Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταγματασφαλίτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταγματασφαλίτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Το μπλόκο της Κοκκινιάς: Οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους Έλληνες ταγματασφαλίτες και κουκουλοφόροι αιματοκύλισαν την Κοκκινιά

«Οι προδότες της εποχής εκείνης που ματοκύλισαν την Κοκκινιά, δείχνοντας στους Γερμανούς τους προοδευτικούς ανθρώπους, ήταν οι παρακάτω: ο Μπατράνης, ο Βακαλόπουλος, ο Σγούρος, ο Πλυντζανόπουλος, κλπ. Οι χαφιέδες αυτοί είχαν παράδοση συνεργασίας και με τη δικτατορία του Μεταξά». Γύρω στις 3 τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Αυγούστου 1944, δεκάδες μηχανοκίνητα και πεζοπόρα τμήματα του Γερμανικού Στρατού μαζί με Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες εισέβαλαν στη Νίκαια.

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς έχει μείνει στην ιστορία ως τραγωδία για τη Νίκαια, κατά την οποία διεξήχθησαν ομαδικές εκτελέσεις στην περιοχή από τα Γερμανικά Κατοχικά Στρατεύματα, ως αντίποινα της Μάχης της Κοκκινιάς.

Γύρω στις 3 τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Αυγούστου 1944, δεκάδες μηχανοκίνητα και πεζοπόρα τμήματα του Γερμανικού Στρατού μαζί με Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες εισέβαλαν στη Νίκαια από την περιοχή της Πέτρου Ράλλη στο ύψος του Γ' Νεκροταφείου και από το Περιβολάκι (Πλατεία Δαβάκη) και την περικύκλωσαν. Τις πρώτες πρωινές ώρες, οι ταγματασφαλίτες απαίτησαν από τους άνδρες ηλικίας 14-60 ετών να εμφανιστούν στην κεντρική πλατεία (Πλατεία Οσίας Ξένης) προκειμένου να ελεγχθούν.

Τότε οι Γερμανοί εισέβαλαν στα σπίτια και όσους εντόπιζαν στα σπίτια τους ή στις γύρω γειτονιές, τους εκτελούσαν επί τόπου. Έπειτα από μερικές ώρες περίπου 20.000 Κοκκινιώτες βρίσκονταν στην πλατεία και εκεί ξεκίνησαν οι δωσίλογοι (φορώντας κουκούλες για να μην αναγνωρίζονται) να υποδεικνύουν στους Ναζί τους Έλληνες πατριώτες πρόσφυγες που κατοικούσαν στην Κοκκινιά. Αυτοί οδηγούνταν στη Μάντρα της Κοκκινιάς (μερικά στενά μακριά από την πλατεία) με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστές και εκτελούνταν ομαδικά. Ταυτόχρονα με τις ομαδικές εκτελέσεις, οι Γερμανοί λεηλάτησαν και έκαψαν δεκάδες σπίτια. Στο τέλος της ημέρας εκατοντάδες (350) πτώματα μεταφέρθηκαν και θάφτηκαν στο Γ' Νεκροταφείο, ενώ περίπου 8.000 Κοκκινιώτες οδηγήθηκαν ως όμηροι στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

Τα γεγονότα του Μπλόκου της Κοκκινιάς αναπαριστάνονται στην ταινία «Το Μπλόκο» του 1965 του Άδωνι Κύρου.
ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΕΔΩ


*****************************************
*********************************

ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ
Η Μάχη της Κοκκινιάς έχει μείνει στην ιστορία ως περίοδος αντίστασης για την Νίκαια, κατά την διάρκεια της οποίας έγινε στόχος των Γερμανών κατακτητών και αποτελεί την αρχή για το μετέπειτα Μπλόκο της Κοκκινιάς.

1. Η μάχη
Τον Μάρτιο του 1944 και κατά τη διάρκεια της κατοχής, η Κοκκινιά δέχτηκε επίθεση από τους Γερμανούς Ναζί και ντόπιους συνεργάτες τους, όπου δυνάμεις του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ και -κυρίως- της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού της Κοκκινιάς, έπειτα από σκληρές συγκρούσεις, αντιστάθηκαν και τους οδήγησαν σε υποχώρηση. Η συμμετοχή του λαού της πόλης (ανδρών, γυναικών, εφήβων ακόμα και των παιδιών), συνέβαλε σημαντικά στην αντίσταση εναντίων των κατακτητών, συνδράμοντας τους τραυματίες, ψάχνοντας για φυσίγγια, ενώ άλλοι οπλίζονταν και ζητούσαν να οργανωθούν άμεσα στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν στις 4 Μαρτίου και τερματίστηκαν στις 8 Μαρτίου, όταν οι Γερμανοί κατακτητές τράπηκαν σε υποχώρηση.

4 Μαρτίου
Το Σάββατο 4 Μαρτίου, η πόλη της Κοκκινιάς δέχεται πρωινή επίθεση από δύο κατευθύνσεις με χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Μια ομάδα αποτελούμενη από ένα καμιόνι χωροφύλακες κινείται από την Λεύκα, το οποίο βρέθηκε αντιμέτωπο με τις δυνάμεις του 1ου Τάγματος του 5ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Πειραιά και υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν. Μια άλλη ομάδα αποτελούμενη από δύο καμιόνια με ταγματασφαλίτες και χωροφύλακες εισβάλουν από την οδό Π. Ράλλη, στο ύψος του Γ' Νεκροταφείου. Την εισβολή αυτή αντιμετώπισε το Τάγμα του ΕΛΑΣ Κοκκινιάς, με διοικητή τον Γιάννη Πισσανό. Οι μάχες εξαπλώθηκαν από το Γ' Νεκροταφείο μέχρι τις εργατικές κατοικίες, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας. Οι ταγματασφαλίτες τράπηκαν σε φυγή και υποχωρούν προς την Αθήνα, ενώ κάποιοι από αυτούς υποχωρούν προς το Κουτσικάρι (σήμερα Κορυδαλλός), σκοτώνοντας έναν λούστρο και έναν παλιατζή στην οδό Π. Ράλλη. Το ίδιο βράδυ συγκαλείται κοινή σύσκεψη στην Κοκκινιά από στελέχη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και αποφασίζουν γενική επιφυλακή και ενημέρωση του λαού της πόλης.

5 Μαρτίου
Την επόμενη μέρα, ο λαός της πόλης πραγματοποιεί μεγάλη διαδήλωση στην πλατεία του Αγίου Νικολάου και με το τέλος της, η πόλη δέχεται ξανά επιδρομή από δύο διευθύνσεις. Μία ομάδα με δύο καμιόνια γεμάτα με ταγματασφαλίτες και χωροφύλακες εισβάλουν από τη Λευκά, δεν βρίσκουν ουσιαστική αντίσταση και φτάνουν στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, όπου προβαίνουν σε τρομοκρατικές πράξεις κατά των κατοίκων της πόλης, συλλαμβάνοντας τον υπαστυνόμο Νίκο Σαββαΐδη και την γυναίκα του Άννα, μέλος του ΕΑΜ και δασκάλα, τον Στέφανο Πατεράκη, ποδοσφαιριστής της Προοδευτικής, τον δάσκαλο Γιώργο Βενέτα και τον Τσακάρα. Μία δεύτερη ομάδα, αποτελούμενη από τρία καμιόνια με ταγματασφαλίτες, εισβάλουν απο την οδό Θηβών. Εκεί οι μάχες εξαπλώθηκαν μέχρι την Παιδική Στέγη και το 3ο Τάγμα του ΕΛΑΣ Κοκκινιάς διασπά τις δυνάμεις των εισβολέων. Το ένα φορτηγό υποχωρεί προς την Αθήνα, το δεύτερο προς την Παλαιά Κοκκινιά και το τρίτο προς το Κουτσικάρι, όπου εκεί βρέθηκαν αντιμέτωποι με δυνάμεις του ΕΛΑΣ.

