Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Η Μακεδονία των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων

Παράλληλα με την Αθήνα και τη Σπάρτη, η Μακεδονία υπήρξε το ελληνικό κράτος που προκαλούσε και εξακολουθεί να προκαλεί ιστορικό αλλά και γ...

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Το μάτι της Μέδουσας

«Εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού»
Το ξέρω το μάτι του αρνητικού γονιού, που σαν μάτι Μέδουσας στρέφεται και πετρώνει τα παιδιά του. Στις νοσηρές σχέσεις ο δήμιος δημιουργεί το θύμα αλλά και το θύμα δημιουργεί το δήμιο. Ανώτατος στόχος, πέρα από αίμα και φύση, είναι να αναζητούμε την πνευματική συνάντηση, την ψυχική ένωση με άλλους που έχουν βγει στα ίδια στενά μονοπάτια και αναζητούν τα ίδια. Με όποιον είναι Πνεύμα.


Επισκέφθηκα προ καιρού το αρχιτεκτονικό γραφείο παλιάς, καλής φίλης. Είχαμε καιρό να βρεθούμε, εκείνη παραπονιόταν κάθε τόσο στον τηλεφωνητή μου πως την ξέχασα. Δεν την ξέχασα ποτέ, οι άνεμοι της καθημερινότητας με τραβούσαν αλλού κι αλλού, είπα να πάω να τη βρω, να πιω καφέ μαζί της, ένα πρωινό που βρισκόμουν στο κέντρο. Προτού ακόμη πέσουμε η μία στην αγκαλιά της άλλης, έπιασα αστραπιαία στο πρόσωπό της, μ’ εκείνη την ταχύτατη λάμψη της πρώτης εντύπωσης, της πρώτης σύγκρισης με την προηγούμενη εικόνα της, νέες άγνωστες σκιές, κυρίως κάτω απ’ τα μάτια· σημαίνουν θλίψη, αϋπνία ακόμη κι όταν κοιμάσαι. Έγνοιες αδιέξοξες. Ήταν φανερά κουρασμένη. Δεν της είπα τίποτε, άλλωστε εκείνη με διαβεβαίωνε από μόνη της πως είναι μια χαρά. Ξέρω πως είναι ανασφαλής κι αν κάνω λάθος θα τη ρίξω σε μαύρες σκέψεις με μια τέτοια παρατήρηση. Δίνει υπερβολικά μεγάλη σημασία στη γνώμη των άλλων. Είναι εύθραυστη σαν τσιγαρόχαρτο η όψη της όταν σε κοιτάζει. Κοιτάζει λες και σε ρωτά εναγωνίως: «Πώς σου φαίνομαι»;

Κάθησα στο μέσα γραφείο της. Το περιβάλλον τέλειο, τα πάντα καλόγουστα και στη σωστή θέση, το πάτωμα να αστράφτει, αντικείμενα καλοδιαλεγμένα, χαρτιά και σχέδια μέσα σε ακριβά ντοσιέ, ούτε ίχνος σκόνης. Στον τοίχο γκραβούρες σπάνιες και η λάμπα άνω στο τραπέζι φερμένη από τη Φλωρεντία. Το μοντέρνο και το κλασικό, το μεσαιωνικό μάλλον, έδεναν θαυμάσια και με τέχνη· είναι άλλωστε μια σπουδαία, αναγνωρισμένη αρχιτέκτων. Σεμινάρια, ενημέρωση, μεταπτυχιακά ατελείωτα, συνέδρια, δημοσιεύσεις και παράλληλα μια οικογένεια με δυο παιδιά, υποδειγματική, μέχρι και το ψωμί τους η ίδια το ζυμώνει. Πρέπει να κοιμάται ελάχιστα για να τα προλαβαίνει όλα τούτα. «Είναι επιλογή μου», σου απαντά κεφάτα άμα της λες να ξεκουράζεται. «Με κάνουν ευτυχισμένη όσα κάνω. Δε θέλω να χάνω το χρόνο μου».

