Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξεκίνησε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξεκίνησε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1945 ξεκίνησε η πρώτη από τις δίκες της Νυρεμβέργης (2 VIDEO)

Στο Στρατιωτικό Διεθνές Δικαστήριο της Νυρεμβέργης εκδικάστηκαν τα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν από τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της ναζιστικής Γερμανίας

Στις 20 Νοεμβρίου 1945 ξεκίνησε η πρώτη από τις δίκες της Νυρεμβέργης για τα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν από τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της ναζιστικής Γερμανίας. Ενώπιον του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου βρέθηκαν πρώτοι κατηγορούμενοι οι στενοί συνεργάτες του Αδόλφου Χίτλερ και πρωτεργάτες της ναζιστικής θηριωδίας, μεταξύ των οποίων και οι H.W.Göring, R. Hess, και J. Von Ribbentrop. Στις 20 του Νοέμβρη του 1945 οδηγήθηκαν στο Παλάτι της Δικαιοσύνης, στη Νυρεμβέργη της Γερμανίας, ενώπιον των στρατιωτικών δικαστών από τις ΗΠΑ, τη Μ. Βρετανία, τη Γαλλία και την Σοβιετική Ένωση, 24 πολιτικοί και στρατιωτικοί της Ναζιστικής Γερμανίας, για τη δίκη που έμεινε γνωστή ως η Δίκη των Σημαντικότερων Εγκληματιών Πολέμου.

Κατηγορούμενες επίσης ήταν 6 εγκληματικές οργανώσεις, η ηγεσία του Ναζιστικού Κόμματος, τα Κλιμάκια Προστασίας Schutzstaffel (SS), η Υπηρεσία Ασφαλείας Sicherheitsdienst (SD), η Μυστική Κρατική Αστυνομία Geheime Staatspolizei (Gestapo), τα Τάγματα Εφόδου Sturmabteilung (SA) και η Ανώτατη Διοίκηση των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων (OKW).

Οι τέσσερις βασικές κατηγορίες ήταν οι ακόλουθες:

- Συνωμοσία, για τη διάπραξη εγκλημάτων που διατυπώνονται στις ακόλουθες τρεις κατηγορίες.
- Εγκλήματα κατά της ειρήνης, τα οποία περιλαμβάνουν σχεδιασμό, προετοιμασία, έναρξη και διεξαγωγή επιθετικού πολέμου.
- Εγκλήματα πολέμου, που περιλαμβάνουν παραβιάσεις των νόμων ή κανόνων της διεξαγωγής πολέμου.
- Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, μεταξύ των οποίων και: δολοφονία, εξόντωση, υποδούλωση, δίωξη για πολιτικούς ή φυλετικούς λόγους και απάνθρωπες πράξεις κατά πληθυσμών πολιτών.

Όλοι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες. Η δίκη διήρκεσε έως την 1η Οκτωβρίου του 1946. Από τους κατηγορούμενους, οι 12 καταδικάστηκαν σε θάνατο, 3 σε ισόβια κάθειρξη, 4 σε φυλάκιση από 10 έως 20 χρόνια ενώ όσοι απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες υποχρεώθηκαν να παρακολουθήσουν το ειδικό πρόγραμμα «αποναζικοποίησης» των Συμμάχων.

Την πρώτη αυτή δίκη ακολούθησαν άλλες, μεταξύ των οποίων η «Δίκη των Γιατρών», κατά την οποία 23 γιατροί αντιμετώπισαν τις κατηγορίες της οργάνωσης και συμμετοχής σε εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, με τη μορφή ιατρικών πειραμάτων και ιατρικών διαδικασιών που επιβλήθηκαν σε κρατούμενους και πολίτες.



