Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οδοιπορικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οδοιπορικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Άγιον Όρος: Οδοιπορικό στη Χερσόνησο του Άθω από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα

Το Άγιον Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, που βρίσκεται στη χερσόνησο του Άθω της Χαλκιδικής στη Μακεδονία. Περιλαμβάνει είκοσι Ιερές Μονές και άλλα μοναστικά ιδρύματα και ανεπίσημα χαρακτηρίζεται ως «Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία». Από το 1988 συγκαταλέγεται στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία Αγίου Όρους (Σημαία)

Ι. Γεωγραφία
Χάρτης της Χαλκιδικής. Στα ανατολικά 
διακρίνεται η χερσόνησος του Άθω
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Η χερσόνησος του Άθω είναι η ανατολικότερη και τραχύτερη των τριών επιμέρους παράλληλων χερσονήσων (Κασσάνδρας ή Παλλήνης, Λόγκου ή Σιθωνίας -κεντρική, και Άθω ή Αγίου Όρους) που απαρτίζουν την χερσόνησο της Χαλκιδικής. Η χερσόνησος αυτή καλύπτεται από το όρος Άθω, που κορυφώνεται σε μια μαρμάρινη πυραμίδα ύψους 2033μ., εξ ου και το όνομά της. Καταλήγει δε στο Ακρωτήριο Νυμφαίο ή Ακρόθωον. Στερείται ποταμών και λιμνών. Συνδέεται με τη Χαλκιδική με το στενό ισθμό του Ξέρξη, χαμηλή λωρίδα γης, μήκους 2 χλμ., ιστορικό από τους Περσικούς πολέμους το 480 π.Χ.. Μεταξύ της χερσονήσου του Άθω και της Σιθωνίας ή Λόγκου σχηματίζεται ο Σιγγιτικός ή κόλπος Αγίου Όρους, ενώ ΒΑ ο κόλπος της Ιερισσού.

Λίγα μίλια ΝΑ του Άθω βρίσκεται το μεγαλύτερο βάραθρο του Αιγαίου που από τα 80μ βάθος, απότομα φθάνει τα 1070μ.


ΙΙ. Καθιέρωση ονόματος

Την πρώτη ονομασία και μετονομασία τη συναντούμε στον βίο των μαρτύρων της Τιβεριούπολις του Θεοφύλακτου Αχρίδος, όπου διαβάζουμε [...] το πάλαι μεν ιερόν, νυν δε άγιον όρος καταλαμβάνει[...]. Κατά το θεωρούμενο πρώτο Τυπικό που επικύρωσε ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής, ο Άθως καλείται απλώς «Όρος» που ίσως αυτή να ήταν η συνήθης τότε ονομασία του χώρου.
Το Όρος Άθως
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Η επικράτηση όμως του ονόματος «Άγιον Όρος» φαίνεται να έγινε κατά το πρώτο μισό του 12ου αιώνα, συγκεκριμένα σε χρυσόβουλο έγγραφο του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α' Κομνηνού προς την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας το 1144, η οποία αναγνωρίζεται οριστικά και επίσημα και επιβάλλεται το νέο όνομα όπως αναγράφεται σ΄ αυτό: «Εφεξής το όνομα του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων». Σε μεταγενέστερα αυτοκρατορικά και άλλα έγγραφα αναφέρεται ως «Το Αγιώνυμον Όρος του Άθω».




ΙΙΙ. Ιστορία

1. Μύθοι και αρχαϊκή περίοδος
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, το όρος Άθως συνδέεται με τη γιγαντομαχία μεταξύ των Γιγάντων και των ολύμπιων θεών, ηγέτης των πρώτων ήταν ο Άθως. Ο Άθως πέταξε έναν τεράστιο βράχο εναντίον του Ποσειδώνα από τη Θράκη, αλλά αστόχησε και ο βράχος έπεσε στη θάλασσα, δημιουργώντας το όρος, στο οποίο δόθηκε το όνομά του.

Σύμφωνα με έναν άλλο μύθο, ο θεός Απόλλωνας ερωτεύτηκε τη Δάφνη, κόρη του βασιλιά της Αρκαδίας. Η Δάφνη, προκειμένου να κρατηθεί αγνή, βρήκε καταφύγιο στον κύριο λιμένα του Άθωνα, δίνοντας έτσι το όνομά της σε αυτόν. Από αυτόν το μύθο φαίνεται ότι από τους αρχαίους χρόνους η περιοχή συνδέθηκε με τον αγώνα κατά της σάρκας.

Οι αρχαίοι γεωγράφοι αναφέρουν δέκα πόλεις στη χερσόνησο: Δίον, Θύσσος, Κλεωναί, Ακρόθωοι, Χαράδρια, Παλαιώριον, Σάνη, Ολόφυξος, Απολλωνία, Ουρανούπολις. Κατά τον 5ο π.Χ. αι. σώζονται διάφορα προελληνικά φύλα στην περιοχή. Σημαντικά ιστορικά γεγονότα συνδέονται με την περιοχή: Κατά τη διάρκεια των ιστορικών χρόνων ο Άθως αναφέρεται για πρώτη φορά σχετικά με την περσική αποστολή εναντίον της Ελλάδας υπό την ηγεσία του Μαρδόνιου το 493 π.Χ.. Πλέοντας γύρω από τη χερσόνησο, ο περσικός στόλος συνάντησε κακοκαιρία και υπέστη φοβερή καταστροφή. Κατ´αυτό τον τρόπο η αποπειραθείσα εισβολή ματαιώθηκε.

Δέκα έτη αργότερα ο Ξέρξης επανέλαβε την αποστολή, αλλά προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος νέας καταστροφής έσκαψε ένα κανάλι στο στενό λαιμό της χερσονήσου: η διώρυγα ανοίχθηκε στο βόρρειο μέρος της χερσονήσου, στη σημερινή θέση Πρόβλακα, κοντά στο χωριό Νέα Ρόδα με μάκρος 1,5 μίλι,πλάτος 65-100 πόδια και βάθος 6-10 πόδια. Επίσης ο κόλπος του Αγίου Όρους συνδέεται και με την απώλεια του στόλου του Σπαρτιάτη Επικλέους στα 411 π.Χ..

2. Υπαγωγή στο Βασίλειο των Μακεδόνων
Το 368 π.Χ. η χερσόνησος και οι πόλεις της έγιναν μέρος του κράτους του Φιλίππου Β΄. Μερικά έτη αργότερα ο γιος του Αλέξανδρος ο Μέγας έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας και υπέταξε όλο τον ελλαδικό χώρο. Λέγεται ότι εκείνη την περίοδο ένας αρχιτέκτονας, ο Δεινοκράτης, πρότεινε στον Αλέξανδρο να μετασχηματίσει το βουνό και όλη τη χερσόνησο σε ένα τεράστιο άγαλμα, που θα απεικόνιζε τον Αλέξανδρο να κρατά μια πυκνοκατοικημένη πόλη στο χέρι του. Ο Αλέξανδρος απάντησε ότι ήταν αρκετή για το Όρος η ανάμνηση της αλαζονείας του Πέρση βασιλιά.

3. Πρώτα σημάδια μοναστικού βίου

Το πότε ακριβώς διαδόθηκε ο Χριστιανισμός στον Άθω δεν είναι γνωστό. Κατά μία ρωσική παράδοση φέρεται η ίδια η Θεοτόκος να εμφανίζεται στην περιοχή και οι κάτοικοι να ασπάζονται το Χριστιανισμό. Συγκεκριμένα η Θεοτόκος μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη παραπλέοντας τον Άθω, πηγαίνοντας στην Κύπρο για να επισκεφθούν το Λάζαρο, λόγω φοβερής θαλασσοταραχής αποβιβάστηκαν στην ακτή όπου βρίσκεται σήμερα η Ιερά Μονή των Ιβήρων. Εκεί η Θεοτόκος θαυμάζοντας το χώρο ακούσθηκε φωνή εξ ουρανού που έλεγε: "Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σός και περιβόλαιον σόν καί παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι".
Έτσι το Άγιο Όρος καθιερώθηκε να λέγεται ως "κλήρος και περιβόλι της Παναγιάς".
Επίσης παραδίδεται παράδοση κατά την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος έκτισε στον Άθω πλείστους ναούς. Από την έρευνα όμως ουδέν θετικό επ΄ αυτής μαρτυρείται. Βέβαιο όμως είναι από κείμενα ότι κατά τον Δ' αιώνα υπήρχαν χριστιανοί, τα ίχνη και η τύχη των οποίων όμως παραμένουν άγνωστα. Είναι πιθανό ότι μεμονωμένοι ερημίτες ασκήτεψαν στον Άθωνα κατά τη διάρκεια του τέταρτου και πέμπτου αιώνα, ενώ ήταν πολυάριθμοι κατά τον ένατο αιώνα, όταν έγιναν οι πρώτες προσπάθειες για οργάνωση σε μοναστηριακές κοινότητες.

Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μοναχοί από τον Άθωνα παρευρέθηκαν στη Σύνοδο που οργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη για την αποκατάσταση των εικόνων το 843. Επίσης κατά το 2ο ήμισυ του Θ' αιώνα ο Ιωάννης Κολοβός έκτισε, στο βόρειο τμήμα, τη λεγόμενη Μεγάλη Βίγλα, το πρώτο Μοναστήρι. Τότε και ορίσθηκαν τα σύνορα του Άθω και απαγορεύτηκε η είσοδος σε αυτόν των λαϊκών, μη εξαιρουμένων και των ποιμένων. Έτσι ο Άθως άρχισε να αποτελεί αποκλειστικό τόπο ασκητών και «οικητήριο βίου Αγίου».

Ανεξάρτητα όμως των παραπάνω, από ιστορικής άποψης, τρεις υπήρξαν οι κύριοι λόγοι της ανάπτυξης του μοναχισμού του Αγίου Όρους.
  1. Η προηγούμενη διάλυση των αρχαίων πόλεων, με συνέπεια όλος ο χώρος να είναι κενός και επομένως κατάλληλος για ασκητές.
  2. Η εξάπλωση των εχθρών των Βυζαντινών στις ανατολικές περιοχές, όπου και κατέστρεψαν τα παλαιότερα εκεί μοναστήρια.
  3. Η εικονομαχία που ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη, ένεκα της οποίας πολλοί μοναχοί αναζήτησαν κάποιο νέο χώρο ως "καταφύγιο".
Με δεδομένα αυτά συμπεραίνεται πλέον ασφαλώς ότι ο μοναχισμός του Αγίου Όρους άρχισε περί τον 8ο αιώνα, ενώ από τον επόμενο αιώνα το Άγιο Όρος αποτελεί πλέον και ιστορικά το σημαντικότερο μοναστικό κέντρο της εποχής και όλων των μετέπειτα εποχών.

Ιστορικά η αρχή της αθωνικής μοναστικής ζωής συμπίπτει με τη Σύνοδο του 843 που συγκάλεσε η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα για την αναστήλωση των ιερών εικόνων επί Πατριάρχου Μεθοδίου Α΄, και ειδικότερα με την άφιξη στον Άθωνα δύο μεγάλων προσωπικοτήτων. Πρώτος ησυχαστής αναφέρεται ο Πέτρος ο Αθωνίτης, του οποίου η άφιξη μπορεί να τοποθετηθεί στο τέλος του Ζ' αιώνα, ενώ ο δεύτερος είναι ο Ευθύμιος ο Νέος, ο οποίος ήρθε στο Όρος από τη Θεσσαλονίκη περί το 860. Οι δύο αυτοί άνδρες, αν και περίπου σύγχρονοι, εκπροσωπούσαν διαφορετικές ασκητικές τάσεις μοναχισμού: ο μεν πρώτος του λεγόμενου "ερημιστισμού" και ο δεύτερος του λεγόμενου "λαυριωτισμού". Τέλος με χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ το 885 ο Άθως ορίσθηκε ως αποκλειστικός τόπος διαμονής ασκητών αποκλειομένων οποιονδήποτε άλλων κοσμικών, ακόμα και ποιμένων ή γεωργών.

Έτσι ο αγιορείτικος μοναχισμός άρχισε να αναπτύσσεται όπως και στα παλαιότερα κέντρα του στην Ανατολή περνώντας από τρια στάδια: του ασκητικού, του κοινοτικού και του κοινοβιακού μέσα σε σύντομο διάστημα. Οι πρώτοι ερημίτες μοναχοί εγκαταστάθηκαν στην αρχή της χερσονήσου όπου το έδαφος ήταν ομαλό, λόγω όμως των επιδρομών των Σαρακηνών πειρατών άρχισαν σιγά σιγά να μεταφέρονται σε τελείως απρόσιτες περιοχές μέσα στη χερσόνησο. Στη συνέχεια οι μοναχοί εκείνοι συγκεντρώθηκαν στις λεγόμενες "λαύρες" (οργανωμένες ομάδες), όπως εκείνες παλαιότερα της Παλαιστίνης. Από αυτές δύο έμειναν γνωστές, εκείνη του Κλήμεντος, κοντά στη σημερινή Μονή Ιβήρων, και η λεγόμενη "Καθέδρα των Γερόντων" επί του υψώματος "Ζυγός" που ήταν και η σπουδαιότερη. Επίσης πολλών παλαιών ασκητικών συνοικισμών και ασκητηρίων διατηρήθηκε η μνήμη όπως και το «Αθωνικόν Πρωτάτον» (αρχαιότατος μοναστικός οικισμός του Αγίου Όρους).

4. Οργάνωση των Μονών
Η πλησιέστερη επισκοπική έδρα ήταν αυτή της Ιερισσού και ο οικείος Επίσκοπος απαίτησε να έχει στη δικαιοδοσία του τους μοναχούς της χερσονήσου. Στα 985 ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος με Χρυσόβουλλο απάλλαξε τους ερημίτες από τη δικαιοδοσία της Μονής Αγίου Ιωάννου του Κολοβού, που βρισκόταν κοντά στην Ιερισσό, και παραχώρησε τον Άθωνα ως ιδιοκτησία τους.

Σύντομα, το παλαιότερο των κυρίαρχων μοναστηριών, η Ιερά Μονή του Ξηροποτάμου, χτίστηκε και εισήλθε υπό το μοναχικό τυπικό του Αγίου Βασιλείου. Σαρακηνοί πειρατές παρενοχλούσαν τους μοναχούς τον ένατο και δέκατο αιώνα, αλλά η αυτοκρατορική γενναιοδωρία ήρθε πάντα στην ενίσχυση αυτών των εσωτερικών «Αγίων Τόπων» των Ελλήνων.

5. Αθανάσιος ο Αθωνίτης
Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης
Περί το 960 μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση εισήχθη από τον Πόντιο μοναχό Αθανάσιο τον Τραπεζούντιο, που αργότερα έγινε γνωστός ως Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης. Με συντρόφους του από τη Μικρά Ασία και με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, του οποίου ήταν φίλος και εξομολογητής, ίδρυσε τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου επέτυχε να φθάσει τη μοναστική ζωή σε υψηλό βαθμό τελειότητας. Η μεταρρύθμιση που απέληξε στο μοναστικό τυπικό του Αγίου Αθανασίου έγινε αποδεκτή ως πρότυπο. Οι οπαδοί του αυστηρού μοναστικού βίου με επικεφαλής τον Παύλο τον Ξηροποταμίτη αντέδρασαν στις καινοτομίες του Αθανασίου και ζήτησαν παρέμβαση του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή.

Τη σύγκρουση των δύο αντιθέτων ρευμάτων ρύθμισε ο πρώτος Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους, που συνέταξε ο Αθανάσιος και επικύρωσε με την υπογραφή του ο Τσιμισκής. Είναι ο λεγόμενος «Τράγος» (δηλαδή περγαμηνή από δέρμα τράγου), που φυλάσσεται στις Καρυές και αποτελεί το σημαντικότερο κειμήλιο της Αθωνικής Πολιτείας. Με τη βοήθεια της αυτοκρατορικής αρχής του Ιωάννη Τσιμισκή (969 - 976) οι αντιθέσεις μεταξύ των μοναχών τέθηκαν κατά μέρος και η κοινοβιακή ή κοινοτική ζωή διαδόθηκε στους ερημίτες που ζούσαν διασκορπισμένοι στις κοιλάδες και τα δάση.

Ο Αθανάσιος έγινε γενικός αββάς ή Πρώτος των πενήντα οκτώ μοναστικών κοινοτήτων του Όρους και δίκαια χαρακτηρίστηκε ως ο κύριος ιδρυτής του "κοινοβιακού μοναχισμού" του Αγίου Όρους. Από αυτήν την περίοδο χρονολογούνται οι Μονές των Ιβήρων, Βατοπεδίου, Εσφιγμένου και Ζυγού.

6. Βυζαντινή περίοδος ακμής
Με τη βοήθεια του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 1046, ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος (1042 – 1054) ρύθμισε την εσωτερική διακυβέρνηση των μοναστηριών, τη διαχείριση των ακινήτων τους και την εμπορική δραστηριότητά τους. Από το αυτοκρατορικό έγγραφο (Δεύτερο Τυπικόν) που εξέδωσε, απαγορεύεται η είσοδος γυναικών στη χερσόνησο, μια απαγόρευση τόσο αυστηρή, ώστε από τότε ακόμη και ο Τούρκος Αγάς ή ο ανώτερος υπάλληλος, που κατοικούσαν στις Καρυές, δεν έπαιρναν μαζί τους το χαρέμι τους.

Γύρω στο 1100 η Μεγίστη Λαύρα είχε 800 μοναχούς και σε όλο τον Άθωνα υπήρχαν 180 μοναστήρια. Αυτή την περίοδο μπήκε σε γενική χρήση ο όρος «Άγιον Όρος». Ο Αλέξιος Κομνηνός απάλλαξε τα μοναστήρια από τη φορολογία, τα ελευθέρωσε από την υποταγή στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και τα τοποθέτησε κάτω από την άμεση προστασία του. Εξαρτήθηκαν, εντούτοις, από το γειτονικό επίσκοπο Ιερισσού για τη χειροτονία των ιερέων και των διακόνων τους.

Οι Σλάβοι επεδίωξαν να γίνουν αποδεκτοί στις νέες Μονές και σε λίγο οι πρίγκιπές τους στη βαλκανική χερσόνησο ίδρυσαν ανεξάρτητα «καθίσματα» για τους Σλάβους μοναχούς. Κατ' αυτό τον τρόπο προέκυψαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλεξίου Α' (1081 - 1118) τα καθαρά σλαβικά μοναστήρια του Χιλιανδαρίου και του Ζωγράφου. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες δεν έπαψαν ποτέ να φανερώνουν το ενδιαφέρον τους για τη μικρή μοναστική πολιτεία και ωφελήθηκαν ακόμη και πολιτικά από την καθολική εκτίμηση που η θρησκευτική αδελφότητα απολάμβανε σε όλο το Χριστιανικό κόσμο.

7. Το Άγιον Όρος και η κοινωνικοοικονομική κατάστασή του
Οι συνεχείς δωρεές,οι κρατικές επιχορηγήσεις και τα έσοδά τους συνεβαλαν στην απόκτηση εδαφικών εκτάσεων στην κεντρική και την υπόλοιπη Μακεδονία. Με το σύστημα των εκμισθώσεων οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης καλλιεργούνταν από παροίκους-ελεύθερους καλλιεργητές. Η ανάπτυξη όμως ιδιοκτησίας «προσέδωσε σ' αυτές χαρακτηριστικά γνωρίσματα μεγαλοϊδιοκτητών δηλαδή απληστία και τάση αυξήσεως της περιουσίας τους σε βάρος ασθενέστερων». Σημαντικές ήταν οι κτήσεις των μονών της Λαύρας, του Χιλανδαρίου, Εσφιγμένου, Ξηροποτάμου, Αγίου Παύλου, Ιβήρων, Κουτλουμουσίου, Ξενοφώντος, Διονυσίου. Έτσι εκτός από υπολογίσιμη οικονομική δύναμη μεταβαλλόταν και σε υπολογίσιμη κοινωνική: τα πολυάριθμα άτομα-εκμισθωτές που χρησιμοποιούνταν για την καλλιέργεια των κτημάτων τους ήταν σε κατάσταση εξάρτησης από αυτές και επομένως έστω και έμμεσα κοινωνικοποιούνταν η μεγάλη αθωνική μοναστική περιουσία.

8. Λατινική κυριαρχία
Έναν αιώνα αργότερα, μετά την πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), οι Λατίνοι Σταυροφόροι κακομεταχειρίστηκαν τους μοναχούς και προέβησαν σε καταστροφές των Μονών. Οι μοναχοί απευθύνθηκαν στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’, ο οποίος τους πήρε υπό την προστασία του και στις επιστολές του (ΧΙΙΙ, 40 XVI, 168) αποτίει φόρο τιμής στις μοναστικές αρετές τους. Εντούτοις, με την αποκατάσταση της βυζαντινής πολιτικής κυριαρχίας οι μοναχοί επέστρεψαν (1313) στην κανονική εξάρτησή τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

9. Ο 14ος αιώνας
Το 14ο αιώνα η Καταλανική Εταιρεία επέδραμε εναντίον του Άθωνα για δύο έτη (1307 – 1309), καταστρέφοντας ριζικά πολλά μοναστήρια, λεηλατώντας τους θησαυρούς τους και τρομοκρατώντας τους μοναχούς. Από τα 300 μοναστήρια που υπήρχαν στην αρχή του 14ου αιώνα, μόνο 35 αφέθηκαν.

Στα μέσα του αιώνα η Μακεδονία περιήλθε στα χέρια του Σέρβου ηγεμόνα Στεφάνου Δουσάν, ο οποίος επισκέφτηκε τη χερσόνησο και έδωσε σε πολλά από τα μοναστήρια την οικονομική ενίσχυσή του. Κατά το δέκατο τέταρτο αιώνα παρατηρούνται και οι μεγάλες ησυχαστικές έριδες, με κύριους πρωταγωνιστές τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης και το Βαρλαάμ τον Καλαβρό, οι οποίες έφεραν αναταραχή στη μοναστική πολιτεία.

10. Ησυχαστικές έριδες
Οι μοναχοί του Αγίου Όρους είχαν αποδεχτεί τον Ησυχασμό. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο το Σιναΐτη, ιδρυτή του ησυχαστικού κινήματος, οι μοναχοί θα μπορούσαν να δουν το «άκτιστο φως» του Θεού, το φως που έλαμψε στη Μεταμόρφωσή του Ιησού στο όρος Θαβώρ, εάν ήταν ενάρετοι και αφιερωμένοι αποκλειστικά στην προσευχή. Η πρακτική των ησυχαστών ήταν να επαναλαμβάνουν συνεχώς την επίκληση, τη λεγόμενη ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».

Το ζήτημα του Ησυχασμού διαίρεσε τη βυζαντινή κοινωνία. Μερικοί τον αγκάλιασαν με θέρμη ενώ άλλοι τον απέρριψαν βίαια, κυρίως λόγω των υπερβολών μερικών φανατικών. Ο Ησυχασμός υποστηρίχθηκε επίσης από τους βυζαντινούς αριστοκράτες και επικράτησε τελικά σε τρεις Συνόδους (1341, 1347, 1351).

Οι προσπάθειες που έγιναν από το Βαρλαάμ και τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ’ για να καταπολεμήσουν την κίνηση των Ησυχαστών και να περιορίσουν τη διάδοσή της ήταν ανεπιτυχείς. Τελικά μετά από τις αποφάσεις των Συνόδων που συνεκλήθησαν για αυτό το θέμα κατέπαυσαν οι ταραχές.

11. Παλαιολόγεια περίοδος
Αργότερα, οι αυτοκράτορες Παλαιολόγοι στην Κωνσταντινούπολη και οι Σλάβοι πρίγκιπες και ηγεμόνες της βαλκανικής χερσονήσου συνέχισαν να εμπλουτίζουν τα μοναστήρια του Άθωνα, τα οποία έλαβαν το μεγαλύτερο μέρος του υλικού πλούτου τους κατά τη διάρκεια της παλαιολόγειας περιόδου.

Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε επίσης από τις προσπάθειες της Μονής των Καρυών να εξασφαλίσει υπεροχή έναντι των άλλων μοναστηριών, τον τελικό αποκλεισμό του επισκόπου Ιερισσού από τη χερσόνησο, τις επιθέσεις από πειρατές όλων των ειδών, και την ίδρυση διάφορων νέων μοναστηριών: Σιμωνόπετρας, Κωνσταμονίτου, Αγίου Παύλου και Διονυσίου.

12. Οθωμανική κυριαρχία

Όταν το 1430 οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, οι μοναχοί προσέφεραν την υποταγή τους στο σουλτάνο Μουράτ Β΄, ο οποίος τους αναγνώρισε τα προηγούμενα αυτοκρατορικά προνόμια:
αναγνώριζε το επί Μεχμέτ Α' παλαιότερο καθεστώς νομής (tasarruf) των βακουφίων (vakf) και των μουλκιών (mulk) τους.
  • απαγόρευε στους μουσουλμάνους ή χριστιανούς να εισέρχονται στη χερσόνησο του Αγίου όρους και στα βακούφια των μοναστηριών έξω από αυτήν.
  • διέταζε την ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων των μετοχίων τους με πλοία προς τό Άγιο Όρος
  • αναγνώριζε τα ισχύοντα παλαιότερα και για τις περιουσίες τους (χωριά, αμπέλια, κήποι,πρόβατα) στην ύπαιθρο της Θεσσαλονίκης και των Σερρών, ανανεώνοντας το καθεστώς φορολογικής ατέλειας που είχαν στα χρόνια του παππού του, του Μπαγιαζήτη Α': διέταζε τους καδήδες και τους σουμπασήδες αυτών των βιλαετίων να μην εισπρα΄ττουν τίποτε από τις μοναστηριακές περιουσίες και να μην εισέρχονται σε αυτές οι εισπράκτορες του χαρατσίου
  • επιβεβαίωσε την απαλλαγή των μοναχών από τους έκτακτους φόρους.

Όμως το 1432/3 οι μοναστηριακές περιουσίες σε Θεσσαλονίκη και Σέρρες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σε χάσια, ζιαμέτια,τιμάρια,μούλκια και βακούφια φόρους. Με μπεράττι του 1485 ο Μπαγιαζήτ Β' ανανέωσε τα παλαιότερα μπεράτια του Μουράτ Β' και του Μεχμέτ Β' και σύμφωνα με αυτό,
  • διατηρούσαν τη νομή των εκκλησιών, των σπιτιών των αμπελιών, των μύλων και των χωραφιών τους στις επαρχίες των Σερρών και της Θεσσαλονίκης.
  • Κανείς δεν μπορούσε να τους αφαιρέσει τις περιουσίες τους.
  • Επίσης οι αξιωματούχοι όφειλαν να μην παραβιάζουν το σουλτανικό και εθμικό δίκαιο.
Υπήρξε περίοδος ακμής έως το 16ο αιώνα, οπότε η οικονομική θέση των μοναστηριών χειροτέρεψε λόγω των δυσβάστακτων φόρων που επιβλήθηκαν από τους Οθωμανούς. Οι μοναχοί δεν μπορούσαν να κατοικήσουν πλέον εκεί και το Όρος σχεδόν εγκαταλείφθηκε. Επέζησε μόνο χάρη στην ενίσχυση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο πρόσφερε υλική και ηθική υποστήριξη. Κάποια οικονομική ενίσχυση δόθηκε από τους κυβερνήτες των χωρών του Βορρά, ιδιαίτερα τις ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας αλλά και από τους απλούς ορθοδόξους.