Μιλήσαμε για πολλά και διάφορα. Γελάσαμε με την άνεση της παλιάς εμπιστοσύνης μας. Εκείνη κάπνιζε· πιο πολύ από όσο θυμάμαι, το δέρμα της χλωμό και μια νέα αγωνία στα μάτια της. Δεν της έλεγα τίποτα. Την περίμενα. Ήταν από πάντα μοναδικά ντόμπρα. Από το μέσα κουζινάκι έφτανε και μας τύλιγε η μυρωδιά φρέσκου καφέ στην καφετιέρα, το γλυκό γουργούρισμα του ζεστού νερού.

«Δεν είμαι καλά», ξέσπασε κάποια στιγμή διακόπτοντάς με.

Πρέπει όντως να μην είναι καλά για να διακόπτει έτσι το συνομιλητή της, είναι γυναίκα πολύ διακριτική. Εγώ εκείνη τη στιγμή διηγιόμουν για μια ταινία νόστιμη που είχα δει την προηγούμενη σε DVD.

«Τί συμβαίνει;»
«Δεν ξέρω!»

Σχεδόν χάρηκα που επιτέλους είπε: «δεν ξέρω». Ήταν πιο ευοίωνα τα πράγματα από το να αρχίσει να μου λέει όσα δήθεν ξέρει για την κατάστασή της. Με το «δεν ξέρω» της, εγκαταλείποντας τη μόνιμη τάση της να έχει για όλα τα προβλήματά της απαντήσεις, έδειχνε πως είναι έτοιμη για αλήθειες. Να ακούσει, όχι να δηλώσει. Να ρωτήσει, όχι να δικαιολογηθεί. Να γυρέψει. Κι όποιος γυρεύει ειλικρινά το καλό, το βρίσκει σίγουρα. Το κλειδί είναι στο δύσκολο «ειλικρινά». Η αλήθεια μονάχα την ετοιμότητά μας και την προθυμία μας ζητάει.

«Είμαι σίγουρη πως έφτασες στα όριά σου με την τελειομανία σου», της πέταξα.

«Γιατί; Είναι κακό να θέλει κανείς να βελτιώνει τη ζωή του; Πειράζει που μ’ αρέσει να δημιουργώ;» Πήγε να αμυνθεί ως συνήθως αλλά οι άμυνές της ακούγονταν ραγισμένες και ισχνές.

«Γιατί το κάνεις αυτό, Έλλη; Γιατί τρέχεις ασταμάτητα τον εαυτό σου σαν άλογο κούρσας; Θα σκάσεις σε λίγο ...».

Με κοίταξε σαν έκπληκτο παιδί. Η εικόνα ενός μισοσκασμένου αλόγου σε ιππόδρομο κάτι της θύμισε.

«Ποιόν προσπαθείς να καταφέρεις να σου πει ’’μπράβο’’;» την ξαναρωτάω.

«Μα όλοι μου λένε ’’μπράβο’’», απαντά.

Ξέρω πως δεν το λέει από κομπασμό, αλλά σχεδόν με σεμνότητα και ειλικρίνεια, σαν να αφορά κάποιον άλλον.

«Υπάρχει κάποιος που δε σου λέει; Που, έστω, δε σου είπε;»

Ανάβει άλλο ένα τσιγάρο και με κοιτάζει σιωπηλή πίσω από τον καπνό. Τα μάτια της γίνονται δυο σχισμές, όπως όταν ατενίζουμε κάπου μακριά με ένταση. Δεν κοιτάζει εμένα, με διαπερνά, κοιτά προς το παρελθόν της. Εγώ ξέρω πού πρέπει να κοιτάξει, την έχω ζήσει από πολύ παλιά, δε θα της το πω όμως, δε θα τη διευκολύνω ή, μάλλον, δε θα την προκαλέσω να αντισταθεί, πρέπει να το πει μόνη της. Τα μάτια της σκοτεινιάζουν ξαφνικά.

Βλέπω ότι το βλέπει. Ας το προφέρω, λοιπόν, εγώ.

«Ο πατέρας σου ...»
«Ποτέ !»

«Δεν παραδέχεται τους άλλους».
«Ποτέ !»

«Δεν σε αναγνώρισε σαν παιδί, δε σε καμάρωσε ...»
«Ούτε τώρα. Ποτέ του !»

