Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βυζαντινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βυζαντινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Η Μάχη του Κλειδίου ή Μάχη της οροσειράς Μπέλλες μεταξύ της Βυζαντινής και της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας

Η Μάχη του Κλειδίου (βουλ. Беласишка битка), γνωστή και με το όνομα Μάχη της οροσειράς Μπέλλες, διεξήχθη ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1014 μ.Χ. μεταξύ της Βυζαντινής και της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Η μάχη αποτέλεσε το αποκορύφωμα της 50χρονης διαμάχης μεταξύ του Σαμουήλ της Βουλγαρίας και του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου και τελείωσε με νίκη των Βυζαντινών.


SamuilsDeathBGhistory.jpg
Οι συγκρούσεις Βυζαντίου-Βουλγαρίας ξεκίνησαν τον 7ο αιώνα μ.Χ., όταν οι Βούλγαροι, υπό την ηγεσία του Χαν Ασπαρούχ, κατέλαβαν, κοντά στον Δούναβη, μια επαρχία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ως αποτέλεσμα, οι Βούλγαροι αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν μια σειρά πολέμων με το Βυζάντιο.

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Κασσιανή, βυζαντινή ηγουμένη, ποιήτρια, συνθέτρια και υμνογράφος

-Εκ γυναικός τα χείρω.
-Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
Η Κασσιανή ή Κασ(σ)ία, ή Εικασία, ή Ικασία (μεταξύ 805 και 810 - πριν το 865) ήταν βυζαντινή ηγουμένη, ποιήτρια, συνθέτρια, και υμνογράφος στην οποία κα αποδίδεται το ψαλλόμενο την Μεγάλη Τρίτη τροπάριο που αρχίζει με τις λέξεις: "Κύριε η εν πoλλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή".

Η ζωή και το έργο της καλύπτεται από μια ασάφεια. Αρχικά, το όνομά της, το οποίο απαντάται στις πηγές με τις τέσσερις προηγούμενες παραλλαγές. Το πρώτο, (Κασσιανή), προέκυψε επειδή ίσως το όνομά της δεν ήταν συνηθισμένο και της δόθηκε όνομα καλογερικό, δηλαδή τη θηλυκή μορφή του γνωστού καλογερικού ονόματος Κασσιανός. Το δεύτερο, (Κασ(σ)ία), χρησιμοποιείται από την ίδια στην ακροστιχίδα του μοναδικού σωζόμενου κανόνα της. Τέλος οι δύο τελευταίες παραλλαγές, (Εικασία ή Ικασία), προέκυψαν από το λάθος ενός αντιγραφέα που προσέθεσε το γράμμα «Ι».

Πρώτος βυζαντινός χρονογράφος που παρέχει στοιχεία περί της ζωής της Κασσιανής είναι ο Συμεών ο Μάγιστρος, τον οποίο και ακολουθούν πολλοί άλλοι μεταξύ δε αυτών ο Λέων ο Γραμματικός, ο Ιωάννης Ζωναράς κ.ά. Η Κασσιανή είναι μία από τους πρώτους μεσαιωνικούς συνθέτες τα έργα των οποίων σώζονται αλλά και μπορούν να ερμηνευτούν από σύγχρονους ειδικούς και μουσικούς. Περίπου 50 από τους ύμνους έχουν διασωθεί και 23 από αυτούς περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο ακριβής αριθμός τους είναι εξαιρετικά δυσχερές να προσδιοριστεί, καθώς πολλοί ύμνοι αποδίδονται σε διαφορετικά πρόσωπα σε διάφορα χειρόγραφα, ενώ συχνά δε σώζεται το όνομα του υμνογράφου.

Επιπλέον, σώζονται 789 μη λειτουργικοί της στίχοι. Πρόκειται κυρίως για «γνωμικά», όπως για παράδειγμα το παρακάτω:

«Απεχθάνομαι τον πλούσιο άντρα που γκρινιάζει σαν να ήταν φτωχός.»

Τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία σαν αγία στις 7 Σεπτεμβρίου.

