Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1957. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1957. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

Ο Στρατηγός Στέφανος Σαράφης

Παρασκευή 31η Μαΐου 1957, ο στρατηγός Σαράφης αφήνει την τελευταία του πνοή. ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ ή ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ; 
Το νήμα της ζωής του κόπηκε στην παραλιακή λεωφόρο Ποσειδώνος στο ύψος του Αλίμου, από την Μπουίκ που οδηγούσε ο Ιταλοαμερικανός υποσμηνίας Μάριο Μουζάλι, ο οποίος υπηρετούσε στην 22η Μοίρα Διαβιβάσεων στην αμερικανική βάση του Ελληνικού. 


του Γιάννη Ράγκου

Στον κύκλο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, βαρύνοντα ρόλο διαδραμάτισαν κατά καιρούς οι πολιτικές δολοφονίες, που διαμόρφωσαν σε σημαντικό βαθμό τις πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις της εποχής τους. Σε άμεσο ή απώτερο χρόνο, οι περισσότερες από αυτές διαλευκάνθηκαν τόσο ως προς το «στενό» ποινικό τους μέρος όσο και ως προς την ευρύτερη πολιτική τους στόχευση. Σε λίγες, μόνο, περιπτώσεις, οι δράστες ή τα ακριβή κίνητρά τους παρέμειναν στην αχλή του μυστηρίου, τροφοδοτώντας έκτοτε ποικίλες θεωρίες και συνακόλουθες ιστορικές και ιδεολογικές προσεγγίσεις. Μια τέτοια περίπτωση, αποτελεί αναμφισβήτητα ο θάνατος κάτω από περίεργες συνθήκες του στρατηγού του Ε.Λ.Α.Σ. και βουλευτή της Ε.Δ.Α. Στέφανου Σαράφη, τον Μάιο του 1957… 
Στέφανος Σαράφης

Δύο παρά είκοσι το μεσημέρι της Παρασκευής 31η Μαΐου 1957. Ο 67χρονος (γεννημένος στα Τρίκαλα το 1890) στρατηγός Στέφανος Σαράφης, αρχηγός του Ε.Λ.Α.Σ., βουλευτής του κόμματος της Ε.Δ.Α. και γενικός γραμματέας του Γενικού Συμβουλίου της μαζί με την 44χρονη σύζυγό του Αγγλοαυστριακή Μάριον Πάσκο (1913-1999), διαπρεπή αρχαιολόγο, διέσχιζαν την άσφαλτο της παραλιακής λεωφόρου Ποσειδώνος στο ύψος του Αλίμου όπου διέμεναν (κοντά στην αμερικανική βάση του Ελληνικού), προς το παραλιακό μέτωπο. Μια ανοικτή Μπουίκ Κονβέρτιμπλ, με αριθμό κυκλοφορίας ΞΑ 1941 και οδηγό τον Ιταλοαμερικανό υποσμηνία Μάριο Μουζάλι, ο οποίος υπηρετούσε στην 22η Μοίρα Διαβιβάσεων στην αμερικανική βάση του Ελληνικού, έτρεχε σε μια ξέφρενη κούρσα με κατεύθυνση την Αθήνα. Αυτόπτες μάρτυρες -μεταξύ των οποίων, ο τροχονόμος Μικράκης που βρισκόταν στη διασταύρωση της Ποσειδώνος με την οδό Γερουλάνου, καθώς και η Καλλιόπη Κυριακοπούλου, υπάλληλος περιπτέρου στην παραλιακή λεωφόρο- θα δηλώσουν αργότερα πως η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν «ιλιγγιώδης» (κάποιοι είπαν πως υπερέβαινε τα 140 χλμ.). Το ζεύγος Σαράφη δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η Μπουίκ τους κτύπησε με σφοδρότητα και τους έριξε αιμόφυρτους στην άσφαλτο. Ο οδηγός του αυτοκινήτου κατάφερε να σταματήσει το αυτοκίνητο αρκετά μέτρα πιο κάτω, με το καπό εντελώς παραμορφωμένο από τη σύγκρουση.

Αμέσως, γύρω από τους δύο σοβαρά τραυματισμένους συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος και διερχόμενοι οδηγοί μετέφεραν τον Σαράφη και τη γυναίκα του στην Κλινική «Κυανούς Σταυρός», ενώ ο Μουζάλι παραλήφθηκε από τον αντισυνταγματάρχη Άλεν και τον λοχαγό Ο’ Χάρα και μεταφέρθηκε στη βάση του Ελληνικού. Στις 2.45’, μία ώρα μετά το τροχαίο, ο Σαράφης υπέκυψε στα βαρύτατα τραύματά του. Η σύζυγός του, λόγω της κρίσιμης κατάστασης μεταφέρθηκε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο. Το ίδιο βράδυ, όταν συνήλθε, ρώτησε για την τύχη του άντρα της και οι γιατροί την καθησύχασαν λέγοντάς της ότι είναι καλά και νοσηλεύεται σε άλλο θάλαμο. Έμαθε την αλήθεια από τη μητέρα της που είχε έρθει από την Αγγλία, όταν πια ο Σαράφης είχε ήδη κηδευτεί. Αργότερα, θα περιγράψει το γεγονός στο βιβλίο της «Ο στρατηγός Σαράφης όπως τον γνώρισα»: «Το πρωί εκείνης της μέρας είχαμε ανέβει μαζί στην Αθήνα. Εγώ τελείωσα γρήγορα τις δουλειές μου και κατέβηκα νωρίτερα στον Άλιμο, ενώ ο Στέφανος πήγε, όπως συνήθως, στα γραφεία της ΕΔΑ. Κατά τη 1, γύρισε στο σπίτι. Ήμουν απασχολημένη με κάποια δουλειά του σπιτιού και τον ρώτησα: «Να την τελειώσω ή θέλεις να πάμε αμέσως στη θάλασσα για μπάνιο;». Όπως πάντα, ήθελε να πάμε αμέσως. Έτσι φορέσαμε τα μαγιό, πήραμε την τσάντα με τις πετσέτες και ξεκινήσαμε. Λίγο παραπάνω απ’ την αγορά Αλίμου, προς την κατεύθυνση της Αθήνας πήγαμε να διασχίσουμε την παραλιακή λεωφόρο, όταν, φτάνοντας στα όρια της νησίδας ασφαλείας, έγινε το κακό. Φάνηκαν ξαφνικά δύο αυτοκίνητα: Ένα μικρό, μάλλον μαύρο, που προχωρούσε κανονικά κοντά στο πεζοδρόμιο, κι έπειτα μια κούρσα χρώματος μπλε-πράσινου, που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα για να το προσπεράσει. Αυτή η δεύτερη κούρσα μας χτύπησε. Με το χτύπημα έχασα τις αισθήσεις μου και δε θυμάμαι τίποτε άλλο. Ο Στέφανος, χτυπημένος βαριά, ξεψύχησε στο νοσοκομείο του Κυανού Σταυρού, στη Λεωφόρο Συγγρού. Εμένα με μετέφεραν στην Αθήνα με σπασμένο το ένα πόδι» (σελ. 136).
Ο Στ. Σαράφης, με τη σύζυγό του Μάριον

Λίγη ώρα μετά τον θάνατο του Σαράφη και ύστερα από πρόσκληση της Ε.Δ.Α., ο γλύπτης Κλέαρχος Λουκόπουλος (1906-1995) πήγε στην κλινική «Κυανούς Σταυρός» με σκοπό να φιλοτεχνήσει το εκμαγείο του νεκρού. Τον Φεβρουάριο 2011, ο γιος του γλύπτη Δημήτρης παρέδωσε το εκμαγείο αυτό στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (Α.Σ.Κ.Ι.) ως ένα σημαντικό ιστορικό τεκμήριο.

Το ίδιο βράδυ, στην κλινική έφτασε και ο προϊστάμενος της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Δημήτρης Καψάσκης προκειμένου να εξετάσει το πτώμα του Σαράφη. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση που υπέβαλλε την επομένη στην εισαγγελία Πλημμελειοδικών, το θύμα έφερε «εν κάταγμα ρωγμώδες του αριστερού κροταφικού οστού με αιμοραγίαν […] του εγκεφάλου και πολτοποίησιν της εγκεφαλικής ουσίας, δεξιά και εξ αντιτυπίας κατάγματα των πλευρών από της 5ης μέχρι της 11ης πλευράς, […] ρήξιν του δεξιού πνεύμονος και διπλούν περιπεπλεγμένον κάταγμα της αριστεράς κνήμης κατά την μεσότητα».
Ο Στ. Σαράφης, βαριά τραυματισμένος στο οδόστρωμα της λεωφόρου Ποσειδώνος, λίγα λεπτά μετά το τροχαίο

Και μια ειρωνική λεπτομέρεια: στο σημειωματάριο συναντήσεων του Σαράφη (μια κοινή ατζέντα περιπτέρου), που βρέθηκε πάνω του μετά το δυστύχημα και στην οποία ο στρατηγός σημείωνε τα ραντεβού και τις εκκρεμότητές του καθώς και ορισμένους τηλεφωνικούς αριθμούς (τελευταία ιδιόχειρη καταχώρηση, την Τετάρτη 29 Μαΐου), υπήρχε ειδική ενότητα που περιλάμβανε τα βασικά «Σήματα Τροχαίας Κινήσεως»… Το σημειωματάριο αυτό, βρίσκεται, επίσης, στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (αρχείο Στέφανου Σαράφη, κουτί 1, φάκελος 43).

Το ζήτημα της ετεροδικίας

Η είδηση του θανάτου του Σαράφη κυκλοφόρησε αμέσως, ενώ η εφημερίδα «Η Αυγή» της Ε.Δ.Α., σε έκτακτο παράρτημά της ανήγγειλε την είδηση και έδινε τις πρώτες πληροφορίες σχετικά. Στα γραφεία του κόμματος, στην οδό Ομήρου, άρχισε να συρρέει κόσμος για να πληροφορηθεί τις λεπτομέρειες του συμβάντος και να εκφράσει τη θλίψη του για το θάνατο του ιστορικού στελέχους της Αριστεράς. Παράλληλα, από τις αστυνομικές αρχές εκφράζονταν φόβοι για δημιουργία επεισοδίων και για το λόγο αυτό λήφθηκαν προληπτικώς έκτακτα μέτρα ασφαλείας σε επίκαιρα σημεία της Αθήνας (αμερικανική πρεσβεία, Μητρόπολη κ.ά.).

