Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαιογνώμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαιογνώμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Ο Έλληνας ναυδόμος την Μυκηναϊκή περίοδο

Η μελέτη των μυκηναϊκών εργαλείων ξυλουργικής, που χρησιμοποιούνται σε ναυπηγικές εργασίες, επεδίωξε να προσφέρει μία, κατά το δυνατόν, ολοκληρωμένη και πληρέστερη επιστημονικά προσέγγιση-πρόταση για την έρευνα απλών, χρηστικών αντικειμένων, όπως είναι τα εργαλεία. Αυτά αντιμετωπίζονται ως τέχνεργα, που παρέχουν πληροφορίες για την πρώτη ύλη, τον τρόπο κατασκευής, την επεξεργασία, στην οποία υποβάλλονται, για να είναι έτοιμα προς χρήση, καθώς και το φάσμα των εξειδικευμένων εργασιών, που έχουν σχεδιαστεί να επιτελέσουν. Ας αποδοθεί, λοιπόν, σε αυτά τα εργαλεία και στους ανώνυμους τεχνίτες τους η αξία που τους αρμόζει ως φωτεινών δεικτών τεχνογνωσίας και τεχνολογικής ανάπτυξης για κοινωνίες που έχουν χαθεί.


Μυκηναϊκά εργαλεία ξυλουργικής με εφαρμογή στη ναυπηγική της Ύστερης Εποχής του Χαλκού


Άγνωστες πτυχές της τεχνολογίας της εποχής
Στην κλειστή γεωγραφική ενότητα του Αιγαίου εμφανίστηκαν σημαντικά όσο και ιδιότυπα πολιτιστικά μορφώματα με άμεσα ή έμμεσα έκδηλο τον νησιωτικό χαρακτήρα – «νησιωτισμό». Ήδη από τη Νεολιθική εποχή και εξής η θάλασσα παραδοσιακά περισσότερο ένωνε παρά χώριζε. Συνακόλουθα, το πλοίο ως η πρώτη σύνθετη και θαυμαστή μηχανή των κατοίκων του Αιγαίου αποτέλεσε το απαραίτητο μέσο για τις μετακινήσεις και τις επαφές και ως τέτοιο έγινε φορέας πολιτισμού, όπου μαζί με τα λογής προϊόντα ανταλλαγής διαδίδονταν νέες ιδέες και πολιτισμικά επιτεύγματα.

Με την αυγή της Εποχής του Χαλκού και τη βελτίωση, την άνθηση και τη διάδοση της μεταλλοτεχνίας ήταν φυσικό να βελτιωθεί και να εμπλουτιστεί το εύρος των ξυλουργικών εργαλείων, με συνέπεια να κατασκευάζονται πλέον μεγαλύτερα, συνθετότερα και αξιόπλοα σκαριά για τις ανάγκες της ανακτορικής οικονομίας. Η αναγκαία εκζήτηση στον τομέα της τεχνολογίας ήταν φυσικό να αγγίξει και τη ναυπηγική τέχνη. Οι πολυάριθμες παραστάσεις πλοίων, κυρίως στη μικρογλυπτική της σφραγιδογλυφίας, η «χαρτογράφηση» ενός μακρού θαλασσινού ταξιδιού, που διασώζεται στην περίφημη τοιχογραφία του στόλου από τη Δυτική Οικία στο Ακρωτήρι Θήρας, καθώς και η τοιχογραφική μικρογραφική ζωφόρος του 13ου αι. από το ανάκτορο της Πύλου καταδεικνύουν με τον πλέον εύγλωττο τρόπο την ακμή της ναυπηγικής τέχνης.

Η ιδέα για τη μελέτη των εργαλείων ξυλουργικής της Ύστερης Χαλκοκρατίας προέκυψε κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού ναυπηγήσεως μιας μυκηναϊκής εικοσόρου και της κατασκευής αντιστοίχου νεωσοίκου μυκηναϊκής οικοδομικής τεχνολογίας από τον πολιτιστικό σύλλογο αναβίωσης ναυπηγικής ιστορίας «Αριστοναύται», που εδρεύει στην περιοχή Ξυλοκάστρου Κορινθίας.

Η μελέτη αυτή, εντασσόμενη στον τομέα της πειραματικής αρχαιολογίας, έχει ως βασικό στόχο την ανασύσταση και την ανακατασκευή της εργαλειοθήκης του Μυκηναίου τεχνίτη ξυλοναυπηγικής. Πρόκειται για μια προσπάθεια εντοπισμού του βασικού συνόλου εργαλείων, που χρησιμοποιεί ο Μυκηναίος ναυδόμος για την κατασκευή, αλλά και την επισκευή ενός αξιόπλοου σκαριού.

Αρχαιολογική μελέτη
Ξεκινώντας κανείς να πραγματευτεί τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν στη ναυπηγική, είναι αναμενόμενο να αρχίσει την έρευνα από εκείνα που εντοπίσθηκαν σε μυκηναϊκά ναυάγια ή σε νεώσοικους της Ύστερης Χαλκοκρατίας στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ωστόσο, λόγω του ότι δεν έχουν εντοπιστεί, ή και αν ακόμη έχουν εντοπιστεί, δεν έχουν ανασκαφεί, το θέμα προσεγγίσθηκε ακολουθώντας μια διαφορετική πορεία. Σε πρώτη φάση, συγκεντρώθηκαν σε ειδικά σχεδιασμένη βάση δεδομένων όλα τα εργαλεία τα οποία μπορούν, εν δυνάμει, να επεξεργαστούν ξύλο και να χρησιμοποιηθούν σε κατασκευές, όπως αυτές της ναυπηγικής. Στη συνέχεια, αξιοποιήθηκαν πληροφορίες προερχόμενες από διάφορες πηγές της υπό μελέτη εποχής, καθώς και ποικίλα αρχαιολογικά παράλληλα από το χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Επιπλέον, η εικόνα για τα συγκεκριμένα εργαλεία συμπληρώθηκε από πληροφορίες των ιστορικών χρόνων, οι οποίες αφενός φωτίζουν πτυχές ανακλώντας πρωιμότερη τεχνογνωσία και αφετέρου καταδεικνύουν τη διαχρονικότητα της συγκεκριμένης τέχνης.

Κατόπιν, λοιπόν, γόνιμης συγκριτικής μελέτης όλων των προαναφερθέντων στοιχείων, προέκυψε ότι η εργαλειοθήκη του ναυπηγού-καραβομαραγκού της Ύστερης Χαλκοκρατίας περιείχε τα ακόλουθα εργαλεία, βασικά ή μη: τον πέλεκυ, το σκέπαρνο, τη σμίλη, το τρύπανο, τον οπέα, τον πρίονα και τη σφύρα. Επιπλέον, ξεχωριστή θέση κατέχουν τα εργαλεία μετρήσεως, όπως η στάθμη, η γωνία και ο πήχυς.
Εικ. 1. Παράσταση σε χαμηλό ανάγλυφο από τον τάφο Τí της 5ης Δυναστείας (2475-2345 π.Χ.) στη νεκρόπολη της Σακάρας, όπου διασώζονται σκηνές ναυπηγήσεως πλοίου (Steindorf 1913, πίν. 119).
Κύρια πηγή πληροφοριών για τα είδη των εργαλείων που χρησιμοποιούνται στη ναυπήγηση πλοίων κατά την Εποχή του Χαλκού, αποτελούν οι αιγυπτιακές τοιχογραφίες της 5ης Δυναστείας, όπου απεικονίζονται σχεδόν όλα τα βασικά εργαλεία (εικ. 1). Η εικόνα αυτή ενισχύεται και επιμηκύνεται χρονικά μέχρι τα τέλη της Ύστερης Χαλκοκρατίας και τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους από την ομηρική μαρτυρία, όχι μόνο αναφορικά με την κατασκευή της σχεδίας του Οδυσσέα, αλλά και με άλλες διάσπαρτες αναφορές σε εργαλεία ναυπηγικής και ξυλουργικής. Τέλος, γραπτές και εικονιστικές πηγές των ιστορικών χρόνων επιβεβαιώνουν τις πληροφορίες από παλαιότερες πηγές και προσφέρουν νέα στοιχεία για την εξέλιξη των εργαλείων της συγκεκριμένης τέχνης στο πέρασμα των αιώνων (εικ. 2, 3).
Εικ. 2. Απεικόνιση ιδεογραμμάτων Ιερογλυφικής, Γραμμικής Α και Β γραφής (Evely 199 εικ12

Μία ακόμα πηγή πληροφοριών για τους χρησιμοποιούμενους τύπους εργαλείων κατά τη συγκεκριμένη εποχή αποτελούν τα εργαλεία που εντοπίσθηκαν σε ναυάγια. Πιο συγκεκριμένα, εξετάστηκαν οι τύποι εργαλείων που ανευρέθηκαν στα δύο ναυάγια της Ύστερης Χαλκοκρατίας στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, αυτό του Uluburun και της Χελιδονίας Άκρας (Cape Gelidonya) χρονολογούμενα, αντίστοιχα, στον 13ο και 14ο αι. π.Χ. Επιπλέον, ευρήματα από ναυάγια ιστορικών χρόνων, που έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν σκευές πλοίων, όπως η εργαλειοθήκη του Μa’agan Μikael, φωτίζουν περισσότερο τον απαραίτητο εξοπλισμό, με τον οποίο ήταν εφοδιασμένο ένα πλοίο κατά τις μετακινήσεις του. Εξάλλου, η χρήση τους για την κατασκευή του πλοίου, καθώς και για τις απαραίτητες επιδιορθώσεις, επιβεβαιώνεται από τον εντοπισμό και τη μελέτη των ιχνών ορισμένων από αυτά στα σωζόμενα ξύλινα τμήματα της γάστρας.
Εικ. 3. Απεικόνιση κατασκευής της βάρκας της Αυγής στη ζωφόρο του Τηλέφου από τον βωμό της Περγάμου (Pollit 1986, σ. 203, εικ. 216).
Η μελέτη ολοκληρώθηκε με την παραβολή αντίστοιχων εργαλείων, των οποίων η χρήση μαρτυρείται μέχρι τις μέρες μας στην παραδοσιακή ναυπηγική, καθώς και με την παρουσίαση νέων τύπων για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών.

