Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έναρξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έναρξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1939-1945

Η Γερμανία επιτίθεται στην Πολωνία ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1939, σηματοδοτώντας την έναρξη του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου στην Ευρώπη, ο οποίος θεωρείται ως η πιο εκτεταμένη γεωγραφικά και δαπανηρή σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους ένοπλη σύγκρουση στην ιστορία της ανθρωπότητας, στην οποία ενεπλάκη η πλειονότητα των εθνών, με κόστος περίπου 55,5 εκατομμυρίων νεκρών. Άρχισε στις 7 Ιουλίου 1937 στην Ασία και την 1 Σεπτεμβρίου 1939 στην Ευρώπη και τελείωσε στις 2 Σεπτεμβρίου 1945.
WW2Montage.PNG
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν η πιο εκτεταμένη γεωγραφικά και δαπανηρή σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους ένοπλη σύγκρουση στην ιστορία της ανθρωπότητας, στην οποία ενεπλάκη η πλειονότητα των εθνών, με κόστος περίπου 55,5 εκατομμυρίων νεκρών. Άρχισε στις 7 Ιουλίου 1937 στην Ασία και την 1 Σεπτεμβρίου 1939 στην Ευρώπη και τελείωσε στις 2 Σεπτεμβρίου 1945.
«Καινοτομία» αυτού του πολέμου: η ατομική βόμβα. Με το τέλος του πολέμου άρχισε ο Ψυχρός Πόλεμος, εξαιτίας του ανταγωνισμού ΗΠΑ-Σοβιετικής Ένωσης για την παγκόσμια κυριαρχία, ενώ η Μεγάλη Βρετανία αν και βρίσκονταν στο στρατόπεδο των νικητών, έχασε το μεγαλύτερο μέρος των αποικιών της.


Ι. Αίτια – Μεσοπόλεμος

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι νικητές επέβαλαν με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών (Βλ. Συνθήκη Βερσαλλιών ΕΔΩ) στην ηττημένη Γερμανία σκληρότατους όρους, με σκοπό να τη γονατίσουν οικονομικά. Οι πολεμικές επανορθώσεις που επιβλήθηκαν στη Γερμανία ήταν τόσο υπέρογκες, που δημιούργησαν ένα κύμα αντιδράσεων στον Γερμανικό λαό, που πάντα πίστευε ότι δεν έχασε πραγματικά τον πόλεμο αλλά «προδόθηκε». Παράλληλα, ο κόσμος βρισκόταν σε μία οικονομική κρίση που ξεκίνησε με την κατάρρευση του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, η οποία ακολουθήθηκε από μια ταχεία κάμψη της παραγωγής, απασχόλησης και εξωτερικού εμπορίου των ΗΠΑ. Αλυσιδωτά, οι επιπτώσεις ήταν σημαντικές: Το Ηνωμένο Βασίλειο θέσπισε στη διάσκεψη της Οττάβας, το σύστημα της προτίμησης στο εμπόριο με κράτη της Κοινοπολιτείας, ενώ η Φασιστική Ιταλία εφάρμοσε αυστηρούς έλεγχους στην παραγωγή και προχώρησε στη στρατιωτικοποίηση της χώρας.

Η απελπισία από την οικονομική κρίση και το αίσθημα, ότι οι Γερμανοί παρεμποδίζονταν, να έχουν όλα αυτά που δικαιούνταν, οδήγησαν σε μια έξαρση του εθνικισμού και διευκόλυναν την άνοδο στην εξουσία του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος (Βλ. Τάγματα Ασφαλείας των Ναζί SS ΕΔΩ) NSDAP (Βλ. Ναζιστική δικτατορία ΕΔΩ) με αρχηγό τον Χίτλερ (Βλ. Χίτλερ ΕΔΩ). Η πολιτική του Χίτλερ ήταν να αναδημιουργήσει τη Γερμανία αποκτώντας τον αναγκαίο «ζωτικό χώρο» (Lebensraum) και να κάνει ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» με όλους εκείνους, που θεωρούσε, ότι είχαν φέρει τη χώρα στην κακή αυτή κατάσταση. Το τελευταίο, πέρα από τη Γαλλία, περιελάμβανε και τους Εβραίους και ήταν και το βασικό επιχείρημα του αντισημιτισμού του.

Στο ξεκίνημα της διακυβέρνησής του, ο Χίτλερ βεβαίωνε για τις ειρηνικές διαθέσεις του, αλλά στις 14 Οκτωβρίου1933 ανακοίνωσε ότι δεν αναγνώριζε πλέον τους περιορισμούς όσον αφορά στους εξοπλισμούς που είχαν επιβληθεί στη Γερμανία και ότι, ταυτόχρονα, αποσυρόταν από την Κοινωνία των Εθνών. Την παραπάνω εξαγγελία συνόδευσε με προσφορά για περιορισμό των εξοπλισμών βάσει διμερούς συμφωνίας με τη Γαλλία, πράγμα που προκάλεσε αβεβαιότητα για τις πραγματικές του προθέσεις. Μετά τη δολοφονία του Αυστριακού Καγκελάριου Ένγκελμπερτ Ντόλφους, εξερράγη στην Αυστρία φιλοχιτλερικό κίνημα και οι κινήσεις του γερμανικού στρατού δημιούργησαν υπόνοιες για ετοιμασίες επέμβασης στην Αυστρία, η οποία τελικά ματαιώθηκε από μια Ιταλική κινητοποίηση.

Το 1935 ο Χίτλερ, κατόπιν διενέργειας δημοψηφίσματος μεταξύ του τοπικού πληθυσμού, ανακατέλαβε την περιοχή του Σάαρ, ενώ το Μάρτιο του 1936 επανέλαβε την ενέργειά του και στη Ρηνανία. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους συνέπηξε με τον αυτοκράτορα της Ιαπωνίας Χιροχίτο το Γερμανοϊαπωνικό Σύμφωνο. Λίγους μήνες αργότερα (1937) με τη σύμπραξη της Ιταλίας συγκροτήθηκε ο Άξονας Βερολίνου - Ρώμης. Στις 29 Σεπτεμβρίουτου 1939 συνήφθη η Συμφωνία του Μονάχου, με την οποία ο ηγέτης των Ναζί πέτυχε την παραχώρηση άδειας των δυτικών συμμάχων να προβεί σε περαιτέρω επεκτατικές διπλωματικές κινήσεις, με αντάλλαγμα την τήρηση ειρηνικής στάσης εκ μέρους του. Όπως αποδείχθηκε όμως πολύ σύντομα, ο Χίτλερ εξαπάτησε τους υπόλοιπους συνέδρους κερδίζοντας ουσιαστικά, περισσότερο χρόνο για την αρτιότερη προετοιμασία της πολεμικής εκστρατείας που είχε προ πολλού, σχεδιάσει σε βάρος τους.

Σε αντίδραση προς τη Γερμανική επεκτατικότητα, η Γαλλία, μέσω του υπουργού της των Εξωτερικών, Λουί Μπαρτού, προσπάθησε να συνασπίσει όλα τα μέρη, των οποίων τα συμφέροντα, κινδύνευαν από την αναβίωση της γερμανικής ισχύος. Μετά τη δολοφονία του, ο διάδοχός του Πιέρ Λαβάλ προσανατολίστηκε σε μία τετραμερή συμφωνία μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας, Μεγάλης Βρετανίας και Ιταλίας. Αυτό, όμως, ευνοούσε τα ιταλικά σχέδια για επίθεση κατά της Αιθιοπίας. Ο ηγέτης της Ιταλίας, Μουσολίνι (Βλ. Μουσολόνι ΕΔΩ), πέτυχε γαλλοϊταλική συμφωνία που του έδινε ελευθερία δράσης στην Αιθιοπία.

Η Ιαπωνία από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε ξεκινήσει επέκταση βασισμένη στην εκβιομηχάνιση και τον εκσυγχρονισμό της. Το 1905 νίκησε τη Ρωσία και το 1910 κατέλαβε την Κορέα και την έκανε αποικία της. Η πορεία εκδημοκρατισμού της χώρας ανακόπηκε τη δεκαετία του 1930 από την οικονομική κρίση η οποία ανέδειξε πολλούς στρατιωτικούς ηγέτες που ανέλαβαν τον έλεγχο της χώρας στο όνομα του Αυτοκράτορα Χιροχίτο. Το 1931, η Ιαπωνία εισέβαλε στην Εσωτερική Μαντσουρία, και το 1937 έκανε μια νέα εισβολή, κατακτώντας και την υπόλοιπη περιοχή. Γι' αυτό τον λόγο πολλοί μελετητές θεωρούν ως σημείο έναρξης του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου το 1936/1937.


ΙΙ. Διπλωματία

Παρόλο που τα παραπάνω οικονομικά και γεωπολιτικά αίτια έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην υποκίνηση του 2ου Π. Π., θα ήταν λάθος να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή διπλωματία στην περίοδο του Μεσοπολέμου έζησε τις χειρότερες στιγμές της, οι οποίες έδρασαν ως καταλύτης και επιταχυντής της καταστροφής που ακολούθησε. Τα προβλήματα στο τέλος του 1ου Π. Π. περιέπλεξαν πολύ τα ίδια συμφέροντα των νικητών. Η Γαλλία απαίτησε την δια παντός εξασθένηση της Γερμανίας, τρομαγμένη και εξοργισμένη από τις καταστροφές που είχε υποστεί με τον συνεχή, πολεμικό, ανταγωνισμό μαζί της, τα τελευταία 20 χρόνια. Η Αγγλία όμως, δεν ευνοούσε (από την εποχή των Ναπολεόντειων πολέμων ακόμα) (Βλ. Ναπολέων Βοναπάρτης ΕΔΩ) την επικράτηση μίας χώρας στην ηπειρωτική Ευρώπη, βλέποντας τη Γερμανία ως τον φυσικό «μετριαστή» της Γαλλικής επιρροής στην ήπειρο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, που βρήκαν ευκαιρία για μια ακόμη φορά να αναμειχθούν στις υποθέσεις πέραν της δικής τους ηπείρου, προσπάθησαν να εξασκήσουν έμμεσα τη διπλωματική τους επιρροή εναντίον των Αγγλο - Γάλλων, που ουσιαστικά ήταν οι δυο κύριες αποικιακές δυνάμεις στον κόσμο και είχαν υπό τον έλεγχό τους περιοχές, για τις οποίες η ίδια η Αμερική, διατηρούσε αντίστοιχο ενδιαφέρον, ειδικά στα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής και Αραβίας. Ιδιαίτερα η ιδέα των Αμερικανών για τη δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών απέδειξε την αμφίρροπη θέση τους, από την στιγμή που οι ίδιοι απέφυγαν, τελικά, να συμμετάσχουν σε αυτήν. (Σημείωση: Οι Ηνωμένες Πολιτείες έμελλε να είναι το πέμπτο μόνιμο μέλος της ΚτΕ, αλλά η αμερικανική Γερουσία ψήφισε στις 19 Μαρτίου 1920 κατά της κύρωσης της Συνθήκης των Βερσαλλιών, εμποδίζοντας έτσι, την αμερικανική συμμετοχή στον Σύνδεσμο.)

Οι «μικροί» νικητές του 1ου Π. Π., Ιταλία και Ιαπωνία, αρχικά βρέθηκαν στο πλευρό των Αγγλο - Γάλλων με την ελπίδα να τους αναγνωριστούν μεταπολεμικά γεωπολιτικά κέρδη, τα οποία όμως δεν υλοποιήθηκαν, γιατί και οι δυο αυτές χώρες αναζητούσαν τον δικό τους «ζωτικό χώρο» στη Μεσόγειο και τον Ειρηνικό, περιοχές που όμως έλεγχαν σθεναρά Άγγλοι και Αμερικανοί. Όσο για τη Ρωσία, που τώρα ήταν η κοιτίδα των Σοβιέτ και είχε εμπειρίες από τις απόπειρες των Αγγλο - Γάλλων να σταματήσουν την επανάσταση της, αρχικά με στρατιωτική επέμβαση κι αργότερα με απόπειρα δολοφονίας του Λένιν, ένοιωθε την ανάγκη να εξασφαλίσει την επιρροή της στις γειτονικές χώρες. Μάλιστα το 1920 - 1921 ενεπλάκη σε πόλεμο με την Πολωνία. Ταυτόχρονα οι Αγγλο - Γάλλοι φοβήθηκαν ότι, πολύ εύκολα, μια σοβιετική επανάσταση θα μπορούσε να εξαχθεί και στις δικές τους χώρες, με την υποκίνηση της Ρωσίας. Οι Σοβιετικοί από την πλευρά τους, αν και θεωρούσαν τους Δυτικούς ως ιδεολογικούς τους εχθρούς, άλλοτε επιζήτησαν τη συμμαχία τους εναντίον του Χίτλερ και άλλοτε επιδίωξαν τον διαχωρισμό της θέσης τους από αυτούς.

Αυτοί οι πολύπλοκοι ανταγωνισμοί επέτρεψαν στους Χίτλερ και Μουσολίνι να ελιχθούν διπλωματικά μεταξύ των νικητών του 1ου Π. Π. και να αποκομίσουν τεράστια οφέλη και, κυρίως, ανοχή για μεγάλο διάστημα, πράγμα που τους επέτρεψε να οικοδομήσουν το περιβάλλον εκείνο, που θα τους επέτρεπε να εξαπολύσουν τον 2ο Π. Π. Η Αγγλο - Γαλλική διπλωματία από τη μία μεριά έβλεπε στα πρόσωπα των δυο δικτατόρων ένα «αντισοβιετικό τείχος», έναν αντικομουνιστικό «χωροφύλακα» στην Ευρώπη, πράγμα που διευκόλυνε την ανοχή στο ναζιστικό καθεστώς, ενώ πεισματικά ήθελαν να πιστεύουν (και ειδικά οι Άγγλοι) ότι απέφευγαν μια βέβαια πολεμική σύγκρουση, που διαφορετικά θα έθετε τελικά σε κίνδυνο τις αποικίες τους ανά τον κόσμο, που απαιτούσαν χρήμα και μέσα για να διατηρήσουν.

Παράλληλα, οι Αμερικανοί παρακολουθούσαν ήδη από τη δεκαετία του 1920 τις κινήσεις της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό και καταλάβαιναν ότι τελικά η σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη αλλά οι πολιτικοί της είχαν υποσχεθεί να μην επιτρέψουν ξανά να πεθάνουν τα παιδιά τους για τα συμφέροντα των χωρών έξω από την ήπειρό τους, πράγμα που τους έκανε να κρατήσουν μια επιφανειακά ουδέτερη στάση, που και αυτή ευνόησε τους δυο δικτάτορες στην Ευρώπη. Επιπλέον, αμερικανικές εταιρείες είχαν επενδύσει στη μεσοπολεμική Γερμανία, που είχε πολύ φτηνά εργατικά χέρια, και υπήρξαν δηλώσεις υπέρ του χιτλερικού καθεστώτος, σε γνωστούς οικονομικούς κύκλους της χώρας.