Εντούτοις, μετά τη σύλληψη του Μουζάλι, ανέκυψε σοβαρό πρόβλημα με το ζήτημα της ετεροδικίας. Με βάση την αρχική σύμβαση (που αποτελούσε μέρος της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας του 1953 για την εγκατάσταση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στον ελληνικό χώρο), οι Αμερικανοί στρατιωτικοί που υπηρετούσαν στην Ελλάδα και τελούσαν ποινικά ή άλλα αδικήματα, είχαν τη δυνατότητα να δικαστούν γι αυτά στις Η.Π.Α. Το καθεστώς αυτό είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων από την πλευρά των κομμάτων της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα της Αριστεράς και είχε οδηγήσει την κυβέρνηση της Ε.Ρ.Ε. υπό τον Κων. Καραμανλή στον καταρτισμό μιας νέας σύμβασης (στις 7 Σεπτεμβρίου 1956) που συμπλήρωνε και τροποποιούσε εν μέρει την προηγούμενη, η οποία όμως δεν είχε κυρωθεί ακόμα από την ελληνική Βουλή. Στην σύμβαση αυτή, που «προσήρμοζε το νομικόν καθεστώς των εν Ελλάδι δυνάμεων των ΗΠΑ προς το ισχύον και έναντι των άλλων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ», προβλεπόταν μεταξύ άλλων ότι «αι ελληνικαί αρχαί δύνανται να ασκήσουν την ποινικήν των διακαιοδοσίαν εναντίον μέλους των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων εις τας περιπτώσεις καθ’ ας κρίνουν ότι ενέχει ιδιαιτέραν σημασίαν όπως η διακιοδοσία αύτη ασκηθή υπό των ελληνικών αρχών. Αναγνωρίζεται όμως […] ότι αποτελεί πρωταρχικήν ευθύνην των αμερικανικών αρχών, όπως ασκούν κατά προτεραιότηταν την ποινικήν δικαιοδοσία των δια λόγους τάξεως και πειθαρχίας» (εφημερίδα «Ελευθερία» – 1 Ιουνίου 1957).
Άποψη της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ε.Δ.Α., στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950

Νωρίς το απόγευμα της 31ης Μαΐου, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ συναντήθηκε με τον Αμερικανό πρεσβευτή Τζωρτζ Άλεν και ζήτησε να αναγνωριστεί, σύμφωνα με τη σύμβαση, η δικαιοδοσία της ελληνικής δικαιοσύνης στην ποινική δίωξη του Μουζάλι, ώστε να τεθεί αυτός στη διάθεση των ελληνικών αρχών. Καθώς η αμερικανική πλευρά εμφανιζόταν διατεθειμένη να συνεργαστεί με την ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να μην διεγείρει αισθήματα «αντιαμερικανισμού» (είναι χαρακτηριστικό ότι το περιοδικό «Time», σε σύντομο ρεπορτάζ του για το θάνατο του Σαράφη στο φύλλο της 10ης Ιουνίου 1957, τόνιζε πως «χάρη στις άμεσες ενέργειες του πρεσβευτή Άλεν, δεν υπήρξαν αντιαμερικανικές εκδηλώσεις ή διαδηλώσεις»), ο Αμερικανός πρέσβης έκανε δεκτό το αίτημα του Έλληνα υπουργού. Έτσι, λίγες ώρες αργότερα, ο αστυνομικός διευθυντής Γεωργίου και ο διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Ρακιντζής μετέβησαν στην αμερικανική βάση του Ελληνικού για να μεταφέρουν τον Μουζάλι στη Γενική Ασφάλεια, όπου τέθηκε όμως υπό κράτηση αμερικανών στρατονόμων, καθώς στη σύμβαση προβλεπόταν πως «η φρούρησις του κατηγορουμένου θα τελήται εν Ελλάδι», αλλά «αι αρχαί των Ηνωμένων Πολιτειών θα αναλαμβάνουν την φρούρησιν του κατηγορουμένου μέχρι της περατώσεως της διαδικασίας της δίκης». Επιπλέον, στις 10 το πρωί της επόμενης μέρας, Αμερικανοί αξιωματικοί επισκέφθηκαν το κτήριο της Γενικής Ασφάλειας (στην οδό Τοσίτσα) προκειμένου να πάρουν αντίγραφο της δικογραφίας και να εξετάσουν τον Μουζάλι.

Στη Βουλή, τον θάνατο του Σαράφη ανακοίνωσε εκ μέρους της Ε.Δ.Α. ο Ηλίας Ηλιού σημειώνοντας πως «έχομεν επίγνωσιν των συνθηκών του θανάτου του αειμνήστου στρατηγού. Αλλά δεν πρόκειται να κάμωμεν καπηλείαν. Ευχόμεθα το τραγικόν αυτό συμβάν, να δώση την ευκαιρίαν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν και την εθνικήν αντιπροσωπείαν να ρυθμίση επιτέλους και να αποσεισθή από τη χώρα μας το αίσχος της ετεροδικίας». Εξάλλου, τη λύπη τους για το θάνατο του Σαράφη εξέφρασαν και οι εκπρόσωποι όλων των πολιτικών κομμάτων, ορισμένοι από τους οποίους σημείωσαν και την ανάγκη οριστικής ρύθμισης του θέματος της ετεροδικίας.
Άγιος Ευστράτιος, 1951: ο Στ. Σαράφης (αριστερά, καθιστός) με τους άλλους έξι εξόριστους βουλευτές της Ε.Δ.Α., που εξελέγησαν στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951.

Την ίδια μέρα, με ανακοίνωσή της η Διοικούσα Επιτροπή της Ε.Δ.Α. καλούσε την κυβέρνηση να καταργήσει το «ατιμωτικό καθεστώς της ετεροδικίας», ενώ και η εξόριστη ηγεσία του Κ.Κ.Ε. σε δική της ανακοίνωση σημείωνε πως «η απώλεια του στρατηγού Σαράφη προκάλεσε την οργή και αγανάκτηση του λαού, των πατριωτικών κομμάτων και οργανώσεων, κάθε Έλληνα πατριώτη, ενάντια στο καθεστώς της εθνικής υποδούλωσης, της ετεροδικίας, των εθνικών εξευτελισμών, ενάντια στην εγκατάσταση ατομικών βάσεων στη χώρα μας» (Επίσημα Κείμενα Κ.Κ.Ε., 8ος τόμος, σελ. 237-238).

Η σορός του Στ. Σαράφη εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου, δίπλα στον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας και στις 3 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε η κηδεία του με τη συμμετοχή αρχηγών κομμάτων (Σοφ. Βενιζέλου, Γ. Παπανδρέου, Ευάγ. Μπακλατζή), βουλευτών απ’ όλα τα κόμματα, εκπρόσωπων οργανώσεων της Εθνικής Αντίστασης (Ε.Α.Μ., Ε.Δ.Ε.Σ. κ.ά.) και κοινωνικών οργανώσεων, καλλιτεχνών και πλήθους κόσμου. Η κυβέρνηση απαγόρευσε να αποδοθούν στρατιωτικές τιμές στον νεκρό, ενώ δεν παρέστη και κανένας εκπρόσωπός της, γεγονός που δεν άφησε ασχολίαστο η εφημερίδα «Η Αυγή» στο φύλλο της επόμενης μέρας: «Από το ξόδι το εθνικό, έλειψαν μόνο η υποτέλεια και η κυβέρνησίς της» έγραφε χαρακτηριστικά.

Τρεις μέρες μετά (6 Ιουνίου 1957) άρχισε στη Νομοθετική Επιτροπή της Βουλής η (εσπευσμένη λόγω του θανάτου του Σαράφη) συζήτηση για την κύρωση της σύμβασης περί ετεροδικίας. Το νομοσχέδιο δέχτηκε εκ νέου τα πυρά της αντιπολίτευσης, που υποστήριξε πως δημιουργείται δυσμενέστερο δίκαιο από αυτό που ισχύει για τα άλλα κράτη-μέλη του Ν.Α.Τ.Ο. (Γ. Παπανδρέου – Κόμμα Φιλελευθέρων) και πως η ετεροδικία είναι το σύμπτωμα αλλά η αρρώστια είναι η έλλειψη ανεξαρτησίας της χώρας από τις Η.Π.Α. (Ηλ. Ηλιού – Ε.Δ.Α.). Τελικά, την επομένη το νομοσχέδιο υπερψηφίσθηκε από την Επιτροπή με 33 ψήφους υπέρ και 26 κατά.
Ο Στ. Σαράφης μετά την επιστροφή του από την εξορία (Νοέμβριος 1951).

Όπως σημειώνει ο νομικός Αντώνης Μπρεδήμας στο βιβλίο του «Η ετεροδικία των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στην Ελλάδα», κατά «τα πρώτα μετά τη συμφωνία αυτή χρόνια (1956-1960), η ελληνική πλευρά εφάρμοσε τη συμφωνία, προσαρμοζόμενη τόσο στο γράμμα της […] όσο και στο γενικό πολιτικό κλίμα την εποχής εκείνης. Συγκεκριμένα, από τις 122 υποθέσεις όπου υπήρχε συντρέχουσα δικαιοδοσία, η Ελλάδα παραιτήθηκε στις 116, ήτοι σε ποσοστό 95% περίπου, που ήταν κατώτερο την εποχή εκείνη, μόνο από το ποσοστό της Ιαπωνίας (97%) και αρκετά ανώτερο της Γαλλίας (88%). Η στάση αυτή φαίνεται ότι ακολουθήθηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρις ότου επήλθε μια αλλαγή στη στάση της Ελλάδας» (σελ. 178).


Δυστύχημα ή δολοφονία;

Από τις πρώτες ώρες μετά το δυστύχημα, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έκαναν λόγο για εγκληματική ενέργεια -ανάμεσά τους και ορισμένοι αστυνομικοί οι οποίοι ενεπλάκησαν στην προανάκριση και χαρακτήριζαν το γεγονός «ανεξήγητο» (εφημερίδα «Η Αυγή» – 1η Ιουνίου 1957)- εκδοχή που ενισχυόταν και από τις περίεργες συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό συνέβη. Τα βασικότερα στοιχεία που συνέβαλαν προς αυτή την κατεύθυνση είναι τα εξής:

1) Η πορεία της Μπουίκ: Είναι απολύτως εξακριβωμένο πως ο Σαράφης και η σύζυγός του δεν χτυπήθηκαν στη μέση του δρόμου, αλλά κοντά στη διαχωριστική νησίδα που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας. Η Μπουίκ, με οδηγό τον Μουζάλι, βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και στο σημείο του δυστυχήματος δεν υπήρχε πρόβλημα ορατότητας. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, ο Μουζάλι δεν έκανε καμιά προσπάθεια να αποφύγει το ζεύγος Σαράφη κινούμενος δεξιότερα στην άσφαλτο, αλλά αντιθέτως παρέκκλινε ακόμα αριστερότερα, με αποτέλεσμα ο αριστερός τροχός του να «ξύσει» το κράσπεδο της νησίδας. Επιπλέον, η Μάριον Σαράφη θα υποστηρίξει αργότερα ότι και ο ιατροδικαστής Καψάσκης, μετά την αυτοψία στο σημείο του συμβάντος, ακούστηκε να λέει πως το δυστύχημα «έμοιαζε σαν εκ προμελέτης» και πως «φαίνεται σαν [το αυτοκίνητο] να έβαλε στόχο τον στρατηγό» (Μ. Σαράφη, στο ίδιο, σελ. 137). Πάντως, ο Ιταλοαμερικανός υποσμηνίας απέδωσε το γεγονός στην ύπαρξη του δεύτερου (μαύρου) αυτοκινήτου, που βρισκόταν κοντά στο δικό του: «Ευρισκόμην εις την Γλυφάδα και ανέβαινα εις τας Αθήνας» θα πει αργότερα. «Αφού πέρασα το αεροδρόμιον έπαιρνα την στροφήν του Αλίμου. Μπροστά μου υπήρχε ένα αυτοκίνητο. Άρχισα να το προσπερνώ. Το είδα να κάνη αριστερά. Κτύπησα το κλάξον και έστριψα προς τη νησίδα ασφαλείας. Εκείνη τη στιγμή, το άλλο αυτοκίνητο άρχισε να κάνη δεξιά και την ίδια ακριβώς στιγμή τα δύο πρόσωπα που δεν τα έβλεπα προηγουμένως πήδηξαν πίσω από το άλλο αυτοκίνητο και βρέθηκαν στον δρόμο μου. Κατά τη γνώμη μου, ήταν αδύνατο να αποφύγω το δυστύχημα. Θα έπρεπε να ήσαν περισσότερο προσεκτικοί. Λυπούμαι πολύ δια τον θάνατον του στρατηγού Σαράφη […]» (από την απολογία του ενώπιον του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου). Όμως, πληροφορίες που είχαν διαρρεύσει μετά το γεγονός έκαναν λόγο για «κούρσα θανάτου» μεταξύ των δύο αυτοκινήτων, ενώ ανέφεραν επίσης (χωρίς ωστόσο να επιβεβαιωθεί αργότερα) πως και το μαύρο αυτοκίνητο οδηγούσε κάποιος Αμερικανός στρατιώτης. Εντούτοις, μετά το δυστύχημα το μαύρο αυτοκίνητο έσπευσε να εξαφανιστεί, χωρίς κατόπιν να επιχειρηθεί ο εντοπισμός του οδηγού του.
Ο ιατροδικαστής Δημήτρης Καψάσκης
2) Η συμπεριφορά του Μουζάλι: Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν πως λίγη ώρα πριν από το συμβάν ο Μουζάλι είχε θεαθεί να τρέχει στη λεωφόρο Ποσειδώνος «λες και έκανε πρόβα». Επίσης, από την αυτοψία που διενεργήθηκε στον τόπο του δυστυχήματος διαπιστώθηκε πως ο Μουζάλι προσπάθησε να φρενάρει ελαφρά σε απόσταση 45 μέτρων από το σημείο που βρίσκονταν ο στρατηγός και η σύζυγός του, αλλά στη συνέχεια ανέπτυξε ξανά ταχύτητα και επιχείρησε δεύτερο -ισχυρότερο- φρενάρισμα όταν βρέθηκε πολύ κοντά στα θύματα, χωρίς ωστόσο να αποσοβηθεί η σύγκρουση. Επιπλέον, μέσα στο αυτοκίνητο του δράστη, που ερευνήθηκε τόσο από όργανα της Τροχαίας Καλαμακίου όσο και της αμερικανικής στρατονομίας, βρέθηκαν δύο μπουκάλια μπύρας -το ένα ήταν γεμάτο-, γεγονός που άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο να οδηγούσε μεθυσμένος. Ο ίδιος, ωστόσο, θα ισχυριστεί πως την ώρα του δυστυχήματος δεν κρατούσε το μπουκάλι της μπύρας και ότι «ίσως αυτό που φάνηκε στους μάρτυρες να ήταν κάποια αντανάκλασις» (από την απολογία του ενώπιον του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου).
Η αμερικανική Μπουίκ, με εμφανή τα σημάδια από την πρόσκρουση στα σώματα του ζεύγους Σαράφη


