Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρασιατικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρασιατικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

ΙΣΤΟΡΙΑ: Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και η σπουδαιότητα του "όρου" (VIDEO)

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, το 1994, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαίου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο» και το 1998 ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη «της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».
5
Μάρη Βεργουλίδου - ΠΗΓΗ: http://www.epona.gr

Σύντομη ανάλυση του ελληνικού όρου "γενοκτονία"
Ο ελληνικός όρος γενοκτονία είναι ταυτόσημος με τον διεθνώς χρησιμοποιούμενο όρο genocide που προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις γένος και κτείνω(=φονεύω). Τόσο ο ελληνικός όσο και ο διεθνής όρος δημιουργήθηκαν επίσημα (όρος διεθνούς δικαίου) μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Με αυτόν τον όρο αποδίδεται κυριολεκτικά η από τους αρχαιότατους χρόνους υφιστάμενη έννοια και ακριβέστερα ένα από τα αρχαιότερα μαζικά εγκλήματα που αποβλέπουν στη συστηματική, με βίαια ως επί το πλείστον μέσα, επιδιωκόμενη εξόντωση ολόκληρης φυλής ή τμήματος αυτής σε ορισμένο τόπο.

Η γενοκτονία μπορεί να επιδιωχθεί είτε με σειρά ομαδικών φόνων, όλων ή σχεδόν όλων των μελών μιας φυλής, είτε με συστηματική εξασθένιση αυτής (με διάφορα μέσα) μέχρι τη βαθμιαία εξάλειψή της φυλής. Στα βίαια δε μέσα αυτά περιλαμβάνονται και σειρά απαγορευτικών μέτρων επί εθνικών, θρησκευτικών, γλωσσικών, ηθικών, ιστορικών ή άλλων παραδόσεων προκειμένου να επέλθει διαφοροποίηση ή αλλοίωση της καταδιωκόμενης φυλής με βέβαιη την συν τω χρόνω απώλεια του εθνικού και φυλετικού γνωρίσματός της. Ωστόσο, η απόδοση του όρου για μια συγκεκριμένη ενέργεια, οργανωμένου χαρακτήρα, ενέχει υποκειμενικά κριτήρια και τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει αρκετές φορές διάσταση απόψεων.

Εισαγωγή του όρου
Τον όρο τζινοσάιντ (και κατ' αναλογία ο δημιουργούμενος ελληνικός γενοκτονία) διετύπωσε πρώτος ο Πολωνός δικηγόρος Raphael Lemkin (Λέμκιν) το 1944 λίγο πριν από τη Δίκη της Νυρεμβέργης, κατά των πρωταιτίων της εξολόθρευσης των Εβραίων από του ναζισμού. Η φρίκη και ο αποτροπιασμός που προκάλεσε σε όλο τον κόσμο η συστηματικά οργανωμένη από τους ναζιστές βάρβαρη προσπάθεια βιολογικής εξόντωσης της εβραϊκής φυλής, πριν από τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο και κατά τη διάρκειά του (1933 - 1945), ώθησε τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ να χαρακτηρίσει επίσημα τη γενοκτονία ως έγκλημα που τιμωρείται με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Έτσι ο όρος αυτός απετέλεσε και το κύριο κατηγορητήριο όρο στη Δίκη της Νυρεμβέργης.

Ειδική σύμβαση, που ενέκρινε η συνέλευση τον Δεκέμβριο του 1948, όρισε ότι οι δράστες τέτοιου εγκλήματος (είτε είναι όργανα ενός κράτους, στρατιωτικοί ή πολιτικοί υπάλληλοι, είτε απλοί πολίτες) πρέπει να θεωρούνται προσωπικά και ατομικά υπεύθυνοι για το έγκλημα αυτό και να δικάζονται από τα δικαστήρια του τόπου όπου διαπράχθηκαν τα εγκλήματα ή από το διεθνές δικαστήριο. Η αρχή αυτή εφαρμόστηκε σε πολλές ποινικές δίκες εγκληματιών πολέμου, όπως για παράδειγμα στη δίκη του Γερμανού συνταγματάρχη Άντολφ Άιχμαν που έγινε στο κράτος του Ισραήλ.
****************
************
*******
***
Δείτε και τα 2 Αφιερώματα στη Γενοκτονία των Ποντίων ΕΔΩ
και ΕΔΩ

ΔΕΙΤΕ και το Video

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αναφέρεται σε σφαγές και εκτοπισμούς εναντίον Ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Πόντου που πραγματοποιήθηκαν από το κίνημα των Νεότουρκων κατά την περίοδο 1914-1923. Εκτιμάται ότι στοίχισε τη ζωή περίπου 213.000-368.000 Ελλήνων. Οι επιζώντες κατέφυγαν στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου (ΕΣΣΔ), ενώ άλλοι μετακινήθηκαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, στην Ελλάδα.

Τα γεγονότα της εξόντωσης των Ποντίων αναγνωρίζονται επισήμως ως γενοκτονία από το Ελληνικό Κράτος, την Κύπρο, τη Σουηδία, και την τοπική κυβέρνηση της Nότιας Αυστραλίας , της Νέας Νότιας Ουαλίας, σε οχτώ πολιτείες των Η.Π.Α., αλλά και από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS, International Association of Genocide Scholars).

Θεωρείται ως μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες στον εικοστό αιώνα. Η γενοκτονία ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο εκτοπισμός των γηγενών από τις εστίες τους στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, η εξάντληση από τις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα, και τα στρατόπεδα εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού).

Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών καταγράφουν το έγκλημα που διαπράχθηκε εναντίον του Ελληνικού πληθυσμού του Πόντου. Η Γενοκτονία των Ποντίων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με τις γενοκτονίες σε βάρος και των υπολοίπων Ελλήνων της Μικράς Ασίας, αλλά και των άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως η Γενοκτονία των Αρμενίων (1915), αλλά και των Ασσυρίων και των Χαλδαίων.

Η Βουλή των Ελλήνων στις 24 Φεβρουαρίου του 1994, αναγνώρισε τη γενοκτονία των Ποντίων και ψήφισε ομόφωνα για την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως "Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού".

Ιστορικό
Η διαδικασία εξόντωσης των ελληνικών πληθυσμών του Πόντου διακρίνεται ιστορικά σε τρεις συνεχόμενες φάσεις: η πρώτη (1914-1918), από την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και την κατάληψη της Τραπεζούντας από τον ρωσικό στρατό (1916) έως και το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και η δεύτερη (1919-1923), μετά την απόβαση του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, που εντείνεται με την απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα στις 19 Μαϊου του 1919 και ολοκληρώνεται με την εφαρμογή του Συμφώνου για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Α' φάση
Το κύμα μαζικών διώξεων ξεκίνησε στον Πόντο με την μορφή εκτοπίσεων το 1915, παράλληλα με τη γενοκτονία των Αρμενιων . Οι εκτοπίσεις συνεχίζονταν και κατά την εποχή που τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τραπεζούντα στις αρχές του 1916. Ιδιαίτερα με το πρόσχημα ότι οι Πόντιοι υποστήριζαν τις κινήσεις των Ρώσων μεγάλος αριθμός κατοίκων από τις περιοχές της Σινώπης και της Κερασούντας εκτοπίστηκαν στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Σημειώθηκαν επίσης και εξαναγκαστικοί εξισλαμισμοί γυναικείων πληθυσμών.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του επίσκοπου Τραπεζούντας, ο αριθμός των θυμάτων αυτών των πολιτικών ανήλθε, για εκείνο το διάστημα, σε 100.000 περίπου. Δεν έπαψαν και οι διαμαρτυρίες από Αυστριακούς και Αμερικανούς διπλωμάτες κατά της οθωμανικής κυβέρνησης.