6 Μαρτίου
Την Δευτέρα 6 Μαρτίου ο Πειραιάς πραγματοποιεί πανεργατική απεργία συμπαράστασης στο λαό της Κοκκινιάς. Η Κοκκινιά δέχεται ξανά επίθεση από δύο φορτηγά με ταγματασφαλίτες που προσπαθούν να εισβάλουν στην πόλη από την περιοχή του Γ' Νεκροταφείου, όπου τράπηκαν σε φυγή, ύστερα από μάχη με δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Οι ταγματασφαλίτες αναδιοργανώνονται και ενισχύονται και με συνολικά 600 περίπου χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες με δέκα φορτηγά, προχωρούν στην οδό Π. Ράλλη και υπό την πίεση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ τράπηκαν σε άτακτη φυγή προς πάσα κατεύθυνση, αντιμετωπίζοντας παντού δυνάμεις του ΕΛΑΣ.

7 Μαρτίου
Τα ξημερώματα της 7ης Μαρτίου, παρατηρείται κίνηση των κατακτητών περιμετρικά της πόλης. Μία ομάδα περίπου 40 ταγματασφαλιτών εντοπίζονται στην Θηβών, στο ύψος της οδού Καραϊσκάκη και 4 φορτηγά με Ναζί στο Κουτσικάρι, στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα η πλατεία Ελευθερίας και κατά τις 6 το πρωί, ο ΕΛΑΣ σημαίνει γενική επίθεση. Έπειτα από σφοδρές μάχες γύρω απο το Περιβολάκι (πλατεία Δαβάκη), οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ υποχωρούν, λόγω έλλειψης πυρομαχικών και οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το μέρος. Κάποιοι από αυτούς, κατευθύνονται προς την οδό Καραϊσκάκη, όπου το 2 Τάγμα του ΕΛΑΣ, τους απωθεί. Αντίθετα, από τη μεριά του Δημαρχείου, Γερμανοί εισβάλλουν στην πόλη, τους οποίους μαχητές του 3ου Τάγματος, με ένα οπλοπολυβόλο και πέντε χειροβομβίδες που ρίχνει ο Στέλιος Καρδάρας ανάγκασαν σε υποχώρηση. Στη συνέχεια αποφασίζεται η επίθεση με όσα πυρομαχικά έχουν απομείνει, αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς, οι οποίοι παρά την υπεροπλία τους υποχώρησαν και οχυρώθηκαν στο σχολείο που είναι μεταξύ της οδού Γρεβενών και Ραιδεστού. Στο σχολείο παρέμειναν ταμπουρωμένοι όλο το βράδυ και αναζητώντας μέλη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, κάνουν μικρές επιδρομές σε δρόμους και εφόδους σε σπίτια, συλλαμβάνοντας Κοκκινιώτες.

8 Μαρτίου
Το επόμενο πρωί επιλέγουν ποιοί από τους αιχμαλώτους θα κρατηθούν και εκτελούν στην πλατεία Αγ. Αναργύρων τους συλληφθέντες από τις 5 Μάρτη, υπαστυνόμο Ν. Σαββαϊδη, τον δάσκαλό Γ. Βενέτο, τον Δ. Τσακανίκα και τον Τσακάρα. Αργά το απόγευμα Ναζί και ταγματασφαλίτες αποχωρούν από την Κοκκινιά σταδιακά, πέρνοντας μαζί συνολικά 300 αιχμαλώτους Κοκκινιώτες, τους οποίους οδήγησαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

2. Οι συνέπειες της μάχης
Την επόμενη μέρα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, εκτελέστηκαν συνολικά 37 Κοκκινιώτες, από τους οποίους οι 5 ήταν αρμένιοι, ενώ οι υπόλοιποι βασανίστηκαν στα υπόγεια του στρατοπέδου, από άνδρες της Γκεστάπο. Η Κοκκινιά για ένα διάστημα περίπου πέντε μηνών, παρέμεινε ήσυχη, όταν τον Αύγουστο ακολούθησαν οι μαζικές εκτελέσεις στο Μπλόκο της Κοκκινιάς, ως αντίποινα της αντίστασης.
*****************************************
*********************************


Ήταν κοντά 3 τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Αυγούστου 1944, όταν οι Γερμανοί με τους Έλληνες συνεργάτες τους – κουκουλοφόρους, ξεκίνησαν μια επιχείρηση που οδήγησε σε λουτρό αίματος με ομαδικές εκτελέσεις, εμπρησμούς και λεηλασίες σπιτιών.

Στις μέρες μας ήρθε να προστεθεί ένα στοιχείο που κάνει τραγικά επίκαιρο να θυμάται κανείς τις θηριωδίες των ναζί στη συγκεκριμένη περιοχή, καθώς εκεί που πάτησαν οι μπότες του Γ΄ Ράιχ, ακολούθησαν μερικές δεκαετίες μετά, τα στιλέτα του χρυσαυγίτη Ρουπακιά, που στην περιοχή της Νίκαιας ξεδίπλωσε τη δράση του, με τραγικό αποτέλεσμα τη δολοφονία του Π. Φύσσα στη γειτονική περιοχή του Κερατσινίου.

Παρουσιάζουμε συνέντευξη με μέλη της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (ΠΕΑΕΑ) παραρτήματος Νίκαιας, που είχαν ζήσει τα συγκεκριμένα γεγονότα.
Οι αντιστασιακοί είναι οι: Δημήτρης Μαυράκης, Μαρίτσα Παπαδημητρίου – Κοκκινάρη, Δέσποινα Κρομμυδάκη.

 Οι συνεντεύξεις τους προέρχονται από το εξαντλημένο πια βιβλίο «Εργατικές Ιστορίες – συνεντεύξεις με πρωταγωνιστές του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα από το 1920 έως το 1967». Εκδόσεις BUX 1998, ISBN 960-7939-00-X, συγγραφέας Νάσος Μπράτσος.

Δ.Κ.: «Τότε η Κοκκινιά απαρτίζονταν, όπως και σήμερα, από προσφυγιά που είχε καυτά ζωτικά προβλήματα. Ο λαός που είχε έρθει από τη Μικρά Ασία, από τον Πόντο και από άλλες περιοχές, ήταν ρακένδυτος, χωρίς στέγη, χωρίς το νοικοκυριό του. Τα είχαν αφήσει εκεί πέρα, που τους είχαν κυνηγήσει οι Τούρκοι και τους ξεκληρίσανε. Φοβούμενοι μήπως χάσουν και τη ζωή τους, προτιμήσανε να εγκαταλείψουν τα υπάρχοντά τους και να έρθουν στην Ελλάδα και να ξαναρχίσουν πάλι από την αρχή. Ο κόσμος αυτός είχε συσπειρωθεί γύρω από τα εργατικά σωματεία και αγωνιζότανε για να μπορέσει να επιβιώσει εδώ. Τα προβλήματά τους ήταν η εργασία, η στέγη, φως, νερό κλπ και συσπειρώθηκαν γύρω από το εργατικό ΕΑΜ.

Τότε όλοι οι ξένοι (Γερμανοί, Ιταλοί, Άγγλοι) είχανε τα βλέμματά τους στραμμένα στην Ελλάδα και όταν συστάθηκαν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ με αιμοδότη το ΚΚΕ, στα διάφορα καλέσματα που έκανε το εργατικό ΕΑΜ, ο λαός της Κοκκινιάς και ιδιαίτερα η προσφυγιά, ήταν πρώτη και ενωμένη

Οι φασίστες ονομάζανε την Κοκκινιά “Μικρή Μόσχα” και είχαν βάλει στόχο να μας ξεκληρίσουνε. Καλούσαν να παρουσιαστούμε με ψηλά τα χέρια στην πλατεία του Αγίου Νικολάου και από εκεί άλλους θα τους κρατούσανε, άλλους θα τους πηγαίνανε στη Γερμανία, άλλους στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου για εκτέλεση, κλπ».
mplokoKokkiniasΔ.Μ: «Οι Γερμανοί μαζί με τους ταγματασφαλίτες, άρχισαν από το Μάρτη μέχρι τον Αύγουστο που έγινε το μπλόκο, να μπαίνουν κρυφά με πολιτικά στην περιοχή. Γίνονταν όμως αντιληπτοί, τους κυνηγούσανε και έφευγαν.

Υπήρχαν πληροφορίες πριν το μπλόκο για κάποιες κινήσεις των Γερμανών και πάντα ο ΕΛΑΣ έπαιρνε τα μέτρα του. Και περιφρούρηση το βράδυ έβγαινε και φρουραρχείο είχε. Συλλαμβάναμε διάφορους γερμανοτσολιάδες με πολιτικά, τους παίρναμε τα ρούχα και φεύγανε γυμνοί.