Μερικοί κατηγορούμενοι:

Martin Bormann: Προσωπικός γραμματέας του Αδόλφου Χίτλερ, με τεράστιες εξουσίες στο Γ' Ράιχ, έγινε επικεφαλής της Καγκελαρίας του Κόμματος μετά την σύλληψη του Hess. Μετρ της ίντριγκας είχε ισχυρότατους εσωκομματικούς εχθρούς όπως οι Joseph Goebbels, Hermann Göring, Heinrich Himmler. Η φήμη του, ακόμα και εντός του κόμματός του, ήταν αυτή ενός ανθρώπου απολίτιστου, αδίστακτου και βάρβαρου. Αποδείξεις που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο τον συνέδεσαν με τον εκτοπισμό εκατομμυρίων εβραίων από την Πολωνία και την υποδούλωση γυναικών από την Ουκρανία για παροχή υποχρεωτικής εργασίας. Καταδικάστηκε ερήμην του σε θάνατο δι’ απαγχονισμό. Ενώ βρισκόταν στο καταφύγιο του Χίτλερ όταν ο δικτάτορας αυτοκτόνησε, κατά τη δίκη της Νυρεμβέργης η τύχη του αγνοούνταν. Το 1972 εντοπίστηκαν τα οστά του και χρονολογία του θανάτου του προσδιορίστηκε το 1945.

Hermann Wilhelm Göring: Διορισμένος διάδοχος του Αδόλφου Χίτλερ, κάτοχος πλήθους κυβερνητικών και κομματικών αξιωμάτων. Βετεράνος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και διοικητής της γερμανικής αεροπορίας Luftwaffe, πέρασε από διάφορα υπουργεία του ναζιστικού καθεστώτος, ίδρυσε τη Γκεστάπο και τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ενορχήστρωσε τον πυρπολισμό του Reichstag το 1933, κάτι που μετά χρησιμοποίησε για τη δίωξη κομουνιστών. Προώθησε την προσάρτηση της Αυστρίας και ήταν υπεύθυνος της «αρειοποίησης» της περιουσίας των εβραίων πολιτών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Χρησιμοποίησε τη Νύχτα των Κρυστάλλων για περαιτέρω διώξεις εβραίων και θεσμοθέτηση αντισημιτικών νόμων ώστε να τους αποκλείσει τελείως από τη γερμανική οικονομία, επιτυγχάνοντας την «αρειανοποίησή» της. Ο Göring κρίθηκε ένοχος για όλες τις κατηγορίες και καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Μια μέρα πριν την εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου, αυτοκτόνησε στο κελί του με υδροκυάνιο.



Rudolf Hess: Βοηθός του Χίτλερ στο Κόμμα, ονομάστηκε υφυπουργός του Φύρερ, όταν ο Χίτλερ ανέλαβε εξουσίες δικτάτορα. Την ημέρα που η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία, ο Χίτλερ δήλωσε ότι, σε περίπτωση που κάτι συνέβαινε στον ίδιο και τον Göring, ο Hess θα ήταν ο διάδοχός του. Ο Hess ήταν ο πρώτος διοικητής των «Κέντρων Ευθανασίας», όπου θανατώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί και Αυστριακοί πολίτες οι οποίοι κρίθηκαν «ανάξιοι να ζουν» με το πρόσχημα ασθενειών ή αναπηριών. Σύμφωνα με τον Hess «ο Εθνικοσοσιαλισμός δεν είναι παρά εφαρμοσμένη βιολογία». Έπεσε στα χέρια των Άγγλων το 1941, όταν αυτοβούλως και χωρίς να έχει γνώση των προθέσεών του ο Φύρερ, έφτασε με αλεξίπτωτο στη Σκωτία προκειμένου να πείσει την ηγεσία της Μεγάλης Βρετανίας να συνάψει ειρήνη με τη Γερμανία. Αντ'αυτού όμως συνελήφθη. Ο Χίτλερ εξεπλάγην όταν πληροφορήθηκε τη φυγή του, συνέλαβε όλο το προσωπικό του και διέταξε να εκτελεστεί αμέσως, σε περίπτωση που επέστρεφε στη Γερμανία. Όλα τα αξιώματα που κατείχε περιήλθαν στον o Bormann. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη την οποία εξέτιε στις φυλακές του Σπαντάου, έως το 1987, οπότε αυτοκτόνησε σε ηλικία 93 ετών - κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι δολοφονήθηκε - λίγο πριν αποφυλακιστεί. Στο δικαστήριο δήλωσε «δεν μετανιώνω για τίποτα».Ο Hess ήταν ο τελευταίος φυλακισμένος που παρέμεινε στις φυλακές του Σπαντάου, παρά τις εκκλήσεις για απελευθέρωσή του για ανθρωπιστικούς λόγους. Μετά το θάνατό του, η φυλακή κατεδαφίστηκε.

