Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατριάρχης κωνσταντινουπόλεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατριάρχης κωνσταντινουπόλεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Άγιος Αλέξανδρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (30 Αυγούστου)

Τα μεγάλα χαρίσματα και η πίστη του και η ευλάβεια του Αγίου, τα οποία απέκτησε κατά την παιδική και νεανική του ηλικία, φάνηκαν και αναδείχθηκαν αργότερα, κατά την δωδεκάχρονη πατριαρχία του και κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο. Ήταν σε ηλικία δέκα ετών, όταν ξέσπασαν οι διωγμοί του φοβερού Χριστιανομάχου αυτοκράτορα Δεκίου και αργότερα του αυτοκράτορα Βαλεριανού (257-260) και σε ώριμη ηλικία έζησε τούς διωγμούς του δαιμονικού Διοκλητιανού (303-305) και του αυτοκράτορα Γαλερίου Μαξιμιανού (305-311).
Zoom out

Τα πρώτα χρόνια του Αγίου
Ο Άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε το έτος 240 μ.Χ., άλλοι λένε το 239, στην αγιοτόκον Μ. Ασία, από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι τον ανέθρεψαν με «νουθεσίαν και παιδείαν Κυρίου».
 
Τα μεγάλα χαρίσματα και η πίστη του και η ευλάβεια του Αγίου, τα οποία απέκτησε κατά την παιδική και νεανική του ηλικία, φάνηκαν και αναδείχθηκαν αργότερα, κατά την δωδεκάχρονη πατριαρχία του και κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (Βλ. Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ΕΔΩ), πού έγινε στη Νίκαια της Μ. Ασίας το έτος 325 μ.Χ., κατά την οποίαν καθορίστηκε με σαφήνεια η Πίστη της Εκκλησίας, πού την νόθευαν οι διάφορες αιρέσεις και κακοδοξίες.

Από τα παιδικά του χρόνια ένοιωσε ο ίδιος άμεσα τι θα πει διωγμός και κυνηγητό και πόνος και ταλαιπωρία, γιατί βρέθηκε μέσα στην θύελλα των μεγάλων διωγμών του δευτέρου αιώνος. Αντί όμως να τον φοβίσουν και να τον αποθαρρύνουν, έκαναν πιο στέρεη την πίστη του και μεγαλύτερη την αγάπη του για τον Χριστό.

Ήταν σε ηλικία δέκα ετών, όταν ξέσπασαν οι διωγμοί του φοβερού Χριστιανομάχου αυτοκράτορα Δεκίου και αργότερα του αυτοκράτορα Βαλεριανού (257-260) και σε ώριμη ηλικία έζησε τούς διωγμούς του δαιμονικού Διοκλητιανού (303-305) (Βλ. Διοκλητιανός ΕΔΩ) και του αυτοκράτορα Γαλερίου Μαξιμιανού (305-311). Έτρεχε μαζί με τούς Μάρτυρες και βρισκόταν μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, πού βρισκόταν σε αδιάκοπο κυνηγητό και κατέφευγε σε σπηλιές και σε κατακόμβες, κρύβοντας τα μέλη της και προστατεύοντας μικρούς και μεγάλους, πού είχαν την ελπίδα τους στο έλεος του Θεού.

Πρωτοπρεσβύτερος στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως – Εκπρόσωπος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο
Οι εκκλησιαστικές πηγές τον παρακολουθούν και τον ιστορούν, όταν είχε λάβει την ιεροσύνη και υπηρετούσε ως Πρωτοπρεσβύτερος στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, όπου 
Πατριάρχης ήταν ο Άγιος Μητροφάνης και είχε τον Άγιο Αλέξανδρο ως «δεξί του χέρι». Όλες τις σημαντικές αποστολές τις ανέθετε στον ευλαβέστατο Πρωτοπρεσβύτερό του, διότι ο Πατριάρχης ήταν ήδη πολύ ηλικιωμένος και φιλάσθενος. Έτσι ο Άγιος Αλέξανδρος δόθηκε ολόκληρος στην διακονία της Εκκλησίας με τον πύρινο λόγο του, κατά των αιρέσεων του Αρείου (Βλ. Αρειανισμός ΕΔΩ), ο οποίος είχε παρασύρει πολλούς στις κακοδοξίες του και προκαλούσε αναστατώσεις και διαμάχες μεταξύ των Χριστιανών. Ταυτόχρονα ο καθαρός και άμεμπτος βίος του Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου, πού ήταν άνθρωπος νηστείας και προσευχής, γινόταν πρότυπο βίου, αλλά και καλού αγωνιστού της Πίστεως.

