Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θύμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θύμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Το μάτι της Μέδουσας

«Εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού»
Το ξέρω το μάτι του αρνητικού γονιού, που σαν μάτι Μέδουσας στρέφεται και πετρώνει τα παιδιά του. Στις νοσηρές σχέσεις ο δήμιος δημιουργεί το θύμα αλλά και το θύμα δημιουργεί το δήμιο. Ανώτατος στόχος, πέρα από αίμα και φύση, είναι να αναζητούμε την πνευματική συνάντηση, την ψυχική ένωση με άλλους που έχουν βγει στα ίδια στενά μονοπάτια και αναζητούν τα ίδια. Με όποιον είναι Πνεύμα.


Επισκέφθηκα προ καιρού το αρχιτεκτονικό γραφείο παλιάς, καλής φίλης. Είχαμε καιρό να βρεθούμε, εκείνη παραπονιόταν κάθε τόσο στον τηλεφωνητή μου πως την ξέχασα. Δεν την ξέχασα ποτέ, οι άνεμοι της καθημερινότητας με τραβούσαν αλλού κι αλλού, είπα να πάω να τη βρω, να πιω καφέ μαζί της, ένα πρωινό που βρισκόμουν στο κέντρο. Προτού ακόμη πέσουμε η μία στην αγκαλιά της άλλης, έπιασα αστραπιαία στο πρόσωπό της, μ’ εκείνη την ταχύτατη λάμψη της πρώτης εντύπωσης, της πρώτης σύγκρισης με την προηγούμενη εικόνα της, νέες άγνωστες σκιές, κυρίως κάτω απ’ τα μάτια· σημαίνουν θλίψη, αϋπνία ακόμη κι όταν κοιμάσαι. Έγνοιες αδιέξοξες. Ήταν φανερά κουρασμένη. Δεν της είπα τίποτε, άλλωστε εκείνη με διαβεβαίωνε από μόνη της πως είναι μια χαρά. Ξέρω πως είναι ανασφαλής κι αν κάνω λάθος θα τη ρίξω σε μαύρες σκέψεις με μια τέτοια παρατήρηση. Δίνει υπερβολικά μεγάλη σημασία στη γνώμη των άλλων. Είναι εύθραυστη σαν τσιγαρόχαρτο η όψη της όταν σε κοιτάζει. Κοιτάζει λες και σε ρωτά εναγωνίως: «Πώς σου φαίνομαι»;

Κάθησα στο μέσα γραφείο της. Το περιβάλλον τέλειο, τα πάντα καλόγουστα και στη σωστή θέση, το πάτωμα να αστράφτει, αντικείμενα καλοδιαλεγμένα, χαρτιά και σχέδια μέσα σε ακριβά ντοσιέ, ούτε ίχνος σκόνης. Στον τοίχο γκραβούρες σπάνιες και η λάμπα άνω στο τραπέζι φερμένη από τη Φλωρεντία. Το μοντέρνο και το κλασικό, το μεσαιωνικό μάλλον, έδεναν θαυμάσια και με τέχνη· είναι άλλωστε μια σπουδαία, αναγνωρισμένη αρχιτέκτων. Σεμινάρια, ενημέρωση, μεταπτυχιακά ατελείωτα, συνέδρια, δημοσιεύσεις και παράλληλα μια οικογένεια με δυο παιδιά, υποδειγματική, μέχρι και το ψωμί τους η ίδια το ζυμώνει. Πρέπει να κοιμάται ελάχιστα για να τα προλαβαίνει όλα τούτα. «Είναι επιλογή μου», σου απαντά κεφάτα άμα της λες να ξεκουράζεται. «Με κάνουν ευτυχισμένη όσα κάνω. Δε θέλω να χάνω το χρόνο μου».