Hans Michael Frank: Δικηγόρος, αξιωματούχος στο ναζιστικό κόμμα και υπουργός του Ράιχ άνευ χαρτοφυλακίου. Διορίστηκε Κυβερνήτης-Στρατηγός της Γενικής Κυβέρνησης των Κατεχόμενων Πολωνικών Εδαφών, το 1939, και «κέρδισε» τον τίτλο «ο χασάπης της Κρακοβίας». To 1940, συνέντευξή του σε γερμανικό έντυπο, δήλωσε: «Στην Πράγα, τοποθετήθηκαν μεγάλες κόκκινες αφίσες που έγραφαν ότι σήμερα εκτελέστηκαν επτά Τσέχοι. Είπα στον εαυτό μου, "αν χρειαζόταν να βάλω μια αφίσα για κάθε εφτά Πολωνούς που εκτελούνται, τα δάση της Πολωνίας δεν θα αρκούσαν για να φτιαχτεί το χαρτί"». Αιχμαλωτίστηκε το 1943 από αμερικανικές δυνάμεις. Κατά τη διακυβέρνηση του, 2.500.000 Πολωνοί εβραίοι εργάστηκαν υποχρεωτικά για τους ναζιστές ενώ κατασκευάστηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης Auschwitz και Maidanek. Στη δίκη της Νυρεμβέργης αρχικά αρνήθηκε ότι γνώριζε οτιδήποτε σχετικά. Όταν τα 42 σημειωματάρια του προσωπικού του ημερολογίου, που ο ίδιος παρέδωσε οικειοθελώς, προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο, αποδέχτηκε ορισμένες από τις κατηγορίες, καταδίκασε τα εγκλήματα που διέπραξε η ναζιστική Γερμανία και ζήτησε συγχώρεση. Καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού.

Wilhelm Frick: Υπουργός Εσωτερικών του Γ' Ράιχ. Συνέταξε πολλούς από τους καθοριστικούς για την εδραίωση του ναζιστικού καθεστώτος νόμους, καθώς και πλήθος αντισημιτικών νομοθετημάτων. Το 1943, η μακρά διαμάχη του με τον Himmler είχε ως αποτέλεσμα να αντικατασταθεί από τον τελευταίο στο υπουργείο Εσωτερικών. Ορίστηκε Προστάτης στη Βοημίας-Μοραβίας, όπου παρέμεινε μέχρι τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η Πράγα, πρωτεύουσα του προτεκτοράρου όπου ο Frick εφάρμοσε αδιστακτες μεθόδους στο λαό, ήταν από τις τελευταίες πόλεις που παραδόθηκαν στους Συμμάχους. Καταδικάστηκε σε θάνατο δι΄απαγχονισμού.