Η ζωή της
Γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γόνος φεουδαρχικής οικογενείας. Ο πατέρας της Κασσιανής, επιφανές μέλος αυτής της οικογένειας φαίνεται πως του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του Κανδιδάτου στην αυλή της Βασιλεύουσας. Όταν μεγάλωσε συνδύαζε τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα της. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή, που τοποθετείται χρονικά ή στο 821 ή στο 830, ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐῤῥρύη τὰ φαῦλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. Με βάση την παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν:

-Εκ γυναικός τα χείρω.
-Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.

Λέγεται ότι ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα από την Παφλαγονία της Μικράς Ασίας για σύζυγό του. Ωστόσο, ο διάλογος αυτός δεν είναι πρωτότυπος ενώ και η σκηνή πιστεύεται ότι είναι μύθος. Ο διάλογος ευρίσκεται σε λόγο Εις τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου που αποδίδεται στον Χρυσόστομο ή τον Γρηγόριο τον Θαυματουργό (Patrologia Graeca, 50, 795A), αλλά μάλλον προέρχεται από τον Πρόκλο ΚΠόλεως (434-446). Κατ' άλλους οι διηγήσεις του επεισοδίου εμφανίζονται 100 περίπου χρόνια αφού έζησε ο Θεόφιλος,το διήγημα περιέχει μοτίβα από την περιοχή του μύθου και της μεταγενέστερης δημώδους παράδοσης η οποία δημιουργήθηκε σταδιακά μέσα στους εικονολατρικούς κύκλους ως αντίδραση ενάντια στο μεροληπτικό εγκώμιο της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Οι επόμενες πληροφορίες που σώζονται για την Κασσιανή είναι ότι το 843 ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στην ενέργεια της αυτή. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα, με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της (Kurt Sherry, σελ. 56). Στη συνέχεια η Κασσιανή εξαφανίζεται από το ιστορικό προσκήνιο, αν και καμιά βυζαντινή ή άλλη πηγή, κοσμική ή εκκλησιαστική δεν μας πληροφορεί αν εξορίστηκε από τους εικονομάχους ή τους εικονόφιλους αυτοκράτορες.

To Υμνογραφικό της έργο
Στην Κασσιανή αποδίδονται μια σειρά από λειτουργικά ποιήματα: ένας κανόνας Περί των νεκρών ο οποίος σώζεται μόνο σε ένα χειρόγραφο και στην ακριστιχίδα του αναφέρεται το όνομα της ποιήτριας. Επίσης στην ποιήτρια αποδίδεται το τετραώδιο του Μεγάλου Σαββάτου Άφρων γηραλέε. Σώζονται επίσης 21 Στιχηρά Ιδιόμελα, δηλαδή μικρότερα ποιήματα προς τιμήν διαφόρων Αγίων για ορισμένες μέρες του εκκλησιαστικού έτους, από τα οποία σήμερα χρησιμοποιούνται στην επίσημη λειτουργία μόνο 7. Γενικά είναι δύσκολο να διαπιστωθεί η συγγραφική αυθεντικότητα των κομματιών, γιατί δεν μπορούν να στηριχθούν στοιχεία πάνω στα χαρακτηριστικά του συγγραφικού ύφους.

Εκτός από τα λειτουργικά ποιήματα η Κασσιανή συνέταξε μια σειρά από πνευματώδη ημιθρησκευτικά επιγράμματα, που τους έχει αποδοθεί ο χαρακτηρισμός Γνώμαικι έτσι εμφανίζονται στα χειρόγραφα. Έχουν γραφεί στον βυζαντινό 12σύλλαβο, ο οποίος ρυθμίζεται σύμφωνα με τον τονισμό της λέξης και σπάνια υπερβαίνουν τις δύο γραμμές σε έκταση. Σ΄αυτές περιγράφονται ανθρώπινες ιδιότητες και χαρακτήρες. Σε αυτά εξυμνείται η φιλία, η εξυπνάδα η σιωπή κατά την κατάλληλη στιγμή. Επίσης καυτηριάζονται διάφορες ανθρώπινες αδυναμίες όπως η φιλαργυρία, η ανοησία, το ψεύδος κ.α.