3) Οι επιβάτες της Μπουίκ: Παραμένει αδιευκρίνιστο πόσοι άντρες επέβαιναν στο αυτοκίνητο τη στιγμή του συμβάντος. Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν πως εκτός από τον Μουζάλι βρίσκονταν άλλοι δύο συνάδελφοί του, ενώ ο ίδιος κατέθεσε πως ήταν μόνο ένας. Σε κάθε περίπτωση, ο ένας ή δύο συνεπιβάτες του Ιταλοαμερικανού υποσμηνία «εξαφανίστηκαν» μυστηριωδώς χωρίς ποτέ να δώσουν επίσημη κατάθεση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβησαν τα γεγονότα.

4) Η δράση του Σαράφη: Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ο στρατηγός παρακολουθούνταν συστηματικά για μεγάλο χρονικό διάστημα από αμερικανικές υπηρεσίες. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν, μάλιστα, πως το διπλανό από το δικό του διαμέρισμα είχε νοικιαστεί από δύο Αμερικανούς στρατιωτικούς που υπηρετούσαν στη βάση του Ελληνικού. Ως αιτία γι αυτό εμφανίζεται η γενικότερη πολιτική δράση του, αλλά κυρίως οι συνεχείς παρεμβάσεις του στο ζήτημα της μεταφοράς και εγκατάστασης αμερικανικών πυρηνικών όπλων στην Ελλάδα. Είναι γεγονός ότι ο Σαράφης αρθρογραφούσε τακτικά στις εφημερίδες «Αυγή» και «Το Βήμα» και τοποθετούνταν στη Βουλή για τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών μεταξύ των υπερδυνάμεων και τους κινδύνους από τη χρήση πυρηνικών όπλων, για τη θέση Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και τον ρόλο των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα και για το θέμα της ετεροδικίας που το συνέδεε με το καθεστώς υποτέλειας στο οποίο, κατά την άποψή του, είχαν υποβάλει τη χώρα οι ελληνικές κυβερνήσεις. Αν και οι πληροφορίες περί παρακολούθησης είναι δύσκολο να διασταυρωθούν και επομένως να υιοθετηθούν αβασάνιστα, οι υποστηρικτές της άποψης περί πολιτικής δολοφονίας θεωρούν πως λόγω της στάσης του αυτής, ο Σαράφης είχε δημιουργήσει «πολλούς εχθρούς» και είχε ενοχλήσει τους Αμερικανούς που σχεδίασαν και εκτέλεσαν το «τροχαίο δυστύχημα» για να του «κλείσουν το στόμα».
Ο Στ. Σαράφης με τον Άρη Βελουχιώτη, την περίοδο της Κατοχής

Δύο δεκαετίες μετά (1976) ο νομικός και τότε πρόεδρος της Ε.Δ.Α. Ηλίας Ηλιού θα διατυπώσει την άποψη ότι «δεν υπάρχει καμμία απόδειξη ότι ο θάνατος του […] στρατηγού Σαράφη οφείλεται σε ατύχημα. Απεναντίας, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι ήταν λεπτομερώς σχεδιασμένη και χρονομετρημένη εγκληματική ενέργεια […] γιατί ο Στρατηγός κι η γυναίκα του […] είχαν τόσο ωρολογιακές συνήθειες ζωής ώστε μπορούσε να ξέρει ο δράστης ποια ώρα ακριβώς θα περάσουν τη λεωφόρο για να πάνε για μπάνιο. Εξ’ άλλου, η απόσταση ανάμεσα στο αεροδρόμιο του Ελληνικού από όπου ξεκίνησε ο δράστης και στον τόπο του συμβάντος όπου υπήρχαν αρκετά δημόσια κέντρα που διέθεταν τηλέφωνα, ήταν τόσο μικρή ώστε μπορούσε να ειδοποιηθεί ο δράστης και να ξεκινήσει ορμητικά για την εγκληματική του πράξη» (περιοδικό «Πολιτικά Θέματα», τχ. 96, 15-21 Μαΐου 1976, σελ. 22).

Από την πλευρά της, πολλά χρόνια αργότερα, η Μάριον Σαράφη θα υποστηρίξει πως «δεν επρόκειτο για ατύχημα, αλλά μάλλον για πολιτική δολοφονία που προκάλεσε η CIA. Στην αρχή δε θέλησα να δεχτώ πως δεν ήταν ατύχημα. Ήθελα να αντιμετωπίσω το γεγονός στη φρικτότερη μορφή για μένα, ότι δηλαδή ο Στέφανος πέθανε άδικα. Το να θεωρώ ότι τον σκότωσαν, ότι χάθηκε για τις ιδέες του και τη δράση του θα μου φαινόταν σαν μια «εύκολη λύση»… Αυτή η σκέψη κράτησε περίπου δύο μήνες. […] Ίσως αν είχα αποδεχτεί αμέσως τη θεωρία της δολοφονίας, να είχε διευκολυνθεί η έρευνα» (Μ. Σαράφη, στο ίδιο, σελ. 136-137).

Η δίκη του Μουζάλι

Μετά την ολοκλήρωση της προανακριτικής διαδικασίας, ο Μουζάλι μεταφέρθηκε στις Η.Π.Α., απ΄ όπου επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές του 1958 για να δικαστεί. Η δίκη του πραγματοποιήθηκε στις 20 και 21 Ιανουαρίου 1958, ενώπιον του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μετά από μήνυση που είχε υποβάλλει η Μάριον Σαράφη, με συνηγόρους της τον Ηλία Ηλιού και τον ποινικολόγο Δημοσθένη Μιράσγεζη. Στη μήνυσή της (με ημερομηνία 18 Ιουνίου 1957) ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως ο Μουζάλι «εν Καλαμακίω Αθηνών της 31η Μαΐου 1957 περί ώραν 13.40΄μεσημβρινήν δια του αυτοκινήτου του εξετέλεσεν ανθρωποκτονίαν κατά του συζύγου μου Στεφάνου Σαράφη και συγχρόνως βαρείαν σωματικήν βλάβην κατ’ εμού» (ΑΣΚΙ, αρχείο ΕΔΑ, κουτί 22, φάκελος 3α). Την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησαν δύο Αμερικανοί δικηγόροι και ένας γερουσιαστής της Πολιτείας των Η.Π.Α. Βιρτζίνια (τόπο καταγωγής του Μουζάλι), καθώς σύμφωνα με τη σύμβαση «διαρκούσης της δίκης, ο κατηγορούμενος […] δικαιούται να έχη παρόντα αντιπρόσωπον των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ο Μ. Μουζάλι (αριστερά), κατά τη διάρκεια της δίκης του. Δίπλα, άνδρας της αμερικανικής στρατονομίας.
Το δικαστήριο καταδίκασε τον Μουζάλι σε φυλάκιση 10 μηνών και καταβολή 20.000 δρχ. για ψυχική οδύνη για την ανθρωποκτονία από βαριά αμέλεια του στρατηγού Σαράφη και τον βαρύ τραυματισμό της συζύγου του Μάριον. Καθώς θεωρήθηκε ότι είχε εκτίσει την ποινή του πριν από τη δίκη, αφού από τις αμερικανικές αρχές χαρακτηριζόταν ως προφυλακισμένος, ο Μουζάλι αφέθηκε ελεύθερος για να επιστρέψει αμέσως μετά στην πατρίδα του. Όπως σημειώνει ο δημοσιογράφος και ιστορικός Γ. Παπαπέτρου «χρόνια αργότερα, όσοι έψαξαν τα ίχνη του, έφτασαν ως την οικογένειά του, αλλά δε βρήκαν ίχνος απ’ αυτόν», κάτι που κατά τον αρθρογράφο οφείλεται στην τακτική της CIA να αλλάζει ταυτότητα και τόπο διαμονής σε όσους έχουν εργαστεί γι αυτήν (εφημερίδα «Ριζοσπάστης» – 25 Μαΐου 2002). Το επιδικασθέν ποσό (που με τις προσαυξήσεις έφτασε στις 22.100 δρχ.) καταβλήθηκε τελικά το καλοκαίρι του 1958, μετά από πολιτική αγωγή που υπέβαλλε η Μάριον Σαράφη, η οποία κατόπιν το πρόσφερε στο Γηροκομείο Τρικάλων. Η καταβολή της αποζημίωσης είχε και σημαντικό συμβολικό χαρακτήρα, καθώς δημιουργούσε νομικό προηγούμενο για το ζήτημα της ετεροδικίας στην Ελλάδα, αν και η ίδια η Σαράφη έλεγε αργότερα ότι σ’ αυτό ίσως να συνετέλεσε η βρετανική της υπηκοότητα σε συνδυασμό με το γεγονός πως οι Αμερικανοί ήθελαν να αποφύγουν τυχόν δυσφήμισή τους στην Αγγλία.
Το νεκρικό εκμαγείο του Στ. Σαράφη (πηγή: περιοδικό «Αρχειοτάξιο», τχ. 13, Ιούνιος 2011)

«Ως προς τα τροχαία ατυχήματα, τα οποία αποτελούσαν το 80% των αδικημάτων των Αμερικανών στρατιωτικών» αναφέρει στο βιβλίο του ο Αντ. Μπρεδήμας «οι ελληνικές αρχές επαραιτούντο κατά κανόνα της δικαιοδοσίας τους, εκτός και αν επρόκειτο για βαριά ατυχήματα (φόνος) ή άλλα που κινούσαν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και του Τύπου, όπως στην περίπτωση του στρατηγού Στ. Σαράφη, το 1957, που συνδύαζε και τις δύο όψεις. Κατά την περίοδο αυτή, η πρακτική των ελληνικών αρχών συνίστατο στην παραίτηση από τη δικαιοδοσία στην περίπτωση ελαφρών τροχαίων ατυχημάτων, με το δικαιολογητικό ότι η αποζημίωση θα μπορούσε να επιδιωχθεί μέσω των ασφαλιστικών εταιρειών. Για τις υπόλοιπες όμως περιπτώσεις, υποβαλλόταν συνήθως από την αμερικανική πρεσβεία δήλωση του παθόντος για καταβολή της αποζημίωσης» (σελ. 186).

Σε κάθε περίπτωση, οι υπόνοιες που υπήρξαν ότι ο θάνατος του Στ. Σαράφη ήταν μια προμελετημένη δολοφονία την οποία διέπραξαν οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες δεν αποδείχτηκαν ποτέ, παρά την προσπάθεια ορισμένων να συγκεντρώσουν στοιχεία που θα τεκμηρίωναν την εκδοχή αυτή. Έτσι, η υπόθεση εξακολουθεί έως σήμερα να τροφοδοτεί ένα πολιτικό θρίλερ με «ανοικτές» όλες τις εκδοχές του.
Ο τάφος του Στ. Σαράφη, στο Α’ Νεκροταφείο Αθήνας.