Alfred Jodl: Συναντήθηκε τον Χίτλερ το 1939 αλλά σύντομα διορίστηκε επικεφαλής του Επιχειρησιακού Τμήματος των Ενόπλων Δυνάμεων της Ναζιστικής Γερμανίας (Wehrmacht) και υπό αυτή την ιδιότητα συμμετείχε στην καταστροφή της Τσεχοσλοβακίας. Προώθησε την καταναγκαστική εργασία ειδικά κατά του λαού της Δανίας, Ολλανδίας, Γαλλίας και Βελγίου. Ήταν ο Alfred Jodl αυτός ο οποίος υπέγραψε την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας στους Συμμάχους, στις 7/5/1945. Στη δίκη της Νυρεμβέργης υποστήριξε ότι «δεν είναι θέμα του στρατιώτη να κρίνει τον επικεφαλής του, είθε η Ιστορία ή ο Παντοδύναμος να το κάνει αυτό». Καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, παρά το γεγονός ότι είχε ζητήσει να εκτελεστεί από απόσπασμα. Έξι χρόνια αργότερα, ωστόσο, το κύριο δικαστήριο της αποναζικοποίησης των Συμμάχων, αθώωσε τον Jodl απ' όλες τις κατηγορίες που του είχαν απαγγελθεί.

Ernst Kaltenbrunner: Υψηλόβαθμος Αυστριακός αξιωματούχος και πρόεδρος της Interpol. Επικεφαλής των αυστριακών SS, μετά την προσάρτηση της Αυστρίας έγινε διοικητής του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ, στο οποίο υπαγόταν και η Gestapo. Από το 1942 έγινε ο επικεφαλής όλων των SS και της Αστυνομίας. Μετά την απόπειρα δολοφονίας του Αδόλφου Χίτλερ, στις 22/7/1944, οι εξουσίες του διευρύνθηκαν περισσότερο, αποκτώντας άμεση πρόσβαση στον Φύρερ. Λέγεται ότι τον φοβόταν ακόμα και ο Himmler. Είχε τον έλεγχο του συστήματος των στρατόπεδων συγκέντρωσης. Τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου διορίστηκε Γενικός Διοικητής όσων γερμανικών δυνάμεων είχαν απομείνει στην Νότια Ευρώπη. Φέρεται να διέταξε την υγροποίηση των κρατουμένων του Νταχάου, πριν αυτό παραδοθεί στους Συμμάχους. Καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού και η σορός του αποτεφρώθηκε στο Νταχάου.

Wilhelm Keitel: Επικεφαλής προσωπικού του Χίτλερ και αναμεμιγμένος σε όλες τις υποθέσεις πολεμικού σχεδιασμού ανώτατου επιπέδου. Αναμίχθηκε άμεσα στην πολιτική της «τρομοκράτησης των πιλότων» και το διάταγμα «Νύχτα και Ομίχλη» του 1941 που είχε ως αποτέλεσμα, μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, την με συνοπτικές διαδικασίες εκτέλεση – άνευ στρατοδικείου – στρατιωτικών αιχμαλώτων πολέμου. Παραδέχθηκε την συμμετοχή του σε «εγκλήματα πολέμου» αλλά διακήρυξε την πίστη του, ως στρατιώτης, στον επικεφαλής του διοικητή. Καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού.

Joachim von Ribbentrop: Ως υπουργός Εξωτερικών του Χίτλερ συμμετείχε σε όλες τις πράξεις για τη διεξαγωγή επιθετικού πολέμου. Συνέστησε και υποστήριξε την απέλαση των Εβραίων από τη Γαλλία και την Ιταλία σε στρατόπεδα της ανατολικής Ευρώπης, όπου συνέστησε την εξόντωσή τους. Έπαιξε καίριο ρόλο στη σύναψη του γερμανοσοβιετικού συμφώνου μη-επίθεσης Μολότοφ-Ρίμπεντροπ το 1939 καθώς και στην εισβολή στην Πολωνία . Καταδικάστηκε σε θάνατο δι΄απαγχονισμού.

Alfred Rosenberg: Βασικός θεωρητικός του ναζισμού και μετέπειτα Υπουργός των Ανατολικών Κατεχόμενων Περιοχών, εργάστηκε για μια Ρωσία υποδουλωμένη στη Γερμανία, χωρίς εβραίους και με κατοίκους ανθρώπους με «άρειο» αίμα. Συμμετείχε στην προώθηση των προγραμμάτων καταναγκαστικής εργασίας στις Κατεχόμενες Περιοχές. Καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού.