Το Τροπάριο της Κασσιανής
Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριο της όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

ΑΡΚΑΔΙΑ: Η βυζαντινή καστροπολιτεία του Μουχλίου κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος

Μουχλί Αρκαδίας, η μεσαιωνική οχυρωμένη πόλη



Το Μουχλί ήταν μεσαιωνική πόλη που περιβαλλόταν από κάστρο της οποίας σώζονται ερείπια στην σημερινή Αρκαδία στην κοιλάδα του Αχλαδόκαμπου σε λόφο με την ονομασία Μουχλί, παραφυάδα του Παρθένιου όρους κοντά στο χωριό Παρθένι Αρκαδίας.

Το κάστρο και πόλη χτίστηκαν γύρω στα 1294 ή 95 μετά την Άλωση του Νικλίου από τον βυζαντινό στρατηγό Ανδρόνικο Ασάν και προστάτευε τη μεσαιωνική πόλη Μουχλί που υπήρχε εκεί πριν την Φραγκοκρατία. Την εποχή εκείνη εκεί ήταν τα σύνορα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας και του Δεσποτάτου του Μυστρά. Η ονομασία του πιστεύεται ότι προέρχεται εκ παραφθοράς του Νικλί ή από τον ναό της Παναγίας της Μουχλιώτισσας όπου ερείπια του διασώζονται και σήμερα.

Η πόλη έλεγχε τον δρόμο προς τον Μυστρά και τις άλλες μεγάλες πόλεις της εποχής. Ήταν χτισμένη σε τρία επίπεδα που χωρίζονταν με τείχη και πιστεύεται ότι χρησιμοποιήθηκαν υλικά από το Νικλί και την αρχαία Τεγέα. Το Μουχλί με την καταστροφή του Νικλίου έγινε έδρα της επισκοπής Νικλίου, το 1314 μνημονεύεται μετόχι της οι Άγιοι Θεόδωροι της Μονής Βροντοχίου του Μυστρά. Τον 14ο αιώνα πιστεύεται ότι ήταν ισχυρή πόλη και διατηρούσε μικρή αυτονομία. Γνώρισε μεγάλη άνθιση στις τέχνες και στα γράμματα με γνωστότερο εκπρόσωπο της τον ζωγράφο Διγενή.


Το 1460 το πολιόρκησε ο Μωάμεθ Β΄ και μετά από ημέρες παραδόθηκε στους Οθωμανούς λόγω λειψανδρίας ή έπειτα συμφωνίας από τον διοικητή της Δημήτριο Ασάνη. Ο Μωάμεθ πυρπόλησε κι έκαψε την πόλη και το κάστρο. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ο σουλτάνος τοποθέτησε φρουρά στην πόλη αλλά με την πάροδο των χρόνων εγκαταλείφθηκε σταδιακά κι ερημώθηκε.

Οδηγώντας κανείς στο δρόμο από την Τρίπολη για το Άργος , ανάμεσα στα Αγιωργίτικα και τον Αχλαδόκαμπο παρατηρεί τα απομεινάρια μιας πόλης, σε ορεινό χώρο ελεύθερο από παντού. Στο χώρο αυτό , που δύσκολα κάποιος μπορεί να προϊδεαστεί για το παρελθόν του, βρίσκονται τα ερείπια της οχυρωμένης βυζαντινής πόλης του Μουχλίου . Θεωρείται ότι ιδρύθηκε το 1295 μ.Χ από τον Ανδρόνικο Ασάν, συγγενή των Παλαιολόγων , για να στέγασει τον πληθυσμό του Νυκλίου μετά την καταστροφή του από τους Βυζαντινούς .

Η Ιστορία του
Το όνομα του Μουχλίου κατά πάσα πιθανότητα αποδίδεται στον Επίσκοπο των Αμυκλών και ίσως να αποτελεί παραφθορά του ονόματος Αμυκλίου - Νυκλίου. Το γεγονός ότι το Μουχλί , του οποίου πιθανόν, υπήρξε για 160 χρόνια το ισχυρότερο (μετά από το Μυστρά και τη Μονεμβασιά ) από τα στηρίγματα του δεσποτάτου στον αγώνα του για τη διάλυση του πριγκιπάτου της Αχαϊας, φανερώνει και τη σπουδαιότητα της ύπαρξης του.