«Γιατί λες; Εσύ είσαι σπάνια μάνα. Ξέρεις να φέρεσαι ταπεινά και γλυκά στα παιδάκια σου».

«Ακριβώς γι’ αυτό! Γιατί είναι ένας εγωιστής. Λες και με συναγωνιζόταν πάντα του, από όταν θυμάμαι να ζω. Μόνο τον εαυτό του καμαρώνει. Μόνο η αυτοπροβολή είναι το θέμα του. Με καμάρωνε όταν έφερνα άριστα μόνο μπροστά στους τρίτους, σαν εξάρτημά του, σαν δική του επιτυχία, μεταξύ μας ποτέ ! Μόνοι μας, μεταξύ μας, άλλαζε ύφος, πάγωνε, με απομάκρυνε, ήταν έτοιμος να μου βρει το λάθος. Πάντα με υποτιμούσε, με πρόσβαλλε, πως είναι ανάξια, πως αν δεν τον ακούω είμαι θλιβερή, ένα τίποτα. Είχε μια περιφρόνηση στο μάτι. Δεν ήταν αυτό που λέμε ’’αυστηρός’’, ήταν που με περιφρονούσε. Με σκότωνε αυτό. Όταν κάποτε του το είπα, απάντησε πως το κάνει για το καλό μου. Πως έτσι θέλει να με σπρώξει να αναπτύσσομαι. Να μην το πάρω πάνω μου και τεμπελιάζω».

«Τις επιτυχίες σου δεν τις θαύμαζε, εντάξει. Τι αποτυχίες σου τί τις έκανε;»

«Α, χαιρόταν! Λες και δικαιωνόταν στις προβλέψεις του για μένα. Τις υπογράμμιζε! Ειρωνευόταν. Και ύστερα άρχιζε το δίδαγμα. Πώς θα φερόταν εκείνος στη θέση. Πού έκανα σφάλμα, βλακείες. Ποια ελαττώματά μου με βάζουν να την πατάω συνέχεια ...».

Κοιτάζω τα χέρια της· τρέμουν. Το τσιγάρο πέφτει στο τραπέζι και το αρπάζει. Σηκώνεται αναστατωμένη, ψάχνει για ξεσκονόπανο, να μαζέψει τις στάχτες. Λες και θα έμπαινε στο δωμάτιο από στιγμή σε στιγμή ένας επιθεωρητής να της κάνει επιθεώρηση και να τη βαθμολογήσει.

Προσπαθώ να τη γαληνέψω. Να πούμε κάτι αστείο. Να ξαναβρούμε το χιούμορ της. Δεν είναι σε θέση. Τη ρωτώ: «Τον εκτιμάς σαν άνθρωπο τον μπαμπά σου; Θα ήθελες να του μοιάσει ο γιός σου;»

Πετάγεται. «Αστειεύεσαι; Καθόλου, καθόλου δεν τον εκτιμώ. Μια αποτυχία είναι σε όλα. Είναι ένας άκαρδος. Ένας αποτυχημένος. Δεν ξέρει τί θα πει τρυφερότητα. Είμαι πάντα για κείνον ένας ηλίθιος στρατιώτης απέναντι σ’ έναν αυστηρό στρατηγό. Αυτό είμαι».

«Τότε γιατί η γνώμη του επηρεάζει πάντα τόσο έντονα τη ζωή σου, γδέρνει την ψυχή σου; Αξίζει να έχει τόση δύναμη πάνω σου; Γιατί;»

Το ξέρω το γιατί, αλλά πρέπει εκείνη να το δουλέψει. Να διαπιστώσει, ψηλαφώντας πόσο ανώριμο, και ανούσιο, και κουτό είναι να την κατευθύνει ακόμη το βλέμμα ενός ανθρώπου που ποτέ δε θα τον έκανε σήμερα φίλο της. Που αν τον γνώριζε τώρα, δε θα του έλεγε ούτε καλημέρα, τόσο ασήμαντος, τόσο αδιάφορος θα της ήταν. Το ξέρω αυτό το γιατί, το άγριο, τραχύ γιατί, που έρχεται από πολύ παλιά, σαν προαιώνια διάβαση. Από τότε που εκείνη ήταν μικρούλα, ένα τόσο δα σωματάκι, ένα τόσο δα ζυμαράκι, ένας τοσοδούλης άνθρωπος. Από τότε που ο μπαμπάς ήταν θεόρατος και θεός, και ρύθμιζε τον κόσμο, όριζε το Καλό και το Κακό, ποιός αξίζει και ποιός όχι, ποιός θα πέσει στον Καιάδα, τη ζωή ή το θάνατο. Το ξέρω το μάτι του αρνητικού γονιού, που σαν μάτι Μέδουσας στρέφεται και πετρώνει τα παιδιά του.