Fritz Sauckel: Γενικός Πληρεξούσιος για την κατανομή Εργασίας, ήταν υπεύθυνος για την παροχή εργατικών χεριών στη γερμανική πολεμική βιομηχανία. Υπό την ηγεσία του, μεταφέρθηκαν με τη βία στη Γερμανία περί τα 5.000.000 εργάτες από τη Γαλλία και άλλες κατεχόμενες χώρες. Καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού.

Julius Streicher: Αρχισυντάκτης της «δηλητηριώδους» αντισημιτικής εφημερίδας Der Stuermer, διέσπειρε το μίσος και λυσσαλέο αντισημιτικό αίσθημα σε ολόκληρη τη χώρα, κερδίζοντας την έντονη επιδοκιμασία του Χίτλερ. Παρόλο που δεν συμμετείχε στρατιωτικά, ούτε έλαβε μέρος στο Ολοκαύτωμα ή την εισβολή σε Πολωνία και Σοβιετική Ένωση, ο ρόλος του στην προώθηση της ιδέας της εξόντωσης των εβραίων επέφερε την καταδίκη του σε θάνατο δι’ απαγχονισμού.

Artur Seyss-Inquart: Υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας της Αυστρίας ύστερα από παρότρυνση του Χίτλερ, διορίστηκε από τον Φύρερ Καγκελάριος της χώρας μετά την παραίτηση του Kurt von Schuschnigg από το θώκο. Με την ανάληψη των νέων καθηκόντων του προσκάλεσε τα γερμανικά στρατεύματα στη χώρα. Από το 1939, βοηθός κυβερνήτη στην Πολωνία, συμμετείχε ενεργά στο σχέδιο για την εκδίωξη των εβραίων από το Ράιχ. Επίτροπος του Ράιχ στην Ολλανδία από το 1940, στράφηκε κατά των εβραίων της χώρας και «αρειανοποίησε» περιουσίες ανθρώπων που εστάλησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κρίθηκε ένοχος για όλες τις κατηγορίες και καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1973 ξεκίνησε η εξέγερση του Πολυτεχνείου ενάντια στο καθεστώς της Χούντας των Συνταγματαρχών (VIDEO)



Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν μια μαζική διαδήλωση λαϊκής αντίθεσης στο καθεστώς της Χούντας των Συνταγματαρχών. Η εξέγερση ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου 1973, με κατάληψη του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Αθηνών από φοιτητές και σπουδαστές που κλιμακώθηκε σχεδόν σε αντιχουντική επανάσταση και έληξε με αιματοχυσία το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, μετά από μια σειρά γεγονότων που ξεκίνησαν με την είσοδο άρματος μάχης στον χώρο του Πολυτεχνείου και την επαναφορά σε ισχύ του σχετικού στρατιωτικού νόμου που απαγόρευε συγκεντρώσεις και την κυκλοφορία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO: ΝΟΕΜΒΡΗΣ 1973 ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Οι αιτίες
Η Ελλάδα βρισκόταν από τις 21 Απριλίου 1967 υπό τη δικτατορική διακυβέρνηση του στρατού, ενός καθεστώτος που είχε καταργήσει τις ατομικές ελευθερίες, είχε διαλύσει τα πολιτικά κόμματα και είχε εξορίσει, φυλακίσει και βασανίσει πολιτικούς και πολίτες με κριτήριο τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.
Το 1973 βρίσκει τον ηγέτη της δικτατορίας, Γεώργιο Παπαδόπουλο να έχει ξεκινήσει μια διαδικασία φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, η οποία συμπεριλάμβανε την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων και την μερική άρση της λογοκρισίας, καθώς και υποσχέσεις για νέο σύνταγμα και εκλογές στις 10 Φεβρουαρίου 1974 για επιστροφή σε πολιτική διακυβέρνηση. Στελέχη της αντιπολίτευσης, μπόρεσαν έτσι να ξεκινήσουν πολιτική δράση ενάντια της χούντας.