Μέσα από όλη αυτή την πορεία καταδεικνύεται η χρήση κοινών τύπων εργαλείων καθ’ όλη τη διάρκεια της ναυπηγικής ιστορίας. Γενικότερα, δεν διαπιστώθηκαν ριζικές αλλαγές στους τύπους των εργαλείων ναυπηγικής. Τα βασικά στοιχεία διαφοροποίησης ανάλογα την εποχή είναι το υλικό κατασκευής τους, από κρατέρωμα σε σίδηρο, καθώς και η ύπαρξη ορισμένων νέων τύπων, οι οποίοι δημιουργήθηκαν για να ανταποκριθούν στις εκάστοτε κατασκευαστικές ανάγκες. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι όσο δεν αλλάζουν οι κατασκευαστικές τεχνικές και η πρώτη ύλη κατασκευής των μετάλλινων μερών των εργαλείων, τόσο δεν παρατηρούνται ριζικές αλλαγές στη μορφολογία τους.

Πειραματική μελέτη
Τα εργαλεία που συγκεντρώθηκαν και μελετήθηκαν θεωρείται ότι σχετίζονται με την επεξεργασία του ξύλου, διότι έχουν αρκετές ομοιότητες με αντίστοιχα παραδοσιακά, χειροκίνητα εργαλεία. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει τη χρήση τους σε άλλα υλικά. Για την αξιολόγηση της χρήσης τους ήταν απαραίτητη η επιλογή μιας συγκεκριμένης κατασκευής, προκειμένου να διαπιστωθεί η καταλληλότητά τους για τη διαμόρφωση ξύλινων επιφανειών. Η επιλογή της ανακατασκευής τμήματος της γάστρας ενός πλοίου της Ύστερης Χαλκοκρατίας ξεκίνησε, όπως προαναφέρθηκε, στο πλαίσιο της οικοδόμησης της μυκηναϊκής εικοσόρου και κατέληξε στην ανακατασκευή συγκεκριμένου τμήματος της γάστρας από το ναυάγιο του Uluburun.
Εικ. 4. Ήμισυ μήτρας από άμμο και ξύλινα μοντέλα σμιλών κατά τη φάση της χύτευσης.

Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε υπαγορεύθηκε από τον βασικό γνώμονα που διέπει τη συγκεκριμένη μελέτη. Αυτός δεν είναι άλλος από την αξιολόγηση μέσω της χρήσης των υπό μελέτη εργαλείων. Σε πρώτη φάση, συγκεντρώθηκαν, εξετάσθηκαν και ταξινομήθηκαν όλα εκείνα τα εργαλεία, που θεωρούνται εν δυνάμει κατάλληλα για ξυλουργική χρήση. Από την έρευνα αυτή προέκυψαν ενδιαφέροντα στοιχεία, αλλά και ερωτήματα ή κενά, που σχετίζονται με τη χρήση τους και στα οποία η αρχαιολογική μελέτη δεν ήταν δυνατόν να προσφέρει τις αναγκαίες απαντήσεις.

Συνεπώς, κρίνεται απαραίτητη η συνδρομή της πειραματικής διαδικασίας, μέσω της οποίας επιβεβαιώνεται, σε πρώτη φάση, η ξυλουργική χρήση των εργαλείων και, στη συνέχεια, η καταλληλότητά τους για την τέχνη της ναυπήγησης. Με τον τρόπο αυτό, το πείραμα αποτελεί το δίαυλο που συνδέει το ίδιο το εύρημα-εργαλείο με τη λειτουργία που είναι προορισμένο να επιτελέσει. Έτσι, το εν δυνάμει ξυλουργικό εργαλείο ανακατασκευάζεται, μορφοποιείται και χρησιμοποιείται στην επεξεργασία ξύλου κατάλληλου για ναυπηγική χρήση. Η διαδικασία αυτή ακολουθείται για ένα σύνολο κοπτικών, διατρητικών, κρουστικών, λειαντικών και μετρητικών εργαλείων, τα οποία φαίνεται να απαρτίζουν την εργαλειοθήκη του τεχνίτη του ξύλου της Ύστερης Χαλκοκρατίας.
Εικ. 5. Διπλή μήτρα από άμμο, στο εσωτερικό της οποίας έχει διοχετευθεί το λιωμένο μέταλλο (κρατέρωμα).
Μετά την τεκμηριωμένη παρουσίαση των εργαλείων, που είναι, εν δυνάμει, κατάλληλα για την επεξεργασία ξύλου, καθίσταται αναγκαία η ανακατασκευή, η χρήση και η αξιολόγησή τους μέσω ποικίλων πειραματικών διαδικασιών. Γενικότερα, στην πειραματική μελέτη δόθηκε η ευκαιρία να επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες και να απαντηθούν ερωτήματα που προέκυψαν από την αρχαιολογική μελέτη.

Το πειραματικό μέρος περιλαμβάνει τη διαδικασία της ανακατασκευής και της αξιολόγησης επιλεγμένων εργαλείων προσομοιούμενων με αντίστοιχα, που εντοπίστηκαν σε διάφορες θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας κατά την περίοδο της Ύστερης Χαλκοκρατίας. Η ανακατασκευή των εργαλείων, στο σύνολό τους, εμπεριέχει τη φάση κατασκευής και μορφοποιήσεως των μετάλλινων στελεχών, καθώς και εκείνη της διαμορφώσεως των ξύλινων στειλεών, με βασικό στόχο την αξιολόγηση κατά τη χρήση.

Για την υλοποίηση του πειραματικού μέρους ήταν απαραίτητη η ύπαρξη συγκεκριμένων προϋποθέσεων, που σχετίζονταν άμεσα με την απαιτούμενη υλικοτεχνική υποδομή. Ειδικότερα, η ανακατασκευή των εργαλείων προϋπέθετε τη χρήση καθαρώς χημικού χαλκού (Cu) και καθαρώς χημικού κασσιτέρου (Sn), καθώς και γαιάνθρακα για την τήξη του μετάλλου. Η διαδικασία της χύτευσης πραγματοποιήθηκε σε χυτήριο στον Πειραιά, σε μήτρες από άμμο με τη χρήση ξύλινων ομοιωμάτων (εικ. 4-6).
Εικ. 6. Ανακατασκευασμένα ξυλουργικά εργαλεία μετά τη διάλυση των μητρών και πριν από την επεξεργασία τους.


Η ανακατασκευή των εργαλείων βασίσθηκε στα αποτελέσματα κραματικών και μεταλλογραφικών αναλύσεων των πρωτοτύπων, καθώς και των πορισμάτων που προέκυψαν από αυτές αναφορικά με τον τρόπο κατασκευής και τη διαδικασία μορφοποιήσεως. Ειδικότερα, η αλυσίδα ανακατασκευής των εργαλείων χωρίζεται σε τέσσερα διακριτά μέρη: α) τη φάση της χύτευσης και της κατασκευής των μητρών, β) την επεξεργασία των μετάλλινων στελεχών των εργαλείων, όπως αυτή προκύπτει από μεταλλογραφικές αναλύσεις, γ) τη μελέτη της κατασκευαστικής γεωμετρίας (μορφολογία κόψεως, μορφολογία οδόντων, ακόνισμα κ.λπ.), και δ) τη φάση στειλέωσής τους, κατά την οποία προτείνονται συγκεκριμένα υλικά κατασκευής (είδη ξύλου, κατασκευή σχοινιών για την πρόσδεση), ποικίλες μορφές στειλεών για όλους τους τύπους εργαλείων και, τέλος, τρόποι στειλέωσης, που σχετίζονται με την κατασκευαστική γεωμετρία και το είδος της εργασίας, την οποία τα συγκεκριμένα εργαλεία προορίζονται να επιτελέσουν. Με την τελευταία αυτή φάση, επιβεβαιώθηκαν πληροφορίες από ποικίλα αρχαιολογικά, εθνολογικά παράλληλα παραδοσιακών ξυλουργικών εργαλείων χειρός.