13. Αθωνιάδα Ακαδημία

Τα μοναστήρια βρίσκονταν σε άθλια οικονομική κατάσταση το 18ο αιώνα. Αλλά παρά την ένδειά τους, μια κίνηση προέκυψε για τη διάδοση της ελληνικής παιδείας στην περιοχή του Άθωνα. Στα μέσα του 18ου αιώνα, η Αθωνιάδα Ακαδημία ιδρύθηκε σε ένα κτήριο κοντά στη Μονή του Βατοπεδίου. Σκοπός της ήταν οι σπουδαστές να διδάσκονται θεολογία, φιλοσοφία και λογική. Τα πρώτα έτη, όταν ο διαφωτιστής κληρικός Ευγένιος Βούλγαρης ήταν διευθυντής, η Ακαδημία προσέλκυσε μεγάλο αριθμό σπουδαστών και απέκτησε ιδιαίτερη φήμη. Αλλά όταν ο Βούλγαρης παραιτήθηκε, περιήλθε σε μαρασμό και έκλεισε το 1799. Επανιδρύθηκε τέλη του 18ου αιώνα και έκτοτε λειτουργεί κανονικά.Παλαιότερα διέθετε:
  • Δημοτική Εκπαίδευση
  • Γυμνασιακή Εκπαίδευση
  • Λυκειακή Εκπαίδευση
  • Μεταλυκειακή Εκπαίδευση
Σήμερα Διαθέτει:
  • Γυμνασιακή Εκπαίδευση
  • Λυκειακή Εκπαίδευση

14. Η Επανάσταση στη Χαλκιδική
Με την έναρξη της Επανάστασης του 1821 το Άγιο Όρος λειτούργησε ως άσυλο όπου κατέφυγαν πολλές οικογένειες, ενώ οι Μονές συνέδραμαν τον αγώνα με χρήματα, τρόφιμα και πολεμοφόδια. Περίπου 800 μοναχοί οπλίστηκαν και υπό τον Εμμανουήλ Παπά των Σερρών, μαζί και με κοσμικούς στρατιωτικούς, προσέβαλαν διάφορες θέσεις Τούρκων στη Θεσσαλονίκη και την Κασσάνδρα. Στις περιοχές εκείνες είχαν συγκεντρωθεί περί τις 50.000 Οθωμανών, εκ των οποίων σκοτώθηκαν πάνω από 20.000 από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1821. Όμως η Επανάσταση στην περιοχή κατεστάλη και πάνω από 40.000 Έλληνες σφαγιάσθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Τότε ακολούθησε μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία του Άθωνα. Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις σφαγίασαν μοναχούς, καθώς επίσης και τα γυναικόπαιδα που είχαν βρει εκεί καταφύγιο, κατέστρεψαν το τυπογραφείο των Μονών, λεηλάτησαν όσους θησαυρούς μπόρεσαν να βρούν και χρησιμοποίησαν ανεκτίμητα χειρόγραφα για να κατασκευάσουν φυσίγγια.

15. Ένταξη στο ελληνικό κράτος
"AΘως" Πίνακας Β. Χατζή
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Το αυτόνομο καθεστώς του Αγίου Όρους αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά διεθνώς πριν την αναγνώριση της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους στη Χαλκιδική, με τη Συνθήκη του Βερολίνου του 1878. Αυτή η συνθήκη προέβλεπε ότι "οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, διατηρούν τις κτήσεις και τα πρότερα πλεονεκτήματά τους και χωρίς καμία εξαίρεση απολαύουν απόλυτη ισότητα δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων".

Το Άγιο Όρος απελευθερώθηκε από το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Συγκεκριμένα στις 2 Νοεμβρίου 1912 κατέπλευσαν και αγκυροβόλησαν στον όρμο της Δάφνης η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, το Θωρηκτό «Αβέρωφ», με το αντιτορπιλικό «Θύελλα» και τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» υπό τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες εκατοντάδων καμπανών των Ιερών Μονών που αντελήφθησαν την προσόρμιση του ελληνικού στόλου. Αποβιβάσθηκε άγημα, ο επικεφαλής του οποίου αξιωματικός «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων», επικύρωσε την αποβατική ενέργεια χαρακτηρίζοντας τον καϊμακάμη, τους υπαλλήλους και την εκεί μικρή οθωμανική δύναμη ως αιχμαλώτους πολέμου "άνευ πολεμικής τινός ενέργειας", οπότε και υψώθηκε η Ελληνική Σημαία.

Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, πλην της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, με την οποία διαπιστωνόταν η κατάλυση των οθωμανικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912. Εκείνη την περίοδο εννέα με δέκα χιλιάδες μοναχών κατοικούσαν εκεί.

Το ελληνικό κράτος κύρωσε με το Ν.Δ. 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος άρχισε να ισχύει το 1927 μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Συντάγματος, οπότε και για πρώτη φορά επισημοποιήθηκε η συνταγματική προστασία του καθεστώτος αυτοδιοίκησης του Αγίου Όρους.

16. Γερμανική Κατοχή
Όταν εκδηλώθηκε ο Ελληνοιταλικός πόλεμος η μοναστική κοινότητα του Άθω δεν αδιαφόρησε . Μάλιστα οι νεώτεροι μοναχοί μετέβησαν στις Καρυές προκειμένου να λάβουν φύλλο πορείας για το μέτωπο. Όμως το Ελληνικό κράτος αρνήθηκε τη συμμετοχή εθελοντών στον πόλεμο ιδιαίτερα αν αυτοί ήταν κληρικοί ή μοναχοί. Επίσης οι μονές διέθεσαν το υποζύγιά τους χωρίς αποζημίωση, ενώ διοργάνωσαν και εράνους σε είδη και χρήματα για την βοήθεια του Ελληνικού στρατού. Σε όλη αυτήν την κινητοποίηση έμειναν ουδέτεροι οι Ρώσοι και οι Βούλγαροι μοναχοί Η προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος ανησύχησε τους μοναχούς: ο Διοικητής του Αγίου Όρους πρότεινε τη διαφυγή των χειρογράφων και των λοιπών κειμηλίων των μονών καθώς και τη φυγάδευση όσων μοναχών είχαν αναπτύξει αντιστασιακή δράση, εκτός Αγίου Όρους, στην Αθήνα ή τα νησιά του Αιγαίου. Τελικά πολλές μονές τα έκρυψαν τα κειμήλια σε κατακόμβες. Με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης οι πολιτικές και αστυνομικές αρχές του Άθω περιήλθαν σε κατάσταση πανικού. Στις Καρυές συνήλθε η Ιερά Κοινότητα και συγκρότησε πολιτοφυλακή από μοναχούς και λαϊκούς. Παράλληλα ελήφθησαν μέτρα ανακουφιστικά των Ελλήνων στρατιωτών που έφθαναν στην χερσόνησο του Άθω και βοηθήθηκαν να διαπεραιωθούν στα νησιά του Αιγαίου. Αρχικά οι Γερμανοί έφθαναν στο Άγιον Όρος κατά πολύ μικρές ομάδες στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας του Απριλίου του 1941. Η επίσημη απόβαση έγινε στη Μονή Βατοπεδίου μια εβδομάδα αργότερα από τον Περιφερειακό Φρούραρχο Λαγκαδά με τη συνοδεία ενός ταγματάρχη κι ένοπλου αποσπάσματος. Την επόμενη ημέρα μετέβησαν στις Καρυές. Τα μέλη της Ιεράς Κοινότητας ζήτησαν να προστατευθεί το άγιον όρος από μια πιθανή Βουλγαρική κατάληψη, ενώ ο Γερμανός ταγματάρχης τους διεμήνυσε εμπιστευτικά να αποστείλουν σχετική επιστολή προς τον Χίτλερ προκειμένου να διασφαλίσει το καθεστώς αυτό.

α) Η επιστολή στον Χίτλερ
Πράγματι στις 26 Απριλίου 1941, η Ιερά Κοινότητα συνήλθε δύο φορές και συνέταξε επιστολή η οποία εστάλη διά του Περιφερειακού Φρούραρχου Λαγκαδά και με την οποία «την διατήρησιν του καθεστώτος τούτου της αυτονόμου μοναχικής πολιτείας, ικανοποιούντος πλήρως άπαντας τους εν Αγίω Όρει ενασκουμένους, ανεξαρτήτως εθνικότητος μοναχούς […] παρακαλούμεν και ικετεύομεν θερμώς την Υμετέραν Εξεχότητα, όπως αναλάβη υπό την υψηλήν προστασίαν και κηδεμονίαν Αυτής.». Οι Ρώσοι και οι Βούλγαροι αρνήθηκαν αρχικά να την υπογράψουν, όταν όμως διαπίστωσαν ότι αυτή θα αποστελλόταν και χωρίς τη δική τους υπογραφή, την συνυπέγραψαν. Οι Γερμανικές αρχές ανταποκρίθηκαν άμεσα και στις 3 και 4 Μαΐου δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης ανακοινωθέν της Γερμανικής Διοίκησης Θεσσαλονίκης Αιγαίου ότι ετίθετο υπό Γερμανική προστασία το Άγιον όρος.

β) Η στάση των Γερμανών
Πράγματι ούτε Γερμανικό φρουραρχείο λειτούργησε ούτε στάθμευε μόνιμα στρατιωτικό απόσπασμα στο Άγιον Όρος. Υπαγόταν στο περιφερειακό φρουραρχείο Λαγκαδά. Λόγω καταγγελιών βουλγάρων μοναχών, ό,τι κρύβονταν πολεμικό υλικό ή αντάρτες ή άγγλοι ή πως τροφοδοτούνταν αγγλικά υποβρύχια από τις μονές, έφτασαν ορισμένες φορές για ανακρίσεις και έρευνες Γερμανοί στην περιοχή. Επίσης οι Γερμανοί απέτρεψαν απόπειρα των Βουλγάρων να φτάσουν τον Μάιο του 1941 στο Άθω, κατορθώνοντας να πάνε μέχρι την Ιερισσό από πού και διώχθηκαν από τους Γερμανούς. 

γ) Η άφιξη Γερμανών επιστημόνων
Τον Ιούνιο του 1941 φθάνει στο Άθω μικτή αποστολή από γερμανούς αξιωματικούς και επιστήμονες επικεφαλής της οποίας ήταν ο Γερμανός βυζαντινολόγος Φράντς Ντέλγκερ-παλιός γνώριμος των μοναχών του Αγίου όρους από παλιότερες εκεί επισκέψεις - του πανεπιστημίου του Μονάχου, με σκοπό τη μελέτη και φωτογράφηση εγγράφων και χειρογράφων που βρίσκονταν στις βιβλιοθήκες του Αγίου όρους. Οι μοναχοί προετοιμάστηκαν με συστατικές επιστολές που τους απέστειλαν οι Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλος, Γεννάδειος Θεσσαλονίκης και άλλοι. Στην πραγματικότητα η αποστολή αυτή είχε οργανωθεί από την Einsatzstab Reichsleiter Rosenberg fur die besetzten Gebiete. Η επιστημονική αυτή ομάδα έφτασε στις 15 Ιουνίου του 1941 και πραγματοποίησε στη διάρκεια της επίσκεψής της 1900 φωτογραφικές λήψεις χειρογράφων, μικρογραφιών, εικόνων και άλλων κειμηλίων. Η επίσκεψη αυτή δεν άφησε αδιάφορη την κυβέρνηση και ο Τσολάκογλου με απόρρητο έγγραφό του εφιστούσε την προσοχή στον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας για τη διαφύλαξη των αγιορείτικων θησαυρών. Το φθινόπωρο του 1943 η Einsatzstab Reichsleiter Rosenberg αποπειράθηκε να κλέψει τους θησαυρούς-πιθανώς ερήμην του Φράντς Ντέλγκερ- κάτι που στο τέλος αποτράπηκε, άγνωστο από ποιούς.

δ) Η κατάσταση των μοναχών κατά τη Γερμανική κατοχή
Η μοναστική κοινότητα του Αγίου όρους αριθμούσε περί τους 3855 μοναχούς τον Σεπτέμβριο του 1942: 2812 Έλληνες και 1043 αλλοεθνείς, δηλαδή 712 Ρώσοι, 150 Ρουμάνοι, 108 Βούλγαροι και 73 Σέρβοι. Ιδιαίτερα προβλήματα επισιτισμού αντιμετώπιζε κάτι που εκμεταλλευόταν η Βουλγαρική προπαγάνδα που παρείχε τρόφιμα και επεδίωκε τον προσεταιρισμό τους. Με παρέμβαση του Υπουργείου των Εσωτερικών της Κατοχικής Κυβέρνησης προς το Υπουργείο Επισιτισμού εστάλησαν τρόφιμα (115 τόνοι σιτάρι σε δύο φάσεις).

ε) Η στάση των αλλοεθνών μοναχών
Οι Βούλγαροι μοναχοί ενισχύθηκαν οικονομικά από το Βουλγαρικό κράτος, ενώ η μονή τους, η Ζωγράφου, έσπευσε να υψώσει Βουλγαρική σημαία και προπαγάνδιζε υπέρ των Βουλγαρικών θέσεων προβαίνοντας στις πιο κάτω ενέργειες: διανομή βουλγαρικών αλφαβηταρίων στους Έλληνες εργάτες που δούλευαν στην μονή, απόμακρυνσή τους στη συνέχεια και πρόσκληση βουλγαρόφωνων από την Φλώρινα για να εργαστούν στην μονή, συνεργασία με Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης, διανομή τροφίμων σε άλλους μοναχούς με σκοπό τον προσεταιρισμό τους, επαφές με Βούλγαρους ανώτατους αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη. Το ζήτημα της δράσης των Βουλγάρων πρακτόρων προκάλεσε περιπλοκές στις σχέσεις μεταξύ του πολιτικού διοικητή Κορφιατάκη και του Διοικητή της χωροφυλακής Πάλμο, καθώς ο πρώτος ζητούσε να μην ανανεώνονται οι άδειες εισόδου σε ύποπτα άτομα και να απομακρυνθούν άλλα και ο δεύτερος έκρινε πως αν εφαρμοζόταν ένα τέτοιο μέτρο θα έπληττε και άσχετα με τη βουλγαρική προπαγάνδα άτομα. Η Ιερά Σύναξη του αγίου όρους διαφώνησε κι αυτή διότι ήταν δική της αρμοδιότητα η απέλαση προσώπων ενώ αν απομακρυνόταν κάποιος Βούλγαρος θα θεωρείτο ως απόπειρα καταδίωξής τους. Τελικά ο Πάλμος καταγγέλθηκε για ολιγωρία και απομακρύνθηκε. Βούλγαροι και Ρώσοι μοναχοί ήθελαν τη διεθνοποίηση του Αγίου Όρους και την με κάθε τρόπο απαλλαγή από την Ελληνική διοίκηση. Την πρόταση αυτή συνυπέβαλαν Ρώσοι και Βούλγαροι στη Σόφια τον Μάιο του 1941 και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς στην Ιερά Σύναξη του Αγίου όρους η οποία και απορρίφθηκε χωρίς να βρει σύμμαχους τους Σέρβους μοναχούς.


IV. Ο εορτασμός των 1.000 ετών

Στις 17 Απριλίου του 1963 το πολεμικό σκάφος Ασπίς μετέφερε από το Πρωτάτο του Αγίου Όρους στον Πειραιά την ιστορική εικόνα της Παναγίας με το βρέφος, γνωστή ως Άξιον Εστί. Η εικόνα το βράδυ της ιδίας ημέρας έφτασε εν πομπή στη Μητρόπολη των Αθηνών, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Ήταν το προοίμιο των εορτασμών για την χιλιετηρίδα του Αγίου Όρους. Σε προσφώνησή του κατά την τελετή στη Μητρόπολη ο δήμαρχος Αθηναίων Άγγελος Τσουκαλάς τόνισε ότι "συμβολισμόν βαθύτατον περικλείει η παρουσία της σεπτής εικόνας διότι ο κόσμος διέρχεται σήμερον δραματικάς στιγμάς και σείονται τα θεμέλια των κοινωνιών υπό τα πλήγματα της ανηθικότητος και του μίσους". Τα προεόρτια έληξαν στις 24 Απριλίου, αφού εν τω μεταξύ ο βασιλιάς Παύλος στις 21 Απριλίου προσκύνησε την εικόνα. Η ξαφνική ασθένεια του Παύλου στις 19 Μαΐου επέφερε αναβολή των εορτασμών κατά ένα μήνα. Η απόφαση αυτή της κυβερνήσεως ελήφθη έπειτα από έντονους φραστικούς διαπληκτισμούς του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη βασίλισσα Φρειδερίκη και τον Κωνσταντίνο, καθώς η βασίλισσα επέμενε ότι θα έπρεπε να αναβληθούν οι εορτασμοί για να μπορέσει να παραστεί ο βασιλιάς, ενώ ο Καραμανλής θεώρησε τούτο δυσχερές. Εν τέλει, οι εορτασμοί αναβλήθηκαν για τις 22-25 Ιουνίου. Στις 19 Ιουνίου έφτασε με τρένο στην Αλεξανδρούπολη ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές. Τις επόμενες ημέρες έφτασαν στον Πειραιά αντιπροσωπείες και άλλων Εκκλησιών όπως της κοπτικής και κατευθύνθηκαν ατμοπλοϊκώς στον Άθω, όπου στις 23 Ιουνίου έφτασε ο Παύλος συνοδευόμενος από τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τον πρίγκιπα Μιχαήλ. Ήταν το αποκορύφωμα των εορτασμών της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους. Πρώτη φορά έπειτα από πολλούς αιώνες συναντήθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης με Πατριάρχη Ιεροσολύμων και Πατριάρχες βαλκανικών χωρών, όπως ο Βουλγαρίας Κύριλλος και ο Σερβίας Γερμανός. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας σε ομιλία του στον ιερό ναό του Πρωτάτου τόνισε: "Εορτάζομεν την πρώτην χρυσήν χιλιετηρίδα του αγιορειτικού μοναχισμού. Οι κατοικούντες σήμερον εις το Άγιον Όρος είναι οι συνεχισταί της γνησίας ορθοδόξου θρησκευτικής ζωής". Και πρόσθεσε ότι το Άγιον Όρος είναι "η κιβωτός του ακραιφνούς ορθοδόξου μοναχικού βίου και εάν οι άνθρωποι έδιδον μείζονα προσοχήν εις το σιωπηλόν μήνυμα του μοναχικού βίου, θα έζων εν ειρήνη". Με τη σειρά του ο βασιλιάς Παύλος, κατά το πρόγευμα που παρέθεσε η Ιερά Κοινότης, μίλησε και υπογράμμισε ότι οι καταπληκτικές κατακτήσεις της επιστήμης "ανανέωσαν και πάλιν εις την σκέψιν μας την θείαν αλήθειαν ότι ου επ' άρτον μόνον ζήσεται άνθρωπος". Και συμπλήρωσε ότι "συχνή αύτη προς τον άνθρωπο υπόμνησις είναι αναγκαιοτάτη κατά τους παρόντας ιδία καιρούς, ότι η επιτευχθείσα ολική πρόοδος τυχόν παρερμηνευομένη, δυνατόν να προκαλέση εις την σκέψιν μας αισθήματα αυταρεσκείας και αυταρκείας έναντι του Θεού". Η 24η Ιουνίου ήταν η τελευταία ημέρα της βασιλικής παρουσίας στον Άθω. Ο Παύλος και ο Κωνσταντίνος μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και λοιπούς ιεράρχες έφτασαν στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου έγιναν δεκτοί "με χαρμοσύνους και πλήρεις μελωδικότητος κωδωνοκρουσίας των δεκατριών κωδώνων της Ιεράς Μονής, τους οποίους χειρίζονται θαυμασίως οι ειδικοί κωδωνοκρούσται μοναχοί".


V. Νομικό καθεστώς και διοικητική οργάνωση

Το Άγιο Όρος διέπεται από ένα ιδιότυπο νομικό καθεστώς που έγκειται σε ένα πλέγμα διατάξεων του Συντάγματος, διεθνών συνθηκών, του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του υπόλοιπου εσωτερικού δικαίου, με βασικότερο κανονιστικό κείμενο τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος οργανώνει διοικητικά την περιοχή.

1. Σύνταγμα
Σύμφωνα με το άρθρο 105 του Συντάγματος της Ελλάδας, το Άγιο Όρος αποτελεί "αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους". Διοικητικά τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους και πνευματικά υπό την ανώτατη εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, εξ ου και δεν επιτρέπεται η μνημόνευση άλλου Επισκόπου πλην του Οικουμενικού Πατριάρχη. Πάντως σύγχυση μπορεί να προκαλέσει ο τίτλος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου τηςΕκκλησίας της Ελλάδος ως προς την πνευματική υπαγωγή της περιοχής, παρόλο που το Άγιο Όρος έχει αποσπαστεί από την εν λόγω Μητρόπολη και υπαχθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ήδη από το 1313.

α) Ιδιοκτησιακό καθεστώς
Από ιδιοκτησιακής άποψης το έδαφος της χερσονήσου του Άθω είναι αναπαλλοτρίωτο και κατανεμημένο μεταξύ των είκοσι Ιερών Μονών του (άρθρο 105 παρ. 2 εδ. α΄ Συντ.). Σε καθεμιά από τις είκοσι αυτές εδαφικές περιοχές υπάρχουν και άλλα μοναστικά ιδρύματα (σκήτες, κελιά, καλύβες, καθίσματα και ησυχαστήρια), τα οποία αποτελούν εξαρτήματα των μονών. Επιπλέον, και η εκτός Αγίου Όρους ακίνητη περιουσία των μονών είναι "απολύτως αναπαλλοτρίωτος ως πράγμα θείω δικαίω" (άρθρο 181 Κ.Χ.Α.Ο.). Παρόλα αυτά με νόμο (Ν. 1198/1981), ο οποίος καθορίζει και τις λεπτομέρειες, έχει επιτραπεί η εκποίηση ή η ανταλλαγή ακινήτων των μονών που βρίσκονται εκτός Αγίου Όρους, μόνον όμως για λόγους προφανούς ωφέλειάς τους, όπως όταν πρόκειται για απρόσοδα ακίνητα ή όταν με το τίμημα αντιμετωπίζεται σοβαρή ανάγκη της μονής.

β) Ελληνική ιθαγένεια
Σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 1 εδ γ΄ του Συντάγματος "όλοι όσοι μονάζουν [στο Άγιο Όρος] αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια μόλις προσληφθούν ως δόκιμοι ή μοναχοί, χωρίς άλλη διατύπωση". Σχετικά με την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας που αποκτήθηκε με αυτό τον τρόπο προβλέπει το άρθρο 17 παρ. 1 στ. γ΄ του Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως συμπληρώθηκε από το Ν. 3731/2008 (ΦΕΚ Α΄ 263/23.12.2008). Ειδικότερα προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από αιτιολογημένη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Ιθαγένειας, μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος της ελληνικής ιθαγένειας αλλοδαπός, ο οποίος απέκτησε αυτήν λόγω της ιδιότητάς του ως δοκίμου ή μοναχού στο Άγιο Όρος, εφόσον αποδεδειγμένα εγκατέλειψε τη μονή της εγκαταβίωσής του, καθώς και την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους.

γ) Απαγόρευση εγκαταβίωσης ετεροδόξων και σχισματικών
Σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 2 εδ. γ΄ "απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος ετερόδοξοι ή σχισματικοί". Ένα πρόβλημα το οποίο ακόμα δεν έχει επιλυθεί και σχετίζεται με την εν λόγω απαγόρευση είναι η παράνομη κατοχή των χώρων της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου και των εξαρτημάτων της από τη σχισματική τέως μοναστική αδελφότητα ήδη από τη δεκαετία του 1970.

2. Διεθνείς συνθήκες
Σε διεθνές επίπεδο το Ελληνικό Κράτος έχει αναλάβει δεσμεύσεις έναντι των μη ελληνικών μονών και εξαρτημάτων του Αγίου Όρους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων (Σέβρες, 10 Αυγούστου 1920), η οποία κυρώθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα της 29ης Σεπτεμβρίου 1923 "περί κυρώσεως της εν Σέβραις υπογραφείσης Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων" (ΦΕΚ Α΄ 311/30.10.1923), "η Ελλάς υποχρεούται να αναγνωρίση και διατηρήση τα εκ παραδόσεως δικαιώματα και τας ελευθερίας ων απολαύουσι αι μη ελληνικαί μοναστηριακαί κοινότητες του Αγίου Όρους κατά τας διατάξεις του άρθρου 62 της Βερολινείου Συνθήκης της 13 Ιουλίου 1878". Οι τελευταίες προέβλεπαν γενικότερα ότι η Υψηλή Πύλη αναλάμβανε να διατηρήσει την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας μεταξύ των υπηκόων της και ειδικότερα —για πρώτη φορά διεθνώς— ότι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, διατηρούσαν τις πρότερες κτήσεις και πλεονεκτήματά τους και απολάμβαναν, χωρίς καμία εξαίρεση, πλήρη ισότητα δικαιωμάτων και προνομίων.

3. Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Το έδαφος το Αγίου Όρους —ως υπαγόμενο στην κυριαρχία του Ελληνικού κράτους— αποτελεί έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο ισχύει και εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης. Παρόλα αυτά έχουν προβλεφθεί αποκλίσεις σε σχέση με την εφαρμογή του στην περιοχή ήδη από την προσχώρηση της Ελλάδας στιςΕυρωπαϊκές Κοινότητες.
  • Κατά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Συνδιάσκεψης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ελλάδας εν όψει της υπογραφής της Συνθήκης προσχώρησης της τελευταίας στις πρώτες στις 28 Μαΐου 1979 στην Αθήνα, τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υιοθέτησαν κοινή δήλωση περί του Αγίου Όρους, η οποία προσαρτήθηκε στην εν λόγω Τελική Πράξη. Η κοινή δήλωση έχει ως εξής:
«Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς το οποίο έχει παραχωρηθεί στο Άγιο Όρος, όπως τούτο είναι εγγυημένο από το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος, δικαιολογείται αποκλειστικά για λόγους πνευματικούς και θρησκευτικούς, η Κοινότης θα μεριμνήσει ώστε να ληφθούν υπ' όψη οι λόγοι αυτοί κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά τις τελωνειακές και φορολογικές απαλλαγές καθώς και το δικαίωμα εγκαταστάσεως.»
  • Επιπλέον, κατά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Διακυβερνητικής Διάσκεψης που υιοθέτησε τη Συνθήκη του Άμστερνταμ στις 2 Οκτωβρίου 1997, υιοθετήθηκε δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπει ότι "η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο καθεστώς των εκκλησιών και των θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων στα κράτη μέλη". Η Ελλάδα με τη σειρά της διατύπωσε την εξής δήλωση, την οποία και έλαβε υπ' όψη της η Διάσκεψη:
"Σχετικά με τη δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η Ελλάδα υπενθυμίζει την κοινή δήλωση για το Άγιο Όρος που έχει προσαρτηθεί στην τελική πράξη της συνθήκης προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες."
  • Τέλος, κατά την υπογραφή της Συμφωνίας προσχώρησης της Ελλάδας στη ζώνη της Συμφωνίας του Σένγκεν (Συμφωνία του 1985 και Σύμβαση του 1990) στις 6 Νοεμβρίου 1992 στη Μαδρίτη, υιοθετήθηκε κοινή δήλωση σχετική με το Άγιον Όρος, η οποία έχει ως εξής:
"Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους, όπως το εγγυάται το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος και ο Χάρτης του Αγίου Όρους, δικαιολογείται αποκλειστικά για πνευματικούς και θρησκευτικούς λόγους, τα συμβαλλόμενα μέρη θα φροντίσουν να λάβουν τούτο υπόψη τους κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων της Συμφωνίας του 1985 και της Συμβάσεως του 1990."

Μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ την 1 Μαΐου 1999 και την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εν λόγω δήλωση λειτουργεί πλέον σε επίπεδο δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στο έδαφός της.

Παράλληλα το έδαφος του Αγίου Όρους αποτελεί τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, στο οποίο ισχύει και εφαρμόζεται ο Ενωσιακός (τέως Κοινοτικός) Τελωνειακός Κώδικας. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, αυτή η Οδηγία δεν εφαρμόζεται στο Άγιον Όρος λόγω του ιδιαίτερου φορολογικού καθεστώτος που ισχύει για αυτό. Σήμερα σε λειτουργία βρίσκεται μόνο το Τελωνείο (Α΄ τάξης) Δάφνης, καθώς το Τελωνείο (Β΄ τάξης) Όρμου Μονής Βατοπεδίου και τα Τοπικά Τελωνειακά Γραφεία Όρμου Μονής Ιβήρων και Όρμου Μονής Ζωγράφου τελούν σε αναστολή λειτουργίας.

4. Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους
Παράλληλα προς το Σύνταγμα, ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους (Κ.Χ.Α.Ο.) της 10ης Μαΐου 1924 καθορίζει με λεπτομερή τρόπο τα αγιορειτικά καθεστώτα και τον τρόπο της λειτουργίας τους. Ο Χάρτης συντάχθηκε από πενταμελή επιτροπή της Διπλής Έκτακτης Σύναξης, εγκρίθηκε από την τελευταία (απόντων, μεταξύ άλλων, των αντιπροσώπων της ρωσικής Ιεράς Μονής Αγίου Παντελεήμονος) και επικυρώθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Νομοθετικό Διάταγμα (άρθρο 1) της 10ης Σεπτεμβρίου 1926 "περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους" (ΦΕΚ Α΄ 309/16.9.1926). Ο ίδιος ο Κ.Χ.Α.Ο. θέλοντας να αποδείξει την ιστορική συνέχεια του καθεστώτος της μοναστικής πολιτείας, στο ακροτελεύτιο άρθρο του 188, τονίζει ότι αυτός απορρέει «εκ των αυτοκρατορικών Χρυσοβούλων τε και Τυπικών, Πατριαρχικών Σιγγιλίων, Σουλτανικών Φιρμανίων, ισχυόντων Γενικών Κανονισμών και αρχαιοτάτων Μοναχικών Θεσμών και Καθεστώτων».

α) Τελωνειακά και φορολογικά πλεονεκτήματα
Κατ' επιταγήν του Συντάγματος, ο Κ.Χ.Α.Ο. (άρθρο 167), όπως συμπληρώθηκε από το κυρωτικό του Ν.Δ. (άρθρο 2), προβλέπει ορισμένες τελωνειακές και φορολογικές απαλλαγές για το Άγιο Όρος. Συγκεκριμένα:

Ως προς τα τελωνειακά, 
  • απαλλάσσονται από κάθε δασμό οποιαδήποτε είδη εισάγονται στο Άγιο Όρος για τις μονές και τα υπόλοιπα ιδρύματά τους (σκήτες, κελιά κλπ) αξίας μέχρι χιλίων μεταλλικών δραχμών για κάθε μοναχό ετησίως. Από τις 17 Ιανουαρίου 2006 η αξία της μεταλλικής δραχμής για τον εν λόγω υπολογισμό έχει αναπροσαρμοστεί στα €2,50.
Ως προς τα φορολογικά,
  • τα προϊόντα που παράγονται στο Άγιο Όρος απαλλάσσονται από κάθε άμεσο φόρο εισοδήματος,
  • η μεταβίβαση και τα έσοδα κάθε περιουσίας που βρίσκεται στο Άγιο Όρος απαλλάσσονται από κάθε φόρο, εξαιρουμένων όσον ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα,
  • οι μοναχοί που εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος απαλλάσσονται από τους φόρους κατανάλωσης για τα προϊόντα τους που παράγουν και καταναλώνουν στην περιοχή και
  • όλες οι συμβάσεις που αφορούν παραχώρηση δικαιωμάτων επί ακινήτων που βρίσκονται στο Άγιο Όρος, εφόσον συντάσσονται από τις αρμόδιες μοναστηριακές αρχές ή την Ιερά Κοινότητα, απαλλάσσονται από τα τέλη χαρτοσήμου.
Επιπλέον η αλιεία στο Άγιο Όρος για τη συντήρηση των μοναχών του είναι ελεύθερη και απαλλαγμένη κάθε φορολογίας (άρθρο 170 Κ.Χ.Α.Ο.).

β) Στράτευση
Σύμφωνα με το άρθρο 93 του Κ.Χ.Α.Ο. "δια να καρή τις μοναχός δέον να υποστή δοκιμασίαν ενός μέχρι τριών ετών και να έχη συμπεπληρωμένον το 18ον έτος της ηλικίας αυτού. Ο ούτω καρείς μοναχός εις ουδεμίαν στρατιωτικήν θητείαν υπόκειται". Το άρθρο 38 του κυρωτικού Ν.Δ. της 10ης Σεπτεμβρίου 1926 επαναλαμβάνει ότι "οι μοναχοί του Αγίου Όρους απαλλάσσονται της στρατιωτικής υπηρεσίας".

Σε συνέχεια των ανωτέρω προβλέψεων και ύστερα από Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους το 2008, που έγινε δεκτή από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, εκδόθηκε απόφαση που δίνει τη δυνατότητα και στους δόκιμους μοναχούς του Αγίου Όρους να απαλλαγούν της στρατιωτικής τους υποχρέωσης, εφόσον το επιθυμούν. Σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση στράτευσης αναβιώνει αν, πριν τη συμπλήρωση του 45ου έτους της ηλικίας του, ο μοναχός ή δόκιμος "αποχωρήσει της Ιεράς Μετανοίας", εγκαταλείψει δηλαδή οριστικά το Άγιο Όρος. Προς το σκοπό αυτό, οι Στρατολογικές Υπηρεσίες ανά διετία και κατά το δίμηνο Νοεμβρίου−Δεκεμβρίου οφείλουν να εξακριβώνουν μέσω των οικείων Μονών του Αγίου Όρους αν εξακολουθούν να μονάζουν όσοι έχουν τύχει απαλλαγής.

Τέλος, με το Ν. 3883/2010 (άρθρο 77 §2) τροποποιήθηκε και ρητά ο στρατολογικός νόμος 3421/2005, δίνοντας τη δυνατότητα αποκλειστικά σε μοναχούς και δόκιμους μοναχούς του Αγίου Όρους να απαλλάσσονται από την υποχρέωση στράτευσης.

γ) Διαμονητήριο
Διαμονητήριο του 1978
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Σύμφωνα με το άρθρο 176 του Κ.Χ.Α.Ο. "πας εισερχόμενος εν Αγίω Όρει, πλην των περιοίκων προσκυνητών, οφείλει να εμφανισθή τη Ιερά Επιστασία, όπως λάβη την άδειαν της επισκέψεως των μονών και εξαρτημάτων καθ' όλου". Πρόκειται για την υποχρέωση εφοδιασμού οποιουδήποτε επιθυμεί να επισκεφθεί το Άγιο Όρος με την ειδική άδεια εισόδου, διαμονής και επισκέψεως, γνωστή ως διαμονητήριο, από τα γραφεία προσκυνητών της Ιεράς Επιστασίας στη Θεσσαλονίκη και την Ουρανούπολη Χαλκιδικής. Η αξία του ειδικού ενσήμου, το οποίο οφείλει να είναι επικολλημένο επί του διαμονητηρίου, προκειμένου αυτό να έχει ισχύ, είναι σήμερα €25,00 για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, €35,00 για τους ετερόδοξους Χριστιανούς και τους αλλόθρησκους και €10,00 για ειδικές κατηγορίες (όπως φοιτητές και οπλίτες).







Επιγραφή
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
δ) Άβατο
Σύμφωνα με το άρθρο 186 του Κ.Χ.Α.Ο. "η εις την χερσόνησον του Αγίου Όρους είσοδος των θηλέων κατά τα ανέκαθεν κρατούντα απαγορεύεται". Η απαγόρευση αυτή κυρώνεται και ποινικά με τη διάταξη του άρθρου 43β του Ν.Δ. της 10ης Σεπτεμβρίου 1926 "περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους", το οποίο προστέθηκε με το Ν.Δ. 2623/1953 (ΦΕΚ Α΄ 268/28.9.1953) και προβλέπει ότι "η παράβασις του άρθρου 186 του Καταστατικού Χάρτου επισύρει την ποινήν φυλακίσεως δύο μηνών μέχρις ενός έτους". Ο περιορισμός αυτός έχει την πνευματική του βάση στην παρθενία των μοναχών και την αφιέρωση του Όρους στη Θεοτόκο. Ονομάζεται άβατον και ισχύει από την αρχή της σύστασης της ιδιόρρυθμης πολιτείας, αν και κατά το παρελθόν σε στιγμές ανάγκης έχει καμφθεί.

Το Διοικητήριο στις Καρυές
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
5. Διοίκηση του Αγίου Όρους
Η πολιτική διοίκηση του Αγίου Όρους ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. Α στ. 26 του Οργανισμού του (άρθρο πρώτο Ν. 3566/2007), και ασκείται μέσω της Διοίκησης του Αγίου Όρους, η οποία αποτελεί αυτοτελή δημόσια αρχή και οργανώνεται με το Π.Δ. 227/1998 (ΦΕΚ Α΄ 176/28.7.1998). Στη Διοίκηση του Αγίου Όρους ανήκουν η από διοικητικής πλευράς εποπτεία ως προς την ακριβή τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων και η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, η Διοίκηση του Αγίου Όρους απαρτίζεται από το Διοικητή του Αγίου Όρους (ο οποίος έχει βαθμό και αποδοχές Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης), τον Αναπληρωτή Διοικητή και το λοιπό προσωπικό της, μόνιμο ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και εδρεύει στις Καρυές. Γραφεία της έχουν συσταθεί στη Θεσσαλονίκη και την Ουρανούπολη Χαλκιδικής. Από τις 26 Απριλίου 2010 Διοικητής του Αγίου Όρους είναι ο —μέχρι τότε Αναπληρωτής Διοικητής— Αρίστος Κασμίρογλου, ενώ η θέση του Αναπληρωτή Διοικητή παραμένει κενή.

Η Ελληνορθόδοξη Σημαία
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
6. Ιερά Κοινότητα
Το αυτοδιοίκητο του Αγίου Όρους έγκειται στο ότι η διοίκησή του ασκείται μέσω των αντιπροσώπων των είκοσι Ιερών Μονών του, οι οποίοι αποτελούν την Ιερά Κοινότητα. Οι αντιπρόσωποι εκλέγονται στην αρχή κάθε έτους από τις οικείες μονές σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς τους, "προτιμωμένων πάντοτε των κεκτημένων εκκλησιαστικήν μόρφωσιν και εγκύκλιον παιδείαν". Οι διοικητικές αρμοδιότητές της εκτείνονται σε οτιδήποτε δεν έχει απονεμηθεί στην εξουσία άλλου οργάνου του Αγίου Όρους, διαθέτει δηλαδή τεκμήριο αρμοδιότητας. Επίσης διαθέτει και δικαστικές εξουσίες (βλ. κατωτέρω περί Δικαιοσύνης).

Η Ιερά Κοινότητα εδρεύει στις Καρυές και οι είκοσι αντιπρόσωποι των μονών παραμένουν μονίμως εκεί καθόλη τη διάρκεια του έτους για το οποίο εξελέγησαν, υποχρεούμενοι να προσέρχονται τακτικώς και ανελλιπώς στις συνεδρίες της. Οι εργασίες της Ιεράς Κοινότητας λαμβάνουν χώρα πάντοτε ενώπιον του Πρωτεπιστάτη, ο οποίος διευθύνει τις συζητήσεις της.

Όσον αφορά την επίσημη γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των μοναστικών κοινοτήτων με την Ιερά Κοινότητα και παρά την εγκαταβίωση και Ρώσων, Σέρβων, Βουλγάρων και Ρουμάνων μοναχών στο Άγιο Όρος, όλα τα έγγραφα της Ιεράς Κοινότητας, των Ιερών Μονών και των εξαρτημάτων τους πρέπει να συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα (άρθρο 26 Κ.Χ.Α.Ο.).

7. Ιερά Επιστασία
Οι είκοσι Ιερές Μονές διαιρούνται σε πέντε τετράδες, καθεμιά από τις οποίες ασκεί ανά πενταετία για ένα έτος (από 1 Ιουνίου έως 31 Μαΐου του επομένου) την Ιερά Επιστασία. Οι μονές κάθε τετράδας αποστέλλουν κατ' έτος από ένα πρόσωπο με τα προσόντα που καθορίζονται και για τους αντιπροσώπους των μονών στην Ιερά Κοινότητα. Οι τετράδες είναι οι εξής:
Α΄ ΤετράδαΒ΄ ΤετράδαΓ΄ ΤετράδαΔ΄ ΤετράδαΕ΄ Τετράδα
Μεγίστης ΛαύραςΒατοπεδίουΙβήρωνΧιλανδαρίουΔιονυσίου
ΔοχειαρίουΚουτλουμουσίουΠαντοκράτοροςΞηροποτάμουΖωγράφου
ΞενοφώντοςΚαρακάλλουΦιλοθέουΑγίου ΠαύλουΑγίου Παντελεήμονος
ΕσφιγμένουΣταυρονικήταΣίμωνος ΠέτραςΓρηγορίουΚωνσταμονίτου
Ο πρώτος τη τάξει κάθε τετράδας ονομάζεται Πρωτεπιστάτης, είναι ο πρόεδρος της Ιεράς Επιστασίας —χωρίς η ψήφος του να κατισχύει σε περίπτωση ισοψηφίας, οπότε και αποφασίζει η Ιερά Κοινότητα— και κρατεί «την του Πρώτου ράβδον». Δεν αποκλείεται ο αντιπρόσωπος της μονής στην Ιερά Κοινότητα να εκτελεί ταυτόχρονα και τα καθήκοντα του Επιστάτη, με εξαίρεση αυτόν της μονής στην οποία ανήκει ο Πρωτεπιστάτης. Δηλαδή οι αντιπρόσωποι των μονών Μεγίστης Λαύρας, Βατοπεδίου, Ιβήρων, Χιλιανδαρίου και Διονυσίου δεν μπορούν να εκτελούν παράλληλα και τα καθήκοντα του Πρωτεπιστάτη.

Η Ιερά Επιστασία εδρεύει και αυτή στις Καρυές, όπου διαρκώς διαμένουν οι Eπιστάτες. Επιτρέπεται να απουσιάζουν, πλην του Πρωτεπιστάτη, εναλλάξ και κατά την ιεραρχική τάξη, μόνο όταν παρουσιάζεται επιστατικό καθήκον. Την Ιερά Κοινότητα και την Ιερά Επιστασία επικουρούν ο αρχιγραμματεύς και ο υπογραμματεύς.

Η σφραγίδα της Ιεράς Κοινότητας, αποτελούμενη από τέσσερα αποσπώμενα μέρη, καθένα από τα οποία φυλάσσεται από έναν Eπιστάτη, παραδίδεται κάθε έτος στη νέα Ιερά Eπιστασία.

Στις αρμοδιότητες της Ιεράς Επιστασίας ανήκει η διαχείριση του κοινού ταμείου, που ενεργείται με βάση προϋπολογισμό που έχει εγκριθεί από την Ιερά Κοινότητα. Επίσης οφείλει:
  • να διεκπεραιώνει και να σφραγίζει την αλληλογραφία της Ιεράς Κοινότητας,
  • να επιτηρεί την καθαριότητα στις Καρυές και την επισκευή των οδών,
  • να διατηρεί επαρκή φωτισμό,
  • να διενεργεί αστιατρικές επιθεωρήσεις,
  • να διατιμά τα τρόφιμα και
  • να επιβλέπει την ευπρεπή και κόσμια συμπεριφορά,
  1. απαγορεύοντας τις αταξίες, τα τραγούδια, τα παιχνίδια, τα όργανα, γενικότερα τις ακοσμίες, το κάπνισμα, την ιππασία στις κεντρικές οδούς, το άνοιγμα των καταστημάτων κατά τους εσπερινούς και τις ημέρες των Κυριακών και των επίσημων εορτών, την πώληση κρέατος και παρασκευή φαγητού μη νηστίσιμου κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και κατά τις υπόλοιπες νηστείες και
  2. απελαύνοντας μέσω των οργάνων της (σεϊμένιδων και σερδαρών) κάθε μέθυσο, άεργο, άτακτο, ζητώντας, όταν παρίσταται ανάγκη, και τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας που βρίσκεται στις Καρυές.
Γενικότερα η Ιερά Επιστασία εκπροσωπεί την εκτελεστική εξουσία της Ιεράς Κοινότητας και εκπληρώνει συγχρόνως καθήκοντα δημαρχιακά και Ειρηνοδικείου.

8. Έκτακτη Εικοσαμελής Ιερά Σύναξη
Η Έκτακτη Εικοσαμελής Ιερά Σύναξη (άρθρο 43 Κ.Χ.Α.Ο.) αποτελεί το ανώτατο νομοθετικό και δικαστικό σώμα του Αγίου Όρους. Συγκροτείται από τους Ηγουμένους των είκοσι Ιερών Μονών και —παρά τον προσδιορισμό έκτακτη— συνέρχεται αυτοδικαίως δύο φορές κατ' έτος, ύστερα από τυπική πρόσκληση της Ιεράς Κοινότητας, τη 15η ημέρα μετά το Πάσχα και την 20ή Αυγούστου.

Η νομοθετική της αρμοδιότητα έγκειται στην ψήφιση κανονιστικών διατάξεων σύμφωνων προς τον Κ.Χ.Α.Ο., οι οποίες, αφού κοινοποιηθούν στο Διοικητή του Αγίου Όρους, επικυρώνονται από τον Υπουργό Εξωτερικών, πλην αυτών που αφορούν ζητήματα καθαρώς πνευματικής φύσεως, οι οποίες ανακοινώνονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο προς έγκριση. Επίσης καθορίζει την αναλογία κατά την οποία υποχρεωτικά συμμετέχουν οι Ιερές Μονές, οι Σκήτες και τα Κελιά στο κοινό ταμείο της Ιεράς Κοινότητας για τη συντήρηση του Σκευοφυλακείου, του Πρωτάτου, της Αθωνιαδας Σχολής, του κοινού επιτρόπου εκτός Αγίου Όρους, των φυλάκων (σεϊμένιδων και σερδαρών) και τις τακτικές και έκτακτες ανάγκες.

9. Έκτακτη Διπλή Ιερά Σύναξη
Η Έκτακτη Διπλή Ιερά Σύναξη είναι ένα εθιμικά καθιερωμένο όργανο και δεν ανευρίσκεται στα θεμέλια κείμενα του Αγίου Όρους. Το έθιμο αποτυπώθηκε σε εσωτερικό κανονισμό που συντάχθηκε και εγκρίθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1930 από την ίδια αυτή Σύναξη. Ονομάζεται "Διπλή" επειδή συγκροτείται από τα μέλη της Έκτακτη Εικοσαμελούς Ιεράς Σύναξης και τους είκοσι αντιπροσώπους των μονών στην Ιερά Κοινότητα. Συνήθως συγκαλείται ταυτόχρονα με τη Έκτακτη Εικοσαμελή Ιερά Σύναξη και ασχολείται με ζητήματα εξαιρετικής σημασίας, τα οποία δεν επιθυμεί να αναδεχθεί η Ιερά Κοινότητα. Γι’ αυτό ο παραπάνω κανονισμός ονομάζει τη Σύναξη αυτή "Εθνοσυνέλευση του Αγίου Όρους", αν και από την αρμοδιότητα της εξαιρεί τα νομοθετικά και δικαστικά θέματα, για τα οποία ισχύουν όσα προβλέπονται στον Κ.Χ.Α.Ο.

10. Δικαιοσύνη
Η απονομή της δικαιοσύνης στο Άγιο Όρος ρυθμίζεται τόσο από διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο. όσο και από αυτές του κυρωτικού του Ν.Δ., οι οποίες τον συμπληρώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια. Σύμφωνα με το άρθρο 44 του Κ.Χ.Α.Ο. "ο σκοπός των εν Αγίω Όρει δικαστηρίων είναι η εκδίκασις των εκάστοτε αναφυομένων εν Αγίω Όρει οριακών ζητημάτων, η φρούρησις της μοναχικής πειθαρχίας και η τιμωρία των υποπιπτόντων εις παράπτωμα μοναχών εν γένει του Αγίου Όρους". Από το ιδιότυπο αυτό καθεστώς εξαιρούνται, πλην των πταισμάτων, τα κοινά ποινικά αδικήματα, τα οποία εκδικάζονται από τα ποινικά δικαστήρια της Θεσσαλονίκης.

α) Δικαστήρια
Δικαστικά όργανα, με διακριτές αρμοδιότητες το καθένα, αποτελούν:
  • ο Ηγούμενος με τη Γεροντία κάθε Ιεράς Μονής,
  • η Ιερά Κοινότητα και
  • η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία μπορεί να αναθέτει τις δικαστικές της αρμοδιότητες σε δικαστήριο που απαρτίζεται από Εξαρχία τριών Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και τα είκοσι μέλη της Έκτακτης Δισενιαύσιας Σύναξης.
β) Δικαστικές αρμοδιότητες
- Ο Ηγούμενος με τη Γεροντία κάθε Ιεράς Μονής δικάζουν σε πρώτο βαθμό
  • τα εκκλησιαστικά και πειθαρχικά παραπτώματα των μοναχών που ζουν τόσο στις οικείες μονές όσο και στα εξαρτήματά τους, εκτός από αυτά που επισύρουν την ποινή της καθαιρέσεως,
  • τις αστυνομικές και αγορανομικές παραβάσεις και τα πταίσματα που διαπράττονται στην περιφέρεια της οικείας μονής (τα πταίσματα που διαπράττονται στις Καρυές δικάζονται από την Ιερά Επιστασία) και
  • τις οριακές και άλλες διαφορές μεταξύ ορισμένης μονής και εξαρτήματός της ή μεταξύ δύο εξαρτημάτων της οικείας μονής.
- Η Ιερά Κοινότητα δικάζει
  • σε πρώτο βαθμό τις οριακές διαφορές μεταξύ των μονών ή μεταξύ εξαρτημάτων δύο ή περισσοτέρων μονών και
  • σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των Γεροντιών των Ιερών Μονών.
- Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία μπορεί να αναθέτει τις δικαστικές της αρμοδιότητες σε δικαστήριο που απαρτίζεται από Εξαρχία τριών Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και τα είκοσι μέλη της Έκτακτης Δισενιαύσιας Σύναξης, δικάζει
  • τα εκκλησιαστικά αδικήματα που συνεπάγονται την ποινή της καθαιρέσεως και
  • σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων της Ιεράς Κοινότητας.

VI. Μοναστικά ιδρύματα

Τα Μοναστικά ιδρύματα του Αγίου Όρους διακρίνονται σε έξι τάξεις: τις Ιερές Μονές, τις Σκήτες, τα Κελιά, τις Καλύβες, τα Καθίσματα και τα Ησυχαστήρια.

Χάρτης του Άθω
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
1. Ιερές Μονές
Το Άγιο Όρος συνίσταται από είκοσι Ιερές Μονές. Σύμφωνα με την ιεραρχική τάξη οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, καλούμενες και Αθωνικές, οι οποίες είναι αυτοδιοίκητες και διοικούνται σύμφωνα με τον εσωτερικό τους κανονισμό, τον οποίο ψηφίζουν οι ίδιες και εγκρίνει η Ιερά Κοινότητα, είναι οι εξής:
  1. Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας (963)
  2. Ιερά Μονή Βατοπεδίου (972)
  3. Ιερά Μονή Ιβήρων (976)
  4. Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου (1197, Σερβική)
  5. Ιερά Μονή Διονυσίου (1375)
  6. Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου (12ος αιώνας)
  7. Ιερά Μονή Παντοκράτορος (1363)
  8. Ιερά Μονή Ξηροποτάμου (11ος αιώνας)
  9. Ιερά Μονή Ζωγράφου (919, Βουλγαρική)
  10. Ιερά Μονή Δοχειαρίου (11ος αιώνας)
  11. Ιερά Μονή Καρακάλλου (1070)
  12. Ιερά Μονή Φιλοθέου (992)
  13. Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας (1363)
  14. Ιερά Μονή Αγίου Παύλου (11ος αιώνας)
  15. Ιερά Μονή Σταυρονικήτα (1542)
  16. Ιερά Μονή Ξενοφώντος (1070)
  17. Ιερά Μονή Γρηγορίου (14ος αιώνας)
  18. Ιερά Μονή Εσφιγμένου (11ος αιώνας)
  19. Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος (11ος αιώνας, Ρωσική)
  20. Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου (1086)

Όλες οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους αποτελούν θρησκευτικά πνευματικά ιδρύματα και όλες χαρακτηρίζονται ως «Κυρίαρχες», «Βασιλικές», «Πατριαρχικές» και «Σταυροπηγιακές».
  • Κυρίαρχες επειδή διατηρούν ιδιοκτησιακό και οργανωτικό αυτοδιοίκητο του χώρου τους, μη υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών.
  • Βασιλικές επειδή η ίδρυσή τους οφείλεται σε εντολή ή συνδρομή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων ή η ίδρυσή τους επικυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο.
  • Πατριαρχικές ονομάστηκαν αργότερα με την έκδοση πατριαρχικών σχετικών σιγιλλίων, όταν συνδέθηκαν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που ανέλαβε την πνευματική και μόνο εποπτεία τους.
  • Σταυροπηγιακές γιατί κατά την ίδρυσή τους τοποθετήθηκε σε αυτές σταυρός, ο οποίος απεστάλη από το Οικουµενικό Πατριαρχείο.
Οι Αθωνικές Μονές σήμερα είναι όλες κοινόβιες. Παλιότερα ορισμένες ήταν ιδιόρρυθμες.
  • Στις κοινόβιες οι αδελφοί έχουν τα πάντα κοινά και τίποτε ιδιόκτητο. Της Μονής προΐσταται ισόβιος Ηγούμενος, ο Κοινοβιάρχης, έχοντας γύρω του τη Γεροντία και τους Επιτρόπους, εκλεγόμενος δε διά πλειοψηφίας από τη Γεροντία σε μυστική ψηφοφορία, από κατάλογο υποψηφίων, που και αυτός καταρτίζεται από πλειοψηφία από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου (διανυόντων του 6ου από της κουράς των έτους) μοναχών. Για τον Ηγούμενο απαιτούνται ορισμένα πνευματικά και ηθικά προσόντα, δύναται όμως να παυθεί με απόφαση της Γεροντίας και κατόπιν πλειοψηφίας των εχόντων δικαίωμα ψήφου της Αδελφότητας. Αν ο εκλεγείς Ηγούμενος δε φέρει το βαθμό του Αρχιμανδρίτη, χειροτονείται αμέσως μετά την εκλογή.
  • Στις ιδιόρρυθμες Μονές οι μεν μοναχοί ενδιαιτώνται μεμονομένα ο καθένας, τα δε των Μονών αυτών διέπει Επιτροπή και η Σύναξη των Προϊσταμένων.

Κατά ταύτα, των μεν κοινοβίων η Διοίκηση είναι σχεδόν μοναρχική αλλά μετά κοινοκτημοσύνης, των δε ιδιορρύθμων ολιγαρχική αριστοκρατική. Ο αριθμός των είκοσι Μονών, ως ανεγνωρισμένων ανέκαθεν από την Εκκλησία και την Πολιτεία, δεν μπορούν ούτε να αυξηθεί αλλά ούτε και να ελαττωθεί. Από αυτές οι δεκαεπτά είναι ελληνικές, μία σερβική, μία ρωσική και μία βουλγαρική.

