Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανακηρύσσεται. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανακηρύσσεται. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Φρειδερίκη του Αννοβέρου ... και επίτιμη διδάκτωρ ... η διοικήτρια της ΕΟΝ ...!

Ανακηρύσσεται ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1964 επίτιμη διδάκτωρ του πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης, πραγματοποιώντας περιοδεία στις Η.Π.Α. Η ίδια η Φρειδερίκη δηλώνει τότε ότι είδε τέτοια δυστυχία στην Ελλάδα του Εμφυλίου που αναζήτησε "παρηγορίαν εις την αρχαίαν φιλοσοφίαν και πέραν αυτής εις την πυρηνικήν φυσικήν" ... ΚΑΙ ΜΗ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ... να πει κανείς ... ή καλύτερα ΣΤΑ ΤΣΑΚΙΔΙΑ εκεί που βρίσκεται τώρα ...
Ήταν μέλος και αρχηγός ομάδας της Ναζιστικής νεολαίας ... ήταν μέλος στη χιτλερική νεολαία κορασίδων το 1936 ... Γενική Διοικήτρια κοριτσιών της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ) το 1936 ... παράνομες υιοθεσίες στις παιδουπόλεις ... εμπλοκή στη δολοφονία Λαμπράκη ...


Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 284 ο Διοκλητιανός ανακηρύσσεται ρωμαίος αυτοκράτορας

Γάιος Βαλέριος Διοκλής (Gaius Valerius Diocles)
Διοκλητιανός (245 - 313) ρωμαίος αυτοκράτορας

του Αυγουστίνου Ζενάκου 

Ο Γάιος Βαλέριος Διοκλής (Gaius Valerius Diocles), όπως ονομαζόταν προτού γίνει αυτοκράτορας, γεννήθηκε στα Σάλωνα της Δαλματίας (το σημερινό Σπλιτ της Κροατίας). Καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν πιθανώς απελεύθερος. Ο Διοκλής κατατάχθηκε στο στρατό ως απλός στρατιώτης, αλλά γρήγορα ανέβηκε στην ιεραρχία χάρη στην ανδρεία του και στις στρατηγικές του ικανότητες. Αρχικά έγινε αρχηγός των λεγεώνων και αργότερα Ύπατος. Ο αυτοκράτοραςΚάρος τον πήρε υπό την προστασία του δίνοντάς του το όνομα Αυρήλιος(Aurelius) και τον διόρισε διοικητή της ανακτορικής φρουράς.

Όταν ο γιος του Κάρου, αυτοκράτορας Νουμεριανός, βρέθηκε δολοφονημένος το 284 στη Νικομήδεια της Βιθυνίας, οι ρωμαϊκές λεγεώνες αναγόρευσαν αυτοκράτορα τον Διοκλή, ο οποίος μετονομάστηκε Διοκλητιανός (Diocletianus). Ο νέος αυτοκράτορας, αφού ορκίστηκε ότι δεν ευθυνόταν ο ίδιος για τον φόνο του Νουμεριανού, κατηγόρησε ως δολοφόνο τον πεθερό του Νουμεριανού, Άπερ, τον οποίο και σκότωσε με το ξίφος του μπροστά στους στρατιώτες του. Στη συνέχεια ο Διοκλητιανός συγκρούστηκε με τον πρωτότοκο γιο του Κάρου, τον Καρίνο, στη συμβολή των ποταμών Μάργου (σημερινού Μοράβα) και Δούναβη. Ο Καρίνος σκοτώθηκε και ο Διοκλητιανός έμεινε κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού.

Κωνστάντιος Χλωρός
ΔΙΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΤΕΤΡΑΡΧΙΑ
Αφού αναγνωρίστηκε ως αυτοκράτορας και από τη Σύγκλητο, ο Διοκλητιανός ανέλαβε το βαρύ καθήκον να αναμορφώσει τον διαλυμένο κρατικό μηχανισμό και να κάνει την οικονομία να ορθοποδήσει. Ο Διοκλητιανός ανέλαβε την εξουσία την εποχή της μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και της πολιτικής και στρατιωτικής αναρχίας, όταν το κράτος ήταν έρμαιο στα χέρια του στρατού. Έθεσε ως στόχο του την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων της αυτοκρατορίας, όπως ήταν τα ζητήματα της διαδοχής του αυτοκρατορικού θρόνου που είχε εγκαταλειφθεί στη διάθεση των λεγεώνων, της εξασφάλισης των συνόρων, της αναδιοργάνωσης του διοικητικού και οικονομικού συστήματος.