Η στάση αυτή επέτρεψε και την απώλεια της Δημοκρατικής Ισπανίας, όπου Χίτλερ και Μουσολίνι απεκόμισαν τα μέγιστα σε εντυπώσεις και διπλωματία, ενώ «ουδέτεροι» Αγγλο - Γάλλοι βρέθηκαν, τελικά, σε πολύ δύσκολη θέση, όταν με το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου το 1939, η Ισπανία υπέκυψε στον Φράνκο και βρέθηκαν περικυκλωμένοι από φιλοναζιστικά καθεστώτα, απέχοντας μόνο λίγους μήνες από τον αναπόφευκτο πλέον πόλεμο. Αυτή η πολύπλοκη και παράλογη διπλωματική κατάσταση έφτασε μάλιστα μέχρι το σημείο να γεννήσει και το Γερμανο - Σοβιετικό Σύμφωνο, σχεδόν την ίδια ώρα που αποφασιζόταν από τον Χίτλερ η μοιραία επέκταση ανατολικά. Εν πολλοίς, η διπλωματία εκείνη. όχι μόνο προσέφερε έδαφος για τη δημιουργία του 2ου Π. Π., αλλά ως ένα βαθμό, επηρέασε και τον Ψυχρό Πόλεμο και ίσως ακόμα και σήμερα τις τύχες ορισμένων περιοχών της υφηλίου.


ΙΙΙ. Υπηρεσίες Πληροφοριών

Οι υπηρεσίες πληροφοριών διαδραμάτισαν πολύ σοβαρό ρόλο τόσο πριν την έναρξη όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ορισμένα από τα επιτεύγματά τους επηρέασαν σημαντικά την τελική έκβαση του Πολέμου.


IV. Προσάρτηση Αυστρίας και Τσεχοσλοβακίας

Στις 12 Μαρτίου του 1938, η Γερμανία εξανάγκασε σε άνευ όρων συνθηκολόγηση την Αυστρία και την προσάρτησε, σε μια κίνηση που ονομάστηκε Anschluss (Άνσλους). Η Ιταλία περίμενε να δει την αντίδραση της Βρετανίας, που τελικά δεν υπήρξε, κι έτσι προτίμησε να δεχτεί την ενέργεια, σφίγγοντας περισσότερο τον δεσμό του άξονα Ρώμης-Βερολίνου. Τον Σεπτέμβριο, υπό την απειλή πολέμου, ο Χίτλερ προσάρτησε στη Γερμανία και τη Σουδητία, περιοχή της δυτικής Τσεχοσλοβακίας, με συμπαγή γερμανική μειονότητα 3.500.000 ατόμων. Ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Νέβιλ Τσάμπερλεν, σαφής υποστηρικτής της πολιτικής του «κατευνασμού» (appeasement) , υπέγραψε με τη Γερμανία τη Συμφωνία του Μονάχου, σύμφωνα με την οποία η Σουδητία αποδιδόταν στη Γερμανία, με αντάλλαγμα την υπόσχεση να μην προσαρτηθεί περισσότερο τσεχικό έδαφος, πράγμα που καταστρατηγήθηκε έξι μήνες αργότερα, όταν τον Μάρτιο του 1939 ο Χίτλερ κατέλαβε ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία. Αλλά και τότε ακόμα, η Αγγλία δεν τόλμησε να απαιτήσει από τον Χίτλερ τον σεβασμό των συμφωνημένων. Η αγγλική διπλωματία, έρμαιο μιας πολιτικής των προηγουμένων κυβερνήσεων, που έβλεπαν με συμπάθεια τον Χίτλερ - βλέπε δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού της Ντέιβιντ Λόυντ Τζωρτζ (David Lloyd George) και του Υπουργού Εξωτερικών Λόρδου Χάλιφαξ υπέρ του Χίτλερ - ήθελαν να πιστεύουν μέχρι την τελευταία στιγμή ότι δεν έσφαλαν και μπορούσαν να ελέγξουν τον Χίτλερ. Κατ' άλλους, η στάση αυτή ήταν αποτέλεσμα της αδύναμης ακόμα πολεμικής μηχανής της Αγγλίας για μια μακρόχρονη και μεγάλη πολεμική εμπλοκή και απλά κέρδιζε χρόνο, αλλά κατ' άλλους επρόκειτο απλά για μια διπλωματική γκάφα ολκής, η οποία ως μόνη εγγύηση δεν είχε άλλο, πέραν της καλής θέλησης του Γερμανού δικτάτορα.

Η επεκτατικότητα της Γερμανίας φάνηκε ξεκάθαρα με τις επόμενες απειλές του Χίτλερ προς την Πολωνία για τα θέματα του Ντάντσιχ και της ανατολικής Πρωσίας. Οι Άγγλοι αναγκάστηκαν τότε να δεσμευτούν με δική τους επέμβαση, αν προσβαλλόταν η ανεξαρτησία της Πολωνίας. Στις 23 Μαρτίου 1939 η Βρετανία και η Γαλλία είχαν εγγυηθεί μονομερώς την ακεραιότητα του Βελγίου, της Ολλανδίας και της Ελβετίας. Την ίδια εγγύηση έδωσαν στις 31 Μαρτίου και στην Πολωνία. Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία στις 7 Απριλίου 1939, έδωσαν ανάλογες εγγυήσεις στην Ελλάδα και τη Ρουμανία.

Κατά την κρίση της Σουδητίας το 1938, ο Στάλιν (Βλ. Ιωσήφ Στάλιν ΕΔΩ), είχε προσφέρει βοήθεια στην Τσεχοσλοβακία, αλλά δεν κλήθηκε να συμμετάσχει στη Συμφωνία του Μονάχου. Ο Χίτλερ του υπέβαλε μια πρόταση συμμαχίας και, τελικά, στις 23 Αυγούστου 1939 υπεγράφη στη Μόσχα το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης (Βλ. Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο ΕΔΩ). Με μυστικό πρωτόκολλο δόθηκε στον Στάλιν η ελευθερία να προσαρτηθούν στην ΕΣΣΔ η Φινλανδία, η Εσθονία, η Λετονία, η ανατολική Πολωνία και η ανατολική Ρουμανία.


V. Έναρξη του πολέμου

Η Ευρώπη και οι κύριοι συνασπισμοί κρατών 
τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση

Τα ξημερώματα της 1ης Σεπτεμβρίου 1939, η Γερμανία εξαπέλυσε επίθεση στην Πολωνία. Ο γερμανικός στρατός, εφαρμόζοντας νέα και πρωτοποριακή τακτική που περιλάμβανε την συνδιασμένη δράση αεροπορίας, τεθωρακισμένων και μηχανοκίνητων δυνάμεων, αιφνιδίασε τους Πολωνούς και σε πολύ σύντομο διάστημα κατέλαβε την χώρα. Η τακτική αυτή έμεινε γνωστή σαν "Κεραυνοβόλος Πόλεμος" (Blitzkrieg). Στις 17 Σεπτεμβρίου, η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στην Πολωνία από τα ανατολικά και κατέλαβε την υπόλοιπη χώρα (σύμφωνα με το μυστικό πρωτόκολλο του Γερμανοσοβιετικού συμφώνου). Η Βαρσοβία δέχθηκε ανηλεείς βομβαρδισμούς από την Luftwaffe και το γερμανικό πυροβολικό. Τελικά παραδόθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου, ενώ στις 8 Οκτωβρίου προσαρτήθηκαν στο Ράιχ μεγάλες περιοχές της χώρας. Λίγες ημέρες αργότερα συγκροτήθηκε το Γενικό Κυβερνείο. Η Πολωνία, παρά την πεισματική άμυνα του στρατού της και τις τοπικές επιτυχίες, είχε καταληφθεί και διαμελισθεί.

Η Αγγλία και η Γαλλία αναγκάστηκαν να κηρύξουν τον πόλεμο στη Γερμανία αλλά χωρίς ακόμα να κινητοποιήσουν όλες τους τις δυνάμεις για πλήρη εμπλοκή. Ακολούθησε μια περίοδος που έμεινε γνωστή ως ο "Γελοίος Πόλεμος" (Drôle de Guerre) γιατί, παρά την κήρυξη πολέμου, η μια μερίδα των εμπολέμων δεν έπαιρνε ακόμα μέρος σε γενικό πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Από τις 3 Σεπτεμβρίου 1939 (Κήρυξη του πολέμου από την Μεγάλη Βρετανία στη Γερμανία) έως και τις 10 Μαΐου 1940 (Έναρξη της Γερμανικής επίθεσης στο Δυτικό Μέτωπο), διεξάγονταν πολύ περιορισμένες χερσαίες ή εναέριες εχθροπραξίες. Μόνη κινητικότητα υπάρχει στις ναυτικές επιχειρήσεις. Ο Γερμανικός Στρατός αναδιοργανώνεται στο Δυτικό Μέτωπο και συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του δυναμικού του σε αυτό.

Στις 30 Νοεμβρίου η ΕΣΣΔ κήρυξε τον πόλεμο στη Φινλανδία, μετά την άρνησή της να δεχτεί στο έδαφός της σοβιετικά στρατεύματα όπως αυτά που είχαν εγκατασταθεί στη Λιθουανία, τη Λετονία και την Εσθονία. Οι Φινλανδοί πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση, και προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στου ς Σοβιετικούς. Ο πόλεμος τερματίστηκε επισήμως με τη Συνθήκη της Μόσχας στις 13 Μαρτίου 1940, με την ΕΣΣΔ να λαμβάνει σημαντικά εδαφικά ανταλλάγματα.


VI. Πόλεμος στη Δυτική Ευρώπη

Στις 9 Απριλίου 1940 οι Γερμανοί, για να εκμεταλλευθούν τα λιμάνια της και για να εξασφαλίσουν τη ροή Σουηδικού σιδηρομεταλλεύματος, εισέβαλαν στη Νορβηγία και την κατέλαβαν χωρίς σημαντική αντίσταση, αφού οι Βρετανικές και Γαλλικές δυνάμεις που έκαναν επίσης απόβαση, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν μετά την κατάρρευση του μετώπου στη Γαλλία. Οι Νορβηγοί υπέγραψαν ανακωχή στις 9 Ιουνίου. Παρά την επιτυχία της, η εισβολή στη Νορβηγία στοίχισε ακριβά στον ήδη πενιχρό, σε σκάφη επιφανείας, Γερμανικό στόλο (Kriegsmarine), ο οποίος έχασε περισσότερα από 10 πολεμικά σκάφη, στην πλειονότητα τους αντιτορπιλικά. Η Δανία είχε συνθηκολογήσει, μετά από συμβολική αντίσταση, ήδη από τις 9 Απριλίου μετά από απειλή για βομβαρδισμό της Κοπεγχάγης.

Γερμανικά στρατεύματα στην Γκραν Πλας 
(Grande Place) των Βρυξελλών. 1940. 
Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Μετά την εξασφάλιση της Νορβηγίας οι Γερμανοί στράφηκαν προς τη Γαλλία και για να υπερκεράσουν τη Γραμμή Μαζινό, σχεδίασαν έναν ελιγμό μέσω του Βελγίου, και επίθεση μέσω Λουξεμβούργου και του δάσους των Αρδεννών (ελιγμός του Σεντάν). Στις 10 Μαΐου ξεκίνησε η εισβολή στο Βέλγιο και την Ολλανδία. Στις 14 Μαΐου η Ολλανδία παραδόθηκε, και την ίδια στιγμή ξεκινούσε επίθεση μέσω των Αρδεννών προς τα μετόπισθεν των Βρετανικών και Γαλλικών γραμμών. Ως τις 26 Μαΐου οι Βρετανικές δυνάμεις είχαν εγκλωβιστεί στη Δουνκέρκη, από όπου κατορθώθηκε με επιτυχία να γίνει εκκένωση και να περάσουν στη Βρετανία 338.226 στρατιώτες, εγκαταλείποντας τεράστιες ποσότητες υλικού στα χέρια της Βέρμαχτ (Βλ. Ίδρυση Βέρμαχτ ΕΔΩ). Στις 27 Μαΐου συνθηκολόγησε το Βέλγιο, στις 5 Ιουνίου ξεκίνησε νέα επίθεση των Γερμανών κατά της Γαλλίας, και στις 10 Ιουνίου η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Βρετανίας και της Γαλλίας. Η Γαλλία ζήτησε ανακωχή, η οποία υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου. Η Βόρεια Γαλλία κατελήφθη από τη Γερμανία και στη Νότια δημιουργήθηκε το κράτος του Βισύ, που ακολούθησε ως το τέλος του φιλοχιτλερική στάση.

Η Μεγάλη Βρετανία είχε μείνει η μοναδική δύναμη που συνέχιζε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Οι ΗΠΑ μετά την πτώση της Γαλλίας κλονίστηκαν, αλλά παρ’ όλη τη συμπάθεια προς τη Βρετανία διατήρησαν την ουδετερότητά τους, ξεκινώντας όμως στρατολογία (για πρώτη φορά σε καιρό ειρήνης) και αυξάνοντας τον στρατιωτικό προϋπολογισμό. Η Βρετανία εφοδιαζόταν από τις ΗΠΑ, και για να διακοπεί αυτός ο εφοδιασμός οι Γερμανοί ξεκίνησαν τη Μάχη του Ατλαντικού, χρησιμοποιώντας τον στόλο υποβρυχίων που είχαν κατασκευάσει, βυθίζοντας πολλά εμπορικά πλοία. Οι ΗΠΑ επέκτειναν τη γραμμή επέμβασής τους μέχρι τη μέση του Ατλαντικού οπότε, μοιραία, συνάντησαν και γερμανικά υποβρύχια που επιτέθηκαν στις νηοπομπές. Αμερικανικά πλοία ενεπλάκησαν σε πολεμικές επιχειρήσεις συχνά με τα γερμανικά υποβρύχια, αρκετά πριν κηρυχθεί πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών με θύματα και από τις δύο πλευρές.

Ο Χίτλερ γνώριζε ότι ο μόνος τρόπος για να υποτάξει τη Βρετανία ήταν να εισβάλει στο έδαφός της (είχε, έστω και καθυστερημένα, καταρτιστεί το ανάλογο σχέδιο με το προσωνύμιο "Θαλάσσιος Λέων" (Seelöwe)), αλλά δεν τολμούσε απόβαση όσο δεν είχε εξουδετερωθεί η Βρετανική Αεροπορία (RAF). Έτσι, ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1940 τη λεγόμενη Μάχη της Αγγλίας, με αεροπορικές επιδρομές κατά των αεροδρομίων και λιμανιών της Αγγλίας, που συνεχίστηκαν τον Σεπτέμβριο με επιδρομές κατά πόλεων στο εσωτερικό της χώρας. Η αποτελεσματικότητα του ραντάρ, της αντιαεροπορικής άμυνας και των βρετανικών μαχητικών, προκάλεσαν υψηλές απώλειες στη Γερμανική αεροπορία, που εξαναγκάσθηκε έτσι να πραγματοποιεί μόνον νυκτερινούς βομβαρδισμούς. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1940 ο Χίτλερ ανέβαλε την εισβολή για να προετοιμάσει την εκστρατεία κατά της Σοβιετικής Ένωσης, για την οποία οι στρατηγοί του τελικά τον έπεισαν να ξεκινήσει την άνοιξη αντί του φθινόπωρου, όπως αρχικά σχεδίαζε, ώστε να αποφύγουν τον επερχόμενο χειμώνα. Ο Χίτλερ πίστευε ότι, καταβάλλοντας την ΕΣΣΔ, θα έκαμπτε και τη βρετανική αντίσταση. Ωστόσο, στις 11 Μαρτίου του 1941, οι ΗΠΑ, τηρώντας πάντα την αυστηρή ουδετερότητά τους, ψηφίζουν στο Κογκρέσσο ένα πολύ σημαντικό νόμο (HR 1776), τον Νόμο Εκμισθώσεως και Δανεισμού (Lend Lease Act), με τον οποίο ο Πρόεδρος (Ρούζβελτ) μπορεί να παραχωρεί σε όποια χώρα κρίνει σκόπιμο και με όποιο αντάλλαγμα κρίνει εύλογο οποιουδήποτε είδους υλικά. Ο Νόμος αυτός ανατρέπει ολοσχερώς τα σχέδια του Χίτλερ.


