργύρου), το άστρο Βασιλίσκος του αντιμόνιου (κρυσταλλική μορφή του αντιμονίου) και ένα πορφυρό κράμα χαλκού και αντιμονίου, που καλύπτεται με μια ενδιαφέρουσα δικτυωτή επιφάνεια. Οι επιστήμονες συνεχίζουν τα πειράματα διεισδύοντας στις εργαστηριακές σημειώσεις, με σκοπό να αποκτήσουν και το λειτουργικό αντίγραφο ενός από τους μεταλλουργικούς κλίβανους του Νεύτωνα, από περιγραφές ενός άλλου χειρογράφου.

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1643 γεννήθηκε ο Ισαάκ Νεύτων, πατέρας της Κλασικής Φυσικής

«Στις δυο χρονιές 1665 και 1666 της πανούκλας… ενδιαφερόμουν για τα Μαθηματικά και τη Φιλοσοφία πιο πολύ παρά οποιαδήποτε άλλη φορά από τότε».

Ο Σερ Ισαάκ Νεύτων (Sir Isaac Newton, 4 Ιανουαρίου 1643 - 31 Μαρτίου 1727) ήταν Άγγλος φυσικός, μαθηματικός, αστρονόμος, φιλόσοφος, αλχημιστής και θεολόγος. Θεωρείται πατέρας της Κλασικής Φυσικής, καθώς ξεκινώντας από τις παρατηρήσεις του Γαλιλαίου αλλά και τους νόμους του Κέπλερ για την κίνηση των πλανητών διατύπωσε τους τρεις μνημειώδεις νόμους της κίνησης και τον περισπούδαστο «νόμο της βαρύτητας» (που ο θρύλος αναφέρει πως αναζήτησε μετά από πτώση μήλου από μια μηλιά). Μεγάλης ιστορικής σημασίας υπήρξαν ακόμη οι μελέτες του σχετικά με τη φύση του φωτός καθώς επίσης και η καθοριστική συμβολή του στη θεμελίωση των σύγχρονων μαθηματικών και συγκεκριμένα του διαφορικού και ολοκληρωτικού λογισμού. Δεν είχε κοινοπολιτειακή υπηκοότητα, αλλά είχε αποκτήσει τον τίτλο του Εταίρου της Βασιλικής Εταιρείας, που δίνονταν σε πολίτες ή μόνιμους κατοίκους της Κοινοπολιτείας των Εθνών. Είχε διατελέσει πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρίας.


1450-1642: Η πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην Αγγλία δύο αιώνες πριν τον Νεύτωνα
Στα 1450, τον καιρό που γεννιόταν η τυπογραφία, έπεφτε η Βυζαντινή αυτοκρατορία και ο Ρεγκιομοντάνουςσήμαινε την αναγέννηση της θετικής επιστήμης στην Κεντρική Ευρώπη, στην Αγγλία ξεκινούσε ένας αιματηρός εμφύλιος, που έμελλε να διαρκέσει πάνω από τριάντα χρόνια, ο πόλεμος των Δύο Ρόδων (1451–1485). Οι συνέπειες του εμφύλιου αυτού οδήγησαν έμμεσα τη χώρα σε μία από τις ενδοξότερες περιόδους της ιστορίας της.

Συγκεκριμένα, όταν ο οίκος του Λάνκαστερ επικράτησε οριστικά επί του οίκου Γιορκ, η ως τότε ισχυρή αγγλική αριστοκρατία είχε ατονήσει ανεπανόρθωτα από τις απώλειες της αναμέτρησης τόσο, ώστε ο Ερρίκος Ζ΄, που ανήλθε στο θρόνο το 1485, είχε την άνεση να κυβερνήσει εποικοδομητικά τη χώρα χωρίς να φθείρεται από εσωτερικές αντιπαλότητες. Ήταν η απαρχή της δυναστείας των Τυδώρ (1485-1603). Το κατοπινό μεγαλείο της Αγγλίας θεμελιώθηκε κατά τη διάρκεια της απολυταρχίας τους: η χώρα αναδεικνύεται ως το σπουδαιότερο ναυτικό και αποικιακό κράτος του κόσμου, η Εκκλησία της ανεξαρτητοποιείται από την Εκκλησία της Ρώμης, οι τέχνες και τα γράμματα, δίπλα στα άλλα, αναγεννώνται και ακμάζουν.