Συνειδητοποιώντας ότι δεν μπορούσε μόνος του να διοικήσει την αχανή ρωμαϊκή επικράτεια, επέλεξε, το 286, συναυτοκράτορά του τον φίλο του Μάρκο Αυρήλιο Βαλέριο Μαξιμιανό, τον οποίο αναγόρευσε Αύγουστο, όπως ήταν και ο δικός του τίτλος. Ο Διοκλητιανός διαίρεσε το κράτος σε δύο τμήματα, το Δυτικό (Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Βρετανία και Β. Αφρική) και το ανατολικό (Ιλλυρικό, Ελλάδα, Θράκη, Μακεδονία, Μ. Ασία και Αίγυπτος). Ο ίδιος κράτησε για τον εαυτό του το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, με έδρα τη Νικομήδεια, καθώς θεώρησε πιο πρόσφορο για την απολυταρχική του πολιτική το έδαφος της Ανατολής από τη Ρώμη, ενώ ο Μαξιμιανός, με έδρα το Μεδιόλανο (το σημερινό Μιλάνο) ανέλαβε την εποπτεία του δυτικού τμήματος.

Η διαίρεση της αυτοκρατορίας σε τετραρχίες
Η αυτοκρατορία όμως μεγάλωσε ακόμα περισσότερο μετά τους νικηφόρους πολέμους εναντίον των Περσών, των Φράγκων, των Σαξόνων και των Σαρματών, οπότε ο Διοκλητιανός το 293 αποφάσισε να διαμοιράσει το βάρος της εξουσίας και σε δύο άλλους βοηθούς των αυτοκρατόρων, που έφεραν τον τίτλο του Καίσαρα. Πρώτους Καίσαρες ανακήρυξε δύο αρχηγούς της σωματοφυλακής του, τον Γαλέριο Μαξιμιανό και τον Κωνστάντιο Χλωρό. Ο Γαλέριος θα βοηθούσε τον Διοκλητιανό στην Ανατολή, ως διοικητής των ιλλυρικών επαρχιών, εδρεύοντας στο Σίρμιο της Πανονίας και ο Κωνστάντιος τον Μαξιμιανό στη Δύση, ως διοικητής της Γαλατίας, της Βρετανίας και της Ισπανίας, εδρεύοντας εναλλακτικά πότε στα Τρέβηρα (σημερινό Τρίερ στη Γερμανία) και πότε στο Εβόρακο (Υόρκη) της Βρετανίας. Έτσι δημιουργήθηκε μια «Τετραρχία», αν και στην πραγματικότητα την ύψιστη εξουσία την είχε ο Διοκλητιανός. Αυτός διατήρησε την κατεύθυνση της γενικής εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής όλης της αυτοκρατορίας.

ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΓΑΜΟΙ
Το νέο αυτό σύστημα διοίκησης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας προέβλεπε ότι όταν οι δύο Αύγουστοι θα αποχωρούσαν λόγω ηλικίας ή θανάτου, θα τους διαδέχονταν οι δύο Καίσαρες, αφού προηγουμένως θα είχαν επιλέξει άλλους Καίσαρες στη θέση τους. Δεν επρόκειτο για κατάτμηση της Αυτοκρατορίας, αλλά για ενδυνάμωση της διοίκησής της. Επιπλέον οι δεσμοί μεταξύ των τεσσάρων συσφίχτηκαν με γάμους: ο Γαλέριος νυμφεύθηκε την κόρη του Διοκλητιανού Βαλέρια, ο Κωνστάντιος Χλωρός, αφού χώρισε την Ελένη, τη μητέρα του μετέπειτα Μεγάλου Κωνσταντίνου, νυμφεύτηκε την κόρη του Μαξιμιανού Θεοδώρα. Επίσης οι δύο Αύγουστοι υιοθέτησαν τους δύο Καίσαρες έτσι ώστε να είναι και σύμφωνα με τον νόμο διάδοχοί τους.

Με τον τρόπο αυτόν ο Διοκλητιανός δημιούργησε ένα νέο ολιγαρχικό σύστημα το οποίο μετεξελίχθηκε σε θεοκρατικό. Πιστεύοντας στην αναζωπύρωση των παλαιών ηθικών και θρησκευτικών παραδόσεων των Ρωμαίων, ο Διοκλητιανός περιέβαλε την εξουσία του με θρησκευτικότητα και διακήρυξε ότι είναι ο εκλεκτός του Δία. Το 287 μάλιστα αυτοαποκλήθηκε Δίιος (Jovius) και στον Μαξιμιανό έδωσε τον τίτλο Ηράκλειος (Herculius).


ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
Ο Διοκλητιανός ανακήρυξε επίσης τη λατρεία του Δία αποκλειστική κι υποχρεωτική θρησκεία της Αυτοκρατορίας. Αρχικά δεν προσπάθησε να επιβάλλει τις θρησκευτικές προτιμήσεις του με βίαια μέσα. Ο Γαλέριος όμως επέμεινε ότι ο Χριστιανισμός έπρεπε να εξαλειφθεί από τη ρωμαϊκή επικράτεια και με την προτροπή του ο Διοκλητιανός κήρυξε διωγμό εναντίον των Χριστιανών το 303, που διήρκησε μέχρι το 305. Παρόλο που ο διωγμός του Διοκλητιανού εναντίον των Χριστιανών ήταν από τους πιο βίαιους και αιματηρούς που έγιναν ποτέ στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τα αποτελέσματά του δεν ήταν τα επιθυμητά για τη ρωμαϊκή ηγεσία. Αντίθετα το χριστιανικό κίνημα διογκώθηκε.

Καθώς η Ρώμη βρισκόταν σε παρακμή και η άλλοτε κραταιά Σύγκλητος είχε υποβιβαστεί σ’ ένα είδος δημοτικού συμβουλίου, ο Διοκλητιανός έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την περιφέρεια οργανώνοντας έναν τεράστιο γραφειοκρατικό μηχανισμό ώστε να μπορεί να ελέγχει και τα πιο απομακρυσμένα σημεία της επικράτειας. Η διαίρεση των ρωμαϊκών επαρχιών σε αυτοκρατορικές και συγκλητικές καταργήθηκε και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε τέσσερις «επαρχίες», δώδεκα «διοικήσεις» και περίπου εκατό επαρχίες, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο απόκτησης μεγάλης ισχύς από τους υπαλλήλους. Ανώτατοι άρχοντες των επαρχιών ήταν οι δύο Αύγουστοι και οι δύο Καίσαρες, οι οποίοι επέβλεπαν την εύρυθμη λειτουργία της πολύπλοκης κρατικής μηχανής βοηθούμενοι από μια καλά οργανωμένη μυστική αστυνομία.

ΧΡΥΣΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΦΟΡΟΙ
Συγχρόνως εγκαινίασε τον διαχωρισμό της πολιτικής από τη στρατιωτική εξουσία, μέτρο που ολοκλήρωσε αργότερα ο Μεγάλος Κωνσταντίνος. Περιόρισε τους διοικητές στην άσκηση της πολιτικής και δικαστικής εξουσίας τους και απέκλεισε τους συγκλητικούς από την αρχηγία των στρατευμάτων. Επανέφερε την πειθαρχία στο στράτευμα, οχύρωσε συστηματικότερα τα σύνορα και αύξησε τον στρατό για την καλύτερη φύλαξή τους. Η αύξηση του στρατού τον ανάγκασε να αυξήσει και τους φόρους, γεγονός που είχε αντίκτυπο στους αγρότες, η θέση των οποίων επιδεινώθηκε. Τα οικονομικά μέτρα του Διοκλητιανού έφεραν σε απόγνωση τον λαό. Για την αντιμετώπιση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης έλαβε και διάφορα αναγκαστικά μέτρα: Για παράδειγμα, επέβαλε στα παιδιά να ακολουθούν το πατρικό επάγγελμα

Το 296 ο Διοκλητιανός έθεσε σε κυκλοφορία νόμισμα με σταθερή αξία χρυσού και το επέβαλε σε όλη την επικράτεια καταργώντας τα τοπικά νομισματικά συστήματα. Το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο από το αναμενόμενο: αντί να παταχθεί ο πληθωρισμός, οι τιμές των προϊόντων εκτινάχθηκαν στα ύψη και κινδύνευε ο ανεφοδιασμός του στρατού. Έτσι πέντε χρόνια αργότερα ο Διοκλητιανός εξέδωσε διάταγμα στο οποίο αναγράφονταν οι ανώτερες αναγκαστικές τιμές (de pretiis) περίπου χιλίων προϊόντων και για τους παραβάτες προβλέπονταν αυστηρές ποινές. Το μέτρο ωστόσο δεν έριξε τις τιμές. Οι φτωχοί γίνονταν ακόμα φτωχότεροι και οι νέοι φόροι απομυζούσαν τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις, ενώ ο πλούτος συσσωρευόταν στα χέρια των ολίγων.