Οι μάχες στην περιοχή της Νίκαιας, άρχισαν στις 7 του Μάρτη. Δόθηκε σκληρή μάχη από τον ΕΛΑΣ και έτσι δεν κατάφεραν να μπουν στην Κοκκινιά. Ξαναδοκίμασαν πάλι, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. Τότε ετοίμασαν άλλο σχέδιο και στις 15 Αυγούστου, δεν επιχείρησαν να μπουν κατευθείαν στην Κοκκινιά, αλλά να μπαίνουν σιγά – σιγά, από την Αγιά Σοφιά, τα Μανιάτικα, να κυκλώνουν δηλαδή την Κοκκινιά.

Γίνονταν μάχες με τον ΕΛΑΣ αλλά 17 Αυγούστου μπήκαν μέσα και κύκλωσαν την Κοκκινιά από βραδύς. Με τις ντουντούκες που είχαν καλούσαν όλους τους άνδρες, από 15 χρονών έως 60, να παρουσιαστούν όλοι στην πλατεία της Οσίας Ξένης.  Tα συνθήματα τα φωνάζανε οι προδότες που ήξεραν ελληνικά».

Δ.Κ.: «Οι προδότες της εποχής εκείνης που ματοκύλισαν την Κοκκινιά, δείχνοντας στους Γερμανούς τους προοδευτικούς ανθρώπους, ήταν οι παρακάτω: ο Μπατράνης, ο Βακαλόπουλος, ο Σγούρος, ο Πλυντζανόπουλος, κλπ. Οι χαφιέδες αυτοί είχαν παράδοση συνεργασίας και με τη δικτατορία του Μεταξά».
mplokoKokkinias2
Δ.Μ.: «Όταν γέμισε η πλατεία της Οσίας Ξένης, από τους συγκεντρωμένους, τους γονάτισαν όλους. Βάλανε τότε τις κουκούλες οι χαφιέδες και περνάγανε δίπλα από τον κόσμο και έδειχναν. Όποιον έδειχναν τον έπαιρναν για εκτέλεση στη μάντρα. Όπου υπήρχε παράνομος που κρυβόταν, οι Γερμανοί έβαζαν φωτιά στη συνοικία. Το μεγαλύτερο ολοκαύτωμα έγινε στην περιοχή Αρμένικα. Τα σπίτια τα λαμπάδιασαν και εκτέλεσαν πολλούς στη μάντρα που σήμερα είναι το γήπεδο.

Τη μέρα του μπλόκου έγινε μάχη με την Κουμπάτη τη Διαμάντω. Σκοτωθήκανε πολλοί κι έμεινε μόνη της. Την φέρανε σέρνοντας από τα μαλλιά στη μάντρα για την εκτέλεση.
Όσοι δεν εκτελέστηκαν τους πήγαν στο Χαϊδάρι κι από εκεί στη Γερμανία. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν κι ένα προδότη, τον Μπαστράνη, μέχρι κι αυτοί τον σιχάθηκαν. Έψαξαν τα σπίτια κι όποιον έβρισκαν κρυμμένο, τον εκτελούσαν επιτόπου στο δρόμο. Γι αυτούς τους εκτελεσμένους, κάνουμε κάθε χρόνο στις 17 Αυγούστου μια ειδική εκδήλωση, που τη λέμε «τα Στεφανώματα». Δηλαδή στον τόπο των εκτελέσεων, καταθέτουμε στεφάνι και λέμε και δύο λόγια. Υπήρχε και κόσμος που κατάφερε να φύγει από την περιοχή και βγήκε στην παρανομία».

Δ.Κ.: «Οι εκτελεσμένοι ήταν γύρω στα 200 άτομα, αλλά δεν είναι οι μόνοι νεκροί της περιοχής, αφού τόσο στον αγώνα εναντίον των Ιταλών, όσο και ενάντια στους Γερμανούς, αλλά και αργότερα στους Άγγλους, είχαμε νεκρούς. Την ημέρα του μπλόκου, που θα μείνει στη μνήμη όλων μας, είναι το αιματοκύλισμα, αλλά πιο πολύ εντύπωση μου έκανε το σπάσιμο της επάνω μάντρας των Αρμένικων. Είχανε στοιβάσει όλα τα άτομα το ένα πάνω στο άλλο και βγήκε το χωνί και είπε να έρθουν οι οικογένειες να πάρουν τους νεκρούς τους για να τους θάψουνε.

Όμως δεν υπήρχανε τότε τα κατάλληλα μέσα, εμένα προσωπικά μου έκανε εντύπωση του Μπογδάνου η περίπτωση, που ήρθε στη μάντρα στα Αρμένικα και πήρε το παιδί του σαν σφαγμένο πρόβατο, το έβαλε στον ώμο του και το κατέβασε σπίτι του, βάφοντας όλο τον δρόμο με αίμα.

Επειδή έζησα όλα αυτά τα γεγονότα, θα φωνάζω με όλη μου τη δύναμη που έχει απομείνει, ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια φασισμός, εδραίωση της ειρήνης σε όλες τις χώρες».

mplokoKokkinias3
Δ.Μ.: «Παρά τα θύματα που είχε ο Κοκκινιώτικος λαός, συνέχισε τον αγώνα με διαμαρτυρίες, με συγκεντρώσεις και ξαναβρήκε το ηθικό του, μέσα σε ένα τέτοιο κακό.

Ο αντίκτυπος του μπλόκου ήταν να δυναμώσει το αντιστασιακό κίνημα. Τα χτυπήματα σε βάρος των κατακτητών τα συνεχίσαμε και φυσικά ξέραμε ποιοι προδότες τους είχαν βοηθήσει, έτσι ώστε κάναμε αυτό που έπρεπε, τα χτυπήματα πήραν το δρόμο που έπρεπε να πάρουν.

Για το σήμερα, για τις ομάδες των νοσταλγών του φασισμού που εμφανίζονται αμελητέες, έχω να πω ότι το μικρό γίνεται μεγάλο. Ξεκινάει κάτι με 5-6 άτομα, γίνονται 10-20 και ανεβαίνει. Το κακό πρέπει να το χτυπάς στη ρίζα του.

Βλέπω ότι ορισμένοι μεγαλοκαρχαρίες και κυβερνήσεις, υποστηρίζουν έμμεσα τους νεοναζί. Εάν θέλουνε μπορούσαν να τους είχαν εξαφανίσει μόλις είχαν εμφανιστεί, όμως τους άφησαν και μεγαλώνουν και τους βοηθάνε.

Μέχρι και στα γραφεία μας έστειλαν απειλητικές επιστολές και αγκυλωτούς σταυρούς. Εμείς αυτή την κατάσταση την πολεμήσαμε και θα συνεχίσουμε. Τον αγώνα που αρχίσαμε, θα τον συνεχίσουμε, δεν θα αφήσουμε να πάνε χαμένα τα όνειρα αυτών που έπεσαν».

Δ.Κ.: «Να επιμείνουμε στα τότε αιτήματα, που ήταν για ψωμί, για παιδεία, για ελευθερία, για ανεξαρτησία, για ειρήνη. Οράματα που ακόμα και σήμερα μένουν ανεκπλήρωτα και συνεχίζουμε όλοι εμείς τον αγώνα και θα τον συνεχίζουμε μέχρι να πεθάνουμε.
Μετά από τον αγώνα του Κοκκινιώτικου λαού και ειδικά των κομμουνιστών, θα το τονίσω αυτό, γι αυτά όλα τα ιδανικά που έκαναν τον αγώνα, τους στείλανε φυλακή και εξορίες. Αυτή ήταν η αμοιβή των αντιστασιακών και σήμερα παραμένει το πρόβλημα καυτό και ανεκπλήρωτο».

*στοιχεία της ομάδας γυναικείων σπουδών του Α.Π.Θ.
Από τα τρία εκατομμύρια οργανωμένων μελών της εθνικής αντίστασης, οι 1.740.000 ήταν γυναίκες, ενώ γυναίκες και κορίτσια ήταν τα περισσότερα μέλη της ΕΠΟΝ και του παιδικού της τμήματος. Οι γυναίκες της αντίστασης ίδρυσαν 679 λαϊκά ιατρεία, 169 λαϊκά νοσοκομεία και 1.253 λαϊκά φαρμακεία σε όλη τη χώρα.