Η πρώτη πολιορκία
Κατά το 1446, ο Σουλτάνος Μουράτ ο Β΄ , έχοντας στη διάθεση του πολυάριθμο στρατό και συνοδεία πολλών κανονιών και πυροβόλων , προσπάθησε να εισβάλλει ανεπιτυχώς στο φρούριο του Μουχλίου Την άνοιξη του 1458 , ο Μωάμεθ ο Β΄ ο Πορθητής , επικεφαλής 80.000 στρατιωτών εισβάλλει στην Πελοπόννησο και πολιορκεί το Μουχλί το οποίο , υπερασπιζόταν ο Δημήτριος Ασάν Λάσκαρης, συγγενής των Παλαιολόγων.

Μετά από πολιορκία 54 ημερών , οι υπερασπιστές του κάμφθηκαν από την έλλειψη νερού και τροφίμων και παρέδωσαν την πόλη με ευνοϊκούς όρους προς τους Τούρκους.
"ο Μωάμεθ , αφού εδιάβη με όλα του τα φουσάτα και τέντωσαν το γύρο τρία τειχία και τους επήρανε το νερό , όπου ήτανε όξω του κάστρου. Τότε έστειλε μαντατοφόρο και ο σουλτάν Μεχμέτης εις τον Ασάν ότι να παραδοθούν. Και ο Ασάνης έδωσε απόφαση, "κάλλιο να αποθάνωμε παρά να παραδοθούμε". Τότε όρισε ο Σουλτάνος και ηφέρανε τις λουμπάρδες και τις εστήσανε κοντά εις τα τειχία και εις τις πόρτες εβαρούσανε και εχαλούσανε τα τειχία" (Λαόνικος Χαλκοκονδύλης "Αποδείξεις ιστοριών")

Ο Δημήτριος Ασάν παρέμεινε διοικητής του Μουχλίου και μετά την άλωση της πόλης για δύο ακόμα χρόνια.

Ο θρύλος των πολλών εκκλησιών
Ένας από τους θρύλους που συνοδεύουν το Μουχλί , αναφέρει πως οι εκκλησιές του <<ήσαν όσες και οι ημέρες του χρόνου>>, δίνοντας έτσι μια πιθανολόγηση ότι η πόλη αριθμούσε περίπου 20.000 κατοίκους.

Η "Μουχλιώτισσα"
Ένας ακόμα θρύλος κάνει λόγο για τη "Μουχλιώτισσα". Συγκεκριμένα αναφέρει πως "ο Δημήτριος Ασάν είχε μια πανέμορφη κόρη, παντρεμένη με το δούκα των Αθηνών τον Φραγκίσκο Β΄ Ατσαγιόλι, την οποία ο Μωάμεθ , θαμπωμένος από την ομορφιά της , αφού σκότωσε τον σύζυγό ,την πήρε στο χαρέμι του".

Ο θρύλος με τις κρήνες
Λέγεται ότι στο Μουχλί υπήρχαν τρεις κρήνες (βρύσες) που περιείχαν χρυσό (ένδειξη δύναμης των ηγεμόνων της περιοχής), νερό και φίδια αντίστοιχα και που ήταν σε θέση να καταστρέψουν την περιοχή, στην περίπτωση που άνοιγαν. Κατά πάσα πιθανότητα μέσω του συγκεκριμένου θρύλου, δημιουργήθηκε η ανθρώπινη δοξασία για καλλιέργεια της ευσέβειας των κατοίκων της περιοχής που αποσκοπούσε στην ανάγκη προστασίας των τόσων ναών που υπήρχαν στην περιοχή.