Μετά από μία τέτοια υποδομή ενός και μισού σχεδόν αιώνα και ενώ η δυναστεία των Στιούαρτ βρισκόταν για τέσσερις δεκαετίες στο θρόνο, για πρώτη φορά μετά από την αποδυνάμωση της αριστοκρατίας στον πόλεμο των Δύο Ρόδων, ο λαός της Αγγλίας διεκδικούσε πλέον συνειδητά και σθεναρά τη διαμόρφωση κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.

Σε αυτήν την πολιτικά ανήσυχη και μεταβατική περίοδο, την ημέρα των Χριστουγέννων του 1642 (σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο), στο χωριό Γούλσθορπ, κοντά στο Γκράντχαμ του Λίνκολνσαϊρ, γεννήθηκε ο Νεύτων.

1643-1661: Παιδικά χρόνια
Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είχε ήδη πεθάνει. Τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής του μένει μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά του. Κατόπιν η μητέρα του, Χάννα, παντρεύεται για δεύτερη φορά και φεύγει από το σπίτι, αφήνοντας το μικρό Ισαάκ στα χέρια της μητέρας της. Όταν ο πατριός πεθαίνει επίσης, μετά από οκτώ χρόνια, η μητέρα γυρίζει στο χωριό με τα τρία ετεροθαλή αδέρφια του, δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Είναι γνωστό ότι ο Νεύτων, ως νεαρός, κρατούσε ένα «αμαρτιολόγιο», έναν κατάλογο δηλαδή όπου σημείωνε τις αμαρτίες που πίστευε ότι διέπραττε. Μέσα εκεί αναφέρεται στη μητέρα του και στον πατριό του και έτσι γνωρίζουμε ότι ένιωθε ζήλια και μνησικακία για το γεγονός ότι εκείνη τον άφησε από μικρό για να ξαναπαντρευτεί. Πιστεύεται γενικά ότι η προσωπικότητά του, που διαμορφώθηκε αργότερα σε στρυφνή και αντικοινωνική, αναμφισβήτητα επηρεάστηκε από το ότι δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα του και το ότι η μητέρα του τον άφησε μόνο του στη μικρή εκείνη ηλικία.

Τις πρώτες σπουδές του τις ολοκλήρωσε στο κοντινό Γκράντχαμ . Όταν η μητέρα του πείστηκε ότι ο πρωτότοκος γιος της δεν επρόκειτο να αφοσιωθεί στο γεωργικό τρόπο ζωής για τον οποίο τον προόριζε, αποφάσισε να τον αφήσει να προετοιμαστεί για περαιτέρω σπουδές στο πανεπιστήμιο. Έτσι, στις 5 Ιουνίου του 1661, ο νεαρός Νεύτων εισάγεται στο Κολλέγιο Τρίνιτι του Καίμπριτζ. Λαμβάνει το πρώτο πτυχίο του το 1665 και με υποτροφία, μετά από τρία χρόνια (1668) ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του. Στο μεταξύ εκλέγεται μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας και αρχίζει έτσι επίσημα την ερευνητική σταδιοδρομία του.

1661-1669: Σπουδές στο Καίμπριτζ και οι πρώτες έρευνες
Η παιδεία που έλαβε στο Γκράντχαμ, αν και βασιζόταν κυρίως στην αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, συνδυασμένη με το ανήσυχο εφηβικό του πνεύμα, τον ώθησε να ασχοληθεί, εκτός από το διάβασμα, και με την ευρεσιτεχνία. Ανάμεσα σε άλλα είχε κατασκευάσει ηλιακά ρολόγια, (βλ. ΕΔΩ αρχαίο ηλιακό ρολόι)  και (βλ. ΕΔΩ ωρολόγιο του Κυρρήστου ή Πύργος των Ανέμων) τα οποία είχε τοποθετήσει σε καίρια σημεία στο διαμέρισμά του και, επίσης, είχε καταφέρει να σηκώσει ένα χαρταετό στον οποίο είχε εφαρμόσει ένα αναμμένο φανάρι, ένα εγχείρημα που λέγεται ότι τρομοκράτησε τους ανθρώπους της περιοχής του. Οπωσδήποτε, τέτοιου είδους δραστηριότητες μαρτυρούσαν ότι τον μικρό Ισαάκ διακατείχε οξεία ερευνητική διάθεση.