ΠΗΓΕΣ
https://el.wikipedia.org/
https://bluebig.wordpress.com/

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ: Τα Τάγματα Ασφαλείας ή Τάγματα Ευζώνων ή Γερμανοτσολιάδες από την Κατοχή μέχρι την απελευθέρωση

Η δράση και η συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας με τις γερμανικές Δυνάμεις Κατοχής
Οπλίτης των Ταγμάτων Ασφαλείας φυλά Έλληνα απαγχονισμένο
Τα Τάγματα Ασφαλείας (κατά την επίσημη ονομασία τους Τάγματα Ευζώνων ή με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό Γερμανοτσολιάδες, εξ αιτίας του δοσιλογισμού) ήταν παραστρατιωτικές ομάδες που έδρασαν στην Ελλάδα κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ρόλο υποστηρικτικό των Γερμανο-Ιταλο-Βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής. Δημιουργήθηκαν από την κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλληκατόπιν έγκρισης της Βέρμαχτ, με σκοπό τη διατήρηση της έννομης τάξης, κυρίως στην ύπαιθρο, πλήττοντας έτσι και την όποια αντίσταση προέβαλε ο ελληνικός λαός.
Τα τάγματα αυτά δημιουργήθηκαν δια του Νόμου 260/1943 που εκδόθηκε στις 18 Ιουνίου του 1943 και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 180 Α'. Τα τάγματα αυτά έδρασαν τον υπόλοιπο χρόνο της κατοχής, κυρίως στη Βόρεια Πελοπόννησο, τη δυτική Στερεά Ελλάδα, ιδίως στην Αιτωλοακαρνανία, την Εύβοια και την Αθήνα. Πολλοί ήταν εκείνοι που τα χαρακτήρισαν ως δοσιλογικά εξ αιτίας των οποίων και καταδικάστηκε στη συνέχεια ο πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης, αλλά όχι όμως και οι εισηγητές της δημιουργίας των.

Τάγματα Ευζώνων
Συμμετείχαν στην κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα
Ενεργά1943-1944
ΙδεολογίαΑντικομμουνισμός
ΗγέτεςΙωάννης Ράλλης (Πρωθυπουργός)
Ιωάννης Πλυτζανόπουλος(Αντισυνταγματάρχης)
ΑρχηγείοΑθήνα
Δύναμη22.000 (1944)
ΥπαγωγήΕλληνική Πολιτεία
ΣύμμαχοιΓερμανικός στρατός, Ελληνική Χωροφυλακή
ΑντίπαλοιΚΚΕ, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ


Υφιστάμενη κατάσταση
Με την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς τον Μάιο του 1941 οι παραμένουσες στη Χώρα στρατιωτικές δυνάμεις (κυρίως του στρατού ξηράς), μετά την παράδοση του οπλισμού τους διαλύθηκαν. Τα δε υπάρχοντα τότε Σώματα Ασφαλείας που ήταν η Βασιλική Χωροφυλακή, με έδρα την Αθήνα και υποδιοικήσεις σ΄ όλη τη Χώρα, η Αστυνομία Πόλεων, που είχε την ευθύνη ασφάλειας των πόλεων Αθήνας, Πειραιά, Πάτρας και Κέρκυρας, με βασικά καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί, μεταξύ άλλων και τη δίωξη των κομουνιστών, το Λιμενικό Σώμα, (διατηρουμένων μόνο των αξιωματικών και υπαξιωματικών), με έδρα τον Πειραιά, και τα άοπλα σώματα Πυροσβεστική Υπηρεσία και η Αγροφυλακή, δεν καταργήθηκαν.

Οι κατακτητές τότε αποφάσισαν σύμφωνα με το δίκαιο του πολέμου την διατήρησή τους για την εσωτερική ασφάλεια με μειωμένη όμως δύναμη. Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση που συστάθηκε από Έλληνες δοσίλογους στρατιωτικούς , με πρωθυπουργό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου, πρώην διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού, μέσα σε δύο χρόνια έχασε σταδιακά τον έλεγχο της υπαίθρου καθώς άρχισαν ν΄ αναπτύσσονται ομάδες αντιστασιακών που δρούσαν στις ορεινές περιοχές. Τότε οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι που κατείχαν υπό έλεγχο το μεγαλύτερο μέρος της Χώρας εξανάγκασαν την κυβέρνηση να μεταθέσει δυνάμεις της Χωροφυλακής στις μεγάλες πόλεις θεωρώντας ύποπτες για συνεργασία με αντάρτες. Εξέλιξη αυτών ήταν στη συνέχεια η κατάργηση της Αγροφυλακής.

Σημειώνεται όμως ότι στο τέλος του πρώτου χρόνου κατοχής οι κατακτητές είχαν προσπαθήσει ν΄ αναθέσουν στα σώματα ασφαλείας, ιδίως στη Βασιλική Χωροφυλακή, αντιανταρτικά καθήκοντα που υπήρξαν όμως ανεπιτυχή, γεγονός που τους έκανε έτσι καχύποπτους.

Ελληνική αντίδραση
Τον Δεκέμβριο του 1942 η Ανώτατη Διοίκηση των Καραμπινιέρων στη Καρδίτσα εξέδωσε διαταγή συνδρομής των δυνάμεων της εκεί Χωροφυλακής στις επιχειρήσεις κατά των αντιστασιακών. Τότε το Υπουργείο Εσωτερικών στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγονταν η Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων διαμαρτυρήθηκε έντονα στην Ανώτατη Διοίκηση των Ιταλών χωρίς αποτέλεσμα. Αλλά και αργότερα η γερμανική διοίκηση με απόφασή της, στις 10 Οκτωβρίου του 1943, ενέταξε τα Σώματα αυτά στη διοίκηση των Ες-Ες παρά την επίσης έντονη αντίδραση του αυτού υπουργείου που προσπάθησε πλέον αυτή τη φορά ν΄ ανασυγκροτήσει την Πολιτοφυλακή που υφίστατο κατά την περίοδο του πολέμου 1940-1941.

Έτσι τον Μάρτιο του 1942, υπό την πίεση των Ιταλών η ελληνική κυβέρνηση δια των Νομαρχών άρχισε να χορηγεί άδειες οπλοφορίας σε ειδικά επιλεγμένα άτομα, τα οποία θα ενίσχυαν τους κατά τόπους Σταθμούς Χωροφυλακής, που είχαν αποδυναμωθεί με κύρια αποστολή την καταστολή του κομμουνισμού και την προστασία από επιθέσεις αντιστασιακών. Αυτά τα άτομα ήταν οι λεγόμενοι τότε «άνευ θητείας χωροφύλακες» που συγκρότησαν περίπου 19 τμήματα Ελλήνων εθελοντών που με την πάροδο του χρόνου τελικά εντάχθηκαν στη δύναμη της Χωροφυλακής.

Σημειώνεται ότι την περίοδο 1941-1943 οι συμπλοκές της Χωροφυλακής και Αστυνομίας με ομάδες αντιστασιακών ήταν αμφίπλευρα πολύ περιορισμένες.

Το παρασκήνιο της δημιουργίας
Στις 2 Δεκεμβρίου του 1942 παραιτείται ο Γ. Τσολάκογλου και πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Παιδείας και Πρόνοιας, (ιατρός - μαιευτήρας), Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος. Οι γερμανικές Αρχές πολύ γρήγορα όμως διαπίστωσαν ότι ο Λογοθετόπουλος παρά το επιστημονικό του κύρος δεν είχε ικανές δυνάμεις επιβολής στο διαμορφωμένο πολιτικό σκηνικό και σε διάστημα μόλις λίγων μηνών αναζητούσαν τον αντικαταστάτη του.

Ο εισηγητής Θ. Πάγκαλος
Την ίδια εκείνη εποχή κάποιοι απόστρατοι αξιωματικοί επικεφαλής των οποίων φέρονταν ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος άρχισαν ν΄ ανησυχούν από την εντεινόμενη δραστηριότητα του ΕΑΜ και ειδικότερα μετά τη δημιουργία του στρατιωτικού του σκέλους ΕΛΑΣ, θεωρώντας ότι αυτές, με το πρόσχημα της αντίστασης κατά των κατακτητών, είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν με το μέρος τους τον λαό της υπαίθρου, υπολογίζοντας ακόμα πως με τον εφοδιασμό τους με οπλισμό από τους Άγγλους θα επικρατούσαν τελικά μετά την απελευθέρωση.