VII. Ο πόλεμος στα Βαλκάνια και στη βόρεια Αφρική

Στο μεταξύ, η Ιταλία, πραγματοποίησε τον Σεπτέμβριο του 1940, αποτυχημένη επίθεση κατά των Βρετανικών δυνάμεων στην Αίγυπτο. Συνέχισε τις πολεμικές της δραστηριότητες με επίθεση κατά της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1940. Η Βρετανία πρόσφερε βοήθεια στην Ελλάδα, πράγμα που έφερε την αεροπορία της κοντά στις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας. Τον Νοέμβριο, η Ρουμανία και η Ουγγαρία συμμάχησαν με τον Άξονα και το ίδιο έκανε η Βουλγαρία τον Μάρτιο του 1941.

Ρούντολφ Φάιελ. Φωτ.Bundesarchiv
Η ιταλική επίθεση στην Ελλάδα είχε αποτύχει και ο ιταλικός στρατός είχε υποχωρήσει μέσα στο έδαφος της Αλβανίας μετά από την ελληνική αντεπίθεση. Ο Ελληνικός Στρατός, μάλιστα, είχε προχωρήσει μέχρι τις πόλεις της Αλβανίας Κορυτσά και Αργυρόκαστρο. Υπό τον φόβο της δημιουργίας αντιχιτλερικού Συνασπισμού στα Βαλκάνια, η Γερμανική Ανώτατη Διοίκηση του Στρατού αποφάσισε την επέμβαση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας. Ο Γερμανικός Στρατός, μέσω Βουλγαρίας, επιτέθηκε στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941 και, ταυτόχρονα, κατά της Γιουγκοσλαβίας (όπου η φιλογερμανική κυβέρνηση είχε ανατραπεί). Η Γιουγκοσλαβία παραδόθηκε στις 14 Απριλίου και, στο μεταξύ, μέσω του εδάφους της, υπερφαλαγγίστηκε η γραμμή Μεταξά, η οποία με οχυρά, όπως αυτό του Ρούπελ, κράτησε τις αμυντικές θέσεις της χωρίς να διασπασθεί. Η 2η Μεραρχία Θωρακισμένων, με διοικητή τον Ρούντολφ Φάιελ (Rudolf Veiel), διεισδύει μέσω της λίμνης Δοϊράνης και προελαύνει ταχύτατα μη συναντώντας αντίσταση (αφού η μοναδική ελληνική Μεραρχία που τελούσε σε εφεδρεία, η 19η, δεν έχει τα μέσα να τον σταματήσει) και καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη. Ενώ το μέτωπο δεν είχε καταρρεύσει, στις 9 Απριλίου, στη Θεσσαλονίκη, υπογράφεται συνθηκολόγηση, καθώς η γραμμή Μεταξά είναι πλέον περικυκλωμένη. Στην Ελλάδα συνέχισαν να μάχονται οι Βρετανικές δυνάμεις μέχρι τις 27 Μαΐου - κυρίως θέλοντας να βρουν διέξοδο για να διαφύγουν. Η δραστηριότητα των Βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα έληξε με τη Μάχη της Κρήτης.

Στο μεταξύ οι Βρετανοί απώθησαν την ιταλική επίθεση στην Αίγυπτο και ανάγκασαν τις ιταλικές δυνάμεις να υποχωρήσουν στη Λιβύη. Για να βοηθήσει του συμμάχους του, ο Χίτλερ, έστειλε στην Αφρική στρατεύματα με διοικητή τον στρατηγό Έρβιν Ρόμελ. Ο Ρόμελ με τις επιθέσεις του, τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο, καθώς και τον Ιούνιο του 1942, προέλασε ως το Ελ Αλαμέιν. Συγκεκριμένα, πείθοντας τους Χίτλερ και Μουσολίνι, να αποφύγουν την επίθεση στη Μάλτα, κέντρο ανεφοδιασμού των Συμμάχων, ο Ρόμελ φτάνει στις 29 Ιουνίου 1942 στο Ελ Αλαμέιν (72 μόλις χιλιόμετρα από την Αλεξάνδρεια).

Εν τω μεταξύ, οι Βρετανοί έχουν αποκρυπτογραφήσει μεγάλο ποσοστό των μηνυμάτων που απέστελλαν οι Γερμανοί, με αποτέλεσμα από εδώ και πέρα ο Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ, να αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη επιτυχία τις δυνάμεις του Άξονα στη Β. Αφρική. Τον Οκτώβριο του 1942, ο Μοντγκόμερυ, κατάφερε να απωθήσει τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα από την Αίγυπτο και τη Λιβύη, αναγκάζοντας τα να οπισθοχωρήσουν κατά 2.400 χιλιόμετρα. Αυτή ήταν και η πρώτη μεγάλη υποχώρηση των δυνάμεων του Άξονα κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις 4 Νοεμβρίου βρίσκονταν πλέον πίσω στην Τυνησία.


VIII. Ιαπωνική επεκτατικότητα

Οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν την πολιτική ουδετερότητας που ακολουθούσαν και προσπάθησαν να αντιπαλέψουν την επεκτατικότητα της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό. Το αμερικανικό Κογκρέσο διέθεσε, τον Μάρτιο του 1941, 7 δις δολάρια για να χορηγηθούν σε χώρες που θα υποδείκνυε ο πρόεδρος (όπως υπαγόρευε ο Νόμος Εκμισθώσεως και Δανεισμού), ενώ τον Ιούλιο αμερικανικές δυνάμεις εγκαταστάθηκαν στην Ισλανδία (που είχε καταληφθεί από τους Βρετανούς το 1940) με αντάλλαγμα 50 παλαιά αντιτορπιλικά, που παραχώρησαν στη Βρετανία και το ναυτικό των ΗΠΑ, ανέλαβε την προστασία των νηοπομπών στα χωρικά τους ύδατα.

Τον Σεπτέμβριο του 1940, η Ιαπωνία είχε αναγκάσει την Κυβέρνηση του Βισύ, της Γαλλίας, να αποχωρήσει, ουσιαστικά, από την Ινδοκίνα. Οι ΗΠΑ σε αντίδραση απαγόρευσαν την εξαγωγή χάλυβα, σιδήρου και αεροπορικών καυσίμων στην Ιαπωνία. Η Ιαπωνία υπέγραψε συνθήκη ουδετερότητας με τη Σοβιετική Ένωση τον Απρίλιο του 1941. ώστε να είναι ασφαλής σε περίπτωση πολέμου με τη Μεγάλη Βρετανία ή τις ΗΠΑ, και, όταν η Γερμανία εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση, η Ιαπωνία κατέλαβε τη νότια Ινδοκίνα.

Η Ιαπωνία, κατά κάποιο τρόπο, εκμεταλλεύεται τις μεταβαλλόμενες παγκόσμιες συγκυρίες. Η Ολλανδία είχε καταληφθεί από τους Γερμανούς, ενώ Γαλλία και Βρετανία βρίσκονται σε πόλεμο με τους Ναζί. Παρουσιάζονται, λοιπόν, πρώτης τάξεως και εύκολες ευκαιρίες στους Ιάπωνες, να καταλάβουν τη Γαλλική Ινδοκίνα, σημαντική για τον πόλεμο με την Κίνα, καθώς και τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, που ήταν πλούσιες σε φυσικούς πόρους και πετρέλαιο. Στην περίοδο 1932-39 η Ιαπωνία είχε αναπτύξει με αξιοθαύμαστη επιμονή και εφευρετικότητα μια τεχνολογική πρόοδο, που την έφερνε σε πολύ προνομιούχο θέση απέναντι στις ΗΠΑ, οι οποίες είχαν δοκιμαστεί από την οικονομική κρίση του 1929, έχοντας ελαττώσει κατά πολύ τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Ειδικά στον τομέα της αεροπορίας και του στόλου διέθετε δυνάμεις αριθμητικά και ποιοτικά υπέρτερες των ΗΠΑ, οι οποίες απέκτησαν και πολεμική πείρα στις ως τότε εκστρατείες στην Κίνα. Αλλά, καθώς της έλειπαν το πετρέλαιο και ο χάλυβας από το έδαφός της, γνώριζε ότι τα αποθέματά της δεν θα άντεχαν παρά έξι μήνες έως ένα έτος (το μέγιστο) σε μια μεγάλη σύρραξη, ενώ εκείνα των ΗΠΑ ήταν απείρως μεγαλύτερα. Γι' αυτό και το σχέδιο του Επιτελείου της υπέθετε ότι, με ένα αστραπιαίο πόλεμο έξι μηνών, θα μπορούσαν να λυγίσουν τις ΗΠΑ, ώστε να αποδεχτούν μια συνθηκολόγηση ως διπλωματική λύση, με την οποία οι ΗΠΑ θα αποδέχονταν την κυριαρχία της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό. Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους, αν και τεχνικά δε διέθεταν προς το παρόν ισάξιο τεχνικό δυναμικό στον Ειρηνικό, γνώριζαν από καιρό τα ιαπωνικά σχέδια, έχοντας καταφέρει να παραβιάσουν τους κώδικες επικοινωνίας του ιαπωνικού ναυτικού, κατάσταση που συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της σύρραξης χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους Ιάπωνες. Εντούτοις, η Αμερικανική κυβέρνηση για πολιτικούς λόγους - κυρίως φοβούμενη την αντίδραση από τον αμερικανικό πληθυσμό - δε θέλησε να δώσει εκείνη το πρώτο πολεμικό χτύπημα στην Ιαπωνία, αλλά γνώριζε ότι θα είχε το πλεονέκτημα σε ένα μακροχρόνιο πόλεμο.

Για τον λόγο αυτό, μεταξύ 1941 και 1942, οι επιτυχίες των Ιαπώνων στην περιοχή της Νότιας Ασίας και στον Ειρηνικό Ωκεανό ήταν σημαντικές και θεαματικότερες απ' ότι οι αντίστοιχες γερμανικές στην Ευρώπη, αλλά παρέμεναν εύθραυστες. Στα τέλη του 1942, οι Ιάπωνες θα χάσουν το μεγαλύτερο μέρος από το πλέον αξιόμαχο ανθρώπινο υλικό τους, το οποίο δεν μπορούσαν πια να αντικαταστήσουν, ενώ αντίθετα οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν, να κινητοποιήσουν το ανθρώπινο και βιομηχανικό τους δυναμικό, το οποίο τελικά αποδείχτηκε, όπως αναμενόταν, πολλαπλά ισχυρότερο σε σχέση με το ιαπωνικό.


ΙΧ. Εισβολή στη Σοβιετική Ένωση


Ο Χίτλερ, έχοντας εξασφαλίσει το δυτικό μέτωπο και τα Βαλκάνια, στις 22 Ιουνίου 1941, εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση, η οποία αιφνιδιάστηκε αρχικά, πιστεύοντας ότι ο κεραυνοβόλος πόλεμος, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της. Ενώ οι Σοβιετικοί διέθεταν υπεροπλία σε άρματα μάχης και αεροπλάνα, αυτά ήταν παλαιάς τεχνολογίας, με ανεπαρκή θωράκιση και οπλισμό, ανίκανα να αντιμετωπίσουν τα αντίστοιχα γερμανικά. Προσπάθησαν να εξαπολύσουν αντεπίθεση, ωστόσο, κυρίως λόγω της έλλειψης ικανών στρατιωτικών ηγετών, η αντεπίθεση συνετρίβη και ο Σοβιετικός Στρατός εξαναγκάσθηκε σε οπισθοχώρηση.

Η εισβολή σχεδιάστηκε σε τρεις άξονες: προς Λένινγκραντ στον βορρά, προς Μόσχα ανατολικά και προς Κίεβο στο νότο, ώστε να καθηλωθεί ο Σοβιετικός στρατός αλλά και να καταληφθούν οι σημαντικοί πόροι της Ουκρανίας και τα πετρέλαια του Καυκάσου. Το σημαντικό για τους Γερμανούς στρατηγούς ήταν να επιτύχουν νίκη μέσα σε δέκα εβδομάδες, πριν την έναρξη του ρωσικού χειμώνα, καθώς είχαν ήδη καθυστέρηση τριών εβδομάδων λόγω της εκστρατείας στα Βαλκάνια. Μετά την εισβολή, η Βρετανία πρόσφερε την συμμαχία της και οι ΗΠΑ οικονομική βοήθεια στην ΕΣΣΔ.

Από την αρχή της εισβολής, οι Ρώσοι, υπερασπίστηκαν τη Μόσχα, χάνοντας σημαντικές δυνάμεις, αλλά ο Χίτλερ διέταξε τις δυνάμεις του κεντρικού μετώπου να στραφούν προς Βορρά και Νότο για να βοηθήσουν τα άλλα δύο. Στον Βορρά σε συνεργασία με Φινλανδικές δυνάμεις πολιορκήθηκε το Λένινγκραντ, και στον Νότο μια επιτυχής κυκλωτική κίνηση στο Κίεβο αιχμαλώτισε 665.000 σοβιετικούς στρατιώτες. Αργότερα επαναλήφθηκε επίθεση εναντίον της Μόσχας με νέες σοβιετικές απώλειες και, παρόλο που είχε αρχίσει ο ρωσικός χειμώνας, οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν, με αρκετές βέβαια δυσκολίες. Ο Γερμανικός στρατός, επειδή δεν ήταν προετοιμασμένος για χειμερινό αγώνα, καθηλώθηκε 22 χλμ. πριν φθάσει στη Μόσχα και δέχτηκε την αντεπίθεση των Ρώσων, και, ενώ οι στρατηγοί του Χίτλερ πρότειναν να υποχωρήσουν και να αμυνθούν στην Πολωνία, ο Χίτλερ διέταξε να κρατήσουν τις θέσεις τους και να αμυνθούν επί τόπου (Haltbefehl). Η απόφαση αυτή του Χίτλερ, σε αυτή τη φάση του πολέμου, είχε θετικά αποτελέσματα αφού, παρά την ισχυρή αντεπίθεση των Ρώσων, τα εδάφη που χάθηκαν ήταν λιγοστά σε σχέση με αυτά που θα χάνονταν σε περίπτωση σύμπτυξης πίσω στην Πολωνία. Ωστόσο ένα χρόνο αργότερα, η ίδια διαταγή, θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή και την αιχμαλωσία της 6ης Γερμανικής Στρατιάς (200.000 στρατιώτες) του Φρίντριχ Πάουλους στο νότιο μέτωπο (Στάλινγκραντ), κάτι που ουσιαστικά σήμαινε την αντίστροφη μέτρηση για την ήττα του Χίτλερ στο έδαφος της Σοβιετικής Ένωσης.