Για τον κοινωνικό κύκλο του Νεύτωνα κατά την περίοδο της φοίτησής του στο Καίμπριτζ, λίγα πράγματα είναι γνωστά. Οπωσδήποτε, ένας φίλος του ήταν ο συγκάτοικός του Γουίκινς (Wickins), ο οποίος εκτέλεσε κάποτε και χρέη γραφέα του. Από αναφορές του ίδιου του Νεύτωνα διαπιστώνουμε πως, πέρα από τη μελέτη, πολύ λίγα άλλα πράγματα τον ενδιέφεραν.

Σε αντίθεση με τη σύγχρονη φήμη του Καίμπριτζ, τον καιρό που ο Νεύτων ήταν εκεί, το ίδρυμα διένυε περίοδο σημαντικής ύφεσης, για λόγους που οφείλονταν κατά μείζονα λόγο στην πολιτική αστάθεια που επικρατούσε στη χώρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αφενός την αποστασιοποίηση του νέου φοιτητή από τους συμφοιτητές του, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους επιδίδονταν σε ανούσιες παραπανεπιστημιακές ασχολίες, και αφετέρου την έλλειψη μεθοδικής και έγκυρης καθοδήγησης από τους διδασκάλους του, πολλοί από τους οποίους ήταν διορισμένοι στο ίδρυμα χάριν του πολιτικού ή θρησκευτικού καθεστώτος και ελάχιστη σχέση είχαν με τα επιστημονικά δρώμενα.

Αυτή η κατάσταση, ωστόσο, δεν φαίνεται να εμπόδισε το νεαρό Νεύτωνα να ασχοληθεί με τις επιστήμες με τον πιο ενεργητικό και δημιουργικό τρόπο. Βρίσκοντας το δρόμο μόνος του, πειραματίστηκε αρχικά σε θέματα οπτικής — πολλές φορές με ακραίο τρόπο — ενώ παράλληλα μελετούσε τους παλαιότερους συγγραφείς, όπως οπτική από τον Κέπλερ, φιλοσοφία από τον Αριστοτέλη, τον Γαλιλαίο και τον Ντεκάρτ και, φυσικά, τα μαθηματικά έργα αυτών και άλλων.

Από τα τελευταία είμαστε σε θέση να ξεχωρίσουμε εκείνα που είχαν τη σημαντικότερη επίδραση στο έργο του ίδιου του Νεύτωνα. Τα Στοιχεία του Ευκλείδη ήταν η πρώτη επαφή του με τη γεωμετρία και γνωρίζουμε ότι, αν και αρχικά ήταν μία ρηχή επαφή και τα υποβίβασε σε σχέση με τη γεωμετρία του Ντεκάρτ, με τον καιρό τού εμφύσησε τη μαθηματική αυστηρότητα και τουλάχιστον του δίδαξε τις κλασικές διαδικασίες της μαθηματικής απόδειξης.

Ένα από τα πρώτα βιβλία που περιήλθαν στα χέρια του ήταν και το Clavis Mathematicæ (1631) του Γουίλιαμ Ότρεντ (William Oughtred). Το βιβλίο είχε γραφτεί για διδακτικούς σκοπούς, περιείχε στοιχειώδη θέματα αριθμητικής και άλγεβρας και — το κυριότερο — διαπνεόταν από την μη παραδοσιακή πεποίθηση ότι η άλγεβρα ήταν ένα «εργαλείο ανακάλυψης», που δεν χρειαζόταν να υποστηρίζεται από τη γεωμετρία.

Η πεποίθηση αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τον Ντεκάρτ, ο οποίος δίδασκε ότι η άλγεβρα μπορεί κατά μία έννοια αυτή να στηρίξει τη γεωμετρία. Εκτός από το φιλοσοφικό έργο του Ντεκάρτ, το μοναδικό του καθαρά μαθηματικό σύγγραμμα, η «Γεωμετρία» (Géométrie, 1637), υπήρξε σταθμός στις μελέτες του Νεύτωνα. Πέρα από την καινοφανή αλγεβρική προσέγγιση καθαυτή σε γεωμετρικά ζητήματα, η «Γεωμετρία» αποτέλεσε επίσης το κίνητρο για την επινόηση του διαφορικού λογισμού. Συγκεκριμένα, η άποψη του Ντεκάρτ ότι από την εξίσωση μίας καμπύλης μπορούμε δυνητικά να έχουμε οποιαδήποτε πληροφορία για την καμπύλη, παρότρυνε τον Νεύτωνα να γενικεύσει τις αποσπασματικές μεθόδους του Γάλλου φιλοσόφου σε «αναλυτικούς» αλγόριθμους που να έχουν εφαρμογή σε κάθε καμπύλη.