Μιλήσαμε για πολλά και διάφορα. Γελάσαμε με την άνεση της παλιάς εμπιστοσύνης μας. Εκείνη κάπνιζε· πιο πολύ από όσο θυμάμαι, το δέρμα της χλωμό και μια νέα αγωνία στα μάτια της. Δεν της έλεγα τίποτα. Την περίμενα. Ήταν από πάντα μοναδικά ντόμπρα. Από το μέσα κουζινάκι έφτανε και μας τύλιγε η μυρωδιά φρέσκου καφέ στην καφετιέρα, το γλυκό γουργούρισμα του ζεστού νερού.

«Δεν είμαι καλά», ξέσπασε κάποια στιγμή διακόπτοντάς με.

Πρέπει όντως να μην είναι καλά για να διακόπτει έτσι το συνομιλητή της, είναι γυναίκα πολύ διακριτική. Εγώ εκείνη τη στιγμή διηγιόμουν για μια ταινία νόστιμη που είχα δει την προηγούμενη σε DVD.

«Τί συμβαίνει;»
«Δεν ξέρω!»

Σχεδόν χάρηκα που επιτέλους είπε: «δεν ξέρω». Ήταν πιο ευοίωνα τα πράγματα από το να αρχίσει να μου λέει όσα δήθεν ξέρει για την κατάστασή της. Με το «δεν ξέρω» της, εγκαταλείποντας τη μόνιμη τάση της να έχει για όλα τα προβλήματά της απαντήσεις, έδειχνε πως είναι έτοιμη για αλήθειες. Να ακούσει, όχι να δηλώσει. Να ρωτήσει, όχι να δικαιολογηθεί. Να γυρέψει. Κι όποιος γυρεύει ειλικρινά το καλό, το βρίσκει σίγουρα. Το κλειδί είναι στο δύσκολο «ειλικρινά». Η αλήθεια μονάχα την ετοιμότητά μας και την προθυμία μας ζητάει.

«Είμαι σίγουρη πως έφτασες στα όριά σου με την τελειομανία σου», της πέταξα.

«Γιατί; Είναι κακό να θέλει κανείς να βελτιώνει τη ζωή του; Πειράζει που μ’ αρέσει να δημιουργώ;» Πήγε να αμυνθεί ως συνήθως αλλά οι άμυνές της ακούγονταν ραγισμένες και ισχνές.

«Γιατί το κάνεις αυτό, Έλλη; Γιατί τρέχεις ασταμάτητα τον εαυτό σου σαν άλογο κούρσας; Θα σκάσεις σε λίγο ...».

Με κοίταξε σαν έκπληκτο παιδί. Η εικόνα ενός μισοσκασμένου αλόγου σε ιππόδρομο κάτι της θύμισε.

«Ποιόν προσπαθείς να καταφέρεις να σου πει ’’μπράβο’’;» την ξαναρωτάω.

«Μα όλοι μου λένε ’’μπράβο’’», απαντά.

Ξέρω πως δεν το λέει από κομπασμό, αλλά σχεδόν με σεμνότητα και ειλικρίνεια, σαν να αφορά κάποιον άλλον.

«Υπάρχει κάποιος που δε σου λέει; Που, έστω, δε σου είπε;»

Ανάβει άλλο ένα τσιγάρο και με κοιτάζει σιωπηλή πίσω από τον καπνό. Τα μάτια της γίνονται δυο σχισμές, όπως όταν ατενίζουμε κάπου μακριά με ένταση. Δεν κοιτάζει εμένα, με διαπερνά, κοιτά προς το παρελθόν της. Εγώ ξέρω πού πρέπει να κοιτάξει, την έχω ζήσει από πολύ παλιά, δε θα της το πω όμως, δε θα τη διευκολύνω ή, μάλλον, δε θα την προκαλέσω να αντισταθεί, πρέπει να το πει μόνη της. Τα μάτια της σκοτεινιάζουν ξαφνικά.

Βλέπω ότι το βλέπει. Ας το προφέρω, λοιπόν, εγώ.

«Ο πατέρας σου ...»
«Ποτέ !»