Στη συνέχεια, τα εργαλεία αξιολογήθηκαν κατά τη χρήση τους σε μεμονωμένες ξυλουργικές-ναυπηγικές εργασίες, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η καταλληλότητά τους στη διαμόρφωση του ξύλου και να επιλεγούν τα καταλληλότερα από αυτά, για την κατασκευή του τμήματος της γάστρας (εικ. 7). Η αξιολόγηση διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: α) την ποσοτική, β) την ποιοτική και γ) την εργονομική απόδοση. Για το λόγο αυτό, βασίσθηκε, αντιστοίχως, σε χρονικές σπουδές, στη μακροσκοπική εξέταση τελικού προϊόντος, καθώς και στην προσωπική μαρτυρία του χειριστή-τεχνίτη.
Εικ. 7. Ο παραδοσιακός καραβομαραγκός Ν. Δαρουκάκης κατά τη διάνοιξη τόρμων με σμίλη στο εργαστήριό του στην Αίγινα.
Επόμενο στάδιο αποτέλεσε η κατασκευή τμήματος της γάστρας του ναυαγίου του Uluburun, προκειμένου να αξιολογηθούν περαιτέρω τα εργαλεία, που αξιολογήθηκαν κατά το προηγούμενο στάδιο και να επιλεγούν, τελικά, όσα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως βασικά στοιχεία της εργαλειοθήκης του Μυκηναίου ναυδόμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο ναυάγιο χρονολογείται στον 14ο αι. π.Χ. και είναι το μοναδικό, που διασώζει τμήμα της καρίνας και της γάστρας αποκαλύπτοντας τις ναυπηγικές τεχνικές της Ύστερης Χαλκοκρατίας.
Εικ. 8. Ανακατασκευασμένο τμήμα της γάστρας του Uluburun, όπου διακρίνεται τρόπος ναυπήγησης του πλοίου με την τεχνική των τόρμων και των συνδέσμων, οι οποίοι ασφαλίζονται με ξύλινους ήλους.

Το πειραματικό μέρος ολοκληρώθηκε με τη χρήση των προεπιλεγμένων, κατά την προηγούμενη φάση, εργαλείων για την ανακατασκευή της γάστρας. Ακολουθήθηκε η ίδια τεχνική με την οποία είχε κατασκευαστεί το σκαρί του Uluburun, αυτή των τόρμων και των συνδέσμων, που ασφαλίζονται με ξύλινους ήλους δημιουργώντας μία συμπαγή κατασκευή στο σύνολό της (εικ. 8). Αξίζει, ωστόσο, να αναφερθεί ότι το συγκεκριμένο εγχείρημα εκτελέστηκε σε δύο διαφορετικά περιβάλλοντα και από διαφορετικούς εκτελεστές. Ειδικότερα, κατασκευάσθηκαν δύο παρόμοια τμήματα της γάστρας στο εργαστήριο ξυλουργικής του τομέα Ανατομίας και Τεχνολογίας του Ξύλου του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών και στο εργαστήριο του παραδοσιακού καραβομαραγκού Ν. Δαρουκάκη αντιστοίχως. Το πρώτο εκτελέστηκε από έναν μη εξειδικευμένο χειριστή-μελετητή, τη γράφουσα, ενώ το δεύτερο από έναν εξειδικευμένο τεχνίτη. Τα συμπεράσματα, που προέκυψαν, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αποκαλύπτοντας τη διαχρονικότητα όχι μόνο των εργαλείων, αλλά και της ίδιας της τεχνογνωσίας, η οποία περνάει από τεχνίτη σε τεχνίτη και παραμένει αναλλοίωτη, όσο τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι τα ίδια και οι ανάγκες που καλύπτουν είναι κοινές.



Αξιολογώντας την όλη προσπάθεια μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι ο στόχος επιτεύχθηκε, αφού είναι δυνατόν να γίνει λόγος για ανασύσταση της εργαλειοθήκης του Μυκηναίου ναυδόμου.

Πιο συγκεκριμένα, ο βασικός εξοπλισμός του ναυπηγού απαρτίζεται από το σκέπαρνο, τον πρίονα, το τρύπανο με ή χωρίς τόξο, τη σμίλη και την ξύλινη σφύρα, καθώς και από ποικίλα εργαλεία μετρήσεως (εικ. 9). Τα προαναφερθέντα αποτελούν, κατ’ αρχήν, εργαλεία ξυλουργικά, που προορίζονται για την επεξεργασία γενικότερα του ξύλου, για την κάλυψη ποικίλων αναγκών, κατασκευαστικών, σε επίπεδο οικισμού, αλλά και καθημερινών, σε επίπεδο οίκου. Αυτό επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από τον τόπο ευρέσεως των εργαλείων. Αν και η πλειονότητά τους εντοπίσθηκε σε «θησαυρούς», ωστόσο, η ανεύρεσή τους σε ταφικά και οικιστικά περιβάλλοντα, σε συνδυασμό με την απουσία χώρων που σχετίζονται με την κατασκευή πλοίων στην ηπειρωτική Ελλάδα συνηγορούν υπέρ μιας γενικότερης ξυλουργικής χρήσεως. Ωστόσο, η αξιολόγησή τους για την κατασκευή τμήματος της γάστρας ενός πλοίου επιβεβαιώνει τη δυνατότητα χρήσεώς τους και στη ναυπηγική.

Εικ. 9. Εργαλειοθήκη μυκηναίου ναυδόμου αποτελούμενη από ανακατασκευασμένα εργαλεία.


Αναφορικά με την ανακατασκευή των εργαλείων, διαπιστώθηκε το γεγονός ότι οι μήτρες από άμμο διαθέτουν περισσότερα πλεονεκτήματα, σε σχέση με τις αντίστοιχες από λίθο ή πηλό. Επιβεβαιώθηκε, επίσης, το γεγονός ότι το κρατέρωμα (κασσιτερούχος χαλκός με 8-10% ποσοστό Sn) απαιτεί επεξεργασία αντίθετη από αυτή του σιδήρου. Το συγκεκριμένο κράμα, προκειμένου να σφυρηλατηθεί, είναι απαραίτητο να περάσει από το στάδιο της ανοπτήσεως στους 600-700ºC για μία περίπου ώρα και, στη συνέχεια, του εμβαπτισμού σε υγρό (νερό, λάδι). Με τη διαδικασία αυτή, αποδείχθηκε ότι επιτυγχάνεται η ομογενοποίηση της εσωτερικής του δομής, καθώς και η πλαστικότητα, η οποία διατηρείται με τον εμβαπτισμό του σε υγρό. Με τον τρόπο αυτό το εργαλείο γίνεται πιο μαλακό και σφυρηλατείται εν ψυχρώ πιο εύκολα, σε αντίθεση με τον σίδηρο, ο οποίος μορφοποιείται εν θερμώ και σκληραίνει, γίνεται ατσάλι, με τον εμβαπτισμό του σε υγρό, τη λεγόμενη βαφή. Για τα εργαλεία κοπής από κρατέρωμα ένας κύκλος επεξεργασίας ήταν ικανοποιητικός. Σε περιπτώσεις, όμως, που απαιτείται μεγαλύτερη σκληρότητα, ένας δεύτερος κύκλος αποδεικνύεται απαραίτητος.

Ενδιαφέροντα, επίσης, στοιχεία προέκυψαν και από τη στειλέωση των εργαλείων. Η απλότητα της γεωμετρίας των μονόστομων λεπίδων, σε συνδυασμό με τις αιγυπτιακές μαρτυρίες (παράλληλα, εικονογραφία) καταδεικνύουν την ποικιλία που χαρακτηρίζει τις λαβές και, συνεπώς, τα ίδια τα εργαλεία. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στο σκέπαρνο, διαπιστώθηκε ότι στοιχεία της κατασκευαστικής του γεωμετρίας, όπως η λαβή με διαφορετική κάθε φορά γωνία στειλέωσης, σε συνδυασμό με τη γωνία κόψης, αποτελούν παράγοντες που καθορίζουν και την εξειδικευμένη χρήση του εργαλείου. Στειλεοί σε σχήμα Λ αποδείχθηκαν κατάλληλοι για τομή εγκάρσια προς τις ίνες, ενώ στειλεοί σε σχήμα S εργονομικά κατάλληλοι για τομή παράλληλα προς τις ίνες του ξύλου. Σκέπαρνα με τέτοιου είδους λαβές και με μικρή γωνία κόψεως (<17 10="" p="">


Εικ. 10. Ο παραδοσιακός καραβομαραγκός Ν. Δαρουκάκης κατά τη λάξευση των σανίδων της γάστρας με σκέπαρνο στο εργαστήριό του στην Αίγινα.

Σχετικά με τα υλικά που χρησιμεύουν για την πρόσδεση των λεπίδων στους στειλεούς, διαπιστώθηκε ότι οργανικά υλικά, όπως το δέρμα ή οι ίνες λιναριού, είναι κατάλληλα για τέτοιου είδους χρήση, με ελαφρά υπεροχή του δέρματος, λόγω ασφαλέστερης πρόσδεσης και μεγαλύτερου χρόνου απρόσκοπτης χρήσης του εργαλείου.

Η αξιολόγηση της ποιοτικής, ποσοτικής και εργονομικής αποδόσεως των εργαλείων ολοκληρώθηκε με την ανακατασκευή του τμήματος της γάστρας, κατά την οποία καταδεικνύεται η καταλληλότητά τους. Διαπιστώθηκε, λοιπόν, ότι οι ναυπηγοί της ηπειρωτικής Ελλάδας είχαν στη διάθεσή τους όλους τους απαραίτητους τύπους εργαλείων για την κατασκευή του κελύφους μιας γάστρας, ακολουθώντας την ομώνυμη ναυπηγική τεχνική της εποχής (πρώτα το κέλυφος – shell first).