Στην ανάπτυξη τέτοιων αλγόριθμων από τη σκοπιά του ολοκληρωτικού λογισμού, ο Νεύτων βασίστηκε στο έργο του Τζον Γουόλις (John Wallis), ο οποίος υπήρξε μαθητής του Ότρεντ. Στο Arithmetica Infinitorum (1655) ο Γουόλις ασχολείται με το γνωστό πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου. Ορμώμενος από τη μελέτη αυτή, ο Νεύτων ασχολήθηκε με το γενικότερο πρόβλημα τετραγωνισμού καμπύλης, το οποίο σήμερα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως εύρεση του εμβαδού κάτω από καμπύλη. Ακόμη βασίστηκε στο βιβλίο αυτό όταν ανακάλυπτε το γενικευμένο διωνυμικό θεώρημα. Τέλος, από τον Γουόλις ο Νεύτων διάβασε και το Tractatus Duo (1659), μία γεωμετρική μελέτη επάνω στην κυκλοειδή, την κισσοειδή και άλλες καμπύλες.

Ο Φρανς Βαν Σούτεν (Frans Van Schooten), Ολλανδός μαθηματικός, χωρίς να έχει παραγάγει αξιόλογο πρωτότυπο έργο, συνεισέφερε ωστόσο πολύ στις σπουδές του Νεύτωνα, εκδίδοντας και σχολιάζοντας με επιμέλεια σύγχρονους μαθηματικούς της εποχής, όπως τον Φρανσουά Βιέτ (François Viète) στο Opera Mathematicæ (1946), και τη Γεωμετρία του Ντεκάρτ (1659-61), όπου συμπεριέλαβε, μεταξύ άλλων, έργα των Πιέρ ντε Φερμά (Pierre de Fermat), Κρίστιαν Χόυχενς (Christiaan Huygens) και του Χέντρικ φαν Χόιρετ (Hendrik van Heuraet). Ο τελευταίος, ειδικά, δίνοντας μία γενική λύση επάνω στο πρόβλημα της «ευθυγράμμισης καμπύλης» (δηλαδή της εύρεσης του μήκους καμπύλης), έδωσε στον Νεύτωνα το ερέθισμα να ερευνήσει την ακριβή σχέση των πράξεων της παραγώγισης και της ολοκλήρωσης, ή, όπως ο ίδιος αργότερα τα ονόμασε, τη σχέση μεταξύ της ευθείας και της αντίστροφης «μεθόδου των ροών».

Όπως αναφέρει ο Γουάιτσαϊντ (D. T. Whiteside) στην έκδοση των μαθηματικών έργων του Νεύτωνα, για να κάνει δημιουργική δουλειά ένας μαθηματικός «χρειάζεται επαρκή συμβολισμό, ικανή γνώση της μαθηματικής δομής και της φύσης της αξιωματικής απόδειξης, άριστο έλεγχο του πυρήνα των σύγχρονων μαθηματικών και κάποια προδιάθεση για μελλοντική πρόοδο», ανάγκες που όσον αφορά τα παραπάνω έργα, ικανοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό για τον Νεύτωνα.

Τις χρονιές 1665 και 1666, όταν έπληττε την Ευρώπη η πανούκλα και το πανεπιστήμιο στο Καίμπριτζ παρέμεινε αναγκαστικά κλειστό για προφανείς προληπτικούς λόγους, ο Νεύτων γύρισε στο Γούλσθορπ. Κατά την παραμονή στη γενέτειρά του η μελέτη του πάνω στα έργα άλλων επιστημόνων άρχισε ήδη να αποδίδει καρπούς. Την περίοδο εκείνη έκανε, ή είχε τουλάχιστον εμπνευστεί, σημαντικότατες ανακαλύψεις για τα μαθηματικά και όχι μόνο: η θεωρία χρωμάτων, βασισμένη στα πειράματα που για καιρό διεξήγαγε, το γενικευμένο διωνυμικό θεώρημα, και βέβαια, ο απειροστικός λογισμός. Επρόκειτο για μία πολύ δυνατή ώθηση για την επιστήμη που «οδήγησε τα μοντέρνα μαθηματικά υψηλότερα από το επίπεδο της ελληνικής γεωμετρίας». Ήταν τόσο σημαντικές οι επιστημονικές ανακαλύψεις αυτές, που τα έτη 1665 και 1666 για τον Νεύτωνα αναφέρονται στη βιβλιογραφία ως «Anni Mirabiles» (Θαυματουργά Έτη). Ο ίδιος λέει για τις χρονιές αυτές: «Στις δυο χρονιές 1665 και 1666 της πανούκλας… ενδιαφερόμουν για τα Μαθηματικά και τη Φιλοσοφία πιο πολύ παρά οποιαδήποτε άλλη φορά από τότε».