Το 303 μ.Χ. ο Άγιος Αλέξανδρος ήταν σε ηλικία 63 ετών, όταν ξέσπασε ο μεγάλος διωγμός του σατανόψυχου αυτοκράτορα Διοκλητιανού, πού είχε χαρακτηριστεί ως ο φοβερότερος διώκτης των Χριστιανών και σκότωνε αμέσως και με βίαιο τρόπον όλους εκείνους, πού δεν προσκυνούσαν τα άψυχα είδωλα, πού ο ίδιος τα θεωρούσε ως θεούς. Αφού ταλαιπωρήθηκε αρκετά κρυπτόμενος και μετακινούμενος από περιοχή σε περιοχή για να μη αποκαλυφτεί και κυρίως για να μπορεί να υπηρετεί την Εκκλησία, πού βρισκόταν ακόμα σε παρανομία και καταδίωξη για τον κοσμικό νόμο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και κάθε Χριστιανός εθεωρείτο επαναστάτης και εχθρός του κράτους, βρέθηκε στην περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως, όταν το 313 μ.Χ. έγινε η διακήρυξη της ανεξιθρησκείας με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (Μιλάνο), με το οποίον αναγνωρίστηκε και επίσημα ως θρησκεία ο Χριστιανισμός.

Ο Πατριάρχης Άγιος Μητροφάνης αγαπά ιδιαίτερα τον Πρωτοπρεσβύτερό του Αλέξανδρο και εκτιμά τα πνευματικά και σπάνια προσόντα του και την προθυμία του για την προστασία της Εκκλησίας και την επίλυση των προβλημάτων της. Έτσι επειδή ο Άγιος Μητροφάνης ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία και φιλάσθενος, έστειλε ως εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Α΄Οικουμενική Σύνοδο τον Άγιο Αλέξανδρο.

Γίνεται Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Όταν τελείωσε, θριαμβευτικά για την Εκκλησία, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, ο Άγιος Αλέξανδρος έτρεξε αμέσως από την Νίκαια στην Κωνσταντινούπολη για να ανακοινώσει στον Πατριάρχη Μητροφάνη τα μεγάλα νέα της νίκης της Πίστεως κατά της αιρέσεως, της Ορθοδοξίας κατά της κακοδοξίας. Ο Πατριάρχης τον περίμενε με αγωνία και προσευχόταν συνεχώς. Μόλις λοιπόν συναντήθηκαν τον αγκάλιασε, τον ασπάστηκε με πολλή συγκίνηση και του είπε να ξαναφύγει σε μεγάλη αποστολή, ώστε να ανακοινωθούν τα ευχάριστα νέα σε όλες τις ορθόδοξες επισκοπές και τις τοπικές εκκλησίες. Πρόθυμα ο Άγιος Αλέξανδρος έκανε υπακοή στο θέλημα του Άγιου Μητροφάνη, έβαλε μετάνοια και παρ’ ότι ήταν και αυτός σε μεγάλη ηλικία, των 85 ετών, ξεκίνησε να κάνει μια πολύ μεγάλη περιοδεία και να ανακοινώσει επίσημα τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και το «Σύμβολον της Πίστεως» και την καταδίκη της αιρέσεως του Αρείου, σε όλη τη Μακεδονία, στην Θράκη, στην υπόλοιπη Ελλάδα, στην Σερβία, την Ιλλυρία (Αλβανία) και τις άλλες γειτονικές περιοχές.

