Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνθήκη βερσαλλιών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνθήκη βερσαλλιών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Ζωρζ Κλεμανσώ, πολιτικός ηγέτης της Γαλλίας

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1841. 
Ηγέτης της Γαλλίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ηγέτης του Ριζοσπαστικού Κόμματος, ένας από τους κύριους αρχιτέκτονες της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Στην υπόθεση Ντρέιφους υποστήριξε ενεργά τον Εμίλ Ζολά και την αθωότητα του Ντρεϊφούς, γράφοντας συνολικά 665 άρθρα. Ως εκδότης της L'Aurore, δημοσίευσε ως πρωτοσέλιδο το J'accuse («κατηγορώ») του Εμίλ Ζολά.
Georges Clemenceau 1.jpg

Ο Ζωρζ Μπενζαμάν Κλεμανσώ (Georges Benjamin Clemenceau, 28 Σεπτεμβρίου 1841 – 24 Νοεμβρίου 1929) ήταν Γάλλος πολιτικός, ηγέτης της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηγέτης του Ριζοσπαστικού Κόμματος, είχε κεντρικό ρόλο στην Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία. Ήταν πρωθυπουργός της Γαλλίας από το 1906 μέχρι το 1909 και ξανά την περίοδο 1917-1920. Ήταν ένας από τους κύριους αρχιτέκτονες της Συνθήκης των Βερσαλλιών (Βλ. Συνθήκη Βερσαλλιών ΕΔΩ) στη Σύνοδο Ειρήνης του Παρισιού το 1919.

Βιογραφία
Ο Κλεμανσώ γεννήθηκε στο Μουιγιερόν-αν-Παρ, στον νομό Βαντέ στις 28 Σεπτεμβρίου 1841. Μετά τις σπουδές του στο λύκειο της Νάντης, σπούδασε ιατρική στο Παρίσι, αλλά δεν αποφοίτησε. Στο Παρίσι έγινε πολιτικός ακτιβιστής και δημοσιογράφος. Το Δεκέμβριο του 1861 ήταν συνιδρυτής μιας εβδομαδιαίας εφημερίδας, της Le Travail. Συνελήφθη τις 23 Φεβρουαρίου 1862, για αφισοκόλληση που καλούσε να διαδηλώσεις. Φυλακίστηκε για 77 μέρες. Αποφοίτησε από την ιατρική στις 13 Μαΐου 1865. Πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν άρχισαν να συλλαμβάνουν αντιφρονούντες. Δούλεψε στη Νέα Υόρκη την περίοδο 1865-1869, μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο. Τις 23 Ιουνίου 1869 παντρεύτηκε την Μέρι Πλάμμερ (1848-1923) στη Νέα Υόρκη. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά, μέχρι που πήραν διαζύγιο.

Επέστρεψε στη Γαλλία μετά την ήττα στο Σεντάν και την πτώση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Το 1870 διορίστηκε δήμαρχος του 18ου διαμερίσματος του Παρισιού, το οποίο περιλαμβάνει την Μονμάρτρη. Η Παρισινή Κομμούνα τον καθαίρεσε από τα καθήκοντά του ως δήμαρχος. Προσπάθησε να εκλεγεί στο συμβούλιο της Κομμούνας αλλά δεν τα κατάφερε. Το 1871 εξελέγη στο δημοτικό συμβούλιο του Παρισιού. Το 1876 εξελέγη στην κάτω βουλή και ήταν μέλος της άκρας αριστεράς και του ριζοσπαστικού κόμματος. Το 1880 άρχισε να εκδίδει την εφημερίδα La Justice. Έγινε γνωστός ως πολιτικός επικριτής. Αντιτάχθηκε στην αποικιακή πολιτική του Ζυλ Φερύ, προκαλώντας την πτώση της κυβέρνηση του Φερύ το 1885. Ήταν υπεύθυνος για το διορισμό του Ζορζ Μπουλανζέ ως υπουργός πολέμου, αλλά στράφηκε εναντίον του όταν κατάλαβε ότι ο Μπουλανζέ ήταν ένας φιλόδοξος δημαγωγός εθνικιστής. Όμως, το ριζοσπαστικό κόμμα αποδυναμώθηκε λόγω του διχασμού που προκάλεσε ο Μπουλανζέ και η συκοφαντική ανάμιξή του ονόματός του στο σκάνδαλο του Παναμά είχαν ως αποτέλεσμα να μην επανεκλεγεί βουλευτής το 1893. Στη συνέχεια, ο Κλεμανσώ ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Στην υπόθεση Ντρέιφους υποστήριξε ενεργά τον Εμίλ Ζολά (Βλ. Υπόθεση Ντρέιφους και Εμίλ Ζολά ΕΔΩ) και την αθωότητα του Ντρεϊφούς, γράφοντας συνολικά 665 άρθρα. Ως εκδότης της L'Aurore, δημοσίευσε ως πρωτοσέλιδο το J'accuse («κατηγορώ») του Εμίλ Ζολά.

Μετά τις εκλογές του 1906, στις οποίες του ριζοσπαστικό κόμμα ήρθε πρώτο, ο Φερντινάρ Σαριέ τον διόρισε Υπουργό Εσωτερικών. Ως υπουργός αντιμετώπισε με σκληρά μέτρα τις απεργίες που ακολούθησαν την καταστροφή του Κουριέρ το 1906, προκαλώντας αντιπαράθεση με τον Ζαν Ζωρές. Μετά την παραίτηση του Σαριέ, ο Κλεμανσώ έγινε πρωθυπουργός της Γαλλίας. Παραιτήθηκε το 1909, ύστερα από μια διαμάχη για τη κρίση του Μαρόκου. Την θέση του ανέλαβε ο Αριστίντ Μπριάν. Ακολούθησε μια περιοδεία στο εξωτερικό. Το 1913 ίδρυσε την εφημερίδα L'Homme libre («ο Ελεύθερος Άνθρωπος»), μέσα από την οποία καταδίκαζε τον αντιμιλιταρισμό των σοσιαλιστών. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, η εφημερίδα ήταν από τις πρώτες που λογοκρίθηκαν, και έτσι ο Κλεμανσώ άλλαξε το όνομά της σε L'Homme enchaîné («Ο Αλυσοδεμένος Άνθρωπος»).

Ο Κλεμανσώ ανέλαβε πρωθυπουργός της Γαλλίας τον Νοέμβριο του 1917, σε μια κρίση φάση του πολέμου. Η πρώτη του πράξη ήταν να αποπέμψει τον Μωρίς Σαράιγ από το Μακεδονικό Μέτωπο (επειδή συνδεόταν με τους πολιτικούς Ζοζέφ Καγιό και Λουί Μαλβί, οι οποίοι κατηγορούνταν για προδοσία). Το 1918, συμφώνησε η Γαλλία έπρεπε να υιοθετήσει τα Δεκατέσσερα σημεία του Γούντροου Ουίλσον, καθώς ένα από αυτά ήταν η επιστροφή της Αλσατίας-Λωρραίνης στη Γαλλία, αλλά από την άλλη δεν συμφωνούσε με κάποια άλλα, όπως την Κοινωνία των Εθνών. Μετά την Γερμανική εαρινή επίθεση και την αντεπίθεση των συμμάχων, ήταν πλέον φανερό ότι η Γερμανία δεν μπορούσε να νικήσει. Τις 11 Νοεμβρίου 1918 υπογράφηκε ανακωχή. Τις 19 Φεβρουαρίου 1919, κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού, ο αναρχικός Εμίλ Κοτάν, επιχείρησε να δολοφονήσει τον Κλεμανσώ, πυροβολώντας το αυτοκίνητό του 7 φορές. Μία σφαίρα πέτυχε τον Κλεμανσό ανάμεσα στα πλευρά, χωρίς να τραυματίσει ζωτικά όργανα. Στις 28 Ιουνίου 1919 υπογράφηκε η Συνθήκη των Βερσαλλιών.

Ο Ζωρζ Κλεμανσώ, ύστερα από έκκληση του φίλου του Ζωρζ Μαντέλ, ήταν υποψήφιος για πρόεδρος της Γαλλίας το 1920. Όμως η Ρεπουπλικανική κομματική διοίκηση επέλεξε τον Πωλ Ντεσανέλ, με 408 έναντι 389 ψήφων του Κλεμανσώ. Έτσι, ο Κλεμανσώ δεν ήθελε να είναι υποψήφιος στην Εθνοσυνέλευση, καθώς ήθελε να εκλεγεί σχεδόν παμψηφεί. Μόνο τότε, υποστήριξε, θα μπορούσε να διαπραγματευθεί με αυτοπεποίθηση με τους Συμμάχους. Στη συνέχεια αποσύρθηκε από την πολιτική.