Β' φάση
Ύστερα από την συνθηκολόγηση της Ρωσίας και την απόσυρση του ρωσικού στρατού από την περιοχή, εντάθηκαν οι διώξεις στην περιοχή. Με την άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ, τον Μάιο του 1919, στην περιοχή και την έξαρση του κινήματός του εντάθηκε η δράση ατάκτων ομάδων (τσετών) κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου, ο Κεμάλ, συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη "Mutafai Milliye", κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού.

Στις 29 Μαϊου, ο Κεμάλ ανέθεσε στον περιβόητο τσέτη, Τοπάλ Οσμάν, την επιχείρηση για τη διενέργεια μαζικών επιχειρήσεων εξόντωσης κατά του τοπικού πληθυσμού. Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκαν οι σφαγές και οι εκτοπίσεις των Ελλήνων στη Σαμψούντα και σε 394 χωριά της περιοχής, κατοικημένα από ελληνικούς πληθυσμούς. Σχετικές αναφορές έχουν καταγραφεί από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, καθώς και από τον Αμερικανό πρέσβη Χένρυ Μοργκεντάου.

Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1920 πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση της Μπάφρας και η μαζική εξόντωση των 6.000 Ελλήνων που είχαν σπεύσει να βρουν προστασία στις εκκλησίες της περιοχής. Συνολικά από τους 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Μπάφρας και του Ααζάμ, το 90% δολοφονήθηκε, ενώ από τους υπόλοιπους, οι περισσότεροι εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Οι προύχοντες και οι προσωπικότητες του πνεύματος, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο από τα λεγόμενα "Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας" στην Αμάσεια, κατά τον Σεπτέμβριο του 1921. Παράλληλα, σημειώνονταν και εξαναγκαστικές αποσπάσεις νεαρών κοριτσιών και αγοριών από τις οικογένειές του, τα οποία δίνονταν για τα χαρέμια των εύπορων Τούρκων.

Το Νοέμβριο του 1921 στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας,πνευματικοί άνθρωποι και καλλιτέχνες της εποχής, μεταξύ των οποίων οι Αγγ. Σικελιανός, Ι. Θεοτόκης, Γ. Ιακωβίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Ι. Μαλέας, Δημ. Χατζόπουλος, Π. Νιρβάνας, Μ. Μαλακάσης κ.ά., διαμαρτυρήθηκαν για την τραγωδία των Ποντίων και εγραψαν: "Οι Τούρκοι εφόνευσαν όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της πόλεως Μερζιφούντος, αφού την ελεηλάτησαν και την επυρπόλησαν. Τους προσπαθήσαντας να διασωθούν ετυφέκισαν και εθανάτωσαν, καταλαβόντες τας διόδους. Μετετόπισαν όλον τον άρρενα πληθυσμόν των πόλεων Τριπόλεως, Κερασούντος, Ορδούς, Οινόης, Αμισού και Πάφρας και καθ' οδόν κατέσφαξαν τους πλείστους εξ αυτών...".

Θύματα
Για τον ελληνικό πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Μικρά Ασία και Ανατολική Θράκη την περίοδο 1914-1923, ο Αριστοκλής Ι. Αιγίδης στο βιβλίο του "Η Ελλάς χωρίς τους πρόσφυγας" (Αθήνα, 1934) τονίζει ότι «1.200.000 ψυχές αποτελούν τον τραγικόν εις ανθρώπινας απώλειας απολογισμόν του αγώνος». Ο Θεοφάνης Μαλκίδης, διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, τονίζει ότι «μιλάμε για πάνω από 800.000 Έλληνες». Στις 20 Μαρτίου 1922, ο Άγγλος διπλωμάτης Ρέντελ συνέταξε ένα μνημόνιο για τις τουρκικές ωμότητες σε βάρος των χριστιανών από το 1919 και έπειτα. Στο προοίμιο αυτού του μνημονίου διαβάζουμε:


«Η επίτευξη της ανακωχής με την Τουρκία, στις 30 Οκτωβρίου 1918, φάνηκε να επέφερε μια προσωρινή παύση των διωγμών των μειονοτήτων εκ μέρους των Τούρκων, που διαπράχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στην επιδίωξη αυτών των διωγμών, είναι γενικώς αποδεκτό ... ότι πάνω από 500.000 ‘Έλληνες εξορίστηκαν, εκ των οποίων συγκριτικώς ελάχιστοι επέζησαν...».

Καθ'όλη την διάρκεια της παραμονής του ελληνικού στρατού στην ενδοχώρα της Ανατολίας, ο Κεμάλ απασχολούσε τους Έλληνες με αντάρτικες επιθέσεις, ενώ ταυτόχρονα είχε την δυνατότητα να συνεχίζει την εξόντωση ολόκληρων χωριών στον Πόντο. Οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Χαρακτηριστικό είναι πως μέχρι την από την αρχή του πολέμου μέχρι και την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Σμύρνη, περίπου 200.000 Πόντιοι είχαν χάσει την ζωή τους, ενώ σύμφωνα με άλλους ιστορικούς ο αριθμός των Ποντίων που εξοντώθηκαν μέχρι και το τέλος του 1923 μπορεί να ξεπερνά και τις 350.000 άτομα.

Διεθνής αναγνώριση
Πριν από τον όρο "Γενοκτονία" υπήρχε ο όρος "Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας". Πρόβλημα στη δίκη των γενοκτόνων μπορεί να υπάρξει με το νομικό όρο "nullum crimen nulla poena sine lege", δηλαδή δίχως προϊσχύοντα νόμο δεν υπάρχει έγκλημα ούτε ποινή. Ο όρος της Γενοκτονίας δεν υπήρχε την εποχή εκείνη, έτσι η τιμωρία και καταδίκη εκείνων τίθεται υπό ερωτηματικό. Το ποινικό Δίκαιο, για να εξασφαλίσει τη δίκαιη μεταχείριση των κατηγορουμένων δεν μπορεί να δράσει αναδρομικά. Από την άλλη άποψη όμως σε όλα τα νομικά πλαίσια υπήρχε η τιμωρία της δολοφονίας.

Στις 24 Φεβρουαρίου 1994, κατόπιν εισήγησης του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο», ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Επίσης, στο 1998 η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη «της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».

Στο Δεκέμβριο 2007 η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars ή IAGS) αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με την γενοκτονία των Ασσυρίων, και εξέδωσε το εξής ψήφισμα:

  • «ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η άρνηση μιας γενοκτονίας αναγνωρίζεται παγκοίνως ως το έσχατο στάδιο γενοκτονίας, που εξασφαλίζει την ατιμωρησία για τους δράστες της γενοκτονίας, και ευαπόδεικτα προετοιμάζει το έδαφος για τις μελλοντικές γενοκτονίες,
  • ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η Οθωμανική γενοκτονία εναντίον των μειονοτικών πληθυσμών κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρουσιάζεται συνήθως ως γενοκτονία εναντίον μόνο των Αρμενίων, με λίγη αναγνώριση των ποιοτικά παρόμοιων γενοκτονιών, εναντίον άλλων χριστιανικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,
  • ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι είναι πεποίθηση της Διεθνούς Ένωσης των Μελετητών Γενοκτονιών, ότι η Οθωμανική εκστρατεία εναντίον των χριστιανικών μειονοτήτων της αυτοκρατορίας, μεταξύ των έτων 1914 και 1923, συνιστούν γενοκτονία εναντίον των Αρμενίων, Ασσυρίων, Ποντίων και των Έλλήνων της Ανατολίας.
  • ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ η Ένωση να ζητήσει από την κυβέρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες εναντίον αυτών των πληθυσμών, να ζητήσει επίσημα συγγνώμη, και να λάβει τα κατάλληλα και σημαντικά μέτρα προς την αποκατάσταση (μη επανάληψη).»