Χ. Πόλεμος στον Ειρηνικό

Η Ιαπωνία μέχρι τον Δεκέμβριο του 1941 προσπαθούσε να άρει το εμπάργκο που της είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ, αλλά και να καταλάβει όσο περισσότερα εδάφη της Νοτιοανατολικής Ασίας μπορούσε, για να εκμεταλλευθεί το πετρέλαιο και τους υπόλοιπους πόρους που διέθεταν. Από την άλλη πλευρά οι ΗΠΑ ανησυχούσαν για την ιαπωνική επεκτατικότητα, αλλά δίσταζαν να μπουν στον πόλεμο τη συγκεκριμένη στιγμή. Εντούτοις, απαίτησαν να αποσυρθούν οι Ιάπωνες από την Κίνα και την Ινδοκίνα.

Φωτογραφία τραβηγμένη από ιαπωνικό 
αεροπλάνο κατά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Στις 7 Δεκεμβρίου 1941 εξαπολύθηκε ιαπωνική αεροπορική επίθεση στον αμερικανικό στόλο που βρισκόταν στο Περλ Χάρμπορ της Χαβάης, καταστρέφοντας μεν τα περισσότερα βαριά θωρηκτά του αντιπάλου αλλά κανένα από τα αεροπλανοφόρα του που απουσίαζαν από τη βάση τη στιγμή της επίθεσης. Την επόμενη μέρα οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας και στις 11 Δεκεμβρίου εναντίον της Γερμανίας και της Ιταλίας. Αμέσως μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, οι Ιάπωνες κατέλαβαν τη νήσο Γουαίηκ, τη νήσο Γκουάμ, και το Χονγκ Κονγκ. Ακολούθησε εισβολή στη Μαλαισία και τη Βιρμανία, που καταλήφθηκε μέχρι τα τέλη Μαΐου 1942. Η Σιγκαπούρη, την οποία κατείχαν οι Βρετανοί, κατακτήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1942 και το ίδιο έγινε τον Μάρτιο με τις Ανατολικές Ολλανδικές Ινδίες (Ινδονησία) και τη Νέα Γουϊνέα.

Οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στη νήσο Λουζόν των Φιλιππίνων, υπό τον στρατηγό Μακ Άρθουρ, με σκοπό την άμυνα των χερσονήσων Μπαταάν και Κορρέτζιντορ, που δεν έγινε δυνατή και καταλήφθηκαν από τους Ιάπωνες (η Μπαταάν στις 9 Απριλίου και η Κορρέτζιντορ στις 6 Μαΐου) κάτι που σήμανε την ολοκληρωτική κατάληψη των Φιλιππίνων. Προσπαθώντας να εκτείνουν την αμυντική τους περίμετρο οι Ιάπωνες κινήθηκαν προς το νότο, καταλαμβάνοντας την Γκουανταλκανάλ στις Νήσους του Σολομώντος. Το σημείο αυτό θεωρήθηκε το νοτιότερο σημείο ενός τεράστιου τόξου στον Ειρηνικό που περιόριζε επέκταση της Αμερικής, ενώ αντίστοιχα επέτρεπε στους Ιάπωνες να ευελπιστούν και σε μια απόβαση στην Αυστραλία. Αλλά στη Ναυμαχία της Θάλασσας των Κοραλλίων (7-8 Μαΐου 1942), η οποία διεξήχθη για πρώτη φορά μόνο με αεροπλανοφόρα, οι Ιάπωνες αναχαιτίστηκαν και σε ένα μήνα στη ναυμαχία του Μίντγουεϊ (4 Ιουνίου 1942), έχασαν τέσσερα αεροπλανοφόρα, πράγμα που τους στοίχισε ακριβά, ενώ σε λίγο, αμερικανικές δυνάμεις, αποβιβάστηκαν στην Γκουανταλκανάλ και κατέλαβαν το νησί και κυρίως το κράτησαν υπό τον έλεγχό τους παρά τις συστηματικές ιαπωνικές αντεπιθέσεις. Στις 5 Ιουνίου διατάχθηκε από το ιαπωνικό στρατηγείο η εγκατάλειψη της Γκουανταλκανάλ αν και η Ιαπωνία εξακολουθούσε να κυριαρχεί έντονα στον υπόλοιπο Ειρηνικό, έχοντας όμως δεχτεί ήδη ένα ισχυρό πλήγμα.

Στη Ναυμαχία της Σάντα Κρουζ στις 26-27 Οκτωβρίου 1942 οι Αμερικανοί αν και μένουν με ένα μόνο ακέραιο και ένα βαριά λαβωμένο αεροπλανοφόρο σε όλο τον Ειρηνικό ανάγκασαν τον -ακόμα ως τότε- ισχυρότερο ιαπωνικό στόλο, να αποσυρθεί ντροπιασμένος στη βάση του, στο Τρουκ. Αυτή η αεροναυμαχία, αν και όχι τόσο διάσημη όσο οι προηγούμενες, είχε εντούτοις σημαδέψει την αναστροφή της τύχης του πολέμου στον Ειρηνικό. Παρόλο που οι ΗΠΑ βρέθηκαν στιγμιαία σε πολύ αδύνατο σημείο, η Ιαπωνία είχε χάσει σχεδόν το 80% των πεπειραμένων πληρωμάτων της, χωρίς να πετύχει τον αντικειμενικό της στόχο και χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αντικαταστήσει τις απώλειες της, αντίθετα με τις ΗΠΑ, που τότε ακριβώς έφταναν στο σημείο της ακμής της πολεμικής τους μηχανής. Από το 1943, η Αμερική σχεδιάζει μια σταδιακή ανακατάληψη όλων των σημαντικών βάσεων της Ιαπωνίας στα νησιά του Ειρηνικού με δύο σκέλη δράσεων: α) Τον στρατηγό Ντάγκλας Μακάρθουρ, να επιτίθεται κατά μήκος του άξονα των νήσων της Νέας Γουινέας και Φιλιππίνων και β) τον Ναύαρχο Τσέστερ Νίμιτς, να επιτίθεται κατά μήκος των νήσων Μάρσαλ και Μαριαννών, με στόχο την ίδια την Ιαπωνία. Έκτοτε η Ιαπωνία περιέρχεται σε μια κατάσταση άμυνας, όπου προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει ένα αμυντικό τόξο γύρω από το μητροπολιτικό της έδαφος


ΧΙ. Συμμαχικές Επιχειρήσεις στην Βόρεια Αφρική

Στις 9 Νοεμβρίου 1942, Βρετανικά και Αμερικανικά στρατεύματα, αποβιβάζονται στις Γαλλικές κτήσεις της Βόρειας Αφρικής. Συγκεκριμένα οι Αμερικανοί, ερχόμενοι απευθείας από τις ΗΠΑ, αποβιβάζονται στο Μαρόκο και οι Βρετανοί στο Οράν της Αλγερίας. Η επιχείρηση αυτή των Συμμάχων είχε το κωδικό όνομα "Επιχείρηση Πυρσός" (Operation Torch). Οι διαφωνίες, βέβαια, ανάμεσα στους Συμμάχους δεν έλειπαν. Οι Αμερικανοί που βρίσκονταν στο Μαρόκο φοβούνταν μια συμμαχία της Ισπανίας του Φράνκο με τις δυνάμεις του Άξονα. Επέμεναν να παραμείνουν στη Δυτική πλευρά της Β. Αφρικής για να αποφύγουν μια πιθανή κατάληψη του Στενού του Γιβραλτάρ από τους Ισπανούς. Από την άλλη, οι Άγγλοι επέμεναν να οργανώσουν τις δυνάμεις τους όσο πιο ανατολικά ήταν δυνατό. Φοβόντουσαν την αναδιοργάνωση των γερμανοϊταλικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην Τυνησία.

Όντως, η αντεπίθεση των δυνάμεων του Άξονα δεν άργησε να έρθει. Στις 12 Νοεμβρίου 1942, έχοντας ανεφοδιαστεί μέσω Σικελίας, επιτέθηκαν στους Συμμάχους. Η επίθεση αρχικά και η αντίσταση, στη συνέχεια, των Γερμανών και των Ιταλών κράτησε για έξι μήνες. Ο ανεφοδιασμός τους κατά το διάστημα αυτό γινόταν ολοένα και δυσχερέστερος, καθώς εμποδιζόταν από τα Συμμαχικά πολεμικά πλοία και αεροπλάνα. Αν και ο Χίτλερ είχε διατάξει πόλεμο μέχρις εσχάτων, στις 4 Μαΐου 1943, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων, οι γερμανοϊταλικές δυνάμεις παραδόθηκαν: Έχοντας πρώτα καταστρέψει τον οπλισμό τους, 150.000 Γερμανοί και 90.000 Ιταλοί παραδόθηκαν σε Βρετανούς και Αμερικανούς.

Έτσι, το καλοκαίρι του 1943, ο πόλεμος στη Β. Αφρική έλαβε τέλος, με τους Συμμάχους να εκκαθαρίζουν τα νότια παράλια της Μεσογείου. Η επιτυχία ήταν μεγάλη, καθώς κατάφεραν να αποσπάσουν μεγάλο αριθμό ικανών Γερμανών στρατιωτών και ηγετών από το ρωσικό μέτωπο. Παράλληλα, το αποτέλεσμα του πολέμου στη Β. Αφρική ήταν ικανοποιητικό και για τους Γερμανούς: Είχε σχεδόν αποκλειστεί πια η πιθανότητα επίθεσης εντός του 1943 στη Γαλλία. Η εξάμηνη αντίσταση των δυνάμεων του Χίτλερ είχε, επίσης, καταδείξει τις ικανότητες και το υψηλό ηθικό του στρατού του. Συγκριτικά πάντως, οι Σύμμαχοι, μακροπρόθεσμα, κατάφεραν να βρεθούν σε πλεονεκτικότερη θέση, αφού με την κατάληψη των παραλίων της Β. Αφρικής και την εξουδετέρωση των δυνάμεων του Άξονα μπορούσαν πλέον να προετοιμαστούν για την επικείμενη απόβαση στη Σικελία.


ΧΙΙ. Αντεπίθεση των Συμμάχων. Απόβαση στην κατεχόμενη Ευρώπη

Μετά από την εκκαθάριση των ακτών της Β. Αφρικής από τις δυνάμεις του Άξονα, οι Σύμμαχοι έστρεψαν την προσοχή τους στη δυτική, κατεχόμενη Ευρώπη. Κύριο μέλημά τους ήταν η δημιουργία ενός δεύτερου μετώπου, έτσι ώστε να ελαττωθεί η πίεση του Άξονα προς τη Σοβιετική Ένωση, που βρισκόταν σε φάση ανάκαμψης και προετοιμασίας για αντεπίθεση.

Έτσι, και αφού προώθησαν παραπλανητικές πληροφορίες για δήθεν επικείμενη απόβαση στην Ελλάδα (Επιχείρηση Κιμάς), προκειμένου να παραπλανηθεί ο εχθρός, εισέβαλαν στη Σικελία τον Ιούλιο του 1943, όπου και κατέλαβαν, μετά από πολύνεκρες, και από τις δυο πλευρές, μάχες, το Παλέρμο. Μέχρι το τέλος Αυγούστου και ύστερα από σκληρή αντίσταση από επίλεκτες γερμανικές δυνάμεις, που στάλθηκαν από τον Χίτλερ για να ανακόψουν την επέλαση των Συμμάχων, κατέλαβαν τη Ρώμη και η Ιταλία παραδόθηκε και πέρασε στην πλευρά των Συμμάχων, χωρίς, εν τούτοις, να σταματήσουν οι μάχες στο έδαφός της, που συνεχίστηκαν πάνω από τη γραμμή Γουσταύου. Ταυτόχρονα, στο Ανατολικό Μέτωπο, όπου οι Σοβιετικοί αντεπιτίθενται, διεξάγεται στο Κουρσκ η μεγαλύτερη μάχη τεθωρακισμένων που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Πολέμου.

Η υπεροπλία των Σοβιετικών σε υλικό προκάλεσε ανεπανόρθωτες ζημιές στις δυνάμεις του Άξονα, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να ανακάμψουν και να ανακτήσουν τις πρωτοβουλίες στις εξελίξεις στο Ανατολικό Μέτωπο μέχρι να τελειώσει ο Πόλεμος. Η πλάστιγγα είχε πλέον γυρίσει οριστικά υπέρ των Συμμαχικών δυνάμεων.

Montreal Daily Star: "Germany Quit", 
7 Μαΐου 1945
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση

Όμως, οι Σύμμαχοι δε σταμάτησαν εδώ. Σε μια προσπάθεια να επισπεύσουν τον τερματισμό του πολέμου, στις 6 Ιουνίου 1944 πραγματοποίησαν απόβαση στη Νορμανδία της Γαλλίας με το κωδικό όνομα "Operation Overlord", ανατρέποντας τις προβλέψεις των Γερμανών για απόβαση κοντά στο στενό της Μάγχης. Η D-Day, όπως ονομάστηκε η 6η Ιουνίου 1944, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη απόβαση όλων των εποχών. Παρόλο που οι απώλειες ήταν σημαντικές για τους Συμμάχους, το αποτέλεσμα τους δικαίωσε, αφού σε λιγότερο από ένα χρόνο, σε συνδυασμό με την επέλαση των Σοβιετικών στο ανατολικό μέτωπο, έσφιξε τον κλοιό γύρω από την Ναζιστική Γερμανία.

Ο Στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ υπογράφει 
την άνευ όρων συνθηκολόγηση στους Συμμάχους
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Στις 30 Απριλίου 1945 και ενώ οι Σοβιετικοί έχουν φτάσει σε απόσταση αναπνοής από την Καγκελαρία, ως αποτέλεσμα της Μάχης του Βερολίνου, ο Χίτλερ αυτοκτονεί και οι επιζώντες διάδοχοί του υπογράφουν την άνευ όρων συνθηκολόγηση, η οποία εκμηδενίζει τη νομική υπόσταση της Γερμανίας ως χώρας. Η υπογραφή της άνευ όρων συνθηκολόγησης έγινε στις 9 Μαΐου 1945, ώρα 0.43 π.μ., στην αίθουσα της στρατιωτικής σχολής μηχανικού, στο προάστιο Κάρλσχορστ του Βερολίνου. Την ανώτατη γερμανική στρατιωτική διοίκηση εκπροσώπησαν ο στρατάρχης Κάιτελ, ο ναύαρχος Φρίντερμπουργκ και ο στρατηγός της αεροπορίας Στουμπφ. Την αντιπροσωπεία της αντιχιτλερικής συμμαχίας αποτέλεσαν: από μέρους της ΕΣΣΔ ο στρατάρχης Γ. Κ. Ζούκωφ, από μέρους της Αγγλίας ο στρατάρχης της αεροπορίας Α. Τέντερ, από μέρους των ΗΠΑ ο στρατηγός Κ. Σπάατς και από τη Γαλλία, ο στρατηγός Ντε Λατρ ντε Τασινύ. Ο πόλεμος στην Ευρώπη τερματίζεται.