Η οριστική πτώση
Το Μάιο του 1460, το Μουχλί πέφτει για τελευταία φορά στα χέρια των Τούρκων . Η πόλη και το φρούριό της κάηκαν και καταστράφηκαν. "Ο σουλτάνος εχάλασε το κάστρο και δεν άφηκε πέτρα πάνω σε πέτρα και τους χριστιανούς τους έβγαλε έξω και εκαθίσανε εις τα χωρία" Στο Μουχλί, (1463) παρέμεινε φρουρά 200 στρατιωτών , μεγαλύτερη ακόμα και από εκείνες του Μυστρά και των Πατρών που διατηρούσαν λιγότερους στρατιώτες (Stefano Magno) Μόλις εγκαταλείφθηκε η πόλη, ονομάστηκε από το λαό, Παλιομούχλι, ενώ στα γύρω χωριά που δημιουργήθηκαν από τους κατοίκους της, λέγονταν Καινούργια ή Νέα Μουχλιά,

Σήμερα
Στις μέρες μας, μονάχα τα ερείπια του μητροπολιτικού ναού της Παναγίας, γνωστής ως Παναγίας του Μουχλίου (ή Παναγία η Μουχλιώτισσα) απέμειναν στο μέσο της δυτικής πλευράς του βουνού, για να θυμίζουν το μακρύ παρελθόν.

Πιθανολογείται ως χρονολογία ανέγερσής της εκκλησίας το 1281μ.X. Για την ιστορία του ναού, επικρατούν διάφορες απόψεις. Κατά μια άποψη, οι κάτοικοι του Μουχλίου μετέφεραν μια εικόνα της Παναγίας στην Πόλη, χτίζοντας και τον ομώνυμο ναό, κοντά στο Φανάρι. Λέγεται μάλιστα ότι αυτή ήταν και η μόνη βυζαντινή εκκλησία που δεν έγινε τέμενος μετά την Άλωση.

Σύμφωνα με άλλες απόψεις, η δημιουργία αποδίδεται στην κόρη του Μιχαήλ Παλαιολόγου, Μαρία.
Με κόπο ανεβαίνει σήμερα στο Μουχλί . Το αίσθημα του δέους και της συγκίνησης κυριαρχεί όταν κανείς αντικρίζει απομεινάρια τειχών, πύργους, ναούς και άλλα κτίσματα που μαρτυρούν περασμένα μεγαλεία ενός βυζαντινού κέντρου πολιτισμού, το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από τους Τούρκους και τους Φράγκους.

Η οχυρωμένη πόλη του Μουχλίου στην Αρκαδία, κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος, με την ομόφωνη γνωμοδότηση των μελών του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου.

Εντός των ορίων του νέου αρχαιολογικού χώρου, προς τα βόρεια βρίσκεται και το μέρος όπου κάποτε υπήρχε το Ιερό της Αρτέμιδος Αγροτέρας, οι μοναδικές ενδείξεις για την ύπαρξή του οποίου είναι τα ευρήματα που εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Τεγέας.

Πριν τη γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, το Μουχλί δεν προστατευόταν από κανένα θεσμικό πλαίσιο -εκτός ίσως από τον θρύλο που μιλούσε για τρεις κρήνες: η πρώτη γεμάτη χρυσάφι, νερό η δεύτερη και φίδια η τρίτη, που έτσι και απελευθερώνονταν θα κατέστρεφαν όλη την περιοχή.


«Στο Μουχλί, επειδή εγκαταλείφθηκε αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση, υπάρχουν μόνον βυζαντινά κατάλοιπα, γεγονός που το καθιστά πολύτιμο και μοναδικό μνημείο», δήλωσε ο Δημήτρης Αθανασούλης, μέλος του Συμβουλίου και προϊστάμενος της 25ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκει και ο νομός Αρκαδίας.


ΠΗΓΕΣ: 


Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: πορτρέτα από την κλασική, ελληνιστική, ρωμαϊκή, βυζαντινή περίοδο, φαγιούμ (ΦΩΤΟ)

Η εξέλιξη στα πορτρέτα κλασικής περιόδου, ελληνιστικής, ρωμαικής,ΦΑΓΙΟΥΜ και Βυζαντινά
"Λαοκόων"
Τα πορτρέτα της κλασικής περιόδου του 5ου αιώνα π.Χ. ήταν γλυπτά και τόνιζαν την δημόσια πλευρά του εικονιζόμενου. Παρουσίαζαν την ιδανική ενσάρκωση του ποιητή, του φιλοσόφου, του πολιτικού, του γενναίου ανθρώπους που ήταν σεβαστοί και αποτελούσαν παράδειγμα προς μίμηση (Περικλής, Θεμιστοκλής..). 