Οι τουρκικές κυβερνήσεις αρνούνται πως υπήρξε γενοκτονία και τοποθετούν επισήμως το θάνατο των Ελλήνων στα πλαίσια των ευρύτερων απωλειών του πολέμου, του λιμού ή άλλων κοινωνικών αναταράξεων.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Η καταστροφή της Σμύρνης και ο ξεριζωμός του Μικρασιατικού Ελληνισμού: ΜΕΡΟΣ Β΄



Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Το ξεκλήρισμα των χριστιανικών πληθυσμών και ο διωγμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας

Ο ελληνικός στρατός είχε πλέον υποχωρήσει, κατευθυνόμενος στη χερσόνησο της Ερυθραίας, προς τον Τσεσμέ, με σκοπό την επιβίβαση στα πλοία για Χίο και Μυτιλήνη. Στα Βουρλά υπήρχαν 35.000 Έλληνες, ενώ είχε ήδη σχηματιστεί πολιτοφυλακή, προκειμένου να υπάρξει κάποια συμφωνία μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων, για την προστασία και ασφάλειά τους, η οποία συμφωνία μάλιστα επικυρώθηκε από τον αρχιερατικό επίτροπο του μητροπολίτη Εφέσου κι από τον Τούρκο μουφτή, αλλά και από τους προκρίτους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πάρα πολλοί Έλληνες επέστρεφαν στα Βουρλά. Η επικύρωση, όμως, αυτή για τη σωτηρία τους δεν απέβη αποτελεσματική, αφού τα Βουρλά πυρπολήθηκαν και οικογένειες ολόκληρες ξεκληρίστηκαν, ο δε ανδρικός πληθυσμός μεταφέρθηκε σε στρατόπεδα. Οι ίδιες βιαιότητες έλαβαν χώρα και στο επίνειο των Βουρλών, τη Σκάλα, αλλά και στα Αλάτσατα. Οι επιζήσαντες, μετά από αρκετές ημέρες παραλήφθηκαν από πλοία.

Ωστόσο, από την περιοχή του Αγιασματίου, έφθαναν οι πρόσφυγες στο Αϊβαλί, ενώ την 6η Σεπτεμβρίου ο τουρκικός τακτικός στρατός εισέβαλε στην πόλη και άρχισαν οι βιαιοπραγίες. Άνδρες συνελήφθησαν και εστάλησαν στα στρατόπεδα κοντά στο Φρένελι που είχε ελληνικό πληθυσμό, άλλοι δολοφονήθηκαν στη χαράδρα Μουσούλ Δαγ ή στη θέση Ταμ Αλή. Ήταν περίπου 4.000. Άλλους πάλι εκτέλεσαν στο Αδραμύττιο ή και στην είσοδο των Κυδωνιών.

Την 14η Σεπτεμβρίου, έκανε την εμφάνισή της η 4η τουρκική μεραρχία, η ονομαζόμενη Χασάπ ασκέρ, οπότε η κατάσταση επιδεινώθηκε για τους Αϊβαλιώτες και τους πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο εκεί. Την 19η Σεπτεμβρίου, ο μητροπολίτης Γρηγόριος διατάχθηκε από τους Τούρκους να ειδοποιήσει τον άρρενα πληθυσμό από 18-45 ετών, να παρουσιαστεί στις τουρκικές αρχές. Είχαν τοιχοκολλήσει δε προκήρυξη που έλεγε «ὅσοι ἐκ τῶν πολιτῶν ἐπιθυμοῦν νά ἀναχωρήσουν διά τῶν ἀτμοπλοίων εἶναι ἐλεύθεροι νά τό πράξουν ἐντός 24 ὡρῶν. Ὅσοι δέν κατορθώσουν νά το πράξουν, θά μεταφερθούν εἰς τό ἐσωτερικόν». 

Ένα αρκετά μεγάλο τμήμα του πληθυσμού μεταφέρθηκε στη Μυτιλήνη, ενώ οι Τούρκοι απαγόρευσαν στον μητροπολίτη Γρηγόριο να επιβιβασθεί στο πλοίο, οπότε την 30η Σεπτεμβρίου τον συνέλαβαν μαζί με άλλους ιερείς και τον εκτέλεσαν. Βιαιοπραγίες, όμως, έγιναν και στα Μοσχονήσια, με 6.000 κατοίκους που ήταν Έλληνες. Την 14η Σεπτεμβρίου, όσοι γλύτωσαν την εξόντωση, εστάλησαν στα στρατόπεδα, όπου και εκεί εξοντώθηκαν, και μαζί τους και ο μητροπολίτης Μοσχονησίων Αμβρόσιος. Τα ίδια έγιναν και στην Προποντίδα, εκκενώθηκε το Εσκί Σεχίρ, τα Μουδανιά και η Κίος από ελληνικές δυνάμεις και κατόπιν κατευθύνθηκαν στην Πάνορμο και Κύζικο, όπου απ’ αυτά τα λιμάνια επιβάσθηκε μεγάλος όγκος των ελληνικών δυνάμεων αρχές Σεπτεμβρίου.

Μετά την παράδοση της 11ης μεραρχίας, αυτό που περίμενε τους πρόσφυγες δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μία τραγική τύχη. Η επαρχία της Κυζίκου και η ενδοχώρα θρήνησαν θύματα, ενώ στην περιφέρεια του Μπαλήκ Κεσέρ, συγκέντρωσαν όλο τον ελληνικό πληθυσμό σε μία πλατεία και τους κατακρεούργησαν, την 4η Σεπτεμβρίου. Τα θύματα ήταν 3.000. Το ίδιο έγινε και στο Σίνδιργε, στο Ακ Τσάι του Αδραμυττινού κόλπου. Συνολικά, εκεί, ο αριθμός των θυμάτων υπολογίζεται σε 17.000, σύμφωνα με την έκθεση που συνέταξε ο Βενέδικτος Αδαμαντιάδης. Όσοι κατοικούσαν στα χωριά της επαρχίας Δαρδανελλίων έπεσαν θύματα σφαγής. Υπολογίζονται σε 4.330. Η ίδια έκθεση αναφέρει χαρακτηριστικά: Ἐν συνόλῳ κατά τήν ἐκκένωσιν τῆς κατεχομένης βορειοδυτικῆς Μ. Ἀσίας ὑπό τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, οἱ φονευθέντες Ἕλληνες ἀνέρχονται εἰς 21.900 περίπου. Ἐάν εἰς αὐτούς προσθέσωμεν καί τούς πρό τῆς ἐκκενώσεως 18.900 περίπου φονευθέντας, ἔχομεν ἐν ὅλῳ 40.800 περίπου θύματα του βορειοδυτικού μικρασιατικού ἑλληνισμοῦ».

Ακόμη, όμως, χειρότερη τύχη έμελλε να βρει κι άλλους ελληνικούς πληθυσμούς: Στο Αξάρι κατοικούσαν 10.000 ψυχές, στη Μαγνησία κατοικούσαν 8.000 Έλληνες περίπου. Γεγονότα βιαιοπραγιών και δολοφονιών συνέβησαν σε πολλές ελληνικές κοινότητες στην περιοχή Κασαμπά, Αχμετλί κ.λπ., όπου Τούρκος δήμαρχος αποκεφάλισε εκατοντάδες Έλληνες και χρησιμοποίησε τα κεφάλια τους για να κτίσει τον τοίχο της αυλής του. Ακόμη και εκεί, στις περιοχές της Μ.Ασίας, που δεν είχε φθάσει ο ελληνικός στρατός, οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε βιαιότητες, αφού υπήρξαν διωγμοί χριστιανών κατοίκων και στην Καππαδοκία και στην Κιλικία, απ’ όπου 35.000 Έλληνες αποχώρησαν.