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών, η καταστρατήγησή της και η αποδοχή της Γερμανίας για "πολεμική ενοχή"

Υπογράφεται ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1919 η Συνθήκη των Βερσαλλιών στο Παρίσι, τερματίζοντας επίσημα τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο μεταξύ της Αντάντ και της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Η Συνθήκη όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών. Η Γερμανία αποδεχόμενη το άρθρο της «πολεμικής ενοχής», αποδεχόταν να πληρώσει αποζημιώσεις και συμφωνούσε ότι ήταν ο υπεύθυνος για την έκρηξη του πολέμου.
Τελετή υπογραφής στην αίθουσα των κατόπτρων, στις Βερσαλλίες

Γενικά
Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, που έλαβαν χώρα στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η συνθήκη υπεγράφη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου 1918 του δάσους της Κομπιένης. Παρότι υπήρχαν πολλές διατάξεις στη Συνθήκη, μία από τις πιο σημαντικές όριζε ότι η Γερμανία αποδεχόταν την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του πολέμου και, σύμφωνα με τα άρθρα 231-248, αποδεχόταν να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις σε διάφορες χώρες. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους συμμάχους άρχισαν στις 18 Ιανουαρίου στην Αίθουσα των Κατόπτρων του Ανακτόρου των Βερσαλλιών. Εβδομήντα αντιπρόσωποι από είκοσι έξι έθνη διαπραγματεύθηκαν τους όρους της Συνθήκης. Η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Ρωσία αποκλείστηκαν από τις διαπραγματεύσεις. Αλλά τον πιο σημαντικό ρόλο για τη συγγραφή των όρων της συνθήκης είχαν οι τακτικές διαβουλεύσεις των «Δέκα Μεγάλων», που περιελάμβαναν τους επτά κύριους νικητές (ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία, Βέλγιο και Σερβία). Αργότερα η Ρωσία και άλλες πέντε χώρες εγκατέλειψαν τις διαβουλεύσεις, οπότε έμειναν μόνο οι «Τέσσερις Μεγάλοι». Αφού αποχώρησε και η Ιταλία, οι τελικοί όροι καθορίστηκαν από τους «Τρεις Μεγάλους»: ΗΠΑ, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία.

Εξώφυλλο της Αγγλικής έκδοσης
Στις 29 Απριλίου η Γερμανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του Υπουργού Εξωτερικών Κόμητος Ούλριχ φον Μπρόκντορφ-Ράντζαου (Ulrich Graf von Brockdorff-Rantzau) έμαθε, επιτέλους, τους όρους της ειρήνης. Αυτοί περιελάμβαναν την απώλεια εδαφών, την απώλεια όλων των αποικιών και τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας. Καθώς δεν επιτρεπόταν στη γερμανική αντιπροσωπεία να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις, η Γερμανική κυβέρνηση δημοσίευσε έγγραφη διαμαρτυρία για τους, κατά τη γνώμη της, άδικους όρους, και σύντομα αποχώρησε από τις διεργασίες του συνεδρίου. Στις 20 Ιουνίου, δημιουργήθηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Γκούσταφ Μπάουερ, αφού παραιτήθηκε ο Φίλιπ Σάιντεμαν. Η Γερμανία τελικά συμφώνησε με τους όρους με 237 ψήφους υπέρ και 138 κατά στις 23 Ιουνίου.

Στις 28 Ιουνίου 1919 ο Χέρμαν Μύλλερ, ο νέος Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, και ο Υπουργός Μεταφορών, Γιοχάνες Μπελλ (Johannes Bell) συμφώνησαν να υπογράψουν τη Συνθήκη, που επικυρώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών στις 10 Ιανουαρίου 1920. Στη Γερμανία η Συνθήκη προκάλεσε σοκ και αισθήματα ταπείνωσης, γιατί πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν άδικο να επωμιστεί μόνον η Γερμανία και οι σύμμαχοί της την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου. Οι «Τρεις Μεγάλοι» που διαπραγματεύθηκαν τη συνθήκη ήταν ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Λόυντ Τζωρτζ (Lloyd George), ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ (Georges Clemenceau) και ο Aμερικανός Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον (Woodrow Wilson). Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Βιτόριο Ορλάντο (Vittorio Orlando) διαδραμάτισε δευτερεύοντα ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Η Γερμανία δεν συμμετείχε καθόλου σε αυτές. Στις Βερσαλλίες ήταν δύσκολο να αποφασιστεί μία κοινή θέση, γιατί οι επιδιώξεις των διαφόρων χωρών συγκρούονταν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας «δυσχερής συμβιβασμός».

Το Συμβούλιο των Τεσσάρων
Οι όροι
Η συνθήκη όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, γεγονός μείζονος σημασίας για τον Αμερικανό Πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον. Η Κοινωνία των Εθνών επρόκειτο να διαιτητεύει τις διεθνείς διαφορές και έτσι να αποφεύγει μελλοντικούς πολέμους. Μόνο τρία από τα δεκατέσσερα σημεία του Ουίλσον πραγματοποιήθηκαν, αφού ο αμερικανός Πρόεδρος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τον Κλεμανσώ, τον Λόυντ Τζωρτζ και τον Ορλάντο σε μερικά σημεία για να επιτύχει την έγκρισή τους, προκειμένου να ιδρυθεί το δέκατο τέταρτο σημείο, η Κοινωνία των Εθνών. Η καθιερωμένη άποψη είναι ότι ο Κλεμανσώ ήταν αυτός που διεκδικούσε με περισσότερη εμπάθεια την εκδίκηση σε βάρος της Γερμανίας, καθώς μεγάλο μέρος του πολέμου διαδραματίστηκε στη βορειοανατολική Γαλλία με καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα. Αυτή η συνθήκη θεωρήθηκε υπέρμετρα αυστηρή καθώς έριχνε όλο το βάρος της ευθύνης στους ώμους της Γερμανίας. Όμως, πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν αυτή την άποψη υπεραπλουστευτική. Η Γερμανία έχασε τα παρακάτω εδάφη:
  • Αλσατία-Λωραίνη (Alsace-Lorraine). H Γερμανία είχε κερδίσει αυτά τα εδάφη σύμφωνα με την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στις Βερσαλλίες στις 26 Φεβρουαρίου 1871, και με τη συνθήκη της Φρανκφούρτης στις 10 Μαΐου 1871. Τα εδάφη αυτά επανήλθαν υπό γαλλική κυριαρχία χωρίς δημοψήφισμα ήδη από την ημέρα της ανακωχής στις 11 Νοεμβρίου 1918. (έκταση: 14.522 χμ², πληθυσμός 1.815.000(1905).
  • Βόρειο Σλέσβιγκ (γερμ.Schleswig), περιλαμβανομένων των γερμανικών πόλεων Τόντερν (Tondern), Απενράντε (Apenrade), Ζόντερμπουργκ (Sonderburg), Χάντερσλέμπεν (Hadersleben) και Λύγκουμ (Lügum) στο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν (γερμ. Schleswig-Holstein). Ενσωματώθηκαν στην Δανία μετά από δημοψήφισμα (έκταση: 3.984 χμ², πληθυσμός 163.000 (1920)).
  • Οι πρωσικές επαρχίες του Πόζεν (Posen, σήμ. Πόζναν) και της Δυτικής Πρωσίας, που είχαν προσαρτηθεί με τον Διαμερισμό της Πολωνίας (1772-1795), αποδόθηκαν στην νεοδημιουργηθείσα Πολωνία. Τα εδάφη είχαν ήδη απελευθερωθεί από τον αυτόχθονα πολωνικό πληθυσμό κατά τη Μεγάλη Εξέγερση της Πολωνίας του 1918-9. (έκταση 53.800 χμ², πληθυσμός (1931): 4.224.00 κάτοικοι, περιλαμβάνοντας 510 χμ² και τους 26.000 κατοίκους της Άνω Σιλεσίας).
Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών

Η Δυτική Πρωσία αποδόθηκε στην Πολωνία για να έχει διέξοδο στη θάλασσα, παρότι η περιοχή είχε σημαντικό γερμανικό πληθυσμό. Έτσι, δημιουργήθηκε ο λεγόμενος Πολωνικός Διάδρομος ή Διάδρομος του Ντάντσιχ.
  • Η περιοχή Hlučínsko Hulczyn της Άνω Σιλεσίας παραχωρήθηκε στην Τσεχοσλοβακία (έκταση 316 ή 333 χμ², πληθυσμός: 49.000 κάτοικοι)
  • Το ανατολικό τμήμα της Άνω Σιλεσίας στην Πολωνία (έκταση 3.214 χμ², πληθυσμός: 965.000 κάτοικοι), παρότι το 60% ψήφισε υπέρ της Γερμανίας στο δημοψήφισμα.
  • Οι γερμανικές πόλεις Όϊπεν (Eupen) και Μαλμεντύ (Malmedy) με τις γύρω περιοχές παραχωρήθηκαν στο Βέλγιο.
  • Η περιοχή του Ζόλνταου (Soldau) στην Ανατολική Πρωσία (σταθμός του τρένου στη διαδρομή Βαρσοβία-Γκντανσκ) στην Πολωνία (έκταση 492 χμ²)
  • Το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Πρωσίας με την πόλη Μέμελ (στα γερμανικά η περιοχή ονομάζεται Memelland) πέρασε υπό γαλλικό έλεγχο, ενώ αργότερα έγινε τμήμα της Λιθουανίας χωρίς δημοψήφισμα.
  • Η Βάρμια (Warmia) και η Μαζουρία (Masuria) αποδόθηκαν στην Πολωνία.
  • Η περιοχή του Σάαρ πέρασε υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών για 15 χρόνια, στη συνέχεια θα ακολουθούσε δημοψήφισμα, με το οποίο οι κάτοικοι θα επέλεγαν αν η περιοχή θα αποδιδόταν στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Για αυτό το διάστημα η Γαλλία είχε δικαίωμα να εξορύσσει τον άνθρακα.
  • Το λιμάνι του Ντάντσιχ (γερμ. Danzig, πολ. Gdańsk), με το δέλτα του ποταμού Βιστούλα στη Βαλτική δημιούργησε την Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών. (έκταση: 1.893 χμ² , πληθυσμός: 408.000 κάτοικοι (1929))
Οι γερμανικές αποικίες περιήλθαν υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών: η Γερμανική Ανατολική Αφρική στη Βρετανία, η Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική στη Νότιο Αφρική, το Καμερούν και το Τόγκο στη Βρετανία και τη Γαλλία, η Γερμανική Σαμόα στη Νέα Ζηλανδία, η Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία, τα νησιά Μάρσαλ και τα νησιά του Ειρηνικού βόρεια του Ισημερινού στην Ιαπωνία.