Τότε όμως, και ενώ ο Άγιος Αλέξανδρος βρισκόταν στην περιοδεία του, ο Πατριάρχης Μητροφάνης, πού είχε φθάσει στην ηλικία των 117 ετών, εξασθένησε τόσον πολύ, ώστε τον Ιούνιο του 325, παρέδωσε την ψυχή του «εις χείρας Θεού ζώντος», αφού προηγουμένως είχε ορίσει ως διάδοχό του τον Πρωτοπρεσβύτερο Αλέξανδρον πού τον ήξερε καλά και τον θεωρούσε ως τον μόνον άξιον να τον διαδεχτεί στον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Την επιθυμία και απόφαση του αυτήν την είχε γνωστοποιήσει και στον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο (Βλ. Μ. Κωνσταντίνος ΕΔΩ), πού συνεφώνησε μαζί του.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Zoom out

Μετά την άνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο, ο Άγιος Αλέξανδρος, που δεν είχε καμιά φιλοδοξία κοσμική και δεν τον ενδιέφερε η δόξα των ανθρώπων, συνέχισε με περισσότερο ζήλο και μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης τον καλόν αγώνα υπέρ του ποιμνίου της εκκλησίας διδάσκων την αλήθεια της Πίστεως και προσευχόμενος και κυρίως επαγρυπνών, μέρα και νύχτα, για την προστασία της Εκκλησίας από τις αιρέσεις, πού συνέχιζαν το διαβρωτικό τους έργον. Διότι όπως έλεγε και καθοδηγούσε τούς Χριστιανούς:
— Οι διαφωνίες μεταξύ των Χριστιανών, δίδουν τροφή στις αιρέσεις και συντηρούν την ολιγοπιστία και οδηγούν στην εκτροπή από τον δρόμο της σωτηρίας.

Μιλούσε για την αγάπη, πού είναι ο κύριος άξονας της χριστιανικής αληθείας, διότι από την αγάπη προς τον Θεό μπορούμε να φθάσουμε στην αληθινή αγάπη των άλλων ανθρώπων.

Εικοσιτρείς χρόνους υπηρέτησε πιστά και ολοπρόθυμα την Ορθόδοξη Εκκλησία ο Άγιος Αλέξανδρος, γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, εκ των οποίων τα δώδεκα έτη ως Πατριάρχης του Οικουμενικού Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως και έφθασε στην ηλικία των 98 ετών, πιστός και δραστήριος ως διάκονος των μυστηρίων του Τριαδικού Θεού μας και την 30ην Αυγούστου του έτους 337 μ.Χ. παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια τού Κυρίου για να λάβει «τον στέφανον της δόξης» από τον μέγα Δωρεοδότη Θεό. Στην Εκκλησία, και σε μας τούς μεταγενέστερους, πού πιστεύουμε και ελπίζουμε στο έλεος τού Θεανθρώπου Χριστού, άφησε ως υπόδειγμα βίου την δική του ζωή, την οποίαν και πρέπει να μιμούμεθα.



Ἀπολυτίκιον. 
Μύσται οὐράνιοι ἀποδεικνύμενοι, θεῖοι ἐκφάντορες τῷ κόσμῳ ὤφθητε, τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ποιμάναντες θεαρέστως, ἱερὲ Ἀλέξανδρε, τῆς Τριάδος ὁ πρόμαχος, 
Ἰωάννη ἔνδοξε, ὁ τῆς χάριτος τρόφιμος, καὶ Παῦλε Ἱερέων ἀκρότης• ὅθεν ὑμᾶς ἀνευφημοῦμεν.