Μετά την κατάληψη της Σμύρνης, σύμφωνα με το διάταγμα του Νουρεντίν, οι Τούρκοι συγκέντρωσαν τον άρρενα πληθυσμό από 18 μέχρι 45 ετών, στα στρατόπεδα της Σμύρνης. Από τις 10.000 ανδρών που συνελήφθησαν και κλείστηκαν στους στρατώνες, οι περισσότεροι εξοντώθηκαν, σύμφωνα με τα γεγραμμένα του Χρ. Σολομωνίδη. Η διαταγή του Νουρεντίν ήταν ρητή και κατηγορηματική: Μέχρι την 17η Νοεμβρίου να έχουν αναχωρήσει αναγκαστικά όλοι οι υπόλοιποι ελληνικοί πληθυσμοί. Όμως, κατά την επιβίβαση στα πλοία, οι Τούρκοι προέβαιναν σε έλεγχο και συνελάμβαναν πάρα πολλούς για να τους οδηγήσουν στα στρατόπεδα και σύμφωνα με τις πληροφορίες του Αγγελομάτη, περισσότεροι από 150.000 χριστιανοί από την Σμύρνη και τα περίχωρα οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα. Από τις πρώτες μέρες εξόντωσαν 3.000 περίπου Έλληνες κοντά στο Μπουνάρμπασι, ενώ από άλλους 5.000 αιχμαλώτους σκότωσαν τους 1.000 περίπου, ανατολικά του Μπουρνόβα, κι άλλοι τόσοι φθάνοντας στη Μαγνησία.

Όμοια περιστατικά υπήρξαν και σ’ άλλες πόλεις της Μ.Ασίας, εκτοπίσθηκαν γυναικόπαιδα στην Κιουτάχεια, στο Ουσάκ, στο Εσκί Σεχίρ, στη Νικομήδεια κ.λπ., ενώ και σ’ άλλες πόλεις είχαν δημιουργηθεί στρατόπεδα αιχμαλώτων, όπως στο Τάλας της Καισάρειας, στο χωριό Κουπλιά, στα περίχωρα της Νικομήδειας (Ισμίτ), στο Αφιόν Καραχισάρ, στην Άγκυρα, στο Κίρ Σεχίρ κ.λπ. Από περιγραφές αιχμαλώτων πληροφορούμεθα τις απάνθρωπες συνθήκες, το σύνολο εκείνων που σώθηκαν και επέστρεψαν πολύ αργότερα στην Ελλάδα. Πάντως, μόνο λίγοι απ’ αυτούς επέζησαν και σύμφωνα με τον Πεντζόπουλο (την πληροφορία αντλεί από τον C.A.Macartney), μόνον 15.000 επέστρεψαν στο ελληνικό έδαφος.

Ο διωγμός του Ποντιακού Ελληνισμού


Αφού είχε ήδη καταρρεύσει το μικρασιατικό μέτωπο, χωρίς καμμία προειδοποίηση εκδιώχθηκαν και οι Έλληνες του Πόντου, χωρίς να τους επιτρέψουν να πάρουν τίποτε, παρά μόνον μερικά προσωπικά είδη. Κάποιοι έφθαναν με βάρκες σε λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, αφού είχαν πληρώσει μεγάλα ποσά σε Τούρκους λεμβούχους, προσπαθώντας να πλησιάσουν πλοία, που μέσω Κωνσταντινούπολης θα έφθαναν στην Ελλάδα. Άλλοι πάλι Πόντιοι, χωρίς χρήματα κατέφθαναν στην Κωνσταντινούπολη πεζοί. Έτσι, αποφασίστηκε, μετά από συμφωνία με τους συμμάχους (διότι δεν υπήρχαν επίσημες ελληνικές αρχές στην Πόλη), να στείλουν αντιπρόσωπο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, με σκοπό να περιθάλψει τους πρόσφυγες του Πόντου, αλλά και να ναυλώσει τα πλοία που θα τους μετέφεραν στην Ελλάδα. Ο Α. Πάλλης ήταν εκείνος που του ανατέθηκε η αποστολή και αναφέρει: «Είναι αδύνατο να σας περιγράψω τις συνθήκες υπό τις οποίες κατέφθαναν στην Πόλη οι εκ Πόντου πρόσφυγες, στιβαγμένοι κατά χιλιάδες μέσα σε ακάθαρτα βαπόρια της τουρκικής ακτοπλοΐας. Πολλοί εξ αυτών είχαν προσβληθεί από εξανθηματικό τύφο και βλογιά, οι δε τουρκικές αρχές δεν είχαν λάβει κανένα μέτρο για να απομονώσουν τους αρρώστους από υγιείς». Αυτό συνέβαινε, διότι υπήρχε αδιαφορία των συμμαχικών στρατιωτικών αρχών στην Πόλη και στέγαζαν τους ανθρώπους σε επιταγμένα ελληνικά σχολεία, διατρέχοντας ασφαλώς τον κίνδυνο της μετάδοσης ασθενειών στον ντόπιο πληθυσμό και στο στρατό.

Ο αρχηγός των Συμμαχικών στρατευμάτων κατοχής C.Harington, μετά από κοπιαστικές ενέργειες, παραχώρησε έναν μεγάλο στρατώνα, του Σελιμέ στο Σκούταρι (ασιατική όχθη), όπου τοποθέτησαν τους πρόσφυγες σε αυστηρή απομόνωση μέχρι την επιβίβασή τους στα πλοία. Ο στρατώνας αυτός, αλλά και τα παραπήγματα του Αγίου Στεφάνου ήταν ο τόπος φιλοξενίας πάνω από 15.000 Ποντίων προσφύγων. Για την ανακούφισή τους βοήθησαν οι ελληνικές κοινότητες της Κωνσταντινούπολης και αμερικανικές φιλανθρωπικές οργανώσεις, όπως η American Near East Relief. Από το σύνολο των 400.000 προσφύγων του Πόντου που κατέφυγαν στην Ελλάδα, μέχρι τον Φεβρουάριο του 1923 είχαν μεταφερθεί οι μισοί περίπου.

Η στάση των ευρωπαϊκών Δυνάμεων και των Η.Π.Α.

Το μόνο που έδειξαν ήταν η αδιαφορία προσφοράς βοήθειας στον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας στην καταστροφή που υπέστη, αλλά και μερικές φορές κρατούσαν εχθρική στάση, εξαπολύοντας ψεύδη και επιδεικνύοντας τον απάνθρωπο κυνισμό τους. Μερικά παραδείγματα:

Ο Franklin – Bouillon, Γάλλος, σχετικά με το ολοκαύτωμα της Σμύρνης είπε ότι «οι Έλληνες πυρπόλησαν τη Σμύρνη». Πολλοί εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών δυνάμεων, φανερώνουν τον κυνισμό τους, όπως στην αναφορά ενός συμβάντος από τον Horton, Αμερικανού πρόξενου στη Σμύρνη, «ευφυολογώντας» έλεγε «η ατμάκατός με την οποία ερχόμουν από το γαλλικόν πολεμικόν προσέκρουε, συνεχώς, εις επιπλέοντα πτώματα Ελληνίδων», ενώ σε άλλο σημείο λέει «Η πυρπόλησις της Σμύρνης και η σφαγή και κακοποίησις του πληθυσμού κατέστη δυνατή κατά το σωτήριον έτος του 1922 εκ των ανταγωνισμών και των αντιτιθεμένων εμπορικών συμφερόντων μερικών χριστιανικών δυνάμεων και της παρασχεθείσης υπό τινων εξ αυτών ηθικής και υλικής βοηθείας εις τους Τούρκους. Οι Τούρκοι διέπραξαν τας φοβεράς των πράξεις εν τη πεποιθήσει ότι δεν θα εύρισκον αντίδρασιν ή επίκρισιν από μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών. Έφθασαν δε να πιστεύουν τούτο χάρις εις μίαν έντονον προπαγάνδαν διεξαγόμενην εις τον αμερικανικόν τύπον υπό μερικών που επεδίωκαν ν’ αποκτήσουν παραχωρήσεις από μέρους των Τούρκων και υπό ενδιαφερομένων συγγραφέων. Καμμία ακόμη γλαδστώνειος δεν υψώθη φωνή, από οιανδήποτε αμερικανικήν πηγήν, μολονότι οι Τούρκοι υπερέβησαν εαυτούς εις τας θηριωδίας των. Η απόκρυψις παρομοίων γεγονότων, ως τα ιστορηθέντα εις τα προηγηθέντα, ή παρερμηνεία αποκαλύπτει χαμηλόν αίσθημα ηθικής αντιλήψεως, συνεπές προς το πνεύμα της εμπορικής μας εποχής».
Εξάλλου, αξιοπρόσεκτη είναι και η στάση γαλλικών δυνάμεων στα Μουδανιά, που πρώτα. αφόπλιζαν τους Έλληνες στρατιώτες και μετά τους παρέδιδαν στους Τούρκους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α΄ πατώντας τον σύνδεσμο 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Νεώτερος Ελληνισμός από 1913 ως 1941, Τόμος ΙΕ.