Επίσης, στη Συνθήκη περιλαμβανόταν ο όρος ότι η Γερμανία αναγνωρίζει και σέβεται την ανεξαρτησία της Αυστρίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 156 οι γερμανικές κτήσεις στο Σανντόνγκ (Shandong) της Κίνας μεταβιβάζονταν στην Ιαπωνία αντί να επιστραφούν στην Κίνα. Οι Κινέζοι εξοργίστηκαν με αυτήν την διάταξη και πραγματοποίησαν διαδηλώσεις, ενώ δημιουργήθηκε το λεγόμενο κίνημα της 4ης Μαρτίου, που συνέβαλε στην άρνηση της Κίνας να υπογράψει την συνθήκη. Η Κίνα ανακοίνωσε το τέλος του πολέμου με την Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1919 και υπέγραψε χωριστή συνθήκη με τη Γερμανία το 1921. Πέρα από τις εδαφικές παραχωρήσεις, η συνθήκη όριζε επίσης τα εξής:
  • Οι Γερμανοί έχασαν τα προνόμια και τα εμπορικά τους δικαιώματα στην Κίνα, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή.
  • Αποστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας και του νησιού Ελιγολάνδη (Heligoland).
  • Ο γερμανικός στρατός περιοριζόταν σε 100.000 άνδρες χωρίς υποβρύχια και εναέριες δυνάμεις, ενώ απαγορευόταν η χρήση βαρέος πυροβολικού και θωρακισμένων αρμάτων καθώς και χημικών όπλων. Απαγορευόταν, επίσης, η ναυπήγηση πολεμικών σκαφών εκτοπίσματος άνω των 10.000 κόρων.
  • Στρατιωτική κατοχή από τους Συμμάχους της δυτικής όχθης του Ρήνου, της Κολωνίας, του Κόμπλεντς και του Μάιντς από τον Ιανουάριο του 1920.
  • Η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ θεωρούνταν άκυρη. Η Γερμανία έπρεπε να εκκενώσει τα εδάφη που ανήκαν στις Βαλτικές χώρες καθώς και όλα τα υπόλοιπα κατεχόμενα εδάφη.
  • Ο Κανονισμός της Κοινωνίας των Εθνών ήταν ενσωματωμένος στην συνθήκη.
  • Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η Γερμανία αποδεχόταν το άρθρο της «πολεμικής ενοχής», αποδεχόταν να πληρώσει αποζημιώσεις και συμφωνούσε ότι ήταν ο υπεύθυνος για την έκρηξη του πολέμου.
Οι αιρετικές απόψεις του Τζων Κέυνς
Ο Τζων Κέυνς πήγε στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης ως αναπληρωτής του Υπουργού Οικονομικών στο Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο και μολονότι κατείχε επίσημη θέση, δεν είχε την εξουσία να παρέμβει άμεσα στα τεκταινόμενα. Ο Κέυνς θεωρούσε τη Συνδιάσκεψη ως απερίσκεπτη διευθέτηση πολιτικών μνησικακιών με πλήρη αδιαφορία για το πιεστικό πρόβλημα των καιρών- την αναγέννηση της Ευρώπης σ΄ένα ενιαίο και λειτουργικό σύνολο:

Το Συμβούλιο των Τεσσάρων δεν έδωσε καμμία σημασία σ΄ αυτά τα ζητήματα, καθώς άλλα είχαν στο νου τους: Ο Κλεμανσώ πως να συντρίψει την οικονομική ζωή του εχθρού του, ο Λόυντ Τζορτζ πως να κλείσει μια συμφωνία για να επιστρέψει με κάτι που θα γινόταν αποδεκτό για μια εβδομάδα, ο Πρόεδρος πως να μη κάνει τίποτε που δεν θα ήταν δίκαιο. Είναι εκπληκτικό το γεγονός, ότι τα θεμελιώδη προβλήματα μιας Ευρώπης που λιμοκτονούσε και διαλυόταν μπρος στα μάτια τους, ήταν το μόνο ζήτημα που δεν ήταν ικανό να διεγείρει το ενδιαφέρον των Τεσσάρων. Οι αποζημιώσεις ήταν η μόνη τους παρέκκλιση προ το χώρο της οικονομίας και τις προσέγγισαν σαν να ήταν πρόβλημα θεολογικό, πολιτικό, ψηφοθηρικό και, εν πάση περιπτώσει, από κάθε άλλη άποψη εκτός απ΄ αυτή που αφορούσε το οικονομικό μέλλον των Κρατών των οποίων το μέλλον διαχειρίζονταν.
Οι άνθρωποι δεν είναι πάντοτε διατεθειμένοι να πεθάνουν ήσυχα. Διότι η λιμοκτονία, που σε ορισμένους φέρνει λήθαργο και την ανημπόρια της απόγνωσης, σε άτομα διαφορετικού ταμπεραμέντου προξενεί τη νευρική αστάθεια της υστερίας και τρελή απόγνωση. Κι αυτοί στην απελπισία τους μπορεί να ανατρέψουν τα υπολείμματα οργάνωσης και να καταποντίσουν τον ίδιο τον πολτισμό στη προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν όπως μπορούν τις κυρίαρχες ανάγκες του ατόμου.
—Τζων Κέυνς

«Πρέπει να έχουν περάσει εβδομάδες χωρίς να έχω γράψει σε κανένα», έγραφε στη μητέρα του το 1919, «αλλά ήμουν εντελώς εξαντλημένος, εν μέρει από τη δουλειά και εν μέρει από την κατάθλιψη για τη μοχθηρία που με περιβάλλει. Ποτέ δεν έχω νιώσει τόσο δυστυχισμένος όσο τις περασμένες δύο-τρεις εβδομάδες· η Συνθήκη ειρήνης είναι παράλογη και ανεφάρμοστη και δεν θα φέρει παρά δυστυχία.»

Η διαμάχη σχετικά με τις αποζημιώσεις
Τα οικονομικά προβλήματα που προέκυψαν λόγω της αποπληρωμής και η γερμανική οργή για τους όρους της Συνθήκης αναφέρονται συχνά ως δύο από τους πλέον αποφασιστικούς λόγους που οδήγησαν στην κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την άνοδο του Χίτλερ και, τελικά, την έκρηξη του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου. Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε από πολλούς ιστορικούς καθώς και από διανοούμενους διεθνούς φήμης όπως ο Τζων Κέυνς και ο Μπέρτραντ Ράσελ.

Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι ιστορικοί διαφώνησαν με αυτή την άποψη. Η Μάργκαρετ Μακ Μίλλαν έγραψε ότι: «...από την αρχή, η Γαλλία και το Βέλγιο επιχειρηματολογούσαν ότι τα αιτήματα για την αποκατάσταση των άμεσων ζημιών θα έπρεπε να λάβουν προτεραιότητα έναντι της διανομής των λοιπών αποζημιώσεων. Το Βέλγιο είχε λεηλατηθεί πλήρως. Στο βιομηχανοποιημένο Βορρά της Γαλλίας, οι Γερμανοί έπαιρναν ό,τι επιθυμούσαν και κατέστρεφαν τα υπόλοιπα. Ακόμα και όταν υποχωρούσαν, το 1918, οι γερμανικές δυνάμεις βρήκαν τον χρόνο να ανατινάξουν μερικά από τα πιο σημαντικά ορυχεία άνθρακα της Γαλλίας.» Το άρθρο 231 της Συνθήκης (το επονομαζόμενο «άρθρο της πολεμικής ενοχής») όριζε ότι η Γερμανία ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για όλες τις «απώλειες και ζημίες» που είχαν υποστεί οι Σύμμαχοι στη διάρκεια του πολέμου και έθετε τη βάση των αποζημιώσεων. Τον Ιανουάριο του 1921 το συνολικό ποσό που αποφασίστηκε από τη Διασυμμαχική Επιτροπή Αποζημιώσεων ορίστηκε στα 269 εκατομμύρια χρυσά μάρκα (2.970 χρυσά μάρκα αντιστοιχούσαν σε ένα γραμμάριο καθαρού χρυσού), περίπου £6.6 δισεκατομμύρια η $32 δισεκατομμύρια. Η Γερμανία θα έπρεπε να πληρώνει μέχρι το 1984. Πολλοί οικονομολόγοι έκριναν το ποσό υπερβολικό. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, το ποσό περιορίστηκε στα 132 δισεκατομμύρια μάρκα, που παρέμενε αστρονομικό σύμφωνα με τους περισσότερους Γερμανούς παρατηρητές, τόσο λόγω του ύψους του ποσού όσο και γιατί η Γερμανία θα έπρεπε να πληρώνει μέχρι το 1984.