1669-1696: Καθηγητής στη Λουκασιανή Έδρα του Τρίνιτι
Το 1669 διορίζεται στη Λουκασιανή Έδρα των Μαθηματικών στο Τρίνιτι, παίρνοντας τη θέση του καθηγητή του, Ισαάκ Μπάροου (Isaac Barrow). Ως καθηγητής γνωρίζουμε ότι δεν είχε την αναμενόμενη ίσως αναγνώριση, καθώς, όπως μάς πληροφορεί ο Χάμφρεϊ Νεύτων, ανιψιός του Ισαάκ, «...τόσο λίγοι πήγαιναν να τον ακούσουν, και ακόμη λιγότεροι τον καταλάβαιναν, που πολλές φορές, κατά κάποιο τρόπο ελλείψει ακροατηρίου, διάβαζε στους τοίχους». Στις παραδόσεις «έμενε συνήθως γύρω στη μισή ώρα· όταν δεν είχε ακροατήριο, επέστρεφε συνήθως σε επτά λεπτά ή λιγότερο.»

Ποιο ήταν το περιεχόμενο των διαλέξεών του όμως ώστε να μειώνεται τόσο πολύ το ακροατήριό του; Από τα αρχεία της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης του Καίμπριτζ, γνωρίζουμε ότι είχε διδάξει οπτική (1670-1672), αριθμητική και άλγεβρα (1673-1683) και πολύ από το περιεχόμενο του περίφημου Philosophiæ Naturalis Principia Mathematica (1684-1687), το οποίο είχε δρομολογηθεί ήδη από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, μέσα κυρίως από τεταμένη αλληλογραφία με τον Ρόμπερτ Χουκ (Hooke) και κατόπιν μετά από την επαφή του με τον Έντμουντ Χάλλεϋ (Halley). Επρόκειτο, λοιπόν, για διαλέξεις επάνω στις εκάστοτε ερευνητικές του ανησυχίες — κάπως απαιτητικό επίπεδο για τους προπτυχιακούς του φοιτητές.

Το 1672 ο Νεύτων εντάχθηκε στην Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου. Είχε έτσι την ευκαιρία να έρθει σε επαφή, προσωπικά ή αλληλογραφώντας, και με άλλους επιστήμονες πέρα από τον Χουκ και τον Χάλεϊ, όπως ήταν ο χημικός Ρόμπερτ Μπόιλ (Boyle), ο αστρονόμος Τζον Φλάμστιντ (John Flamsteed), καθώς και οι Χόιχενς και Γουάλις. Πιο γνωστοί ίσως από όλους ήταν ο Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς (Gottfried Wilhelm Leibniz), με τον οποίο ο Νεύτων είχε μεγάλη διαμάχη για τη διεκδίκηση της πατρότητας του λογισμού, και ο γνωστός φιλόσοφος Τζον Λοκ (John Locke), ιδρυτής του εμπειρισμού, με τον οποίο είχε επικοινωνία επάνω σε θεολογικά ζητήματα.


Είναι αλήθεια ότι ο Νεύτων δεν είχε αμιγώς επιστημονικές ανησυχίες. Από την ίδια χρονιά που διορίστηκε στη Λουκασιανή Έδρα, εκτός από τα μαθηματικά και την οπτική, άρχισε παράλληλα να ασχολείται με την αλχημεία και τη θεολογία. Διαβάζοντας κανείς την αρκετά διεξοδική αναφορά του Κοέν (I. B. Cohen) στο ζήτημα αυτό, καταλαβαίνει ότι η ενασχόληση του Νεύτωνα με τέτοια παραεπιστημονικά ζητήματα δεν ήταν και τόσο παραεπιστημονική η ίδια. Μπορούμε να διακρίνουμε μεθοδικότητα και ρητορική διάθεση ακόμη και στις έρευνές του επάνω στις γραφές και τις προφητείες, αν και αυτά μάλλον δεν υποστηρίζονταν πάντοτε από αντικειμενικά κίνητρα.