Πηγές

– Αρχείο εφημερίδων «Η Αυγή», «Καθημερινή», «Το Βήμα», «Ελευθερία» και «Ριζοσπάστης»

– Αρχείο περιοδικού «Πολιτικά Θέματα»

– «Στέφανος Σαράφης: Θάνατος στην άσφαλτο του Αλίμου από αμερικανικό αυτοκίνητο», εφημερίδα «Το Ποντίκι», 24 Μαΐου 2001

– Γιώργου Πετρόπουλου: «Η δολοφονία του Στέφανου Σαράφη», εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 25 Μαΐου 2002

– Λη Σαράφη: «Ο θάνατος του στρατηγού Στέφανου Σαράφη», περιοδικό «Αρχειοτάξιο», τεύχος 13, Ιούνιος 2011

– Σπύρου Λιναρδάτου: «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τόμος Γ’, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1978

– Μάριον Σαράφη: «Ο στρατηγός Σαράφης όπως τον γνώρισα», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1990

– Αντώνης Μπρεδήμας: «Η ετεροδικία των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στην Ελλάδα», εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1991

– Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ)

* Μια συνοπτικότερη εκδοχή του άρθρου αυτού, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχος 504, Ιούνιος 2010.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Ναπολέων Ζέρβας και οι επαφές με τους "συνεταίρους" του Άγγλους και Γερμανούς

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1957. 
«Με δυο λίρες το κεφάλι, το μήνα –όπως δήλωσε ο ίδιος– έφτιαξε στρατό μισθοφόρων, πρωτότυπο στα σύγχρονα αντάρτικα χρονικά της Ευρώπης. Ένα στρατό μισθοφόρων, που ορκιζόταν στο πρόγραμμα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, αριστερότερης από τον κομμουνισμό, όπου οι περισσότεροι, αξιωματικοί ήταν μοναρχικοί και φασίστες!» ............. «...Δεν παραλείπω ακόμη ν' αναφέρω ότι αποτελεσματική θα είναι προς τούτο και η οργάνωσις δολοφονιών ωρισμένων παραγόντων του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ...» ...
......................................
Με σκοπό την κάλυψη των νώτων του παρατείνει τις διαπραγματεύσεις του με τους Γερμανούς, καθώς σχεδιάζει επιθέσεις σε βάρος του ΕΛΑΣ: απεσταλμένοι του στα μέσα Δεκεμβρίου 1943 και τον Ιανουάριο του 1944 έρχονται σε επαφή με Αρχές κατοχής. Γενικά "εκμεταλλεύτηκε" τις πολυποίκιλες αντικομμουνιστικές διαθέσεις και των δύο ‘’συνεταίρων’’ του, εξασφαλίζοντας έτσι την επιβίωση του ΕΔΕΣ.
Napoleon Zervas.JPG
******************************
********************
*********
«Θα αδικούσαμε τον κ. Ζέρβα αν του καταλογίζαμε ασυνέπεια. Είναι ο συνεπέστερος από τους στρατιωτικούς και, ας πούμε, πολιτικούς μας. Αρχή του είναι, να μην έχει καμμιά αρχή. Ήταν κάποτε ο σωματοφύλακας του Πάγκαλου. Τον πούλησε. Πήγε να γίνει του Κονδύλη. Τον πούλησε. Οι χαρτοπαιχτικές επιχειρήσεις τράβηξαν για καιρό τη δραστηριότητά του. Ώσπου, από δρόμους ύποπτους και σκοτεινούς, ο απόστρατος αντισυνταγματάρχης έγινε «στρατηγός» και βγήκε αντάρτης.
Με δυο λίρες το κεφάλι, το μήνα –όπως δήλωσε ο ίδιος– έφτιαξε στρατό μισθοφόρων, πρωτότυπο στα σύγχρονα αντάρτικα χρονικά της Ευρώπης. Ένα στρατό μισθοφόρων, που ορκιζόταν στο πρόγραμμα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, αριστερότερης από τον κομμουνισμό, όπου οι περισσότεροι, αξιωματικοί ήταν μοναρχικοί και φασίστες!»

Κ. ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ, Ριζοσπάστης 28.11.1944

«...Δεν παραλείπω ακόμη ν' αναφέρω ότι αποτελεσματική θα είναι προς τούτο και η οργάνωσις δολοφονιών ωρισμένων παραγόντων του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ...»
Θ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ, προς την Σ.Δ
του Γενικού Στρατηγείου του ΕΔΕΣ, 28.9.1943

Ναπολέων Ζέρβας «Ο Μισθοφόρος»

Από τα απόρρητα αρχεία του ΕΔΕΣ



******************************
********************
*********
Ο Ναπολέων Ζέρβας (Άρτα, 1 Ιανουαρίου 1891 - Αθήνα, 10 Δεκεμβρίου 1957) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, κινηματίας, ιδρυτής του ΕΔΕΣ και πολιτικός.

Ι. Η Γέννηση του Ζέρβα και η καταγωγή του
Γεννήθηκε στην Άρτα την 1η Ιανουαρίου του 1891, Καταγόταν από την ιστορική σουλιώτικη φάρα των Ζερβαίων. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του κατατάχθηκε στον στρατό εθελοντικά και συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους.

ΙΙ. Από τους Βαλκανικούς πολέμους μέχρι την Μικρασιατική καταστροφή
Δεν είχε κατορθώσει να αποφοιτήσει από τη Σχολή Ευελπίδων αλλά από τη Σχολή Υπαξιωματικών το 1914 Από το 1916 είχε συνταχθεί με τους Βενιζελικούς στη  Θεσσαλονίκη διακρινόμενος ως επιτελάρχης του στρατηγού Ιωάννου στην ταξιαρχία Αρχιπελάγους. Την περίοδο αυτήν, σύμφωνα με τους Βρετανούς είχε αποκτήσει τάσεις επιδειξιομανίας. Το 1920 φτάνει στο βαθμό του ταγματάρχη προαγόμενος πάντοτε επ' ανδραγαθία. Όταν ηττήθηκαν οι Βενιζελικοί στις εκλογές του ίδιου έτους κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε μέλος της εκεί βενιζελικής Πολιτικής Επιτροπής.

ΙΙΙ. Στον μεσοπόλεμο και μέχρι τη Μεταξική δικτατορία
Το 1922 έλαβε μέρος στην επανάσταση του Πλαστήρα ενώ μετά συνδέθηκε με τον δικτάτορα Πάγκαλο και έγινε διοικητής τάγματος των σωματοφυλάκων του. Χρημάτισε από το 1925-26 φρούραρχος Αθηνών, ενώ το 1926 υπασπιστής του Προέδρου της Δημοκρατίας Παύλου Κουντουριώτη. Το 1926 ανατράπηκε ο Πάγκαλος και ο Ζέρβας ως ένας εκ των επίδοξων ανατροπέων του εκδιώχθηκε από τον στρατό. Ο Γεώργιος Κονδύλης τον Σεπτέμβριο του 1926 εξώθησε μεταξύ άλλων και τον Ζέρβα να κινηθεί εναντίον του, αλλά στη συνέχεια κατέπνιξε την κίνησή του. Αν και αρχικά καταδικάστηκε από στρατοδικείο, αργότερα αμνηστεύτηκε. Το 1928 συμμετείχε σε ένα νέο αποτυχημένο παγκαλικό πραξικόπημα. Το 1932 οι Βρετανικές υπηρεσίες διαθέτουν πληροφορίες πως ο Ζέρβας με χρήματα του βασιλόφρονα Πέτρου Μαυρομιχάλη σχεδίαζε να οργανώσει νέο πραξικόπημα κατά των Βενιζελικών, που όμως δεν πραγματοποίησε , αν και σύμφωνα με πληροφορίες είχε εμπλακεί και στην απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου. Τα δημοκρατικά πολιτικά φρονήματα του Ζέρβα στον μεσοπόλεμο είναι ρευστά. Άγγλος αξιωματικός αναφέρει πως σε συζήτηση που είχε με τον Ζέρβα, ο τελευταίος του παραδέχθηκε πως έγινε αντιμοναρχικός ύστερα από μια επιθεώρηση του διαδόχου Κωνσταντίνου το 1912 στη στρατιωτική σχολή όπου φοιτούσε , κατά την οποία ο διάδοχος είχε προσβάλει τα μέλη της σχολής και όταν ο Ζέρβας διαμαρτυρήθηκε, τιμωρήθηκε. Ο Ζέρβας σχεδίασε την εκδήλωση ενός κινήματος το καλοκαίρι του 1934 αλλά αποσοβήθηκε και ήταν ένας εκ των αξιωματικών που συμμετείχε στο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Όμως απέτυχε μεταξύ άλλων και λόγω μη συντονισμένων ενεργειών, όπως της με έγκαιρης μετάβασης του Ζέρβα στα θωρακισμένα οχήματα.

IV. Αντιμεταξική δράση
Στους πρώτους μήνες του 1937 ο Ζέρβας έρχεται σε επαφή με το απότακτο βενιζελικό αξιωματικό Λεωνίδα Σπάη και σχηματίζει αντιδικτατορικό πυρήνα που οδήγησε στο σχηματισμό της οργάνωσης Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος με σκοπό την ανατροπή του Μεταξικού καθεστώτος. Το Μεταξικό καθεστώς τον φυλακίζει επειδή τον υποπτεύεται για συνωμοσία με γερμανόφιλους κύκλους.Ανακτά την ελευθερία του λίγο μετά τη γερμανική εισβολή.

V. Στην Κατοχή
Μετά την απελευθέρωσή του από τη φυλακή αρχίζει να θέτει τα θεμέλια ίδρυσης Εθνικής Οργάνωσης, αλλά συλλαμβάνεται από τους Ιταλούς,για να απελευθερωθεί χάρις στην μεσολάβηση του Νικόλαο Λούβαρη και στις 9 Σεπτεμβρίου ιδρύει τον ΕΔΕΣ. Τον Μάρτιο του 1943 ο Ζέρβας συμβιβάστηκε με τη μοναρχία και αργότερα, το ίδιο έτος, αποκαταστάθηκε στον ελληνικό στρατό. Τον Αύγουστο του 1944 προάγεται τιμητικά από την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου σε υποστράτηγο.

VI. Οι επαφές του Ζέρβα με τους Γερμανούς
Τον Σεπτέμβριο του 1943 παραμένει αδρανής στις αόριστες βολιδοσκοπήσεις εκ μέρους του νέου Γερμανού διοικητή δυτικής Ελλάδος Hubert Lanz . Στη συνέχεια συναινεί μυστικά στη σύναψη δεκαήμερης ανακωχής, ως προϋπόθεση για τις μετέπειτα διαπραγματεύσεις. Ο Ζέρβας μετά από μάχες που είχε με τον ΕΛΑΣ απελευθερώνει γερμανούς αιχμαλώτους του ΕΛΑΣ που περιέρχονται στα χέρια του και τους στέλνει στις μονάδες τους. Με σκοπό την κάλυψη των νώτων του παρατείνει τις διαπραγματεύσεις του με τους Γερμανούς, καθώς σχεδιάζει επιθέσεις σε βάρος του ΕΛΑΣ: απεσταλμένοι του στα μέσα Δεκεμβρίου 1943 και τον Ιανουάριο του 1944 έρχονται σε επαφή με Αρχές κατοχής. Γενικά «εκμεταλλεύτηκε τις πολυποίκιλες αντικομμουνιστικές διαθέσεις και των δύο ‘’συνεταίρων’’ του (ενν. Άγγλων και Γερμανών) ,εξασφαλίζοντας έτσι την επιβίωση του ΕΔΕΣ ως ανεξάρτητης δύναμης[…]

VII. Η δίωξη των Τσάμηδων
Κατά το τέλος της Κατοχής, ο Ζέρβας με το ΕΔΕΣ ήταν υπεύθυνοι για την απέλαση των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, που αριθμούσαν περ. 20.000. Οι Τσάμηδες, αλβανόφωνη μουσουλμανική κοινότητα, ελάχιστα ενσωματωμένη στην ελληνική κοινωνία, υποστήριξαν τον αλβανικό αλυτρωτισμό και είχαν τη στήριξη της ιταλικής φασιστικής προπαγάνδας. Ένα μεγάλο τμήμα των Τσάμηδων συνεργάστηκε με τις κατοχικές δυνάμεις του Άξονα και ήταν υπεύθυνο για εγκληματικές πράξεις κατά του τοπικού ελληνικού πληθυσμού. Ένα μικρό τμήμα συνεργάστηκε αργότερα με τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όμως παρ' όλα αυτά η πλειοψηφία προτίμησε τον δωσιλογισμό και τη συμμαχία με τις κατοχικές δυνάμεις. Στις 18 Ιουνίου 1944, ο ΕΔΕΣ εξαπέλυσε επίθεση κατά της Παραμυθιάς στη Θεσπρωτία. Ύστερα από σύντομη συμπλοκή με τα συνασπισμένα τμήματα Γερμανών και Τσάμηδων, η πόλη απελευθερώθηκε. Σύντομα ξεκίνησαν πράξεις αντεκδικήσεων κατά των Τσάμηδων. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού συνεχίστηκαν οι επιθέσεις και οι βίαιες πράξεις που είχαν ως επακόλουθο τη φυγή τους προς τα αλβανικά σύνορα, από το φόβο γενίκευσης της βίας ως αποτέλεσμα της προηγούμενης συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις.