Το 1921 ο Καρλ Μέλχιορ (γερμ. Κarl Melchior) στρατιωτικός και Γερμανός επενδυτής της "M. M. Warburg & Co", που ήταν μέλος της γερμανικής αντιπροσωπείας, θεώρησε σκόπιμο να αποδεχτεί η Γερμανία το βάρος αστρονομικών αποζημιώσεων. Όπως είπε: «Μπορούμε να τα καταφέρουμε τα δύο-τρία πρώτα χρόνια με δάνεια από το εξωτερικό. Μετά από αυτό το διάστημα, τα ξένα κράτη θα έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτές οι αποζημιώσεις μπορούν να πληρωθούν μόνο με τεράστιες γερμανικές εξαγωγές και ότι αυτές οι εξαγωγές θα καταστρέψουν το εμπόριο στην Αγγλία και την Αμερική, οπότε οι ίδιοι οι πιστωτές θα πιέσουν για μετατροπή των όρων.» Το 1924 το σχέδιο Dawes άλλαξε τις γερμανικές πληρωμές αποζημιώσεων. Τον Μάιο του 1929 το σχέδιο Young περιόρισε ακόμη περισσότερο τις γερμανικές πληρωμές στα 112 δισεκατομμύρια χρυσά μάρκα (US $26,350,000,000) και για περίοδο 59 ετών (1988). Επιπλέον, το σχέδιο Young διαίρεσε την ετήσια πληρωμή (δύο εκατομμύρια χρυσά μάρκα, US$ 473 εκατομμύρια) σε δύο μέρη: ένα «απαραβίαστο» μέρος, που ισοδυναμούσε με το ένα τρίτο και ένα που επιδεχόταν αναβολής και που ισοδυναμούσε με τα δύο τρίτα. Παρόλ' αυτά, το Κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, τον Οκτώβριο του 1929, και η μεγάλη οικονομική κρίση που ακολούθησε ανάγκασαν τους Συμμάχους να θέσουν μορατόριουμ πληρωμών για το 1931-2, κατά τη διάρκεια του οποίου η Συνδιάσκεψη της Λωζάννης ψήφισε υπέρ της κατάργησης των αποζημιώσεων. Μέχρι τότε, η Γερμανία είχε πληρώσει μόνο το ένα όγδοο του ποσού που απαιτούνταν από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Εν τούτοις, η Συμφωνία της Λωζάννης προϋπέθετε ότι οι ΗΠΑ θα συμφωνούσαν επίσης στην παύση των πληρωμών των δανείων που όφειλαν οι δυτικές κυβερνήσεις. Το σχέδιο τελικά απέτυχε γιατί το Κογκρέσο των ΗΠΑ διαφώνησε με την παύση των πληρωμών, αλλά όπως και να έχει, οι Γερμανοί σταμάτησαν πλέον στην πράξη να πληρώνουν αποζημιώσεις. Εκ πρώτης όψεως, η πληρωμή των αποζημιώσεων μοιάζει αδύνατη. Όμως, σύμφωνα με τον Γουίλιαμ Κέιλορ (William R. Keylor), στοVersailles and International Diplomacy, «η αύξηση της φορολογίας και ο περιορισμός της κατανάλωσης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης θα είχε δημιουργήσει το απαραίτητο πλεόνασμα εξαγωγών για τη δημιουργία ξένου συναλλάγματος και την πληρωμή των αποζημιώσεων.» Όμως προφανώς, μια τέτοια πολιτική θα είχε δημιουργήσει μια δυσχερή πολιτική κατάσταση. Στο American Reparations to Germany 1919-33, ο Στέφεν Σούκερ (Stephen Schuker) θεωρεί ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης κατέληξε να μην πληρώνει καθόλου καθαρές αποζημιώσεις, παίρνοντας αμερικανικά εμπορικά δάνεια για να πληρώνει για τις αποζημιώσεις, προτού τελικά τις αποκηρύξει πλήρως στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Η Γαλλία είχε υποστεί πολύ σημαντικές απώλειες κατά τη διάρκεια του πολέμου (περίπου 1.24 εκατομμύρια στρατιώτες και 40.000 πολίτες νεκροί), ενώ η βορειοανατολική Γαλλία υπήρξε ένα από τα επίκεντρα των πολεμικών συγκρούσεων. Η Γαλλία επιθυμούσε τον έλεγχο των γερμανικών εργοστασίων. Με αυτή την επιδίωξή του ο Κλεμανσώ απλώς εξέφραζε τις απαιτήσεις της γαλλικής κοινής γνώμης. Ο άνθρακας της βιομηχανικής περιοχής του Ρουρ μεταφερόταν στη Γαλλία σιδηροδρομικώς. Ο γαλλικός στρατός κατέλαβε γερμανικές πόλεις με στρατηγική σημασία όπως το Gau Algesheim, αφήνοντας τους κατοίκους άστεγους. Οι υπάλληλοι των γερμανικών σιδηρόδρομων σαμποτάριζαν τη μεταφορά άνθρακα στη Γαλλία. Περίπου 200 Γερμανοί σιδηροδρομικοί υπάλληλοι εκτελέστηκαν για σαμποτάζ από τους Γάλλους.

Οι προθέσεις του Κλεμανσώ ήταν απλές και σαφείς: αυστηρές αποζημιώσεις και η αποδυνάμωση του γερμανικού στρατού σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι ποτέ ξανά σε θέση να εισβάλει στη Γαλλία. Ο Κλεμανσώ επίσης επιθυμούσε να καταστρέψει συμβολικά την παλιά, μιλιταριστική Γερμανία με το να ζητά να απαγορευτεί στους προπολεμικούς πολιτικούς να επιστρέψουν στα δημόσια πράγματα και να απαιτεί τον απαγχονισμό του Κάιζερ (ο οποίος στο μεταξύ είχε παραιτηθεί και ζούσε στην Ολλανδία). Επιθυμούσε επίσης να προστατεύσει τις μυστικές συμφωνίες και να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στη Γερμανία, ώστε η Γαλλία να ελέγχει τις εισαγωγές και τις εξαγωγές της.

Η Γαλλία θεωρούσε άλλωστε ότι η Γερμανία έπρεπε να τιμωρηθεί και εδαφικά. Προφανώς επιδίωκε την επιστροφή της Αλσατίας-Λωραίννης αλλά και την αποστρατιωτικοποίηση του Ρήνου. Επιπλέον, οι γερμανικές αποικίες έπρεπε να διανεμηθούν στους νικητές. Ο Κλεμανσώ, που είχε το παρατσούκλι ο «Τίγρης» (γαλλ. le tigre), ήταν αναμφίβολα ο πιο ριζοσπαστικός από τους «Τέσσερις Μεγάλους».

Οι βρετανικές επιδιώξεις
Συχνά θεωρείται ότι ο Λόυντ Τζωρτζ εξέφραζε τη μέση οδό ανάμεσα στον ιδεαλιστή Ουίλσον και τον εκδικητικό Κλεμανσώ. Παρόλ’ αυτά, η στάση του υπήρξε πιο λεπτή απ’ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Η βρετανική κοινή γνώμη επιθυμούσε την τιμωρία της Γερμανίας όσο και η γαλλική. Επίσης, οι συντηρητικοί (που συμμετείχαν στην κυβέρνηση συνασπισμού) πίεζαν για σκληρή τιμωρία της Γερμανίας, ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος στο μέλλον, αλλά και για να διατηρηθεί η Βρετανική Αυτοκρατορία. Ο Βρετανός πρωθυπουργός κατόρθωσε να αυξήσει το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων, ζητώντας αποζημιώσεις για τις χήρες, τα ορφανά και τους άνδρες που έμειναν άνεργοι λόγω αναπηρίας. Επιπλέον, ήθελε να διατηρήσει και να αυξήσει τις βρετανικές αποικίες και τόσο αυτός όσο και ο Κλεμανσώ ένιωθαν άβολα με την αρχή της αυτοδιάθεσης του Αμερικανού Προέδρου, που αποτελούσε άμεση απειλή για τις αποικίες τους. Τέλος, όπως και ο Κλεμανσώ, υποστήριξε την διατήρηση των μυστικών συμφωνιών και την ιδέα του ναυτικού αποκλεισμού.

Εν τούτοις, ο Λόυντ Τζωρτζ κατανοούσε τους κινδύνους που μπορούσαν να προέλθουν από μια πικραμένη Γερμανία και θεωρούσε ότι μια λιγότερο σκληρή συνθήκη αύξανε μακροπρόθεσμα τις πιθανότητες για ειρήνη. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ήταν ότι η Γερμανία ήταν ο δεύτερος εμπορικός εταίρος της Βρετανίας και μία κατεστραμμένη γερμανική οικονομία θα ήταν καταστροφική για το βρετανικό εμπόριο. Επιπλέον, ο Λόυντ Τζωρτζ (όπως και ο Κλεμανσώ) αναγνώριζε ότι οι ΗΠΑ ήταν πλέον η νέα οικονομική υπερδύναμη και γι’ αυτό επιθυμούσε «να πάει με τα νερά της». Τέλος, η Βρετανία ήθελε να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αν οι επιθυμίες της Γαλλίας πραγματοποιούνταν, θα γινόταν αυτή η νέα ευρωπαϊκή υπερδύναμη και αυτό ήταν σαφώς αντίθετο με τα βρετανικά συμφέροντα.

Οι βρετανικές επιδιώξεις μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: α) υπεράσπιση των βρετανικών συμφερόντων μέσω της διατήρησης της βρετανικής ναυτικής υπεροχής, καθώς και τη διατήρηση και πιθανή επέκταση της αποικιακής αυτοκρατορίας β) μείωση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος και επιβολή αποζημιώσεων. γ) αποφυγή της δημιουργίας μιας "πικραμένης" Γερμανίας, που μακροπρόθεσμα θα εξελισσόταν και πάλι σε απειλή για την ειρήνη δ) να βοηθήσει τη Γερμανία να ανακάμψει οικονομικά ώστε να ξαναγίνει ο ισχυρός εμπορικός εταίρος της Βρετανίας.

Οι ΗΠΑ είχαν, γενικά, μια πιο ιδεαλιστική τάση, που ερχόταν σε έντονη αντίθεση με τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό και, κυρίως, με την γαλλική επιθυμία να καταβληθεί πλήρως η Γερμανία. Ο Πρόεδρος Ουίλσον παρουσίασε δεκατέσσερα σημεία, πάνω στα οποία θα έπρεπε να βασιστεί η μεταπολεμική ειρήνη. Στόχος του Αμερικανού Προέδρου ήταν «να κάνει τον κόσμο ασφαλή για την δημοκρατία».