2. Ιερές Σκήτες

Οι δώδεκα Ιερές Σκήτες υπάγονται στη δικαιοδοσία ορισμένης Ιεράς Μονής και διακρίνονται σε κοινόβιες και ιδιόρρυθμες.
ΣκήτηΤύποςΙερά ΜονήΕθνικότητα
Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Βογορόδιτσα)κοινόβιαΑγίου Παντελεήμονος (Ρωσικού)ρωσική
Προφήτου ΗλιούκοινόβιαΠαντοκράτοροςελληνική
Τιμίου ΠροδρόμουκοινόβιαΜεγίστης Λαύραςρουμανική
Αγίου ΑνδρέουκοινόβιαΒατοπεδίουελληνική
Αγίας ΆννηςιδιόρρυθμηΜεγίστης Λαύραςελληνική
Αγίας Τριάδος (Καυσοκαλυβίων)ιδιόρρυθμηΜεγίστης Λαύραςελληνική
Αγίου ΔημητρίουιδιόρρυθμηΒατοπεδίουελληνική
Τιμίου ΠροδρόμουιδιόρρυθμηΙβήρωνελληνική
Αγίου ΠαντελεήμονοςιδιόρρυθμηΚουτλουμουσίουελληνική
Θεοτόκου (Νέα Σκήτη)ιδιόρρυθμηΑγίου Παύλουελληνική
Αγίου Δημητρίου (Λάκκου)ιδιόρρυθμηΑγίου Παύλουρουμανική
Ευαγγελισμού της ΘεοτόκουιδιόρρυθμηΞενοφώντοςελληνική


VII. Πληθυσμιακά στοιχεία

Κατά την απογραφή του πληθυσμού της Ελλάδας το 2001, στο Άγιο Όρος απογράφηκαν 2.262 άτομα, ενώ μόνιμοι κάτοικοι δήλωσαν οι 1.961. Παρατίθενται σε παρένθεση ο μόνιμος και ο πραγματικός πληθυσμός, όπως καταγράφονται στα αρχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής:

Η χερσόνησος του Άθω όπως φαίνεται 
από την κορυφή του Αγίου Όρους προς 
βορειοδυτικά
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Άγιον Όρος (1.961 - 2.262)
  • αι Καρυαί (241 - 233)
  • η Βίγλα - ο Άγιος Νείλος (12 - 12)
  • τα Βουλευτήρια (11 - 11)
  • η Δάφνη (33 - 38)
  • τα Καρούλια (4 - 4)
  • τα Κατουνάκια (36 - 36)
  • η Καψάλα (19 - 19)
  • η Κερασιά - ο Άγιος Βασίλειος (27 - 27)
  • το Μετόχιον Χουρμίτσης (10 - 12)
  • η Μονή Αγίου Διονυσίου (48 - 71)
  • η Μονή Αγίου Παντελεήμονος (67 - 88)
  • η Μονή Αγίου Παύλου (75 - 112)
  • η Μονή Βατοπεδίου (151 - 163)
  • η Μονή Δοχειαρίου (1 - 3)
  • η Μονή Εσφιγμένου (90 - 121)
  • η Μονή Ζωγράφου (23 - 48)
  • η Μονή Ιβήρων (62 - 71)
  • η Μονή Καρακάλλου (46 - 60)
  • η Μονή Κουτλουμουσίου (70 - 86)
  • η Μονή Κωνσταμονίτου (38 - 44)
  • η Μονή Μεγίστης Λαύρας (61 - 64)
  • η Μονή Ξενοφώντος (102 - 123)
  • η Μονή Ξηροποτάμου (25 - 25)
  • η Μονή Οσίου Γρηγορίου (88 - 107)
  • η Μονή Παντοκράτορος (26 - 25)
  • η Μονή Σίμωνος Πέτρας (79 - 94)
  • η Μονή Σταυρονικήτα (42 - 42)
  • η Μονή Φιλοθέου (56 - 57)
  • η Μονή Χιλιανδαρίου (62 - 92)
  • η Νέα Σκήτη (44 - 48)
  • η Προβάτα-Μορφονού (29 - 29)
  • η Σκήτη Αγίας Άννης (87 - 94)
  • η Σκήτη Αγίας Τριάδος (40 - 40)
  • η Σκήτη Αγίου Ανδρέου Βατοπεδίου (87 - 89)
  • η Σκήτη Αγίου Δημητρίου Βατοπεδίου (16 - 16)
  • η Σκήτη Αγίου Δημητρίου (9 - 9)
  • η Σκήτη Αγίου Παντελεήμονος (12 - 16)
  • η Σκήτη Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (9 - 10)
  • η Σκήτη Θεοτόκου (1 - 1)
  • η Σκήτη Προφήτου Ηλιού (0 - 0)
  • η Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Ιβήρων (7 - 7)
  • η Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Μεγίστης Λαύρας (15 - 15)

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ: Μονή Δαφνίου, Οδοιπορικό στο Mνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Η αρπαγή των ιωνικών κιονοκράνων από τον Έλγιν - Τα βυζαντινά ψηφιδωτά της Μονής (ΦΩΤΟ)


Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα υπάρχοντα αρχαιολογικά δεδομένα, η εξοχική περιοχή του Χαϊδαρίου ήταν σχετικά έρημη στα βυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια, δηλαδή κατά τη μακρόχρονη περίοδο από τον 4ο μέχρι και τον 18ο αιώνα. Τα δυτικά όρια της πόλης των Αθηνών βρίσκονταν στην περιοχή του Θησείου και του Κεραμεικού. Από εκεί και πέρα απλώνονταν τα δυτικά προάστια της πόλης, όπου υπήρχαν και καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης, αγροκτήματα και ελάχιστες κατοικίες. Όλα αυτά διασχίζονταν από την αρχαία Ιερά Οδό, που εξακολουθούσε να παραμένει η βασική οδική αρτηρία που οδηγούσε τους Αθηναίους στην Ελευσίνα, αλλά και τους δρόμους προς την Πελο-πόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τη θεσσαλία. Η ημιορεινή περιοχή του Χαϊδαρίου ήταν καλυμμένη με πυκνά δάση. Μοναδική, αλλά ιδιαιτέρως εξέχουσα εξαίρεση αποτέλεσε η περίφημη μονή Δαφνίου, χτισμένη στη θέση του ναού του Δαφναίου Απόλλωνος. To Δαφνί υπήρξε μία από τα πιο φημισμένες μονές του ελλαδικού χώρου και σημαντικός πόλος έλξης μοναχών και προσκυνητών από τον 11ο μέχρι και τον 16ο αιώνα. Τόσο η εντυπωσιακή αρχιτεκτονική, όσο και η λαμπρή ψηφιδωτή διακόσμηση του ναού της μονής Δαφνίου, την καθιστούν ένα από τα πλέον εξαιρετικά μνημεία της βυζαντινής τέχνης.
Στην παρούσα ενότητα θα εξεταστεί η μακραίωνη ιστορία του μοναστηριού από την ίδρυσή του μέχρι τις μέρες μας. Επίσης θα παρουσιαστεί η ψηφιδωτή διακόσμηση των κτηρίων, ενώ η αρχιτεκτονική της μονής θα συζητηθεί σε σχέση με την καθημερινή ζωή και τις συνήθειες των μοναχών. Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στις εργασίες στερέωσης, συντήρησης και ανάδειξης, που πραγματοποιούνται στο Δαφνί από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα.

Η προέλευση της ονομασίας της μονής Δαφνίου 
Η προέλευση της ονομασίας της μονής έχει συνδεθεί από τους περισσότερους ερευνητές με το αρχαίο ιερό του Δαφναίου ή Δαφνηφόρου Απόλλωνα, στη θέση του οποίου έχει χτιστεί το μοναστήρι. Κάποιοι άλλοι την αποδίδουν στις δάφνες που προφανώς αφθονούσαν στην περιοχή και ενδεχομένως συνδέονται και με την ίδρυση του αρχαίου ιερού. Οι περιηγητές Jacques Spon (1647-1685) και Sir George Wheler (1650-1723) και ο Jean Alexandre Buchon (1791-1846) που επισκέφτηκαν το μοναστήρι κατά τα έτη 1676 και 1840 αντίστοιχα, μας βεβαιώνουν για την ύπαρξη δαφνών στον περιβάλλοντα χώρο. Μετά, όμως, τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες συστηματικές μελέτες του μνημείου, οι δάφνες είχαν αρχίσει να σπανίζουν. Η ονομασία της μονής Δαφνίου έχει συσχετιστεί και με την Παναγία της Δάφνης στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με την παράδοση που διηγήθηκε η ηλικιωμένη μοναχή Μάρθα γύρω στο 1870 στον Γεώργιο Λαμπάκη (1854-1912), η ονομασία καθώς και η ίδρυση του Δαφνίου σχετίζονται με τη βασιλοπούλα Δάφνη.

Όπως θρυλείται, η Δάφνη ναυάγησε στη θάλασσα του Σκαραμαγκά, αλλά διασώθηκε μαζί με δώδεκα βαρέλια γεμάτα φλουριά. Προκειμένου να ευχαριστήσει την Παναγία που την έσωσε, έχτισε το μοναστήρι και έθαψε τα φλουριά που περίσσεψαν σε επτά πιθάρια στον περίβολο της μονής. 
Ο Δημήτριος Καμπούρογλου αναφέρει και άλλες παραδόσεις σχετικά με την ίδρυση της μονής Δαφνίου. Όλες κινούνται στον χώρο του παραμυθιού, καθώς πρωταγωνιστές τους είναι όμορφες πριγκιποπούλες και ρωμαλέα βασιλόπουλα. Ο συσχετισμός του μοναστηριού με βασιλικούς γόνους προφανώς προέκυψε από τη λαϊκή πεποίθηση ότι ήταν ίδρυμα Βυζαντινού αυτοκράτορα. Η πεποίθηση αυτή πήγαζε από τη μνημειακή μορφή και τη λαμπρή διακόσμηση των αρχιτεκτονημάτων της μονής. Χαρακτηριστικός, λοιπόν, είναι και ο συσχετισμός του πασίγνωστου δυτικού θρύλου της βασιλοπούλας Μαργαρώνας (Maquelone) και του ευγενούς Ιμπέριου, που ανάγεται στον 12ο αιώνα, με το Δαφνί.

Η ίδρυση της μονής Δαφνίου 
Η χρονολογία ίδρυσης της μονής Δαφνίου αποτελεί ένα σημαντικό αρχαιολογικό ζήτημα, καθώς δεν έχει βρεθεί καμία επιγραφή που θα επέτρεπε τον ασφαλή καθορισμό της. Οι ανασκαφείς του μνημείου, όπως επίσης και οι περισσότεροι ερευνητές, ανάγουν την ίδρυση του μοναστηριού στον 6ο αιώνα, δηλαδή στα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Επιπλέον, πιστεύουν ότι θα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της συστηματικής εξάπλωσης της χριστιανικής λατρείας στην πόλη των Αθηνών και στα περίχωρά της κατά την περίοδο αυτή. 

Είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του 5ου και του 6ου αιώνα στην Αθήνα χτίστηκαν πολλές εκκλησίες, ενώ πολλοί ειδωλολατρικοί ναοί μετατράπηκαν σε χριστιανικούς. Η δραστηριότητα αυτή ήταν συνέπεια της σταδιακής επικράτησης του χριστιανισμού μετά την ανακήρυξή του σε επίσημη θρησκεία του βυζαντινού κράτους από τον αυτοκράτορα θεοδόσιο Α' (379-395), αλλά κυρίως των αυστηρότατων διαταγμάτων κατά των Εθνικών που εξέδωσε ο θεοδόσιος Β' (408-450). Έτσι, προκειμένου να επέλθει ο εξαγνισμός των αρχαίων ναών και ιερών, επιβλήθηκε η μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιας μετατροπής αποτελούν ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο και ο ναός του Ηφαίστου, που είναι γνωστός και ως «θησείο». Παράλληλα χτίστηκαν πολλοί χριστιανικοί ναοί, τόσο στο κέντρο της Αθήνας και στις γύρω περιοχές όσο και σε διάφορες τοποθεσίες σε ολόκληρη την Αττική (Γλυφάδα, Άλιμος, Ελευσίνα, Παιανία, Πόρτο Γερμενό, Μαρκόπουλο κ.ά.).

Οι χριστιανικοί ναοί ανήκαν στον αρχιτεκτονικό τύπο της βασιλικής. Επρόκειτο, δηλαδή, για επιμήκη ορθογώνια κτήρια με προσανατολισμό Α-Δ. Στην ανατολική, στενή πλευρά βρισκόταν προσαρτημένη η κόγχη του ιερού βήματος. Συχνά το εσωτερικό αυτών των ναών ήταν διαμορφωμένο σε τρία κλίτη (διαδρόμους), που χωρίζονταν από δύο κιονοστοιχίες που έτρεχαν παράλληλα με τον κατά μήκος άξονα του ναού (τρίκλιτες βασιλικές). 

Τέτοιου αρχιτεκτονικού τύπου πιστεύεται πως ήταν και η εκκλησία που είχε χτιστεί στο Δαφνί κατά τον 6ο αιώνα, στη θέση του ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα. To τελευταίο καταστράφηκε κατά την επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου το 395 μ.Χ. Η βασιλική του Δαφνίου θεωρείται ότι αποτελούσε καθολικό μονής, δηλαδή τον κύριο ναό μοναστηριακού συγκροτήματος. Εκτός από τον ναό, η μονή θα περιλάμβανε και διάφορα άλλα οικοδομήματα, όπως κελιά και ξενώνες, τραπεζαρίες, μαγειρεία κ.ά., και περιβαλλόταν από ισχυρό οχυρωματικό τείχος. Η οχύρωση κρίθηκε απολύτως αναγκαία λόγω της θέσης της μονής, που ήταν αφενός αρκετά απομακρυσμένη από την Αθήνα και αφετέρου πάνω σε σημαντικό δρόμο-πέρασμα προς την τελευταία. Στη συνέχεια, η μονή φαίνεται πως παρήκμασε ή καταστράφηκε και ακολούθως εγκαταλείφθηκε. Γενικά, δεν υπάρχουν δεδομένα για τη μακρά περίοδο από τον 7ο μέχρι τον 11ο αιώνα, όταν πραγματοποιήθηκε η συστηματική ανακαίνιση-αναβίωση της μονής Δαφνίου. Αυτή είναι κυρίως εμφανής στην ανέγερση του μνημειώδους ναού σε σταυροειδή οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο, καθώς και στη διακόσμησή του με τα λαμπρά ψηφιδωτά που θα εξετάσουμε αναλυτικά στη συνέχεια. 

Η έλλειψη στοιχείων που αναφέρθηκε παραπάνω αποτελεί μία ακόμη έκφανση της γενικότερης ένδειας σε αρχαιολογικά δεδομένα για την Αθήνα από τον 7ο έως τον 9ο αιώνα. To φαινόμενο αυτό αποδίδεται στις δύσκολες συνθήκες που επικράτησαν κατά την περίοδο αυτή στην πόλη εξαιτίας των επιδρομών από τον Βορρά αλλά και από τη θάλασσα.

Αναθεώρηση της χρονολόγησης της ίδρυσης της μονής Δαφνίου 
Η κοινώς αποδεκτή άποψη για τη χρονολόγηση της μονής Δαφνίου μέσα στον 6ο αιώνα αναθεωρήθηκε σχετικά πρόσφατα από τον καθηγητή Χαράλαμπο Μπούρα, ο οποίος υποστήριξε ότι η ίδρυση της μονής πρέπει να ανέβει χρονολογικά στον 11ο αιώνα. To συμπέρασμα αυτό βασίζεται στην επανεξέταση όλων των ανεσκαμμένων αρχιτεκτονημάτων, η οποία απέδειξε ότι κανένα από αυτά δεν είναι δυνατόν να χρονολογηθεί πριν από τον 11ο αιώνα. Η αναχρονολόγηση της μονής Δαφνίου βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με την απουσία μοναστηριών στην περιοχή νοτίως του Ολύμπου πριν από το τέλος της Εικονομαχίας, δηλαδή τις αρχές του 9ου αιώνα. Η χρονολόγηση στον 6ο αιώνα οφείλεται στους πρώτους συστηματικούς μελετητές του μνημείου, που ερεύνησαν τον χώρο κατά τις δεκαετίες του 1880 και του 1890. Ο Γάλλος αρχαιολόγος Gabriell Millet στην έκθεση που συνέθεσε μετά το πέρας των ερευνών του, ουσιαστικά την πρώτη μονογραφία σχετικά με τη μονή Δαφνίου, υποστήριξε πως είχε ιδρυθεί κατά τον 6ο αιώνα κυρίως βάσει των γλυπτών που ήταν διασκορπισμένα στον χώρο. Πίστεψε πως αυτά κοσμούσαν το καθολικό της μονής του 6ου αιώνα, το οποίο, όπως έχουμε προαναφέρει, θα ήταν μια βασιλική. Στην πρώιμη αυτή περίοδο αποδίδονταν και κάποια μοναστικά κελιά, καθώς και ο οχυρωματικός περίβολος.

Η βασιλική προφανώς κατεδαφίστηκε ολοκληρωτικά προκειμένου να ανεγερθεί ο μνημειώδης σταυροειδής οκταγωνικός ναός του 11ου αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, οι αρχαιολόγοι που έχουν μελετήσει τα διάφορα γλυπτά μέλη που είναι διασκορπισμένα στον χώρο του περιβόλου έχουν καταλήξει πως, αν και υπάρχουν κάποια παλαιοχριστιανικά παραδείγματα, η πλειονότητά τους πρέπει να χρονολογηθεί στη Μέση Βυζαντινή περίοδο (843-1204). Επιπλέον, οι ανασκαφικές προσπάθειες που έχουν γίνει προκειμένου να εντοπιστεί η βασιλική του 6ου αιώνα, έχουν αποβεί εντελώς άκαρπες. Στο σημείο αυτό θα πρέπει, όμως, να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι οι εν λόγω ανασκαφές υπήρξαν περιορισμένες σε έκταση και σε συχνότητα. Η συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας και μελέτης του χώρου είναι επιβεβλημένη, προκειμένου να αποδειχτεί η ορθότητα ή μη των απόψεων του Χαράλαμπου Μπούρα.

Η μονή Δαφνίου κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα 
Τα κτήρια που συναντά ο σημερινός επισκέπτης της μονής Δαφνίου αντικατοπτρίζουν εν πολλοίς την εικόνα που είχε το μνημείο κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, δηλαδή την εποχή της μεγάλης του ακμής. Με βάση τη στυλιστική αποτίμηση της αρχιτεκτονικής και της διακόσμησης, μπορούμε να πούμε ότι η μονή Δαφνίου ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του β' ημίσεως του 11ου αιώνα, κατά πάσα πιθανότητα γύρω στο 1080, με χορηγία δωρητή. Αυτός θα παραμείνει αναγκαστικά άγνωστος, αφού μέχρι τώρα δεν έχει αποκαλυφθεί κάποια κτητορική ή αφιερωματική επιγραφή. Εξαιτίας της έλλειψης πληροφοριών σχετικά με τον δωρητή, η ίδρυση της μονής στο συγκεκριμένο σημείο και τη συγκεκριμένη εποχή δεν είναι εύκολο να ερμηνευτεί. Παρ’ όλα αυτά η απάντηση πρέπει να σχετίζεται με τη στρατηγική θέση του μοναστηριού στο στενό πέρασμα που ελέγχει την πρόσβαση προς την Αθήνα από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Αυτή η υπόθεση ενισχύεται και από την ισχυρότατη οχύρωση που το περιβάλλει. Ο μνημειώδης χαρακτήρας των κτισμάτων και η λαμπρή διακόσμησή τους έχει οδηγήσει τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο δωρητής ήταν κάποιος υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος ή ακόμα και κάποιος αυτοκράτορας.Έτσι εξηγείται και η σαφής κωνσταντινουπολίτικη επίδραση που παρατηρείται τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στην ψηφιδωτή διακόσμηση του καθολικού της μονής. Είναι, μάλιστα, σχεδόν βέβαιο ότι για την ανέγερση του μεγαλοπρεπούς ναού είχαν κληθεί τεχνίτες, κτίστες, γλύπτες και ψηφοθέτες από την Κωνσταντινούπολη.

Πολλοί ερευνητές είχαν συνδέσει το Δαφνί με τον Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο (976-1025), ο οποίος έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για την πανάρχαια πόλη των Αθηνών. Κατά το 1018, μετά τη νικηφόρα του πορεία εναντίον των Βουλγάρων, ο Βασίλειος Β' επισκέφτηκε την Αθήνα για να θαυμάσει τα μνημεία της. Μέσα σε ιδιαίτερα πανηγυρική ατμόσφαιρα ο αυτοκράτορας ανέβηκε στην Ακρόπολη και προσκύνησε τον ναό της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, στον οποίο είχε μετατραπεί ο Παρθενώνας. Βέβαια, η αναλυτική τεχνοτροπική μελέτη της αρχιτεκτονικής και της διακόσμησης του καθολικού έχει οδηγήσει σήμερα τους αρχαιολόγους στο συμπέρασμα ότι ο ναός χτίστηκε στα χρόνια γύρω στο 1080. Έτσι δεν μπορούμε να τον αποδώσουμε σε χορηγία του Βασιλείου Β' αλλά κάποιου από τους διαδόχους του. Ανεξάρτητα από την ταυτότητα του δωρητή, η ίδρυση της μονής Δαφνίου τοποθετείται σε έναν γενικό οικοδομικό οργασμό που παρατηρείται στην πόλη των Αθηνών από τον 10ο μέχρι τα μέσα του 12ου αιώνα. Κατά το διάστημα αυτό χτίστηκαν πολλές νέες εκκλησίες και επισκευάστηκαν οι περισσότερες παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Επιπλέον, κάποιοι αρχαίοι ναοί, μετατράπηκαν σε χριστιανικούς. Έτσι το σύνολο των εκκλησιών που λειτουργούσαν στην Αθήνα γύρω στα μέσα του 12ου αιώνα έχει υπολογιστεί στις σαράντα. Κατά την περίοδο αυτή ιδρύθηκαν, εκτός από το Δαφνί, και άλλα σημαντικά μοναστήρια στα περίχωρα της πόλεως, όπως η μονή Αστέρη-Ταξιάρχες στον Υμηττό (920), η μονή Καισαριανής (11ος αιώνας), η μονή Αγίου Ιωάννου του Κυνηγού των Φιλοσόφων στον Υμηττό (12ος αιώνας) και η μονή Νταού Πεντέλης. Η μορφή της μονής κατά τα βυζαντινά χρόνια περιγράφεται αναλυτικά στις επόμενες ενότητες. To μοναστήρι περιβαλλόταν από ισχυρό τείχος και περιλάμβανε το εντυπωσιακό καθολικό, χτισμένο σε σύνθετο οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο και διακοσμημένο με εξαιρετικής ποιότητας ψηφιδωτά. Επίσης υπήρχαν εκτεταμένα συγκροτήματα κελιών για τους μοναχούς, καθώς και διάφορα βοηθητικά κτήρια, όπως τραπεζαρία και μαγειρείο, λουτρά, βιβλιοθήκη κ.ά., που κάλυπταν τις ποικίλες ανάγκες και δραστηριότητες των μοναχών.

Η μονή Δαφνίου και οι Κιστερκιανοί μοναχοί (1207-1458) 
Κατά τα τέλη του έτους 1204 η Αθήνα καταλήφθηκε από τους σιδηρόφρακτους Φράγκους ιππότες του Βονιφάτιου του Μομφερατικού, οι οποίοι λεηλάτησαν με άγρια μανία τους θησαυρούς που βρήκαν στις εκκλησίες της πόλης και των περιχώρων. Εντυπωσιακό δείγμα της μανίας αυτής βρέθηκε στο καθολικό της μονής Δαφνίου: πρόκειται για δύο λίθινες αιχμές βελών που βρέθηκαν καρφωμένες στο κέντρο περίπου του τρούλου, στο μάτι και την παρειά της μορφής του Παντοκράτορα που τον κοσμούσε. Φαίνεται πως ο παθιασμένος σταυροφόρος που μπήκε στην εκκλησία δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην ιερόσυλη επιθυμία να τοξεύσει εναντίον του αλλόδοξου θεού. Η Αθήνα αλλά και ολόκληρη η Αττική παραχωρήθηκαν ως φέουδο (δουκάτο) από τον Βονιφάτιο στον Βουργουνδό ευπατρίδη Otto de la Roche, που προσαγορεύτηκε Κύριος των Αθηνών (Dominus Athenarum, Sire dAthènes) ή Μέγας Κύρης. Αυτός με τη σειρά του παραχώρησε τη μονή Δαφνίου το 1207 σε τάγμα Κιστερκιανών (Citeaux) μοναχών, προερχόμενο από το βουργουνδιακό αββαείο του Bellevaux. Οι Κιστερκιανοί μοναχοί αποτελούν κλάδο των Βενεδικτίνων, που σχηματίστηκε το 1098 από τον ηγούμενο Robert στη βουργουνδική πόλη Citeaux, προκειμένου να τηρηθούν πιο αυστηρά οι κανόνες και τα διδάγματα του Αγίου Βενέδικτου. Φορούσαν λευκό ράσο ζωσμένο με μαύρη ζώνη για να διακρίνονται από τους υπόλοιπους Βενεδικτίνους, που φορούσαν μαύρα ράσα. Οι Κιστερκιανοί είχαν ιδιαίτερα ενεργό συμμετοχή στις σταυροφορίες. Μάλιστα, ο Otto de la Roche φαίνεται πως παραχώρησε το Δαφνί στο τάγμα από το Bellevaux για να τους ευχαριστήσει για τον αγώνα που έκαναν στο πλευρό των στρατιωτών του. Έτσι, οι ορθόδοξοι μοναχοί αναγκάστηκαν να φύγουν από τη μονή το 1207 και τη θέση τους πήραν οι καθολικοί Κιστερκιανοί, οι οποίοι παρέμειναν στο Δαφνί επί δυόμισι αιώνες. Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμα και όταν το Δουκάτο των Αθηνών πέρασε από τα χέρια των Φράγκων σε αυτά των Καταλανών (1311-1388) και ακολούθως των Φλωρεντινών (1387-1458), οι Βουργουνδοί μοναχοί του Δαφνίου δεν ενοχλήθηκαν καθόλου. Μόνο όταν η πόλη των Αθηνών καταλήφθηκε από τους Τούρκους του Μωάμεθ Β', οι Κιστερκιανοί εκδιώχθηκαν και το μοναστήρι παραχωρήθηκε και πάλι στους ορθόδοξους.
Άποψη της νοτιοδυτικής γωνίας του καθολικού της μονής Δαφνίου και της πτέρυγας των κελιών των μοναχών.
Από διάφορα έγγραφα και τις επιγραφές προκύπτει ότι επί Φραγκοκρατίας το Δαφνί ήταν γνωστό ως μονή Delfino, Dauferins, Dalphino, Dalphineto ή Dalphinet. Οι ονομασίες αυτές θεωρούνται παραφθορά της ελληνικής. Επίσης διαθέτουμε τα ονόματα κάποιων από τους καθολικούς ηγούμενους: Etienne (1237), Jean (1250), Ν. (1263), Jean (1271), Pierre (1283), Jacques (1308), Jean Fondremand (14ος αι.) και Peter Strosberch (1412). Σύμφωνα με έγγραφο που συνέταξε ο ηγούμενος Jacques στις 30 Οκτωβρίου 1308, ο Guy II de la Roche 
«δούξ Αθηνών αποθανών τη 5 Οκτωβρίου 1308, τη επαύριον 6 Οκτωβρίου κατετέθη έν τω τάφω τών εαυτού προγόνων έν τη μονή Dalphinet». 

Φαίνεται, λοιπόν, πως για κάποιο διάστημα το Δαφνί χρησίμευσε ως τόπος ταφής των δουκών της Αθήνας. Πολλοί από τους μελετητές της μονής Δαφνίου θεωρούν ότι το μαυσωλείο των δουκών βρισκόταν σε κρύπτη που εντοπίστηκε κάτω από το δάπεδο του νάρθηκα του καθολικού. Με αυτήν συνδέθηκαν και οι δύο μαρμάρινες λάρνακες που κατά τη διάρκεια του β' ημίσεως του 19ου αιώνα βρίσκονταν τοποθετημένες στον νάρθηκα και θεωρήθηκαν ότι σχετίζονται με τους de la Roche. O συσχετισμός βασίστηκε σε ανάγλυφη παράσταση σε μία από αυτές, που αναγνωρίστηκε ως το οικόσημο της βουργουνδικής οικογένειας. Σήμερα η ταύτιση αυτή θεωρείται λανθασμένη. Επιπλέον, τα αρχαιολογικά δεδομένα που έχουμε στη διάθεση μας είναι εξαιρετικά περιορισμένα και δεν επιτρέπουν την αδιαμφισβήτητη ταύτιση της κρύπτης με τον αναφερόμενο στο έγγραφο του ηγούμενου Jacques ως τόπο ταφής των δουκών των Αθηνών. Αν, όντως, υπήρχε τέτοιο μαυσωλείο στο Δαφνί, ίσως δεν έχει εντοπιστεί ακόμα. Άλλωστε, και τα έγγραφα και οι λοιπές γραπτές πηγές δεν μας επιτρέπουν να είμαστε απόλυτα βέβαιοι παρά μόνο για την ταφή του δούκα Guy II de la Roche στο Δαφνί. Αντίθετα, για τον τόπο ταφής των υπόλοιπων δουκών μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις και εικασίες. Αν και οι Κιστερκιανοί δεν συνήθιζαν να χρησιμοποιούν μοναστήρια κατασκευασμένα από άλλα μοναχικά τάγματα, το τάγμα από το Bellevaux που εγκαταστάθηκε στο Δαφνί έκανε ελάχιστες αλλαγές και προσθήκες στους χώρους. Διατήρησαν το καθολικό όπως ακριβώς το άφησαν οι ορθόδοξοι προκάτοχοί τους. Γύρω στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 14ου αιώνα επισκεύασαν τον εξωνάρθηκα, ο όροφος και η πρόσοψη του οποίου είχαν καταρρεύσει λόγω σεισμών. Επιπλέον, μετέτρεψαν τον όροφο του εξωνάρθηκα σε πολεμικό αμυντήριο επιστεφόμενο από επάλξεις. Η κρύπτη κάτω από τον νάρθηκα του ναού χρησιμοποιήθηκε ως μαυσωλείο, όπως είδαμε παραπάνω. Τέλος, οι Κιστερκιανοί έχτισαν μία ομάδα κελιών στα νότια του καθολικού, τα οποία αργότερα ξαναχτίστηκαν από τους ορθόδοξους.