Επιθυμώντας την αποκέντρωση ο Διοκλητιανός επέκτεινε το οδικό δίκτυο, οχύρωσε πόλεις, έχτισε φρούρια στα σύνορα και φρόντισε την κατασκευή δημόσιων κτιρίων τόσο στις επαρχίες όσο και στη Ρώμη. Πάνω από όλα όμως φρόντισε για το ανάκτορό του στη γενέτειρά του, όπου το 305 αποσύρθηκε στα Σάλωνα της Δαλματίας, άρρωστος και καταβεβλημένος, αφού πρώτα παραιτήθηκε από το αξίωμά του, αναγκάζοντας και τον Μαξιμιανό να κάνει το ίδιο. Μετά την παραίτηση των δύο Αυγούστων, ο Διοκλητιανός ανακήρυξε Αυγούστους τον Γαλέριο και τον Κωνστάντιο και Καίσαρες τονΦλάβιο Σεβήρο και τον Μαξιμίνο Δάϊα.

Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΤΕΤΡΑΡΧΙΑΣ
Στα 21 χρόνια της παντοδυναμίας του ο Διοκλητιανός πρόσφερε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μια μικρή παράταση ειρηνικής ενότητας, παρόλο που τελικά δεν επιτεύχθηκε η αναστροφή της πορείας της προς την παρακμή. Ο Διοκλητιανός δεν είχε πρόθεση να επιτύχει την ευημερία των λαών της αυτοκρατορίας. Προσπάθησε απλά να ανορθώσει τον παρηκμασμένο κράτος υιοθετώντας αναχρονιστικά μέτρα. Πρότυπό του ήταν το διοικητικό σύστημα των Πτολεμαίων της Αιγύπτου.

Ο Διοκλητιανός πέθανε το 313 και έζησε αρκετά για να δει τον Κωνσταντίνο, τον γιο του Κωνστάντιου Χλωρού, να γίνεται το 306 Αύγουστος, τον Χριστιανισμό, με το Έδικτο του Μεδιολάνου το 313, να αναγνωρίζεται ως μια από τις θρησκείες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την περίφημη Τετραρχία του να διαλύεται μαζί με την απάνθρωπη οικονομική του πολιτική. Ωστόσο αρκετά στοιχεία της διοικητικής και στρατιωτικής οργάνωσης που θέσπισε ο Διοκλητιανός διατηρήθηκαν και δημιούργησαν τις βάσεις για το σύστημα που επέβαλε κατά τη μονοκρατορία του ο Μεγάλος Κωνσταντίνος, ο ιδρυτής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: το 1834 η Αθήνα ανακηρύσσεται επίσημα σε βασιλική καθέδρα και πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους

Η Αθήνα σαν σήμερα το 1834, έγινε πρωτεύουσα της Ελλάδας

Όταν το 1834 η Αθήνα ανακηρύχθηκε επίσημα πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους, δεν ήταν παρά ένα μικρό χωριό 7.000 κατοίκων, απλωμένο γύρω από το βράχο της Ακρόπολης. Έμοιαζε τότε η Αθήνα με «αρχαιολογικό κήπο» ερειπίων όπου χαλασμένα και ερειπωμένα αρχαία, βυζαντινά και μεσαιωνικά κτίρια βρίσκονταν δίπλα σε τρισάθλιες καλύβες, όπου ζούσαν οι πάμφτωχοι, τότε, Αθηναίοι.

Η απόφαση για τον ορισμό της μελλοντικής ελληνικής πρωτεύουσας, κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Προσωπικότητες της εποχής, πολιτικοί, αλλά και εξειδικευμένοι επιστήμονες (αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι κ.α.) πήραν μέρος στη συζήτηση, προσπαθώντας να επηρεάσουν τις εξελίξεις και την τελική απόφαση. Οι πόλεις που προτάθηκαν ήταν, μεταξύ άλλων, η Κόρινθος, τα Μέγαρα, ο Πειραιάς, το Άργος, καθώς και το Ναύπλιο - η μέχρι τότε πρωτεύουσα της χώρας.

Η Αθήνα σαν σήμερα το 1834, έγινε πρωτεύουσα της Ελλάδας

Τελικά, η πλάστιγγα έγειρε προς την Αθήνα, η οποία το Σεπτέμβριο του 1834 ανακηρύχθηκε επίσημα σε «Βασιλική καθέδρα και πρωτεύουσα». Οι λόγοι που οδήγησαν στο να πάρει τελικά η Αθήνα το «χρίσμα», έχουν να κάνουν με την ένδοξη ιστορία της ως λίκνο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού (την απόφαση πιθανότατα επηρέασε ο βασιλιάς της Βαυαρίας, Λουδοβίκος, ο οποίος ήταν γνωστός αρχαιολάτρης).