Η καταστρατήγηση
Η Διεθνής αυτή συνθήκη από της εφαρμογής της, παρά τη σοβαρότητά της ως συνθήκη ειρήνης, κατέστη μία από τις χαρακτηριστικότερες παγκοσμίως. Καμία άλλη συνθήκη ή και απλό διπλωματικό έγγραφο στον κόσμο δεν υπέστη σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα τόσες μεταβολές, αναθεωρήσεις αλλά και αλλοιώσεις όσο αυτή.

Τελετή υπογραφής το 1919 στην αίθουσα των κατόπτρων, 
στις Βερσαλλίες
Συγκεκριμένα, το Ι μέρος αυτής μετεβλήθη λίγο αργότερα από τους Συμμάχους (της Αντάντ), προκειμένου να καταστεί δυνατή η εισδοχή της Γερμανίας στην Κοινωνία των Εθνών. Ακολούθως το V μέρος καταργήθηκε μονομερώς από την Γερμανία όταν ως κράτος - μέλος της ΚτΕ άρχισε τον επανεξοπλισμό της. Το VΙΙ μέρος ουδέποτε εφαρμόσθηκε σε όλη του την έκταση, όπως συνέβη και στη περίπτωση του Κάιζερ Γουλιέμου Β΄ όπου δεν καταδικάστηκε. Το δε VIII μέρος περί επανορθώσεων εγκαταλείφθηκε από τους ίδιους τους συμμάχους. Τα δε Χ και ΧΙ μέρη της εν λόγω συνθήκης που αφορούσε οικονομικούς όρους και αεροπλοΐα μετά από αρκετές αναθεωρήσεις - μεταβολές τελικά καταργήθηκαν από κοινού με τους συμμάχους στη μεγαλύτερη έκτασή τους. Το ΧΙΙ μέρος καταγγέλθηκε από την Γερμανία (μέλος της ΚτΕ) χωρίς καμία αντίδραση. Το XIV μέροςπερί εγγυήσεων εγκαταλείφθηκε εξ αρχής από τους Συμμάχους προς εξασφάλιση του εμπορίου.

Διευκρινίζεται ότι απ΄ όλες τις παραπάνω καταστρατηγήσεις μόνο όσα αφορούσαν τα V και ΧΙΙ μέρη καταγγέλθηκαν από την Γερμανία, όλες οι άλλες μεταβολές έγιναν με σιωπηρή παραχώρηση των Συμμάχων πριν την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στην εξουσία. Έτσι, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Αδόλφο Χίτλερ και το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα το 1933, στις 16 Μαρτίου 1935 εκδόθηκε Διάταγμα με το οποίο η στρατιωτική δύναμη της Γερμανίας αυξανόταν στις 36 μεραρχίες. Ήταν η πρώτη σαφέστατη καταστρατήγηση της Συνθήκης, χωρίς να υπάρξει καμία διαμαρτυρία από την άλλη πλευρά (στα πλαίσια της «Πολιτικής του Κατευνασμού»). Χαρακτηριστικά, το αμερικανικό περιοδικό The Nation στο τεύχος της 16 Μαρτίου 1935 είχε άρθρο με τίτλο «Η διάλυση της Συνθήκης των Βερσαλλιών» (The Liquidation of Versailles). Η Ναζιστική προπαγάνδα εξέδωσε το φυλλάδιο Versailles in Liquidation, με το οποίο προσπαθούσε να αιτιολογήσει την καταστρατήγηση της Συνθήκης από την Γερμανία κατά τα μέρη V και ΧΙΙ.

Συνέπεια όλων αυτών ήταν το 1938 από την συνθήκη αυτή ίσχυαν μόνο τα ΙΙ, ΙΙΙ και IV μέρη αυτής που αφορούσαν εδαφικές διαρρυθμίσεις του 1919. Ακολούθως με την ενσωμάτωση της Αυστρίας, την λεγόμενη Anschluss τον Μάρτιο του 1938, κατά παράβαση του άρθρου 80 δεν υπήρξε αντίδραση. Ομοίως και όταν διανεμήθηκε η Τσεχοσλοβακία κατά τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους δεν υπήρξε ουσιώδης αντίδραση. Τελικά όταν η Γερμανία, ένα χρόνο μετά, τον Μάρτιο του 1939 κατέλαβε την Μοραβία και την Βοημία, κατά παράβαση του άρθρου 81 και με την κατάληψη του Μέμελ τον ίδιο μήνα, κατά παράβαση του άρθρου 99, είχε πλέον ανατρέψει όλη την πολιτική κατάσταση και σύνθεση της κεντρικής ανατολικής Ευρώπης όπως είχε διαμορφωθεί από τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Το τελευταίο βήμα ήταν η πλήρης ανατροπή της συνθήκης την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 με την κήρυξη του πολέμου κατά της Πολωνίας, οπότε και σημειώνεται η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ίδρυση της γερμανικής αμυντικής δύναμης Βέρμαχτ

Ο Αδόλφος Χίτλερ παραβιάζει τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, διατάζοντας τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας και επαναφέροντας την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. 
Ίδρυση της Βέρμαχτ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1935.

Η Βέρμαχτ (γερμ. Deutsche Wehrmacht = γερμανική αμυντική δύναμη) είναι το όνομα των γερμανικών ένοπλων δυνάμεων από τις 16 Μαρτίου 1935 μέχρι τις 20 Αυγούστου 1946. Η Βέρμαχτ εξελίχθηκε με βάση τον "νόμο για την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων" μέσα από την Ράιχσβερ (έτσι ονομάζονταν οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις πριν την άνοδο των ναζί στην εξουσία). H Βέρμαχτ αποτελούνταν από τον Στρατό Ξηράς (Heer), το Πολεμικό Ναυτικό (Kriegsmarine) και την Πολεμική Αεροπορία (Luftwaffe).

Ο όρος τότε και σήμερα
Παρόλο που η Βέρμαχτ δημιουργήθηκε το 1935, το όνομα "Βέρμαχτ" στη Γερμανία χρησιμοποιούνταν για τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις ήδη από της αρχές της Γερμανικής Δημοκρατίας. Μέχρι το 1935, ο όρος "Βέρμαχτ" στη γερμανική γλώσσα είχε απλά την σημασία των λέξεων που τον αποτελούν (Wehr = άμυνα, Macht = δύναμη), χρησιμοποιούνταν δηλαδή με την γενική έννοια των αμυντικών δυνάμεων. Έτσι χρησιμοποιούνταν και για τις ένοπλες δυνάμεις άλλων κρατών, όπως πχιταλική ή αγγλική Βέρμαχτ (italienische Wehrmacht, englische Wehrmacht).

Από το Σύνταγμα του Γερμανικού Ράιχ της 11 Αυγούστου 1919:
Artikel 47. Der Reichspräsident hat den Oberbefehl über die gesamte Wehrmacht des Reichs.
Άρθρο 47. Ο Πρόεδρος του Ράιχ είναι ο αρχηγός ολόκληρης της Βέρμαχτ του Ράιχ.

Η ονομασία "Ράιχσβερ" εμφανίζεται πρώτη φορά στον "Νόμο για την κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας" της 21 Αυγούστου 1920. Τελικά, νόμος της 23 Μαρτίου 1921 (§1, Wehrgesetz) καθορίζει:
Die Wehrmacht der Deutschen Republik ist die Reichswehr.
Η Βέρμαχτ της Γερμανικής Δημοκρατίας είναι η Ράιχσβερ.

Ιστορία

Ιστορικό πλαίσιο
Μετά από την ήττα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η συνθήκη των Βερσαλλιών περιόριζε την ισχύ του γερμανικού στρατού ξηράς στους 100.000 άνδρες και του πολεμικού ναυτικού στους 15.000 άνδρες. Υπήρχε, επίσης, η προϋπόθεση η Γερμανία να μην διαθέτει βαρύ πυροβολικό, άρματα μάχης και πολεμική αεροπορία. Επίσης απαγορεύτηκε η κατασκευή οχυρώσεων, η ύπαρξη Γενικού Επιτελείου, και καταργήθηκε η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Βάσει των προϋποθέσεων αυτών δημιουργήθηκε στις 23 Μαρτίου 1921 η Ράιχσβερ (Reichswehr). Στόχος της γερμανικής στρατιωτικής πολιτικής, όμως, ήταν από την αρχή η δημιουργία ισχυρών ενόπλων δυνάμεων κατά παράβαση των επιταγών της συνθήκης των Βερσαλλιών. Έτσι άρχισε, μετά την συνθήκη του Ραπάλλο το 1922, κρυφή στρατιωτική συνεργασία μεταξύ της Ράιχσβερ και του σοβιετικού Κόκκινου Στρατού. Επίσης, η στελέχωση της Ράιχσβερ σε αξιωματικούς και υπαξιωματικούς ήταν δυσανάλογα υψηλή σε σχέση με το συνολικό δυναμικό της. Το γεγονός αυτό επέτρεπε στις ένοπλες δυνάμεις να επεκταθούν σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα.