Το καλοκαίρι του 1684 ωστόσο, όταν ο Έντμοντ Χάλεϊ επισκέφτηκε τον Λουκασιανό καθηγητή για να συζητήσει μαζί του για θέματα κινηματικής, ο Νεύτων αποφάσισε να διακόψει καθετί άλλο και να ασχοληθεί σοβαρά με τη μηχανική. Το αποτέλεσμα ήταν να ολοκληρώσει μέσα σε τρία χρόνια ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά έργα του αιώνα του -και όχι μόνο- το Philosophiæ Naturalis Principiæ Mathematica. Σε αυτό το αυστηρά δομημένο έργο ο Νεύτων βασίζεται εν μέρει στα θεωρητικά αποτελέσματα του Κέπλερ και εξάγει το γνωστό νόμο της παγκόσμιας έλξης θεμελιώνοντας τη μηχανική. Εγκαθίδρυσε έτσι μία κοσμολογική άποψη για τη βαρύτητα που κυριάρχησε στην επιστημονική κοινότητα, ώσπου να την αναθεωρήσει ο Άλμπερτ Αϊνστάιν (Albert Einstein) το 1915 με τη γενική θεωρία της σχετικότητας. (Περίφημη παραμένει η φράση του Αϊνστάιν Νεύτων, συγχώρεσέ με).

Μετά την έκδοση του Principiæ Mathematica και μέχρι το 1696 που έφυγε από το Καίμπριτζ, επέστρεψε ξανά στις δευτερεύουσες ασχολίες του και άρχισε να χάνει σταδιακά το ενδιαφέρον του για τη Λουκασιανή Έδρα. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1689 εκλέχθηκε μέλος του κοινοβουλίου καθώς και ότι το φθινόπωρο του 1693 υπέστη νευρική κατάπτωση. Όταν ένας από τους παλιούς προσκείμενους μαθητές του μπόρεσε να του εξασφαλίσει τη θέση του διευθυντή του εθνικού Νομισματοκοπείου (Warden of the Mint), αποφάσισε να παραιτηθεί από τη Λουκασιανή Έδρα — πράγμα που τυπικά έγινε το 1701 — και να μετακομίσει στο Λονδίνο, ώστε να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα.

1696-1727: Τα τελευταία χρόνια στο Λονδίνο
Από τη στιγμή που ο Νεύτων έφυγε από το Καίμπριτζ, μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό και η επιστημονική του δραστηριότητα. Συνέχισε να ασχολείται με μαθηματικά προβλήματα αλλά κυρίως ασχολήθηκε με τις δημοσιεύσεις των εργασιών του. Ήταν τα χρόνια της διαμάχης με τον Λάιμπνιτς. Χρησιμοποιώντας κάθε δυνατό μέσο, προσπάθησε — αποτελεσματικά ως ένα βαθμό — να πείσει την επιστημονική κοινότητα ότι ο λογισμός ήταν δική του επινόηση και ότι ο Λάιμπντς δεν έκανε τίποτε άλλο από το να οικειοποιηθεί τις δικές του ιδέες. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να ξεπεράσει τις παλιές του επιφυλάξεις και να εκθέσει στην κρίση των συναδέλφων του τις παλιές ανακαλύψεις του, σε έναν αγώνα δρόμου να κατοχυρώσει τους ερευνητικούς του καρπούς. Μέχρι το 1711 είχαν εκδοθεί από μία τουλάχιστον φορά τα Opticks (1704), Tractatus de Quadratura Curvarum (1704), Enumeratio Linearum Tertii Ordinis (1704), Arithmeticæ Universalis (1707), De Analysi (1711), Methodis Differentialis (1711) καθώς και δύο ακόμη φορές το Principiæ Mathematica (1713, 1726) ενώ εννιά χρόνια μετά το θάνατό του, εκδόθηκε για πρώτη φορά το De Methodis Fluxionum et Serierum Infinitarum (1736).

Το Φεβρουάριο του 1699 η Ακαδημία των Επιστημών του Παρισιού ονόμασε τον Νεύτωνα αντεπιστέλλον μέλος, ενώ το Νοέμβριο του 1703 εκλέχθηκε πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας, όπου παρέμεινε μέχρι το θάνατό του. Στη θέση αυτή στάθηκε σκληρός και άτεγκτος, ενώ μάλιστα έχει δειχθεί ότι επωφελήθηκε της θέσης ώστε να ενεργήσει κατά του Λάιμπνιτς. Τέλος, αξιοσημείωτο είναι ότι στις 16 Απριλίου του 1705, σε τελετή που έγινε στο Κολέγιο του Τρίνιτι, η βασίλισσα Άννα έχρισε τον Νεύτωνα ιππότη ως αναγνώριση των πολιτικών υπηρεσιών του προς την Αγγλία. Είκοσι δύο χρόνια μετά, στις 31 Μαρτίου του 1727, πέθανε άρρωστος από πάθηση των πνευμόνων σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων ετών.