Η μονή Δαφνίου κατά την Τουρκοκρατία 
Οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αθήνα τον Ιούνιο του 1458, μετά την κατόπιν συνθηκολόγησης παράδοση της Ακρόπολης από τον τελευταίο δούκα των Αθηνών, τον Francesco II Acciajuoli, στον διοικητή της θεσσαλίας Ομάρ. Στη μακραίωνη ιστορία της πόλης των Αθηνών, αυτή η κατάληψη από τους Τούρκους αποτελεί τη μοναδική περίπτωση «ειρηνικής» κατάκτησής της χωρίς καταστροφή. Ο Μωάμεθ Β' επισκέφτηκε την πόλη γύρω στα τέλη του Αυγούστου της ίδιας χρονιάς, προκειμένου να την επιθεωρήσει αλλά και να θαυμάσει τα περίφημα αρχαία μνημεία που την κοσμούσαν. Η εντύπωση που του προκάλεσαν τα τελευταία, ιδίως η Ακρόπολη, ήταν τεράστια. Μάλιστα, σύγχρονοι χρονογράφοι αποδίδουν σε αυτήν την επιείκεια με την οποία αντιμετώπισε τους Αθηναίους, παραχωρώντας τους ποικίλα προνόμια, όπως την ελευθερία της λατρείας και τη σχετική αυτοδιοίκηση. Έτσι, σταδιακά η πόλη αναπτύχθηκε και πάλι, μετά την εξαθλίωση στην οποία είχε περιπέσει κατά τη Φραγκοκρατία.
Η μονή Δαφνίου από τα νοτιοανατολικά, επιχρωματισμένη λιθογραφία του Théodore du Monoel (1843).
Στο πλαίσιο των παραπάνω εξελίξεων η μονή Δαφνίου αποδόθηκε σε ορθόδοξους μοναχούς, οι οποίοι επισκεύασαν διάφορα τμήματα της μονής, κυρίως τα κελιά. Για πολλά χρόνια οι ορθόδοξοι μοναχοί στο Δαφνί θα «έζων ησύχως εργαζόμενοι, τρεφόμενοι καταλλήλως, αγαθοεργούντες ενίοτε, κλειόμενοι ενωρίς είς τά κελλία των φόβω τών κακοποιών -και ιδίως τών Αφρικανών κουρσάρων της Σαλαμίνος, είς τους βράχους τής οποίας ενεφώλευον- δροσιζόμενοι με τά νάματα του μοναδικού φρέατος, ή καλλονή του οποίου ενέπνευσε και την λαϊκην Μούσαν, και δοξολογούντες τόν Ύψιστον επί τούτοις».

Φαίνεται, όμως, πως οι πειρατικές και ληστρικές επιδρομές κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα ήταν τόσο συχνές, ώστε πολλοί μοναχοί εγκατέλειψαν το Δαφνί. Ο Γάλλος γιατρός και αρχαιολόγος Jacques Spon, που επισκέφτηκε το μοναστήρι παρέα με τον Άγγλο Sir George Wheler στις 15 Φεβρουαρίου 1676, αναφέρει ότι ο χώρος ήταν σχεδόν έρημος και μετά βίας κατόρθωσε να «ξετρυπώσει» δύο καλόγερους. Αυτοί πληροφόρησαν τους επισκέπτες ότι λόγω της ανασφάλειας που προκαλούσαν οι επιδρομές, οι υπόλοιποι μοναχοί του Δαφνίου είχαν συγκεντρωθεί σε κάποιο άλλο μοναστήρι σε κοντινό βουνό. Ο Καμπούρογλου εικάζει ότι επρόκειτο είτε για τη μονή Κλειστών στην Πάρνηθα είτε για αυτή του Οσίου Μελετίου στον Κιθαιρώνα, που συνδέονταν με το Δαφνί.

Ανάλογη είναι και η μαρτυρία του Άγγλου περιηγητή Richard Chandler (1738-1810), που πέρασε από το Δαφνί κατά το 1765, δηλαδή ογδόντα εννέα χρόνια μετά τους Spon και Wheler. 
«To μοναστήρι του Δαφνίου είναι ένα άθλιο και βαρβαρικό οικοδόμημα, περιφραγμένο από υψηλό τείχος. Μπροστά στην πύλη υπάρχει πηγάδι με νερό εξαιρετικής ποιότητας. Η εκκλησία, που φημίζεται ως η αρχαιότερη στην Αθήνα, είναι μεγάλη και ψηλή. To εσωτερικό του θόλου είναι κοσμημένο με μία μωσαϊκή παράσταση του Χριστού, σε μεγάλο βαθμό φθαρμένη. Σε ένα από τα παρεκκλήσια βρίσκεται μία μαρμάρινη σαρκοφάγος. Οι Τούρκοι είναι συχνοί αλλά ανεπιθύμητοι επισκέπτες όταν πηγαίνουν ή έρχονται από τον Μωριά Στο παρελθόν οι κουρσάροι το λυμαίνονταν από τη θάλασσα και ήταν σχεδόν ερημωμένο. Βρήκα εκείένα ιερέα με ένα-δύο μοναχούς. Κατά πάσα πιθανότητα το μοναστήρι έχει κτισθείστη θέση του ναού του Απόλλωνα. Μερικοί αρχαίοι κίονες βρίσκονται εντοιχισμένοι σε τοίχο κοντά στην εκκλησία».

Παρά τις παραπάνω μαρτυρίες, είναι δύσκολο να αποδεχτούμε την υπόθεση ότι το μοναστήρι του Δαφνίου ήταν ερημωμένο σε τόσο μεγάλο βαθμό κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα. Από επιγραφές, έγγραφα και άλλες γραπτές πηγές μαθαίνουμε ονόματα διαφόρων ηγουμένων, όπως του Νικηφόρου, του Ανανία (1764), του Παρθενίου (1788 και 1790) και του Αγάπιου (1801 και 1803). Γνωρίζουμε, επίσης, και διαφόρους αρχιερείς που επισκέφτηκαν τη μονή Δαφνίου ή έμειναν σ’ αυτήν για κάποιο διάστημα, όπως ο αρχιεπίσκοπος Αιγίνης, ο επίσκοπος Ωρεών και ο μητροπολίτης Αθηνών Βαρθολομαίος. Σύμφωνα με το χρονικό του Άνθιμου, ο τελευταίος αναγκάστηκε να καταφύγει στη μονή το 1770 υπό την απειλή των Τούρκων: 
«Είς τά 1770, περι τάς αρχάς του έτους, έν ακμή ούσης της μάχης μεταξύ Τούρκων και Μοσκόβων, ήλθεν ο κυρ Βαρθολομαίος από Λεβαδείας είς τό Δαφνί. Οι Τούρκοι εσηκώθησαν έπι ποδών νά τόν θανατώσουν, αν ήθελεν έμβη είς την πολιτείαν». 

Ο Καμπούρογλου αποδίδει την εγκατάλειψη που μαρτυρούν οι Spon, Wheler και Chandler στην τακτική των μοναχών να αποφεύγουν την επαφή με τους επισκέπτες: 
«Οι ευλογημένοι καλόγηροί μας, και οσάκις δεν είναι απεσταλμένοι είς χωράφια, και ιδίως αμπέλους και άλλας εργασίας της Μονής, κρύπτονται φοβούμενοι την δίψαν και ιδίως την πείναν του ευλαβούς επισκέπτου. Και ούτως ο επισκέπτης αυτός, όταν μάλιστα είναι ξένος και δεν επιμείνει ζητών αχρήστους εις αυτόν πληροφορίας, ένα-δύο μοναχούς είναι φυσικόν να συναντά και ένα-δύο νά αναφέρει ώς ύπάρχοντας». 
Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως η μονή ερήμωσε σημαντικά στις αρχές του 19ου αιώνα, καθώς οι πηγές σχετικά με αυτήν σπανίζουν.

Ο λόρδος Elgin στο Δαφνί 
Κατά τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα το μοναστήρι δέχτηκε έναν διαβόητο επισκέπτη, τον λόρδο Thomas Bruce Elgin (1766-1841). Ο Άγγλος περιηγητής και αρχαιολόγος Edward Dodwell (1767-1832), που πέρασε από το Δαφνί το φθινόπωρο του 1805, αναφέρει: 
«Περάσαμε από το μοναστήρι του Δαφνίου, που βρίσκεται πάνω από τα ερείπια ενός αρχαίου ναού, κατά πάσα πιθανότητα αφιερωμένου στον Απόλλωνα. Όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Ελλάδα [δηλαδή κατά το έτος 1801], υπήρχαν εκεί ακόμα μερικοί μικροί ιωνικοί κίονες με τα κιονόκρανά τους. Ένας "βολικός" σεισμός λέγεται ότι κατέστρεψε τον νεότερο τοίχο, όπου οι κίονες είχαν εν μέρει εντοιχιστεί. Ο λόρδος Έλγιν, με αξιέπαινο ενδιαφέρον για την αποφυγή μελλοντικών καταστροφών και παρακινημένος από το γνωστό του πάθος για την απόκτηση ελληνικών αρχαιοτήτων, τους έστειλε στην Αγγλία. Τώρα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο».

Κιονόκρανο και βάση ενός από τους τρεις ιωνικούς
κίονες που μετέφερε ο λόρδος Elgin από το Δαφνί
στη Μεγάλη Βρετανία.  Σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό
Μουσείο (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής
Εταιρείας, 1962-1963, πίν. 10).

Δίλοβο άνοιγμα της νότιας πλευράς του εξωνάρθηκα με τον ιωνικό
κίονα από το ιερό του Δαφναίου Απόλλωνα (Δελτίον της
Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας 1962-1963, πίν. 5, εικ. 2).
Την απόσπαση των ιωνικών κιόνων από τον Elgin αναφέρουν τόσο ο Γάλλος FranQois Pouqueville όσο και ο Γερμανός Ludwig Ross (1806-1859), που επισκέφτηκαν τον χώρο μετά, κατά τις δεκαετίες του 1810 και του 1830 αντιστοίχως. Πράγματι, ο λόρδος Elgin απέσπασε τρεις λεπτούς ιωνικούς κίονες που στήριζαν τα τοξωτά ανοίγματα της πρόσοψης του εξωνάρθηκα του καθολικού της μονής. Μόνο ένας από τους κίονες του εξωνάρθηκα διέφυγε του Elgin και παραμένει μέχρι σήμερα στην αρχική του θέση, στη ΝΔ γωνία του κτίσματος. Οι υπόλοιποι, ακριβώς όπως ανέφερε ο Dodwell, βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Η αρχική θέση των κιόνων αυτών φαίνεται πως ήταν στο ιερό του Δαφναίου Απόλλωνος, τον πανάρχαιο πρόγονο της χριστιανικής μονής του Δαφνιού.

Η μονή Δαφνίου κατά την Επανάσταση του 1821 
Η μονή Δαφνίου συνδέεται με την Επανάσταση του 1821 μέσω παραδόσεων, σύμφωνα με τις οποίες το μοναστήρι κυριεύτηκε από τους Τούρκους παρά τον ισχυρότατο οχυρωματικό του περίβολο. Η άλωση πραγματοποιήθηκε μέσω αβαθούς πηγαδιού που βρισκόταν έξω από τον περίβολο και συνδεόταν υπογείως με άλλα τρία πηγάδια εντός της μονής. To μυστικό αυτό πέρασμα αποκαλύφθηκε στους Τούρκους από τον μοναχό Παΐσιο. Ο Λαμπάκης διηγείται πώς ακριβώς έγινε η προδοσία:
«Λαβών [ο Παΐσιος] κάδον εβύθισεν αυτόν εντός ενός τών φρεάτων της πρώτης αυλής της μονής, αφού ήδη προσέδεσεν ισχυρώς έξωθεν τό σχοινίον του κάδου, συνέθετο δέ μετά τών Τούρκων όπως ουτοί κατέλθωσιν είς τό φρέαρ τό εξω της μονής, είτα δε προχωρούντες υπογείως μεχρισού εύρωσι τόν κάδον, διά του σχοινίου τούτου ανέλθωσιν επί τής αυλής τής μονής, όπερ και εγένετο, και ούτως οι Τούρκοι διά μιάς, εντός τής μονής ευρεθέντες, εγένοντο κύριοι αυτής».

Αμέσως μόλις εισήλθαν οι Τούρκοι στη μονή, την παρέδωσαν στις φλόγες. To ίδιο φαίνεται πως έκαναν και στον προδότη Παΐσιο. Λέγεται, μάλιστα, πως τα απομεινάρια του καρβουνιασμένου πτώματός του σώζονταν πεταμένα σε μια γωνιά της αυλής μέχρι το 1854, όταν κάποιος συνταγματάρχης της αγγλογαλλικής κατοχής φρόντισε για την οριστική απομάκρυνσή τους. 

Αν και η παραπάνω ιστορία ανήκει στη σφαίρα της παράδοσης, η άλωση της μονής από τους Τούρκους θεωρείται γεγονός αδιαμφισβήτητο λόγω του πυκνότατου στρώματος κάπνας που κάλυπτε τα ψηφιδωτά του ναού πριν από τον καθαρισμό τους κατά τη δεκαετία του 1890. Η κάπνα προερχόταν από φωτιά που οι Τούρκοι άναψαν και διατηρούσαν επί τρεις ολόκληρες ημέρες στο εσωτερικό του καθολικού, πιστεύοντας ότι έτσι θα αναλυθεί ο χρυσός των ψηφίδων. 

Η χρονολογική τοποθέτηση του παραπάνω επεισοδίου είναι εξαιρετικά δύσκολη, λόγω της έλλειψης ιστορικά τεκμηριωμένων πληροφοριών. Πάντως, η άλωση του μοναστηριού δεν σχετίζεται με την εισβολή του Κιουταχή στην Αθήνα το 1826, τις σημαντικές μάχες που έλαβαν χώρα στο Χαϊδάρι τον Αύγουστο του 1826 και τη μικρότερη μάχη στο Δαφνί στις 21 Μαρτίου 1827. Ο Καμπούρογλου την τοποθετεί στη διάρκεια της εκστρατείας του Ομέρ Βρυώνη στην Αττική το καλοκαίρι του 1821. Η έκβαση της επιχείρησης υπήρξε αρνητική για τους Τούρκους, που απέσυραν τα στρατεύματά τους με αρκετές απώλειες. Έτσι, οι κατακτητές της μονής Δαφνίου την εγκατέλειψαν έχοντας προκαλέσει σημαντικότατες φθορές. 

Μετά τα γεγονότα αυτά, είναι πιθανόν το ερειπωμένο πλέον μοναστήρι να λειτούργησε ως ορμητήριο κάποιων οπλαρχηγών, μεταξύ των οποίων και ο Ιωάννης Γκούρας (1791-1827), ένας από τους βασικούς υπερασπιστές της Ακρόπολης των Αθηνών κατά τη δεκάμηνη πολιορκία της από τον Κιουταχή, επιστολή του οποίου φαίνεται πως εστάλη από το Δαφνί.

Η μονή Δαφνίου στα μετεπαναστατικά χρόνια 
Μετά την επανάσταση η μονή είχε ερημωθεί πλήρως. Ο τελευταίος ηγούμενος, σύμφωνα με τις πηγές, ήταν ο Αγαθάγγελος, ο οποίος ανέλαβε το αξίωμα κάποια στιγμή μετά το 1815 και το διατήρησε επί περίπου μία δεκαπενταετία. Αν και είχε την εποπτεία της κινητής και ακίνητης περιουσίας της μονής, κατοικούσε αρκετά μακριά από αυτήν, στο κέντρο της Αθήνας. Στο μοναστήρι πιθανότατα διέμενε μόνο κάποιος ηλικιωμένος φύλακας, προκειμένου να φροντίζει στοιχειωδώς την εκκλησία.

Κατά την περίοδο 1838-1839 εγκαταστάθηκαν στον χώρο του Δαφνίου Βαβαροί στρατιώτες, προκειμένου να επιτηρούν το στενό πέρασμα από και προς την Αθήνα. Ο Γάλλος ερευνητής της μεσαιωνικής ιστορίας Jean Alexandre Buchon επισκέφτηκε το μοναστήρι το 1840 και το βρήκε παντελώς έρημο. Την επόμενη χρονιά, στις αρχές της άνοιξης, έφτασε στο μοναστήρι ο περίφημος Δανός συγγραφέας Hans Christian Andersen (1805-1875), ο οποίος μας άφησε μια αρκετά λεπτομερή και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περιγραφή του μοναστηριού: 
«To αγέρι ήταν κρύο και τα σύννεφα έγραφαν μαύρες σκιές στα γυμνά βουνά. Κοντά μας σε μεγάλη έκταση απλώνονταν τα ερείπια του μοναστηριού. Ψηλά τείχη, που στις σχισμάδες τους φύτρωναν θάμνοι και περικοκλάδες, το περιτριγύριζαν. Εκείκοντά είχαν κτίσει δύο ξύλινες παράγκες. Η μία ήταν κάτι σαν καφενείο κι η άλλη πάλι ένα είδος μαγαζιού για τους μοναχικούς ταξιδιώτες. Οι ξύλινες αυτές παράγκες κοντά στα χαλάσματα έβαζαν, θαρρείς, στο τοπίο την τελευταία πινελιά της ελληνικής μελαγχολίας».

Όταν ο Andersen με τους συνοδοιπόρους του, τον Ludwig Ross και τονΈλληνα καθηγητή Φίλιππο Ιωάννου, μπήκε στην αυλή του μοναστηριού, συνάντησε εικόνα ακόμα μεγαλύτερης εγκατάλειψης: 
«Μπήκαμε στην αυλή της μονής. Παντού φύτρωναν ως μία πήχη τσουκνίδες, που έκρυβαν ανάμεσά τους ξέσκεπα, άφραγα πηγάδια. Προχωρούσαμε προσεκτικά βήμα προς βήμα, μη βουλιάξουμε. Έτσι φτάσαμε στο απέναντι τείχος. Από κει μας φάνηκε πως θα ανεβαίναμε ευκολώτερα και σε λίγο φτάσαμε στη μισογκρεμισμένη στέγη της εκκλησίας. Όσο καταστραμμένο ήταν το κτίριο, τόσο πυκνόφυτη βλάστηση το σκέπαζε. To σκέπασμα μιας αρχαίας μαρμάρινης σαρκοφάγου, ανάποδα βαλμένο, ήταν το πρώτο σκαλοπάτι εδώ πάνω. Ένα άλλο πάλι πιο κάτω ήταν από κομμάτια μιας ραβδωτής κολόνας από πορφυρίτη. Ρεζεντά, σαπουνόχορτα, τσουκνίδες φύτρωναν παντού. Οι νυχτερίδες πετούσαν μέρα μεσημέρι πάνω απ' το κεφάλι μας. Εδώ ήταν το σπίτι τους, το βασίλειό τους, ακόμα και τώρα που ο ήλιος έλαμπε στα φτερά τους». 

Τα κελιά των μοναχών στα νότια του καθολικού είχαν μετατραπεί σε στάβλους από τους Βαβαρούς στρατιώτες: 
«Στη μέση του μοναστηριού τα κελιά των καλογήρων έχουν μεταβληθεί σ' ένα μεγάλο στάβλο, όπου οι χωροφύλακες βάζουν τ' άλογά τους- αυτά χλιμιντρίζουν τώρα εκεί όπου άλλοτε ακούγονταν οι προσευχές των μοναχών».

To καθολικό της μονής, που διέσωζε ίχνη της βυζαντινής του λαμπρότητας αλλά και της τουρκικής ασέβειας, εντυπωσίασε ιδιαίτερα τον Andersen: 
«Είναι μια θαυμάσια εκκλησιά, που μπορεί και τώρα ακόμα να επισκευαστεί. Στεκόμασταν κάτω απ' τον τρούλο της, που το αστραφτερό μωσαϊκό του εικόνιζε το Χριστό [...]. Κατά την Επανάσταση εδώ μέσα ξεκουράζονταν οι Τούρκοι, εδώ άναβαν φωτιά- ο τοίχος είναι ακόμα μαύρος απ' την καπνιά [...]. Στο ιερό πάλι έσβηναν τις αγιογραφίες και ζωγράφιζαν αισχρές εικόνες στη θέση τους, ενώ οι συντροφοί τους γλεντουσαν και χειροκροτουσαν. Ένα σωρό νεκροκεφαλές και κόκκαλα, που βρέθηκαν έξω, κάτω από θάμνους και τσουκνίδες, ήταν τώρα ριγμένα σε μια γωνιά, ανάμεσα στην Αγία Τράπεζα και σε κείνο τον τοίχο, που σύμφωνα με τη συνήθεια των ελληνικών εκκλησιών χτίζεται μπροστά της. Ο τοίχος αυτός έχει τρεις πύλες κι είναι από πάνω ως κάτω ζωγραφισμένος με αγιογραφίες. Κι αυτές ακόμα ήταν κάπως σβησμένες απ' τους Τούρκους- κι όμως εδώ μέσα έκαιγαν τρία μικρά, κρεμασμένα καντήλια. Τα φροντίζει ένας γέρος Έλληνας, που μένει στην ξύλινη παράγκα, κάνει καφέ και σερβίρει ποτηράκια μερακίστουςξένους». 

Δεκατρία χρόνια μετά τον Andersen, κατά τη διάρκεια της αγγλογαλλικής κατοχής του Πειραιά, εγκαταστάθηκε στη μονή γαλλικό τάγμα, προκειμένου να προστατευτεί από τη φοβερή επιδημία χολέρας που είχε ξεσπάσει στην πόλη. Ο διοικητής του τάγματος, στρατηγός de Vasoignes, μαζί με τους στρατιώτες του φρόντισαν για την καθαριότητα του ερειπωμένου μοναστηριού και έκαναν κάποιες αρχαιολογικές ανασκαφές στον χώρο γύρω από αυτό, καθώς και στην Ιερά Οδό.

Όταν οι Γάλλοι στρατιώτες έφυγαν από το Δαφνί, συγκεντρώθηκε στη μονή μικρή ομάδα από μοναχές. Μία από αυτές ήταν η Μάρθα, που, όπως προαναφέρθηκε, διηγήθηκε στον Γεώργιο Λαμπάκη τον μύθο σχετικά με την ίδρυση του μοναστηριού από τη βασίλισσα Δάφνη. Καθώς οι αρχές του νεοσύστατου κράτους φρόντιζαν αποτελεσματικά για την ασφάλεια των περιχώρων της πόλεως των Αθηνών, οι Αθηναίοι «ξεθάρρεψαν» και άρχισαν να κάνουν μικρές εκδρομές στις εξοχές της Αττικής. Ο περίπατος στην Ιερά Οδό μέχρι το Δαφνί και τη θάλασσα του Σκαραμαγκά ήταν από τους πλέον δημοφιλείς. Ένας από αυτούς τους εκδρομείς ήταν και ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904). Ο διαβασμένος συγγραφέας αποκατέστησε με τη δημιουργική φαντασία του το βυζαντινό μεγαλείο του μοναστηριού και το ενσωμάτωσε στην Πάπισσα Ιωάννα (1866), ίσως το πιο πολυσυζητημένο βιβλίο της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Στο Δαφνί, λοιπόν, ξεκουράστηκε η θρυλική ηρωίδα, που περιπλανιόταν στην Ευρώπη κατά τα τέλη του 12ου αιώνα, προτού στεφθεί πάπισσα. Η Ιωάννα, μεταμφιεσμένη σε αδελφό Ιωάννη, μαζί με τον σύντροφό της, πατέρα Φρουμέντιο, έφτασαν στην Αθήνα με σκοπό να εγκατασταθούν για κάποιο χρονικό διάστημα. Αφού θαύμασαν τα αρχαία μνημεία και τις λαμπρές εκκλησίες της πόλης, αποσύρθηκαν στη μονή Δαφνίου για να αναπαυθούν. Στη γιορτή της εκκλησίας, που ήταν αφιερωμένη στην Κοίμηση της θεοτόκου και γιόρταζε στις 23 Αυγούστου, δηλαδή την ημέρα της Αποδόσεως της μεγάλης εορτής της 15ης Αυγούστου, διοργανωνόταν λαμπρό πανηγύρι. Ο Καμπούρογλου, που το έζησε από κοντά, πολύ επιτυχημένα το παραλληλίζει με τις ελευσινιακές γιορτές της αρχαιότητας: 
«Όλοι οι Αθηναίοι και ετερόδοξοι ακόμη, ετρέποντο την είς τό μοναστήρι τούτο άγουσα Ιεράν Οδόν. Και ενόμιζε κανείς, ότι ανέστη έκ της τέφρας της λήθης ή περίφημος πομπή τών Ελευσινίων και ότι θά έβλεπε νά προηγείται τό άγαλμα του Ιάκχου επί άρματος τοποθετημένον τη συνοδεία του Ιακχαγωγού και ενόπλους τους ωραίους εφήβους ν' ακολουθούν και τό πλήθος τών πιστών νά επεται. 
»Αλλά ταχέως συνήρχετο έκ της πλάνης ό όνειροπόλος μυστικοπαθής, όταν ήκουε τόν βιολιτζή της πανηγύρεως νά τραγουδή τό νερόν του Δαφνιού "που πίνουν οι άγγελοι" και ίδίως τό περίφημον διά την ιστορικήν του σημασίαν προαιώνιο δίστιχον: 
Κυρά χρυσοδαφνιώτισσα μεγάλη σου είν' ή χάρη μέ τό ψηφί, με τό ρηγλί, με τό μαργαριτάρι. 
»Οί πιστοί τής Ιεράς Οδού είναι τώρα Χριστιανοί. Αφού δε ήκουον με μεγάλην κατάνυξιν την θείαν λειτουργίαν, εδανείζοντο τά ψηλά καλάμια του νεωκόρου και έρριχναν ψηφία άπό τά περίφημα μωσαϊκά δι' ανάμνησιν και διά φυλαχτόν».
Κατά το χρονικό διάστημα 1883-1885 η μονή Δαφνίου μετατράπηκε σε ψυχιατρείο. Τα κελιά των μοναχών επισκευάστηκαν προκειμένου να φιλοξενήσουν τους ψυχασθενείς και στην αυλή ανοικοδομήθηκαν διάφορα βοηθητικά κτίσματα που επιβάρυναν σημαντικά το μνημείο. Οι πρώτοι ασθενείς εισήλθαν στο ίδρυμα στις 2 Μαΐου 1883. Ο Λαμπάκης δίνει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε πίσω από τα οχυρωματικά τείχη του βυζαντινού μοναστηριού κατά την περίοδο αυτή: 
«Από τής ιεράς ταύτης μονής δεν ανήρχετο πλέον λιβανωτός είς τά ύψη τών ουρανών, ούδε ηκούοντο αί προσευχαί τών μοναζόντων, άλλ' οι ποικιλόφθογγοι κρωγμοί τών φρενοβλαβών είς βαθυτάτην αθυμίαν τους ακροωμένους βυθίζοντες. Ουδεμία δ' εποχή συνετέλεσε τοσούτω είς την κατάπτωσιν της Ιεράς ταύτης Μονής, όσω ή εποχή αυτή τής είς Φρενοκομείον μετατροπής ταύτης-διότι από τής εποχής ταύτης έπαυσαν αί πρός την Μονήν επισκέψεις, και εμαράνθυσαν αί πανηγύρεις αυτής, αίτινες πρότερον έν απεριγράπτω ζωηρότητι τη 23 Αύγουστου ετελούντο, του πλήθους υπό την βαθείαν σκιάν του εκείσε πευκώνος διασκορπιζομένου». 