VIII. Μετά την απελευθέρωση
Στα Δεκεμβριανά ο Ζέρβας και οι άνδρες του δέχθηκαν επίθεση υπέρτερων αριθμητικά δυνάμεων του ΕΛΑΣ οπότε αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν στην Κέρκυρα.

Πολιτική σταδιοδρομία
Τον Μάρτιο του 1945 αποστρατεύεται με αίτησή του για να κατέλθει στην πολιτική και ιδρύει το κεντροδεξιό Εθνικό Κόμμα Ελλάδος. Λαμβάνει μέρος στις εκλογές του 1946, ζητώντας να διεξαχθούν με το πλειοψηφικό σύστημα, χωρίς όμως να εισακουσθεί- κατακτώντας 20 έδρες και ποσοστό 5, 96%. Στην κυβέρνηση Μαξίμου ανέλαβε αρχικά Άνευ Χαρτοφυλακίου.

IX. Υπουργός Δημόσιας τάξης
Στη συνέχεια ανέλαβε το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως (23 Φεβρουαρίου 1947), στο οποίο παρέμεινε μέχρι τις 29 Αυγούστου 1947. Επί υπουργίας Ζέρβα τριπλασιάσθηκε ο αριθμός των θανατικών αποφάσεων που εκδόθηκαν από τα Έκτακτα Στρατοδικεία ενώ μόνο στις 4 Μαρτίου 1947 εξέδωσε προσωπικές διαταγές για τη σύλληψη και τον εκτοπισμό 550 ατόμων από την περιοχή της Αθήνας ως υπόπτων για συνεργασία με τον Δ.Σ.Ε. Σύμφωνα με τους διπλωμάτες της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα «Το χειρότερο από όλα ήταν ο διορισμός του Στρατηγού Ζέρβα στο Υπουργείο Δημόσιας τάξης, παρά τις επανειλημμένες συμβουλές της Κυβερνήσεως της Αυτού Μεγαλειότητος[...]ο Ζέρβας έκανε τα πράγματα χειρότερα προσπαθώντας να αποκτήσει τον έλεγχο ορισμένων από τις Δεξιές ομάδες[...]Αυτός ήταν η άμεση αιτία της πτώσης της [κυβέρνησης Μαξίμου]» Ο Ζέρβας είχε αποδιοργανώσει τη χωροφυλακή με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αναλάβει η ίδια το έργο της διατήρησης των εκκαθαρισμένων από τον στρατό περιοχών,που παρέμενε στις αρμοδιότητες του στρατού. Ήδη την άνοιξη του 1947 ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα Λίνκολν Μάκβεη, ο Σοφοκλής Βενιζέλος και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, επιθυμούσαν τον Ζέρβα εκτός κυβέρνησης, καθώς «και αυτός αποτελούσε μέρος του προβλήματος-όχι για την αριστερά, αλλά για το ίδιο το αστικό στρατόπεδο».

X. Κατοπινή πολιτική δράση
Στις εκλογές του 1950 περιορίζεται στις 7 έδρες. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1950 ανέλαβε το υπουργείο Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου. Στη συνέχεια εκτίθεται με συνδυασμό του Κόμματος των Φιλελευθέρων στις εκλογές του 1951 και το 1952 εκθέτει ανεξάρτητη υποψηφιότητα στην εκλογική περιφέρεια Άρτης. 

Πέθανε το 1957.


ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

ΛΕΥΚΑΔΑ: Το «λιγατοχάρτι», κοινώς προικοσύμφωνο, στην όμορφη Λευκάδα του 1957

Ένα προικοσύμφωνο του 1957


Πρηκοσίμφονων
Βασίλειον της Ελλάδος
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνέβματος αμήν.
Σήμερον την 16ην Φεβρουαρίου 1957 προικόνο την θυγάτηρ μου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ και της δήνω την κάτωθι πρήκα:
Πρότον εις Ακήνιτα
Εις θέσιν Ταξιάρχην 100 κιλά ελεοστάσιον εις θέσιν Λαγκαδιά <ή εις Νερό> και δυο σκάλες με 10 ελεόδενδρα εις θεσιν Μπασαβιά εις κοριφήν, το ήμιση της Αμπέλου τέσσερις σκάλες εις κοριφήν εις θέσιν Αμόλενα.
2ον εις Κηνιτά
2 Στρόματα Γεμάτα
4 ζέβγη Μαξιλάρες Γεμάτες
2 ζέβγη Μαξιλαράκια Γεμάτα
Έξ Μαντανίες …. (διαβάστε τη συνέχεια στα πιο κάτω εικονίδια).
35a
35
3


Η λέξη προικοσύμφωνο είναι σχεδόν άγνωστη σήμερα, αλλά στο παρελθόν ήταν αναπόσπαστο μέρος ενός γάμου. Είχα ακούσει επίσης μικρή αρκετές φορές τη λέξη «λιγατοχάρτι» (λιγάτο = προίκα).

Ο θεσμός της προικοδότησης των θυγατέρων είναι πανάρχαιος ξεκινάει από τα Ομηρικά χρόνια και φτάνει μέχρι την εποχή μας. Έχει πρωτίστως να κάνει με τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία διαχρονικά. Δεν ήταν απλώς ένα έθιμο αλλά μια σκληρή υποχρέωση του γονιού απέναντι στις θυγατέρες του.

Εδώ και πολλά χρόνια ο θεσμός της προίκας έχει καταργηθεί νομικά και κοινωνικά. Έτσι έγγραφα σαν το παραπάνω είναι χρήσιμα για λαογραφική και κοινωνιολογική μελέτη.

Το παραπάνω προικοσύμφωνο συντάχθηκε σε ένα ορεινό χωριό του νησιού μας το 1957. Γράφτηκε ιδιόχειρα σε τρεις παλιές «κόλλες αλληλογραφίας» από τον πατέρα της υποψήφιας νύφης. Το κορίτσι ήταν το πρώτο κατά σειρά ηλικίας και ακολουθούσαν άλλα πέντε αδέρφια στην οικογένεια. Ο κλήρος του γονιού ελάχιστος, όπως φαίνεται από τα αναγραφόμενα.

Έχοντας μεγαλώσει σε χωριό στη δεκαετία του ’60, μπορώ να βεβαιώσω ότι τα «κινητά» πράγματα που αναφέρονταν στα προικοσύμφωνα κατασκευάζονταν από την ιδία την προικούμενη θυγατέρα, στον αργαλειό τα περισσότερα. Ελάχιστα αγοράζονταν έτοιμα, όπως το πάπλωμα, τα ντιβανόπανα, τα κομπινεζόν, τα κεφαλοπάνια, η σιφονιέρα, το μπαούλο, η τέντζερη του νερού, το ταψί κ.ά..

Όλα τα υπόλοιπα όπως χοντρόρουχα, σεντόνια, τραπεζομάντηλα και πετσέτες, πουκάμισα αντρικά και γυναικεία, τα κεντούσαν και τα ύφαιναν στον αργαλειό πανάξιες γυναίκες.
4
Και ήταν βιός εκείνη την εποχή. Χρησίμευαν να ντυθούν οι άνθρωποι αλλά και να ντύσουν και να στολίσουν σπίτια, φτωχικά, με υγρασία, με παράθυρα που έμπαζαν κρύο και αέρα απ’ όλες τις μεριές. Κι ήταν αυτά τα προικιά που έβγαιναν από τους «γίκους» σε χαρές και λύπες, να φιλοξενήσουν γνωστούς και συγγενείς. Τα βλαχοσκούτια, οι μαντανίες, οι βελέτζες, κληρονομήθηκαν από μάνα σε κόρη, φτάνοντας μέχρι εμάς, πολύτιμα φυλαχτά και θύμισες από τις μανάδες μας.

Ζητήσαμε από την έγκριτη δικηγόρο κ. Κατερίνα Δημ. Τσερέ* μια συνοπτική εκλαϊκευτική παράθεση βασικών στοιχείων για τα προικοσύμφωνα η οποία ευχαρίστως μας παραχώρησε:

«Η σημασία των προικοσυμφώνων ως τεκμηρίων μελέτης όλων των τομέων του λαϊκού πολιτισμού είναι πολύ μεγάλη. Ο ιστορικός και ο λαογράφος με την κατάλληλη επεξεργασία του υλικού αυτού μπορούν να βοηθηθούν σημαντικά σε ζητήματα που ξεκινούν από την απλή περιγραφή του καθημερινού βίου των ανθρώπων και φθάνουν μέχρι την κατανόηση των οικονομικών δομών των κοινωνιών που μελετούν και των βαθύτερων συλλογικών νοοτροπιών τους.

» Μέχρι το 1983 ίσχυε ο θεσμός της προίκας. H προίκα δινόταν με δύο τρόπους: 1) κατά πλήρη κυριότητα στο γαμπρό, οπότε αυτός είχε τη δυνατότητα να τη διαθέτει κατά βούληση και 2) κατά επικαρπία στον γαμπρό και ψιλή κυριότητα στην κόρη. Με το ν. 1329/1983 ο θεσμός της προίκας καταργήθηκε και από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου κάθε περιουσιακή επίδοση, που αποτελεί σύσταση προίκας, είναι άκυρη. Μετά την κατάργηση της προίκας το 1983, τα προικώα επέστρεψαν στην κυριότητα των γυναικών, ανεξάρτητα από το πώς είχαν δοθεί στον σύζυγό τους (κατά τον 1ο ή το 2ο από τους ανωτέρω δύο τρόπους δηλαδή).

»Για τα προικοσύμφωνα, τα «χαρτιά», όπως τα ονόμαζαν σε πολλά μέρη, εντελώς γενικά μπορούμε να πούμε τα εξής: Κατά το χρονικό διάστημα, που ίσχυε ο θεσμός της προίκας και ιδιαίτερα όσο απομακρυνόμαστε από τη σύγχρονη εποχή, το προικοσύμφωνο συνιστούσε ένα επίσημο έγγραφο, ένα είδος γραπτού «γαμήλιου συμβολαίου», το οποίο, κατά τις πατριαρχικές εγκυκλίους της εποχής, έπρεπε να συντάσσεται σε δύο αντίτυπα (ένα για το κάθε συμβαλλόμενο μέρος) ενώπιον κληρικού ή κληρικών για να έχει ισχύ.

»Αναγνωρίζονταν δύο τύποι προικοσυμφώνων: Το ιδιωτικό προικοσύμφωνο, που συντασσόταν από πρόσωπο της εκλογής των συμβαλλομένων εις διπλούν παρουσία δύο ικανών μαρτύρων και το δημόσιο, το οποίο συντασσόταν από συμβολαιογράφο ή, εν ελλείψει συμβολαιογράφου (συνηθισμένη περίπτωση) από κάποιον κληρικό ή υπάλληλο της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας εντεταλμένον επί τούτω από την αρμόδια εκκλησιαστική αρχή.

»Ο τύπος του προικοσύμφωνου και το περιεχόμενό του παρουσιάζει διαφορές από περιοχή σε περιοχή και από χρονική περίοδο σε χρονική περίοδο αλλά πολύ γενικά και συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι είναι ένα έγγραφο, στο οποίο αναγραφόταν με λεπτομέρεια η προίκα της νύφης, δηλαδή οι διάφορες περιουσιακές παροχές των γονέων της νύφης προς τον μέλλοντα σύζυγό της: από ρουχισμό μέχρι ακίνητα.