«Δεν παραδέχεται τους άλλους».
«Ποτέ !»

«Δεν σε αναγνώρισε σαν παιδί, δε σε καμάρωσε ...»
«Ούτε τώρα. Ποτέ του !»

«Γιατί λες; Εσύ είσαι σπάνια μάνα. Ξέρεις να φέρεσαι ταπεινά και γλυκά στα παιδάκια σου».

«Ακριβώς γι’ αυτό! Γιατί είναι ένας εγωιστής. Λες και με συναγωνιζόταν πάντα του, από όταν θυμάμαι να ζω. Μόνο τον εαυτό του καμαρώνει. Μόνο η αυτοπροβολή είναι το θέμα του. Με καμάρωνε όταν έφερνα άριστα μόνο μπροστά στους τρίτους, σαν εξάρτημά του, σαν δική του επιτυχία, μεταξύ μας ποτέ ! Μόνοι μας, μεταξύ μας, άλλαζε ύφος, πάγωνε, με απομάκρυνε, ήταν έτοιμος να μου βρει το λάθος. Πάντα με υποτιμούσε, με πρόσβαλλε, πως είναι ανάξια, πως αν δεν τον ακούω είμαι θλιβερή, ένα τίποτα. Είχε μια περιφρόνηση στο μάτι. Δεν ήταν αυτό που λέμε ’’αυστηρός’’, ήταν που με περιφρονούσε. Με σκότωνε αυτό. Όταν κάποτε του το είπα, απάντησε πως το κάνει για το καλό μου. Πως έτσι θέλει να με σπρώξει να αναπτύσσομαι. Να μην το πάρω πάνω μου και τεμπελιάζω».

«Τις επιτυχίες σου δεν τις θαύμαζε, εντάξει. Τι αποτυχίες σου τί τις έκανε;»

«Α, χαιρόταν! Λες και δικαιωνόταν στις προβλέψεις του για μένα. Τις υπογράμμιζε! Ειρωνευόταν. Και ύστερα άρχιζε το δίδαγμα. Πώς θα φερόταν εκείνος στη θέση. Πού έκανα σφάλμα, βλακείες. Ποια ελαττώματά μου με βάζουν να την πατάω συνέχεια ...».

Κοιτάζω τα χέρια της· τρέμουν. Το τσιγάρο πέφτει στο τραπέζι και το αρπάζει. Σηκώνεται αναστατωμένη, ψάχνει για ξεσκονόπανο, να μαζέψει τις στάχτες. Λες και θα έμπαινε στο δωμάτιο από στιγμή σε στιγμή ένας επιθεωρητής να της κάνει επιθεώρηση και να τη βαθμολογήσει.

Προσπαθώ να τη γαληνέψω. Να πούμε κάτι αστείο. Να ξαναβρούμε το χιούμορ της. Δεν είναι σε θέση. Τη ρωτώ: «Τον εκτιμάς σαν άνθρωπο τον μπαμπά σου; Θα ήθελες να του μοιάσει ο γιός σου;»

Πετάγεται. «Αστειεύεσαι; Καθόλου, καθόλου δεν τον εκτιμώ. Μια αποτυχία είναι σε όλα. Είναι ένας άκαρδος. Ένας αποτυχημένος. Δεν ξέρει τί θα πει τρυφερότητα. Είμαι πάντα για κείνον ένας ηλίθιος στρατιώτης απέναντι σ’ έναν αυστηρό στρατηγό. Αυτό είμαι».