Η υποβάθμιση της μονής εξαιτίας της μετατροπής της σε ψυχιατρείο έφτασε στο κατακόρυφο κατά το έτος 1887, όταν χρησιμοποιήθηκε ως ποιμνιοστάσιο. Ο Άγγλος ιερέας και λόγιος Joseph Hirst σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Reliquary άσκησε δριμεία κριτική στην ελληνική κυβέρνηση για την κατάσταση. Χαρακτήρισε, μάλιστα, την ερήμωση και την εγκατάλειψη αυτής της τόσο σημαντικής μονής «όνειδος για το χριστιανικό αίσθημα του έθνους». Η γενική κατακραυγή σε συνδυασμό με τις τεράστιες φθορές από ισχυρούς σεισμούς κατά τα έτη 1886, 1889 και 1894, ώθησαν τους αρμόδιους στην ανάληψη δράσης για τη διάσωση, τη συντήρηση και την ανάδειξη του Δαφνιού. Οι εργασίες αυτές, όπως θα δούμε στην επόμενη ενότητα, συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. 

Επεμβάσεις - ανασκαφές - συντήρηση και ανάδειξη της μονής 
Η πρώτη επέμβαση στο μνημείο έγινε γύρω στα τέλη του 13ου - αρχές του 14ου αιώνα εξαιτίας ενός σεισμού που κατέστρεψε τον εξωνάρθηκα του καθολικού της μονής. Οι Κιστερκιανοί μοναχοί τον επισκεύασαν αντικαθιστώντας τα αρχικά βυζαντινά τόξα με οξυκόρυφα γοτθικά. Επίσης προχώρησαν σε στοιχειώδεις υποστηρίξεις τοίχων και θόλων μέσω ανέγερσης τοίχων.Έχει ήδη αναφερθεί ότι μετά την κατάληψη της Αθήνας από τον Μωάμεθ Β' το 1456 η μονή παραδόθηκε και πάλι στους ορθόδοξους, που προχώρησαν σε προσθήκες, στη διαμόρφωση κελιών αλλά και στην επισκευή των κτισμάτων στο δώμα του νάρθηκα (κειμηλιαρχεία, βιβλιοθήκη και κατοικία του ηγούμενου). 

Κατά τους επόμενους αιώνες η μονή ερημώθηκε σταδιακά, γεγονός που συνέβαλε στη φθορά των κτηρίων λόγω της έλλειψης συντήρησης. Οι διαδοχικές της χρήσεις ως καταφυγίου και πυριτιδαποθήκης κατά την Επανάσταση του 1821, ως στρατοπέδου για το γαλλικό τάγμα που εγκαταστάθηκε εκεί το 1854 και ως ψυχιατρείου κατά τα έτη 1883-1885 επέφεραν σημαντικότατες ζημιές στο μνημείο. Οι ζημιές αυτές έκαναν τον Γεώργιο Λαμπάκη, που είχε σπουδάσει Χριστιανική Αρχαιολογία στη Γερμανία, να διαμαρτύρεται έντονα μέσω δημοσιευμάτων σε εφημερίδες για την εγκατάλειψή του και να ζητά την ανάληψη έργου για την προστασία της μονής. To πρώτο από τα άρθρα του, που τελικά έπεισαν τον τότε υπουργό Παιδείας Δ. Βουλπιώτη να ενδιαφερθεί για το θέμα, εμφανίστηκε στο φύλλο της 30-9-1884 της εφημερίδας Αιών.

Εξέλιξη αποφασιστικής σημασίας για τη διάσωση του μνημείου ήταν η ίδρυση της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1885 στην Αθήνα. Ο φορέας αυτός ανέθεσε σε τριμελή επιτροπή να εξετάσει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε η μονή Δαφνίου και να προτείνει μέτρα για τη στερέωση του ναού. Η επιτροπή αποτελούνταν από τον Γ. Λαμπάκη, τον αρχιτέκτονα Π. Ζέζο και τον Γ. Βρούτο, καθηγητή γλυπτικής στο Σχολείο των Τεχνών, δηλαδή τη μετέπειτα Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Την ίδια χρονιά ανετέθη στον Λαμπάκη με βασιλικό διάταγμα η διεύθυνση της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Τα πορίσματα της τριμελούς επιτροπής δεν εφαρμόστηκαν, όχι άμεσα τουλάχιστον, ενώ η μονή υπέστη περαιτέρω καταστροφές -κυρίως ο ψηφιδωτός διάκοσμος- λόγω μεγάλου σεισμού το 1886 και της ακόλουθης μετατροπής της σε ποιμνιοστάσιο το 1887. Τον Νοέμβριο του 1888 η Γενική Εφορεία Αρχαιοτήτων εξετέλεσε σειρά μικροεπισκευών, που σύμφωνα με τον Λαμπάκη ήταν εντελώς επιζήμιες. Η πλέον δραστική από τις επεμβάσεις ήταν η ολοκληρωτική αφαίρεση των βυζαντινών κεράμων που κάλυπταν τον τρούλο και τη στέγη του ναού και η αντικατάστασή τους με κοινά, κακής ποιότητος κεραμίδια. Δύο μήνες αργότερα ισχυρότατοι σεισμοί επέφεραν και άλλες ζημιές στο ταλαιπωρημένο μνημείο. Παρουσιάστηκαν βαθιές ρωγμές σε πολλά σημεία του τρούλου, ενώ μεγάλο μέρος του ψηφιδωτού του Παντοκράτορα που τον κοσμούσε κατέπεσε. Ανάλογη ήταν η μοίρα πολλών ψηφιδωτών παραστάσεων σε διάφορα σημεία του ναού. Έτσι το εσωτερικό του ναού γέμισε μικρές ψηφίδες που σκορπίζονταν και χάνονταν λόγω της εγκατάλειψης του χώρου. Σοβαρές ρωγμές προκλήθηκαν σε ολόκληρο το οικοδομικό συγκρότημα. Οι τεράστιες ζημιές κλόνισαν το μνημείο και ώθησαν, επιτέλους, τους υπεύθυνους στην ανάληψη ουσιαστικής δράσης.Έπειτα από πρόταση του Υπουργείου Παιδείας το 1890 συστάθηκε επιτροπή ειδικών, που πρότεινε την κατεδάφιση και την εκ νέου κατασκευή του τυμπάνου του τρούλου και τη στερέωση των σφαιρικών τριγώνων, των ημιχωνίων, των θόλων και των πεσσών που το υποστήριζαν. Επίσης συνέστησαν τη διόρθωση των ψηφιδωτών του τρούλου χωρίς, όμως, να συμπληρωθούν τα μέρη που έλλειπαν.Έτσι, κατά το 1891 ειδικοί ψηφοθέτες από το βενετσιάνικο εργαστήρι Facchina αφαίρεσαν τμηματικά πάνω σε υφάσματα τις κακοπαθημένες παραστάσεις του Παντοκράτορα και των δεκαέξι προφητών από το τύμπανο του τρούλου. Αμέσως μετά η Υπηρεσία ΔημοσίωνΈργων προχώρησε στην κατεδάφιση του τρούλου, καθώς και κάποιων προσθηκών (κωδωνοστάσιο και ομάδα κελιών), που είχαν προστεθεί στο συγκρότημα της μονής επί Τουρκοκρατίας. 
Η δυτική όψη του εξωνάρθηκα μετά την αποκατάσταση (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1962-1963, πίν. 1, εικ. 1 και 2).
Στην ανακατασκευή του τρούλου χρησιμοποιήθηκαν τα αρχικά τούβλα, που είχαν αφαιρεθεί με προσοχή. 

Στη βάση του τυμπάνου του τρούλου τοποθετήθηκε σιδερένια στεφάνη διατομής διπλού ταυ, ορατή ακόμα και σήμερα, προκειμένου οι ωθήσεις και τα βάρη του τρούλου να μεταβιβάζονται ομοιόμορφα σε ολόκληρο το οικοδόμημα. 

Ο παθιασμένος για τη διάσωση της μονής Δαφνίου Λαμπάκης διέκρινε σοβαρές αποκλίσεις από την αρχική μορφή του μνημείου και χαρακτήρισε την ανακατασκευή του τρούλου καταστροφική: 
«Αί από του 1891 πρό του κ. Τρουμπ διενεργηθείσαι επισκευαί τοσούτο εξήρθρωσαν, παρεμόρφωσαν και κατέστρεψαν την αρχαίαν μορφήν και τό όλον οικοδόμημα τής Μονής Δαφνίου, ώστε κυριολεκτικώς δυνάμεθα νά είπωμεν ότι όση παραμόρφωσιν και καταστροφήν επέφεραν αί επισκευαί αυταί είς τόν Ναόν, δεν έπέφεραν οι δι' 'ολων τών αιώνων δι' αυτού διελθώντες βάρβαροι. Τότε κατεστράφη ό περίκομψος αρχαίος του ναού θόλος και άντ' αυτού υψώθη τό νύν υπάρχον εξόχου αμαθείας άμορφον αρχιτεκτονικόν θολοειδες εξάμβλωμα. Τότε κατεκριμνήσθη τό επί της μεσημβρινής πλευράς του Ναού κωδωνοστάσιον, όπερ ήν τό μόνον έν Αθήναις μνημείον τό διασώζον τά πεταλόσχημα φραγκικά τόξα, τότε κατεστράφησαν τά λαμπρά και γλαφυρά κεραμοπλαστικά του ναού κοσμήματα [...]».

Ο Λαμπάκης συνεχίζει καυτηριάζοντας ποικίλες καταστροφές που επέφερε η συντήρηση-στερέωση του ναού, και καταλήγει ότι 
«τοσαύται επί του οικοδομήματος επήλθαν καταστροφαί, ώστε φρίττει τις αναλογιζόμενος ότι, της Ελληνικής κυβερνήσεως χορηγούσης, διά παντός απωλέσθη τό πολύτιμον τούτο του Ελληνικού Χριστιανισμού μνημείον, όπερ οί αιώνες σχεδόν σώον και αβλαβές ημίν περιέσωσαν».
Για την επανατοποθέτηση των ψηφιδωτών στον τρούλο το Υπουργείο Παιδείας κάλεσε τον Βενετσιάνο μωσαϊστή Fransisco Νονο, διότι αυτός του εργαστηρίου Facchina που είχε «κατεβάσει» την παράσταση του Παντοκράτορα και των προφητών ζητούσε υπέρογκη αμοιβή. Ο Νονο ξεκίνησε την εργασία του στο Δαφνί τον Αύγουστο του 1892. Εργάστηκε εκεί επί πέντε χρόνια επικολλώντας τα ψηφιδωτά του τρουλαίου τυμπάνου και άλλα, και καθαρίζοντας και στερεώνοντας την ψηφιδωτή διακόσμηση σε ολόκληρο τον ναό. Τα αποτελέσματα της δουλειάς του Νονο δεν κρίθηκαν ιδιαίτερα ικανοποιητικά. Ο αρχαιολόγος Ευστράτιος Στίκας, ο οποίος εργάστηκε στο Δαφνί από το 1959 και εξής, υποστήριξε: 
«Ο Ιταλός ψηφοθέτης Νόβο έκανε πολλά σφάλματα κατά τάς εργασίας επανατοποθετήσεως τών ψηφιδωτών του τρούλλου- διότι ειργάζετο άνευ ουδεμιάς επιστημονικής εποπτείας. Ούτω ετοποθέτησε εσφαλμένως τους προφήτας είς τό τύμπανον του τρούλλου, διότι ήλλαξε τάς θέσεις των, αφού είς την θέσιν του προφήτου Μωϋσέως, όστις ήτο ο πρώτος κατά σειράν, ετοποθέτησε τόν προφήτην Δαυίδ, όστις ήτο ό τελευταίος, και ούτω ήλλαξε διαδοχικώς απάσας τάς αρχικάς θέσεις τών προφητών. Ωσαύτως ό Ίταλός τεχνίτης προέβη είς την διόρθωσιν τών ρήσεων τών προφητών και τών ονομάτων τών άγίων καί, επειδή δεν εγνώριζε την έλληνικην γλώσσαν, παρεμόρφωσε ταύτας, παρήλλαξε δέ και διάφορα γράμματα τών όνομάτων τών άγίων. 
»Εκείνο όμως τό οποίο είναι ασυγχώρητο, είναι ότι [...] ό έν λόγω ψηφοθέτης, παρά την ρητήν απόφασιν τής επιτροπής νά μη γίνει ουδεμία συμπλήρωσις τών κενών, έν τούτοις ουτός προέβη είς εύρείας, δυστυχώς, κλίμακος συμπλήρωσιν τών ελλειπόντων μερών τών διαφόρων παραστάσεων». 
Εκτός από τις αυθαιρεσίες του Νονο, στο μνημείο του Δαφνίου έγιναν και άλλες λιγότερο ή περισσότερο αυθαίρετες επεμβάσεις. Κατά το 1893 ο μηχανικός Καλλίας τοποθέτησε σιδεροδεσιές στον νάρθηκα αλλά και σε άλλα μέρη του κυρίως ναού που ήταν ετοιμόρροπα και έχρηζαν άμεσης στήριξης. Μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1894, που προκάλεσαν περαιτέρω φθορές στον τρούλο, δύο ογκώδεις αντιαισθητικές αντηρίδες, που έχουν επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, προσκολλήθηκαν στην εξωτερική πλευρά της βόρειας κεραίας του ναού. Βέβαια, παρά τα αισθητικά προβλήματα που δημιούργησαν, οι εν λόγω αντηρίδες προσέφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν πολύτιμη στήριξη στο μνημείο. 

Τον Σεπτέμβριο του 1894 συγκροτήθηκε νέα επιτροπή μελέτης για την αναστήλωση της μονής Δαφνίου, η οποία αποφάσισε ότι έπρεπε να κατεδαφιστεί και να αναστηλωθεί ο ετοιμόρροπος δυτικός τοίχος του νάρθηκα και να αφαιρεθούν οι οποιεσδήποτε μεταγενέστερες προσθήκες. Η εργασία αυτή ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Eugene Troump και έγινε με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας. 

Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα καμία εργασία δεν έγινε στη μονή Δαφνίου, με εξαίρεση κάποιους καθαρισμούς και στερεώσεις περιορισμένης έκτασης. Μια ενδιαφέρουσα περιγραφή του μνημείου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 βρίσκουμε στο μυθιστόρημα Λεμονόδασος (1930) του Κοσμά Πολίτη (1893-1974). Εκεί, ο κεντρικός ήρωας Παύλος Αποστόλου έχει αναλάβει με τον πατέρα του -αρχιτέκτονες και οι δύο στο επάγγελμα- την επιστασία της συμπλήρωσης των ψηφιδωτών του καθολικού που παρουσιάζονται κατεστραμμένα σε μεγάλο βαθμό. Ο Πολίτης βρίσκει ευκαιρία να μας χαρίσει μια σύντομη περιγραφή της μονής όταν ο Παύλος με τη φίλη του Λήδα πηγαίνουν μια σύντομη εκδρομή ως εκεί. Από μια μικρή πορτούλα μπαίνουν στον περίβολο: 
«Κατεβαίνομε μπροστά σε κάποια χαμηλή πορτούλα, κι όπως τη διασκελίζομε αφήνω πίσω το χαρούμενο φως της αρχαίας Ελλάδας και κατεβαίνω στο σκοτάδι του μεσαίωνα. Η μεγάλη χορταριασμένη αυλή. Στο βάθος το χτίριο του κοινόβιου με τις βαριές αψίδες. Οι κολόνες της στοάς, χωσμένες μες τη γη ως πάνω, κοντά ως τα κιονόκρανα, δίνουν την εντύπωση πως χώνουνται κάθε στιγμή όλο και πιο βαθιά, πως δε θ' αργήσει να καταπιεί ολόκληρο το χτίριο η γη. 
Φωνάζουνε βοήθεια καθώς βουλιάζουν. Η εκκλησία ορθώνεται πάνω στο ζαφειρένιο ουρανό, μετέωρη, σαν ύψωση σε λειτουργία, κάλυκας χρυσός ανάμεσα σε δύο σβησμένες μαύρες λαμπάδες - τα δύο ψηλά ξεγυμνωμένα κυπαρίσσια. 
»Ανεβαίνομε τα σκαλιά του πρόναου. Εκεί πλάι χάσκουνε ανοιχτές δυο σαρκοφάγοι, σαν κόκαλα που ασπρίζουνε στον ήλιο. Είμαι πια εξοικειωμένος στην αποσύνθεση αυτή: ένα περιβάλλον που κάθε μέρα πεθαίνει και λίγο πιο πολύ».

Η ορθή τοπογραφία της περιγραφής του Πολίτη μάς πείθει ότι αποτελεί αποτέλεσμα επίσκεψης του συγγραφέα στον χώρο και όχι γέννημα της δημιουργικής του φαντασίας. Δυστυχώς, δεν συνέχισε την περιγραφή και στο εσωτερικό του καθολικού, το οποίο η μυθοπλασία του ήθελε γεμάτο σκαλωσιές, που εμπόδισαν τους επισκέπτες να θαυμάσουν τα ψηφιδωτά. 

Κατά τα έτη 1936-1939 ο αρχαιολόγος Ιωάννης Τραυλός πραγματοποίησε συστηματική ανασκαφική έρευνα στον χώρο του μοναστηριού, προκειμένου να εντοπίσει και να μελετήσει τα κατάλοιπα του ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική αρχαιολογική έρευνα στο Δαφνί, αφού η ανασκαφική δραστηριότητα του Γάλλου στρατηγού de Vasoignes στην Ιερά Οδό το 1854, αλλά και αυτή του Δημήτριου Καμπούρογλου στον χώρο γύρω από τη μονή τη δεκαετία του 1890 είχαν εντελώς ερασιτεχνικό χαρακτήρα. 

Κατά το β' ήμισυ της δεκαετίας του 1950 έγιναν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης στον ναό και στερέωσης του ψηφιδωτού διακόσμου του από τη Διεύθυνση Αναστηλώσεως του Υπουργείου Πολιτισμού. Επικεφαλής της όλης επιχείρησης ήταν ο τότε διευθυντής Αναστηλώσεων, καθηγητής Αναστάσιος Ορλάνδος (1887-1979), ο οποίος σε συνεργασία με τον τότε έφορο Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Μανώλη Χατζηδάκη άνοιξε αρκετές ανασκαφικές τομές σε διάφορα σημεία της μονής. To έργο χρηματοδοτήθηκε από την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο αρχαιολόγος Ευστράτιος Στίκας με τον αρχιτέκτονα Χαράλαμπο Μπούρα εργάστηκαν στη στερέωση και στην αποκατάσταση του εξωνάρθηκα του καθολικού, ενώ το 1968 καθαρίστηκε η δυτική πύλη της μονής. 

To 1990 η μονή Δαφνίου εγγράφηκε στον Παγκόσμιο Κατάλογο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Έτσι, η προστασία του μνημείου εξασφαλίστηκε όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Σύμφωνα με τους κανονισμούς της UNESCO, όλες οι χώρες στις οποίες βρίσκονται τα μνημεία του παραπάνω καταλόγου, έχουν δεσμευτεί να τα συντηρούν και να τα αναδεικνύουν.Έτσι, η Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, η Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαιοτήτων, η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων και η 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, όπου υπάγεται η μονή Δαφνίου, εκπόνησαν ένα μακρόπνοο σχέδιο ολοκληρωμένης προστασίας και ανάδειξης του μνημείου. Παράλληλα προωθήθηκε η αξιοποίησή του για διδακτικούς σκοπούς μέσω της διοργάνωσης στον χώρο εκπαιδευτικών προγραμμάτων για μαθητές. Οι σοβαρές ζημιές που υπέστη το μοναστήρι μετά τον πρόσφατο ισχυρό σεισμό του 1999 ανάγκασαν τους επιστήμονες και την πολιτεία να εντατικοποιήσουν τη δράση τους, προκειμένου να επιτύχουν την αποτελεσματική στήριξη και προστασία του μνημείου. Ο αρχαιολογικός χώρος έκλεισε για το κοινό, καθώς εκτελούνται συστηματικές εργασίες από την 1η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Η υποστύλωση του καθολικού της μονής Δαφνίου υπήρξε το πρωταρχικό μέλημα. Προς το παρόν ο ναός υποστηρίζεται από μεταλλικά στηρίγματα σύγχρονης σχεδίασης και τεχνολογίας σχεδόν σε ολόκληρο το ύψος του εσωτερικά και εξωτερικά. Παράλληλα, διενεργούνται μελέτες που θα επιτρέψουν την οριστική απομάκρυνση των μεταλλικών υποστυλώσεων και την αρχιτεκτονική αποκατάσταση και ανάδειξη του μνημείου. Στο εσωτερικό του ναού πραγματοποιείται συστηματική συντήρηση του ψηφιδωτού διάκοσμου. Έχει, ακόμα, προγραμματιστεί μελέτη μέσω ανασκαφικής έρευνας σε διάφορα σημεία της μονής, η δημιουργία μικρού μουσείου με εποπτικό υλικό, η αναστήλωση και η ανάδειξη κάποιων οικοδομημάτων γύρω από το καθολικό και η διαμόρφωση και η προστασία του περιβάλλοντος χώρου. Πρόκειται για ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα, που στοχεύει στην οριστική αποκατάσταση του Δαφνίου.

Έτσι, οι αισιόδοξες προβλέψεις για το λαμπρό μέλλον του μοναστηριού που έκανε ο Hans Christian Andersen το 1841 μέσα στη χορταριασμένη αυλή του μοναστηριού, μπροστά στον ερειπωμένο ναό, θα πραγματοποιηθούν στις αρχές του 21ου αιώνα: 
«Μα είμαι σίγουρος πως τα καντήλια θα καίνε, και τότε θα 'ναι ασημένια. Τριαντάφυλλα θα ανθίζουν στον τόπο που σκεπάζουν οι τσουκνίδες. Τώρα δα μας το 'λεγε ψιθυριστά το καλό πνεύμα της Ελλάδας. To Δαφνί θα ξανασηκωθείμεσ' από τα ερείπια και στο δρόμο εδώ της Ελευσίνας, όπως στην Ιταλία, θα οδοιπορούν και πάλι οι ξένοι. θα ξανανθίσει το Δαφνί! Σε τούτη την αυλή, που μόνο γαϊδουράγκαθα βλασταίνουν, θα πρασινίσει η δάφνη, θα μοσκοβολήσει το λιβάνι και τα γονατισμένα παιδιά θα βλέπουν μια ιερή πληγή στο μάτι του Χριστού, στο στόμα και τη δόξα του, εκείπου πέτυχε το τούρκικο βόλι». 

Η αρχιτεκτονική της μονής Δαφνίου 
Όπως κάθε μονή, έτσι και αυτή του Δαφνίου είχε χτιστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να ικανοποιεί τις λατρευτικές αλλά και πρακτικές ανάγκες της μοναστικής κοινότητας που θα φιλοξενούσε. Η αποτελεσματική εξυπηρέτηση αυτών των αναγκών υπήρξε και η κατεξοχήν αιτία των ποικίλων προσθηκών, τροποποιήσεων και επισκευών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της μακραίωνης λειτουργίας της. Ειδικότερα, η μονή Δαφνίου αποτελείται από το καθολικό, τον περίβολο, τα κελιά των μοναχών, την τράπεζα, το μαγειρείο, τον λουτρώνα, την κινστέρνα και μία ορθογώνια αίθουσα. 
Σχεδιαστική αναπαράσταση της δυτικής όψης του καθολικού της μονής Δαφνίου (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταψείας, 1962-1963, σελ. 31, εικ. 11).
To καθολικό. Είναι σχεδόν αυτονόητο ότι το πλέον σημαντικό κτίσμα ενός μοναστηριού είναι το καθολικό, δηλαδή ο κυρίως ναός, ουσιαστικά το επίκεντρο της πνευματικής ζωής των μοναχών. To καθολικό έχει κατά κανόνα μνημειακή μορφή, τουλάχιστον σε σχέση με τα υπόλοιπα κτίσματα, και καταλαμβάνει το κέντρο του χώρου που περικλείεται από τον περίβολο της μονής. Πράγματι, το καθολικό του Δαφνίου, δεσπόζει στο μέσον της σχεδόν τετράγωνης ευρύχωρης αυλής. To εντυπωσιακό του μέγεθος, ο περίπλοκος αρχιτεκτονικός του τύπος και η εξαιρετικής ποιότητας και ακρίβειας τοιχοδομία του υπογραμμίζουν την ξεχωριστή του λειτουργία. 
To καθολικό της μονής Δαφνίου ανήκει στον σύνθετο οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο- αποτελεί μάλιστα ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα του τύπου αυτού στον ελλαδικό χώρο. Εξωτερικά, ο κυρίως ναός δίνει την εντύπωση μεγάλου κύβου, που υποστηρίζει έναν πλατύ αλλά και υψηλό τρούλο. Εσωτερικά, ο βαρύς τρούλος «πατάει» σε οκτώ ισχυρά τετράπλευρα στηρίγματα (πεσσούς), τέσσερα ελεύθερα και τέσσερα ενσωματωμένα στους τοίχους. Ο χαρακτηρισμός οκταγωνικός προκύπτει από την οκταπλή στήριξη του τρούλου. Οι πεσσοί διαταγμένοι ανά ζεύγη σχηματίζουν τέσσερις γωνιακές κόγχες (ημιχώνια), οι οποίες γεφυρώνουν τις γωνίες του τετραγώνου της βάσης και το μετατρέπουν σε οκτάγωνο. Σε αυτό στηρίζεται ο τρούλος μέσω οκτώ μικρών σφαιρικών τριγώνων που σχηματίζονται μεταξύ των τόξων που συνδέουν τα οκτώ στηρίγματα. 
Οι οκταγωνικοί ναοί διακρίνονται σε απλούς και σύνθετους. Στους πρώτους τα οκτώ στηρίγματα του τρούλου είναι ενσωματωμένα στους τοίχους (παραστάδες), αφήνοντας εντελώς ελεύθερο τον εσωτερικό χώρο του ναού. Στους σύνθετους οκταγωνικούς ναούς τα στηρίγματα του τρούλου βρίσκονται σε κάποια απόσταση από τους εξωτερικούς τοίχους.Έτσι, ο κεντρικός χώρος πλαισιώνεται στις γωνίες με μικρότερα διαμερίσματα. Οι σύνθετοι οκταγωνικοί ναοί είναι σταυροειδείς εγγεγραμμένοι με διευρυμένο τον χώρο κάτω από τον τρούλο. Αντίθετα από τους απλούς οκταγωνικούς, ο σταυρός διαγράφεται με αρκετή σαφήνεια τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του ναού.

Περσικά και αρμενικά πρότυπα έχουν αναγνωριστεί για τους οκταγωνικούς ναούς, που όμως διαδόθηκαν στον ελλαδικό χώρο μέσω της Κωνσταντινούπολης. Εκεί φαίνεται πως η ιδέα της στήριξης του τρούλου σε οκτώ στηρίγματα επιστεφόμενα από ημιχώνια είχε χρησιμοποιηθεί σε αυτοκρατορικά ιδρύματα, κτήρια λατρευτικά αλλά και κοσμικά κατά τον 10ο και τον 11ο αιώνα. Τα κωνσταντινουπολίτικα αρχιτεκτονικά στοιχεία που βρίσκουμε στο καθολικό της μονής του Οσίου Λουκά στη Φωκίδα (αρχές 11ου αιώνα), που αποτελεί και το πρωιμότερο παράδειγμα οκταγωνικού ναού στον ελλαδικό χώρο, ενισχύουν αυτήν την άποψη. Επιπλέον, και η Νέα Μονή Χίου, το καθολικό (1045) της οποίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οκταγωνικούς ναούς στην Ελλάδα, είναι στενά συνδεδεμένη με την Κωνσταντινούπολη. Παρ’ όλα αυτά τα πλέον σημαντικά παραδείγματα αυτού του αρχιτεκτονικού τύπου προέρχονται από τον ελλαδικό χώρο και αφορούν αποκλειστικά ναϊκά οικοδομήματα. Εκτός από αυτά που αναφέραμε παραπάνω, έχουμε τη Σώτειρα Λυκοδήμου στην Αθήνα (λίγο πριν από το 1031), τη Μεταμόρφωση Χριστιάνου στην Τριφυλλία (12ος αι.), την Αγία Σοφία Μονεμβασίας (1150). Ο σύνθετος οκταγωνικός αρχιτεκτονικός τύπος, στον οποίο εντάσσονται οι παραπάνω ναοί εκτός από αυτόν της Νέας Μονής Χίου, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Ο απλός οκταγωνικός ναός του καθολικού της Νέας Μονής στη Χίο αντιγράφηκε με μικρές παραλλαγές και σε άλλες εκκλησίες του νησιού, ενώ παραλλαγές του απαντούν στην ηπειρωτική Ελλάδα και την Κύπρο.