Συμπεράσματα

Κρίνοντας την κατασκευαστική γεωμετρία των εργαλείων, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το τεχνολογικό επίπεδο της εποχής ήταν υψηλό, αφού η πλειονότητα των εργαλείων είχε εξαντλήσει την τεχνολογική της εξέλιξη, με δεδομένο το συγκεκριμένο υλικό κατασκευής, το κρατέρωμα. Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι Μυκηναίοι τεχνίτες κατείχαν υψηλή τεχνογνωσία, αφού διέθεταν τον απαραίτητο εξοπλισμό και τη γνώση για την ολοκλήρωση μιας τόσο σύνθετης στο σχεδιασμό και δύσκολης στην εκτέλεση κατασκευής. Η αξιοσύνη τους αποτυπώνεται τόσο στην εξειδίκευση των εργαλείων τους, όσο και την αρτιότητα της ίδιας της κατασκευής.

Συνοψίζοντας, θα έλεγε κανείς ότι με τη μελέτη αυτή φωτίστηκαν άγνωστες πτυχές της τεχνολογίας της εποχής, η οποία αποδεικνύεται περίπλοκη και εξελιγμένη. Η τεχνολογική αυτή εξέλιξη βασίζεται σε αρκετά προηγμένη, για την εποχή, τεχνογνωσία για την κατασκευή εργαλείων, την επεξεργασία της ξυλείας και, ειδικότερα, αυτής που προορίζεται για την κατασκευή πλοίων, η οποία αποκτήθηκε από συνεχή πειραματισμό και μετάδοση γνώσης από γενιά σε γενιά. Ουσιαστικά, αποδείχθηκε ότι οι Μυκηναίοι τεχνίτες διέθεταν τον κατάλληλο εργαλειακό εξοπλισμό για την επεξεργασία του ξύλου, προκειμένου για τη ναυπήγηση πλοίων.

Η μελέτη των μυκηναϊκών εργαλείων ξυλουργικής, που χρησιμοποιούνται σε ναυπηγικές εργασίες, επεδίωξε να προσφέρει μία, κατά το δυνατόν, ολοκληρωμένη και πληρέστερη επιστημονικά προσέγγιση-πρόταση για την έρευνα απλών, χρηστικών αντικειμένων, όπως είναι τα εργαλεία. Αυτά αντιμετωπίζονται ως τέχνεργα, που παρέχουν πληροφορίες για την πρώτη ύλη, τον τρόπο κατασκευής, την επεξεργασία, στην οποία υποβάλλονται, για να είναι έτοιμα προς χρήση, καθώς και το φάσμα των εξειδικευμένων εργασιών, που έχουν σχεδιαστεί να επιτελέσουν. Ας αποδοθεί, λοιπόν, σε αυτά τα εργαλεία και στους ανώνυμους τεχνίτες τους η αξία που τους αρμόζει ως φωτεινών δεικτών τεχνογνωσίας και τεχνολογικής ανάπτυξης για κοινωνίες που έχουν χαθεί.


Έλενα Μαραγκουδάκη (Δρ Αρχαιολογίας)
ΣΤΟ www.archaiologia.gr


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. BASS G., Cape Gelidonya: A Bronze Age Shipwreck, Philadelphia 1967.
2. BASS G., «A Bronze Age shipwreck at Ulu Burun (Kas): 1984 Campain», American Journal of Archaeology 90 (1986), σ. 275- 296.
3. ΒASS G., «The hull and the anchor of the Cape Gelidonya ship», στο P. Betancourt/ V. Karageorgjis/R. Laffineur/W-D. Niemeier (επιμ.), Μeletemata. Studies in Aegean Archaeology presented to Μalcholm H. Wiener as he enters his 65th year, Aegeum 20, Liège-Austin 1999, σ. 21- 24.
4. BOULOTIS CHR., «The Aegean area in prehistoric times: cults and beliefs about the sea», στο A. Delivorias (επιμ.), Greece and the Sea, Catalogue of the exhibition organized by the Greek Ministry of Culture, the Benaki Museum, the National Foundation de Nieuwe Kerk, Amsterdam, in honour of Amsterdam Cultural Capital of Europe, 29 October-10 December, Athens 1987, σ. 20-34.
5. BOULOTIS CHR., «La déesse minoenne à la rame-gouvernail», στο Η. Tzalas (επιμ.), Tropis I, 1st International Symposium on Ship Constrution in the Antiquity, Pireus 30 August-1 September 1985, Athens 1989, σ. 55-73.
6. ΔΑΜΙΑΝIΔΗΣ K., Ελληνική παραδοσιακή ναυπηγική, ETBA, Αθήνα 1998.
7. EVELY R.D.G., Μinoan Crafts: Tools and Techniques. An Introduction, SIΜA 92:1, Jonsered 1993.
8. EVELY R.D.G., Μinoan Crafts: Tools and Techniques. An Introduction, SIΜA 92:1, Jonsered 1993.
9. KAMARINOU D., «Towards the Determination of Mycenaean Shipbuilding Techniques, Tools and Materials», στο C. Beltrame (επιμ.), Boats, Ships and Shipyards. Proceedings of the 9th International Symposium on Boat and Ship archaeology, Venice 2000, Oxford 2003, σ. 24-27.
10. LANG M., The Palace of Nestor at Pylos in Western Messenia. The frescoes, vol. II, Princeton 1969.
11. ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ Ε., Μυκηναϊκά εργαλεία ξυλουργικής με εφαρμογή στη ναυπηγική, διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2010.
12. MORGAN L., The Miniature Wall Paintings of Thera: A Study in Aegean Culture and Ιconography, Cambridge 1988.
13. POLLIT J.J., Art in the Hellenistic Age, Cambridge 1986.
14. PULAK C., «The Bronze Age Shipwreck at Ulu Burun, Turkey: 1985 Campain», Αmerican Journal of Archaeology 92 (1988), σ. 1-37.
15. PULAK C., «The late Bronze Age Shipwreck at Uluburun: Aspects of Hull Construction», στο W. Phelps, Y. Lolos. Y. Vichos (επιμ.), The Point Iria wreck: interconnections in the Mediterranean ca. 1200 BC, Proceedings of the International Conference, Island of Spetses, 19 September 1998, Athens 1999, σ. 209-239.
16. PULAK C., «The Uluburun hull remains», στο H. Tzalas (επιμ.), Tropis VII. Proceedings of the 7th International Symposium on Ship Construction in Antiquity, Pylos 26-29 August 1999, vol. II, Athens 2002, σ. 615-636.
17. SHAW Μ., «Symbols of naval power at the palace of Pylos: the evidence from the frescoes», στο St. Böhm/Klaus-Valtin von Eickstedt (επιμ.), Ιθάκη: Festschrift für Jörg Schäfer zum 75. Geburtstag am 25. April 2001, Würzburg 2001, σ. 37-43.
18. STEFFY J., Wooden Ship Building and the Interpretation of Shipwrecks, London 1994.
19. STEINDORFF G., Das Grab des Tí, Leipzig 1913.
20. ΤΖΑΛΑΣ Χ., «Οι τρόποι ναυπηγήσεως των αρχαίων Ελλήνων κατά τα προ-κλασσικά, κλασσικά και ελληνιστικά χρόνια», στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, 1ο Διεθνές Συνέδριο, Πρακτικά, ΕΜΑΕΤ, Εκδόσεις Τεχνικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 507-515.
21. UDELL M., The woodworking tools, στο E. Linder/Y. Kahanov (επιμ.), The Ma'agan Mikhael ship. The recovery of a 2400-year-old merchantman, Haifa 2003, σ. 203- 218.
22. ÜNSAL YALÇIN, CEMAL PULAK, REINER SLOTTΑ (επιμ.), Das Schiff von Uluburun: Welthandel vor 3000 Jahren; Katalog der Ausstellung des Deutschen Bergbau-Museums Bochum vom 15. Juli 2005 bis 16. Juli 2006
Volume 138 of Veröffentlichungen aus dem Deutschen Bergbau-Museum Bochum, Deutsches Bergbau-Museum, 2005. 
23. WACHSMANN SH., Seagoing Ships and Seamanship in the Bronze Age Levant, London 1998.
24. WILD H., Le Tombeau de Tí II: La Chapelle. Première partie, Caire 1953.



ΕΚ ΤΟΥ www.archaiologia.gr



ΠΗΓΗ: http://ellinondiktyo.blogspot.gr/

Η σημασία των πινακίδων της Πύλου

Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε σάλο στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Πράγματι, η ανακάλυψη όχι μόνο έπειθε με αδιάσειστα πια στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να διαβαστεί η Γραμμική Β' αλλά και επιβεβαίωνε ότι ο μυκηναϊκός πολιτισμός ήταν ελληνικός ... Οι πινακίδες Γραμμικής Β αντιστοιχούν στο τελευταίο “οικονομικό έτος” θα λέγαμε της ζωής του ανακτόρου. Περιείχαν πληροφορίες για εμπορικές συναλλαγές, παραγωγή και φορολογία προϊόντων κ.ο.κ. και αποκάλυψαν ένα σύστημα συγκεντρωτικό αλλά και συστηματικό ως προς τις οικονομικές λειτουργίες καθώς και μια συγκεντρωτική διοίκηση που περιλάμβανε το ανάκτορο, περιοχές της δικαιοδοσίας του και πολλούς μικρούς και μεγάλους οικισμούς.