Η καταστροφή της Σμύρνης και ο ξεριζωμός του Μικρασιατικού Ελληνισμού: ΜΕΡΟΣ Α΄



Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Προ της εισόδου των κεμαλικών στρατευμάτων

Πριν ακόμη καταρρεύσει το μέτωπο, τον Αύγουστο του 1922, είχαν αρχίσει οι διωγμοί και οι βιαιοπραγίες από τους Τούρκους στους ελληνικούς πληθυσμούς σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας και οι κάτοικοι εγκατέλειπαν πόλεις και χωριά. Χαρακτηριστικές δε, είναι οι δηλώσεις του στρατηγού Νικολάου Τρικούπη, την 9η Απριλίου 1921, στον απεσταλμένο της εφημερίδας «ΕΜΠΡΟΣ»: «οἱ ἑλληνικοί πληθυσμοί τῶν παραμενόντων ὑπό τόν Κεμάλ μερῶν ὑφίστανται τελειωτικόν και φρικῶδες τό ἔργον τῆς ἐξοντώσεως». Όταν αποχώρησαν οι Γάλλοι από την Κιλικία τον Οκτώβρη του 1921, υπήρξε νέος κίνδυνος για βιαιοπραγίες και έξοδο χριστιανικών πληθυσμών. Και για του λόγου το αληθές, την 6η Μαρτίου του 1922, μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της Ελληνικής Μικρασιατικής Άμυνας είχε γράψει ότι «ὁ φόβος νέων ἑκατομβῶν ἔφερεν εἰς Κιλικίαν τόν πανικόν καί τήν ἔξοδον», ενώ ένα άλλο μέλος, την 16η Απριλίου ανέφερε στην ελληνική κυβέρνηση ότι «φόβος συνέχει τόν μικρασιατικόν ἑλληνισμόν». Κατά τους τελευταίους δε μήνες προ της κατάρρευσης, επικρατούσε μεγάλο χάος στη Μικρά Ασία και όπως μας παραδίδει μέσω των γραπτών του ο Μ.Ροδάς, ο Αρ. Στεργιάδης που ήταν ύπατος αρμοστής Σμύρνης λέγει ότι «ἀπό τοῦ Φεβρουαρίου 1922 εἶχε προσχωρήσει εἰς τήν ἰδέαν τῆς ἀποχωρήσεως ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας».

Η κατάσταση στη Σμύρνη άρχισε απότομα να επιδεινώνεται. Την 15η Αυγούστου, μόλις ένα διήμερο μετά την τουρκική επίθεση, ανακοινώθηκε ότι ο ελληνικός στρατός αποχώρησε από το Αφιόν Καραχισάρ και κυκλοφορούσαν φήμες για καταστροφή σ’ όλη την πόλη, ενώ ανησυχία υπήρχε και στον πληθυσμό και στο επιτελείο, ιδιαίτερα δε στον ύπατο αρμοστή Στεργιάδη, ο οποίος διέταξε την 19η Αυγούστου τους αντιπροσώπους της ύπατης αρμοστίας, που ευρίσκοντο στις πόλεις Σόμα, Αδραμύττιο, Πάνορμο, Αρτάκη, Μουδανιά, Κίο, Μπάλια, Σαλιχλί και Φιλαδέλφεια, «νά συσκευάσουν τά ἀρχεῖα καί πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νά εἶναι ἕτοιμοι πρός ἀναχώρησιν», ενώ ρητά ανέφερε ότι πρέπει να τηρηθεί απόλυτη μυστικότητα από τον πληθυσμό. Επιπλέον δε, ανέφερε στον αντιπρόσωπο της Κίου που ήταν πανικόβλητος «νά φροντίσητε νά ἐνθαρρύνηθτε κατοίκους, παρεμποδίζοντας ἀναχώρησιν τούτων».

Στη Σμύρνη, όμως, η ένταση και η ανησυχία κορυφωνόταν, αφού από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας κατέφθαναν τραίνα γεμάτα πρόσφυγες και στρατιώτες, που καθημερινά υπολογίζονταν σε 30.000, βρίσκοντας καταφύγιο σε εκκλησίες, νεκροταφεία ή ύπαιθρο. Οι περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων είναι ατελείωτες, το θέαμα συγκινητικό, ο φόβος των προσφύγων ζωγραφισμένος στα πρόσωπά τους, ήθελαν να φύγουν όσο το δυνατόν συντομότερα από τη Μικρά Ασία. Ο Μ.Ροδάς περιγράφει: «Εφ’ ὅσον παρήρχοντο αἱ ὧραι καί αἱ στιγμαί ὅλοι ἀντελαμβάνοντο ὅτι τό ἑλληνικόν κράτος ἔπαψε νά ὑφίσταται ἐν Σμύρνῃ. Ἁρμοστεία δέ καί στρατιά ἀπετέλουν τά ράκη τῆς ἑλληνικῆς κυριαρχίας. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἤρχισαν νά ἀναχωροῦν τμηματικῶς. Οἱ ἀξιωματικοί ἀπέστελλον τάς οἰκογενείας των πρός τάς νήσους καί τόν Πειραιᾶ ...».

Όλοι γνώριζαν ότι σύντομα θα κατέφθαναν οι Τούρκοι, γι’ αυτό και οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν πλοία στη Σμύρνη για προστασία, οι δε πρόξενοι Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Η.Π.Α. θέλησαν να πληροφορηθούν από τον Χατζανέστη τα μέτρα προς εξασφάλιση της τάξης στη πόλη, ο οποίος καθησυχάζοντάς τους, τους είπε ότι θα έλθει στρατός από τη Θράκη, όπως και έγινε. Την 23η Αυγούστου, έφθασαν οι στρατιωτικές δυνάμεις από την Ανδριανούπολη με πλοίο, όμως οι περισσότεροι, λόγω πανικού και ηττοπάθειας, αρνήθηκαν να αποβιβασθούν στην πόλη. Η στάση του Χατζανέστη προκαλεί πολλά ερωτηματικά, διότι απ’ όσα φάνηκαν δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης, αφού πίστευε ότι οι Τούρκοι δεν θα μπορέσουν να εισέλθουν στη Σμύρνη.