Έτσι μετά από πολλές συζητήσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει η ίδια η Κυβέρνηση ν΄ αναλάβει μια ανεξαρτησία κινήσεων και δράσης επ' αυτού του ζητήματος ώστε να ματαιωθούν οι πόθοι αυτών των κομουνιστικών οργανώσεων που έτσι κι αλλιώς παρέμεναν εκτός νόμου. Παράλληλα ανέθεσαν στον φίλο του Πάγκαλου, Ιωάννη Βουλπιώτη ν΄ ανιχνεύσει επ' αυτού τις διαθέσεις των Γερμανών μέσω της φιλίας που διατηρούσε με τον πρώην στρατιωτικό ακόλουθο της Γερμανίας στην Αθήνα Κρίστιαν Φον Κλεμ. Όταν ο συνταγματάρχης Φον Κλεμ ενημερώθηκε σχετικά, και δι' αυτού ο Αρχηγός των Ες-Ες Ελλάδος φέρεται να μετέφερε θετική απάντηση όπου και στη συνέχεια ο Πάγκαλος, με σύμφωνη γνώμη και των άλλων αποστράτων, έσπευσε και ενημέρωσε σχετικά τον Ιωάννη Ράλλη, πείθοντάς τον τελικά ν΄ αναλάβει πρωθυπουργός, δηλώνοντάς του και την ακαταλληλότητά του γι΄ αυτή τη θέση εξαιτίας της προηγούμενης δικτατορίας του για την οποία και είχε διαβληθεί.

Ο Στ. Γονατάς, επίσης, βασικός εισηγητής των Τ.Α.

Στο σημείο αυτό φαίνεται αφενός μεν πως η επιλογή του Ιωάννη Ράλλη έγινε λόγω της απήχησης που είχε ως παλαιός βενιζελικός πολιτικός τόσο στη Πρωτεύουσα, που χρόνια πολιτευόταν, όσο και στην επαρχία, του οποίου ο αποτρεπτικός του λόγος για σύμπραξη των πολιτών με το ΚΚΕ και τις οργανώσεις του θα ήταν περισσότερο αποτελεσματικός, παρά τις υπόψη αντίθετες τότε υποδείξεις, που δεν έλειψαν, της ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου και πρωτίστως των Άγγλων που για ίδιο όφελος επιζητούσαν αντίσταση απ΄ όπου και να προέρχεται, αδιαφορώντας για τις εσωτερικές εξελίξεις (αν όχι σκόπιμες). Αλλά και αφετέρου η «περίεργα» άμεση σχεδόν αποδοχή του Ι. Ράλλη από τους Γερμανούς που συνέτειναν σ΄ αυτό εκτός των προτάσεων του Φον Κλεμ και άλλοι παράγοντες, ίσως και εξωθεσμικές οργανώσεις.






Δημιουργία
Η δημιουργία μιας ένοπλης δύναμης που σκοπό της θα είχε τη διατήρηση της έννομης τάξης και την καταπολέμηση των κομμουνιστών του ΕΛΑΣ ήταν όρος που έθεσε ο Ιωάννης Ράλλης προκειμένου να αναλάβει την πρωθυπουργία μετά την παραίτηση του Λογοθετόπουλου. Τη δημιουργία μιας τέτοιας δύναμης υποστήριξαν εξ αρχής οι εισηγητές Στυλιανός Γονατάς και Θεόδωρος Δ. Πάγκαλος, προκειμένου, όπως υποστήριζαν στην προβαλλόμενη προπαγάνδα τους, να εμποδίσουν μελλοντική επιστροφή του βασιλιά Γεώργιου Β' στην Ελλάδα. Άλλα σημαντικά πρόσωπα που επηρέαζαν την εποχή εκείνη τον πρωθυπουργό ήταν ο υπουργός Ταβουλάρης και ο Ι. Βουλπιώτης.

Από την πλευρά τους οι Γερμανοί είδαν ότι μια δύναμη κρούσης κατά της αντίστασης αποτελούμενη από Έλληνες είχε πλείστα πλεονεκτήματα, καθώς όχι μόνο οι ντόπιοι γνώριζαν καλύτερα το έδαφος, καθώς και τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην αντίσταση, που σήμαινε περισσότερο αποτελεσματικοί, αλλά πρώτιστα διευκόλυνε και το δικό τους έργο άνευ εμπλοκής δικών τους δυνάμεων, χωρίς και να παραβλέπεται ο εμφύλιος χαρακτήρας αυτών των συγκρούσεων με ότι σήμαινε για τους ίδιους.

Ως αρχικοί σκοποί της ίδρυσης των Ταγμάτων αναφέρθηκαν η τήρηση της τάξης σε περίπτωση κομμουνιστικών ενεργειών, καθώς και η παρεμπόδιση της επιστροφής του βασιλιά. Ο δεύτερος στην πορεία εγκαταλείφθηκε και πιθανόν αποτελούσε τρόπο για να πεισθούν να καταταχθούν στα Τάγματα οι Βενιζελικοί αξιωματικοί που είχαν αποταχθεί ήδη από το 1936 επί καθεστώτος Μεταξά Από την πλευρά τους, όσοι ανέλαβαν τη συγκρότηση και διοίκηση Ταγμάτων Ασφαλείας υποστήριξαν ότι το έκαναν προκειμένου να προφυλάξουν τον πληθυσμό από τη δράση του ΕΑΜ. Η δημιουργία τους έγινε με νόμο που ψηφίστηκε στις 7 Απριλίου του 1943 και η πρόσκληση για κατάταξη ανακοινώθηκε δημόσια τον Ιούνιο του '43.

Η προσέλευση εθελοντών στα Τάγματα ήταν αρχικά ελάχιστη, κι έτσι πυρήνα της νέας δύναμης αποτέλεσε η φρουρά των ευζώνων του Άγνωστου Στρατιώτη, τον Ιούνιο του 1943. Μέχρι το φθινόπωρο του 1943 η ύπαρξη του Τάγματος ήταν μάλλον τυπική, εν μέρει λόγω και του δισταγμού Γερμανών και Ιταλών να δώσουν όπλα. Με την συνθηκολόγηση της Ιταλίας όμως, το Σεπτέμβριο του 1943, οι Γερμανοί απέκτησαν διπλό πρόβλημα καθώς αφενός πολλά όπλα έπεσαν στα χέρια των αντιστασιακών οργανώσεων, κυρίως του ΕΛΑΣ, με αποτέλεσμα την κλιμάκωση της αντίστασης, αφετέρου τα ιταλικά στρατεύματα δεν αποτελούσαν πλέον φίλιες δυνάμεις και οι ζώνες ευθύνης τους έπρεπε να ελέγχονται από γερμανικά στρατεύματα. Επίσης, μετά τις ήττες σε Αφρική και Ιταλία, η Ελλάδα έγινε ευάλωτη σε πιθανή συμμαχική απόβαση. Έτσι, εντάθηκαν οι προσπάθειες για τη δημιουργία ντόπιων στρατιωτικών τμημάτων που θα πολεμούσαν την αντίσταση. Τον Ιανουάριο του 1944 η πίεση αυξήθηκε προς τους αξιωματικούς, που κλήθηκαν να καταταγούν υποχρεωτικά στα Τάγματα Ασφαλείας με κυρώσεις, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, τη διακοπή χορήγησης κουπονιών διατροφής και την απώλεια του δικαιώματος σύνταξης, αλλά και προς τους αστυνομικούς, με μαζικές απολύσεις από την Αστυνομία. Ρόλο στη σύσφιξη των σχέσεων των εθνικιστικών οργανώσεων με τους Γερμανούς έπαιξαν και οι επαφές του Βρετανού πράκτορα Στοττ με τους τελευταίους, που κατά τους Βρετανούς έδρασε με δική του πρωτοβουλία.