Η Γραμμική Β' είναι γραφή με συλλαβογράμματα, στην οποία αποτυπώθηκε για πρώτη φορά γραπτά η ελληνική γλώσσα κατά τον 15ο αι. π.Χ.. Η αποκρυπτογράφησή της ήρθε σαν επιστέγασμα της προσπάθειας πολλών ερευνητών σε πολλές χώρες του κόσμου, που διήρκεσε σχεδόν μισόν αιώνα.
Οι πινακίδες της Κνωσού


Το 1909 ο Άρθουρ Έβανς δημοσίευσε το Scripta Minoa, όπου παρέθετε τα πρώτα συγκεντρωτικά στοιχεία για τον τεράστιο αριθμό πήλινων πινακίδων (περίπου 3.000), ακέραιων ή σε θραυσματική μορφή, τις οποίες είχε  ανακαλύψει κατά τις ανασκαφές  της Κνωσού, που είχαν αρχίσει το 1900. 
Οι πινακίδες αυτές έφεραν σύμβολα, που ο  Έβανς διέκρινε σε δύο τύπους γραφής: τη Γραμμική Α', που φαινόταν να αποτελεί εξέλιξη της ιερογλυφικής ή πικτογραφικής γραφής της Κρήτης (όπως αυτή που αποτυπώνεται στον δίσκο της Φαιστού), και τη Γραμμική  Β'. 
 Ο Έβανς με τους συνεργάτες του προσπάθησε να αποκρυπτογραφήσει τις δύο αυτές γραφές. Καθώς όμως ο Έβανς δεν ήταν γλωσσολόγος και επειδή τα μέχρι τότε στοιχεία δεν ήταν επαρκή, αυτό δεν κατέστη δυνατό.
 Ένα πρόσθετο εμπόδιο στάθηκε το γεγονός  ότι τόσο ο Έβανς όσο και ο John Linton Myres, ένας
νεαρός αρχαιολόγος που του ανατέθηκε να δημοσιεύσει τις πινακίδες Γραμμικής Β' της Κνωσού μετά τον θάνατο  του Έβανς, πίστευαν ότι ο Μυκηναϊκός πολιτισμός της ηπειρωτικής Ελλάδας δεν ήταν παρά ένα επαρχιακό παρακλάδι του Μινωικού πολιτισμού της Κρήτης.  
Για το λόγο αυτό πίστευαν ότι η Γραμμική Β' αποτύπωνε τη γλώσσα των Μινωιτών, που δεν ήταν ελληνική.
Από  το 1909 ως και τη δεκαετία του 1940 περίπου 20  μελετητές ανά  τον κόσμο ενδιαφέρθηκαν για το ζήτημα της αποκρυπτογράφησης των πινακίδων  της  Κνωσσού, άλλοι επαγγελματικά και άλλοι από χόμπι. 
Στους πρώτους συγκαταλέγεται η νεαρή κλασσική φιλόλογος και  μετέπειτα γλωσσολόγος Alice Kober, στους  δεύτερους ο Έλληνας νομικός Κωνσταντίνος Κτιστόπουλος και ο  Άγγλος αρχιτέκτονας Michael Ventris, ο οποίος το 1936, σε ηλικία μόλις 14 ετών, είχε ακούσει τον Evans να μιλάει στο σχολικό του τμήμα που επισκεπτόταν το Burlington house στο  Λονδίνο. Η άτυπη αυτή διάλεξη έμελλε να του αλλάξει τη ζωή. 

​Οι πινακίδες της Πύλου και ο μυκηναϊκός πολιτισμός
Το 1939 ο Carl Blegen και η ομάδα του ανακάλυψαν στην Πύλο, μέσα στα ερείπια του ανακτόρου του Εγκλιανού, περίπου 600 πήλινες πινακίδες σε Γραμμική Β. 
Η ανακάλυψη προκάλεσε “σεισμό”
στους κύκλους των φιλολόγων και γλωσσολόγων, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι ότι οι  πινακίδες που είχε ανακαλύψει ο Έβανς στην Κνωσό ήταν προϊόντα του μινωικού πολιτισμού.  Ο ίδιος ο Έβανς, ογδόντα έξι χρονών τότε, δεν διατύπωσε άποψη.
Οι  αντιδράσεις των οπαδών του, ωστόσο, περιλάμβαναν ακραίες απόψεις, όπως  ότι οι πινακίδες ήταν εισηγμένες από την Κρήτη ή ότι  κάποιος “αγράμματος” ηγεμόνας της Πελοποννήσου είχε φέρει γραφείς από την Κρήτη για να δουλέψουν γι' αυτόν. Ανεξάρτητα από τις ερμηνείες, πάντως, όλη η ακαδημαϊκή κοινότητα έστρεψε το βλέμμα της στην Πύλο, αναμένοντας με κομμένη ανάσα τα αποτελέσματα των μελετών του υλικού της Πύλου.
​
Πόλεμος-καταλύτης
Το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου πολέμου καθυστέρησε την πρόοδο των ανασκαφικών ερευνών. Το  μόνο που πρόλαβε η ομάδα του Blegen να κάνει ήταν να καθαρίσει  και  να φωτογραφίσει τις πινακίδες. Το 1940, με το τελευταίο αμερικανικό πλοίο που εγκατέλειπε τη Μεσόγειο, ταξίδευαν για την Αμερική τα αρνητικά των φωτογραφιών αυτών, ενώ οι  πρωτότυπες πινακίδες κατατίθεντο στην Τράπεζα των Αθηνών, όπου και θα παρέμεναν για τουλάχιστον έξι  χρόνια. 
Ο πόλεμος παράλληλα κράτησε μακριά από το πεδίο μελέτης αρκετούς από τους μετέπεια πρωταγωνιστές της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Β, όπως τον Emmett Bennett, φοιτητή του Blegen, και τον John Chadwick, λεξικογράφο από το Καίμπριτζ. 
Παράλληλα, ωστόσο, όξυνε τις ικανότητές τους στην αποκρυπτογράφηση, αφού εργάστηκαν σε  μυστικές υπηρεσίες για το σπάσιμο των κωδίκων των δυνάμεων του άξονα. 
Ο Michael Ventris, από την άλλη μεριά, υπηρέτησε στη βρετανική αεροπορία με ειδικότητα στη ρίψη βομβών, κάτι  που εξάσκησε την οργανωτική του ικανότητα και την παρατηρητικότητά του. 
Έφτασε μάλιστα στο σημείο να σχεδιάσει τους δικούς του χάρτες για  τους βομβαρδισμούς,  καθώς από την ακρίβειά τους εξαρτώταν ακόμη και η ζωή των συναδέλφων του.

​Στην τελική ευθεία
 Στο διάστημα αυτό, ο Sir John Linton Myers, που είχε διατηρήσει μια  φιλική σχέση συνεργασίας με τον Έβανς, με το θάνατο του τελευταίου 'κληρονόμησε' το καθήκον να ταξινομήσει και να μελετήσει συστηματικά τις πινακίδες της Κνωσού στο μουσείο Ashmolean της Οξφόρδης και να δημοσιεύσει το υλικό με βάση το ημιτελές χειρόγραφο και τους πίνακες των συμβόλων που είχε αφήσει πίσω του ο Έβανς. Αμέσως μετά τον πόλεμο, ο Carl Blegen έφερε σε επαφή μαζί του τον διδακτορικό  του φοιτητή Emmett Bennet, προκειμένου να τον βοηθήσει στο έργο του.
 Το 1948 στην ομάδα προστέθηκε και η Alice Kober, που, με υποτροφία Guggenheim, πήγε στην Οξφόρδη για να εντρυφήσει κι αυτή στη Γραμμική Β'.



Η Kober, μια Αμερικανίδα ουγγρικής καταγωγής, με εκπληκτική ευχέρεια στην εκμάθηση γλωσσών και δη νεκρών γλωσσών, ήταν αυτή που έκανε το πρώτο αποφασιστικό βήμα προς την ερμηνεία της Γραμμικής Β'. 
Μελέτησε μανιωδώς επί σειρά ετών τις  πινακίδες της Κνωσού, αρχικά, ταξινομώντας τα περίπου 100 φωνητικά σύμβολα που εμφανίζονται στη γραφή και παρήγαγε 186.000 καρτέλες σημειώσεων. Επίσης έφτιαξε ένα σύστημα από διάτρητες καρτέλες που της επέτρεπαν να ανακτήσει γρήγορα τα σχετικά δεδομένα, σε μια εποχή χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
 Στόχος της ήταν να συγκεντρώσει και να αναλύσει όλα τα δεδομένα από τα οποία μπορούσε να συναγάγει τις φωνητικές αξίες της Γραμμικής Β'.