Η χούντα, στην προσπάθειά της να ελέγξει κάθε πλευρά της πολιτικής, είχε αναμιχθεί στον φοιτητικό συνδικαλισμό από το 1967, απαγορεύοντας τις φοιτητικές εκλογές στα πανεπιστήμια, στρατολογώντας υποχρεωτικά τους φοιτητές και επιβάλλοντας μη εκλεγμένους ηγέτες των φοιτητικών συλλόγων στην Eθνική Φοιτητική Ένωση Eλλάδας (ΕΦΕΕ). Αυτές οι ενέργειες όπως είναι φυσικό δημιούργησαν έντονα αντιδικτατορικά αισθήματα στους φοιτητές, όπως τον φοιτητή Γεωλογίας Κώστα Γεωργάκη, ο οποίος αυτοπυρπολήθηκε δημόσια το 1970 στην Γένοβα της Ιταλίας σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στη χούντα. Με αυτή την εξαίρεση, η πρώτη μαζική δημόσια εκδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στη χούντα ήρθε από τους φοιτητές στις 21 Φεβρουαρίου 1973.

Οι αναταραχές ξεκίνησαν λίγο νωρίτερα, στις 5 Φεβρουαρίου, όταν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματά τους. Στις 13 Φεβρουαρίου γίνεται διαδήλωση μέσα στο Πολυτεχνείο και η χούντα παραβιάζει το πανεπιστημιακό άσυλο, δίνοντας εντολή στην αστυνομία να επέμβει. 11 φοιτητές συλλαμβάνονται και παραπέμπονται σε δίκη. Με αφορμή αυτά τα γεγονότα, στις 21 Φεβρουαρίου, περίπου τρεις με τέσσερις χιλιάδες φοιτητές της Νομικής Σχολήςτου Πανεπιστημίου Αθηνών κατέλαβαν το κτίριο της σχολής στο κέντρο της Αθήνας επί της οδού Σόλωνος, ζητώντας ανάκληση του νόμου 1347 που επέβαλε την στράτευση «αντιδραστικών νέων», καθώς 88 συμφοιτητές τους είχαν ήδη στρατολογηθεί με τη βία. Από την ταράτσα του κτιρίου απαγγέλλουν τον ακόλουθο όρκο:«Εμείς οι φοιτηταί των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμαστε στo όνομα της ελευθερίας να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση: α) των ακαδημαϊκών ελευθεριών, β)του πανεπιστημιακού ασύλου, γ) της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων.» Η αστυνομία έλαβε εντολή να επέμβει και πολλοί φοιτητές σε γύρω δρόμους υπέστησαν αστυνομική βία, χωρίς όμως τελικά να παραβιαστεί το πανεπιστημιακό άσυλο. Τα γεγονότα στη Νομική αναφέρονται συχνά ως προάγγελος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Η εξέγερση των φοιτητών επηρεάστηκε επίσης σημαντικά και από τα νεανικά κινήματα της δεκαετίας του '60, και ειδικά από τα γεγονότα του Μάη του '68.

Τα γεγονότα
Στις 14 Νοεμβρίου 1973 φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματα και άρχισαν διαδηλώσεις εναντίον του βάναυσου στρατιωτικού καθεστώτος. Οι φοιτητές που αυτοαποκαλούνταν «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», οχυρώθηκαν μέσα στο κτίριο της σχολής επί της οδού Πατησίων και ξεκίνησαν τη λειτουργία του ανεξάρτητου ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου. Ο πομπός κατασκευάστηκε μέσα σε λίγες ώρες στα εργαστήρια της σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών από τον Γιώργο Κυρλάκη. Το, πλέον ιστορικό, μήνυμά τους ήταν: «Εδώ Πολυτεχνείο! Λαέ της Ελλάδας το Πολυτεχνείο είναι σημαιοφόρος του αγώνα μας, του αγώνα σας, του κοινού αγώνα μας ενάντια στη δικτατορία και για την Δημοκρατία». Εκφωνητές του σταθμού ήταν η Μαρία Δαμανάκη, ο Δημήτρης Παπαχρήστος και ο Μίλτος Χαραλαμπίδης.