Balkenkreuz.svg
Έμβλημα της Βέρμαχτ
Τον Φεβρουάριο 1923 ο αρχηγός του νέου Truppenamt ("Γραφείο Στρατευμάτων", το κρυφό Γενικό Επιτελείο) υποστράτηγος Ότο Χάσσε μετέβη στη Μόσχα για μυστικές διαπραγματεύσεις. Αποτέλεσμα ήταν η Γερμανία να υποστηρίξει την σοβιετική βιομηχανοποίηση. Επίσης, στρατιωτικοί διοικητές του Κόκκινου Στρατού διευκολύνθηκαν στην δημιουργία γενικού επιτελείου, απορροφώντας τη σχετική Γερμανική τεχνογνωσία. Σε αντιστάθμιση αυτών, η Ράιχσβερ εφοδιάστηκε με πυρομαχικά πυροβολικού και χημικά όπλα που κατασκευάζονταν στην ΕΣΣΔ, ενώ επίσης απέκτησε την δυνατότητα εκπαίδευσης πιλότων και οδηγών τεθωρακισμένων οχημάτων μάχης στην ΕΣΣΔ. Στο αεροδρόμιο του Lipezk εκπαιδεύτηκαν 120 περίπου πιλότοι καταδιωκτικών, ο κορμός της κατοπινής Jagdfliegerwaffe (καταδιωκτικής αεροπορίας). Μετά το 1930 εκπαιδεύτηκαν στο Καζάν ειδικοί τεθωρακισμένων οχημάτων, ο αριθμός των οποίων, όμως, δεν ξεπέρασε τους 30. Πειράματα με πολεμικά χημικά αέρια πραγματοποιήθηκαν στο Σαράτοφ.

Η Βέρμαχτ του Τρίτου Ράιχ

Ο όρκος του Γερμανού στρατιώτη
Αμέσως μετά το θάνατο του Προέδρου του Ράιχ Πάουλ φον Χίντενμπουργκ, ο Χίτλερ ανέλαβε τα καθήκοντα του αρχηγού κράτους, και οι ένοπλες δυνάμεις ορκίστηκαν στις 2 Αυγούστου 1934 απόλυτη υπακοή και αφοσίωση στο πρόσωπό του. Πολλοί στρατιώτες ανέφεραν αργότερα τον όρκο αυτό ως λόγο για τον οποίο δεν προέβαλαν αντίσταση ενάντια στις εντολές της ηγεσίας, που διέτασσαν εγκληματικές ενέργειες, ή για την απροθυμία τους να συνεργαστούν με την εσωτερική αντίσταση, ώστε να ανατρέψουν τον Χίτλερ.

"Ich schwöre bei Gott diesen heiligen Eid, dass ich dem Führer des Deutschen Reiches und Volkes Adolf Hitler, dem Oberbefehlshaber der Wehrmacht, unbedingten Gehorsam leisten und als tapferer Soldat bereit sein will, jederzeit für diesen Eid mein Leben einzusetzen."
"Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού να υπακούω ανεπιφύλακτα στον Αδόλφο Χίτλερ, αρχηγό του κράτους και του γερμανικού λαού και αρχιστράτηγο. Αναλαμβάνω, ως γενναίος στρατιώτης, να τηρώ αυτόν τον όρκο έστω και με κίνδυνο της ζωής μου." 
(Όρκος του Γερμανού στρατιώτη, ισχύων από τις 2 Αυγούστου 1934).

Η σημασία αυτού του όρκου δεν ήταν τόσο απλή, όσο εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνεται: "Έδενε" τους ανώτατους αξιωματικούς της λεγόμενης "Πρωσικής Σχολής", οι οποίοι είχαν πείσμονες αντιλήψεις περί στρατιωτικής τιμής, σε υπακοή απέναντι στον Φύρερ, ανεξάρτητα από την κατάσταση του στρατεύματος ή της χώρας. Ο όρκος αυτός ήταν ισχυρός ανασταλτικός παράγοντας κατά τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, (Βλ. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ΕΔΩ) οπότε υπήρξαν αρκετές συνωμοσίες για την εξόντωση του Χίτλερ. Ελάχιστοι ήταν οι ανώτατοι αξιωματικοί που δέχτηκαν να τον παραβούν και να συμμετάσχουν σε κινήσεις είτε για την ανατροπή είτε για την εξόντωση του δικτάτορα.

Οργάνωση μέχρι την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
Στις 16 Μαρτίου 1935 καθιερώθηκε η υποχρεωτική θητεία με βάση το "Gesetz über den Aufbau der Wehrmacht" ("νόμος για την οργάνωση των αμυντικών δυνάμεων") ο οποίος παραβίαζε τους όρους της συνθήκης των Βερσαλλιών. Το 1936 τα χιτλερικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Ρηνανία, η οποία, βάσει της συνθήκης των Βερσαλλιών, αποτελούσε αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη. Μέχρι το 1939 υλοποιήθηκε ο σχηματισμός 12 Σωμάτων Στρατού, συνολικής δύναμης 38 μεραρχιών και 580.000 στρατιωτών. Ακολούθησε τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1939 η επιστράτευση εφέδρων. Όμοια ανάπτυξη γνώρισε και η Πολεμική Αεροπορία Luftwaffe, με κύριο οργανωτικό υπεύθυνο τον Έρχαρντ Μιλχ και το Πολεμικό Ναυτικό (Kriegsmarine), με οργανωτή τον Μέγα Ναύαρχο Έριχ Ραίντερ και στον τομέα των υποβρυχίων με οργανωτικό και επιχειρησιακό υπεύθυνο τον Καρλ Ντένιτς.

Το τέλος: Εκατοντάδες στρατιώτες της Βέρμαχτ σε συμμαχικό 
στρατόπεδο αιχμαλώτων, Μάρτιος 1945
Παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου
Η επιθέσεις της Βέρμαχτ ενάντια σε πολυάριθμα κράτη δίχως κήρυξη πολέμου όπως και ο τρόπος με τον οποίο διεξάχθηκαν οι πόλεμοι αποτέλεσαν παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Σε συνεργασία με την SS (Βλ. Μοίρα Ασφαλείας ή SS ΕΔΩ) και τα Einsatzgruppen (βάσει των προδιαγραφών Richtlinien zur Zusammenarbeit des Heeres mit den Einsatzgruppen) συνέβαλε έμμεσα και άμεσα στην γενοκτονία χιλιάδων ανθρώπων. Στα πλαίσια αυθαίρετων μαζικών εκτελέσεων βρήκαν τον θάνατο πολυάριθμοι Πολωνοί, σοβιετικοί, στο τέλος, και Ιταλοί αιχμάλωτοι πολέμου. Κομισάριοι και γυναίκες που βρίσκονταν μεταξύ των σοβιετικών αιχμάλωτων εκτελούνταν αμέσως (Διαταγή του Χίτλερ με την ονομασία "Komissarbefehl"). Οι υπόλοιποι παραδίδονταν στα SS. Πέραν αυτών, η Βέρμαχτ συνέβαλε ενεργά στην εξόντωση άμαχου πληθυσμού στην ανατολική Ευρώπη, όπως π.χ. στη Λευκορωσία, όπου σε συνεργασία με την SS κατέστρεψε μεταξύ Ιουνίου 1941 και Ιουλίου 1944 209 πόλεις και 9200 χωριά.

Απώλειες
Οι απώλειες ανήλθαν σε περίπου 5.300.000 στρατιώτες της Βέρμαχτ νεκρούς στα πεδία των μαχών κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Ο πραγματικός αριθμός, όμως, εκτιμάται πως είναι μεγαλύτερος, αφού από τους 11.000.000 αιχμαλώτους πολέμου πολλοί δεν γύρισαν μετά τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Ο ακριβής αριθμός τους δεν έχει διαπιστωθεί μέχρι σήμερα.

Συνεργάτες κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Ακολουθεί κατάλογος με χώρες που συνεργάστηκαν με την Βέρμαχτ:
  • Ιταλία (μέχρι αρχές 1945)
  • Ιαπωνία (μέχρι τις 7 Μαΐου 1945, υποστήριξη μέσω τεχνολογίας)
  • Φινλανδία (μέχρι αρχές 1944)
  • Ρουμανία (μέχρι τέλη 1944)
  • Ουγγαρία (μέχρι τέλη 1944)
  • Σλοβακία (μέχρι αρχές 1945)
  • Βουλγαρία (μέχρι τέλη 1944)
  • Ισπανία (επίσημα ουδέτερη, έστειλε μια μεραρχία εθελοντών με την ονομασία "Αθούλ" (Azul) κατά της ΕΣΣΔ)
  • Επίσης, σχηματίστηκαν ειδικές μονάδες από κατεχόμενες χώρες όπως Ολλανδία, Βέλγιο, Γαλλία, Δανία και Νορβηγία, κυρίως για δράση στο Ανατολικό Μέτωπο ή κατά ανταρτικών οργανώσεων καθώς και στρατιωτικοί σχηματισμοί από εθελοντές κατεχόμενων ή συμπαθουσών χωρών, με την γενική ονομασία "Osttruppen".

Σύνθεση και διαίρεση σε Μονάδες

Βάσει μελετών του ιστορικού Ρύντιγκερ Όβερμανς (Rüdiger Overmans) κατά την διάρκεια του πολέμου υπηρέτησαν στην Βέρμαχτ συνολικά (όχι συγχρόνως) 18.200.000 στρατιώτες.

Σύνθεση:
Εκτός από Γερμανούς υπηκόους κατατάσσονταν και μη Γερμανοί στη Βέρμαχτ. Σε αυτούς ανήκαν κυρίως οι λεγόμενοι Volksdeutsche, οι οποίοι προέρχονταν από γερμανόγλωσσες μειονότητες εκτός του Γερμανικού Ράιχ (με τα σύνορα του 1937). Άλλοι εθελοντές ήταν Ολλανδοί, άτομα από τις Βαλτικές χώρες, Βόσνιοι, Κροάτες, Λευκορώσοι, Ουκρανοί και Ρώσοι. Οι τελευταίοι ονομάζονταν Ostlegionen (Λεγεώνες της Ανατολής) και Russische Befreiungsarmee (Ρωσικός Απελευθερωτικός Στρατός) ή και Wlassow-Armee (Στρατός του Βλασόφ, Ρώσου στρατηγού αιχμαλώτου πολέμου αρχικά, προσχωρήσαντος στο καθεστώς στη συνέχεια). Οι εθελοντές αυτοί αποτέλεσαν περίπου το 5 % της Βέρμαχτ.