Της Έλλης η διαστροφή της πραγματικότητας αναφέρεται στο χρόνο. Κάνει το τότε τώρα και τα παλιά μεγέθη, ανάμεσα στο μωρό και στο γίγαντα-πατέρα, μεγέθη παντοτινά. Αρνείται να βαδίσει από το μικρό παιδί στην ώριμη ηλικία της. Είναι τα σφιχτά δεσμά του φόβου που δε νίκησε, που δεν έλυσε. Ίσως και ένας δικός της εγωισμός δεν αντέχει να παραδεχθεί καμιά ήττα, καμιά αποτυχία της, την ατυχία να μην έχει στοργικό σωστό πατέρα, κι επιμένει εις βάρος της σε αγώνες μάταιους, εκ των πραγμάτων καταδικασμένους. Υποκύπτει και υποφέρει από κάτι που δεν υφίσταται πια. Το βλέμμα του πατέρα δεν αλλάζει, από σκληρότητα αλλά και από πρόκληση για σκληρότητα του δικού της, τρομαγμένου βλέμματος όταν κοιτάζονται. Το έχουμε ξαναπεί, στις νοσηρές σχέσεις ο δήμιος δημιουργεί το θύμα αλλά και το θύμα δημιουργεί το δήμιο. Δεν είναι εύκολο, καθόλου εύκολο να το αλλάξει· το πρόβλημά της δεν είναι λογικό, αλλά ψυχολογικό. Δεν αρκεί να της το εξηγήσει κανείς, το λέει ήδη και η ίδια στον εαυτό της, πρέπει να το δουλέψει συναισθηματικά, αισθησιακά σχεδόν, για καιρό μέσα της. Ένα πυκνό πλεχτό που πλέχτηκε επί δεκαετίες στην ψυχή της, με ρίζες πολλές στο υποσυνείδητο, δε γίνεται να ξεπλεχτεί μόνο με μία κίνηση, αυτομάτως μόνο με τη λογική παραδοχή του. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι βοηθητική η τοπική απόσταση, έτσι ώστε νέοι ερεθισμοί να μην ξεσηκώνουν τη φοβική ανάμνηση και να την πυροδοτούν.

«Τον συναντάς συχνά;» τη ρωτάω.

Πιάνει το κεφάλι της, περνά τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά της, είναι τρομαγμένη, είναι απελπισμένη. «Πλησιάζουν Χριστούγεννα, θα πρέπει να καλέσω στο σπίτι πάλι όλη την οικογένεια ...»

«Δε θα μπορέσεις να αδιαφορήσεις; Να το πάρεις απόφαση πως ο πατέρας σου δεν πρόκειται να αλλάξει στάση ποτέ του; Μην ελπίζεις, μην κάνεις τίποτ’ άλλο για να τον κερδίσεις, για να αποσπάσεις την εκτίμησή του. Δεν πρόκειται! Παραιτήσου απ’ αυτή την ελπίδα και γαλήνεψε. Είναι απαραίτητη σε κάποιες περιπτώσεις η απελπισία, η παραίτηση. Φέρνει ειρήνη. Αδιαφόρησε επιτέλους!»