 


Το πρωτότυπο αυτό σύστημα ταξινόμησης συμβόλων προήγαγε σημαντικά την κατανόηση της Γραμμικής Β´. Παράλληλα, βέβαια, το πεδίο μελέτης είχε  διευρυνθεί αρκετά με την ανακάλυψη και μεταγραφή των πινακίδων της Πύλου και η Kober είχε αρχίσει να μελετά δείγματα από αυτές, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία της με τον Carl Blegen και τον Emmett Bennett. 
Ο συστηματικός νους της Kober την οδήγησε σε ένα ακόμη αποφασιστικό  βήμα: αναγνώισε  πέντε ομάδες λέξεων αποτελούμενες από τρεις λέξεις η καθεμιά (τα “τρίδυμα της Kober”  θα τα αποκαλούσε περιπαικτικά ο Ventris), οι οποίες φαινόταν ότι μπορεί να αντιστοιχούσαν σε πτώσεις ουσιαστικών.
 Αν και δεν μπορούσε ακόμη να διακρίνει τη φωνητική τους αξία, το έμπειρο μάτι της Kober την έκανε να θεωρεί βέβαιες τις αλληλεξαρτήσεις τους και να αναγνωρίσει ότι βρισκόταν μπροστά σε μια σημαντική ανακάλυψη.  
Αυτό  αποτέλεσε ένα θεμελιώδες  πρώτο βήμα για τη διαμόρφωση ενός αναλυτικού συστήματος, της “καννάβου”, με τη βοήθεια της οποίας οργανώθηκε η χαώδης μάζα του υλικού. 
Η μέθοδος της καννάβου είχε χρησιμοποιηθεί και  παλιότερα, από τον Σαμπολλιόν, για την αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών,  η Kober  ωστόσο την εξέλιξε και την οργάνωσε καλύτερα. Μια από  τις πρώτες καννάβους που σχεδίασε η Kober σε ένα σημειωματάριο τοποθετεί  22 σύμβολα στη σωστή θέση σε σχέση  το ένα με το άλλο. Παράλληλα, η Kober παρατήρησε  ότι η προσθήκη συγκεκριμένων συμβόλων στις λέξεις φαίνεται να υποδήλωνε το διαφορετικό  γένος.  Η παρατήρηση αυτή οδήγησε στην υπόθεση ότι η γλώσσα των πινακίδων ήταν ινδοευρωπαϊκή, αφού μόνον οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες  εμφανίζουν τέτοιους σχηματισμούς.

Παράλληλα, ο αρχιτέκτονας και ερασιτέχνης αποκρυπτογράφος Michael Ventris, μια αινιγματική και αντισυμβατική προσωπικότητα, είχε ήδη αρχίσει να ασχολείται συστηματικά με την αποκρυπτογράφηση των συμβόλων της Γραμμικής Β'. 
Για περίπου μια δεκαετία, ωστόσο, ο Ventris πίστευε πως η Γραμμική Β' κατέγραφε λέξεις από κάποια ετρουσκική διάλεκτο. 
Το υποστήριξε μάλιστα σε άρθρο του στο American Journal of Archaeology το 1940, λίγο μετά την ανακάλυψη των πινακίδων της Πύλου. Στο ίδιο περιοδικό, λίγα χρόνια αργότερα (1945) η Kober δημοσίευσε το δικό της άρθρο περί της εγκλιτικότητας της γλώσσας της Γραμμικής Β'. 
Στη συνέχεια όμως οι δημοσιεύσεις και κυρίως η “κάνναβος” της Kober στάθηκαν ο πολύτιμος οδηγός του Ventris. 
 Ο Ventris μπορούσε να δει τις πινακίδες με μια φρέσκια ματιά, που έλειπε ίσως από την Kober, η οποία περνούσε μήνες ολόκληρους διορθώνοντας τα σφάλματα και τις ξεπερασμένες απόψεις του Myres, που αισθανόταν υποχρεωμένος να σεβαστεί την επιχειρηματολογία του Έβανς. Ίσως για το λόγο  αυτό και ο Ventris δεν μπόρεσε ποτέ να ενταχθεί στην ομάδα μελέτης Myres-Kober-Bennett, αν και επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο το 1948.
Την ίδια χρονιά η Kober, ήδη άρρωστη από καρκίνο, δημοσίευσε ένα άρθρο για τις “μινωικές γραφές” δηλώνοντας,  με την εξαιρετική επιφυλακτικότητα που την χαρακτήριζε,  ότι  η εξαγωγή συμπερασμάτων για τη Γραμμική Β' θα ήταν εφικτή όταν θα ήταν διαθέσιμα πλήρη και  καλά επεξεργασμένα στοιχεία. 
 Το άρθρο αυτό απογοήτευσε τον Ventris, που την επόμενη χρονιά συνέταξε και έστειλε  ένα ερωτηματολόγιο σε όλους  τους μελετητές ανά τον κόσμο που ασχολούνταν με τη Γραμμική Β'. 
Από τους πρώτους που ανταποκρίθηκαν ήταν και ο Έλληνας Κωνσταντίνος Κτιστόπουλος, επίσης “ερασιτέχνης” στην προσπάθεια της αποκρυπτογράφησης, ο οποίος έκτοτε θα αλληλογραφούσε τακτικά με τον Ventris, ανταλλάσσοντας απόψεις.
 Ο Ventris συνέθεσε ένα κείμενο με όλες τις απόψεις που έλαβε γραπτώς, το περίφημο Mid-Century Report, καθώς στόχο είχε, όπως έγραφε ο ίδιος, να καταγράψει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν διεθνώς το θέμα της αποκρυπτογράφησης 50 χρόνια μετά την ανακάλυψη των πινακίδων της Κνωσσού. 
 Πριν ακόμη από την ολοκλήρωση του  Mid-Century Report, η Kober πέθανε, αφού είχε προλάβει, ωστόσο, να πείσει τον Ventris για την ινδοευρωπαϊκή καταγωγή της γλώσσας των πινακίδων. 
Το 1951 ο Ventris εγκατέλειψε τη δουλειά του, ως αρχιτέκτονας στον οργανισμό ανέγερσηςσχολικών κτιρίων της Μεγάλης Βρετανίας, για να αφοσιωθεί στην αποκρυπτογράφηση.
 Ίσως η απόφασή του να συνδεόταν με το γεγονός ότι την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκαν τα πρώτα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της μεταγραφής των πινακίδων της Πύλου.
​
Αποκάλυψη
Ένα χρόνο αργότερα, το 1952, o Ventris ανακοίνωσε ραδιοφωνικά ότι είχε σπάσει τον κώδικα της Γραμμικής Β' και ότι, σύμφωνα με τα συμπεράσματά του, η γλώσσα των πινακίδων ήταν ελληνική.

Μεταξύ των ακροατών του προγράμματος ήταν και ο λεξικογράφος από  το Καίμπριτς, John Chadwick. Σύντομα ο Ventris βρήκε το επιστημονικό “έτερόν του ήμισυ” στο πρόσωπο του Chadwick.


Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε  σάλο  στους ακαδημαϊκούς κύκλους. 
Πράγματι, η ανακάλυψη όχι μόνο έπειθε με αδιάσειστα πια στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να διαβαστεί η Γραμμική Β' αλλά και επιβεβαίωνε ότι ο μυκηναϊκός πολιτισμός ήταν ελληνικός. 
Ωστόσο, υπήρξε αρκετός σκεπτικισμός, κυρίως  λόγω της επιρροής που ακόμη ασκούσαν οι απόψεις του Evans. Οι Ventris και Chadwick θα έπρεπε  να είναι εξαιρετικά προσεκτικοί στην ανακοίνωση και διατύπωση των αποτελεσμάτων τους.


Την επόμενη χρονιά, σε μια  κατάμεστη αίθουσα στο Burlington House, εκεί που  και ο  ίδιος είχε  για πρώτη φορά ακούσει τον Evans να μιλάει για τις πινακίδες, παρουσίασε την πινακίδα P641, γνωστή και ως “πινακίδα των τριπόδων”, όπου καταμετρώνται διάφορα αγγεία, τα περισσότερα τριποδικά, με αναγραφή και των ονομάτων τους. Η πινακίδα αυτή αποτέλεσε στην ουσία τη “στήλη της Ροζέτας” για την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β'.  



Οι Ventris και Chadwick συνέχισαν να εργάζονται πυρετωδώς επάνω σε μια επιστημονική δημοσίευση των αποτελεσμάτων τους, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1956 με τον τίτλο “Documents in Mycenean Greek”. Δυστυχώς την ίδια χρονιά ο Ventris βρήκε τραγικό θάνατο σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τις μελέτες συνέχισε ο Chadwick, ο οποίος και δημοσίευσε, δύο χρόνια αργότερα το πολύκροτο έργο του “The Decipherment of Linear B”.

Τι αποκάλυψαν οι πινακίδες
  
Οι πινακίδες Γραμμικής Β αντιστοιχούν στο τελευταίο “οικονομικό  έτος” θα λέγαμε της ζωής του ανακτόρου. Περιείχαν πληροφορίες για εμπορικές συναλλαγές, παραγωγή και φορολογία προϊόντων κ.ο.κ. και αποκάλυψαν ένα σύστημα συγκεντρωτικό αλλά και συστηματικό ως προς τις οικονομικές λειτουργίες καθώς και μια συγκεντρωτική διοίκηση που περιλάμβανε το ανάκτορο, περιοχές της δικαιοδοσίας του και πολλούς μικρούς και μεγάλους οικισμούς.