«Τότε γιατί η γνώμη του επηρεάζει πάντα τόσο έντονα τη ζωή σου, γδέρνει την ψυχή σου; Αξίζει να έχει τόση δύναμη πάνω σου; Γιατί;»

Το ξέρω το γιατί, αλλά πρέπει εκείνη να το δουλέψει. Να διαπιστώσει, ψηλαφώντας πόσο ανώριμο, και ανούσιο, και κουτό είναι να την κατευθύνει ακόμη το βλέμμα ενός ανθρώπου που ποτέ δε θα τον έκανε σήμερα φίλο της. Που αν τον γνώριζε τώρα, δε θα του έλεγε ούτε καλημέρα, τόσο ασήμαντος, τόσο αδιάφορος θα της ήταν. Το ξέρω αυτό το γιατί, το άγριο, τραχύ γιατί, που έρχεται από πολύ παλιά, σαν προαιώνια διάβαση. Από τότε που εκείνη ήταν μικρούλα, ένα τόσο δα σωματάκι, ένα τόσο δα ζυμαράκι, ένας τοσοδούλης άνθρωπος. Από τότε που ο μπαμπάς ήταν θεόρατος και θεός, και ρύθμιζε τον κόσμο, όριζε το Καλό και το Κακό, ποιός αξίζει και ποιός όχι, ποιός θα πέσει στον Καιάδα, τη ζωή ή το θάνατο. Το ξέρω το μάτι του αρνητικού γονιού, που σαν μάτι Μέδουσας στρέφεται και πετρώνει τα παιδιά του.

Της Έλλης η διαστροφή της πραγματικότητας αναφέρεται στο χρόνο. Κάνει το τότε τώρα και τα παλιά μεγέθη, ανάμεσα στο μωρό και στο γίγαντα-πατέρα, μεγέθη παντοτινά. Αρνείται να βαδίσει από το μικρό παιδί στην ώριμη ηλικία της. Είναι τα σφιχτά δεσμά του φόβου που δε νίκησε, που δεν έλυσε. Ίσως και ένας δικός της εγωισμός δεν αντέχει να παραδεχθεί καμιά ήττα, καμιά αποτυχία της, την ατυχία να μην έχει στοργικό σωστό πατέρα, κι επιμένει εις βάρος της σε αγώνες μάταιους, εκ των πραγμάτων καταδικασμένους. Υποκύπτει και υποφέρει από κάτι που δεν υφίσταται πια. Το βλέμμα του πατέρα δεν αλλάζει, από σκληρότητα αλλά και από πρόκληση για σκληρότητα του δικού της, τρομαγμένου βλέμματος όταν κοιτάζονται. Το έχουμε ξαναπεί, στις νοσηρές σχέσεις ο δήμιος δημιουργεί το θύμα αλλά και το θύμα δημιουργεί το δήμιο. Δεν είναι εύκολο, καθόλου εύκολο να το αλλάξει· το πρόβλημά της δεν είναι λογικό, αλλά ψυχολογικό. Δεν αρκεί να της το εξηγήσει κανείς, το λέει ήδη και η ίδια στον εαυτό της, πρέπει να το δουλέψει συναισθηματικά, αισθησιακά σχεδόν, για καιρό μέσα της. Ένα πυκνό πλεχτό που πλέχτηκε επί δεκαετίες στην ψυχή της, με ρίζες πολλές στο υποσυνείδητο, δε γίνεται να ξεπλεχτεί μόνο με μία κίνηση, αυτομάτως μόνο με τη λογική παραδοχή του. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι βοηθητική η τοπική απόσταση, έτσι ώστε νέοι ερεθισμοί να μην ξεσηκώνουν τη φοβική ανάμνηση και να την πυροδοτούν.

«Τον συναντάς συχνά;» τη ρωτάω.

Πιάνει το κεφάλι της, περνά τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά της, είναι τρομαγμένη, είναι απελπισμένη. «Πλησιάζουν Χριστούγεννα, θα πρέπει να καλέσω στο σπίτι πάλι όλη την οικογένεια ...»