Οπλίτες των Ταγμάτων Ασφαλείας
Συγκρότηση
Το πρώτο Τάγμα Ασφαλείας, ή 1ο Τάγμα Ευζώνων, συγκροτήθηκε τον Μάιο του 1943 και διοικητής του ανέλαβε ο Φωκίων Διαλέττης. Όμως περί τα μέσα Ιουνίου αποφασίστηκε η συγκρότηση τεσσάρων ακόμη ταγμάτων. Έτσι τον Ιούνιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους δημιουργήθηκαν στην Αθήνα άλλα τέσσερα τάγματα, με δυναμικό 300 οπλίτες και 20 αξιωματικούς έκαστο. Η επάνδρωσή τους γινόταν με αξιωματικούς του στρατού, με υποχρεωτική κλήτευση νέων σειρών και αποστράτων αξιωματικών. Η φρουρά του Αγνώστου αποτέλεσε το φυτώριο και για τα επόμενα τακτικά "ευζωνικά τάγματα", καθώς η βασική εκπαίδευση δινόταν εκεί και στη συνέχεια τα Τάγματα έφευγαν για την ύπαιθρο, κυρίως δυτική Ελλάδα και Πελοπόννησο, όπου επιμέρους τμήματά τους ίδρυσαν τοπικά Τάγματα. Για κάθε τάγμα ευζώνων προβλεπόταν δύναμη 600 ανδρών και 50 αξιωματικών, καθώς και ενός Γερμανού αξιωματικού.

Στα Τάγματα κατατάσσονταν κυρίως εξαθλιωμένοι άνθρωποι που προσπαθούσαν έτσι να επιβιώσουν, καθώς η υπηρεσία συνοδευόταν με καλό για την εποχή μισθό και άλλα προνόμια και διευκολύνσεις, εγκληματίες και καταζητούμενοι, αντικομμουνιστές αξιωματικοί, ανάμεσα στους οποίους και αξιωματικοί τoυ ΕΔΕΣ Αθήνας, τους οποίους ο Ζέρβας καταδίκασε το Δεκέμβριο του 1943 και αποκήρυξε περί το Φεβρουάριο του 1944, πολιτικοί καιροσκόποι, καθώς και μέλη οργανώσεων που είχαν έρθει σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ ή είχαν διαλυθεί από αυτόν, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτά των 200 ανδρών της ΕΚΚΑ και μελών ομάδων του "Εθνικού Στρατού" που είχαν έρθει στην ύπαιθρο της Πελοποννήσου σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ και κατέφυγαν στις πόλεις, όπως και άτομα που είχαν χάσει συγγενείς τους εξαιτίας της δράσης των ανταρτών και ζητούσαν εκδίκηση.

"Ορκίζομαι εις τον Θεόν τον άγιον τούτον όρκον, ότι θα υπακούω απολύτως εις τας διαταγάς του ανωτάτου αρχηγού του γερμανικού στρατού Αδόλφου Χίτλερ. Θα εκτελώ πιστώς απάσας τας ανατεθησομένας μοι υπηρεσίας και θα υπακούω άνευ όρων εις τας διαταγάς των ανωτέρων μου. Γνωρίζω καλώς ότι διά μιαν αντίρρησιν εναντίον των υποχρεώσεών μου, τας οποίας διά του παρόντος αναλαμβάνω, θέλω τιμωρηθή παρά των γερμανικών στρατιωτικών νόμων".
Ο όρκος των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Από τα παραπάνω συγκροτημένα τάγματα το 2ο Τάγμα, που συγκροτήθηκε τον Ιούνιο, μετακινήθηκε στην Πάτρα προκειμένου εκεί να αποτελέσει τον πυρήνα του 2ου Συντάγματος Ευζώνων. Τα υπόλοιπα τέσσερα τάγματα στην Αθήνα συγκρότησαν το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων Αθηνών, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Ι. Πλυτζανόπουλος. Οι μονάδες αυτές καθώς και όσες δημιουργήθηκαν στη συνέχεια τέθηκαν υπό της Ανωτάτης Διοίκησης Ευζωνικών Ταγμάτων του υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Επικεφαλής όλων των ταγμάτων αυτών ανέλαβε στις 25 Νοεμβρίου ο προαχθείς σε υποστράτηγο Βασίλειος Ντερτιλής.

Η στολή των τακτικών Ταγμάτων ήταν αυτή των Ευζώνων του Άγνωστου Στρατιώτη, για αυτό το λόγο έμειναν γνωστοί και ως γερμανοτσολιάδες. Από τον Ιανουάριο του 1944 φόρεσαν χιτώνια του πρώην ελληνικού στρατού, και γερμανικά άρβυλα. Στη στολή τους τα ελληνικά εθνόσημα και το στέμμα είχαν αντικατασταθεί με ένα δάφνινο στεφάνι. Στον όρκο που έδιναν οι αξιωματικοί και οπλίτες των Ταγμάτων ορκίζονταν απόλυτη υπακοή στον Αδόλφο Χίτλερ και υπαγόταν στη δικαιοδοσία των γερμανικών στρατιωτικών νόμων.

Εθελοντικά Τάγματα Χωροφυλακής
Παράλληλα στην Πελοπόννησο ιδρύθηκαν επιπλέον Τάγματα, ως Πρότυπα Τάγματα Χωροφυλακής, που ουδεμία όμως σχέση είχαν με τα τάγματα Ευζώνων τόσο στη στελέχωση όσο και στην οργάνωση. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις του συνταγματάρχη Διονυσίου Παπαδόγκωνα με τους Ιταλούς και κατόπιν με τους Γερμανούς οι μονάδες αυτές σιτίζονταν και εξοπλίζονταν από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, ενώ τυπικά υπάγονταν στο Υπουργείο Εσωτερικών και το "Β' Αρχηγείο Χωροφυλακής". Αρχικά διστακτικοί οι Γερμανοί, επέτρεψαν τη δημιουργία των Ταγμάτων αυτών μετά και από προσωπική έγκριση του Χίτλερ, προκειμένου "να γλιτώσουν γερμανικό αίμα". Ο Παπαδόγκωνας, καθώς θεωρούνταν Βρετανόφιλος, προσέφερε τη γυναίκα και την κόρη του ως ομήρους στους Γερμανούς για να πείσει ότι δεν προτίθεται να πολεμήσει αυτούς, προσφορά που οι Γερμανοί αρνήθηκαν δείχνοντας εμπιστοσύνη. Δυο μέρες μετά την έγκριση του Χίτλερ, την 1η Νοεμβρίου του 1943, ιδρύθηκε στη Λακωνία το "Τάγμα Λεωνίδας", με όπλα από τους Γερμανούς και επικεφαλής το Λεωνίδα Βρεττάκο, αδερφό του Τηλέμαχου Βρεττάκου που είχε συγκροτήσει προηγούμενα δύναμη στην Πελοπόννησο και δολοφονήθηκε από τον ΕΛΑΣ.

Τα Τάγματα της Πελοποννήσου, που συγκροτήθηκαν σε χαλαρότερη βάση, φορούσαν στολές χωροφύλακα, πολιτικά ή παλιές γερμανικές και ιταλικές στολές. Ανώτατος διοικητής των Ταγμάτων ήταν ο αντιστράτηγος -διοικητής των SS και της αστυνομίας στην Ελλάδα- Βάλτερ Σιμάνα. Διοικητές των Ευζωνικών Ταγμάτων χρημάτισαν ο Βασίλειος Ντερτιλής και στη συνέχεια ο Αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Πλυτζανόπουλος.

Οι πιο γνωστοί Έλληνες αξιωματικοί των ΕΤΧ ήταν οι Διονύσιος Παπαδόγκωνας (διοικητής των Ταγμάτων Πελοποννήσου, σκοτώθηκε κατά τα Δεκεμβριανά στο Γουδί), Παναγιώτης Στούπας (διοικητής του Τάγματος Μελιγαλά, αυτοκτόνησε κατά την πολιορκία της Πύλου από δυνάμεις του ΕΛΑΣ), Λεωνίδας Βρεττάκος (διοικητής του Τάγματος "Λεωνίδας" στη Λακωνία), Νικόλαος Κουρκουλάκος (διοικητής του Τάγματος της Πάτρας) κ.α.