ΧΙΙΙ. Η πτώση της Ιαπωνίας

Το 1944 είναι για την Ιαπωνία ένα έτος εξαιρετικής δοκιμασίας. Στο εσωτερικό της οι πολιτικοί καταλαβαίνουν ότι το σχέδιο των 6 μηνών αστραπιαίου πολέμου προ πολλού δεν έχει αποφέρει αποτελέσματα και η τελική ήττα είναι αναπόφευκτη. Όμως την πρακτική ισχύ διαθέτουν οι στρατιωτικοί οι οποίοι επιβάλλουν στους πολιτικούς τη θέλησή τους και η χώρα ζει ουσιαστικά υπό στρατιωτική δικτατορία, όπου και ο αυτοκράτορας Χιροχίτο, αποτελεί ένα είδος μαριονέτας του καθεστώτος. Για τους στρατιωτικούς η μόνη επιλογή είναι η μάχη μέχρις εσχάτων και ελπίζουν απλά να προκαλέσουν τόσο πολλές ανθρώπινες απώλειες στον εχθρό, που να τον αναγκάσουν, να αναθεωρήσει τα σχέδιά του για την κατάληψη της χώρας τους. Στη μάχη των Φιλιππίνων, στις 20 Οκτωβρίου 1944, εμφανίζονται και οι πρώτοι πιλότοι αυτοκτονίας «καμικάζι», οι οποίοι οδηγούν τα αεροπλάνα τους, γεμάτα εκρηκτικές ύλες, να καταπέσουν επί των εχθρικών πλοίων. Αν και αυτό τρομάζει αρχικά τις ΗΠΑ, σε λίγο διαπιστώνουν ότι, ουσιαστικά, πρόκειται για ένα κύκνειο άσμα της Ιαπωνίας. Οι καμικάζι είναι η απόδειξη της ανικανότητας του εναπομείναντος άπειρου ανθρώπινου υλικού να πλήξει σε μάχη τον εχθρό, πράγμα που κατάφερνε πολύ άνετα το 1941 - 1942. Επιπλέον, πρόκειται κυρίως για νεαρούς εθελοντές, που δεν είχαν καιρό να εκπαιδευθούν. Θα χαθούν συνολικά κάπου 1.800 χωρίς να προκαλέσουν τις απώλειες που ήλπιζαν. Καταστρέφονται μόνο 2-3 μεγάλα πλοία, κάπου 10 μικρότερα και κάπου 100 υφίστανται ζημίες τις οποίες τελικά αποκατέστησαν, και αυτό αποτελεί μόνο το 10% του συνολικού στόλου των ΗΠΑ που δρα στον Ειρηνικό. Σύντομα, η απώλεια των Φιλιππίνων προκάλεσε εσωτερικά την πρώτη πολιτική κρίση, που οδήγησε σε παραίτηση τον στρατιωτικό πρωθυπουργό Τότζο Χίντεκι, χωρίς όμως να αλλάξει την ιαπωνική νοοτροπία για τη συνέχεια του πολέμου, η οποία κρατήθηκε στο ίδιο πνεύμα της μάχης μέχρις εσχάτων.

Χαρακτηριστική είναι η μάχη για τη νήσο Ίβο Τζίμα, (19 Φεβρουαρίου - 26 Μαρτίου 1945). Οι Ιάπωνες υπερασπίστηκαν το νησί κρυμμένοι μέσα σε σπηλιές με μόνο στόχο να πεθάνουν μέχρις ενός αλλά προκαλώντας τρομακτικές απώλειες στον εχθρό. Το αποτέλεσμα σχεδόν τους δικαίωσε, αφού σκοτώθηκαν 21.703 Ιάπωνες συμπαρασύροντας στον θάνατο 27.909 Αμερικανούς. Οι απώλειες αυτές είναι σχεδόν τριπλάσιες των απωλειών κατά την απόβαση στη Νορμανδία. Το γεγονός είναι αλήθεια ότι τρόμαξε την Αμερική, η οποία, ως απάντηση, αποφάσισε τη συστηματική καταστροφή των μέσων διεξαγωγής πολέμου στο μητροπολιτικό έδαφος της Ιαπωνίας με συχνούς εμπρηστικούς βομβαρδισμούς. Ορμώμενα από τις βάσεις στις Μαριάννες Νήσους, υπό τη διοίκηση του αποφασιστικού Πτέραρχου Κέρτις Λε Μαίη, τα τελευταία αμερικανικά βομβαρδιστικά Β-29 έκαψαν την Ιαπωνία εκ βάθρων. Μόνο μεταξύ 9-10 Μαΐου 1945 στο Τόκιο χάθηκαν 100.000 άτομα μέσα σε μία πύρινη κόλαση. Η αντίσταση της Ιαπωνίας ήταν πλέον πρακτικά αδύνατη και ο Χιροχίτο προσπαθούσε να βρει τρόπο, μυστικά, να πετύχει μια συνεννόηση, αλλά οι στρατιωτικοί ετοιμάζουν άμυνα μέχρις εσχάτων την ώρα που, οι Αμερικανοί, θα τολμούσαν μια απόβαση στο μητροπολιτικό τους έδαφος.

Η στιγμή της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου 
Πολέμου, στις 2 Σεπτεμβρίου 1945. 
O Ιάπωνας υπουργός εξωτερικών 
Mamoru Shigemitsu υπογράφει 
την άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας, 
επάνω στοθωρηκτό "Μιζούρι", 
με τον Στρατηγό Richard K. Sutherland 
να παρακολουθεί.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Στην Ουάσινγκτον, η απόβαση αυτή όντως σχεδιάζεται και οι εκτιμήσεις για τις απώλειες είναι μεγάλες: λογαριάζουν κάπου 2.000.000 ακόμα νεκρούς Αμερικανούς. Οι Μακ Άρθουρ, Νίμιτς, Λε Μαίη και Αϊζενχάουερ επιμένουν ότι η απόβαση δεν είναι αναγκαία, διότι η Ιαπωνία, εντελώς αποκλεισμένη ναυτικά από παντού, χωρίς βασικά εφόδια και υφιστάμενη αδιάκοπους βομβαρδισμούς, δεν αποτελεί πλέον απειλή. Αλλά, διπλωματικά, η κατάσταση εμπλέκεται με την ΕΣΣΔ, η οποία κηρύσσει τον πόλεμο και εξαπολύει επίθεση στην Ιαπωνία, ενώ κατέχει ήδη σημαντικό τμήμα της Ευρώπης την ώρα που πλησιάζουν οι διασκέψεις για τη μεταπολεμική κατάσταση στο Πότσνταμ. Τότε ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρρυ Τρούμαν (Βλ. Δόγμα Τρούμαν ΕΔΩ) δέχεται συμβουλές να χρησιμοποιήσει το νεοανακαλυφθέν υπερόπλο της Ατομικής Βόμβας (Βλ. ατομική βόμβα Χιροσίμα Ναγκασάκι ΕΔΩ), που οι ΗΠΑ σχεδίαζαν αρχικά για να χρησιμοποιήσουν εναντίον του Χίτλερ. Η απόφαση δέχεται έντονες επικρίσεις, κυρίως από τους επιστήμονες που την κατασκεύασαν, αλλά ο Τρούμαν αποβλέπει σε μια έκρηξη της οποίας ο (από)ηχος θα ακουστεί κυρίως στη Μόσχα. Στις 6 Αυγούστου (Χιροσίμα) και 9 Αυγούστου (Ναγκασάκι) 1945 η Ιαπωνία δέχεται δύο ατομικές βόμβες, που προκαλούν 240.000 νεκρούς και πολύ μεγαλύτερο αριθμό τραυματιών και θυμάτων της ραδιενεργής ακτινοβολίας, ενώ οι πόλεις που χτυπήθηκαν σχεδόν εξαφανίζονται από τον χάρτη. Αυτό δίνει την ευκαιρία στον Χιροχίτο να προβεί σε άμεσες συνεννοήσεις για παράδοση της Ιαπωνίας, παρακάμπτοντας τους άναυδους στρατιωτικούς και, τελικά, ο πόλεμος τερματίζεται επίσημα στις 2 Σεπτεμβρίου 1945 με την επίσημη υπογραφή της άνευ όρων παράδοσης της Ιαπωνίας, επάνω στο θωρηκτό "Μιζούρι".

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Παγκόσμιο Προσκοπικό Κίνημα και το Κατασκηνωτικό Κέντρο του νησιού Μπράουνσι

Έναρξη του πρώτου Κατασκηνωτικού κέντρου στο νησί Μπράουνσι, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1907, γεγονός που αποτελεί την απαρχή του παγκόσμιου κινήματος του Προσκοπισμού.
Το νησί είναι κατά βάση ανοιχτό από τον Μάρτιο έως τον Νοέμβριο και είναι προσβάσιμο με πλοιάριο που αναχωρεί από το λιμάνι του Πόουλ. Κατά την διάρκεια του χρόνου που το κέντρο παραμένει ανοιχτό, υπάρχει οργανωμένη ξενάγηση και άλλες δραστηριότητες στο κέντρο υποδοχής επισκεπτών.
Άποψη του Κάστρου του Νησιού.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Το Κατασκηνωτικό κέντρο νησιού Μπράουνσι (αγγλικά: Brownsea Island Scout camp) ήταν ένα κατασκηνωτικό γεγονός στο νησί Μπράουνσι της νότιας Αγγλίας, που οργανώθηκε από τον υποστράτηγο (Lieutenant-general) Λόρδο Ρόμπερτ Μπέηντεν-Πάουελ του Βρετανικού Στρατού, συγγραφέα, ιδρυτή και αρχηγό του προσκοπικού κινήματος, ώστε να εξετάσει την εφαρμογή των ιδεών του που ανέπτυξε στο βιβλίο του "Προσκοπισμός για παιδιά" ("Scouting for boys"). Για αυτό το λόγο, αγόρια από διαφορετικές κοινωνικές καταβολές, συναντήθηκαν από την 1η έως τις 8 Αυγούστου 1907 και συμμετείχαν σε δραστηριότητες που αφορούσαν την κατασκήνωση, την παρατήρηση, τις ξυλοκατασκευές, τους κανόνες συμπεριφοράς, τη διάσωση και τον πατριωτισμό. Αποτελεί την πρώτη προσκοπική κατασκήνωση που έγινε ποτέ στον κόσμο και αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το παγκόσμιο Προσκοπικό Κίνημα.

Χάρτης του νησιού με το κύριο κατασκηνωτικό 
κέντρο κάτω αριστερά.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Έπειτα, από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, άρχισε η συστηματική διοργάνωση προσκοπικών κατασκηνώσεων στο νησί του Μπράουνσι. Το 1963, μια οριοθετημένη έκταση 50 εκταρίων (20.000 m2) εγκαινιάστηκε από την αρχηγό του οδηγικού κινήματος και σύζυγό του Πάουελ εν χηρεία, Λαίδης Όλαβ Μπέηντεν-Πάουελ, όταν το νησί κηρύχθηκε ως τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και σε έκταση που ανήκει στη φυσιολατρική και πολιτιστική οργάνωση Εθνική Πίστη (National Trust). Το 1973, ένα παγκόσμιο προσκοπικό τζάμπορι διεξήχθη στο νησί με την συμμετοχή 600 προσκόπων από πολλά κράτη του κόσμου.

Κατά την εκατονταετηρίδα του προσκοπισμού το 2007, διεξήχθησαν μεγάλες εκδηλώσεις στο κατασκηνωτικό κέντρο του νησιού Μπράουνσι το 2007, ώστε να εορταστούν τα 100 χρόνια από την πρώτη προσκοπική κατασκήνωση, που αποτέλεσε το εφαλτήριο για την επέκταση του προσκοπισμού στις περισσότερες χώρες του κόσμου.

Ο Ρόμπερτ Μπέηντεν-Πάουελ 
στο Μπράουνσι
Ι. Υπόβαθρο

Ο Λόρδος Ρόμπερτ Μπέηντεν-Πάουελ είχε ανακηρυχθεί εθνικός ήρωας κατά την διάρκεια του Πολέμου των Μπόερς, ως αποτέλεσμα της επιτυχημένης υπεράσπισης κατά την διάρκεια της Πολιορκίας του Μέιφκινγκ τα έτη 1899 με 1900. Κατά την διάρκεια της πολιορκίας, παρατήρησε τα σώματα δοκίμων του Μέιφκινγκ, που αποτελούνταν από έφηβους αγγελιοφόρους του βρετανικού στρατού ηλικίας από 12 έως 15 ετών, και εντυπωσιάστηκε με την επινοητικότητα και το θάρρος τους. Ο Μπέηντεν Πάουελ είχε ήδη δημοσιεύσει αρκετά δημοφιλή βιβλία πάνω στην στρατιωτική ανίχνευση, συμπεριλαμβανομένου του 'Βοηθήματος για τους ανιχνευτές του Στρατού" ("Aids to Scouting for NCOs and men") που εκδόθηκε το 1899 και αποτέλεσε μπεστ σέλερ, αφού ήταν αρκετά διαδεδομένο, ιδιαίτερα σε δασκάλους και σε οργανώσεις νέων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ξεκίνησε να συζητά την ιδέα της δημιουργίας μιας νέας οργάνωσης νέων με ορισμένα άτομα του περιβάλλοντός του, όπως με τον Σερ Ουίλλιαμ Αλεξάντερ Σμιθ, ιδρυτή της οργάνωσης Ταξιαρχίας Αγορίων (Boys' Brigade), σχετικά με την επίτευξη της δημιουργίας μιας νέας οργάνωσης νέων, ως μια Ταξιαρχία Εφήβων Προσκόπων. Την ίδια περίοδο που έγραφε το βιβλίο του "Προσκοπισμός για παιδιά" ("Scouting for boys"), ο Πάουελ πείστηκε να οργανώσει μια πειραματική κατασκήνωση. Η κατασκήνωση έγινε τελικά πραγματικότητα και διεξήχθη το καλοκαίρι του 1907 στο νησί Μπράουνσι, που βρίσκεται στον κόλπο του λιμανιού της πόλης Πόουλ. Στην κατασκήνωση προσκάλεσε τον επιστήθιο φίλο του αξιωματικό Κέννεθ ΜακΛάρεν (Kenneth McLaren), για να συμμετάσχει ως βοηθός του.

ΙΙ. Πρώτη προσκοπική κατασκήνωση
Καρτ-ποστάλ της πρώτης προσκοπικής κατασκήνωσης, 
Νήσος Μπράουνσι, Αύγουστος 1907
Χώρος και οργάνωση κατασκήνωσης
Το νησί του Μπράουνσι καλύπτει συνολικά 560 εκτάρια δασικής έκτασης και ανοιχτών χώρων, ενώ στην έκτασή της υπάρχουν δύο μικρές λίμνες. Ο Μπέηντεν Πάουελ είχε επισκεφτεί τον χώρο, όταν ήταν ακόμα παιδί, μαζί με τα αδέρφια του. Θεωρούσε ότι ανταποκρινόταν στις ανάγκες της κατασκήνωσης, ως ένα απομονωμένο μέρος από την ευρύτερη νησιωτική χώρα, χωρίς να είναι ιδιαιτέρως γνωστή ως τοποθεσία. Μόνο ένα μικρό πλοιάριο εκτελούσε δρομολόγια από την παραθαλάσσια πόλη του Πουλ (Poole), κάνοντας την μετακίνηση λίγο ευκολότερη. Ο ιδιοκτήτης του νησιού, Τσαρλς βαν Ρέιαλτ (Charles van Raalte), δέχθηκε με χαρά την παραχώρηση της έκτασης, προκειμένου να την χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες της κατασκήνωσης.