«Δε θα μπορέσεις να αδιαφορήσεις; Να το πάρεις απόφαση πως ο πατέρας σου δεν πρόκειται να αλλάξει στάση ποτέ του; Μην ελπίζεις, μην κάνεις τίποτ’ άλλο για να τον κερδίσεις, για να αποσπάσεις την εκτίμησή του. Δεν πρόκειται! Παραιτήσου απ’ αυτή την ελπίδα και γαλήνεψε. Είναι απαραίτητη σε κάποιες περιπτώσεις η απελπισία, η παραίτηση. Φέρνει ειρήνη. Αδιαφόρησε επιτέλους!»

«Το ξέρω. Το προσπαθώ. Μόλις όμως αντικρίσω ξανά το βλέμμα του, το επικριτικό του μάτι όταν γυρεύει πού να με πιάσει σκάρτη, πού να βρει και να μου κάνει παρατήρηση, αναστατώνομαι. Σχεδόν φοβάμαι. Ύστερα θυμώνω. Γίνομαι επιθετική, γελοιοποιούμαι προσπαθώντας να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Ρεζιλεύομαι προσπαθώντας να του επιδεικνύω νέα μου κατορθώματα. Πέφτω στην παγίδα του και γίνομαι έξαλλη μετά. Η αναμονή κάτι τέτοιου μού προκαλεί φόβο, φόβο του φόβου ... Με καταλαβαίνεις;»

Την καταλαβαίνω. Γνωρίζω τί θα πει να σου τραβάει μια χαρακιά μέσα σου το βλέμμα του γονιού, το παλιό, κακό βλέμμα του, το δύσπιστο, το τσιγκούνικο, το απαξιωτικό· χαρακιά από διαμάντι πάνω στο τζάμι, από νύχι πάνω σε τρυφερό μάγουλο. Δεν παλεύεται εύκολα τούτη η πάντα νωπή καταγραφή. Θέλει ειδική βοήθεια. Θέλει ενίσχυση η παιδική καρδιά που αυλακώθηκε από τούτη τη χαρακιά, μέχρι να δέσει, να ωριμάσει, να μεγαλώσει ως προς αυτό το καθηλωμένο αίσθημα, να μπορεί να αυτοπροστατεύεται.

Τι είδους βοήθεια; Τι είδους ενίσχυση; Η ψυχοθεραπεία με την αρχή της πραγματικότητα, με την επισήμανση μιας μάταιης αμυντικής τακτικής, με την αναβίωση και επεξεργασία των τραυμάτων, την αλληλοσυμπάθεια, τη μεταβίβαση και την αντιμεταβίβαση, την καλλιέργεια της γνωστικής λειτουργίας, ακόμη και με ασκήσεις συμπεριφορών, βοηθάει την καλλιέργεια της ωριμότητας από εκεί όπου ξεμείναμε παιδιά, σιγά σιγά, στράτα στρατούλα. Μπορεί να οδηγήσει στην έξοδο από τον ιστό του γονιού-αράχνη όποιον θέλει ειλικρινά να ξεφύγει. Όποιον θέλει ! Μην το θεωρούμε δεδομένο αυτό, ακόμη και όταν το διαδηλώνουμε. Το γλείψιμο των πληγών είναι πάντα μια ηδονή, δεν την απαρνιόμαστε εύκολα.

Αλλά και οι διδασκαλίες της ορθόδοξης πίστης μας, που μικρή αξία δίνει στην κατά φύση, στην εξ αίματος συγγένεια και εκτιμά την πνευματική συγγένεια σαν τη μόνη αυθεντική, μπορεί να απαλλάξει το παιδικό ποδαράκι από το δόκανο του εγωπαθούς ή άρρωστου ψυχικά γονιού. Η ευλογία εξάλλου της Εκκλησίας στο μυστήριο του γάμου, όπου προτρέπει το ζεύγος να «να εγκαταλείψουν» τους γονείς τους, ευλογεί ταυτόχρονα την απεξάρτηση και την προσωπική ευθύνη της κάθε ενήλικης ζωής. «Εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού», γράφει το Ευαγγέλιο και προτείνει την επιλογή των αληθινών συγγενών: των φίλων. Από μια τέτοια έγκαιρη «απομάκρυνση» δεν ανακουφίζονται μονάχα τα παιδιά, αλλά και οι φυσιολογικοί ισορροπημένοι γονείς ανακουφίζονται, και κατά κάποιο τρόπο ελευθερώνονται κι αποκτούν ξανά νέες προοπτικές. Ανώτατος άλλωστε σκοπός της ζωής δεν είναι να νοιαζόμαστε μονάχα για τους εξ αίματος, κατά φύση δικούς μας. Αυτό, από ένα βαθμό κι ύστερα, καταντάει πολλαπλός εγωισμός. Ανώτατος στόχος, πέρα από αίμα και φύση, είναι να αναζητούμε την πνευματική συνάντηση, την ψυχική ένωση με άλλους που έχουν βγει στα ίδια στενά μονοπάτια και αναζητούν τα ίδια. Με όποιον είναι Πνεύμα.