Προτομή Θεμιστοκλή

Προτομή Περικλή



Μέχρι την ελληνιστική περίοδο τα πορτρέτα ήταν ρεαλιστικά (είχαν ξεχωριστά χαρακτηριστικά), άλλα πάλι ξέφευγαν από αυτό προς το ιδανικό και πολλά από αυτά ήταν ολόσωμα και εστίαζαν στην ψυχολογική σύνθεση του χαρακτήρα του εικονιζόμενου.


Ρωμαϊκά πορτρέτα: Μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. ξεκινούν οι πρώτες προσωπογραφίες στην Ρώμη όπου συνδέονται με την λατρεία των προγόνων. Η αξία τους δεν ήταν τόσο καλλιτεχνική όσο κοινωνική και πολιτική μια και επιτρεπόταν αρχικά μόνο σε ανώτερη τάξη.

Τα πρόσωπα που έφτιαχναν δεν ήταν ζωγραφισμένα. 
Συνήθως ήταν κέρινα ή γύψινα και το καλούπι έβγαινε από το πρόσωπο του νεκρού.



Πορτρέτα Φαγιουμ: Το όνομα Φαγιούμ προέρχεται από την περιοχή που βρέθηκαν. 
Νότια από το Κάιρο. 
Η ταρίχευση των νεκρών γινόταν μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ και οι πρώτοι χριστιανοί συμμετείχαν σε αυτό με το να προσθέτουν την προσωπογραφία του νεκρού πάνω στο πρόσωπο του.
Ήταν ζωγραφισμένες πάνω σε ξύλο ή σε πανί. 




Επηρεασμένα από την ελληνιστική τέχνη ήταν ρεαλιστικά και το χρώμα αλλά και ο τρόπος χρήσης του ήταν κυρίαρχα στην σύνθεση δίνοντας μια ψευδαίσθηση του βάθους. 

Χρησίμευαν για να παρηγορήσουν τους συγγενείς των νεκρών. 
Δεν είναι κοινωνικές προσωπογραφίες όπως των Ρωμαίων. 
Τα Φαγιούμ είχαν πολύ έντονη την πνευματική διάσταση, ήταν τοποθετημένα πάνω στο σώμα του νεκρού και η απεικόνιση των νεκρών προσώπων τους εξασφάλιζε ένα είδους αθανασία (κατάλοιπο της πεποίθησης των Αιγυπτίων).




Οι πρώτοι χριστιανοί, γύρω από την περιοχή του Φαγιούμ, θεωρούσαν αντικείμενα λατρείας τις ζωγραφισμένες μορφές των θεών και των βασιλιάδων όπως είχαν συνηθίσει μέσα από την παράδοση τους να λατρεύουν, και έτσι, εύκολα πέρασαν στην λατρεία των προσώπων του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων. Ταρίχευαν τους νεκρούς μάρτυρες της πίστης, και σε περιόδους διωγμών έπαιρναν μαζί τους το πορτρέτο του νεκρού που ήταν πιο εύκολο για μεταφορά. 

ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΟΡΤΡΕΤΩΝ ΦΑΓΙΟΥΜ ΣΕ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Τα πορτρέτα συνεχίζουν να είναι ρεαλιστικά μέχρι την εποχή της εικονομαχίας στο Βυζάντιο πια. Το 843μΧ τελείωσε η εικονομαχία. Τότε σταματούν την ως τότε ρεαλιστική απόδοση των προσώπων μια και θεωρήθηκε βλαστήμια (!!)
 

Η χαρακτηριστική κίνηση σε πολλά Φαγιούμ με το χέρι να κρατά ένα άνκχ και το άλλο χέρι σηκωμένο να αποτρέπει το κακό μετατράπηκε και αντι για άνκγ κρατά τον σταυρό και αντι για αποτροπή ο άγιος ευλογεί. 
Σταθερή μένει και A) η μετωπική στάση του εικονιζόμενου Β) η τετραχρωμία στην σάρκα Γ) Ο δυναμισμός στο βλέμμα με τα μάτια πάντα μεγάλα που κοιτούν κατάματα τον θεατή μεταδίδοντας την πνευματικότητα του προσώπου που εικονίζουν.