Κάθε άλλο παρά έτοιμη έδειχνε η Αθήνα το 1834 για αναλάβει τον ηγεμονικό ρόλο της πρώτης πόλης του κράτους. Έχοντας χάσει προ πολλού την αίγλη της αρχαίας εποχής και με νωπά τα «σημάδια» από τις μάχες που διεξήχθησαν στο έδαφός της, η Αθήνα αποτελούσε μία μικρή κωμόπολη (ή μάλλον, ένα... μεγάλο χωριό) που αριθμούσε μόλις 10 χιλιάδες κατοίκους και περίπου 170 κατοικίες και κατεστραμμένα κτήρια. Συγκριτικά, την ίδια εποχή, ο πληθυσμός της Πάτρας ανερχόταν σε 15 χιλιάδες κατοίκους, ενώ της Θεσσαλονίκης σε 60.


Η Αθήνα εκτεινόταν γύρω από την Ακρόπολη (περίπου από του Ψυρρή έως του Μακρυγιάννη), έχοντας ως κέντρο της την περιοχή της Πλάκας (την Παλιά Πόλη). Από τα μεγάλα προβλήματα της νέας πρωτεύουσας ήταν η έλλειψη συστήματος ύδρευσης (νερό έπαιρναν από τις πηγές), καθώς και η ανυπαρξία δημόσιου φωτισμού και συγκοινωνιών, ενώ υπήρχε παντελής έλλειψη υπηρεσιών ή άλλων κοινωνικών αγαθών.


Ο Όθωνας ανέθεσε την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Αθήνας στον Ελληνα αρχιτέκτονα Κλεάνθη και στους Βαυαρούς Schubert και Leo von Klenze με αυστηρή εντολή να μη θιγούν οι αρχαιολογικοί χώροι. Για την προστασία των αρχαιοτήτων, ο Όθων εξέδωσε διάταγμα που απαγόρευε την κατασκευή ασβεστοκαμίνων σε απόσταση 2.500 μέτρων από αρχαιοελληνικά λείψανα, ώστε να μη φθαρούν οι αρχαιότητες!

Μέσα σε τέσσερα χρόνια κτίσθηκαν στην Αθήνα γύρω στις 1.000 κατοικίες, πολλές αυθαίρετες και «κακώς οικοδομημένας, χθαμαλάς, πενιχράς εξωτερικής και εσωτερικής όψεως, άνευ ακρογωνιαίων λίθων, άνευ σχεδίων, συνεσφιγμένας περί στενάς, ανωμάλους και ακαθάρτους οδούς» όπως αφηγούνται οι μαρτυρίες της εποχής.

Αλλά και ο βαρόνος Κωνσταντίνος Μπέλλιος που ήλθε από την Βιέννη, σημείωνε: «Τα σπίτια των Αθηνών, όπερ εις διάστημα ολίγου καιρού έγιναν, εκατασκευάσθησαν με βίαν και άκραν οικονομίαν, με λάσπας και ξύλα και με ασβέστην ασπρισμένα...χωρίς να σκεφθούν οι ανόητοι ότι μήτε πέντε χρόνους δεν θέλουν διατηρηθή, πρέπει να γκρεμισθούν, ότι τα τείχη των μόλις 5 δακτύλων χόντρους έχουν».

Το γκρέμισμα των αυθαιρέτων

Ο Όθων απαγόρευσε τη λατόμηση στους λόφους Νυμφών (Αστεροσκοπείου), Αγχέστου (Στρέφη), Φιλοπάππου και Λυκαβηττού, εξέδωσε διατάγματα με αυστηρή εντολή να κατεδαφίζεται αμέσως κάθε αυθαίρετο που κτίζεται πλησίον των αρχαιοτήτων, ενώ διέταξε να γκρεμιστούν άμεσα όσα κτίστηκαν στις παρυφές της Ακροπόλεως.
Εξαιτίας των αυθαιρέτων, ο Όθων έχασε τη δημοτικότητά του στις φτωχές μάζες, αλλά επέμενε να εκδίδει και άλλα διατάγματα.

Στα επόμενα χρόνια, η Αθήνα αποτέλεσε τον πόλο έλξης για τους Έλληνες, που έφταναν από όλα τα μέρη της χώρας. Μοιραία, το 1896, στην έναρξη των πρώτων, σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, η πρωτεύουσα είχε αλλάξει ριζικά την όψη της, έχει επεκταθεί χωρικά, αριθμούσε περίπου 140 χιλ. κατοίκους και αποτελούσε το εμπορικό και πνευματικό κέντρο της χώρας.