(Μάρω Βαμβουνάκη, «Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης», απόσπασμα με τίτλο «Το μάτι της Μέδουσας»).


Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ο αλάστωρ είναι ο θύτης ...

Ο 22ΧΡΟΝΟΣΣΑΤΑΝΙΣΤΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΥΤΗΣ
ΑΛΛΑ ΤΟ ΘΥΜΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΥ
ΣΑΤΑΝΙΣΤΙΚΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ!


Σχόλιο από το Αντιαιρετικό Εγκόλπιο: Απορούν και εξίστανται τα Μ.Μ.Ε, ηλεκτρονικά και έντυπα για το «άγριο» έγκλημα-θυσία στον Σατανά, του 22χρονου δράστη. Και εμείς απορούμε με το απύθμενο θράσσος των Κριτών του οι οποίοι στρουθοκαμηλίζουν στον πραγματικό Δράστη ο οποίος είναι η ΑΝΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ της σύγχρονης ανθρωποκεντρικής κοινωνίας μας. Το παιδί θέλησε να συνεργαστεί με το σατανά. Έκανε και αυτό που απαιτεί ο σατανάς για να ολοκληρωθεί η «συμφωνία», μια θυσία, ίσως και δυο και περισσότερες αν δεν τον συνελάμβαναν. Το παιδί αυτό είναι ο θύτης;
Ας μας απαντήσουν οι κριτές του:
Πότε αντέδρασαν στις μαζικές σατανιστικές προσηλυτιστικές εκδηλώσεις που γίνονται συχνά πυκνά με την μορφή «καλλιτεχνικής» συναυλίας από διάφορα Heavy, Thrash & Black Metal συγκροτήματα ακόμα και μέσα από τον χώρο των σχολείων μας (schoolwave) ; Θυμίζουμε ότι ο ίδιος ο νεαρός μέσω του γιουτιούμπ έψαχνε άτομα να τον μυήσουν στο εγκληματικό δόγμα: «Θέλω να γίνω σατανιστής. Μένω Αθήνα. Οποιος το δει ας απαντήσει εδώ αν μπορεί να με βοηθήσει να γνωρίσω τα κατάλληλα άτομα», έγραφε ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου ως σχόλιο κάτω από ένα τραγούδι των Rotting Christ, ενώ ελληνικού συγκροτήματος μουσικής μπλακ μέταλ, με τίτλο «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού». 
Πότε αντέδρασαν στις διάφορες σέχτες, προθαλάμους του σατανισμού που δρουν ανενόχλητες στην Ελλάδα, όταν η Ευρωπαϊκές χώρες με αυστηρή και υπεύθυνη νομοθεσία τις έχουν περιορίσει ουσιατικά;
Πότε αντέδρασαν στον έκδηλο αποκρυφισμό, ο οποίος κάλλιστα μπορεί να είναι η ατραπός σε μια ενδεχόμενη  σατανιστική μύηση, και ο οποίος φανερώνεται στις χολιγουντιανές  υπερπαραγωγές τύπου «Χάρυ Πόττερ» και δεκάδων άλλων που κατακλύζουν τις τηλεοπτικές οθόες ακόμη και στην παιδική ζώνη;
Είναι τραγική η ευκολία με την οποία η στρεβλωμένη κοινωνία μας ψάχνει για ενόχους όταν ο βασικός ένοχος είναι η ανευθυνότητά της μπροστά στην προστασία των παιδιών μας.
Ο μακαριστός π.Αντώνιος έλεγε ότι δεν υπάρχουν εγκληματικά μυαλά αλλά εγκληματικά δόγματα. Αν η κοινωνία και τα Μ.Μ.Ε θέλουν να βρουν τους πραγματικούς ενόχους τότε ας περιορίσουν τον σατανισμό και όχι τους σατανιστές. Ακολουθεί η είδηση.