 Οι ερευνητές διέκριναν 33 διαφορετικά “χέρια” γραφέων στις πινακίδες της Πυλου. Ορισμένοι  από αυτούς, όπως ο Thomas Palaima, μαθητής του Bennett, συνέχισαν επί σειρά ετών την ιστορική ανάλυση των κειμένων των πινακίδων, φωτίζοντας συγκεκριμένες πτυχές της μυκηναϊκής κοινωνίας.
Οι πινακίδες αποκάλυψαν π.χ. ότι επικεφαλής της κοινωνικής ιεραρχίας της Πύλου βρισκόταν ο wanax, ο βασιλιάς. Ορισμένες καταγράφουν προσφορές σε θεότητες. Μια ομάδα πινακίδων αναφέρεται λεπτομερώς στην παραγωγή, αποθήκευση και εμπορία του αρωματικού ελαίου. Εξαιρετικά χρήσιμη για τους μελετητές είναι η αναφορά σε τοπωνύμια, που μας αποκαλύπτει τόσο την ταύτιση με μεταγενέστερες ονομασίες όσο και την έκταση του βασιλείου της Πύλου,  αλλά και οι ονομασίες απλών ανθρώπων και των ιδιοτήτων τους, που με την πρόσφατη προσεκτική μελέτη του Δ. Νακάση διευκόλυναν τη σύνταξη μιας “προσωπογραφίας” της Μυκηναϊκής Πύλου, ενώ αποκάλυψαν ότι υπήρχε μεγαλύτερη οικονομική αυτενέργεια εκτός του ελέγχου των ανακτορικών κέντρων σε σχέση με ό,τι πιστευόταν παλαιότερα. Γενικά, η προσεκτική μελέτη τους, η οποία συνεχίζεται σε διάφορα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο, διαφωτίζει με τρόπο καθοριστικό την οργάνωση και λειτουργία της μυκηναϊκής κοινωνίας. 

Η πινακίδα της Ίκλαινας

Η πινακίδα της Ίκλαινας 140 π.Χ. 
Μια πρόσφατη (2011) ανακάλυψη στις ανασκαφές της Ίκλαινας άλλαξε για μια ακόμη φορά κάποια δεδομένα σχετικά με τη Γραμμική Β'.  Μια πινακίδα, ύψους 2,5 εκατοστών και πλάτους 4,  βρέθηκε απανθρακωμένη σε αποθέτη, όπου προφανώς είχαν καεί σκουπίδια. Η πινακίδα αναγράφει κάτι σχετικό με μια κατασκευή στην μια πλευρά και κατάλογο ονομάτων και αριθμών στην άλλη πλευρά. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι η πινακίδα της Ίκλαινας χρονολογείται στα 1450 π.Χ.,  δηλαδή είναι παλαιότερη κατά δυόμισυ περίπου αιώνες από τις πινακίδες της Πύλου, αποδεικνύοντας ότι η χρήση της γραφής στον ελλαδικό χώρο ήταν κατά  πολύ παλαιότερη απ ό,τι πιστεύαμε και γνωστή ακόμη και σε μη ανακτορικά κέντρα.
• Ευχαριστούε τον Thomas Palaima για τις παρατηρήσεις και τις καίριες διορθώσεις του  επί του κειμένου.
  
Οι πρωταγωνιστές της αποκρυπτογράφησης

Sir  Arthur Evans
Ο Βρετανός αρχαιολόγος Arthur Evans, γιος χαρτοβιομηχάνου από την Ουαλλία, γεννήθηκε το 1851. Ανέπτυξε από μικρός πάθος για την αρχαιολογία, με την οποία άλλωστε ασχολείτο ερασιτεχνικά και ο πατέρας του. 
Χρησιμοποίησε μέρος της πατρικής περιουσίας για να αγοράσει τον λόφο της Κεφάλας κοντά στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου υπήρχαν ενδείξεις μινωικής παρουσίας.
Ανασκάπτοντας εκεί, ανακάλυψε τα ερείπια της Κνωσού, του μεγαλύτερου ανακτορικού κέντρου της Κρήτης. Μεταξύ των ευρημάτων του ήταν και περίπου 3.000 πινακίδες, αποσπασματικές ή ακέραιες, καταγραφές από σύμβολα.
 Ο Έβανς διέκρινε δύο γραφές, τις οποίες ονόμασε Γραμμική Α' και Γραμμική Β'. Η ανακάλυψή του πυροδότησε ένα τρομερό ενδιαφέρον στους κύκλους των φιλολόγων και των γλωσσολόγων για τις άγνωστες ως τότε νεκρές γλώσσες που αποτυπώνονταν στις πινακίδες, που οδήγησε τελικά, μισόν αιώνα αργότερα στην αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β' (η Γραμμική Α' παραμένει, στο μεγαλύτερο μέρος της, αδιάγνωστη ακόμη). 



Alice Kober
H Alice Elizabeth Kober  γεννήθηκε από Ούγγρους  μετανάστες στο Μανχάτταν των ΗΠΑ το 1906. Οι εξαιρετικές της επιδόσεις στο σχολείο της χάρισαν μια υποτροφία που της επέτρεψε αρχικά να παρακολουθήσει μαθήματα στο Hunter College, όπου σπούδασε κυρίως Λατινικά, ενώ στη συνέχεια ολοκλήρωσε  μεταπτυχιακό  και διδακτορικό σε κλασικές σπουδές στο πανεπιστήμιο Columbia, με θέμα τους χρωματικούς όρους της ελληνικής ποίησης. Εργάστηκε στο Brooklyn College, ήδη πριν την ολοκλήρωση του διδακτορικού της, και παρέμεινε στο δυναμικό  του πανεπιστημίου αυτού ως τον άκαιρο θάνατό της το 1950. Το ενδιαφέρον της για τη Γραμμική Β' αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια ενός προπτυχιακού σεμιναρίου για τις αιγαιακές γραφές και ενισχύθηκε κατά τη δεκαετία του 1930, μετά την ολοκλήρωση του διδακτορικού της. Έφτιαξε ένα εκπληκτικό σύστημα καταλογογράφησης και ταξινόμησης των συμβόλων και στοιχείων της Γραμμικής Β´ που εκτεινόταν σε πάνω από 180.000 καρτέλες σημειώσεων, τις οποίες διατηρούσε σε πακέτα τσιγάρων, καθώς και ένα σύστημα ανάκτησης δεδομένων με διάτρητες καρτέλες.  Παράλληλα έμαθε πλήθος δύσκολων και νεκρών γλωσσών, όπως τα Χεττιτικά, τα Ακκαδικά, τα Σουμεριακά, τα Παλαιά Περσικά, αλλά και τα Βάσκικα, τα Κινέζικα και, τέλος, τα Σανσκριτικά. 
Τα ενδιαφέροντά της άλλωστε  περιλάμβαναν και την αρχαιολογία, στην οποία εξασκήθηκε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Μεξικό. 
Το 1946 πήρε μια υποτροφία Guggenheim για να εντρυφήσει στη Γραμμική Β' στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Εκεί γνώρισε το συνεργάτη του Έβανς, Sir John Linton Myers, και αποδόθηκε σε μια συστηματική προσπάθεια μεταγραφής των πινακίδων Γραμμικής Β' που είχαν συγκεντρωθεί στο Μουσείο Ashmolean. 
Ταυτόχρονα άρχισε να συνεργάζεται πιο στενά με τον Emmett Bennett, υποψήφιο διδάκτορα στο πανεπιστήμιο του Cincinnatti και μέλος της ανασκαφικής ομάδας του Carl  Blegen στην Πύλο. 
Η καθοριστική για την εξέλιξη της αποκρυπτογράφησης ανακάλυψη της Kober ήταν ότι η Γραμμική Β' αποτελούσε εγκλιτική γλώσσα.
 Παράλληλα βοηθούσε τον Myers στην έκδοση των Scripta Minoa ΙΙ, γεγονός που καθυστέρησε τις δικές της μελέτες για τη Γραμμική Β'. Δυστυχώς ο θάνατος τη βρήκε σε ηλικία 43  ετών, πιθανότατα από  καρκίνο, δεδομένου ότι ήταν μανιώδης καπνίστρια, πριν προλάβει να ολοκληρώσει την ανάλυσή της.
 Σε αυτήν όμως βασίστηκε ο Michael Ventris για να μπορέσει να σπάσει τον κώδικα της Γραμμικής, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι η γραφή αποτύπωνε την ελληνική γλώσσα που μιλούσαν οι Μυκηναίοι.

Emmett Leslie Bennett, Jr. (1918 -2011)
Emmett Leslie Bennett, Jr. (1918 -2011)-Αμερικανός φιλόλογος, γεννημένος το 1918 στη Μιννεάπολη της Μιννεσότα. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Σινσιννάτι, όπου και ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή, υπό την επίβλεψη του Carl Blegen.
 Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα στο πανεπιστήμιο Γέιλ και συνέχισε στο πανεπιστήμιο του Τέξας. Το τελευταίο και μεγαλύτερο μέρος του ακαδημαϊκού του βίου ωστόσο το πέρασε ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Wiskonsin-Madison, από όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1988.
 Γνωστός ως "ο πατέρας της μυκηναϊκής επιγραφικής" ο Μπέννετ έκανε τρομακτικά λεπτομερή δουλειά σχετικά με τη δημιουγία καταλόγων των συμβόλων των πινακίδων της Κνωσού και της Πύλου και γενικότερα της Γραμμικής Β'. 
Σε συνεργασία με την Alice Kober προσπάθησαν να τοποθετήσουν τα σύμβολα αυτά επάνω σε έναν συστηματικό κατάλογο των συμβόλων της Γραμμικής Β', γνωστό ως “κάνναβο”.  
Το 1951 ο Bennett δημοσίευσε το βιβλίο The Pylos Tablets, με τα συμπεράσματα της κοινής εργασίας του με την Kober για τα 80 σύμβολα που είχαν αποκρυπτογραφήσει. 
Η δημοσίευση αυτή έδωσε υλικό στον Michael Ventris και αργότερα και στον John Chadwick, ένα μεγάλο υλικό λέξεων και κειμένων επάνω στα οποία μπορούσαν να δουλέψουν. 
Η δημοσίευση αυτή έκανε  τελικά τον πρώτο να εγκαταλείψει το επάγγελμά του  και  να ενσκήψει στη Γραμμική Β', αποκρυπτογραφώντας την αλλά και εξηγώντας την με τη βοήθεια του Chadwick.