Η δομή των ομάδων στρατιών (Heeresgruppe) και των στρατιών (Armee) άλλαζε με την πρόοδο του πολέμου διότι πολλές μονάδες μετακινούνταν σε διαφορετικές ομάδες στρατιών.

Ομάδες Στρατιών A μέχρι H:
  • Ομάδα Στρατιών A (κατά την προέλαση προς Καύκασο): 2η Στρατιά, 4η Στρατιά, 9η Στρατιά, 12η Στρατιά, 16η Στρατιά, 17η Στρατιά, 1η τεθωρακισμένη Στρατιά, 4η Τεθωρακισμένη Στρατιά
  • Ομάδα Στρατιών B (το 1941 μετονομάστηκε σε Ομάδα Στρατιών Κέντρου (mitte)): 4η Στρατιά, 18η Στρατιά, 17η Στρατιά
  • Ομάδα Στρατιών C: 1η Στρατιά, 2η Στρατιά, 6η Στρατιά, 7η Στρατιά
  • Ομάδα Στρατιών D: 1η Στρατιά, 7η Στρατιά, 15η Στρατιά
  • Ομάδα Στρατιών E, Ομάδα Στρατιών F, Ομάδα Στρατιών G, Ομάδα Στρατιών H

Ιδιαίτερες ομάδες στρατιών:
  • Ομάδα Στρατιών Αφρικής: 1η Ιταλική Στρατιά, 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά (γνωστή ως "Άφρικα Κορπ")
  • Ομάδα Στρατιών Don (=Ομάδα Στρατιών Νότου (Sud)) 886.000 στρατιώτες, το 1943 στο Χάρκοβο): 6η Στρατιά
  • Ομάδα Στρατιών Κουρλάνδης (Kurland)
  • Ομάδα Στρατιών Κέντρου (το 1943 στη Μάχη του Κουρσκ συντρίφτηκε το 1944 από τον σοβιετικό στρατό)
  • Ομάδα Στρατιών Βορρά: 3η Στρατιά, 4η Στρατιά - (Επίθεση κατά της ΕΣΣΔ 1941 – 1945, ήττα στις 3 Ιουλίου 1944 στο Μινσκ, διαλύθηκε τέλη Μαρτίου 1945)
  • Ομάδα Στρατιών Νότου

Άλλες ομάδες στρατιών: Ομάδα Στρατιών Βόρειας Ουκρανίας, Ομάδα Στρατιών Ostmark, Ομάδα Στρατιών Νότιας Ουκρανίας, Ομάδα Στρατιών Βιστούλα.

Ιδιαίτερες στρατιές:
  • 1η Στρατιά
  • 6η Στρατιά: Συνετρίβη στο Στάλινγκραντ από τον Ερυθρό Στρατό.

Στρατιωτικά θεμέλια

Στρατιωτικά θεμέλια της Βέρμαχτ ήταν η «Auftragstaktik», που της επέτρεπε μοναδική τακτική ευελιξία, η ρεαλιστική εκπαίδευση, η πειθαρχία και η απόλυτη υπακοή.

Η εξαιρετικά μεγάλη μαχητικότητα της Βέρμαχτ εξετάζεται και συγκρίνεται αναλυτικά από τον καθηγητή στρατιωτικής ιστορίας Μάρτιν βαν Κρέβελντ, ο οποίος καταλήγει (όπως και άλλοι) στο εξής συμπέρασμα: "Ο γερμανικός στρατός ήταν άριστη πολεμική οργάνωση. Όσον αφορά ηθικό, ενθουσιασμό και προσαρμοστικότητα ήταν, πιθανώς, ο κορυφαίος στρατός του 20ού αιώνα." Ο Γάλλος ιστορικός Φιλίπ Μασόν έκανε ανάλογη εκτίμηση (βλ. βιβλιογραφία).

Εξοπλισμός, οπλισμός, στολές
Η Βέρμαχτ μερικώς ήταν πολύ σύγχρονα εξοπλισμένη, αλλά οι περιορισμένοι πόροι της Γερμανίας και η πρόωρη κήρυξη του πολέμου, προτού ολοκληρωθεί το πρόγραμμα επανεξοπλισμού, δεν επέτρεψαν την εκ των προτέρων εξασφάλιση σύγχρονου εξοπλισμού για όλες τις μονάδες.

Οι στολές βασίζονταν στις παλιές στολές της Ράιχσβερ. Το 1933/34 έδωσε ο ίδιος ο Χίτλερ την εντολή για τον σχεδιασμό του "Hoheitsadler" (εθνόσημο με μορφή αετού), ο οποίος στις 17 Φεβρουαρίου 1934 επισήμως έγινε μέρος της στρατιωτικής στολής. Ο αετός βρίσκονταν κεντημένος στο δεξί στήθος των χιτωνίων.
Διαφοροποίηση: Οι αετοί των υπαξιωματικών και στρατιωτών ήταν κεντημένοι με μηχανή, ενώ των αξιωματικών συνήθως με το χέρι. Οι "Hoheitsadler" των στρατηγών πάντα ήταν κεντημένοι με χρυσό.

Ενώ μέχρι σήμερα διατηρείται η εικόνα της Βέρμαχτ ως οπλισμένης δύναμης υψηλής τεχνολογίας, στην πραγματικότητα λιγότερο από 40 τοις εκατό όλων των μονάδων ήταν μηχανοκίνητες. Τα υπόλοιπα 60 τοις εκατό είχαν στην διάθεσή τους άλογα, τα οποία μετακινούσαν το προσωπικό, τις κουζίνες στρατού και τον ανεφοδιασμό. Οι μονάδες μάχης προχωρούσαν με τα πόδια, μερικώς και με ποδήλατα, εφόσον υπήρχαν.

Επίσης και ο οπλισμός τής, κατά τα άλλα σύγχρονης Βέρμαχτ, αρχικά δεν ήταν ικανοποιητικός. Έτσι, π.χ., οι πρώτες μάχες διεξήχθησαν με τους στρατιώτες να διαθέτουν κατά κύριο λόγο τυφέκια (Μάουζερ τύπου 98K) και μικρό αριθμό υποπολυβόλων και βαρέων πολυβόλων υποστήριξης. Τα "Μάουζερ" ήταν διαθέσιμα σε μεγάλους αριθμούς. Υπήρξαν ιδιαιτέρως εύστοχα και ήταν εν μέρει ανώτερα των τυφεκίων άλλων χωρών. Απαιτούσαν επίσης μικρή συντήρηση, πράγμα που τα έκανε αρκετά δημοφιλή. Ως προς το υποπολυβόλο, η Βέρμαχτ διέθετε τον τύπο MP40, το οποίο ήταν στον μέσο όρο της κατηγορίας (θεωρείται εφάμιλλο του αμερικανικού Τόμσον). Το καλύτερο, ίσως, μικρό όπλο της Βέρμαχτ ήταν το MP44, το οποίο δεν πρόλαβε να παραχθεί σε επαρκείς ποσότητες, μια και τέθηκε σε παραγωγή μόλις το 1944. Διέθετε γεμιστήρα 30 βλημάτων και μπορούσε να ρυθμιστεί ώστε να εκτελεί βολή κατά βολή, βολή κατά ριπάς ή συνεχόμενη (μέχρις εξαντλήσεως του γεμιστήρα). Μερικοί ειδικοί στα μικρά όπλα θεωρούν ότι, αν είχε εμφανισθεί νωρίτερα, θα μπορούσε να είχε μεταβάλει την εξέλιξη του πολέμου (ιδιαίτερα στη Ρωσία).

Ιδιαίτερα επιτυχημένο, ως προς τον χειρισμό, την ευχρηστία, την ταχύτητα πυρός και την ευθυβολία θεωρείται, επίσης, το μέσο πολυβόλο MG42 (στο οποίο είχε αποδοθεί το προσωνύμιο "Σπάνταου").

Η ανάπτυξη τεθωρακισμένων στρατευμάτων μεγάλης μαχητικής ικανότητας – σε στενή συνεργασία με την πολεμική αεροπορία – εξασφάλισαν τις πρώτες θριαμβευτικές νίκες ("blitzkrieg", κεραυνοβόλος πόλεμος) της Βέρμαχτ. Οι πολυάριθμες επιρροές της πολιτικής ηγεσίας του τότε ναζιστικού καθεστώτος όμως, ιδιαίτερα οι τακτικές και στρατηγικές αποφάσεις του Χίτλερ, στάθηκαν υπαίτιες για τις μεγάλες κρίσεις και ήττες στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι γρήγορες νίκες κατά της Πολωνίας και Γαλλίας είχαν ως επακόλουθο να σωπάσουν οι επικριτικές φωνές της γερμανικής στρατιωτικής ηγεσίας απέναντι στο νέο σύστημα του εξοπλισμού πλάτους εις βάρος του εξοπλισμού βάθους, ενώ ενισχύθηκε και το δόγμα περί της ιδιοφυΐας και του "αλάθητου" του Φύρερ, το οποίο αργότερα αποδείχθηκε μοιραίο στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης.