Πνευματικοί κληρονόμοι και βιογράφοι
Όταν πέθανε ο Νεύτων, το 1727, στη χώρα του ήδη τον θεωρούσαν εθνική μορφή, έτσι ώστε να ευνοηθεί στα ανώτερα λαϊκά στρώματα ένα επιστημονικό - φιλοσοφικό ρεύμα που είναι γνωστό ως «νευτωνιανισμός» και το οποίο βασιζόταν επιφανειακά στη μεθοδολογική νοοτροπία που διέπνεε το έργο του. Πολύ περισσότερο, σε συνδυασμό με τις φιλοσοφικές ιδέες των Ντεκάρτ και Λοκ, βοήθησε να σφυρηλατηθεί το λεγόμενο ρασιοναλιστικό πνεύμα του Διαφωτισμού.

Σε καθαρά επιστημονικό επίπεδο, το έργο του είχε ευρεία και άμεση απήχηση στην Αγγλία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στα επόμενα χρόνια οι επιστήμονες προσπαθούσαν να εφαρμόζουν τους νόμους του Principia Mathematica μαζί με τις απειροστικές μεθόδους σε κάθε σχεδόν πρόβλημα φυσικής, ελέγχοντας παράλληλα με τον τρόπο αυτό την εγκυρότητα της θεωρίας και τα όριά της. Ο προσδιορισμός του σχήματος της Γης το 1735, ο υπολογισμός της τροχιάς της σελήνης από τον Κλερό (Alexis-Claude Clairaut, 1713-1765) και η ακριβής χρονική πρόβλεψη της επανόδου του κομήτη Χάλεϊ ήταν τα τρία αποφασιστικά βήματα που δικαίωσαν τη θεωρία του Νεύτωνα. Με μεγαλύτερη πίστη και περισσότερες ελπίδες κατόπιν, οι φυσικοί της εποχής συνέχιζαν να εφαρμόζουν τη θεωρία εξάγοντας πολλά σημαντικά αποτελέσματα, όπως του Λέοναρντ Όιλερ (Leonhard Euler, 1707-1783) στην υδροδυναμική, του Ζοζέφ Λουί Λαγκράνζ (Joseph Louis Lagrange, 1736-1813) στην αναλυτική μηχανική ή του Πιέρ Σιμόν Λαπλάς (Pierre Simon Laplace, 1749-1827) στην ουράνια μηχανική του.

Στα μαθηματικά από την άλλη, μία μεγάλη περιοχή είχε ανακαλυφθεί και περίμενε τους κατοπινούς επιστήμονες να τη χαρτογραφήσουν, η περιοχή της μαθηματικής ανάλυσης. Βασισμένοι στον απειροστικό λογισμό - αν και προτιμώντας την έκφρασή του από τον Λάιμπνιτς - πολλοί γνωστοί μαθηματικοί επέκτειναν την επιστήμη προς νέες κατευθύνσεις: οι Γιόχαν και Γιάκομπ Μπερνούλι (Bernoulli) με το λογισμό μεταβολών, ο Γκασπάρ Μονζ (Gaspard Monge) με την διαφορική γεωμετρία, ο Λαγκράνζ στις διαφορικές εξισώσεις και την αναλυτική μηχανική, μία καθαρά αλγεβρική θεώρηση όπου εκμεταλλεύεται με άμεσο τρόπο τις άπειρες σειρές, και βέβαια ο Όιλερ σε μία πληθώρα προβλημάτων. Ήταν, μάλιστα, η γονιμότητα του λογισμού που έπεισε σταδιακά τους επιστήμονες να παραμερίσουν την κλασική γεωμετρία και μαζί με αυτήν και τα ελαττώματά της.