Οι διαδηλώσεις, τα συλλαλητήρια και οι εκδηλώσεις ενάντια στο καθεστώς της Χούντας αυξάνονται. Κυρίως στην Αθήνα αλλά και σε σημεία της επαρχίας δημιουργούνται συνθήκες εξέγερσης. Από τις 14 Νοεμβρίου μέχρι και τις 17 Νοεμβρίου (και πιο περιορισμένα μέχρι τις 18 Νοεμβρίου) στήνονται οδοφράγματα και διεξάγονται οδομαχίες μεταξύ εξεγερμένων και αστυνομίας. Στις 3 π.μ. της 17ης Νοεμβρίου, και ενώ οι διαπραγματεύσεις για ασφαλή αποχώρηση των φοιτητών είναι σε εξέλιξη, αποφασίζεται από την μεταβατική κυβέρνηση η επέμβαση του στρατού και ένα από τα τρία άρματα που είχαν παραταχθεί έξω από τη σχολή, γκρεμίζει την κεντρική πύλη. Κατά την είσοδο του άρματος συνθλίβονται 2-3 φοιτητές που βρίσκονταi πίσω από την πύλη (γεγονός "λίαν πιθανό αλλά ανεπιβεβαίωτο" σύμφωνα με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά). Επίσης, από τα συντρίμμια τραυματίζεται σοβαρά (συντριπτικά κατάγματα στα πόδια) η φοιτήτρια Πέπη Ρηγοπούλου. Ο σταθμός του Πολυτεχνείου έκανε εκκλήσεις στους στρατιώτες να αψηφήσουν τις εντολές των ανωτέρων τους και στη συνέχεια ο εκφωνητής απήγγειλε τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Η μετάδοση συνεχίστηκε ακόμα και μετά την είσοδο του άρματος στον χώρο της σχολής. Οι φοιτητές που είχαν παραμείνει στο Πολυτεχνείο, μαζεύτηκαν στο κεντρικό προαύλιο, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Η πτώση της πύλης ακολουθήθηκε από την είσοδο μιας μονάδας ενόπλων στρατιωτών των ΛΟΚ που οδήγησαν τους φοιτητές, χωρίς βια, έξω από το Πολυτεχνείο, μέσω της πύλης της οδού Στουρνάρα. Οι αστυνομικές δυνάμεις που περιμένουν στα δυο πεζοδρόμια της Στουρνάρα επιτίθενται στους φοιτητές, την έξοδο των οποίων αποφασίζουν (σύμφωνα και με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά) να περιφρουρήσουν κάποιοι από τους στρατιώτες, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις επενέβησαν και εναντίον των αστυνομικών που βιαιοπραγούσαν στους φοιτητές. Πολλοί φοιτητές βρίσκουν καταφύγιο σε γειτονικές πολυκατοικίες. Ελεύθεροι σκοπευτές της αστυνομίας ανοίγουν πυρ από γειτονικές ταράτσες, ενώ άνδρες της ΚΥΠ καταδιώκουν τους εξεγερθέντες. Οι εκφωνητές του σταθμου του Πολυτεχνείου παρέμειναν στο πόστο τους και συνέχισαν να εκπέμπουν το ιστορικό μήνυμα για 40 λεπτά μετά την έξοδο, οπότε συνελήφθησαν.