Αντιθέτως, ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ανησυχούσε πολύ για τους κατοίκους και ζήτησε τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβέρνησης με επιστολή του στον αρχιεπίσκοπο του Canterbury. Την 23η Αυγούστου έγραψε στον Οικουμενικό Πατριάρχη ότι δεν μπορούσε «διά χάρτου και μέλανος» να του περιγράψει «τήν ἀφαντάστως κρίσιμον καί ὀδυνηράν κατάστασιν» και «ἄν εἶναι δυνατόν νά γίνει τί διά τήν δυνατήν θεραπείαν τῆς καταστροφῆς». Παράλληλα, την ίδια ημέρα, μία επιτροπή από πολίτες και αξιωματικούς μετέβησαν στην Μαγνησία και το Σαλιχλί, προκειμένου να ενημερωθούν για την αποχώρηση του πληθυσμού, ενώ δύο τάγματα «προωθήθησαν εἰς τήν Μαινεμένην, διά ν’ ἀνακόψουν τό κῦμα τῶν κατερχομένων εἰς τήν Σμύρνην». Όπως μας αναφέρει ο Σπ.Λοβέρδος, την 25η Αυγούστου, η προσπάθεια των προσφύγων ήταν αγωνιώδης προκειμένου να επιβιβαστούν στα πλοία. «Ὁ ἀρχιστράτηγος μεταφέρει ἐπί πλοίου τό ἀρχηγεῖον. Συμπλήρωσις στρατιωτικῆς ἐκκενώσεως. Ἡ πόλις ἀνυπεράσπιστος». Την ίδια ημέρα, ο Χρυσόστομος, σε μία ύστατη προσπάθεια, στέλνει επιστολή στον Βενιζέλο, αναφέροντας «Ὁ ἑλληνισμός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τό ἑλληνικόν κράτος, ἀλλά καί σύμπαν τό ἑλληνικόν Ἔθνος καταβαίνει πλέον εἰς τόν Ἅδην ἀπό τοῦ ὁποίου καμμία πλέον δύναμις δέν θά δυνηθῇ νά τό ἀναβιβάσῃ καί τό σώσῃ. Τῆς ἀφαντάστου ταύτης καταστροφῆς βεβαίως αἴτιοι εἶναι οἱ πολιτικοί καί προσωπικοί Σας ἐχθροί, πλήν καί Ὑμεῖς φέρετε μέγιστον τῆς εὐθύνης βάρος», ΕΝΩ ΖΗΤΟΥΣΕ «τήν ἄμεσον ἐντεῦθεν ἐκδίωξιν Στεργιάδου καί Χατζανέστη». Εν τω μεταξύ, ο Χ.Ε.Αγγελομάτης αναφέρει «οἱ δρόμοι τῆς Σμύρνης ἦσαν μαῦροι ἀπό τούς κατερχομένους ἀπό τό ἐσωτερικόν πολίτας καί στρατιώτας» ... ὅλοι ἔσπευδαν πρός τήν προκυμαίαν, μέ τήν ἰδέαν ὅτι θά εὕρισκαν ἐκεῖ τά πλοῖα τῆς σωτηρίας». Ο αριθμός αυτών των προσφύγων δεν υπολογίζεται εύκολα, διότι είχαν προστεθεί στους 200.000 Έλληνες της Σμύρνης. Την 25η Αυγούστου, στα επίτακτα πλοία «Αδριατικός» και «Ατρόμητος» επιβιβάστηκαν οι κατώτεροι υπάλληλοι, ενώ εκείνη ήταν και η τελευταία παρουσία των ελληνικών αρχών στη Σμύρνη. Πριν καλά-καλά νυχτώσει, ερήμωσαν τα πάντα, βούλιαξαν μέσα στο σκοτάδι, αφού είχε διακοπεί το ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ ακουγόταν μόνον ο στρατός και κάποιοι πρόσφυγες που πήγαιναν προς το Τσεσμέ. Χωροφύλακες, Έλληνες και Αρμένιοι κυκλοφορούσαν στην πόλη. Όλο αυτό συνεχίστηκε και την επόμενη ημέρα.

Ο Αγγελομάτης, μας παραδίδει ότι «Ἀπό κάθε δρόμον, ἀπό κάθε στενόν προέβαλλαν στρατιῶται συντεταγμένοι καί μη. Ἔφθαναν ἀπό τό ἐσωτερικόν, σέρνοντας τά ματωμένα των πόδια εἰς τό πλακόστρωτον, πολλοί ἔνοπλοι, ἄλλοι ὄχι. Ἔπαιρναν ὅλοι τόν δρόμον τῆς Ἐρυθραίας πού ἀπεῖχε δεκάδες χιλιομέτρων», ενώ ο George Horton, Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη, λέει χαρακτηριστικά ότι οι Έλληνες στρατιώτες που έφθαναν στην πόλη προχωρούσαν αμίλητοι σαν φαντάσματα, με το βλέμμα καρφωμένο ίσια μπροστά τους, χωρίς να κυττάζουν ούτε δεξιά ούτε αριστερά, σαν άνθρωποι που περπατούν στον ύπνο τους. Την 26η Αυγούστου εκκενώθηκαν τα πάντα, ενώ όλοι μαζεύονταν στην προκυμαία, με την ελπίδα να μπορέσουν να επιβιβαστούν σε κάποιο πλοίο.

Ο ύπατος αρμοστής Στεργιάδης αναχώρησε τελευταίος στις 7 το απόγευμα, επιβιβαζόμενος σε βάρκα και κατευθυνόμενος στο αγγλικό πολεμικό «Iron Duke», ήταν δε και η τελευταία φορά που πάτησε το πόδι του σε ελληνικό ή σε τουρκικό έδαφος. Ο M.Llewellyn Smith αναφέρει στο βιβλίο του «Ionian Vision», ότι την επόμενη ημέρα έφυγε με ρουμανικό πλοίο μέσω Κωνσταντινούπολης για τη Ρουμανία κι από κει για τη Γαλλία, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Είσοδος του τουρκικού στρατού στην πόλη και βιαιοπραγίες κατά των χριστιανών

Από την 27η Αυγούστου άρχισε η είσοδος των τουρκικών στρατευμάτων, η οποία συνεχίστηκε και την επόμενη ημέρα της 28ης Αυγούστου. Ο Νουρεντίν είχε ήδη αναλάβει από την προηγούμενη τη διοίκηση της πόλης. Συστηματικά ξεκίνησαν σφαγές και λεηλασίες στην αρμενική και ελληνική συνοικία, στον Φραγκομαχαλά, όπως και στις λαϊκές συνοικίες του Αγ. Βουκόλου, της Αγ. Παρασκευής, του Αγ. Τρύφωνα, του Αγ. Κωνσταντίνου, στα Μορτάκια, στα Γυαλιάδικα, στον Άγ. Γεώργιο, στα Μαλτέζικα και στο Μερσινλί. Την 31η Αυγούστου, η τρομοκρατία έφθασε στο αποκορύφωμά της, αφού οι περισσότεροι συλληφθέντες φονεύονταν. Οι πυροβολισμοί ήταν ένα συνεχές φαινόμενο, ενώ τα πτώματα γέμιζαν τους δρόμους. Ο αριθμός των προσφύγων κατά την τρίτη ημέρα της εισόδου του τουρκικού στρατού, υπολογίζεται σε 200.000.

Οι αρμένιοι ήταν από τις μειονότητες που δοκιμάσθηκαν περισσότερο: σκοτώθηκαν εκατοντάδες και υπήρξε συστηματική λεηλασία της συνοικίας τους. Οι «Times» της Νέας Υόρκης είχαν δημοσιεύσει ότι «από του Σαββάτου μέχρι της Τετάρτης κανένα αρμενικόν σπίτι δεν έμεινεν άθικτον. Παρεβιάζοντο αι θύραι, ητιμάζοντο αι γυναίκες, εσκοτώνοντο οι άνδρες και τα σπίτια ελεηλατούντο. Οι δρόμοι είναι κατάσπαρτοι από πτώματα φρικωδώς παραμορφωμένα.Τούρκοι στρατιώται του τακτικού στρατού μετέχουν της λεηλασίας ... η σφαγή λαμβάνει τεραστίας διαστάσεις. Την νύκτα της Τρίτης 30 Αυγούστου χιλιάδες Αρμενίων εσφάγησαν».

Στις ελληνικές συνοικίες, η κατάσταση που επικρατεί, είναι περίπου η ίδια, όπως μας πληροφορεί ο Αγγελομάτης «Καί ἐκεῖ ἐσωρεύοντο τά πτώματα καί ἡ ὠργανωμένη λεηλασία ἐπεξετείνετο ... Ἀπό τῆς νυκτός ὅμως τῆς 31ης Αὐγούστου, πού τό ἔργον τῆς καταστροφῆς διά πυρός καί σιδήρου τῆς ἀρμενικῆς συνοικίας εἶχε τερματισθῆ, οἱ Τούρκοι ἐστράφησαν ἐξ ὁλοκλήρου πρός τάς ἑλληνικάς». Την νύκτα της 31ης Αυγούστου, σκοτώθηκαν εκατοντάδες άνδρες και γυναικόπαιδα στη συνοικία Τεπετζίκι, άλλοι σκοτώθηκαν στη συνοικία του Αγ. Κωνσταντίνου, άλλοι στο Μερσινλί μέσα στην εκκλησία της Μυρτιδιώτισσας κι άλλοι στη συνοικία του Αγ. Βουκόλου. Ο Αγγελομάτης αναφέρει «Ἐκείνη τήν νύκτα Τοῦρκοι εἰσέδυσαν εἰς τόν Πανιώνιον, ἐλήστευαν καί ἔσφαζαν καί ἀκολούθως ἔσπευσαν νά εἰσβάλουν καί εἰς τό νεκροταφεῖον ... ἔμειναν χιλιάδες Ἑλλήνων ἐπί ὁλόκληρα εἰκοσιτετράωρα κάτω ἀπό τόν ἐφιάλτην τῆς σφαγῆς».