Παντοκράτωρ

Οι παλιότερες εικόνες καταστράφηκαν την περίοδο τη Εικονομαχίας.
Όσες διασώστηκαν βρίσκονται στη Μονή της Αγ. Αικατερίνης στο Σινά, στην Ακαδημία του Κιέβου και στη Ρώμη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα εικόνας της εποχής είναι του Χριστού Παντοκράτορα από τη Μονή της Αγ. Αικατερίνης του Σινά. Ζωγραφισμένη με την εγκαυστική μέθοδο. Η μορφή είναι μετωπική, με ασύμμετρα χαρακτηριστικά. Πίσω του βρίσκεται ένα οικοδόμημα σε γαλάζιο. Πολύ μετά θα χρησιμοποιηθεί το χρυσό για βάθος. Το πρόσωπο, ζωγραφισμένο με ανοικτά χρώματα. Τα μεγάλα μάτια θυμίζουν τα πορτραίτα Φαγιούμ και η έλλειψη του βάθους θέλει να δείξει μια υπερβατικότητα στην Χριστιανική τέχνη. 
Παναγία ένθρονη 6ος αιώνας μ.Χ.


Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Καππαδοκία: Η βυζαντινή Κόκκινη Εκκλησία των 1.500 ετών

Η αποκατάσταση της κόκκινης εκκλησίας στην Καππαδοκία


Ξεκίνησε η αποκατάσταση της υπό κατάρρευσης στέγης της Κόκκινης Εκκλησίας, ενός βυζαντινού ναού 1500 ετών, στην περιοχή της Καππαδοκίας. Ωστόσο, χρειάζονται επιπλέον οικονομικοί πόροι για την αποκατάσταση και των υπολοίπων τμημάτων της Κόκκινης Εκκλησίας (Kızıl Kilise στα Τούρκικα), η οποία είχε συμπεριληφθεί στην Λίστα Παρακολούθησης Παγκοσμίων Μνημείων του 2008.

Ο Osman Diler, εκπρόσωπος του Συλλόγου Φίλων Καππαδοκίας με έδρα το Παρίσι, δήλωσε ότι η ένωση ιδρύθηκε το 1995 με σκοπό την αποκατάσταση της Κόκκινης Εκκλησίας που θα επιφέρει και τα ανάλογα κέρδη στον τομέα του τουρισμού. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εκκλησία είχε συμπεριληφθεί στη Λίστα Παρακολούθησης Παγκοσμίων Μνημείων ως αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων του Συλλόγου.

«Η Κόκκινη Εκκλησία είχε συμπεριληφθεί ως ένα από τα 100 Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς που βρισκόταν σε κίνδυνο το 2008. Η κατάσταση αυτή έκανε τα πράγματα ευκολότερα για μας, για να προωθήσουμε την αποκατάσταση της εκκλησίας και να βρούμε τους απαραίτητους πόρους», είπε.

Σύμφωνα με τον Diler, η Κόκκινη Εκκλησία ήταν μία από τις πρώτες εκκλησίες στην περιοχή της Καππαδοκίας και κατείχε σημαντική θέση στον θρησκευτικό τουρισμό. «Μετά τον Αγ. Γρηγόριο, ο οποίος ήταν ένας από τους ιδρυτές της Ορθοδοξίας τον 4ο αιώνα, επέστρεψε στην περιοχή Güzelyurt της Καππαδοκίας όπου και πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, σε ένα αγρόκτημα κοντά στην περιοχή του σημερινής Κόκκινης Εκκλησίας. Μετά το θάνατό του, χτίστηκε η Κόκκινη Εκκλησία τον 6ο αιώνα, το 560 μ.Χ., σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μεθόδου ραδιοχρονολόγησης με άνθρακα. Η εκκλησία έγινε σταδιακά ένας από τους τακτικούς τόπους λατρείας των χριστιανών προσκυνητών στην πορεία τους προς την Ιερουσαλήμ», δήλωσε ο Diler.