Ο Ρόμπερτ Μπέηντεν-Πάουελ με μελλοντικούς 
προσκόπους στο νησί Μπράουνσι
Ο Μπέηντεν Πάουελ κάλεσε να συμμετάσχουν αγόρια από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, κίνηση που αποτελούσε μια επαναστατική ιδέα για εκείνη τη συντηρητική εποχή, επί βασιλείας του Εδουάρδου του Ζ΄. Έντεκα αγόρια προέρχονταν από τα υψηλού κύρους δημόσια αυτοτελή σχολεία του Έντον και του Χάροου, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν υιοί φίλων του Μπέηντεν-Πάουελ. Επτά παιδιά προέρχονταν από τη Ταξιαρχία Αγοριών (Boys' Brigate) από το Μπόρνμαουθ (Bournemouth) και άλλα τρια ήλθαν από τα άλλα σχολεία της πόλης του Πόουλ και της συνοικίας του Χάμγουορθυ (Hamworthy). Ο εννιάχρονος ανιψιός του Μπέηντεν-Πάουελ, Ντόναλντ, παραβρέθηκε και αυτός στην κατασκήνωση. Η χρηματική συμμετοχή για κάθε παιδί εξαρτώταν από την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Τα παιδιά των αυτοτελών δημόσιων σχολείων, πλήρωσαν μια λίρα Αγγλίας για την συμμετοχή τους, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά, τρία τέταρτα της λίρας και έξι πένες. Τα αγόρια ήταν χωρισμένα σε τέσσερις ενωμοτίες, τους Λύκους, τα Κοράκια, τους Ταύρους και τις Σταχτοτσικνιές.

Δεν είναι σίγουρο πόσα άτομα συμμετείχαν στην πρώτη κατασκήνωση. Ο Μπέηντεν-Πάουελ, σε άρθρο του στο περιοδικό "Ο Πρόσκοπος" ("The Scout") το 1908, ανέφερε τον αριθμό των 20 εφήβων που ήταν χωρισμένοι σε τέσσερις ενωμοτίες των πέντε ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και του εννιάχρονου ανιψιού του. Σε αυτό συμφωνούν και άλλες πηγές, όπως αναφέρει και ο Σερ Πέρσυ Έβερεττ (Percy Everett) στα βιβλία του Τα πρώτα δέκα χρόνια (The First Ten Years, 1948) και Ανιχνευτική υπόσχεση (Rover Word, 1936), αλλά και ο Ρέινολντς (E. E. Reynolds) στο βιβλίο του Η προσκοπική κίνηση (The Scout Movement, 1950). Σε αυτό δεν φαίνεται να συμφωνεί ο Ουίλλιαμ Χίλλκοουρτ (William Hillcourt) στο έργο του Δύο ζωές ενός ήρωα (Two Lives of a Hero, 1964), όπου προσθέτει τον τέταρτο αδελφό της οικογένειας Ρόντνεϋ, Σάιμον Ρόντνεϋ, πληροφορία που φέρεται να επιβεβαιώνεται από το μεγαλύτερο και μακροβιότερο όγδοο παιδί της οικογένειας που συμμετείχε στην κατασκήνωση, τον Μπάρον Ρόντνεϋ. Δεν γνωρίζουμε γιατί οι υπόλοιποι συγγραφείς ή πρωταγωνιστές δεν τον αναφέρουν, αλλά διαφαίνεται από άλλα γεγονότα η συμμετοχή του και η ύπαρξη εντέλει του 6ου στη ενωμοτία των Σταχτοτσικνιών, όπως αναφέρει και ο συγγραφέας Κόλιν Γουόλκερ (Colin Walker).

Δεδομένου ότι αυτό ήταν η πρώτη προσκοπική δράση, οι έφηβοι δεν είχαν ομοιόμορφη στολή, αλλά φορούσαν χακί μαντήλι και είχαν και ορείχαλκα σήματα με το έμβλημα του ιπποτικού κρίνου (fleur-de-lis), που αποτέλεσε στη συνέχεια το πρώτο σύμβολο της προσκοπικής κίνησης. Φορούσαν επίσης ένα χρωματιστό κόμπο στον ώμο τους, ώστε να φαίνεται σε ποια ενωμοτία ανήκουν. Οι Ταύροι είχαν το πράσινο χρώμα, οι Λύκοι το μπλε, οι Σταχτοτσικνιές το κίτρινο και τα Κοράκια το κόκκινο χρώμα. Οι ενωμοτάρχες είχαν επίσης ένα κοντάρι με τη σημαία που συμβόλιζε το ζώο της ενωμοτίας. Μετά από κάποιες εξετάσεις πάνω στην εκμάθηση των κόμπων, στους τρόπους ανίχνευσης και στη ιστορία της σημαίας της Κοινοπολιτείας, λάμβαναν το πρώτο τους προσκοπικό σήμα, που το τοποθετούσαν στο μπράτσο τους, κάτω από τον κρίνο και που έγραφε το ρητό Έσο Έτοιμος.

Περιοχή του κατασκηνωτικού χώρου στο νησί 
Μπράουνσι
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Πρόγραμμα δραστηριοτήτων
Η επίσημη έναρξη της κατασκήνωσης, έγινε με το φύσημα του κέρατος ενός αφρικανικού τραγέλαφου, που ο Πάουελ είχε αιχμαλωτίσει κατά τον πόλεμο κατά της φυλής των Ματαμπέλε. Χρησιμοποίησε το ίδιο κέρας για να κηρύξει την έναρξη του 3ου Παγκόσμιου Τζάμπορι εικοσιδύο χρόνια αργότερα, το 1929. Ο Μπέηντεν-Πάουελ έκανε εκτεταμμένη χρήση της προσωπικής του φήμης ως ο ήρωας της πολιορκίας του Μέιφκινγκ, ώστε να τραβήξει το ενδιαφέρον των παιδιών. Για πολλούς από τους συμμετέχοντες της πρώτης κατασκήνωσης, οι αναφορές του πάνω στις εμπειρίες του στην Αφρική και τα διάφορα τραγούδια που έμαθε και μετέφερε σε αυτούς από ιθαγενείς φυλές των περιοχών που επισκέφτηκε, ήταν από τα πιο αξιομνημόνευτα περιστατικά της υπαίθριας δράσης. Ένα από αυτά, ήταν ένα τραγούδι των Ζουλού, το "Ινγκονυάμα"("Ingonyama") που σημαίνει σε ελεύθερη μετάφραση "αυτός είναι το λιοντάρι".

Λιβάδι στο νησί Μπράουνσι
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Κάθε ενωμοτία είχε την δικιά της τριγωνική σκηνή στρατιωτικού τύπου. Το εγερτήριο ήταν στις έξι το πρωί, με ζεστό κακάο, γυμναστικές ασκήσεις, έπαρση σημαίας και προσευχή. Το πρωινό το έπαιρναν στις οκτώ το πρωί. Στην συνέχεια ακολουθούσαν οι πρωινές δραστηριότητες σύμφωνα με το ημερήσιο πρόγραμμα και έπειτα μπάνιο στη παραλία του νησιού εφόσον προβλέπονταν κάτι τέτοιο. Μετά το μεσημεριανό, υπήρχε υποχρεωτική αυστηρή ανάπαυση χωρίς να επιτρέπονται ομιλίες, που ακολουθούνταν από απογευματινές δραστηριότητες σύμφωνα με την θεματολογία της ημέρας. Μετά τις πέντε η ώρα το απόγευμα, η ημέρα τελείωνε με παιχνίδια, το δείπνο, την νυχτερινή πυρά και την βραδινή προσευχή. Το βράδυ υπήρχαν νυχτερινές περιπολίες από τους κατασκηνωτές, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια της κατασκήνωσης, ενώ οι βάρδιες ξεκινούσαν από τις εννιά το βράδυ. Στις περιπολίες συμμετείχαν οι έφηβοι ανεξάρτητα από την ηλικία τους.

Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων της κάθε μέρας, βασιζόταν και σε μια διαφορετική θεματολογία. Η πρώτη μέρα ήταν προκαταρκτική, με την εγκατάσταση της κατασκήνωσης, η δεύτερη περιελάμβανε εξόρμηση σε κάποιο σημείο του νησιού, η τρίτη μέρα ήταν αφιερωμένη στην παρατήρηση, η τέταρτη μέρα στην ανάπτυξη των τεχνικών δεξιοτήτων με ξυλογλυπτική, η θεματολογία της πέμπτης μέρας κάλυπτε την ιπποσύνη και τους κανόνες συμπεριφοράς, η έκτη μέρα τις πρώτες βοήθειες και τη διάσωση, η έβδομη στη πατριδογνωσία, και η όγδοη ημέρα αποτελούσε το απάνθισμα των δραστηριοτήτων της κατασκήνωσης.

Οι συμμετέχοντας έφυγαν από το νησί την ένατη μέρα με το πλοιάριο της γραμμής. Ο Μπέηντεν-Πάουελ ήταν ικανοποιημένος από την κατασκήνωση, την οποία θεώρησε επιτυχημένη. Η κατασκήνωση έληξε με ένα έλλειμμα στον προϋπολογισμό της, της τάξης των 24 περίπου λιρών, όταν οι συνολικές δαπάνες της κατασκήνωσης ήταν 55 λίρες, 5 δέκατα (shillings) και 8 πένες. Το χρέος αποσβέστηκε από μια σαξονική οικογένεια ευγενών, της οποίας δύο τέκνα, ο Μαρκ και ο Χάμφρεϋ, συμμετείχαν στην κατασκήνωση.

Αναθηματική πλάκα με αναφορά στη 
πρώτη προσκοπική κατασκήνωση 
στο Μπράουνσι
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Κληρονομιά και εορτασμός
Μετά την επιτυχή κατασκήνωση, ο Μπέηντεν-Πάουελ ξεκίνησε μια εκτεταμένη περιοδεία στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διοργάνωνε ομιλίες με την στήριξη του εκδοτικού του οίκου "Pearsons", προκειμένου να προωθήσει την επικείμενη έκδοση του βιβλίου του"Προσκοπισμός για παιδιά", το οποίο αποτέλεσε το υπόβαθρο της ιδεολογίας του προσκοπικού κινήματος. Αρχικά κυκλοφόρησε σε έξι δεκαπενθήμερες περιοδικές εκδόσεις, αρχής γενομένης από τον Ιανουάριο του 1908, ενώ αργότερα εκδόθηκε σε μορφή βιβλίου. Έπειτα, ο προσκοπισμός άρχισε να διαδίδεται σε όλη τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιρλανδία, και στη συνέχεια διαμέσου των χωρών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και στον υπόλοιπο κόσμο.

Μια συνάντηση των αρχικών κατασκηνωτών, πραγματοποιήθηκε το 1928 στο σπίτι του αρχηγού της προσκοπικής κίνησης, στην έπαυλη "Παξ Χιλ" ("Pax Hill") στο Χάμπσαϊρ. Μια αναθηματική σκαλισμένη πέτρα, έργο του γλύπτη Ντον Πόττερ (Don Potter), παρουσιάστηκε το 1967 κοντά στο σημείο του καταυλισμού, για να θυμίζει στους επισκέπτες του χώρου το γεγονός.

Τον Μάιο του 2000, είκοσι δέντρα φυτεύτηκαν, ένα για κάθε αγόρι που συμμετείχε. Κατά την τελετή φύτευσης, ο Γενικός Έφορος της Αγγλίας, μαζί με τους εκπροσώπους των Προσκόπων και των Οδηγών, φύτεψαν τα δέντρα προς τη πλευρά της παραλίας, κοντά στη ιστορική τοποθεσία της πρώτης προσκοπικής κατασκήνωσης. Τα δέντρα αυτά, σύμφωνα με τους διοργανωτές της εκδήλωσης, θα θυμίζουν στις επόμενες γενιές προσκόπων, τους πρώτους κατασκηνωτές του Μπέηντεν-Πάουελ και θα παρέχουν μια σειρά από μελλοντικούς φυσικούς ανεμοθραύστες για την πρόληψη της διάβρωσης από τους παράκτιους ανέμους της περιοχής.

ΙΙΙ. Ιστορία κατασκηνωτικού χώρου

Από το 1927 έως το 2000
Όταν ο ιδιοκτήτης του νησιού Τσαρλς βαν Ρέιαλτ πέθανε, το κληροδότημα έλαβε η γυναίκα του Φλόρενς, η οποία έμεινε στο νησί έως το 1925. Έπειτα το νησί περιήλθε στην ιδιοκτησία της Μαίρυ Μπόνχαμ-Κρίστυ (Mary Bonham-Christie), που το απέκτησε μετά από προσφορά της σε πλειστηριασμό το 1927. Το 1932, η ιδιοκτήτρια του νησιού επέτρεψε σε 600 προσκόπους να κατασκηνώσουν στο νησί ώστε να εορταστεί η Αργυρή Επέτειος από την συμπλήρωση των 25 χρόνων από την πρώτη κατασκήνωση, αλλά λίγο αργότερα, δεν επέτρεπε την πρόσβαση στο κοινό, όταν η έλλειψη αποψίλωσης και καθαρισμού του χώρου δεν επέτρεπαν την κατασκήνωση. Το 1934, όταν κάποιοι ναυτοπρόσκοποι κατασκήνωσαν στο νησί, εκδηλώθηκε μια πυρκαγιά που απείλησε όλο το νησί, και αναγκάστηκε η ομάδα των κατασκηνωτών να αποχωρήσει εσπευσμένα από τον χώρο κατασκήνωσής της. Οι φλόγες κατέκαψαν όλο το δάσος του νησιού και λίγο έλειψε να πυρπολήσει και το κάστρο και τα παρακείμενα κτίσματα, αλλά η αλλαγή της φοράς του ανέμου απέτρεψε το γεγονός. Παρά το γεγονός, ότι η φωτιά ξεκίνησε από μια περιοχή όπου δεν υπήρχε παρουσία κατασκηνωτών, η ιδιοκτήτρια του νησιού αποφάσισε να μην επιτρέψει άλλη υπαίθρια δραστηριότητα στο νησί, με αποτέλεσμα να μην είναι προσβάσιμο μέχρι τον θάνατό της, το 1961. Ο κληρονόμος της και εγγονός της ιδιοκτήτριας, επειδή αδυνατούσε να καταβάλει τον φόρο κληρονομιάς και τους άλλους φόρους από παλιά χρέη, αποφάσισε να βάλει πωλητήριο στο νησί. Τελικά το 1962, περιήλθε στον σημερινό ιδιοκτήτη του, την Εθνική Πίστη (National Trust), έπειτα από ενέργειες πολιτών που απευθύνθηκαν στην κυβέρνηση με σκοπό να αποτρέψουν επενδύσεις που θα κατέστρεφαν το φυσικό τοπίο της περιοχής.