Οι υπόλοιπες ξένες μειονότητες υπέστησαν λιγότερες δοκιμασίες, λίγα και μεμονωμένα περιστατικά δολοφονιών ξένων, όπως η δολοφονία του Murphy, Άγγλου συνταγματάρχη και του Oscar de Jongh, Ολλανδού εμπόρου, που δολοφονήθηκε με τη σύζυγό του σ’ ένα προάστιο της Σμύρνης.

Ο εμπρησμός της Σμύρνης και το μαρτυρικό τέλος του μητροπολίτη Χρυσοστόμου

Τετάρτη, 31η Αυγούστου πυρπολήθηκε η Σμύρνη, αφού είχε τεθεί σε πλήρη εφαρμογή το σχέδιο του Νουρεντίν, όπως μας πληροφορεί ο Αγγελομάτης «ἀπό τήν πρωΐαν τῆς 31ης Αὐγούστου εἶχε τεθῆ εἰς πλήρη ἐφαρμογήν τό σχέδιον τοῦ Νουρεντίν. Αἱ φλόγες τοῦ ἐμπρησμοῦ ἀνεπήδων εἰς τήν μίαν καί τήν ἄλλην σμυρναϊκήν συνοικίαν, ὥστε ν’ ἀποτελέσουν ἀληθῆ ἁλυσίδα, ἀπό τήν ὁποίαν ἐλάχιστοι θά ἐξέφευγον κρίκοι. Τά σημεῖα μόνον καί τά κτίρια, πού ἤθελαν οἱ στρατιῶται καί τά ἄλλα ὄργανα τοῦ Νουρεντίν νά διασώσουν, διεσώζοντο. Ἐκεῖ τουρκικά ἀποσπάσματα προέβαιναν εἰς κατεδαφίσεις καί ἐσχημάτιζον κενόν. Κατά τόν τρόπον αὐτόν ἐσώθη τό πελώριον κτίριον τῆς Ἰταλικῆς Σχολῆς. Ἐξάλλου οἱ ἄντρες τοῦ Νουρεντίν φρόντισαν νά μήν ἐπεκταθεῖ ἡ πυρκαϊά πέρα ἀπό τό γαλλικό προξενεῖο. Αἱ πυκνοκατῳκημέναι λαϊκαί συνοικίαι τοῦ Ἁγ. Δημητρίου, τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου καί τοῦ Ἁγ. Νικολάου ἐγένοντο τήν ἰδίαν στιγμήν παρανάλωμα τοῦ πυρός. Αἱ πρῶται φλόγες πού κατέφαγαν τήν Σμύρνην, ἀνεπήδησαν τήν νύκτα τῆς 30ῆς Αυγούστου, κυρίως ἀπό τήν ἀρμενικήν συνοικίαν πού συνώρευε μέ τήν ἀγοράν τῆς Σμύρνης, τις Μεγάλες Ταβέρνες, καί τήν ἑλληνικήν συνοικίαν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου καί δι’ αὐτῆς μέ τήν τῆς Ἁγ. Φωτεινῆς». Αλλά και ο Χρ. Σολομωνίδης αναφέρει ότι σειρά από φωτιές κατευθύνονταν από τα «Σίδερα» του Αγ. Κωνσταντίνου προς τα Μορτάκια, Τερψιθέα, Άγ. Τρύφωνα και συνοικία Αγ. Αικατερίνης, συνοικίες Νέου Κόσμου και Κεντρικού Παρθεναγωγείου, ενώ άλλη φωτιά από το «Φαρδύ» Αγ. Δημητρίου προς τα Σπιτάλια, Καινούργιο Μαχαλά και οδό Ρόδων. Η τελευταία φωτιά στις Μεγάλες Ταβέρνες, συνοικίες Σερβετάδικα, Αγ. Γεωργίου, Αγ. Φωτεινής, Γυαλιάδικα και Φραγκομαχαλά. Ο Ε. Φίσσερ, διευθυντής της ΧΑΝ Σμύρνης, ανέφερε ότι «ἡ πυρκαϊά εἰς δέκα μόνον ὥρας εἶχε ἐξαπλωθῆ εἰς πλάτος δύο μιλίων. Εἰς τήν προκυμαίαν ἕνας ὄγκος πανικοβλήτου πληθυσμοῦ ἀγωνίζεται νά σωθῇ. Μετά τήν τρομεράν σφαγήν, τίποτε άλλο δέν ὑπελείπετο παρά ἡ πυρκαϊά διά να δοκιμασθῇ τόσον σκληρῶς ὁ χριστιανικός πληθυσμός τῆς Σμύρνης». Την 1η Σεπτεμβρίου τηλεγραφική ανταπόκριση αγγλικής εφημερίδας έλεγε ότι στην προκυμαία ευρίσκεται όγκος πανικόβλητου πληθυσμού που αγωνίζεται να σωθεί μετά την τρομερή σφαγή, ενώ ο χριστιανικός πληθυσμός δοκιμάζεται σκληρά. Άλλος πάλι ανταποκριτής αγγλικής εφημερίδας έγραφε ότι η Σμύρνη καταστράφηκε από τεράστια πυρκαγιά που σάρωσε όλη την πόλη, ενώ φλόγες εξακολουθούν να περιβάλλουν χριστιανικά τμήματα της Σμύρνης, η δε προκυμαία έχει πλημμυρίσει από μυριάδες λαού που κατέφυγαν εκεί για να αποφύγουν τον θάνατο από τους Τούρκους.

Το Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 1922 (ή 16.9.1922), δηλ. μία εβδομάδα μετά την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, ο διοικητής του στρατού Νουρεντίν διέταξε να δημοσιευθεί προκήρυξη, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής:

||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
(1)  Όλοι οι Έλληνες και Αρμένιοι από του 18ου έτους μέχρι του 45ου, οι ευρισκόμενοι εις τα απελευθερωθέντα εδάφη από τον στρατόν μας, καθώς και οι Έλληνες και Αρμένιοι οι μεταφερθέντες υπό τον ελληνικόν στρατόν εις τα παράλια προς επιβίβασιν και εγκαταλειφθέντες κατόπιν της ακατασχέτου καταδιώξεως του στρατού μας πρέπει να παραδοθούν πάραυτα. Θα κρατηθούν ως αιχμάλωτοι μέχρι πέρατος των εχθροπραξιών. Το μέτρον τούτο λαμβάνεται εναντίον των διότι έλαβον επισήμως τα όπλα εναντίον της Πατρίδος, διότι κατετάγησαν εις τον εχθρικόν στρατόν, διότι τελευταίως ακόμη επυρπόλησαν πόλεις και χωρία και διέπραξαν ανηκούστους ωμότητας εναντίον του ειρηνικού πληθυσμού και διά να μη προσέλθουν, εάν αφεθούν ελεύθεροι, να ενισχύσουν τον εχθρικόν στρατόν.
(2) Όλοι εκείνοι τους οποίους δεν αφορά το πρώτον άρθρον και γενικώς, όλαι αι σμυρναϊκαί οικογένειαι ή Έλληνες και Αρμένιοι πρόσφυγες, δύνανται να μεταναστεύσουν μέχρι της 30ης Σεπτεμβρίου 1338. Όσοι, παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης, δεν θα έχουν εγκαταλείψει την χώραν και θα κριθούν ύποπτοι απειλής κατά της ασφαλείας του στρατού και της δημοσίας τάξεως, θα οδηγηθούν εκτός της πολεμικής ζώνης.
(3) Επειδή η Μεγάλη Εθνοσυνέλευσις έλαβε μέτρα διά την εκκαθάρισιν από τα λείψανα του ελληνικού στρατού και εκμηδένισιν των καταστρεπτικών οργανώσεων του εχθρού, όλοι οι κάτοικοι άνευ διακρίσεως φυλής και θρησκείας οφείλουν να επιστρέψουν εις τας εστίας των και επαναλάβουν τας ειρηνικάς εργασίας των.
Ο διοικητής του Στρατού
ΝΟΥΡΕΝΤΙΝ
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||