Τόσο στους απλούς όσο και στους σύνθετους οκταγωνικούς ναούς ο χώρος κάτω από τον τρούλο είναι ανοικτός και ενιαίος, δημιουργώντας αίσθηση ενότητας και ανάτασης. Στο Δαφνί, η αίσθηση αυτή επιτείνεται από το φως που διαχέεται ομοιόμορφα στον χώρο από τα δεκαέξι μονόλοβα παράθυρα που ανοίγονται στον τρούλο. Εξωτερικά, το κτήριο υψώνεται πυραμιδωτά μέχρι την κορυφή του τρούλου. Είναι χτισμένο κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Δεν υπάρχουν κουφικά διακοσμητικά στοιχεία, ενώ συχνά παραλείπεται και η απλή κατακόρυφη πλίνθος. Στα τύμπανα του νότιου και του δυτικού τοίχου έχει εντοπιστεί ψευδοκουφικός διάκοσμος. Γενικά, ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος είναι αρκετά λιτός και αποτελείται κυρίως από οδοντωτές ταινίες γύρω από τα τόξα των παραθύρων. Περιορισμένος αλλά εξαιρετικά καλοφτιαγμένος ήταν και ο γλυπτός διάκοσμος στο εσωτερικό και το εξωτερικό του ναού. To κάτω μέρος των τοίχων ήταν εσωτερικά καλυμμένο με μαρμάρινες πλάκες (ορθομαρμάρωση). Εξωτερικά, κάτω από τις ποδιές των παραθύρων μεγάλοι δόμοι σχηματίζουν σταυρούς. 
Στη δυτική πλευρά του ναού υπήρχε νάρθηκας, όπου προσαρτήθηκε και εξωνάρθηκας με μορφή ανοικτής στοάς με όροφο κατά τον 12ο αιώνα. Εκεί πρέπει να βρίσκονταν τα διαμερίσματα του ηγούμενου και η βιβλιοθήκη. Στον εξωνάρθηκα έχουν εντοπιστεί ίχνη τοιχογραφιών του 12ου και του 13ου αιώνα, ενώ στον ναό έχουν βρεθεί μεταβυζαντινές τοιχογραφίες (17ος αιώνας).
Εσωτερική όψη του βόρειου τμήματος του οχυρωματικού περιβόλου της μονής Δαφνίου.
Ο περίβολος. Η μονή προστατευόταν από ισχυρό περίβολο τετράγωνου σχήματος με πλευρά περίπου 97 μέτρα. Όπως σε όλα τα μοναστήρια, έτσι και στο Δαφνί, ο περίβολος είχε οχυρωματικό χαρακτήρα και μορφολογία, η οποία μπορεί να μελετηθεί λεπτομερώς στη βόρεια πλευρά, όπου το τείχος σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση. Είχε ύψος 8 μέτρα με περίδρομο πλάτους 1,6 μέτρα, δηλαδή εσωτερικό διάδρομο που επέτρεπε την κίνηση κατά μήκος του τείχους, στο ύψος των 6 μέτρων. Ο περίδρομος υποστηριζόταν από τυφλή τοξοστοιχία. To τείχος επιστεφόταν σε ολόκληρο το μήκος του από επάλξεις, ενώ η πορεία του διακοπτόταν κατά τακτά διαστήματα από πύργους τετράγωνης κάτοψης. Τρεις από αυτούς έχουν σωθεί μέχρι τις μέρες μας. Βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του περιβόλου και είναι ορατοί όταν περνάει κανείς μπροστά από το μοναστήρι διασχίζοντας την Ιερά Οδό. Στο κτίσιμο του περιβόλου είχαν χρησιμοποιηθεί κροκαλοπαγείς λίθοι κομμένοι σε μεγάλα ορθογώνια κομμάτια μήκους 1,6 μ. και ύψους 0,4-0,6 μ. και συνδεδεμένοι με κονίαμα, ενώ συχνά παρατηρούνται στρώσεις πηλοπλίνθων. Η κύρια πύλη του μοναστηριού βρισκόταν στο μέσον της δυτικής πλευράς του περιβόλου, δηλαδή απέναντι από την είσοδο του καθολικού. Προστατευόταν από οχυρωματικό πύργο, ο οποίος υψωνόταν από πάνω της και ενισχυόταν και από δύο πλευρικούς προμαχώνες. Έτσι, για να εισέλθει κανείς στην αυλή της μονής έπρεπε να περάσει από το διαβατικό, καμαροσκέπαστο διάδρομο μήκους 6 μ. που ανοιγόταν κάτω από τον πύργο. Μικρότερη πύλη υπήρχε και στο μέσο της ανατολικής πλευράς του περιβόλου. Πρόκειται για την είσοδο που χρησιμοποιεί ο σημερινός επισκέπτης, προκειμένου να εισέλθει στον τειχισμένο χώρο. Η ύπαρξη δύο εισόδων στον περίβολο των μοναστηριών δεν ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένο φαινόμενο αλλά επιτρεπόταν από τον νόμο. Πράγματι στις Νεαρές (133, 1) ορίζεται σαφώς ότι οι μονές όφειλαν να έχουν το πολύ δύο πύλες εισόδου. Ο περίβολος ήταν ένα από το πιο βασικά χαρακτηριστικά των βυζαντινών μοναστηριών, που λειτουργούσαν ως μικρογραφίες των πόλεων-κάστρων. Η προστασία των μοναχών και της μοναστικής περιουσίας από ισχυρό οχυρωματικό τείχος ήταν απολύτως αναγκαία, καθώς οι μονές ήταν συνήθως χτισμένες σε απομονωμένες ερημικές τοποθεσίες. Σε περιπτώσεις μοναστηριών που λειτουργούσαν μέσα ή πολύ κοντά σε πόλεις, ο περίβολος κρινόταν απαραίτητος, προκειμένου να απομονώσει τους μοναχούς από τους πειρασμούς της κοσμικής ζωής. Η οχύρωση της μονής Δαφνίου, που ήταν χτισμένη σε απόσταση 10 χλμ. από την Αθήνα, σε κατάφυτη ημιορεινή περιοχή, αλλά εξαιρετικά πολυσύχναστη από ταξιδιώτες, εμπόρους και μικροπωλητές, στρατιώτες αλλά και ληστές και άρπαγες, φαίνεται πως εξυπηρετούσε και τους δύο παραπάνω σκοπούς.

Τα κελιά των μοναχών. Τα κελιά όπου ξεκουράζονταν οι μοναχοί κατασκευάζονταν συνήθως προσκολλημένα στην εσωτερική πλευρά του περιβόλου, προκειμένου να εξοικονομηθεί χώρος και να ενισχυθεί ο αμυντικός χαρακτήρας του. Συνήθως διατάσσονταν σε δύο ορόφους, αν και έχουμε παραδείγματα όπου τα κελιά είχαν φτάσει τους τέσσερις ορόφους. Οι χαμηλές πόρτες των κελιών άνοιγαν κατά κανόνα σε σκεπαστές στοές, τους ηλιακούς ή έμβολους. Εσωτερικά, τα μοναστικά κελιά είχαν τις κλίνες και μικρές κόγχες για τα ρούχα, τα βιβλία και τα προσωπικά αντικείμενα των μοναχών. 
Στο βόρειο τείχος του μοναστηριού του Δαφνίου έχουν εντοπιστεί ίχνη που προδίδουν τη σαφή ύπαρξη κελιών: υποδοχές για τα δοκάρια που στήριζαν το ξύλινο δάπεδο του άνω ορόφου και κόγχες για τα προσωπικά είδη των μοναχών. Στη δυτική πλευρά του περιβόλου τα κελιά δεν ήταν προσκολλημένα στον περίβολο, αλλά βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από αυτόν.Έτσι, σχηματιζόταν ένας στενός διάδρομος. Στα νότια του καθολικού υπάρχει ομάδα κελιών με στοές, τα οποία είναι χτισμένα γύρω από μικρή τετράγωνη αυλή. Αυτά τα κατασκεύασαν οι Κιστερκιανοί μοναχοί και τα αναδιαμόρφωσαν οι ορθόδοξοι κατά τον 16ο αιώνα.

Η τράπεζα και το μαγειρείο. Μία από τις πιο σημαντικές στιγμές στην καθημερινή ζωή των μοναχών ήταν το ομαδικό λιτό γεύμα στην τράπεζα του μοναστηριού. Οι τράπεζες είναι ευρύχωρες ορθογώνιες αίθουσες με αψιδωτή απόληξη στη μία από τις δύο στενές πλευρές. Οι μοναχοί κάθονταν σε στενόμακρα κτιστά τραπέζια ή πάγκους τοποθετημένους σε παράλληλες σειρές κατά μήκος των τοίχων, ενώ ο ηγούμενος έτρωγε σε ξεχωριστό τραπέζι στην κόγχη. Οι τοίχοι των τραπεζών ήταν συνήθως διακοσμημένοι με συμβολικές παραστάσεις όπως η Φιλοξενία του Αβραάμ, ο Πολλαπλασιασμός των Άρτων και το Δείπνο στους Εμμαούς.

Στο Δαφνί ο χώρος αυτός εντοπίζεται σε μακρόστενο αψιδωτό οικοδόμημα μήκους 28,7 μ. στα βόρεια του καθολικού. Ο προσανατολισμός του ήταν ίδιος με αυτόν του καθολικού. Οι τοίχοι, που σώζονταν σε ύψος περίπου 1,7 μ., είχαν χτιστεί με τρόπο και υλικά ανάλογα με αυτά που είχαν χρησιμοποιηθεί στην ανέγερση του καθολικού, γεγονός που τοποθετεί την ανοικοδόμηση της τράπεζας στον προχωρημένο 11ο αιώνα. 
Οι μοναχοί έμπαιναν στον χώρο από τρεις διπλές θύρες στη δυτική πλευρά του. Η ανατολική πλευρά καταλαμβανόταν από αψίδα, ημικυκλική εσωτερικά και ημιεξαγωνική εξωτερικά. Η αίθουσα στεγαζόταν από καμαροσκεπή, που στηριζόταν σε ενισχυτικά τόξα κατά μήκος των μακρών πλευρών. Όσο υπήρχε φως, ο χώρος φωτιζόταν από φυσικό φως που έμπαινε από σειρές παραθύρων που είχαν ανοιχτεί στις μακρές πλευρές της αίθουσας, ενώ το βράδυ άναβαν λύχνους. To κυκλικό κτίσμα που έχει εντοπιστεί προσκολλημένο στη βόρεια πλευρά της τράπεζας ήταν κατά πάσα πιθανότητα το μαγειρείο της μονής. Τα μοναστηριακά μαγειρεία είχαν κεντρική εστία με εσχάρα για το μαγείρεμα και στεγάζονταν από χαμηλούς θόλους με κεντρικό οπαίο-καπνοδόχο. Στους τοίχους ανοίγονταν κόγχες ποικίλων μεγεθών και σχημάτων για την τοποθέτηση των διαφόρων σκευών. 

Ο λουτρώνας. Η ύπαρξη λουτρικού συγκροτήματος σε ένα μοναστήρι δεν ήταν σύνηθες φαινόμενο και υποδήλωνε ακμή και ευημερία. Αν και ο αριθμός των μοναστηριακών λουτρών που έχουν διασωθεί είναι αρκετά περιορισμένος, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι τόσο η αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση, όσο και η τεχνολογία θέρμανσης και κυκλοφορίας του νερού ήταν ανάλογες με αυτές των λουτρών των λαϊκών, που συνέχιζαν τις ρωμαϊκές παραδόσεις.Έτσι, τα λουτρά στις μονές αποτελούνταν από τέσσερις αίθουσες. Η πρώτη ήταν ο προθάλαμος, όπου οι λουόμενοι άφηναν τα ρούχα τους. Ακολουθούσαν οι δύο αίθουσες εφίδρωσης, το χλιαρόν ή χλιαροψύχριον και το θερμόν. To λουτρό ολοκληρωνόταν στην τέταρτη αίθουσα, όπου υπήρχαν δεξαμενές-πισίνες για κολύμπι σε θερμό ή κρύο νερό. To νερό στο θερμόν και τη ζεστή δεξαμενή ζεσταινόταν από θερμό αέρα, ο οποίος παραγόταν από φωτιά που έκαιγε κάτω από το δάπεδο, στο υπόκαυστο, και διαχεόταν μέσω εντοιχισμένων πήλινων αγωγών. Από τα λουτρά του Δαφνίου έχουν σωθεί μόνο τα υπόκαυστα, που εντοπίστηκαν στα νοτιοδυτικά του καθολικού. Η ανοδομή είναι πλήρως κατεδαφισμένη. Η είσοδος στον χώρο γινόταν από τα δυτικά.

Η κινστέρνα. Στα νοτιοδυτικά του καθολικού έχει εντοπιστεί ορθογώνια υπόγεια δεξαμενή με διαστάσεις 13,3x4,95 μ. για τη συλλογή του βρόχινου νερού. Βρίσκεται κάτω από τα κελιά του 16ου αιώνα. Ο κατά μήκος άξονας της κινστέρνας έχει προσανατολισμό ΝΑ-ΒΔ και βρίσκεται στη συμβολή (μισγάγκειαν) δύο κλιτύων. Η χωρητικότητά της έχει υπολογιστεί στα 300 κυβικά μέτρα, ενώ ο πυθμένας της βρίσκεται σε βάθος περίπου 7 μ. από το σημερινό δάπεδο της αυλής στα νότια του ναού. To εσωτερικό ήταν χωρισμένο σε δύο καμαροσκεπή κλίτη που έβαιναν σε τρεις κίονες και οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με υδραυλικό κονίαμα. Η συλλογή του νερού γινόταν μέσω κυκλικών ανοιγμάτων με μαρμάρινη επένδυση στην κορυφή των καμαρών. Στο χαμηλότερο σημείο της άνω επιφάνειας της κινστέρνας είχε ανοιχτεί φρεάτιο καθαρισμού ορθογώνιας διατομής. Παρόμοιες δίκλιτες κινστέρνες έχουν εντοπιστεί στη μονή του Οσίου Λουκά και στην Αγία Σοφία του Μυστρά. Μ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλιζόταν η επάρκεια νερού. 

Η ορθογώνια αίθουσα. Στα νότια του καθολικού βρίσκονται τα ερείπια μιας στενόμακρης ορθογώνιας αίθουσας διαστάσεων 23x6,5 μ. με προσανατολισμό Α-Δ, τυπική μεσοβυζαντινή τοιχοδομία και δάπεδο στρωμένο με πήλινες πλάκες. Κατά μήκος του βόρειου και του νότιου τοίχου υπήρχαν κίονες. Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν τον καθορισμό της χρήσης τής εν λόγω αίθουσας.

Ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Νικολάου. 
Μέσα στο δάσος που απλώνεται στα ανατολικά του περιβόλου της μονής Δαφνίου έχει εντοπιστεί το ερειπωμένο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου. Είχε χτιστεί την ίδια εποχή με το καθολικό και φαίνεται ότι αποτελούσε τον κοιμητηριακό ναό της μονής. Τα νεκροταφεία των μονών τοποθετούνταν κατά κανόνα εκτός του περιβόλου για λόγους υγιεινής. Ο Άγιος Νικόλαος είναι μια μικρή θολωτή βασιλική χτισμένη κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοδομίας. Κάτω από τον ναΐσκο εντοπίστηκε υπόγεια κρύπτη σκαμμένη στον μαλακό πωρόλιθο του υπεδάφους. Εκεί είχαν κατασκευαστεί γύρω από κεντρικό διάδρομο τρία τετράγωνα οστεοφυλάκια επιστεφόμενα με καμάρες (αρκοσόλια) και σκεπασμένα με λίθινες πλάκες. Ο ναός του Αγίου Νικολάου σώζεται σήμερα και βρίσκεται σε απόσταση 20 μέτρων από το κτήριο του Τουριστικού Περιπτέρου. 

Η ψηφιδωτή διακόσμηση της μονής Δαφνίου 
Η μονή Δαφνίου χρωστά τη μεγάλη φήμη της σε πανελλήνιο αλλά και παγκόσμιο επίπεδο στα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τους τοίχους του καθολικού της. Όπως θα δούμε παρακάτω, τόσο η τεχνοτροπία όσο και η τεχνική κατασκευής τους είναι εξαιρετικής ποιότητας και καθιστούν το καθολικό του Δαφνίου ένα από τα πλέον σημαντικά βυζαντινά μνημεία του ελλαδικού χώρου, εφάμιλλο των μνημειακών ναών της Κωνσταντινούπολης. 

To μεγαλείο των ψηφιδωτών διατηρείται μέχρι τις μέρες μας, παρά τις επάλληλες ζημιές που έχουν υποστεί από σεισμούς το 1889, το 1894, και πιο πρόσφατα το 1981 και το 1999. Επίσης, οι στερεωτικές εργασίες του ψηφοθέτη Fransisco Novo αμέσως μετά τον πρώτο σεισμό (1892-1897) προκάλεσαν σημαντικές αλλοιώσεις στο εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού, καθώς ορισμένες παραστάσεις, κυρίως μορφές αγίων, τοποθετήθηκαν σε θέση διαφορετική από αυτήν που είχαν αρχικά. Επιπλέον, ο Νονο προχώρησε σε συμπληρώσεις και προσθήκες, οι οποίες σήμερα κρίνονται κακότεχνες και ιδιαιτέρως αυθαίρετες, με άλλα λόγια ανεπίτρεπτες. Πάντως στις υψηλότερες επιφάνειες των τοίχων του ναού τα ψηφιδωτά σώζονται σε αρκετά καλή κατάσταση. Παρά τα παραπάνω προβλήματα οι αρχαιολόγοι, με τη βοήθεια των περιγραφών των περιηγητών, έχουν κατορθώσει να αποκαταστήσουν την εικόνα που είχε η ψηφιδωτή διακόσμηση του καθολικού της μονής Δαφνίου αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της. Βάσει της στυλιστικής αποτίμησης των απεικονιζόμενων συνθέσεων, αυτή τοποθετείται στις τελευταίες δεκαετίες του 11ου αιώνα. To εικονογραφικό πρόγραμμα ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τα πρότυπα που είχαν καθιερωθεί στην Κωνσταντινούπολη μετά τη λήξη της Εικονομαχίας (726-787 και 815-843). Αυτό σημαίνει ότι στον τρούλο δεσπόζει η μορφή του Χριστού Παντοκράτορα πλαισιωμένη από διάφορους προφήτες, ενώ στα ημιχώνια και τα υψηλότερα μέρη του ναού έχουμε ευαγγελικές σκηνές, δηλαδή επεισόδια από τη ζωή του Χριστού.

Αυτό το εικονογραφικό πρόγραμμα συμβολίζει τις νέες δογματικές αντιλήψεις που προέκυψαν από τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας και την οριστική αποκατάσταση των εικόνων το 843. Η ιδέα της ενσάρκωσης του θείου υπήρξε το βασικό επιχείρημα της εικονόφιλης ομάδας, καθώς χάρη στην πραγμάτωσή της οι άνθρωποι απέκτησαν τη δυνατότητα να βλέπουν και συνακόλουθα να απεικονίζουν το θείο. Έτσι, η θεϊκή ενσάρκωση αποτέλεσε τον βασικό άξονα γύρω από τον οποίο διαμορφώθηκε το νέο εικονογραφικό πρόγραμμα. Τώρα, λοιπόν, ο ναός αντιμετωπίζεται σαν μια μικρογραφία του σύμπαντος. Πιο αναλυτικά, ο τρούλος και η αψίδα που δεσπόζουν στον κατακόρυφο και τον κατά μήκος άξονα του ναϊκού οικοδομήματος συμβολίζουν την ουράνια σφαίρα, ενώ οι κατώτερες ζώνες τη γήινη.Έτσι, ο τρούλος καταλαμβάνεται από παράσταση του Χριστού Παντοκράτορα, η οποία αποτελεί στην ουσία έκφραση του δόγματος του ομοούσιου. Ο Παντοκράτωρ περιστοιχίζεται από αγγελικές δυνάμεις και προφήτες. Στα σφαιρικά τρίγωνα παριστάνονται οι τέσσερις ευαγγελιστές που κατέγραψαν τη θεία ενσάρκωση και έδρασαν ως σύνδεσμοι μεταξύ γήινης και ουράνιας σφαίρας. Η πραγματοποίηση της ενσάρκωσης, δηλαδή διάφορα περιστατικά και γεγονότα από την επίγεια ζωή του Χριστού (χριστολογικές σκηνές), τοποθετείται στην αμέσως κατώτερη ζώνη του ναού, δηλαδή τις καμάρες, τα τύμπανα των κεραιών του σταυρού και τα ανώτερα μέρη των τοίχων. Στην κατώτερη ζώνη των τοίχων απεικονίζονται οι άγιοι, που απολαμβάνουν μαζί με τους πιστούς που έχουν προσέλθει στον ναό τη θέαση του θείου.
Ο Παντοκράτορας-«Δίκαιος Κριτής» στο μετάλλιο του τρούλου του καθολικού της μονής Δαφνίου. Η αυστηρότητα και η ένταση του βλέμματος οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στα ισχυρά τοξωτά φρύδια και τις σκούρες σκιές γύρω από τα μάτια. Η σχετικά σχηματική και επίπεδη απόδοση των πλαστικών αξιών του προσώπου, απομακρύνει τη μορφή του Παντοκράτορα από την κλασικιστική τεχνοτροπία με την οποία έχουν εκτελεστεί όλες οι άλλες μορφές. Η σκουρόχρωμη, πυκνή γενειάδα επιτείνει την εντύπωση της αυστηρότητας. Η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον δείκτη από το μεσαίο δάκτυλο πάνω στο ευαγγέλιο προσδίδει ένταση στη χειρονομία, που βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τον όλο δυναμισμό της μορφής.
Στην αψίδα του ιερού τοποθετείται η Παναγία-Πλατυτέρα. Η θεοτόκος, ο φορέας της θεϊκής ενσάρκωσης, δέεται για τη σωτηρία των ανθρώπων και μεσολαβεί ως σύνδεσμος μεταξύ της ουράνιας και της γήινης σφαίρας, μεταξύ του θεού και των ανθρώπων. Στο ημικυλινδρικό τμήμα της αψίδας έχουμε θέματα σχετικά με τη θεία Λειτουργία συνήθως περιλαμβάνουν την Κοινωνία των Αποστόλων (μετάδοση-μετάληψη) καθώς και διάφορους Πατέρες της Εκκλησίας. 
Στο καθολικό της μονής Δαφνίου, που είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της θεοτόκου, το παραπάνω τυπικό ακολουθείται εμπλουτισμένο με σκηνές από τον βίο της Παναγίας (μαριολογικές σκηνές). Η έμφαση στην Παναγία προκύπτει από τον πρωταρχικό της ρόλο στην ενσάρκωση του θείου και είναι αρκετά συχνό φαινόμενο στα μετα-εικονομαχικά εικονογραφικά προγράμματα. 
Ο υποβλητικός Παντοκράτορας που καταλαμβάνει το μετάλλιο του τρούλου στο Δαφνί εικονίζεται ως απόλυτος «Δίκαιος Κριτής». Κοιτάζει τον θεατή με πλάγιο, διαπεραστικό και αυστηρό βλέμμα. Ο Παύλος Αποστόλου, ο συντηρητής των ψηφιδωτών του τρούλου στο Λεμονόδασος του Κοσμά Πολίτη, έμεινε έκπληκτος και μάλλον μπερδεμένος με την αυστηρότητα της μορφής: 
«Πρίν αρχίσω την εργασία [στο ψηφιδωτό του Παντοκράτορα], έμεινα εκεί ώρες ολόκληρες, μονάχος με τον εαυτό μου, προσπάθησα να καταλάβω. Άδικα όμως. 
»Αλήθεια, ένιωσα μόνο ένα ενδιαφέρον αρχαιολογικό. Δεν μπορώ να προσωποποιήσω έτσι το θεό μου, συνοφρυωμένο και εκδικητικό. Μέσα στο δεξίμάτι του Παντοκράτορα βρήκα μπηγμένη την αιχμή από ένα βέλος. Βέβαια ένα βέλος σαρακηνό ή κάποιου σταυροφόρου. Δοκίμασα τη χαρά του συλλέχτη που αποχτά ένα πολύτιμο κομμάτι. Δε θα 'πρεπε να φρίξω για την ιεροσυλία;». 
Η αυστηρότητα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα ισχυρά τοξωτά φρύδια και τις σκούρες σκιές κάτω από αυτά, αλλά και κάτω από τα μάτια. Η σκουρόχρωμη, πυκνή γενειάδα επιτείνει την εντύπωση της αυστηρότητας. Η σχετικά σχηματική και επίπεδη απόδοση των πλαστικών αξιών του προσώπου του Παντοκράτορα, τον απομακρύνει από την κλασικιστική τεχνοτροπία με την οποία έχουν εκτελεστεί όλες οι άλλες μορφές. Η μορφή πλαισιώνεται από πλούσια καστανή κυματιστή κόμη. Με το δεξί χέρι ευλογεί, ενώ στο αριστερό κρατά ογκώδες χρυσόδετο (χρυσή στάχωση) ευαγγέλιο. Η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον δείκτη από το μεσαίο δάκτυλο πάνω στο ευαγγέλιο προσδίδει ένταση στη χειρονομία, που βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τον όλο δυναμισμό της μορφής. Στο τύμπανο του τρούλου είχαν τοποθετηθεί οι μορφές δεκαέξι μετωπικά ιστάμενων προφητών. Οι ήρεμες στάσεις τους θυμίζουν αρχαίους φιλοσόφους και ρήτορες. Η κλασικιστική αντίληψη είναι ιδιαίτερα εμφανής στο ανάγλυφο πλάσιμο κάποιων μορφών καθώς και στη στοχαστική έκφραση των ματιών τους. Κάποιοι, όμως, από τους εικονιζόμενους προφήτες έχουν βλέμματα και πρόσωπα αυστηρά, έντονα σκιασμένα, που θυμίζουν τον Παντοκράτορα. Η σημερινή τοποθέτηση κάποιων μορφών δεν είναι η αρχική.
Η Γέννηση στο νοτιοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου. Η παράσταση χαρακτηρίζεται από έντονο κλασικισμό, ο οποίος είναι εμφανής στην απόδοση του τοπίου, στα γαλήνια και με έντονη πλαστικότητα πρόσωπα των εικονιζόμενων μορφών, στην ήρεμη πτυχολογία των ενδυμάτων και στις αρμονικές κινήσεις τους.
Στα τέσσερα ημιχώνια που ανοίγονται κάτω από το τύμπανο του τρούλου, οι Βυζαντινοί ψηφοθέτες είχαν απεικονίσει τις πλέον σημαντικές ευαγγελικές σκηνές πριν από το Πάθος, δηλαδή τον Ευαγγελισμό (βορειοανατολικό ημιχώνιο), τη Γέννηση (νοτιοανατολικό ημιχώνιο), τη Βάπτιση (νοτιοδυτικό ημιχώνιο) και τη Μεταμόρφωση (βορειοδυτικό ημιχώνιο). Και οι τέσσερις παραστάσεις σώζονται λιγότερο ή περισσότερο αποσπασματικά. Η πρώτη από αυτές λαμβάνει χώρα σε ενιαίο χρυσό κάμπο (βάθος) χωρίς την παραμικρή δήλωση τοπίου. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ πλησιάζει με ήρεμη, αρμονική κίνηση την Παναγία, θυμίζοντας αρχαιοελληνική παράσταση Νίκης. Τα ενδύματά του -λευκό ιμάτιο πάνω από σκούρο γαλάζιο χιτώνα- είναι ελαφρώς πτυχωμένα και ακολουθούν τις κινήσεις του σώματος. Η Παναγία στα δεξιά, εικονίζεται μετωπικά, να στέκεται μπροστά σε θρόνο με το κεφάλι στραμμένο ελάχιστα προς τα δεξιά. Η έκφραση και των δύο μορφών είναι ευγενική και γαλήνια. Τα φτερά του αρχάγγελου και τα ενδύματα και των δύο μορφών έχουν στολιστεί κατά τόπους με χρυσές ψηφίδες. 
Η μορφή της Παναγίας από την έντονα κλασικιστική παράσταση της Σταύρωσης. To ψυχικό πάθος της Παναγίας δηλώνεται από τη βαθιά μελαγχολική έκφραση και την ευγενική χειρονομία της. Η αρμονική σωματική διάπλαση και η στάση τόσο της Παναγίας όσο και του ωάννη (απέναντι) ανάγονται σε πρότυπα της κλασικής αρχαιότητας.
Η σκηνή της Γέννησης διαδραματίζεται σε σχεδόν ειδυλλιακό τοπίο. To βραχώδες σπήλαιο που φιλοξενεί την Παναγία και τον νεογέννητο Χριστό, με χρυσές ανταύγειες στην κορυφή του από τη λάμψη του αστεριού, περιβάλλεται από χαμηλούς λόφους με περιορισμένη βλάστηση, ενώ κάτω δεξιά ομάδα προβάτων πίνει νερό από ένα ρυάκι. Ο κλασικισμός που χαρακτηρίζει την απόδοση του τοπίου βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τις γαλήνιες μορφές της Παναγίας και του Ιωσήφ, καθώς και των τεσσάρων αγγέλων και των δύο βοσκών που γεμίζουν την ανώτερη ζώνη της παράστασης. Και εδώ οι πτυχολογίες είναι ήρεμες και ακολουθούν την κίνηση των σωμάτων, οι κινήσεις είναι αρμονικές και το πλάσιμο των προσώπων χαρακτηρίζεται από έντονη πλαστικότητα.