«Θέλω να γίνω σατανιστής...»
Πώς ο 22χρονος δολοφόνος της Γλυφάδας
προσπαθούσε να μυηθεί μέσω ίντερνετ


Μέσω διαδικτύου προσπαθούσε να μυηθεί στο σατανισμό ο 22χρονος δολοφόνος της άστεγης γυναίκας στη Γλυφάδα. Αυτό προκύπτει από τις αναρτήσεις που έκανε, όπως για παράδειγμα εκείνη στο YouTube, πριν από περίπου δύο μήνες. 

«Θέλω να γίνω σατανιστής. Μένω Αθήνα. Οποιος το δει ας απαντήσει εδώ αν μπορεί να με βοηθήσει να γνωρίσω τα κατάλληλα άτομα», έγραφε ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου ως σχόλιο κάτω από ένα τραγούδι τωνRotting Christ, ενώ ελληνικού συγκροτήματος μουσικής μπλακ μέταλ, με τίτλο «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού». 

Μάλιστα, ο 22χρονος στο σχόλιό του έχει γράψει και τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου, προκειμένου να έρθει σε επαφή μαζί του όποιος γνωρίζει περισσότερα για τον σατανισμό. Ο νεαρός ομολόγησε ότι δολοφόνησε την άτυχη γυναίκα, που βρέθηκε την Κυριακή του Πάσχα σε παρκάκι, ως ανθρωποθυσία στο Σατανά, ενώ δεν δίστασε να πει στους αστυνομικούς πως σχεδίαζε άλλη μία δολοφονία.

Η ταραγμένη ζωή και η κυνική ομολογία για τον φόνο της άστεγης

Ο νεαρός σατανιστής αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και προσπάθησε με αυτό τον τρόπο να βρει λύση στη λατρεία του Σατανά. Όπως λένε άνθρωποι που τον γνωρίζουν στο παρελθόν αντιμετώπιζε προβλήματα με τη χρήση ουσιών, στο στρατό είχε κριθεί από τους ψυχιάτρους Ι5, ενώ για ένα χρόνο αντιμετώπιζε σοβαρά κινητικά προβλήματα.

Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος ηθοποιός που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα με την καρδιά του.Αποφασισμένος να πραγματοποιήσει και δεύτερη ανθρωποθυσία, στο όνομα του Σατανά, ήταν ο 21χρονος νεαρός Αλέξανδρος Παπαγεωργίου που συνελήφθη από τους αστυνομικούς και ομολόγησε ότι σκότωσε μια 40χρονη άστεγη στην Γλυφάδα, για να την προσφέρει στον Εωσφόρο.
Όπως αποκάλυψε στους άνδρες του τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής της ασφάλειας Αττικής, είχε σκοπό να δολοφονήσει και άλλη γυναίκα στις 21 Ιουνίου, ημέρα του θερινού ηλιοστασίου. Δηλαδή το ερχόμενο Σάββατο.