«Το ξέρω. Το προσπαθώ. Μόλις όμως αντικρίσω ξανά το βλέμμα του, το επικριτικό του μάτι όταν γυρεύει πού να με πιάσει σκάρτη, πού να βρει και να μου κάνει παρατήρηση, αναστατώνομαι. Σχεδόν φοβάμαι. Ύστερα θυμώνω. Γίνομαι επιθετική, γελοιοποιούμαι προσπαθώντας να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Ρεζιλεύομαι προσπαθώντας να του επιδεικνύω νέα μου κατορθώματα. Πέφτω στην παγίδα του και γίνομαι έξαλλη μετά. Η αναμονή κάτι τέτοιου μού προκαλεί φόβο, φόβο του φόβου ... Με καταλαβαίνεις;»

Την καταλαβαίνω. Γνωρίζω τί θα πει να σου τραβάει μια χαρακιά μέσα σου το βλέμμα του γονιού, το παλιό, κακό βλέμμα του, το δύσπιστο, το τσιγκούνικο, το απαξιωτικό· χαρακιά από διαμάντι πάνω στο τζάμι, από νύχι πάνω σε τρυφερό μάγουλο. Δεν παλεύεται εύκολα τούτη η πάντα νωπή καταγραφή. Θέλει ειδική βοήθεια. Θέλει ενίσχυση η παιδική καρδιά που αυλακώθηκε από τούτη τη χαρακιά, μέχρι να δέσει, να ωριμάσει, να μεγαλώσει ως προς αυτό το καθηλωμένο αίσθημα, να μπορεί να αυτοπροστατεύεται.

Τι είδους βοήθεια; Τι είδους ενίσχυση; Η ψυχοθεραπεία με την αρχή της πραγματικότητα, με την επισήμανση μιας μάταιης αμυντικής τακτικής, με την αναβίωση και επεξεργασία των τραυμάτων, την αλληλοσυμπάθεια, τη μεταβίβαση και την αντιμεταβίβαση, την καλλιέργεια της γνωστικής λειτουργίας, ακόμη και με ασκήσεις συμπεριφορών, βοηθάει την καλλιέργεια της ωριμότητας από εκεί όπου ξεμείναμε παιδιά, σιγά σιγά, στράτα στρατούλα. Μπορεί να οδηγήσει στην έξοδο από τον ιστό του γονιού-αράχνη όποιον θέλει ειλικρινά να ξεφύγει. Όποιον θέλει ! Μην το θεωρούμε δεδομένο αυτό, ακόμη και όταν το διαδηλώνουμε. Το γλείψιμο των πληγών είναι πάντα μια ηδονή, δεν την απαρνιόμαστε εύκολα.

Αλλά και οι διδασκαλίες της ορθόδοξης πίστης μας, που μικρή αξία δίνει στην κατά φύση, στην εξ αίματος συγγένεια και εκτιμά την πνευματική συγγένεια σαν τη μόνη αυθεντική, μπορεί να απαλλάξει το παιδικό ποδαράκι από το δόκανο του εγωπαθούς ή άρρωστου ψυχικά γονιού. Η ευλογία εξάλλου της Εκκλησίας στο μυστήριο του γάμου, όπου προτρέπει το ζεύγος να «να εγκαταλείψουν» τους γονείς τους, ευλογεί ταυτόχρονα την απεξάρτηση και την προσωπική ευθύνη της κάθε ενήλικης ζωής. «Εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού», γράφει το Ευαγγέλιο και προτείνει την επιλογή των αληθινών συγγενών: των φίλων. Από μια τέτοια έγκαιρη «απομάκρυνση» δεν ανακουφίζονται μονάχα τα παιδιά, αλλά και οι φυσιολογικοί ισορροπημένοι γονείς ανακουφίζονται, και κατά κάποιο τρόπο ελευθερώνονται κι αποκτούν ξανά νέες προοπτικές. Ανώτατος άλλωστε σκοπός της ζωής δεν είναι να νοιαζόμαστε μονάχα για τους εξ αίματος, κατά φύση δικούς μας. Αυτό, από ένα βαθμό κι ύστερα, καταντάει πολλαπλός εγωισμός. Ανώτατος στόχος, πέρα από αίμα και φύση, είναι να αναζητούμε την πνευματική συνάντηση, την ψυχική ένωση με άλλους που έχουν βγει στα ίδια στενά μονοπάτια και αναζητούν τα ίδια. Με όποιον είναι Πνεύμα.

(Μάρω Βαμβουνάκη, «Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης», απόσπασμα με τίτλο «Το μάτι της Μέδουσας»).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αβαγνον