Μετά την προκήρυξη αυτή, οι λεηλασίες, σφαγές και βιαιοπραγίες εντάθηκαν, ενώ την 10η Σεπτεμβρίου δημοσιεύθηκε και νέα διαταγή του Νουρεντίν, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής:

||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
(1) Επί τω σκοπώ διαλύσεως αμφιβολιών περί την εφαρμογήν των διατάξεων του υπ’ αριθμ. 5 ανακοινωθέντος μας, εθεωρήσαμεν αναγκαίαν την έκδοσιν πληρεστέρων οδηγιών: α ) Θεωρείται άκυρος η αλλαγή υπηκοότητος εις ην προέβησαν παρά τον Νόμον περί Ιθαγενείας, πάντες οι κεκτημένοι την οθωμανικήν υπηκοότητα από της συνάψεως της ανακωχής του Μεγάλου πολέμου και εντεύθεν, β) Εφ’ όλων των αρχικώς οθωμανών υπηκόων και μετέπειτα αποκτησάντων προστασίαν οιασδήποτε ξένης επικρατείας, θέλουσιν εφαρμοσθή τα διά τους οθωμανούς υπηκόους ισχύοντα, γ) Εκ των ως τα ανωτέρω άρθρα αναφερομένων πάντες οι άγοντες ηλικίαν από 18-45 άρρενες το γένος, θέλουσιν αποσταλή, όπως και οι λοιποί, εις στρατόπεδα αιχμαλώτων.
(2) Επειδή κατά το εις το υπ’ αριθμ. 5 ανακοινωθέν ορισθέντα, όσοοι εκ των ελλήνων οθωμανών και ισραηλιτών, ελλήνων υπηκόων, των καταγομένων εκ των παραλίων της Σμύρνης, δεν ήθελον αναχωρήση διά θαλάσσης μέχρι της εσπέρας της 30ης Σεπτεμβρίου 1922 (ν.η.) πρόκειται να αποσταλούν εις το εσωτερικόν, επί τω σκοπώ της προετοιμασίας των μέσων μεταφοράς τούτων εις το εσωτερικόν, αναγκαία  δε καθίσταται η γνώσις του αριθμού των, οι αρχηγοί των ελληνικών, αρμενικών και ισραηλιτικών κοινοτήτων καλούνται όπως μέχρι της εσπέρας της 30ης Σεπτεμβρίου 1338 γνωρίσωσιν εις τας κατά τόπους αρχάς, εκτός των διά θαλάσσης αναχωρησάντων, τους αριθμούς των βουλομένων, να παραμείνωσιν προσώπων.
(3) Οι αποκρύπτοντες όπλα, έλληνας αιχμαλώτους και πρόσωπα τα οποία θεωρούνται επικίνδυνα διά την δημοσίαν τάξιν, θα παραδοθούν εις την στρατιωτικήν εξουσίαν. Μετά παρέλευσιν 48 ωρών, όσοι θέλουσιν αποδειχθή ότι αντιτίθενται εις την παρούσαν διαταγήν, θέλουσιν καταδικασθή εις θάνατον. Επειδή τα εν Σμύρνη και περιχώροις ένεκα της πυρκαϊάς και των στρατιωτικών ενεργειών και της φυγής των ιδιοκτητών των ή δι’οιονδήποτε άλλον λόγον εγκαταλειφθέντα εμπορεύματα αναγκαιούν εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν, και επειδή δεν θέλει επιτραπή η πραγματοποίησις παρανόμων κερδών και οικειοποίησις αυτών, πάντες οι οικειοποιούμενοι τοιαύτα εμπορεύματα, είτε εγκαταλελειμμένα, είτε προερχόμενα εκ κλοπής, οφείλουσι αμέσως να τα παραδώσωσιν εις τας κατά τόπους στρατιωτικάς διοικήσεις.
(4) Πάντες οι παρά την διαταγήν ταύτην οικειοποιούμενοι και κατά οιονδήποτε τρόπον αποκτώντες ούτω τα εγκαταλελειμμένα αντικείμενα, θέλουσι καταδικασθή εις ειρκτήν 10 ετών και χρηματικήν ποινή από 100 μέχρι 5.000 λιρών, αναλόγως της αξίας των οικειοποιηθέντων παρ’ αυτών αντικειμένων.
(5) Απαγορεύεται η αυθαίρετος κατοχή οικιών, καταστημάτων και άλλων οικοδομών. Την τύχην των οικοδομών τούτων θέλει καθορίση η Νομαρχία. Δηλούται ότι πάσα ενέργεια αντίθετος προς την διαταγήν ταύτην θέλει τιμωρηθύ δι’ ειρκτής 10 ετών.
Ο διοικητής του στρατού
Υποστράτηγος ΝΟΥΡΕΝΤΙΝ
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||

Ο νέος κύκλος μαρτυρίων είχε ήδη αρχίσει, αφού όσοι δεν εξοντώθηκαν, οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα. Από τη δημοσίευση της πρώτης προκήρυξης του Νουρεντίν, οι Τούρκοι άρχισαν να λεηλατούν και να πυρπολούν και τα γύρω χωριά της Σμύρνης, ενώ ακούγονταν κραυγές σφαγιαζομένων ανθρώπων και γύρω από τα πλοία επέπλεαν πτώματα. Ο αγγλικανός ιερέαν Ντόμπσον μαρτυρεί, επίσης, για φόνους.



Τον απόηχο των φρικαλεοτήτων των Τούρκων επισφράγισε και το μαρτυρικό τέλος του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, όταν την 27η Αυγούστου τον κάλεσε ένας Τούρκος υπαστυνόμος για να παρουσιαστεί στον φρούραρχο Σαλή Ζεκή, ο οποίος τον υποχρέωσε να εκδώσει ανακοίνωση ότι οι χριστιανοί έπρεπε να παραμείνουν στα σπίτια τους και παραδώσουν τα όπλα. Την ίδια νύχτα κλήθηκε και από τον Νουρεντίν, μέσω δύο δημογερόντων, του Τσουρουκτσόγλου και του Κλιμάνογλου. Δεν έχουμε πληροφορίες για τη συζήτηση των δύο ανδρών. Πιθανολογείται ότι ο Νουρεντίν εξαπέλυσε κατηγορίες στον Χρυσόστομο για τη στάση του όσον αφορά στην υποστήριξή του στην Μικρασιατική Άμυνα, πράγμα που θεωρείτο προδοσία για την οθωμανική αυτοκρατορία, διότι ο Χρυσόστομος ήταν Τούρκος υπήκοος. Ουσιαστικά, ο Νουρεντίν παρέδωσε τον ιεράρχη στο πλήθος, στον τουρκικό λαό για να τον δικάσουν. Ο Χρυσόστομος κακοποιήθηκε από το φανατισμένο πλήθος και όπως αναφέρεται από έναν μάρτυρα, τον πυροβόλησε ένας Τουρκοκρητικός για να τερματίσει το μαρτύριό του. Πάντως, υπήρξαν πολυάριθμα θύματα του κλήρου κατά την περίοδο εκείνη.  

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Β΄ πατώντας τον σύνδεσμο
http://avagnon.blogspot.gr/2014/09/blog-post_1.html

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Νεώτερος Ελληνισμός από 1913 ως 1941, Τόμος ΙΕ.