Michael Ventris (1922-1956)

Ο Michael George Francis Ventris ήταν Βρετανός αρχιτέκτονας και γλωσσολόγος.  Η αγάπη του για τις γλώσσες και μια πρώιμη επαφή του με τον Άρθουρ Έβανς,  τον ώθησαν να ασχοληθεί από πολύ νεαρή ηλικία με το ζήτημα της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Β'. 
Ήταν απόγονος στρατιωτικής οικογένειας με παρουσία κυρίως στην Ινδία και την Άπω Ανατολή. 
Η μητέρα του ήταν Πολωνέζα αριστοκράτισσα.Ένα χρόνιο άσθμα που τον ταλαιπώρησε στην παιδική του ηλικία ανάγκασε την οικογένειά του να ζήσει για οκτώ χρόνια στην Ελβετία. 
Εκεί ο Michael ανακάλυψε την απίστευτη κλίση του για τις γλώσσες, φτάνοντας να μιλάει τουλάχιστον έξι. Επιστρέφοντας στην Βρετανία παρακολούθησε μαθήματα στο σχολείο  Στόου, με έμφαση στις κλασικές σπουδές.
 Εκεί, σε ηλικία 14 ετών, παρακολούθησε μια διάλεξη του Έβανς στο Burlington house για τα πενηντάχρονα της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας. Τόσο εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα της Κνωσού, ιδιαίτερα τις πινακίδες, αλλά και από τον γηραιό αρχαιολόγο (ο Έβανς ήταν τότε 85 ετών), ώστε άρχισε να διαβάζει μανιωδώς για τη Γραμμική Β'. 
Το 1938 έχασε τον πατέρα του και με την έναρξη του Β' παγκοσμίου πολέμου, έναν χρόνο αργότερα, τέθηκε ένα απότομο τέλος στην οικονομική ευμάρεια της οικογένειας, που προερχόταν κυρίως από κτήματα της οικογένειας που βρίσκονταν στην Πολωνία. 
Η μητέρα του πέθανε από κατάχρηση βαρβιτουρικών το 1940 και ο ίδιος εγγράφηκε στην Αρχιτεκτονική Σχολή της Ένωσης  Αρχιτεκτόνων, αλλά δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε τη σχολή του και προσχώρησε στη Βρετανική Αεροπορία (RAF). 
Εκπαιδεύτηκε στη ρίψη βομβών στον Καναδά και έλαβε μέρος στους βομβαρδισμούς της Γερμανίας. Επιστρέφοντας από τον πόλεμο ολοκλήρωσε τις αρχιτεκτονικές σπουδές του μαζί με τη σύζυγό του, Lois. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Νίκι και την Τέσα.
 Όλο αυτό το διάστημα δεν είχε πάψει να καταπιάνεται με το θέμα της αποκρυπτογράφησης, θεωρώντας όμως εσφαλμένα ότι συνδεόταν με τα Ετρουσκικά. Η ανακάλυψη της Alice Kober, κλασικής φιλολόγου από την Αμερική, ότι ορισμένες λέξεις των πινακίδων φαίνονταν να κλίνονται, έδωσε άλλη τροπή στις μελέτες του. 
Ο Ventris, ακολουθώντας το πρότυπο της Kober, κατασκεύασε μια κάνναβο που απέδιδε στα σύμβολα φωνητικές αξίες (σύμφωνα και φωνήεντα). Σταδιακά αποκάλυψε ονόματα πόλεων και βασιζόμενος σε αυτά οριστικοποίησε την αποκρυπτογράφηση των περισσότερων στοιχείων, ενώ παράλληλα απέδειξε ότι η γλώσσα της Γραμμικής Β' ήταν αυτή που μιλιόταν στην κυρίως Ελλάδα κατά τη μυκηναΪκή περίοδο. 
Δημοσιοποίησε τα πορίσματα των ερευνών του το 1952 σε ένα πολύκροτο ντοκιμαντέρ του BBC. Καθώς ο ίδιος δεν είχε φιλολογική κατάρτιση, πέρα από την εκπληκτική έμφυτη κλίση του στη γλωσσομάθεια, συνεργάστηκε στενά με τον John Chadwick, καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Δυστυχώς,  ο Ventris σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1956, πριν προλάβει να ολοκληρώσει τις μελέτες του, τις οποίες συνέχισε ο Chadwick.

John Chadwick 

O γλωσσολόγος John Chadwick γεννήθηκε στο Richmond της Αγγλίας το 1920 και φοίτησε στο σχολείο St.  Paul's, ένα από τα αριστοκρατικότερα  του Λονδίνου.
 Στη συνέχεια σπούδασε στο κολέγιο Corpus Christi του Cambridge.  Η επαφή του με την αποκρυπτογράφηση χρονολογείται στα χρόνια του Β'Παγκοσμίου Πολέμου, όταν υπηρετούσε στην Αλεξάνδρεια με καθήκον να “σπάσει” ναυτικούς κώδικες των Ιταλών, ενώ αργότερα μεταφέρθηκε στο Bletchley Park, το βρετανικό κέντρο αποκρυπτογραφήσεων.
 Ολοκλήρωσε τις σπουδές του μετά  το τέλος του Πολέμου, ειδικευόμενος στις κλασικές σπουδές και δη στη γλωσσολογία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του είχαν προσπαθήσει, μαζί με κάποιους συμφοιτητές του, να αποκωδικοποιήσουν τη “Μινωική γραφή Γραμμική Β”, γνωρίζοντας τις προσπάθειες που κατέβαλλε προς την κατεύθυνση αυτή και ο Michael Ventris. 
To 1952 o Ventris και ο Chadwick άρχισαν να συνεργάζονται: η συνεργασία τους αυτή κατέληξε στην έκδοση, το 1953, του βιβλίου "Evidence for Greek Dialect in the Mycenaean Archives"  και το 1956, του βιβλίου “Documents in Mycenean Greek”, που αποτέλεσε τη βίβλο της Γραμμικής Β'.
 Η φιλολογική κατάρτιση του Chadwick σε συνδυασμό με τη διεισδυτική διάνοια του Ventris κατόρθωσαν τελικά να λύσουν το μυστήριο της Γραμμικής Β' αναγνωρίζοντας σε αυτήν μια  πρώιμη μορφή των ελληνικών.
 Μετά τον πρόωρο θάνατο του συνεργάτη του, ο Chadwick συνέχισε  τις δημοσιεύσεις, εκδίδοντας, το 1958, το  βιβλίο “Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β”.  Διατέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Πέθανε το 1998. 
​

Κωνσταντίνος Κτιστόπουλος-Ο Κωνσταντίνος Κτιστόπουλος γεννήθηκε στο Αιτωλικό Αιτωλοακαρνανίας το 1891. Από το 1910 ως το1926 διετέλεσε οικονομικός αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος. Το 1916 συμμετείχε στην “Τριανδρία” του κινήματος στη Θεσσαλονίκη. 
Ταυτόχρονα φοίτησε και στη Νομική Σχολή από όπου αποφοίτησε το 1923. Από το  1928 ως το 1953 εργάστηκε στην Τράπεζα της  Ελλάδος, όπου αρνήθηκε την προαγωγή του  κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής.  

Συμμετέχοντες στο πρώτο διεθνές συμπόσιο Μυκηνολόγων στο Ζιφ. 

Το 1928 ξεκίνησε  επίσης το ενδιαφέρον του για τις κρητομυκηναϊκές γραφές, με προτροπή του Depfner, ο οποίος διείδε τη μεγάλη έφεση του Κτιστόπουλου στις γλώσσες. Δεν δημοσίευσε ωστόσο πορίσματα των μελετών του παρά το 1945. Τα άρθρα του χαρακτηρίζονται από έμφαση στη στατιστική παρατήρηση. Ο Κτιστόπουλος ήταν ο μόνος Έλληνας που ανταποκρίθηκε στο Mid-Century  Report του Βέντρις, με τον οποίο ήταν σε συχνή αλληλογραφία έκτοτε. Το  1960 ο Κτιστόπουλος έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της συντακτικής επιτροπής  του  περιοδικού Kadmos, που ασχολείται με θέματα πρώιμης ελληνικής επιγραφικής. 
ΠΗΓΗ ΘΕΜΑΤΩΝ :www.pylia.gr



ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΜΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΤΗΣ ΠΥΛΟΥ ΣΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΟΝΑ



ΠΗΓΗ: http://ellinondiktyo.blogspot.gr