Σημαντικοί ηγέτες

Στρατός Ξηράς (Heer)
  • Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel): Στρατάρχης, επικεφαλής της Ανώτατης Διοίκησης της Βέρμαχτ (Oberkommando der Wehrmacht, OKW) καθ' όλο τον πόλεμο
  • Άλφρεντ Γιόντλ (Alfred Jodl): Στρατηγός, επιτελάρχης της Ανώτατης Διοίκησης της Βέρμαχτ (OKW)
  • Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ (Werner von Blomberg): Στρατάρχης, επικεφαλής της Βέρμαχτ, Υπουργός Πολέμου (1936-1938)
  • Βάλτερ φον Μπράουχιτς (Walter von Brauchitsch): Στρατάρχης, επικεφαλής του Στρατού Ξηράς (Heere) (1938-1941)
  • Έρβιν Ρόμελ (Erwin Rommel): Στρατάρχης, επικεφαλής του Γερμανικού Άφρικα Κορπ (1941-1943), επικεφαλής της γερμανικής άμυνας στη Νορμανδία (1944)
  • Χάιντς Γκουντέριαν (Heinz Guderian): Στρατηγός, κύριος θεωρητικός του Blitzkrieg, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού (1944-45)
  • Γκύντερ φον Κλούγκε (Günter von Kluge): Στρατάρχης, αυτοκτόνησε όταν θεώρησε πως τον υποπτεύονταν ως συνεργάτη στην Απόπειρα της 20ής Ιουλίου 1944
  • Φέντορ φον Μποκ (Fedor von Bock): Στρατάρχης, διοικητής της Ομάδας Στρατιών Κέντρου (Mitte) κατά την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση (1941)
  • Βάλτερ Μόντελ, Στρατάρχης διακριθείς στο Ανατολικό μέτωπο.
  • Γκερτ φον Ρούντστετ (Gerd von Rundstedt): Στρατάρχης, ο γηραιότερος εν υπηρεσία Γερμανός αξιωματικός του Β΄ Π. Π., διοικητής της Ομάδας Στρατιών Νότου (Sud) κατά την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση (1941), μετέπειτα ανώτατος διοικητής στη Δυτική Ευρώπη (1944)
  • Βίλχελμ Ρίττερ φον Λέεμπ (Wilhelm Ritter von Leeb): Στρατάρχης αρχικά επικεφαλής της ομάδας Στρατιών Βορρά (Nord) στην εισβολή στη Σοβιετική Ένωση
  • Βίλχελμ Λιστ (Siegmund Wilhelm List): Στρατάρχης, επικεφαλής της επίθεσης κατά της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας το 1941
  • Έριχ φον Μανστάιν (Erich von Manstein): Στρατάρχης, ίσως ο κορυφαίος σε ικανότητες Γερμανός στρατηγός, ιθύνων νους της νίκης επί της Γαλλίας (1940), εκπορθητής της Σεβαστουπόλεως (1942), υπεύθυνος της Ομάδας Στρατιών Νότου κατά την ρωσική αντεπίθεση (1943)
  • Ερνστ Μπους (Ernst Busch): Στρατάρχης, ένας από τους δύο δεδηλωμένους Εθνικοσοσιαλιστές ανώτατους στρατιωτικούς ηγέτες της Βέρμαχτ
  • Φραντς Χάλντερ (Franz Halder): Στρατηγός, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού (1938-1942)
  • Φρίντριχ Πάουλους (Friedrich Paulus): Στρατάρχης, ο ηττημένος της Μάχης του Στάλινγκραντ.
  • Μαξιμίλιαν φον Βάιχς (Maximilian von Weichs): Στρατάρχης
  • Χένινγκ φον Τρέσκοβ (Henning von Tresckow): Στρατηγός, από τους κύριους ιθύνοντες της στρατιωτικής αντίστασης κατά του Χίτλερ
  • Βάλτερ φον Ράιχεναου (Walther von Reichenau): Στρατάρχης. Ο δεύτερος δεδηλωμένος Εθνικοσοσιαλιστής ανώτατος στρατιωτικός ηγέτης
  • Έριχ Χέπνερ (Erich Höpner): Στρατηγός των Πάντσερ
  • Χέρμαν Χοτ (Hermann Hoth): Στρατηγός των Πάντσερ
  • Νίκολαους φον Φάλκενχορστ (Nikolaus von Falkenhorst): Στρατηγός των Ορεινών Στρατευμάτων, κατακτητής και στρατιωτικός διοικητής της Νορβηγίας (1940-1944)
  • Γιοχάνες Μπλάσκοβιτς (Johannes Blaskowitz): Στρατηγός
  • Λέο Γκέιρ φον Σβέππενμπουργκ (Leo Geyr von Schweppenburg): Στρατηγός των Πάντσερ
  • Έβαλντ φον Κλάιστ (Ewald von Kleist), Στρατηγός των Πάντσερ, από τις ηγετικές φυσιογνωμίες κατά την εισβολή στην ΕΣΣΔ
  • Χάσο φον Μαντόιφελ (Hasso von Manteuffel): Στρατηγός των Πάντσερ, ηγετική φυσιογνωμία στην Μάχη των Αρδεννών
  • Έριχ Μαρκς (Erich Marcks): Στρατηγός του Πυροβολικού, υπεύθυνος για τον αρχικό σχεδιασμό της Επιχείρησης «Μπαρμπαρόσσα»
  • Φέρντιναντ Σαίρνερ (Ferdinand Schörner): Στρατάρχης, από τους πλέον σημαίνοντες και φανατικούς Γερμανούς διοικητές των τελευταίων μηνών του πολέμου
  • Φάμπιαν φον Σλάμπρεντορφ (Fabian von Schlabrendorff): Αξιωματικός, συμμέτοχος στην στρατιωτική αντίσταση κατά του Χίτλερ
  • Χανς κόμης φον Σπόνεκ (Hans Graf von Sponeck): Στρατηγός. Εκτελέστηκε στη φυλακή κατά τη διάρκεια της Μάχης του Βερολίνου
  • Βάλτερ Βάρλιμοντ (Walter Warlimont): Στρατηγός, από τους κύριους βοηθούς του στρατάρχη Κάιτελ
  • Χέλμουτ Βάιντλινγκ (Helmuth Weidling): Στρατηγός, διοικητής της άμυνας του Βερολίνου
  • Βάλτερ Βενκ (Walther Wenck): Στρατηγός επικεφαλής της "Στρατιάς Βενκ" κατά τη Μάχη του Βερολίνου
  • Χανς Κρεμπς (Hans Krebs): Στρατηγός αντικαταστάτης του Γκουντέριαν κατά την Μάχη του Βερολίνου ως αρχηγός του Επιτελείου.

Πολεμική Αεροπορία (Luftwaffe)
  • Χέρμαν Γκαίρινγκ (Hermann Göring): Στρατάρχης του Ράιχ, επικεφαλής της Λούφτβαφφε (1935-1945)
  • Έρχαρντ Μιλχ (Erhard Milch): Στρατάρχης, κύριος οργανωτικός υπεύθυνος της Λούφτβαφφε
  • Άλμπερτ Κέσσελρινγκ (Albert Kesselring): Στρατάρχης, αρχιστράτηγος των γερμανικών δυνάμεων στην Ιταλία (1943-1945)
  • Χούγκο Σπέρρλε (Hugo Sperrle): Στρατάρχης
  • Κούρτ Στούντεντ (Kurt Student): Στρατηγός, επικεφαλής των αλεξιπτωτιστών (Fallschirmjäger)
  • Αλεξάντερ Λαιρ (Alexander Löhr): Στρατηγός, υπεύθυνος του βομβαρδισμού του Βελιγραδίου
  • Βόλφραμ φον Ρίχτχοφεν (Wolfram von Richthofen): Στρατάρχης, υπεύθυνος του βομβαρδισμού της Γκουέρνικα
  • Ρόμπερτ Ρίττερ φον Γκράιμ (Robert Ritter von Greim): Στρατάρχης, τελευταίος επικεφαλής της Λούφτβαφφε (1945)
  • Άντολφ Γκάλλαντ (Adolf Galland): Στρατηγός, άσσος των μαχητικών αεροσκαφών
  • Έριχ Χάρτμαν (Erich Hartmann): Κορυφαίος άσσος όλων των εποχών, με 352 καταρρίψεις
  • Χανς-Ούλριχ Ρούντελ (Hans-Ulrich Rudel): Συνταγματάρχης, ο πιο παρασημοφορημένος Γερμανός στρατιωτικός του πολέμου, μοναδικός κάτοχος του Σταυρού των Ιπποτών με Χρυσά Φύλλα Δρυός, Ξίφη και Διαμάντια
  • Βέρνερ Μέλντερς (Werner Mölders): Άσσος και γενικός επιθεωρητής των μαχητικών αεροσκαφών

Πολεμικό Ναυτικό (Kriegsmarine)
  • Έριχ Ρέντερ (Erich Raeder): Μέγας Ναύαρχος, επικεφαλής του Ναυτικού ως το 1943
  • Καρλ Ντένιτς (Karl Dönitz): Μέγας Ναύαρχος, αρχικά υπεύθυνος των υποβρυχίων, διάδοχος του Ραίντερ στην αρχηγία του Ναυτικού, τελευταίος Πρόεδρος του Ράιχ μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ
  • Βίλχελμ Κανάρις (Wilhelm von Kanaris): Επικεφαλής της Άμπβερ (Abwehr), της γερμανικής Στρατιωτικής Κατασκοπίας
  • Γκίντερ Λύτγιενς (Günther Lütjens): Ναύαρχος, κυβερνήτης και διοικητής του θωρηκτού «Μπίσμαρκ»
  • Γκίντερ Πρίεν (Günther Prien): Κορυφαίος κυβερνήτης υποβρυχίου
  • Όττο Κρέτσμερ (Otto Kretschmer): Κορυφαίος κυβερνήτης υποβρυχίου