Αποκατάσταση της εκκλησίας

Ο Diler δήλωσε ότι η αποκατάσταση της Κόκκινης Εκκλησίας ξεκίνησε το 2011, ενώ βρισκόταν σε κίνδυνο κατάρρευσης και είχε την υποστήριξη από τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, την Ελλάδα και την Τουρκία.




«Το κόστος του έργου αποκατάστασης ήταν σχεδόν 500.000 ευρώ. Ξεκινήσαμε τις εργασίες αποκατάστασης με την υποστήριξη των μελών μας σε αυτές τις χώρες καθώς επίσης ευεργετών και ιδρυμάτων. Για τη διαδικασία αποκατάστασης, με επικεφαλής τον καθηγητή İsmet Ağaryılmaz του πανεπιστημίου του Yıldız, έχουμε λάβει την απαραίτητη άδεια, υπογράφηκε σύμβαση με μια εταιρεία και ολοκληρώθηκε το πρώτο στάδιο. Η αποκατάσταση χωρίστηκε σε στάδια. Ο τρούλος της εκκλησίας ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Αρχικά, ανακαινίστηκε ο θόλος και τελείωσε το 30% της αποκατάστασης. Χρειαζόμαστε συνεργασία. Συνεχίζουμε να αναζητούμε πόρους από Γαλλία, ΗΠΑ και Τουρκία. Εμείς θα ξεκινήσουμε το δεύτερο στάδιο, όταν θα βρούμε τους απαραίτητους πόρους», δήλωσε ο Diler.


Ο Diler εξέφρασε επίσης τις ανησυχίες του σχετικά με τις λαθρανασκαφές στην Κόκκινη Εκκλησία και στις γειτονικές περιοχές της, προσθέτοντας: «Επειδή δεν υπάρχουν οικισμοί γύρω από την εκκλησία, πραγματοποιήθηκαν παράνομες ανασκαφές στην περιοχή. Ακόμα κι αν η αστυνομία στέλνει τακτικά ομάδες περιπολίας, η εκκλησία χρειάζεται επειγόντως φύλακα για την προστασία της».

Σύμφωνα με τον ίδιο, το ενδιαφέρον των ξένων τουριστών για την εκκλησία έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. «Οι τουρίστες έρχονται στην εκκλησία σε ομάδες. Όταν ολοκληρωθεί η αποκατάσταση, το ενδιαφέρον αυτό θα αυξηθεί περισσότερο. Στη συνέχεια, μπορούμε να κόβουμε εισιτήρια και να έχουμε έσοδα», κατέληξε.

Η βυζαντινή εκκλησία

Η Κόκκινη Εκκλησία είναι μία από τις παλαιότερες εκκλησίες στις απέραντες πεδιάδες της περιοχής της Καππαδοκίας. Χτίστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Σε αντίθεση με άλλες εκκλησίες της περιοχής που έχουν χτιστεί από ηφαιστειακά πετρώματα, για την κατασκευή της εκκλησίας χρησιμοποιήθηκαν παραδοσιακές κατασκευαστικές μέθοδοι και αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα της υψηλής ποιότητας της δεξιοτεχνίας της περιοχής εκείνη την εποχή.

Ο κεντρικός τρούλος, που υποστηρίζεται από μια οκταγωνική βάση, είναι το πιο σημαντικό αρχιτεκτονικό στοιχείο του ναού, ο οποίος διαθέτει διάφορους τύπους ηφαιστειακού λίθου. Το φως φωτίζει το εσωτερικό του ναού μέσω των παραθύρων που βρίσκεται στη βάση του κτιρίου. Ενδείξεις τεράστιων υπέρθυρων και ογκόλιθων από γρανίτη που έχουν κοπεί με ακρίβεια δείχνουν ότι ο ναός λειτουργούσε ως αυτοκρατορικό ή ταφικό παρεκκλήσι. Ο χώρος αυτός ήταν επίσης στάση για τους προσκυνητές στο δρόμο τους προς την Ιερουσαλήμ.

Σημείωση:
Στην περιοχή από ιστορικής απόψεως υπήρχε διαχρονικά ελληνικός πληθυσμός, μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1924, όπου και αντικαταστάθηκαν με Τούρκους από τη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα.






ΠΗΓΗ: http://erroso.blogspot.gr/2014/06/blog-post_12.html