Δράση
Η δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν κατά βάση αντι-εαμική και αντικομμουνιστική. Αν και έγινε προσπάθεια να εξαπλωθούν σε ολόκληρη τη χώρα, κύριοι χώροι δράσης τους ήταν η Στερεά Ελλάδα (Αγρίνιο και Ναύπακτος) και η Πελοπόννησος (Τρίπολη, Πάτρα, Ναύπλιο, Γύθειο, Καλαμάτα, Σπάρτη κλπ ), καθώς και η Αθήνα, η Εύβοια και κατά καιρούς ορισμένες περιοχές της Θεσσαλίας. Στη Μακεδονία και Θράκη έδρασαν ένοπλοι χωρικοί, μέλη των εθνικιστικών οργανώσεων ΥΒΕ ΕΚΑ και ΠΑΟ, κατέφυγαν στους Γερμανούς έπειτα από απηνείς διώξεις του ΕΛΑΣ σχηματίζοντας τον Εθνικό Ελληνικό Στρατό (ΕΕΣ). Φορώντας πολιτικά ρούχα λειτουργούσαν ουσιαστικά ως φρουρές των χωριών τους, με γνωστότερους αρχηγούς τον Κυριάκο Παπαδόπουλο ή Κισά Μπατζάκ (Πιερία) και το Μιχαήλ Παπαδόπουλο (Μιχάλαγα) στην Κοζάνη. Οι δυνάμεις αυτές δεν υπάγονταν στα Τάγματα Ασφαλείας, ωστόσο ακολουθούσαν τους Γερμανούς σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και φρουρούσαν μαζί διάφορα στραγηγικής σημασίας σημεία (γέφυρες, περάσματα). Στην Κρήτη η συγκρότηση δοσιλογικής στρατιωτικής δύναμης σε γενικές γραμμές απέτυχε. Η συνολική δύναμη των Ταγμάτων έφτασε τις 22.000 στο τέλος της Κατοχής, σε 9 ευζωνικά και 22 εθελοντικά τάγματα.

Η πρώτη αυτόνομη ενέργεια των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Αθήνα ήταν η επιδρομή, στις 27 Νοεμβρίου 1943, στα στρατιωτικά νοσοκομεία και η εκκαθάρισή τους από κομμουνιστές. Διενεργούσαν επίσης ελέγχους σε σπίτια, που αποτελούσαν αφορμή για λεηλασίες και εκφοβισμό των πολιτών. Σε άλλες περιπτώσεις, ξυλοκοπούνταν και βιάζονταν γυναίκες που είχαν συγγενείς στον ΕΛΑΣ, και τα σπίτια τους καίγονταν. Το πρώην ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα αποτέλεσε φυλακή όπου τα Τάγματα κρατούσαν όσους αιχμαλώτους τους δεν έπαιρναν οι Γερμανοί στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου ή δεν στέλνονταν για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία. Τα Τάγματα συμμετείχαν επίσης ενεργά στα μπλόκα, όπως στο πρώτο και δεύτερο μπλόκο της Κοκκινιάς, στο μπλόκο της Καισαριανής, σε επιδρομές μαζί με τα SS στην Καισαριανή, το Βύρωνα και αλλού, καθώς και στην πολιορκία και τη μάχη στο λεγόμενο "Κάστρο του Υμηττού". Φρουρούσαν επίσης τα πτώματα όσων κρεμούσαν οι Γερμανοί έτσι ώστε να μην τα απομακρύνουν οι συγγενείς και να παραμένουν σε δημόσια θέα προς εκφοβισμό.

Τόσο τα Τάγματα Ευζώνων όσο και αυτά του Παπαδόγκωνα συμμετείχαν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών μαζί με το γερμανικό στρατό. Τον Ιανουάριο του 1944, το Τάγμα Βρεττάκου συμμετείχε στην εκκαθαριστική "Επιχείρηση Κότσυφας" σε συνεργασία με Γερμανούς. Στις 26 Φεβρουαρίου '44 τα Τάγματα συμμετείχαν σε επιδρομή στην Αχαία, το Μάρτιο του ίδιου χρόνου στη Λακωνία και Μεσσηνία, όπου δεν έδειξαν κανένα οίκτο για τον πληθυσμό, και τον Απρίλιο πάλι σε Αχαία και Ηλεία όπου φέρθηκαν με μεγάλη βαρβαρότητα. Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν στην Πελοπόννησο και κατά το καλοκαίρι. Τα Τάγματα Ασφαλείας βοήθησαν επίσης στην φύλαξη των Εβραίων της Πάτρας, που στάλθηκαν στο Άουσβιτς, και συμμετείχαν στην προετοιμασία της "Επιχείρησης Καλάβρυτα", που κατέληξε στη Σφαγή των Καλαβρύτων, συλλέγοντας πληροφορίες στα Καλάβρυτα και τις γύρω περιοχές για λογαριασμό των Γερμανών.Στην Εύβοια το εκεί Τάγμα έγινε διαβόητο για την απειθαρχία και τη βιαιότητά του, επιδιδόμενο επίσης σε εκβιασμούς και μαύρη αγορά.

Τα Τάγματα Ασφαλείας έκαναν και αρκετές εκτελέσεις ως αντίποινα για τους φόνους Γερμανών από τους αντάρτες. Στις 15 Μαρτίου του 1944 στην Πάτρα εκτελέστηκαν 200 κομμουνιστές υπό γερμανική επιτήρηση, 40 το Μάρτιο του '44 από το Τάγμα Καλαμάτας, ενώ στις 25 Απριλίου τουφεκίστηκαν 110 με πρωτοβουλία του Παπαδόγκωνα σε αντίποινα για τη δολοφονία από τους αντάρτες του Γερμανού στρατηγού Κρεχ, τον οποίο εκτιμούσε. Παράλληλα στις 31 Ιουλίου άντρες του Τ.Α. Αγρινίου κρέμασαν στα Καλύβια 60 αιχμάλωτους ΕΛΑΣίτες και ΕΑΜίτες. Αντίστροφα, οι γερμανικές αρχές τιμωρούσαν με αντίποινα (εκτελέσεις) το φόνο μελών των Ταγμάτων Ασφαλείας, μέτρο που ίσχυε και για τα δικά τους στρατεύματα. Όταν το Μάιο του '44 οι Γερμανοί κήρυξαν την Πελοπόννησο ζώνη πολέμου και απαγόρευσαν την επικοινωνία, τις συγκεντρώσεις, τις μετακινήσεις καθώς και την κυκλοφορία τα βράδυα, με την ποινή σύλληψης ή θανάτου, τα Τάγματα Ασφαλείας ανέλαβαν την τήρηση του μέτρου αυτού.

Σχέσεις με τις δυνάμεις κατοχής
Τα Τάγματα Ασφαλείας συνεργάζονταν στενά με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, τόσο ως μάχιμη δύναμη σε επιχειρήσεις όσο και σαν σώμα φύλαξης αιχμαλώτων, υποστηρικτική δύναμη, και ως αποσπάσματα θανάτου. Η συνεργασία τους χαρακτηριζόταν από τους ίδιους τους Γερμανούς σε αναφορές τους ως εξαιρετική. Είχαν επίσης συμμετοχή στις γιορτές για τα γενέθλια του Χίτλερ και για την 25η Μαρτίου που διοργάνωσαν οι Γερμανοί. Μετά την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ, στις 20 Ιουλίου 1944, ο Παπαδόγκωνας του έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα για τη διάσωσή του. Στο τηλεγράφημα απάντησε ο Χάινριχ Χίμλερ, αρχηγός των SS, ευχαριστώντας εκ μέρους του Φύρερ και υποσχόμενος επιπλέον εξοπλισμό για τα Τάγματα. Η συγκρότηση των στρατιωτικών αυτών σωμάτων αποτέλεσε και αντικείμενο προπαγάνδας για τη ναζιστική πολεμική προσπάθεια. Προβλήθηκαν από το Υπουργείο Προπαγάνδας του Βερολίνου ως τα "σκληροτράχηλα παλικάρια στο πλευρό της Βέρμαχτ".

Ένα από τα τελευταία πράγματα που έκαναν οι Γερμανοί αποχωρώντας από την Πελοπόννησο, ήταν να αφήσουν στα Τάγματα Ασφαλείας αποθήκες με πυρομαχικά και οπλισμό, για να συνεχίσουν τον πόλεμο εναντίον των κομμουνιστών. Ο Διοικητής των ευζωνικών Ταγμάτων Πλυτζανόπουλος υποστήριξε, καθώς πλησίαζε η απελευθέρωση, ότι οι Γερμανοί έπρεπε να αποχωρήσουν από την Ελλάδα χωρίς προβλήματα, για να αποφευχθεί περαιτέρω αιματοκύλισμα. Τα Τάγματα Ασφαλείας κάλυψαν την αποχώρηση των Γερμανών, εντυπωσιάζοντας τον Σιμάνα με την πίστη και την αγωνιστικότητά τους. Στην Πάτρα, ένας από τους όρους που έθεσε ο διοικητής του εκεί Τάγματος Κουρκουλάκος, προκειμένου να παραδοθεί, ήταν να αφεθούν οι Γερμανοί να αποχωρήσουν ανενόχλητοι.