»Το δημόσιο προικοσύμφωνο ήταν επίσημο έγγραφο και μεταγραφόταν στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, είχε δηλαδή ισχύ συμβολαίου, εν αντιθέσει με το ιδιωτικό, το οποίο είχε μεν ισχύ αλλά δεν μεταγραφόταν. Αλλά και μετά την ριζική αλλαγή του Οικογενειακού Δικαίου το 1983 και την κατάργηση της προίκας τα προικοσύμφωνα, που είχαν συνταχθεί πριν να τεθεί σε ισχύ ο ν. 1329/1983, εξακολουθούν να ισχύουν ως προσύμφωνα γονικής παροχής προς την κόρη.»

* Δικηγόρος, Πτυχιούχος Νομικής Αθηνών, D.E.A. Droit Public Aix Marseille III, Υποψήφια Διδάκτωρ Νομικής Αθηνών
ΠΗΓΗ: http://aromalefkadas.gr

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1957 "έφυγε" ο Νίκος Καζαντζάκης (μεγάλο ΑΦΙΕΡΩΜΑ)

"Γιατί το Φως είναι ένα, αδιαίρετο,
κι οπουδήποτε νικήσει ή νικηθεί,
νικάει και νικιέται και μέσα σου"



Ο Νίκος Καζαντζάκης (Ηράκλειο Κρήτης 18 Φεβρουαρίου 1883 - Φράιμπουργκ Γερμανίας 26 Οκτωβρίου 1957) ήταν Έλληνας συγγραφέας. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως. Έγινε ακόμα γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Τελευταίος Πειρασμός. Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς από το λαό ποιητές.

Βίος
Παιδί
Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου του 1883,εποχή κατά την οποία το νησί αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν γιος του καταγόμενου από το χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά), όπου βρίσκεται το Μουσείο Καζαντζάκη, εμπόρου γεωργικών προϊόντων και κρασιού, Μιχάλη Καζαντζάκη (1856 - 1932) και της Μαρίας Χριστοδουλάκη (1862-1932) με καταγωγή απο το χωριό Ασυρώτοι, το σημερινό Κρυονέρι του Δήμου Κουλούκωνα στο νομό Ρεθύμνου, και είχε δύο αδελφές, την Αναστασία (1884) και την Ελένη (1887), και έναν αδελφό, τον Γιώργο (1890), που πέθανε σε βρεφική ηλικία. Στο Ηράκλειο λαμβάνει την στοιχειώδη μόρφωση κι έπειτα το 1897 εγγράφεται στη Γαλλική Εμπορική Σχολή του Τίμιου Σταυρού στη Νάξο, όπου διδάσκεται τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα και έρχεται σε μία πρώτη επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Το 1899 επιστρέφει στο Ηράκλειο και ολοκληρώνει τις γυμνασιακές σπουδές του.
Σε μία σχολική παράσταση παίζει τον ρόλο του Κρέοντα στην τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους Τύραννος.

Έως πότε;
Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1902 πηγαίνει στην Αθήνα για πανεπιστημιακές σπουδές. Φοιτά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1906 παίρνει το δίπλωμα του διδάκτορα της Νομικής με άριστα. Στο πτυχίο του Νίκου Καζαντζάκη φαίνεται και η υπογραφή του Κωστή Παλαμά, ο οποίος ήταν γραμματέας στο πανεπιστήμιο, θέση μία και μοναδική τότε.

Το 1906 πρωτοεμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα Όφις και Κρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), για να ακολουθήσουν την ίδια χρονιά το δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος και έπειτα το θεατρικό έργο Ξημερώνει. Το τελευταίο το υποβάλλει στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα και επαινείται, δίχως όμως ούτε αυτό ούτε κανένα άλλο εκείνη τη χρονιά να βραβευθεί. Την επόμενη χρονιά ο Καζαντζάκης υποβάλλει ανεπιτυχώς και αυτή τη φορά δύο ακόμη θεατρικά του έργα στον ίδιο διαγωνισμό, το Έως πότε;, το οποίο επαινείται, και το Φασγά, ενώ γράφει και ένα δεύτερο μυθιστόρημα, τις Σπασμένες Ψυχές. Ακολουθούν δύο ακόμη θεατρικά έργα, Κωμωδία, τραγωδία μονόπρακτη και Η Θυσία, το οποίο δημοσιεύεται αργότερα με τον τίτλο Ο Πρωτομάστορας. Το τελευταίο θα υποβληθεί το 1910 στον Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα και θα κερδίσει το πρώτο βραβείο, ενώ θα διασκευαστεί και σε λιμπρέτο από τον Μανόλη Καλομοίρη ο οποίος θα το μελοποιήσει σε όπερα.

Παράλληλα αρθρογραφεί σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά υπό τα ψευδώνυμα Ακρίτας, Κάρμα Νιρβαμή και Πέτρος Ψηλορείτης, ενώ το 1907 ξεκινά μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Σημαντική επίδραση στον Καζαντζάκη είχαν οι διαλέξεις του Ανρί Μπεργκσόν, τις οποίες παρακολουθούσε και τον οποίο θα παρουσιάσει στην Αθήνα με ένα δοκίμιό του το 1912. Το 1909 επιστρέφει στην Ελλάδα και εκδίδει στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας. Το 1910 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα και το 1911 παντρεύεται τη Γαλάτεια Αλεξίου, στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νεκροταφείο Ηρακλείου, κι αυτό γιατί φοβόταν τον πατέρα του, που δεν ήθελε για νύφη τη Γαλάτεια.

Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912, κατατάσσεται εθελοντής, αλλά τελικά διορίζεται στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου.

Σικελιανός
Το 1910 ήταν ένας εκ των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου, μέσω του οποίου συνδέθηκε φιλικά, το 1914, με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος, όπου διέμειναν περίπου σαράντα ημέρες, ενώ περιηγήθηκαν και σε πολλά ακόμα μέρη της Ελλάδας αναζητώντας «τη συνείδηση της γης και της φυλής τους»: Αθήνα, Ελευσίνα, Δελφοί, Κόρινθος, Μυκήνες, Άργος, Τεγέα, Σπάρτη, Μυστράς κ.α. Την περίοδο αυτή ήρθε σε επαφή και με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγιά του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπεργκσόν, ενώ ο Παντελής Πρεβελάκης, φίλος και βιογράφος του, θεωρεί πως τότε άναψε και η πρώτη σπίθα που θα έδινε έπειτα από 24 χρόνια την Οδύσεια. Το 1915 σχεδιάζουν με τον Ι. Σκορδίλη να κατεβάσουν ξυλεία από το Άγιον Όρος. Η αποτυχημένη αυτή εμπειρία, μαζί με μία άλλη παρόμοια, το 1917, όπου με έναν εργάτη, τον Γιώργη Ζορμπά, προσπαθούν να εκμεταλλευθούν ένα λιγνιτωρυχείο στην Πραστοβά της Μάνης, θα μεταμορφωθούν πολύ αργότερα στο μυθιστόρημα Bίος και Πολιτεία του Aλέξη Zορμπά. Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Καζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως με αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Οι εμπειρίες που αποκόμισε αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημά του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Τον επόμενο χρόνο, μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη.

Το 1923 χωρίζουν οι δρόμοι του Καζαντζάκη και του Σικελιανού. Θα ξανασμίξουν έπειτα από 19 χρόνια, το 1942.

Οδύσσεια
Τέλη 1924 ξεκινά να γράφει το έπος της ζωής του, την Οδύσεια. 33.333 17σύλλαβοι στίχοι χωρισμένοι σε 24 ραψωδίες. Και περίπου 7.500 αθησαύριστες λέξεις, οι οποίες δεν υπάρχουν σε κανένα λεξικό της Ελληνικής.

Αρχές του 1925 γράφει τις ραψωδίες Α έως και Ζ. Και το 1927 ολοκληρώνει την α΄ γραφή (ραψωδίες Η έως και Ω). Ακολουθούν άλλες έξι γραφές: η β΄ γραφή το 1929-1930, η γ΄ το 1931, η δ΄ το 1933, η ε΄ το 1935, η στ΄ το 1937 και η τελική ζ΄ το 1938. Συνολικές ώρες εργασίας περίπου 15.000. Η πρώτη έκδοση της Οδύσειας γίνεται γεγονός το 1938 και αφιερώνεται στην Αμερικανίδα Joe MacLeod, χορηγό της έκδοσης.

Η εκτύπωση της δεύτερης έκδοσης αρχίζει τον Οκτώβριο του 1955, με φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια του Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλη, και ολοκληρώνεται τον Νοέμβρη του 1957, μετά τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη. Οδύσσεια, με δύο σίγμα, αυτή τη φορά ο τίτλος και δίχως την αφιέρωση της πρώτης έκδοσης.

Ιδιόγραφη περίληψη της Οδύσσειας από τον δημιουργό της στάλθηκε στον Παντελή Πρεβελάκη τέλη Δεκέμβρη 1938:

Ο Οδυσσέας, αφού σκότωσε τους μνηστήρες, πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί⋅ δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα, κι αποφάσισε να φύγει πάλι από την Ιθάκη και να επιχειρήσει το στερνό του, το αγύριστο ταξίδι.

Διάλεξε λοιπόν μερικούς συντρόφους όπως τους πεθυμούσε: ψυχές γενναίες και λεύτερες, σώματα γερά, σκάρωσε καινούριο καράβι, πάντρεψε το γιο του με τη Ναυσικά για να του κάμουν εγγόνι να μη χαθεί η γενιά του, κι ένα πρωί έκαμε πανιά κι ανοίχτηκε στο πέλαο.

Άρχισε το μέγα στερνό ταξίδι. Άραξε πρώτα - πρώτα στο λιμάνι της Σπάρτης, ανέβηκε στην ξακουσμένη πολιτεία, γλίτωσε τον παλιό του συμπολεμιστή Μενέλαο από την ανταρσία του λαού, έφαγε κι ήπιε και κουβέντιασε μαζί του, άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της.

Αράζει τώρα στην Κρήτη, που βρίσκεται στην παρακμή του μεγάλου πολιτισμού της. Οι βάρβαροι κι οι σκλάβοι, έχοντας τώρα το νέο όπλο, το Σίδερο, συνωμοτούν να ρίξουν το γερο-βασιλιά Ιδομενέα, κι ο Οδυσσέας γίνεται αρχηγός τους.

Μια νύχτα, στο μεγάλο βασιλικό συμπόσιο, ο Οδυσσέας δίνει το σημάδι, κι οι συνωμότες ορμούν: ο βασιλιάς κι οι σαπημένοι αρχόντοι κι οι αρχόντισσες σκοτώνουνται, το Παλάτι της Κνωσού καίγεται, η Ελένη δένει έρωτα μ' ένα ξανθό βάρβαρο, κι ο Οδυσσέας ξαναμπαίνει με τους συντρόφους στο καράβι κι απλώνει πάλι πανιά κατά νότου.

Αράζει στην Αίγυπτο. Αναβρασμός μέγας κι εδώ, οι σκλάβοι που πεινούν έχουν σμίξει με τους ξανθούς βάρβαρους του Βορρά και θέλουν να ρίξουν τους αρχόντους, τους παραχορτασμένους. Μια στιγμή ο Οδυσσέας διστάζει⋅ μα τέλος παίρνει απόφαση, μπαίνει μπροστά μαζί με τους σκλάβους, μα ο στρατός τους νικιέται, τον πιάνουν οι αρχόντοι και τον ρίχνουν στη φυλακή. Δένει εκεί φιλίες με τους νέους άγριους συντρόφους, και μέσα στην πείνα, στην αγωνία του και στη σκλαβιά της φυλακής πελεκάει σ' ένα ξύλο το πρόσωπο του νέου Θεού του: φοβερή μάσκα ανήλεη, όλο πληγές κι αίματα, σαν τον Πόλεμο.

Κατορθώνει με δόλο να φύγει από τη φυλακή, ξεδιαλέγει πάλι, ανάμεσα στους πολεμιστές, σκλάβους κα βάρβαρους, τους πιο άγριους συντρόφους και κινάει μαζί τους πέρα, κατά την έρημο. Και πάει μπροστά, οδηγός, η μάσκα του νέου Θεού.