Το 1963, όταν το νησί περιήλθε στη ιδιοκτησία της Εθνικής Πίστης με σκοπό την διαχείριση και την προστασία του χαρακτηρισμένου τοπίου φυσικού κάλλους, με ενέργειες της Λαίδης Μπέηντεν-Πάουλ, η έκταση άνοιξε για το κοινό. Από τότε, πρόσκοποι, οδηγοί και άλλοι πολίτες επισκέπτονται συχνά το νησί. Το επόμενο χρόνο, έκταση 50 εκταρίων δίπλα στη ιστορική περιοχή, περιήλθε στη ευχέρεια των προσκόπων και των οδηγών, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να κατασκηνώνουν στο νησί. Το 1973, ένα τζάμπορι διοργανώθηκε στο νησί, στο οποίο συμμετείχαν 600 πρόσκοποι με επτά διαφορετικές εθνικές καταβολές, μαζί με έναν από τους πρώτους κατασκηνωτές, που ήταν πια ογδόντα ενός ετών.

Η προσκοπική και η οδηγική παγκόσμια
σημαία στο εσωτερικό της εκκλησίας
Σεντ Μαίρυς.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Από το 2000 μέχρι σήμερα
Ο κατασκηνωτικός χώρος είναι σήμερα χωρισμένος κατά τμήματα, ώστε να εξυπηρετεί επισκέπτες και κατασκηνωτές. Στο χώρο υπάρχει κατάστημα με αναμνηστικά είδη, αναθηματική ανάγλυφη πέτρα, μονοπάτια με την απαραίτητη σήμανση και χωρισμένες κατασκηνωτικές περιοχές για κάθε ομάδα κατασκηνωτών. Ο μέγιστος αριθμός των κατασκηνωτών που μπορεί να φιλοξενηθεί είναι 300 με 400 άτομα.

Η Εθνική Πίστη εξακολουθεί να διατηρεί το νησί στην ιδιοκτησία της, και διαχειρίζεται το βασικό κτήριο της "Λέσχης Νότιας Ακτής"(South Shore Lodge) και τον εξωτερικό χώρο του "Κέντρου Κατασκήνωσης Μπέηντεν-Πάουελ" (Baden-Powell Outdoor Centre), με την στήριξη του Συλλόγου Φίλων του κατασκηνωτικού κέντρου (Brownsea Island Scout Fellowship) και των Φίλων του Οδηγισμού(Friends of Guiding), όπως επίσης και ένα μικρό ταχυδρομείο για τις ανάγκες του νησιού. Το "Κέντρο Κατασκήνωσης Μπέηντεν-Πάουελ" ξεκίνησε επίσημα την λειτουργία του στις 14 Σεπτεμβρίου 2007. Ανάμεσα στις διευκολύνσεις που διαθέτει, περιλαμβάνονται ο χώρος υποδοχής και οι εγκαταστάσεις υγιεινής. καθώς και ένα μικρό μουσείο προσκοπικής ιστορίας. Σε απόσταση 300 μέτρων από το κέντρο, βρίσκεται η εκκλησία Σεντ Μαίρυς, όπου μια προσκοπική και μια οδηγική σημαία στολίζουν τον χώρο. Το 2007, επ' ευκαιρία της εκατονταετηρίδας, η εκκλησία διακοσμήθηκε με άλλες σαράντα σημαίες και εμβλήματα από τα είκοσι ένα προηγούμενα παγκόσμια τζάμπορι και άλλα προσκοπικά και οδηγητικά ενθύμια. Κατά την διάρκεια μεγάλων διοργανώσεων, στη εκκλησία τελείται Θεία Λειτουργία με το τυπικό της Αγγλικανικής Εκκλησίας.

Το νησί είναι κατά βάση ανοιχτό από τον Μάρτιο έως τον Νοέμβριο και είναι προσβάσιμο με πλοιάριο που αναχωρεί από το λιμάνι του Πόουλ. Καθ' εξαίρεση, το νησί ήταν υπό την αποκλειστική διαχείριση των διοργανωτών κατά την διάρκεια του εορτασμού των εκατό χρόνων. Κατά την διάρκεια του χρόνου που το κέντρο παραμένει ανοιχτό, υπάρχει οργανωμένη ξενάγηση και άλλες δραστηριότητες στο κέντρο υποδοχής επισκεπτών.

Πρόσκοποι και οδηγοί, κατά την διάρκεια της παραμονής στο νησί, εκτελούν εργασίες πρόληψης, διατήρησης και φύλαξης του φυσικού αντικειμένου, με απομάκρυνση των ξενικών ειδών από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, τον καθαρισμό από τα ξερά κλαδιά, τις πευκοβελόνες και τα νεκρά δένδρα, και την φύτευση νέων για την ανανέωση του δάσους.
Πινακίδα που δείχνει το χώρο της κατασκήνωσης του Μπέηντεν-Πάουελ
IV. Εκατονταετηρίδα του προσκοπισμού

Από τον Μάρτιο του 2006, υπήρχαν διαθέσιμα ταξιδιωτικά πακέτα για προσκοπικές ομάδες που ήθελαν να κατασκηνώσουν στο νησί, ενώ υπήρχε η δυνατότητα, προσκοπικές και οδηγικές ομάδες να κλείσουν πακέτα δραστηριοτήτων. Για την διοργάνωση της επετείου των εκατό χρόνων του προσκοπισμού, τέσσερεις κατασκηνώσεις είχαν στηθεί από την Παγκόσμια Προσκοπική Οργάνωση, από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο του 2007.

  • Η Κατασκήνωση των Ενωμοταρχών (Patrol Leaders Camp), διεξήχθη από την 26η έως την 28η Ιουλίου 2007 και ήταν η πρώτη από τις τέσσερις κατασκηνώσεις. Εκεί, για πρώτη φορά, οι πρόσκοποι του Ηνωμένου Βασιλείου έκαναν νέες δραστηριότητες που δεν είχαν ξανακάνει, όπως θαλάσσιο καγιάκ.
  • Η Κατασκήνωση Ρέπλικα (Replica Camp) ήταν μια ζωντανή αναπαράσταση της ιστορίας της κατασκήνωσης του 1907 στο Μπράουνσι. Ξεκίνησε στις 28 Ιουλίου και έληξε στις 3 Αυγούστου 2007, παράλληλα με τις άλλες κατασκηνώσεις.
  • Η Κατασκήνωση Ηλιοβασίλεμα (Sunrise Camp), που ξεκίνησε από τις 29 Ιουλίου έως την 1η Αυγούστου 2007,φιλοξένησε πάνω από 300 προσκόπους από σχεδόν όλες τις χώρες του κόσμου. Οι πρόσκοποι αυτοί συμμετείχαν τότε στο 21ο Παγκόσμιο Τζάμπορι που διοργανώθηκε στα Χάιλαντς Παρκς (Hylands Park) του Έσσεξ και ταξίδεψαν για να παρακολουθήσουν την τελετή έναρξης της κατασκήνωσης. Στις οκτώ το πρωί, πρόσκοποι από όλον τον κόσμο έδωσαν την προσκοπική τουςΥπόσχεση, με στόχο να γίνει ο κόσμος καλύτερος και ένας πιο ειρηνικός τόπος.
  • Και η τέταρτη, η Κατασκήνωση της Νέας Εκατονταετηρίδας (New Centenary Camp), διεξήχθη από την 1η Αυγούστου έως τις 4 Αυγούστου 2007, φιλοξένησε προσκόπους από τον Ηνωμένο Βασίλειο και το εξωτερικό, ώστε να εορταστεί η έλευση ενός ελπιδοφόρου νέου προσκοπικού αιώνα. Πρόσκοποι από κάθε υπόβαθρο και θρησκεία, ενώθηκαν για να δείξουν στον κόσμο ότι η ειρήνη είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί, όπως ο Μπέηντεν-Πάπουελ μάζεψε παιδιά από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα στη πρώτη κατασκήνωση του 1907.
ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Η έναρξη της Γενοκτονίας των Αρμενίων και το Αρμενικό ζήτημα

ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ: Η 24η Απριλίου 1915, συμβολικά θεωρείται ως έναρξη της Γενοκτονίας των Αρμενίων, της εξόντωσης των Αρμενίων πολιτών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ηγεσία της Αρμενικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης φυλακίστηκε και εκατοντάδες Αρμένιοι της Πόλης απαγχονίστηκαν, ενώ ο αριθμός των σφαγιασθέντων υπολογίζεται στο 1.500.000.
Χάυκ, ο μυθικός γενάρχης των Αρμενίων
Ως γενοκτονία των Αρμενίων (Αρμενικά: Հայոց Ցեղասպանություն) αναφέρονται τα γεγονότα εξόντωσης Αρμενίων πολιτών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Εντολές για εκκαθαρίσεις Αρμενίων είχαν δοθεί νωρίτερα από το Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ (1894-96) ωστόσο η κύρια ευθύνη για τις πλέον εκτεταμένες σφαγές τους αποδίδεται στο κίνημα των Νεότουρκων (1908-18). Ως έναρξη της Αρμενικής Γενοκτονίας συμβολικά θεωρείται η 24η Απριλίου του 1915, όταν η ηγεσία της Αρμενικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης φυλακίστηκε και εκατοντάδες Αρμένιοι της Πόλης απαγχονίστηκαν.

Τουρκικές πηγές αναφέρουν ότι ο αριθμός των νεκρών Αρμενίων ήταν από 600.000 ως 800.000, ενώ Δυτικές και Αρμενικές πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των σφαγιασθέντων στο 1.500.000.

Θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες. Η Τουρκία αρνείται την ύπαρξη «γενοκτονίας» και ισχυρίζεται ότι πραγματοποιήθηκε ένας βίαιος εκτοπισμός του Αρμενικού πληθυσμού. Μέχρι το 2010, 23 κράτη είχαν αναγνωρίσει επισήμως τα γεγονότα ως γενοκτονία των Αρμενίων, όπως και η Διεθνής Ένωση Μελετητών για τη Γενοκτονία (International Association of Genocide Scholars).

Η Γενοκτονία των Αρμενίων πραγματοποιήθηκε παράλληλα και με τον ίδιο τρόπο με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Ελλήνων και των Ασσυρίων (Νεστοριανών χριστιανών).

Μαρτυρίες της εποχής
Ο Semen Ivanovic Aralov, πρώην στρατιωτικός, ήταν πρεσβευτής της Σοβιετικής Ένωσης στην Τουρκία από τον Ιανουάριο 1922 ως τον Απρίλιο 1923. Στο βιβλίο του «Απομνημονεύματα ενός σοβιετικού διπλωμάτη, 1922-1923» (1960) αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η Σοβιετική Ένωση στήριξε πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά την Τουρκία μετά τον Α’ Π.Π. και κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, καθώς και σε ορισμένα περιστατικά από τις βιαιότητες των Τούρκων κατά Αρμενίων και Ελλήνων:
«Τα τουρκικά στρατεύματα, τα οποία διοικούσε ο αντιδραστικός στρατηγός Κιαζίμ Καραμπεκίρ πασάς, προέβαιναν σε ομαδικές σφαγές Αρμενίων, ύστερα από προγραφές. Σφάχτηκαν περισσότερο από 69.000 άνθρωποι.»

Αρμενικό ζήτημα

Αρμενικό ζήτημα ονόμασαν οι διπλωματικοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι το πρόβλημα της μεταχείρισης των Αρμενίων και της αυτονομίας τους, που αναδύθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, απο τους Αρμένιους που ζούσαν στην παρακμάζουσα Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι σαρωτικές αλλαγές που από την αρχή σχεδόν του 19ου αιώνα έλαβαν χώρα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και οι πόλεμοι της με τη Ρωσία, έδωσαν και στους Αρμένιους, μετά τους Έλληνες, τους Σέρβους, τους Βούλγαρους, τη δυνατότητα να διεκδικήσουν και αυτοί, κατ'αρχήν καλύτερη (ισόνομη) μεταχείριση μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και αργότερα και την ανεξαρτησία τους.

Οι πρώτες αρμενικές επαναστατικές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν απο το 1880 και μετά, καθώς και οι μορφωμένοι Αρμένιοι της διασποράς, οργάνωσαν και διεθνοποίησαν τον αγώνα των Αρμενίων για καλύτερες συνθήκες ζωής, έστρεψαν τα φώτα της δημοσιότητας στους Αρμένιους πληθυσμούς που υφίσταντο όλων των ειδών τις κακοποιήσεις απο τους Τούρκους, και σύντομα έστρεψαν τη δυτική κοινή γνώμη υπέρ τους. Η Τουρκία άρχισε να πιέζεται απο τις δυτικές δυνάμεις να αλλάξει συμπεριφορά απέναντι των Αρμενίων και μάλιστα, να τους αναγνωρίσει αρκετές αυτονομίες και τη δυνατότητα διαχείρισης των υποθέσεων τους.

Η Τουρκία απάντησε με σφαγές μεγάλης έκτασης, οι πιο γνωστές των οποίων ήταν οι λεγόμενες σφαγές του σουλτάνου Αμπντουλ-Χαμίτ και φυσικά, η προσπάθεια εξόντωσης των Αρμενίων, (γενοκτονία ) κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου απο τους Νεότουρκους.

1) Το υπόβαθρο
Ο απελευθερωτικός αγώνας εθνοτήτων που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως οι Έλληνες και οι Βούλγαροι, αναζωπύρωσε την επιθυμία και άλλων χριστιανικών λαών για ανεξαρτησία και αυτονομία. Οι συνθήκες της Αδριανούπολης του 1829 και η Συνθήκη των Παρισίων το 1856 έδωσαν στις Μεγάλες Δυνάμειςτης εποχής, το δικαίωμα και την υποχρέωση να μεριμνούν για τους χριστιανικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν υπό την Οθωμανική κυριαρχία. Η όλο και πιο φανερή αδυναμία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να υπερασπιστεί τις κτήσεις της, αναπτέρωσε τις ελπίδες των υποταγμένων Χριστιανών για την απόκτηση της ελευθερίας τους. Το παράδειγμα της Ελλάδας, της Βουλγαρίας (1878), της Ρουμανίας (1878), της Σερβίας(1868) ήταν βέβαια για τους Αρμένιους, μια απόδειξη οτι και αυτοί -με τον αγώνα τους, και με τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων- θα μπορούσαν να πετύχουν την πολυπόθητη ελευθερία τους.
Κούρδοι και Αρμένιοι προς το τέλος του 19ου αιώνα
2) Τα πρώτα χρόνια
Ύστερα απο τον Ρωσο-περσικό πόλεμο του 1826-1828 και τη συνθήκη του Τουρκμετσάι που υπογράφηκε το 1828, στη Ρωσική Αυτοκρατορία συμπεριληφθήκαν τα Χανάτα του Ερεβάν και του Ναχιτσεβάν που στη πλειοψηφία τους κατοικούνταν από Αρμένιους. Τον Μάρτιο του 1828 σχηματίστηκε απο την ένωση των δυο αυτών Χανάτων η περιοχή της Αρμενίας, σαν ανταμοιβή του τσάρου Νικόλαου για την υποστήριξη που του έδωσαν οι Αρμένιοι κατά της Τουρκίας και κατά της Περσίας.