Στο κέντρο της ιδιαίτερα συμμετρικής σκηνής της Βάπτισης κυριαρχεί η γυμνή μορφή του Ιησού, εμβαπτισμένου μέχρι το στήθος στα νερά του Ιορδάνη. To γυμνό σώμα, που διακρίνεται ξεκάθαρα μέσα στο ανοιχτό γαλάζιο νερό του ποταμού, έχει πλαστεί με αβρότητα μέσω της χρήσης μικρότατων λευκών και ρόδινων ψηφίδων. To ίδιο ισχύει για το πρόσωπο του Χριστού αλλά και των υπόλοιπων μορφών της σύνθεσης. Οι σωστές αναλογίες του γυμνού σώματος καθώς και η ελαφρά κίνησή του σε στροφή προς τον Πρόδρομο στα αριστερά, θυμίζουν κλασικό άγαλμα. Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες παραστάσεις Βαπτίσεως όπου ο Χριστός εικονίζεται εντελώς γυμνός. Στα δεξιά έχουν τοποθετηθεί δύο άγγελοι με τα χέρια σκεπασμένα με λέντια (προσόψια), προκειμένου να σκουπίσουν το σώμα του Χριστού μετά την ολοκλήρωση της βάπτισης. To χέρι και το πόδι που διακρίνονται κάτω δεξιά ανήκουν σε ανδρική γεροντική μορφή, την προσωποποίηση του ποταμού Ιορδάνη. Τέλος, στη σκηνή της Μεταμόρφωσης έχουμε τον Χριστό μέσα σε ελλειψοειδή γαλανόλευκη δόξα, πλαισιωμένη από πλατιά ταινία από ασημένιες ψηφίδες, να δεσπόζει σε χαλαρή μετωπική στάση αρχαίου ρήτορα στο όρος θαβώρ. Με το δεξί χέρι ευλογεί, ενώ στο αριστερό κρατά τυλιγμένο ειλητάριο. Όπως οι προφήτες στο τύμπανο του τρούλου, η μορφή αντλεί τα πρότυπά της από τη γλυπτική των κλασικών χρόνων. To θαβώρ αποδίδεται ως σειρά χαμηλών λόφων στο κατώτατο μέρος της σύνθεσης, όπου βρίσκονται και οι απόστολοι Πέτρος, Ιωάννης και Ιάκωβος, γονατισμένοι και θαμπωμένοι από τη θεϊκή λάμψη. Αριστερά και δεξιά του Ιησού βρίσκονται οι δεόμενοι προφήτες Ηλίας και Μωυσής αντίστοιχα. Και εδώ, παρά τον έντονα μεταφυσικό χαρακτήρα της σκηνής, οι κινήσεις των μορφών χαρακτηρίζονται από χάρη, η πτυχολογία εναρμονίζεται με τη συγκρατημένη κίνηση των σωμάτων και οι σωματικοί όγκοι και οι πλαστικές αξίες των προσώπων αποδίδονται με ανάγλυφο τρόπο. Στις μικρές κόγχες κάτω από τα ημιχώνια έχουν τοποθετηθεί σε στηθάρια ο προφήτης Ααρών (βορειοανατολικό ημιχώνιο, Ευαγγελισμός), ο άγιος Γρηγόριος ο Ακραγαντίνος (νοτιοανατολικό ημιχώνιο, Γέννηση), ο άγιος Γρηγόριος ο θαυματουργός (νοτιοδυτικό ημιχώνιο, Βάπτιση) και ο προφήτης Ζαχαρίας (βορειοδυτικό ημιχώνιο, Μεταμόρφωση). Την αψίδα του ιερού καταλαμβάνει η Παναγία που έχει απεικονιστεί ένθρονη και βρεφοκρατούσα Η μορφή είναι κατεστραμμένη σε μεγάλο βαθμό, καθώς σώζεται μόνο το κάτω μέρος της. Τη συνόδευε η ελάχιστα σωζόμενη επιγραφή «Μεγάλη η δόξα του οίκου τούτου η εσχάτη υπέρ την πρώτην, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (προφητεία Αγγαίου 2, 9). Η Πλατυτέρα των Ουρανών πλαισιώνεται από τους επιβλητικούς αρχάγγελους Μιχαήλ και Γαβριήλ, που στέκονται μετωπικοί στις δύο πλάγιες κόγχες. Φορούν βαρύτιμα, χρυσοποικιλμένα ενδύματα και πατούν σε πολυτελή υποπόδια. Τα πρόσωπά τους είναι γαλήνια και σοβαρά Στον θόλο του Ιερού Βήματος είχε τοποθετηθεί η αποκαλυπτική σκηνή της Ετοιμασίας του θρόνου, η οποία συμβολίζει τη Δεύτερη Παρουσία. Δυστυχώς, η παράσταση αυτή είναι σχεδόν ολοκληρωτικά κατεστραμμένη. Στα μέτωπα των τοίχων που χωρίζουν το ιερό από τα παραβήματα είχαν απεικονιστεί ολόσωμοι η Βρεφοκρατούσα Παναγία (βόρειος τοίχος) και ο Χριστός (νότιος τοίχος). Αυτές οι δύο παραστάσεις, που περιβάλλονταν από προσκυνητάρια εν είδει δεσποτικών εικόνων, ελάχιστα σώζονται σήμερα.
Η μορφή του Ιωάννη από την παράσταση της Σταύρωσης.
Η μορφή, όπως και αυτή της Παναγίας (απέναντι), χαρακτηρίζεται από ανάγλυφη πλαστικότητα και είναι δομημένη με σωστές αναλογίες.
To διακονικό, στα νότια του Ιερού Βήματος, έχει κοσμηθεί με τις μορφές των αγίων Ελευθερίου, Αβέρκου, Λαυρεντίου και Εύπλου, που είναι διαταγμένοι ανά ζεύγη στα τόξα που πλαισιώνουν το σταυροθόλιο της οροφής. To τελευταίο είναι διακοσμημένο με χριστόγραμμα. Στην κόγχη του διακονικού δεσπόζει η μορφή του αγίου Νικολάου. Η όλη σύνθεση «πατάει» σε χρυσό βάθος. Ανάλογη διαμόρφωση υπάρχει και στην οροφή της πρόθεσης, όπου συναντάμε τους αγίους Σιλβέστρο, Άνθιμο, Στέφανο και Ρουφίνο, ενώ την κόγχη καταλαμβάνει ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Ο άγιος Νικόλαος και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος αποτελούν τις πλέον σημαντικές μετά την Παναγία μεσολαβητικές-συνδετικές με το θείο μορφές της χριστιανικής Εκκλησίας. Τα αυστηρά πρόσωπα του Προδρόμου και του αγίου Νικολάου, με το διαπεραστικό βλέμμα, τα τοξωτά φρύδια και τις σκούρες σκιές γύρω από τα μάτια, θυμίζουν έντονα τον Παντοκράτορα, καθώς και κάποιες από τις προφητικές μορφές στον τρούλο. Πρόκειται για τα μοναδικά παραδείγματα σε ολόκληρο το ψηφιδωτό εικονογραφικό πρόγραμμα του καθολικού, που δεν ακολουθούν κλασικιστικά πρότυπα.
Η παράσταση της Γέννησης της Θεοτόκου από το καθολικό της μονής Δαφνίου.
Στις υπόλοιπες επιφάνειες των τοίχων του κυρίως ναού έχουν απεικονιστεί ποικίλες σκηνές από τη ζωή του Χριστού, αλλά και της Παναγίας, στην οποία είναι αφιερωμένος ο ναός. Οι κατώτερες ζώνες φιλοξενούν μονές μορφές, δηλαδή διάφορους αγίους και μάρτυρες. Η αντιπαράθεση και η διασύνδεση των χριστολογικών με τις μαριολογικές παραστάσεις ή με χριστολογικές σκηνές όπου η Παναγία παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, έχει γίνει με τρόπο ισορροπημένο και ιδιαίτερα μελετημένο. Έτσι στην άνω ζώνη του ανατολικού τμήματος του ναού, όπου δέσποζε η ένθρονη Πλατυτέρα της αψίδας, βρίσκουμε παραστάσεις όπου πρωταγωνιστεί η θεοτόκος: Γενέσιο της θεοτόκου στον ανατολικό τοίχο της βόρειας κεραίας και Προσκύνηση των Μάγων στον ανατολικό τοίχο της νότιας κεραίας. Σε αυτές έρχονται να προστεθούν η Γέννηση και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στα ανατολικά ημιχώνια, που εξετάσαμε αναλυτικά παραπάνω. Κάτω από το Γενέσιο της Θεοτόκου βρίσκουμε τη Σταύρωση, ενώ κάτω από την Προσκύνηση των Μάγων την Κάθοδο στον Άδη, σκηνές θεμελιώδεις στον χριστολογικό κύκλο. Στο δυτικό τμήμα, από την άλλη πλευρά, κυριαρχούν παραστάσεις με επεισόδια από τον βίο του Χριστού: στην άνω ζώνη του δυτικού τοίχου της βόρειας κεραίας έχουμε την Έγερση του Λαζάρου (πλήρως όμως κατεστραμμένη) και στην κάτω τη σκηνή της Εισόδου στα Ιεροσόλυμα (Βαϊοφόρος). Αντίστοιχα, στον δυτικό τοίχο της νότιας κεραίας εικονίζεται η Απιστία του Θωμά και η Ανάσταση. Οι παραστάσεις στα δυτικά ημιχώνια περιλαμβάνουν, όπως ήδη έχει αναφερθεί, τη Βάπτιση και τη Μεταμόρφωση. Στον δυτικό τοίχο, ακριβώς πάνω από την είσοδο, δεσπόζει η σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένη σήμερα παράσταση της Κοίμησης της θεοτόκου.
Η μορφή της Παναγίας από την παράσταση του Ευαγγελισμού στο βορειοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου.

Η μορφή του αρχάγγελου Γαβριήλ, που με την ήρεμη, αρμονική κίνησή του θυμίζει αρχαιοελληνική Νίκη, από την παράσταση του Ευαγγελισμού στο βορειοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου.

Αγγελοι από την παράσταση της Βάπτισης στο νοτιοδυτικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου.

Η μελετημένη αντιπαράθεση χριστολογικών και μαριολογικών σκηνών χαρακτηρίζει και τη διακόσμηση του εσωνάρθηκα.Έτσι, στο βόρειο τμήμα έχουμε σκηνές από το πάθος του Χριστού: Νιπτήρας (κατεστραμμένη σε μεγάλο βαθμό), Μυστικός Δείπνος (κατεστραμμένη σε πολύ μεγάλο βαθμό) και Προδοσία του Ιούδα. To νότιο τμήμα του εσωνάρθηκα φιλοξενεί σκηνές όπου πρωταγωνιστεί η Παναγία: η Προσευχή της αγίας Άννας με τον Ευαγγελισμό του Ιωακείμ, η Ευλογία των Ιερέων και τα Εισόδια της θεοτόκου. Ομοίως με τα ψηφιδωτά του τρούλου και του Ιερού Βήματος, που συζητήσαμε πριν, οι ευαγγελικές σκηνές που προαναφέρθηκαν ακολουθούν κλασικιστικά πρότυπα στην απόδοση τόσο των μορφών, όσο και των τοπίων ή των σκηνικών μέσα στα οποία λαμβάνουν χώρα. Έτσι, στην παράσταση της Προσκύνησης των Μάγων αλλά και στην Προσευχή της αγίας Άννας ζωντανεύει η επίσημη ατμόσφαιρα και η πολυτέλεια του παλατιού. Στην πρώτη η Παναγία, ένθρονη και κρατώντας στα χέρια της τον μικρό Χριστό, υποδέχεται τους τρεις Μάγους, που είναι ντυμένοι με καταστόλιστα ανατολίτικα ενδύματα. Η Προσευχή της αγίας Άννας εξελίσσεται σε ανθισμένο κήπο με πλούσια βλάστηση και μια καλοφτιαγμένη βρύση που επιστέφεται από σιντριβάνι. Πίσω από την πρωταγωνίστρια της σκηνής υπάρχει μικρή θεραπαινίδα, που ξεπροβάλλει από πόρτα φραγμένη με παραπέτασμα.
Η παράσταση της Ανάστασης από το καθολικό της μονής Δαφνίου.

Η παράσταση της Προσκύνησης των Μάγων. Εδώ αναπαριστάνονται η επίσημη ατμόσφαιρα και η πολυτέλεια του παλατιού, που είναι ιδιαίτερα εμφανείς στον θρόνο της Παναγίας και στα βαρύτιμα ενδύματα των Μάγων.
Η κλασικιστική λιτότητα και η ήρεμη, συγκρατημένη θλίψη της Σταύρωσης προκαλούν συγκίνηση στον θεατή ακόμη και σήμερα. Η Παναγία και ο Ιωάννης στέκονται εκατέρωθεν του Εσταυρωμένου, η αρμονική σωματική διάπλαση του οποίου αντικατοπτρίζει κλασικά πρότυπα. To ψυχικό τους πάθος δηλώνεται από τη βαθιά μελαγχολική έκφραση και τις ευγενικές χειρονομίες τους, που ανάγονται σε επιτύμβια γλυπτά της κλασικής αρχαιότητας: η Παναγία, στα αριστερά, δείχνει προς τον Χριστό με το δεξί χέρι, ενώ φέρνει το αριστερό κάτω από το πηγούνι, κρατώντας ένα μικρό μαντίλι. Ο Ιωάννης, στα δεξιά, κλίνει την κεφαλή προς τον Χριστό, αν και στρέφει το βλέμμα του στην αντίθετη κατεύθυνση, σηκώνοντας προς τα πάνω το δεξί του χέρι. Τα ενδύματα παρουσιάζουν ήρεμη πτυχολογία. Οι μορφές είναι δομημένες με πολύ σωστές αναλογίες, ενώ η ανάγλυφη πλαστικότητά τους προκύπτει από τους μαλακούς χρωματικούς τόνους και την αποφυγή έντονων φωτοσκιάσεων. Στην Ανάσταση ο θριαμβευτής Χριστός, ολόφωτος, με λευκόχρυσο ιμάτιο και χιτώνα, κινείται δυναμικά προς τα αριστερά κρατώντας τον σταυρό. Μέσα από μια λάρνακα στα αριστερά ξεπροβάλλουν ο Αδάμ και η Εύα, ενώ πίσω τους διακρίνονται οι δίκαιοι Δαβίδ και Σολομών με πολυτελή ενδύματα και χρυσά στέμματα κοσμημένα με μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους. Στα δεξιά έχουμε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και ομάδα δικαίων. Στα πόδια του νικητή σφαδάζει ηττημένος ο Άδης σε στάση όμοια με αυτή του υστερορωμαϊκού θνήσκοντος Γαλάτη, που μαρτυρά την ιδιαίτερη εξοικείωση με τα κλασικά πρότυπα και τη δημιουργική αφομοίωσή τους. 
Στο σύνολο των ψηφιδωτών του Δαφνίου παρατηρείται η έντονη διάθεση για αναβίωση του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα της κλασικής τέχνης. Αυτή είναι ιδιαίτερα φανερή στη θαυμαστή ισορροπία που χαρακτηρίζει τη διάταξη των συνθέσεων, στην πλαστική - τρισδιάστατη αντίληψη των μορφών αλλά και του περιβάλλοντος χώρου, στη φωτεινότητα των τόνων και την ηπιότητα των χρωματισμών. Φαίνεται πως οι ψηφοθέτες του Δαφνίου έκαναν συνειδητή προσπάθεια να αποδώσουν την ιδανική ομορφιά. Αυτό οδήγησε σε μορφές αγαλματικές με εξαιρετική ευγένεια στις κινήσεις, καλυμμένες με ενδύματα που πτυχώνονται άνετα ακολουθώντας τις κινήσεις των σωμάτων. Τα συναισθήματα εικονίζονται συγκρατημένα και οι εκφράσεις των ματιών μοιάζουν ιδιαίτερα στοχαστικές. Επίσης παρατηρείται ιδιαίτερη αγάπη για τη λεπτομερή απόδοση του φυσικού περιβάλλοντος και τη σύνθεση ειδυλλιακών τοπίων. Ο ουμανιστικός χαρακτήρας των ψηφιδωτών που κοσμούν τον κυρίως ναό του καθολικού της μονής Δαφνίου βρίσκει τα πιο κοντινά του παράλληλα στις μικρογραφίες της μακεδονικής αναγέννησης.
Ο άγιος Ευστράτιος από το καθολικό της μονής Δαφνίου.
Η αναδρομή στα κλασικά πρότυπα ξεκίνησε από τους φωτισμένους κύκλους της Εκκλησίας και του παλατιού στην Κωνσταντινούπολη κατά τα χρόνια που ακολουθούν τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας και ιδίως κατά την περίοδο της δυναστείας των Μακεδόνων. Τότε παρατηρήθηκε μια ουσιαστική αναγέννηση της τέχνης, με άμεση ή έμμεση αναδρομή στις αρχαίες παραδόσεις. Φορείς των τελευταίων ήταν τα έργα της προεικονομαχικής περιόδου που στήριζαν την αυτοκρατορική ιδεολογία της Νέας Ρώμης. Εξάλλου η αναγέννηση του αρχαίου πνεύματος εναρμονίζεται πλήρως με το πνεύμα της θριαμβεύουσας Εκκλησίας και με το κλίμα σεβασμού προς τις παραδόσεις, που προκύπτει από τον συντηρητισμό - αντίδραση προς την Εικονομαχία και τα κατάλοιπά της. Η ανθρωποκεντρική τέχνη του Δαφνίου τοποθετεί τα ψηφιδωτά της μονής στον αντίποδα της εξίσου λαμπρής ψηφιδωτής διακόσμησης του καθολικού της μονής του Όσιου Λουκά στη Φωκίδα, που χρονολογούνται στην τέταρτη δεκαετία του 11ου αιώνα. Η τεχνοτροπία στον Όσιο Λουκά είναι έντονα αντικλασική: οι αναλογίες των μορφών είναι συχνά παραμορφωμένες, η πτυχολογία νευρική και τα πρόσωπα σχηματοποιημένα, με γραμμικά χαρακτηριστικά και επίπεδο πλάσιμο. Ο αντικλασικισμός που είδαμε στον Παντοκράτορα, σε κάποιες από τις μορφές των προφητών στον τρούλο και τον άγιο Νικόλαο και τον Ιωάννη τον Πρόδρομο στο διακονικό και την πρόθεση αντίστοιχα, θυμίζει έντονα την τέχνη του Όσιου Λουκά. Από την άλλη πλευρά, στα εξαιρετικά ψηφιδωτά του καθολικού της Νέας Μονής Χίου, που χρονολογούνται γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα, παρατηρείται ένας ισορροπημένος συνδυασμός της κλασικής και της γραμμικής εικονογραφικής παράδοσης. To Δαφνί μαζί με τα δύο μνημεία που μόλις προαναφέραμε αποτελούν τα λαμπρότερα δείγματα ψηφιδωτής τέχνης στον ελλαδικό χώρο κατά τον 11ο αιώνα και πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθούν σε Κωνσταντινουπολίτες τεχνίτες, χάρη στην εξαιρετική τεχνική κατασκευής και την άψογη αισθητική ποιότητα που τα χαρακτηρίζει. Πριν κλείσουμε την τεχνοτροπική αποτίμηση των ψηφιδωτών της μονής Δαφνίου, οφείλουμε να αναφέρουμε πως η τεχνοτροπία των παραστάσεων του νάρθηκα διαφοροποιείται ελαφρώς από αυτή του κυρίως ναού- οι μορφές είναι πιο ψιλόλιγνες, η πτυχολογία πιο σχηματοποιημένη και οι κινήσεις και οι εκφράσεις πολύ πιο ζωηρές. Όλα αυτά μας δίνουν μια πρόγευση των καλλιτεχνικών εξελίξεων της κομνήνειας περιόδου, τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας είναι η έκφραση του ανθρώπινου πάθους και η έντονη δραματικότητα. Έτσι, η διακόσμηση του νάρθηκα τοποθετείται λίγο αργότερα από αυτή του κυρίως ναού, δηλαδή στο μεταίχμιο του 11ου προς τον 12ο αιώνα.

Η τεχνική κατασκευής των βυζαντινών ψηφιδωτών 
Στους βυζαντινούς ναούς τα ψηφιδωτά καταλάμβαναν τα ανώτερα τμήματα των τοίχων καθώς και την οροφή, δηλαδή τους θόλους και τον τρούλο, ενώ οι χαμηλότερες επιφάνειες των τοίχων καλύπτονταν από μαρμάρινες πλάκες (ορθομαρμάρωση). Οι ψηφιδωτές παραστάσεις αποτελούν το αποτέλεσμα μακροχρόνιας και επίπονης εργασίας. Οι τεχνίτες έπρεπε να είναι οπλισμένοι με μεγάλη υπομονή, ώστε να αντεπεξέλθουν στο χρονοβόρο έργο της κατασκευής και ακολούθως της τοποθέτησης τεράστιων αριθμών μικρότατων ψηφίδων. Αυτές κατασκευάζονταν, για την ακρίβεια κόβονταν, από ποικίλα υλικά, συχνά ακριβά και σπάνια μάρμαρο και διάφορες άλλες πέτρες με έντονους χρωματισμούς, κεραμίδι και χρωματιστή υαλόμαζα. To γεγονός ότι τα βυζαντινά ψηφιδωτά ήταν μακριά από τα δάπεδα και έτσι δεν κινδύνευαν να φθαρούν από τα πόδια των πιστών, επέτρεψε την εκτεταμένη χρήση γυάλινων ψηφίδων, πράγμα που προσέδιδε αξιοθαύμαστο χρωματικό πλούτο και στιλπνότητα στη διακόσμηση. Βέβαια, όπως διαπιστώσαμε εξετάζοντας την εξαιρετική διακόσμηση του καθολικού της μονής Δαφνίου, η κατεξοχήν αιτία για τη μοναδική λαμπρότητα των βυζαντινών ψηφιδωτών είναι η χρήση χρυσών και αργυρών ψηφίδων. Αυτές οι ψηφίδες χρησιμοποιούνταν για να ποικίλουν πολυτελή ή ιδιαίτερα φωτισμένα ενδύματα, έπιπλα και κτήρια (χρυσοκοντηλιά), αλλά κυρίως για να γεμίσουν το βάθος διαφόρων παραστάσεων. To χρυσό βάθος προσδίδει υπερβατικό-εξωπραγματικό χαρακτήρα στις συνθέσεις και κάνει τις πρωταγωνιστικές μορφές να μοιάζουν άυλες. Οι χρυσές και οι αργυρές ψηφίδες κατασκευάζονταν ως εξής: πάνω σε στρώμα ειδικά επεξεργασμένου γυαλιού άπλωναν κόλλα και ακολούθως λεπτότατο φύλλο χρυσού ή ασημιού. Αυτό με τη σειρά του το κάλυπταν με λεπτό προστατευτικό στρώμα γυαλιού (εφυάλωση). Μετά την κατασκευή και την προσεκτική επιλογή των ψηφίδων, ακολουθούσε η προετοιμασία του τοίχου που θα φιλοξενούσε το ψηφιδωτό. Αρχικά γινόταν στεγανοποίηση με χρήση πίσσας ή ρητίνης, ώστε η πολυτελής παράσταση να προστατευτεί από την υγρασία που θα τραβούσε ο τοίχος. Προκειμένου να συνδεθεί στέρεα το υπόστρωμα των ψηφιδωτών με τον τοίχο, ιδίως σε περιπτώσεις θόλων, κάρφωναν ανά διαστήματα καρφιά με πλατύ κεφάλι, που εξείχαν από τον τοίχο και χώνονταν στο πρώτο στρώμα σοβά του υποστρώματος.

Συνολικά περνούσαν την επιφάνεια του τοίχου με τρία επάλληλα στρώματα σοβά. To πρώτο ήταν αρκετά χονδρό, καθώς περιείχε ασβέστη, άμμο, θηραϊκή γη και τριμμένο κεραμίδι. To μείγμα αυτό, γνωστό ως υδραυλικό κονίαμα ή κουρασάνι, ήταν εξαιρετικής σκληρότητας και ιδιαίτερα ανθεκτικό στην υγρασία. Ακολουθούσε στρώμα λεπτότερου και καθαρότερου κονιάματος, όπου και γινόταν το προσχέδιο της παράστασης του ψηφιδωτού. Ενίοτε το προσχέδιο σε πολύ γενικές γραμμές γινόταν κατευθείαν στον γυμνό, ασοβάτιστο τοίχο, προκειμένου η διακόσμηση να οργανωθεί αποτελεσματικά σε σχέση με το επιθυμητό εικονογραφικό πρόγραμμα και την αρχιτεκτονική διάταξη των χώρων. 
Μετά το δεύτερο στρώμα επιχρίσματος απλωνόταν ένα ακόμα λεπτότερο κονίαμα, πάνω στο οποίο οι υπομονετικοί τεχνίτες έμπηγαν τις ψηφίδες. To τμήμα αυτό της εργασίας ήταν ιδιαίτερα απαιτητικό, καθώς οι απειράριθμες ψηφίδες έπρεπε να τοποθετηθούν στον επιχρισμένο τοίχο με ανόμοια κλίση, ώστε να έχουν διαφορετική συμπεριφορά στο φως, πολλαπλασιάζοντας τη λάμψη της πολύχρωμης επιφάνειας. Ο λεπτότατος σοβάς απλωνόταν τμηματικά, σε επιφάνειες τόσο περιορισμένες, ώστε να επιτρέπουν στους ψηφοθέτες να προλαβαίνουν να δουλεύουν όσο το επίχρισμα ήταν αρκετά νωπό και οι ψηφίδες κολλούσαν καλά. Έτσι, κάθε μέρα εργασίας (μεροκάματο) ξεκινούσε με την επίστρωση του λεπτότερου σοβά στην επιφάνεια που υπολόγιζαν πως θα ολοκληρωνόταν μέχρι το τέλος της ημέρας. Στα σημεία όπου απαιτούνταν εξαιρετική προσήλωση και λεπτομέρεια, όπως τα κεφάλια των μορφών, χρησιμοποιούνταν η μέθοδος της έμμεσης ψηφοθέτησης: τα σχέδια δουλεύονταν σε οθόνια από λινό πανί που τοποθετούνταν στην κατάλληλη θέση του τοίχου. 
Σε αντίθεση με τα αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά ψηφιδωτά, που λειαίνονταν εκτενώς μετά την τοποθέτηση της τελευταίας ψηφίδας, η επιφάνεια των βυζαντινών ψηφιδωτών παρέμενε εντελώς ακατέργαστη. Έτσι, η αντανακλαστικότητα των σε διαφορετικές κλίσεις τοποθετημένων ψηφίδων αυξανόταν ακόμα περισσότερο, προσδίδοντας επιπλέον φωτεινότητα στο τελικό αποτέλεσμα.

ΠΗΓΗ: http://www.haidari.gr/