Ο άνθρωπος Νεύτων, χαρισματικός διανοητής αλλά προβληματικός χαρακτήρας, άργησε πολύ να κριθεί με αντικειμενικότητα από την επιστημονική κοινότητα της Αγγλίας. Οι πρώτοι του βιογράφοι — ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής — περιορίζονταν στο να εξυμνούν τα επιτεύγματά του, ενώ η πρώτη φορά που αποκαλύφθηκαν δυσάρεστες πληροφορίες γύρω από τη ζωή του ήταν το 1835 από τον Φράνσις Μπέιλι (Francis Baily, 1774-1844), ιδρυτή της Αστρονομικής Βασιλικής Εταιρείας, και κατόπιν από τον Αουγκούστους ντε Μόργκαν (Augustus de Morgan). Από τότε έχουν γίνει πολλές μελέτες για τον Νεύτωνα, και ίσως η πιο γνωστή ανάμεσά τους είναι του Αμερικανού Ρίτσαρντ Γουέστφαλ (Richard Westfall).

Η επιστημονική συνεισφορά του Νεύτωνα
Με την θεωρία της παγκόσμιας έλξης, ο Νεύτων αντιμετώπισε θεμελιώδη ερωτήματα που απασχολούσαν τη φυσική για καιρό και πρόσφερε μία σαφή και γόνιμη κοσμολογική αντίληψη, που γρήγορα υπερίσχυσε της αντίστοιχης καρτεσιανής. Ακόμη, συνεισέφερε με ουσιαστικό τρόπο στην οπτική και συγκεκριμένα στη θεωρία χρωμάτων, όπου απέδειξε πειραματικά ότι το ηλιακό φως αποτελείται από επιμέρους χρώματα παρέχοντας την πιο εναργή θεωρία του 17ου αιώνα στον κλάδο αυτό.

Με την επινόηση του διαφορικού και ολοκληρωτικού λογισμού εισήγαγε στα μαθηματικά ένα εργαλείο έτοιμο να δώσει άμεσες λύσεις σε πολλά μαθηματικά και φυσικά προβλήματα αλλά και με πλατιά περιθώρια βελτίωσης. Τις περισσότερες φορές χάρη σε απειροστικές μεθόδους, ο Νεύτων εργάστηκε αποτελεσματικά επάνω σε προβλήματα που σήμερα φιλοξενούνται σε διακεκριμένα πεδία των μαθηματικών: τριγωνομετρικές σειρές, πεπερασμένες διαφορές, ταξινόμηση καμπυλών. Ασχολήθηκε ακόμη με την γεωμετρία, κλασική και αναλυτική, τη θεωρία αριθμών και την άλγεβρα, για την οποία μάλιστα συνέταξε το σημαντικό Arithmeticæ Universalis, ένα διδακτικό βιβλίο όπου γίνεται σαφής διαχωρισμός και μεθοδολογική αντιπαράθεση ανάμεσα στην (πρακτική) αριθμητική και την άλγεβρα και όπου αναπτύσσονται γενικές μέθοδοι επίλυσης βασικών αλγεβρικών προβλημάτων με σημαντική συνεισφορά στη θεωρία των εξισώσεων.

Η θρησκευτικότητα του Νεύτωνα

Ο Ισαάκ Νεύτων ανατράφηκε ως Αγγλικανός, όμως δεν δεχόταν το δόγμα της Τριάδας, παρ' όλο που αυτή η άποψη θεωρούνταν παράνομη εκείνη την εποχή.

Ισαάκ Νεύτων και Αλχημεία
Χυμεία του Ισαάκ Νεύτωνα (βλ. ΕΔΩ)
Όμως υπάρχει και μια άλλη σχετικά άγνωστη, μυστηριώδης πλευρά αυτού του λαμπρού επιστήμονα, μια δραστηριότητά του που κράτησε περίπου τριάντα χρόνια, αν και την κράτησε επιμελώς κρυμμένη από τους συγχρόνους και τους συναδέλφους του: η συμμετοχή του Νεύτωνα στην μαθητεία της αλχημείας, ή όπως αναφερόταν συχνά στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα στην Αγγλία, της Χυμείας. Ο Νεύτων έγραψε και μετέγραψε περίπου ένα εκατομμύριο λέξεις σχετικά με το θέμα της αλχημείας, από τις οποίες μόνο ένα ελάχιστο τμήμα έχει δημοσιευθεί σήμερα. Τα αλχημικά χειρόγραφά του περιλαμβάνουν ένα πλούσιο σύνολο διάφορων τύπων εγγράφων, ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβάνονται σημειώσεις εργαστηρίων, περιγραφές των αλχημικών ουσιών και των διαδικασιών, μεταγραφές από άλλες πηγές, ακόμη και ποίηση.

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/