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου
Στρατιώτες και αστυνομικοί έβαλαν με πραγματικά πυρά κατά πολιτών μέχρι και την επόμενη μέρα, με συνέπεια αρκετούς θανάτους στον χώρο γύρω από το Πολυτεχνείο, αλλά και στην υπόλοιπη Αθήνα. Η πρώτη επίσημη καταγραφή τον Οκτώβριο του 1974, από τον εισαγγελέα Δημήτρη Τσεβά, εντόπισε 18 επίσημους ή πλήρως βεβαιωθέντες νεκρούς και 16 άγνωστους "βασίμως προκύπτοντες". Ένα χρόνο αργότερα ο αντιεισαγγελέας εφετών Ιωάννης Ζαγκίνης έκανε λόγο για 23 νεκρούς, ενώ κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε προστέθηκε ακόμη ένας. Οι πρώτες (δημοσιογραφικές) προσπάθειες για την καταγραφή των γεγονότων μιλούσαν για 59 νεκρούς ή και 79 θύματα, με βάση τον κατάλογο Γεωργούλα. Σύμφωνα με έρευνα του διευθυντή του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Λεωνίδα Καλλιβρετάκη το 2003, ο αριθμός των επωνύμων νεκρών ανέρχεται σε 23, ενώ αυτός των νεκρών αγνώστων στοιχείων σε 16.
Η πρώτη λίστα με τους καταγεγραμμένους νεκρούς της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου, όπως δόθηκε σε συνέντευξη Τύπου που διοργάνωσε ο υφυπουργός της Χούντας Σπύρος Ζουρνατζής στις 19 Νοεμβρίου 1973, από τον προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Δημήτρη Καψάσκη. Αναφέρονται τα ονόματα των νεκρών που είχαν νεκροτομηθεί ως το απόγευμα της Κυριακής 18 Νοεμβρίου 1973.
Ο Χρήστος Λάζος υποστηρίζει ότι οι νεκροί είναι 83 και ίσως περισσότεροι. Ανάμεσά τους ο 19χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης, ο μαθητής λυκείου Διομήδης Κομνηνός και ένα πεντάχρονο αγόρι που εγκλωβίστηκε σε ανταλλαγή πυρών στου Ζωγράφου. Κατά τη δίκη των υπευθύνων της χούντας υπήρξαν μαρτυρίες για τον θάνατο πολλών πολιτών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Τέλος χιλιάδες σύμφωνα με εκτιμήσεις ήταν οι τραυματίες πολίτες.

Η δίκη για τα γεγονότα
Στις 30 Δεκεμβρίου του 1975 και μετά από ακροαματική διαδικασία διόμισυ μηνών και διάσκεψη 6 ημερών ενώπιον του πενταμελούς εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου το οποίο κήρυξε ένοχους τους 20 από τους 32 κατηγορούμενους, ενώ αθώωσε άλλους 12. Οι κύριες ποινές που επιβλήθησαν:
  • Δημήτριος Ιωαννίδης (αρχηγός της ΕΣΑ την περίοδο της εξέγερσης): 7 φορές ισόβια για ηθική αυτουργία σε 7 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 38 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Γεώργιος Παπαδόπουλος (εν ενεργεία δικτάτορας την περίοδο της εξέγερσης): 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονίες από πρόθεση και απόπειρες ανθρωποκτονιών, καθώς και δεκαετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Σταύρος Βαρνάβας (αντιστράτηγος Ε.Α.): 3 φορές ισόβια για ηθική αυτουργία σε 3 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 17 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Νικόλαος Ντερτιλής (ταξίαρχος Ε.Α.): Ισόβια κάθειρξη και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ανθρωποκτονία από πρόθεση του φοιτητή Μυρογιάννη.
  • Άλλοι τέσσερις ανώτατοι αξιωματικοί σε 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε συνολικά 12 ανθρωποκτονίες και 56 απόπειρες ανθρωποκτονιών, καθώς και δεκαετής στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων.
Άλλοι 12 κατηγορούμενοι σε μικρότερες ποινές, από 5 μήνες έως 10 χρόνια κάθειρξη για διάφορες κατηγορίες, κυρίως για ηθική αυτουργία σε επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Οι ποινές κάτω του ενός έτους, ήταν εξαγοράσιμες.
ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/