Τα Τάγματα Ασφαλείας καταδικάστηκαν ως προδοτικά με διάγγελμα της κυβέρνησης του Καίρου τον Ιανουάριο του 1944, και με κοινή ανακοίνωση των αντιστασιακών οργανώσεων ΕΚΚΑ, ΕΔΕΣ και ΕΑΜ το Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου. Στη Συμφωνία της Καζέρτας, που προηγήθηκε της απελευθέρωσης της Ελλάδας, τα Τάγματα Ασφαλείας χαρακτηρίστηκαν όργανα του εχθρού.

Απελευθέρωση
Με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής από την Ελλάδα τα Τάγματα πολιορκήθηκαν σε διάφορες πόλεις από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ (Ναύπλιο, Αγρίνιο, Τρίπολη, Κόρινθο, Πάτρα) και παραδόθηκαν είτε σε αυτόν είτε σε βρετανικές δυνάμεις που κατέφθαναν στη χώρα. Ο διοικητής των Ταγμάτων της Πελοποννήσου Διονύσιος Παπαδόγκωνας, μετά την άρνησή του να συμπτυχθεί στην Αθήνα, περικυκλώθηκε στην Τρίπολη από τις δυνάμεις του Άρη Βελουχιώτη στα τέλη Σεπτεμβρίου του '44. Αφού πρώτα απέκρουσε επίθεση του ΕΛΑΣ, έσπειρε την τρομοκρατία στην πόλη, και τελικά παραδόθηκε την 1η Οκτωβρίου σε βρετανικό απόσπασμα μετά από μεσολάβηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και τις εγγυήσεις των Άγγλων αξιωματικών και μεταφέρθηκε αρχικά στις Σπέτσες και από εκεί στην Αθήνα.

Το Τάγμα Ασφαλείας Μελιγαλά μαζί με τους εναπομείναντες Ταγματασφαλίτες της Καλαμάτας εξολοθρεύτηκε από τον ΕΛΑΣ μέσα στην κωμόπολη ύστερα απο τριήμερη μάχη (13-15 Σεπτεμβρίου) την οποία ακολούθησε εκτέλεση των κατηγορουμένων αιχμαλώτων Ταγματασφαλιτών για εγκλήματα κατά του λαού της Μεσσηνίας, ενώ κατόπιν σε ανοικτό ΛαΪκό Δικαστηρίο στην Καλαμάτα, κρίθηκε ένοχος και εκτελέστηκε στην κεντρική πλατεία της πόλης ο νομάρχης Περωτής, επικεφαλής των Ταγμάτων Ασφαλείας της Μεσσηνίας και άλλοι 17 επιφανείς πολίτες ως κύριοι υποστηρικτές των Ταγμάτων. Εκτελέσεις δοσιλόγων έγιναν και στους Γαργαλιάνους και στον Πύργο. Το Τάγμα Ασφαλείας της Πάτρας με διοικητή τον Κουρκουλάκο αποχώρησε από την πόλη και οι άντρες του απομακρύνθηκαν από τους Βρετανούς και κλείστηκαν στο στρατόπεδο του Αράξου και το Τάγμα Ασφαλείας Αγρινίου παραδόθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου στον ΕΛΑΣ έπειτα από τριήμερη αντίσταση. Στην Αθήνα τα Τάγματα Ευζώνων αφοπλίστηκαν και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο του Γουδή.

Οι δοσιλογικές δυνάμεις της Μακεδονίας συγκεντρώθηκαν στο Κιλκίς, περικυκλώθηκαν όμως από τον ΕΛΑΣ και κλήθηκαν να παραδοθούν. Μετά την άρνησή τους ακολούθησε φονική και για τις δυο πλευρές μάχη, που τέλειωσε με την κατάληψη της πόλης από τον ΕΛΑΣ, την οποία ακολούθησαν εκτελέσεις όσων κρίθηκαν ως δοσίλογοι.

Μετά την Κατοχή
Δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας παρέμειναν επιτηρούμενες στο στρατόπεδο στου Γουδή, απελευθερώθηκαν όμως από εκεί από την κυβέρνηση Παπανδρέου, οπλίστηκαν και πολέμησαν στο πλευρό της κυβέρνησης και των Βρετανών κατά τα Δεκεμβριανά, την ένοπλη σύρραξη στην Αθήνα που σηματοδότησε την αρχή του Ελληνικού Εμφύλιου. Αρκετά μέλη τους δε, ενσωματώθηκαν στα Τάγματα Εθνοφυλακής, το στρατό που δημιουργήθηκε μετά την Κατοχή, επιδιδόμενοι σε βιαιότητες και εκδικητικές πράξεις εναντίον των αριστερών. Στη λογική της συμμετοχής τους στον εμφύλιο με την πλευρά του κυβερνητικού στρατού, αμνηστεύθηκαν πολλοί από τους καταδικασθέντες, μερικοί από τους οποίους ακολούθησαν καριέρα στον Ελληνικό Στρατό. Ο Παπαδόγκωνας, που σκοτώθηκε κατά τα Δεκεμβριανά, προάχθηκε μετά θάνατο με βάση κατοχικούς νόμους, ωστόσο η προαγωγή αποσύρθηκε ως "λάθος" μετά την κατακραυγή που ακολούθησε. Ο εμπνευστής των Ταγμάτων, Ιωάννης Ράλλης, αν και αθωώθηκε από το δικαστήριο των δοσιλόγων για τη δημιουργία των Ταγμάτων, όπως και ο Πάγκαλος, ωστόσο κρίθηκε ένοχος εσχάτης προδοσίας και πέθανε το 1946 στη φυλακή. Μολονότι τελικά τα πρώην μέλη των Τ.Α. βρέθηκαν στην πλευρά των νικητών μετά τον εμφύλιο πόλεμο, ουδέποτε κατάφεραν να κερδίσουν αισθήματα συμπάθειας ή έστω ουδετερότητας. Μέχρι και σήμερα ο χαρακτηρισμός "ταγματασφαλίτης" ή "ταγματαλήτης" είναι στη λαϊκή κουλτούρα ύβρις, συνώνυμη της προδοσίας και του δοσιλογισμού.

Σημειώσεις
Ο όρος "Τάγματα Ασφαλείας" με τη σημασία που του αποδόθηκε για τα Τάγματα Ευζώνων προήλθε κυρίως από την ελληνική προπαγάνδα που ακολούθησε της εποχής εκείνης. Για την ιστορική ακρίβεια όμως Τάγματα Ασφαλείας της ίδιας περιόδου ήταν και άλλα που δημιούργησαν οι Γερμανοί για τον αστυνομικό έλεγχο του ελληνικού χώρου. Αυτά ήταν το Ι και ΙΙΙ Αστυνομικά Τάγματα Εθελοντών που συγκροτούνταν από Ιταλούς πλαισιωμένοι από Γερμανούς και επάνδρωναν την Ειδική Υπηρεσία Ασφαλείας στην οποία υπαγόταν το περιβόητο κτίριο στην οδό Μέρλιν χαρακτηριζόμενο "ανακριτικό άντρο" και το στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Επίσης υπήρξαν τα Τάγματα Βέρνερ (3 τάγματα) που συγκροτούνταν από Έλληνες σλαβόφωνους της Μακεδονίας (κομιτατζήδες), όπως και άλλα 19 τμήματα εθελοντών που τοποθετήθηκαν σε διάφορες πόλεις εκτός από νησιά. Τα δε Τάγματα Ευζώνων οι Γερμανοί τα αποκαλούσαν στις επίσημες αναφορές τους ευζωνικά τμήματα. Μάλιστα, τα τελευταία ήταν τα μόνα στα οποία οι Γερμανοί αναγνώρισαν σπουδαίες και αξιοσημείωτες επιτυχίες κατά του κομμουνισμού, σύμφωνα με την από 2 Νοεμβρίου 1944 έκθεση Σιμάνα, του Ανώτερου Διοικητού των Ες-Ες στην Ελλάδα.