Στη διάρκεια του Ρωσο-τουρκικού πολέμου του 1828-1829 ο Ρωσικός στρατός κατέλαβε και τις υπόλοιπες αρμενικές περιοχές της δυτικής Αρμενίας, το Βαν, το Ερζερούμ, το Καρς, κ.α. Με τη συνθήκη της Αδριανούπολης μεταξύ Τσάρου και Σουλτάνου όμως, που υπογράφηκε τον Απρίλιο του 1829, στην ομώνυμη πόλη, οι Ρώσοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα εδάφη της δυτικής Αρμενίας, που ξανα-παραδώθηκαν στους Τούρκους. Η Ρωσία στήριξε την επανεγκατάσταση Αρμενίων απο την Τουρκία και την Περσία στα καινούρια εδάφη της. Υπολογίζεται οτι το 1828 γύρω στους 40,000 Αρμένιους απο τη Περσία και το 1829, 90,000 Αρμένιοι απο τη Τουρκία εγκαταστάθηκαν στην ανατολική (Ρωσική) Αρμενία.

Αποτέλεσμα εκτός των άλλων, ήταν να βρεθούν Αρμένιοι και απο τις δυο πλευρές των συνόρων.

3) Ρωσία και Αρμένιοι
Η ανατολική (Ρωσική) Αρμενία άρχισε να αναπτύσσεται, οικονομικά και πολιτιστικά. Τον Ιούνιο του 1849 ιδρύθηκε το Κυβερνείο του Ερεβάν, που με τη διοικητική συγκέντρωση που επέβαλλε, βοήθησε στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Καταργήθηκε το προηγούμενο φορολογικό (φεουδαρχικού τύπου) σύστημα, προωθήθηκε το εμπόριο, επιβλήθηκαν χαμηλοί δασμοί, ιδρύθηκαν βιοτεχνίες και βιομηχανίες και επόμενα ήρθε και η πνευματική ανάπτυξη των Αρμενίων. Ιδρύθηκαν αρμενικά σχολεία και κολλέγια, και αναπτυχθήκε η αρμενική κουλτούρα, με έργα αρμενικής λογοτεχνίας και ποίησης. Έτσι άρχισε να αναπτύσσεται και ο αρμενικός εθνικισμός και η απαίτηση για εθνικό κράτος. Άρχισαν να καλλιεργούνται οι ιδέες του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα, να γίνονται ομιλίες, να κυκλοφορούν φυλλάδια και εφημερίδες. Απο το 1850 και μετά άρχισε όλο και να δυναμώνει το εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα των Αρμενίων. Με την έναρξη του Ρωσο-τουρκικού πολέμου του 1877-1878 οι Αρμένιοι του Καύκασου βοήθησαν ενεργητικά το ρωσικό στρατό σχηματίζοντας εθελοντικά σώματα στρατού, πεζικού και ιππικού, μετέφεραν με τις άμαξες πολεμοφόδια, φρόντιζαν τους πληγωμένους, κ.α.. Μετά το τέλος του πολέμου, ορισμένες περιοχές της τουρκικής Αρμενίας, όπως το Καρς, ενώθηκαν με τη Ρωσία. Οι Τούρκοι θυμωμένοι και φοβισμένοι άρχισαν τις βιαιοπραγίες εναντίον των Αρμενίων, κυρίως αυτών που ζούσαν στα σύνορα με τη Ρωσία.

Αυτό που στη πραγματικότητα συνέβη ήταν το σπάσιμο όλων των δεσμών που συνέδεαν τους Οθωμανούς Μουσουλμάνους με τους Οθωμανούς Χριστιανούς, σαν αποτέλεσμα του Ρωσο-τουρκικού πολέμου και τη κήρυξη τζιχάντ. Οι Οθωμανοί Χριστιανοί ταυτίστηκαν πλέον ως υποκείμενα που ανήκαν στο βασίλειο του πολέμου, στη πλευρά του εχθρού.

Η φωτιά που ξέσπασε στην αγορά της αρμενικής πόλης Βαν, οι σκοτωμοί Αρμενίων από τον τουρκικό όχλο, η φανάτιση του όχλου από τους ισλαμιστές αρχηγούς του, η ευνοϊκή αντιμετώπιση των Κούρδων και η μεταχείρισή τους από τη τουρκική κυβέρνηση για να σκοτώνουν ή να καταπιέζουν τους Αρμένιους, οδήγησε αυτούς στο να ζητήσουν τη προστασία της Ρωσίας που εξάλλου βρισκόταν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. 

H μορφή του Αρμένιου πατριάρχη Ναρσή Βαρζαμπετιάν, ξεχωρίζει εκείνη τη περίοδο με τις επίμονες εκκλήσεις του προς τη Ρωσία να φροντίσει και το αρμενικό ζήτημα στη συνθήκη που επρόκειτο να υπογραφεί ζητώντας οι περιοχές της Μικράς Ασίας που κατοικούνταν απο Αρμένιους να κηρυχθούν ανεξάρτητες ή τουλάχιστον να περάσουν στην κυριαρχία της Ρωσίας.

Ο Αρμένιος Πατριάρχης Ναρσής Βαρζαμπετιάν
(α) Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου
Έτσι, η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, μεταξύ Ρώσων και Οθωμανών που υπογράφηκε στις 3 Μάρτη του 1878 και συγκεκριμένα το άρθρο 16 έγραφε:... (...καθώς η αποχώρηση των Ρωσικών στρατευμάτων απο τις περιοχές της Αρμενίας που έχουν καταλάβει και που θα αποδοθούν στη Τουρκία, μπορεί να γίνει αιτία εχθροπραξιών, η Υψηλή Πύλη αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει άμεσα για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και βελτιώσεις που απαιτούνται στις περιοχές που ζουν Αρμένιοι και να εγγυηθεί την ασφάλειά τους απέναντι στους Κούρδους και τους Κιρκάσσιους.) ...

(β) Η συνθήκη του Βερολίνου
Η αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου που επιβλήθηκε από την Μεγάλη Βρεττανία, με τη συνθήκη του Βερολίνου της 13ης Ιουνίου του 1878, και πάλι με το άρθρο 61 αυτή τη φορά όριζε οτι ...(... η Υψηλή Πύλη έπρεπε οπωσδήποτε να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις προς όφελος των Αρμενίων, κυρίως προστατεύοντάς τους από τους Κούρδους και Κιρκασσιανούς γείτονές τους. Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν δικαίωμα να επιστατούν την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων...)...
Το Συνέδριο του Βερολίνου
Τότε τέθηκε επίσημα και για πρώτη φορά, το ζήτημα της κατάστασης στην οποία ζούσαν οι Αρμένιοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι αναγκαίες αλλαγές που έπρεπε να γίνουν για να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία – αφού το ζήτημα της ανεξαρτησίας δεν είχε ακόμα τεθεί – και η διεθνοποίηση της κατάστασης, με το δικαίωμα που απέκτησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις να επεμβαίνουν προς την κατεύθυνση της επίλυσης των προβλημάτων. Οι Αρμένιοι λοιπόν, ήταν η μόνη χριστιανική εθνότητα πλέον, που έμεινε υποδουλωμένη στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Και οι Τούρκοι είχαν σκοπό να την κρατήσουν έτσι.

4) Οι διωγμοί αρχίζουν
Η κατάσταση συνεχώς επιδεινωνόταν τις επόμενες δεκαετίες. Όταν ο Αμπντούλ-Χαμίτ χρησιμοποίησε τους Κούρδους -που λίγο ή πολύ μοιράζονταν τα ίδια εδάφη -για να υποτάξουν τους Αρμένιους, οι Αρμένιοι ξεσηκώθηκαν ζητώντας πολιτικές ελευθερίες. Άρχισαν να ζητούν μια πλήρως ανεξάρτητη Αρμενία στην ανατολική Τουρκία. Επίσης προσπάθησαν να γνωστοποιήσουν το θέμα τους στην Ευρώπη και γενικά στις δυτικές χώρες, ιδρύοντας οργανώσεις και συλλόγους. 

Η πιο ακραία απο αυτές τις οργανώσεις ήταν η Χουντσάκ ( Καμπάνα, στα ελληνικά) που ιδρύθηκε το 1881 στη Γενεύη, η πρώτη σοσιαλιστική οργάνωση των Αρμενίων. Το 1890 ιδρύθηκε η δεύτερη οργάνωση των Αρμενίων, η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία, στη Τιφλίδα της σημερινής Γεωργίας, τότε Ρωσίας. Αρμένικες αντάρτικες ομάδες άρχισαν να επιτίθενται εναντίον τουρκικών στόχων. Ο σουλτάνος ενεργοποίησε και πάλι τους Κούρδους για να επιτεθούν εναντίον των Αρμενίων, εξοπλίζοντάς τους με όπλα και άλογα. Οι σφαγές απο τους Κούρδους και τους Κιρκάσσιους συνεχίστηκαν, χωρίς αντίδραση από τις Οθωμανικές αρχές, και οι Ευρωπαίοι δεν μπορούσαν να κάνουν παρά ότι δε βλέπουν.

Το 1895 οι Μεγάλες Δυνάμεις απαίτησαν να γίνουν διοικητικές αλλαγές ώστε όλοι οι Αρμένιοι να κατοικήσουν μαζί σε μια ενιαία περιφέρεια, να απελευθερωθούν οι πολιτικοί κρατούμενοι, και άλλα, τα οποία συνάντησαν για ακόμα μια φορά, την εσκεμμένη αδράνεια του σουλτάνου Αμπντουλ-Χαμίτ. Αντίθετα, ο τουρκικός όχλος απάντησε σε αυτήν την απαίτηση με μαζικές σφαγές τους επόμενους μήνες. Η θανάτωση 100.000 με 200.000 Αρμένιων, η λεηλασία των περιουσιών και των υπαρχόντων τους, η φυλάκισή τους, η εξορία τους και οι χιλιάδες κακοπάθειες τους, έδωσαν στον Αμπντουλ-Χαμίτ το όνομα του Κόκκινου (αιματοβαμμένου) Σουλτάνουκαι προκάλεσαν τη συμπάθεια και τη βοήθεια όλου σχεδόν του κόσμου στο αρμενικό πρόβλημα.

Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι το 1908.

5) Η αντιμετώπιση των Αρμενίων από τους Νεότουρκους
Τότε η εκθρόνιση του Αμπντουλ-Χαμίτ το 1909 απο τους Νεο-Τούρκους αναπτέρωσε τις ελπίδες των Αρμενίων για παραχωρήσεις. Αν και δόθηκαν στους Αρμένιους αρκετές έδρες στο τουρκικό κοινοβούλιο και τους επιτράπηκαν κάποιες ελευθερίες λόγου, Τύπου, θρησκείας τα πράγματα δεν καλυτέρεψαν ουσιαστικά. Σύντομα έγινε αντιληπτό οτι η πολιτική των Νεο-Τούρκων προς τους Αρμενίους θα ήταν η ίδια όπως και επί Σουλτάνου. Στις 26 Ιανουαρίου του 1914 οι αντιπρόσωποι Τουρκίας και Ρωσσίας υπέγραψαν στη Κωνσταντινούπολη μια συμφωνία στην οποία δημιουργούσαν 2 περιφέρειες που περιλάμβανε και τα 6 αρμενικά βιλαέτια, που θα διοικούνταν από Ευρωπαίους διοικητές. Όμως το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1914, ματαίωσε τη πραγματοποίηση αυτών των σχεδίων και άφησε και πάλι τους Αρμένιους εκτειθειμένους.

Και τα χειρότερα δεν είχαν έρθει ακόμα.

Η απόφαση της Τουρκίας να μπει στο πόλεμο στο πλάι της Γερμανίας και εναντίον λοιπόν της Ρωσίας, σήμαινε οτι και πάλι οι Αρμένιοι, θα μετατρέπονταν σε εσωτερικούς εχθρούς.

Ένα απο τα πρώτα πράγματα που έκανε η τουρκική κυβέρνηση ήταν να εξορίσει όσους περισσότερους Αρμένιους, από τα σύνορα με τη Ρωσία, μπορούσε στο εσωτερικό της Ανατολίας. Τα κτίρια που άφηναν πίσω οι Αρμένιοι φεύγοντας (εκκλησίες, σχολεία, πολιτιστικά ιδρύματα) δεσμεύονταν για τις ανάγκες του τουρκικού στρατού. Οι Αρμένιοι στρατιώτες σιγά-σιγά άρχισαν να μετακινούνται απο τις τάξεις του μάχιμου στρατού, στις άοπλες εφεδρείες. Τον Απρίλη του 1915, άρχισε η μαζική εξόντωση των Αρμενίων. Στις 24 αυτού του μήνα, συνελήφθησαν όλοι οι ηγέτες των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης και στάλθηκαν στα βάθη της Ανατολίας, χιλιάδες φυλακίστηκαν, οι επικοινωνία μεταξύ των αρμενικών χωριών κόπηκε και χιλιάδες πολίτες με τη βοήθεα του στρατού αλλά και παραστρατιωτικών οργανώσεων εξορίστηκαν απο τις περιοχές τους. Τα αρμενικά χωριά άδειαζαν το ένα μετά το άλλο και υπολογίζεται σε 1.500.000 ο αριθμός των Αρμενίων που αφήνοντας τα σπίτια τους, προχωρούσαν χωρίς ελπίδα για τις ερήμους της Συρίας. Οι Αρμένιοι της Ρωσίας απο την άλλη, με θέρμη μπήκαν στο πόλεμο υπέρ των Συμμάχων πιστεύοντας οτι με το τέλος του πολέμου θα δικαιούνταν μια ελεύθερη Αρμενία.

Οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις όμως είχαν άλλα σχέδια απο αυτά των Αρμενίων. Ήδη απο την άνοιξη του 1916 η Γαλλία, η Μεγάλη Βρεττανία και η Ρωσία υπέγραψαν μια μυστική συνθήκη που έδινε τις επαρχίες του Βαν, του Ερζερούμ, του Μπιτλίς και της Τραπεζούντας στη Ρωσία ενώ η Κιλικία θα δινόταν στη Γαλλία.
Το κτίριο του πρώτου αρμενικού κοινοβουλίου, στο Ερεβάν
6) Ο δρόμος προς το ανεξάρτητο Αρμενικό κράτος
Ο Τσάρος ήταν διατεθειμένος να προσαρτήσει τη τουρκική Αρμενία στα ρωσικά εδάφη, και το μόνο που τον σταμάτησε ήταν η φεβρουαριανή επανάσταση του 1917. Η προσωρινή κυβέρνηση, έδωσε στην τουρκική Αρμενία την αυτονομία της, μέχρι η συνθήκη ειρήνης να οριστικοποιήσει τα σύνορα. Με την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 όμως, τον Δεκέμβρη του ίδιους έτους, ο ρωσικός στρατός αποχώρησε απο τα τουρκικά εδάφη και έτσι η Αρμενία έμεινε μαζί με τη Γεωργία και τους Αζέρουςδημιουργώντας την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Υπερκαυκασίας. Η Κυβέρνηση της Υπερκαυκασίας όπως ονομάστηκε απο το 1917, καταλύθηκε απο τους Τούρκους που εισέβαλλαν στη περιοχή τον Απρίλη -Μάη του 1918 παραβιάζοντας τη Συνθήκη του Μπρεστ - Λιτόφσκ. Οι λαοί της Υπερκαυκασίας ξεσηκώθηκαν και κατάφεραν στο τέλος να διώξουν τους Τούρκους και να σχηματίσουν τρία ανεξάρτητα κράτη: την Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν και την Αρμενία.

Η πρώτη περίοδος της ανεξάρτητης και ελεύθερης Αρμενίας ήταν πια γεγονός.