Φτάνει πολεμώντας με τις άγριες φυλές, στις πηγές του Νείλου, στην καρδιά της Αφρικής. Εκεί χτίζει την καινούρια πολιτεία του, την οχυρώνει, χαράζει απάνω στο φρούριο τις νέες περήφανες εντολές του Θεού του, νομοθετώντας νέους δίκαιους νόμους. Χαίρεται που θα δημιουργήσει μιαν κοινωνία ελεύτερων, ατρόμητων ανθρώπων.

Μα τη μέρα που έκανε τα εγκαίνια της πολιτείας κι είχε κηρύξει μεγάλη γιορτή, γίνεται σεισμός, ανοίγει η γη και καταπίνει την πολιτεία. Βούλιαξε όλη.

Στα χείλη του γκρεμού που άνοιξε, ο Οδυσσέας, ολομόναχος πια, χωρίς συντρόφους, χωρίς ελπίδα, συγκεντρώνεται σαν ασκητής και μάχεται να νικήσει τη μοίρα. Αργά, ύστερα από φοβερό εσωτερικό αγώνα, το μυαλό του φωτίζεται, η ψυχή του νικάει, σηκώνεται όρθιος και ξαναρχίζει την πορεία.

Πορεύεται πάντα κατά το νότο, συναντάει στη μακρινή του οδοιπορία όλους τους μεγάλους αρχηγούς που έφεραν στους ανθρώπους μιαν καινούρια θρησκεία, μια χίμαιρα, μια νέα κοσμοθεωρία —τ' αρχέτυπα του Άμλετ, του Δον Κιχώτη, του Φάουστ, του Ομήρου, του Βούδα, του Χριστού. Ζει μαζί τους και μιλάει, μετράει την ψυχή του με την ψυχή τους και τους αφήνει ένα-ένα κι εξακολουθεί μόνος την πορεία.

Φτάνει στην άκρα της Αφρικής, στην αγαπημένη θάλασσα. Γελάει, κυλιέται στα χοχλάδια, παίζει μαζί της. Σκαρώνει το στερνό του καράβι, στενό, μικρό, σα φέρετρο. Αποχαιρετά τη γη, φεύγει. Περνάει την παγωμένη θάλασσα, τρικυμιά ξεσπάει, συντρίβεται το καράβι σε άγρια χιονισμένα βράχια.

Παίρνει πάλι το δρόμο, πέφτει σ' ένα χωριό καμωμένο από χιόνι, όπου οι άγριοι κυνηγοί της φώκιας τον υποδέχουνται σα θεό. Μένει μαζί τους ένα χειμώνα, και την άνοιξη, ως έλιωσαν τα χιόνια, θηκαρώνει σε μιαν πλωτή από δέρμα φώκιας και ξαναπαίρνει πάλι το πέλαγο.

Λάμνει με τα κουπιά στον αβασίλευτο ήλιο, κι έρχεται ήσυχα ο Θάνατος και καθίζει αντίκρα του, στην πλώρα. Είναι απαράλλαχτος με τον Οδυσσέα, γέρος κι αυτός με άσπρα γένια, όλο πληγές. Χαμογελάει ο ένας στον άλλον, αρμενίζουν αμίλητοι, ένα παγόβουνο προβαίνει, πέφτει απάνω στην πλωτή, μα ο Οδυσσέας προφταίνει και σκαρφαλώνει απάνω στο παγόβουνο κι αρμενίζει μαζί του σα να 'ναι καράβι.

Ο Οδυσσέας νιώθει [πως] έφτασε πια η στερνή του ώρα. Αποχαιρετά τις πέντε του αίστησες —την όραση, την ακοή, τη γέψη, την όσφρηση, την αφή— και τις ευχαριστεί γιατί καλά του δούλεψαν, παράπονο δεν έχει.

Ανοίγει την αγκάλη, σέρνει φωνή, φωνάζει όλους τους αγαπημένους του συντρόφους —τους άντρες, τις γυναίκες που αγάπησε και το πιστό σκυλί του από την Ιθάκη. Ακούν τη φωνή του αφέντη, πετιούνται από τα μνήματα οι παλιοί συντρόφοι και καταφτάνουν⋅ το καράβι του Οδυσσέα γεμίζει πάλι συντρόφους. Χαίρεται ο Οδυσσέας, υποδέχεται όλο χαρά τους συντρόφους, σηκώνει το χέρι, δίνει με ατρόμητη θραιμβευτική φωνή το σημάδι του μισεμού:

«Όρτσα, παιδιά, και πρίμο φύσηξε του Χάρου το αγεράκι.»

Ταξίδια
Ο Καζαντζάκης ταξίδεψε πολύ στη ζωή του: Νάξος, Αθήνα, Παρίσι, Άγιον Όρος, Καύκασος, Βιέννη, Βερολίνο, Ιταλία, Κύπρος, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Σινά, Ρωσία, Κίνα, Ιαπωνία, Ισπανία, Τσεχοσλοβακία, Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία, Αυστρία, Γιουγκοσλαβία κ.α.

Το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Φρόυντ και τις βουδιστικές γραφές. Επισκέφτηκε ακόμα τη Γερμανία, ενώ το 1924 έμεινε για τρεις μήνες στην Ιταλία. Την περίοδο 1923-1926 πραγματοποίησε επίσης αρκετά δημοσιογραφικά ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, την Παλαιστίνη, την Κύπρο και την Ισπανία, όπου του παραχώρησε συνέντευξη ο δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα. Τον Οκτώβριο του 1926 πήγε στη Ρώμη και πήρε συνέντευξη από τον Μπενίτο Μουσολίνι. Επίσης, εργάστηκε ως ανταποκριτής των εφημερίδων Ακρόπολις, Ελεύθερος Λόγος, Ελεύθερος Τύπος, Η Καθημερινή κ.ά. Είχε, βέβαια, γνωριστεί με την Ελένη Σαμίου, το 1924 (το διαζύγιο με την Γαλάτεια εκδόθηκε το 1926), με την οποία έζησε 21 χρόνια χωρίς γάμο. Παντρεύτηκαν το 1945 κι αυτό γιατί με τον καλό του φίλο, τον Άγγελο Σικελιανό και τη δεύτερη γυναίκα του, θα πήγαιναν στις ΗΠΑ. Το 1925 ο Καζαντζάκης συλλαμβάνεται στο Ηράκλειο της Κρήτης, αλλά κρατείται μόνο για είκοσι τέσσερεις ώρες, επειδή από το 1924 είχε αναλάβει την πνευματική ηγεσία μιας κομμουνιστικής οργάνωσης δυσαρεστημένων προσφύγων και παλαιμάχων από τη Μικρασιατική εκστρατεία. Σ' αυτό το επεισόδιο αναφέρεται ο Παντελής Πρεβελάκης και η Έλλη Αλεξίου.

Το 1927 ξεκίνησε την ανθολογία των ταξιδιωτικών του άρθρων για την έκδοση του πρώτου τόμου του Ταξιδεύοντας, ενώ το περιοδικό Αναγέννηση, του Δημήτρη Γληνού, δημοσίευσε την Aσκητική, το φιλοσοφικό του έργο. Τον Οκτώβριο του 1927, ο Καζαντζάκης φεύγει για τη Μόσχα προσκαλεσμένος από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης, για να πάρει μέρος στις γιορτές για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελληνορουμάνο λογοτέχνη Παναΐτ Ιστράτι, μαζί με τον οποίον επέστρεψε στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1928 στο θέατρο «Αλάμπρα», στην Αθήνα, μιλάνε εξυμνώντας τη Σοβιετική Ένωση, ο Καζαντζάκης και ο Ιστράτι. Στο τέλος της ομιλίας έγινε και διαδήλωση. Τόσο ο Καζαντζάκης όσο και ο συνδιοργανωτής της εκδήλωσης Δημήτρης Γληνός διώχθηκαν δικαστικά. Η δίκη ορίσθηκε στις 3 Απριλίου, αναβλήθηκε μερικές φορές και δεν έγινε ποτέ.

Τον Απρίλιο, ο Καζαντζάκης, ξαναβρέθηκε στη Ρωσία, όπου γράφει ένα κινηματογραφικό σενάριο για το ρωσικό κινηματογράφο με θέμα από τη Ελληνική Επανάσταση του 1821, Το Κόκκινο Μαντήλι. Τον Μάιο του 1929 απομονώθηκε σε ένα αγρόκτημα στην Τσεχοσλοβακία, όπου ολοκλήρωσε στα Γαλλικά τα μυθιστορήματα Toda-Raba (μετονομασία του αρχικού τίτλου Moscou a crié) και Kapétan Élia. Τα έργα αυτά εντάσσονταν στην προσπάθεια του Καζαντζάκη να καταξιωθεί διεθνώς ως συγγραφέας. Η γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος Toda-Raba έγινε με το ψευδώνυμο Nikolaï Kazan. Το 1930 θα δικαζόταν, πάλι, ο Καζαντζάκης για αθεϊσμό, για την Ασκητική. Η δίκη ορίσθηκε για τις 10 Ιουνίου, αλλά κι αυτή δεν έγινε ποτέ.

To 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα, όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός γαλλοελληνικού λεξικού. Mετέφρασε ακόμα τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Επίσης, έγραψε ένα μέρος των ωδών που ονόμαζε κάντα. Αυτά ενσωματώθηκαν αργότερα σ' έναν τόμο με τίτλο Τερτσίνες (1960). Αργότερα, ταξίδεψε στην Ισπανία ξεκινώντας παράλληλα τη μετάφραση έργων Ισπανών ποιητών. Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Κίνα εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Λίγο αργότερα, πλήθος κειμένων του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ή περιοδικά, ενώ το μυθιστόρημά του Ο Βραχόκηπος, που το είχε γράψει στα Γαλλικά, εκδόθηκε στην Ολλανδία και τη Χιλή. Κατά την περίοδο της κατοχής, συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή για την μετάφραση της Ιλιάδας.

Το 1943 ολοκλήρωσε το γράψιμο του μυθιστορήματός του Bίος και Πολιτεία του Aλέξη Zορμπά.

Προτομή του Καζαντζάκη στο Ηράκλειο
Ακρίτας
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη από τις 26 Νοεμβρίου του 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου του 1946. Παραιτήθηκε από το αξίωμά του μετά από την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Το Μάρτιο του 1945 προσπαθεί να πάρει μια θέση στην Ακαδημία της Αθήνας, αλλά αποτυγχάνει για δύο ψήφους. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύεται την Ελένη Σαμίου, στον Άι - Γιώργη τον Καρύτση, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.

Δυο φορές, τουλάχιστον, προτάθηκε ο Καζαντζάκης για το Βραβείο Νόμπελ. Για πρώτη φορά προτάθηκε το 1947, από τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκο Βέη, ο οποίος είχε προτείνει, την ίδια χρονιά, για βράβευση και τον Άγγελο Σικελιανό, με διαφορετική πρόταση. Μαζί με τον Σικελιανό προτάθηκαν επίσης και το 1950, σε μια κοινή πρόταση, από τον Hjalmar Gullberg της Σουηδικής Ακαδημίας.

Το 1947 διορίστηκε στην UNESCO με αποστολή την προώθηση μεταφράσεων κλασικών λογοτεχνικών έργων, με απώτερο στόχο τη γεφύρωση των διαφορετικών πολιτισμών. Παραιτήθηκε τελικά το 1948, προκειμένου να αφοσιωθεί στο λογοτεχνικό του έργο. Για τον σκοπό αυτό εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ της Γαλλίας, όπου τα επόμενα χρόνια ακολούθησε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδος, κατά την οποία ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού του έργου.

Το 1953 προσβλήθηκε από μία μόλυνση στο μάτι, γεγονός που τον υποχρέωσε να νοσηλευτεί αρχικά στην Ολλανδία και αργότερα στο Παρίσι. Τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι.

Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει από την Αντίμπ στην Ελλάδα, η Ορθόδοξη Εκκλησία εκκινούσε τη δίωξή του. Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα από τον Kαπετάν Mιχάλη και το σύνολο του περιεχομένου του Τελευταίου Πειρασμού (1953), έργο το οποίο δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Το 1954 η Ιερά Σύνοδος με έγγραφό της ζητούσε από την κυβέρνηση την απαγόρευση των βιβλίων του Νίκου Καζαντζάκη.

Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του:

Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ. 

Τελικά η Εκκλησία της Ελλάδος δεν τόλμησε να προχωρήσει στον αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας. Η Εκκλησία της Ελλάδας είναι αυτοκέφαλη και υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μόνο δογματικά. Επομένως, για τις οποιεσδήποτε ποινές που θα επιβάλλει δε χρειάζεται την έγκριση του Πατριαρχείου. Βέβαια, τελικά δεν αφορίστηκε ο Καζαντζάκης, αλλά η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδας τον κατέκρινε και το όνομά του εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να φέρει το στίγμα αυτό της εκκλησίας. Επίσης, ο Τελευταίος Πειρασμός καταγράφτηκε στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το καταργηθέν πλέον Index Librorum Prohibitorum. Ο Καζαντζάκης απέστειλε τότε σχετικό τηλεγράφημα στην Επιτροπή του Index με τη φράση του χριστιανού απολογητή Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal appello», δηλαδή «Στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση».

Ο «Ζορμπάς» του Καζαντζάκη, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1947 και με την επανέκδοση του, το 1954, βραβεύτηκε ως το καλύτερο ξένο βιβλίο της χρονιάς. Το 1955, ο συγγραφέας μαζί με τον Κακριδή αυτοχρηματοδότησαν την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τελικά στην Ελλάδα ο Τελευταίος Πειρασμός. Τον επόμενο χρόνο, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου στην Αθήνα για τους τρεις τόμους Θέατρο Α΄, Β΄, Γ΄ και με το Παγκόσμιο Βραβείο Ειρήνης στη Βιέννη, ένα βραβείο το οποίο προερχόταν από το σύνολο των τότε Σοσιαλιστικών χωρών. Καθώς μια από αυτές ήταν η Κίνα επιχείρησε δεύτερο ταξίδι εκεί τον Ιούνιο του 1957, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης. Επέστρεψε με κλονισμένη την υγεία του προσβληθείς από λευχαιμία. Νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη της Δανίας και το Φράιμπουργκ (Freiburg im Breisgau) της Γερμανίας, όπου τελικά κατέληξε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 σε ηλικία 74 ετών. Εντούτοις, σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, η λευχαιμία εμφανίστηκε στον Καζαντζάκη κατά το χειμώνα του 1938, 19 χρόνια πριν απ' το τέλος του, το οποίο αποδίδεται σε βαριάς μορφής ασιατική γρίπη.

Ο τάφος του Καζαντζάκη
Η σορός του μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, επιθυμία την οποία ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητος απέρριψε. Έτσι, η σορός του συγγραφέα μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο. Έπειτα από μεγάλη λειτουργία στον Ναό του Αγίου Μηνά, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου και 17 ακόμη ιερέων, έγινε η ταφή του Νίκου Καζαντζάκη, στην οποία όμως εκείνοι δεν συμμετείχαν κατόπιν απαγόρευσης του Αρχιεπισκόπου. Η ταφή έγινε στην Τάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα βενετσιάνικα τείχη τού Ηρακλείου, διότι η ταφή του σε νεκροταφείο απαγορεύτηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Τη σορό συνόδευσαν ο τότε υπουργός Παιδείας Αχιλλέας Κ. Γεροκωστόπουλος και ο ιερέας Σταύρος Καρπαθιωτάκης, ο οποίος αργότερα τιμωρήθηκε.

Στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη χαράχθηκε, όπως το θέλησε ο ίδιος, η επιγραφή:

Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος. 

Έργο
Δεν υπάρχει άλλος Νεοέλληνας συγγραφέας που να έχει τόσο πολύ υβρισθεί, προπηλακισθεί, διαβληθεί, συκοφαντηθεί, για διάφορα ζητήματα, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης. Ουδένα αυτός ο άνθρωπος έβλαψε. Και, όμως, κατά περιόδους όλοι απάνω του επέπεσαν. Γύρω από τον Καζαντζάκη πλέκτηκε μια τερατώδης μυθολογία, για ό,τι έκανε και για ό,τι δεν έκανε, για ό,τι έπρεπε να κάνει και δεν το έκανε και ούτω καθ' εξής. Σαν να τον είχαν βάλει κάτω από μικροσκόπιο. Και έβλεπαν ό,τι ήθελαν να βλέπουν και έλεγαν ό,τι ήθελαν να πουν.

Για την ακέραιη παρουσία του καταπολεμήθηκε και από την Πολιτεία και από την Εκκλησία.

Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε πολυγραφότατος. Ασχολήθηκε σχεδόν με κάθε είδος λόγου: Ποίηση (δραματική, επική, λυρική), δοκίμιο, μυθιστόρημα (στα Ελληνικά και στα Γαλλικά), ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αλληλογραφία, παιδικό μυθιστόρημα, μετάφραση (από τα Αρχαία Ελληνικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και Ισπανικά), κινηματογραφικά σενάρια, ιστορία, σχολικά βιβλία, παιδικά βιβλία (διασκευή και μετάφραση), λεξικά (γλωσσικά και εγκυκλοπαιδικά), δημοσιογραφία, κριτική, αρθρογραφία.

Το κύριο σώμα του έργου του αποτελείται από την Ασκητική, η οποία είναι ο σπόρος απ' όπου βλάστησε όλο του το έργο, την Οδύσεια, δίπλα στην οποία όλα τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται ως «πάρεργα», τους «21 σωματοφύλακες της Οδύσειας», τις Τερτσίνες, τις 14 τραγωδίες που περιέχονται στους τρεις τόμους Θέατρο Α΄, Β΄, Γ΄, τα 9 μυθιστορήματα της όψιμης ηλικίας του, τις εντυπώσεις από τα ταξίδια του σε Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Ρωσία, Ισπανία, Ιαπωνία, Κίνα, Αγγλία, Ιερουσαλήμ, Κύπρο και Πελοπόννησο, τις μεταφράσεις του Δάντη και του Ομήρου και τέλος τις επιστολές του προς τη Γαλάτεια Αλεξίου και τον Παντελή Πρεβελάκη.

Εργογραφία

ΠΟΙΗΣΗ
Οδύσεια (έπος σε 33.333 δεκαεπτασύλλαβους στίχους), Πυρσός, Αθήνα, 1938
Τερτσίνες, Τυπ. Κωνσταντινίδη & Μιχαλά, Αθήνα, 1960
Ακρίτας (σχεδίασμα έπους)

ΘΕΑΤΡΟ
Ξημερώνει, Αθήνα, 1906
Έως πότε;, Αθήνα, 1907
Φασγά, Αθήνα, 1907
Κωμωδία, τραγωδία μονόπρακτη (με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης), Κρητική Στοά, Ηράκλειο, 1909
Ο Πρωτομάστορας (Η Θυσία) (με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης), αφιερωμένη στον Ίδα (Ίωνα Δραγούμη), Εστία, Αθήνα, 1910
Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει, Αίγινα, 1936
Θέατρο Α' - Τραγωδίες με αρχαία θέματα: Προμηθέας (τριλογία), Κούρος, Οδυσσέας, Μέλισσα, Δίφρος, Αθήνα, 1955
Θέατρο Β΄ - Τραγωδίες με βυζαντινά θέματα: Χριστός, Ιουλιανός ο Παραβάτης, Νικηφόρος Φωκάς, Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Θέατρο Γ' - Τραγωδίες με διάφορα θέματα: Καποδίστριας, Χριστόφορος Κολόμβος, Σόδομα και Γόμορρα, Βούδας, Δίφρος, Αθήνα, 1956

ΣΕΝΑΡΙΑ
Το Κόκκινο Μαντίλι
Άγιος Παχώμιος και Σία
Μουχαμέτης
Μια Έκλειψη Ηλίου
Λένιν
Βούδας
Δον Κιχώτης
Δεκαήμερο
Αιώνια Ελλάδα (σχέδιο σεναρίου)

ΔΟΚΙΜΙΑ
Η Αρρώστια του Αιώνος (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), Πινακοθήκη ΣΤ΄ (Μάρτιος-Απρ.-Μάιος 1906), σ. 8-11, 26-27, 46-47
Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας, Αλεξίου, Ηράκλειο, 1909
H.Bergson, τυπ. Μαίσνερ και Καργαδούρη, Αθήνα, 1912
Ασκητική, Salvatores Dei, χ.ε., Αθήνα, 1945
Συμπόσιον, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1971

ΙΣΤΟΡΙΑ
Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας, Ελευθερουδάκης, Αθήνα, 1930

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
Όφις και Κρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), χ.ε., Αθήνα, 1906
Σπασμένες Ψυχές (με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης), Ο Νουμάς, Αθήνα, 1909-1910
Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Τυπ. Δημητράκου, Αθήνα, 1946
Ο Καπετάν Μιχάλης, Μαυρίδης, Αθήνα, 1953
Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Δίφρος, Αθήνα, 1954
Ο Τελευταίος Πειρασμός, Δίφρος, Αθήνα, 1955
Τόντα-Ράμπα, μετάφραση Γιάννης Μαγκλής, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Ο Φτωχούλης του Θεού, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Ο Βραχόκηπος, μετάφραση Παντελής Πρεβελάκης, Εστία, Αθήνα, 1960
Αναφορά στον Γκρέκο, Τυπ. Κωνσταντινίδη, Αθήνα, 1961
Οι Αδερφοφάδες, χ.ε., Αθήνα, 1963ΤΑΞΙΔΙΑ
Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά, εκδόσεις Σεράπειον, Αλεξάνδρεια, 1927
Τι είδα στη Ρουσία (από τα ταξίδια μου), Στοχαστής, Αθήνα, 1928
Ταξιδεύοντας: Ισπανία, Πυρσός, Αθήνα, 1937
Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία - Κίνα, Πυρσός, Αθήνα, 1938
Ταξιδεύοντας: Αγγλία, Πυρσός, Αθήνα, 1941
Ταξιδεύοντας: Ρουσία, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά - Ιερουσαλήμ - Κύπρος - Ο Μοριάς, χ.ε., Αθήνα, 1961

ΠΑΙΔΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Μέγας Αλέξανδρος, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1979
Στα Παλάτια της Κνωσού, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1980

ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Επιστολές προς τη Γαλάτεια, Δίφρος, Αθήνα, 1958
Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1965

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Νίτσε, Η γέννησις της τραγωδίας, Φέξης, Αθήνα, 1912
Νίτσε, Τάδε Έφη Ζαρατούστρας, Φέξης, Αθήνα, 1913
Μπερξόν, Το γέλοιο, Φέξης, Αθήνα, 1914
Δαρβίνος, Η Καταγωγή των Ειδών, Φέξης, Αθήνα, 1915
Σύγχρονη Ισπανική Λυρική Ποίηση, περιοδικό Ο Κύκλος, 1933-1934
Δάντης, Η Θεία Κωμωδία, Ο Κύκλος, Αθήνα, 1934
Γκαίτε, Φάουστ [Α΄μέρος], εφημερίδα Καθημερινή (8/3-5/7/1937)
Γιόργκενσεν Γιοχάνες (Jørgensen Johannes), Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, χ.ε., Αθήνα, 1951
Όμηρος, Ιλιάδα (σε συνεργασία με τον Ι. Θ. Κακριδή), Εστία, Αθήνα, 1955
Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, Γαλαξίας, Αθήνα, 1961
Όμηρος, Οδύσσεια (σε συνεργασία με τον Ι.Θ. Κακριδή), Εστία, Αθήνα, 1965

Φιλμογραφία
Βασισμένες σε έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι οι ταινίες Αλέξης Ζορμπάς (1964) σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη και Ο Τελευταίος Πειρασμός (1988) σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε. Η τελευταία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από πλήθος θρησκευόμενων πολιτών, αλλά και εισαγγελικές παρεμβάσεις και μηνύσεις.

Μια ακόμα ταινία γυρίστηκε το 1957 βασισμένη στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Ο τίτλος της ταινίας, που τη σκηνοθέτησε ο Ζυλ Ντασέν, είναι Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει.

Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη, προβλήθηκε σαν τηλεοπτική σειρά από την ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976.