Burzum_by_nosve
Την σκότωσε ανήμερα του Πάσχα
Ο νεαρός ανήμερα του Πάσχα, έφυγε από το σπίτι του στη Γλυφάδα αποφασισμένος να σκοτώσει. Ήταν πεπεισμένος ότι τον οδηγούσε ο Σατανάς και θα ήταν αυτός που θα του υποδείκνυε το θύμα του. Είδε την 40χρονη γυναίκα να κοιμάται στο παγκάκι. Στάθηκε λίγα μέτρα μακριά της και με ένα μαχαίρι έκοψε το χέρι του. Με το αίμα του σχημάτισε το 666 και έναν ανάποδο σταυρό. Αμέσως μετά πήρε μια πέτρα και επιτέθηκε στην ανυποψίαστη γυναίκα. Της πολτοποίησε το κεφάλι, έβαλε την πέτρα σε μια σακούλα και την πέταξε στα σκουπίδια. Ήταν το πρώτο του λάθος και αυτό που τελικά θα οδηγούσε στη σύλληψή του.
Οι αστυνομικοί που ειδοποιήθηκαν από περαστικούς για το φρικτό έγκλημα άρχισαν να ερευνούν την περιοχή και εντόπισαν την ματωμένη πέτρα. Πήραν δείγμα από το αίμα και είχαν στα χέρια τους το DNA του δολοφόνου. Όμως ο 21χρονος δεν είχε απασχολήσει ποτέ τις Αρχές και έτσι δεν μπορούσαν να φτάσουν στην ταυτότητά του.
 
Το ψεύτικο προφίλ στο Facebook
Oνεαρός κάθε βράδυ περνούσε ώρες πάνω από τον υπολογιστή. Επισκεπτόταν ιστοσελίδες σατανιστικού περιεχομένου και διάβαζε ανάλογα βιβλία. Είχε δημιουργήσει και ψεύτικο προφίλ στο Facebook και δεν δίσταζε στις συνομιλίες του να αφήνει να εννοηθεί ότι είναι σατανιστής και ότι είχε κάνει και φόνο στο όνομα του Σατανά. Αυτό ήταν το δεύτερο και καθοριστικό λάθος, που οδήγησε τους αστυνομικούς στην σύλληψή του.
Η υπηρεσία ηλεκτρονικού εγκλήματος κατάφερε να εντοπίσει τα ίχνη του και δεν άργησε να ανακαλύψει και τον τόπο διαμονής του. Οι αστυνομικοί άρχισαν να τον παρακολουθούν και χθες αποφάσισαν να προχωρήσουν στην προσαγωγή του. Και έτσι από το DNA διαπίστωσαν ότι αυτός ήταν ο δολοφόνος.
Ο νεαρός ομολόγησε τις πράξεις και με την δικογραφία που σχηματίστηκε οδηγήθηκε στον εισαγγελέα. Πήρε προθεσμία και θα απολογηθεί την Πέμπτη.
 
Το προφίλ του νεαρού σατανιστή
Ονεαρός ζούσε με τους γονείς και τον μεγαλύτερο αδελφό του σε ένα διαμέρισμα της Γλυφάδας. Όπως είπε στους αστυνομικούςαπό την ηλικία των 15 ετών άρχισε να ασχολείται με τον σατανισμό. Διάβαζε σχετικά βιβλία και έμπαινε σε ιστοσελίδες με ανάλογο περιεχόμενο.Στον τελευταίο καιρό είχε καρφωθεί στο μυαλό του οτι πρέπει να κάνει ανθρωποθυσία αφιερωμένη στο Σατανά. Και διάλεξε την ημέρα του Πάσχα. Όπως ομολόγησε στους αστυνομικούς θα σκότωνε τον πρώτο άνθρωπο που θα έβλεπε μπροστά του, όταν πλησίαζε την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου.


Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 
18  ΙΟΥΝΙΟΥ 2014


Read more:http://www.egolpion.net/satanistis_glufada.el.aspx#ixzz350nkP6Ly

ΠΗΓΗ: http://www.egolpion.net/satanistis_glufada.el.aspx