Κοντάκιον.
Τὴν τριάδα σήμερον, Ἱεραρχῶν τῶν Ὁσίων, ἱεροῖς ἐν ᾄσμασιν, ἐγκωμιάσωμεν πάντες• οὗτοι γὰρ, ὡς οἰκονόμοι τῶν ἀπορρήτων, νέμουσι, χάριν ἀέναον τοῖς βοῶσιν, 
ὦ Ἀλέξανδρε παμμάκαρ, καὶ Ἰωάννη, σὺν Παύλῳ χαίρετε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Πατέρων τριὰς σεπτή, Ἀλέξανδρε μάκαρ, σὺν τῷ Παύλῳ τῷ εὐκλεεῖ, καὶ τῷ Ἰωάννη, ἡ τρίφωτος λυχνία, ἡ πᾶσαν Ἐκκλησίαν, καταπυρσεύουσα.

ΠΗΓΗ: http://xristianos.gr

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Διονύσιος Ε΄ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1820.
Ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 1887 ως το 1891. Επέδειξε μεγάλη αποφασιστικότητα στο λεγόμενο «προνομιακό ζήτημα», αναγκάζοντας την Πύλη να υποχωρήσει και να εξαγγείλει ότι τα προνόμια του Πατριαρχείου παραμένουν σεβαστά.
Ο Διονύσιος Ε΄ (κατά κόσμον Διονύσιος Χαριτωνίδης) γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου 1820 στην Αδριανούπολη, όπου τελείωσε το σχολείο και την τοπική δημόσια σχολή. Κατόπιν εργάστηκε ως δάσκαλος, αρχικά στις Σαράντα Εκκλησιές και κατόπιν στο Διδυμότειχο.

Το 1851 χειροτονήθηκε διάκονος και πήγε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εκεί έγινε μέγας αρχιδιάκονος και το 1856 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έγινε μέγας πρωτοσύγγελος. Το 1858 εξελέγη μητροπολίτης Κρήτης, το 1868 μητροπολίτης Διδυμοτείχου και το 1873 μητροπολίτης Αδριανουπόλεως. Εκεί, στις 6 Φεβρουαρίου 1879, έγινε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του από Βούλγαρους. Από το 1880 ως το 1886 ήταν μητροπολίτης Νικαίας και στις 22 Ιανουαρίου 1886 επανήλθε στη Μητρόπολη Αδριανουπόλεως

Στις 23 Ιανουαρίου 1887, μετά την παραίτηση του Ιωακείμ Δ΄, εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης. Η εκλογή του θεωρήθηκε ήττα της «Ιωακειμικής παράταξης», καθώς έλαβε 12 ψήφους και ο συνυποψήφιός του Ιωακείμ Γ΄ μόλις 5.

Θεωρούνταν συνετός, αλλά και αυταρχικός. Επέδειξε μεγάλη αποφασιστικότητα στο λεγόμενο «προνομιακό ζήτημα», το οποίο δεν είχε ανακινηθεί κατά την Πατριαρχία του προκατόχου του. «Προνομιακό ζήτημα» ονομάστηκε η αμφισβήτηση των προνομίων του Πατριαρχείου από την Οθωμανική εξουσία, η οποία συνεχίστηκε επί των ημερών του. Συγκεκριμένα, παύθηκαν οι Μητροπολίτες Σερρών και Καστοριάς χωρίς να λάβει γνώση ο Πατριάρχης, και απαιτήθηκε να πάψουν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια να δικάζουν κληρονομικές υποθέσεις. Έτσι, το 1890 υπέβαλε δύο φορές παραίτηση, στις 23 Ιουλίου και στις 2 Αυγούστου, οι οποίες όμως δεν έγιναν δεκτές. Ο Διονύσιος τότε κήρυξε την Εκκλησία «εν διωγμώ» στις 4 Οκτωβρίου 1890, έκλεισε τις εκκλησίες που ανήκαν στο Πατριαρχείο και σταμάτησε κάθε ιεροπραξία από τις 3 Οκτωβρίου έως τις 24 Δεκεμβρίου 1890. Με τον τρόπο αυτό προκλήθηκε όξυνση στις σχέσεις του Πατριαρχείου με την Πύλη, αλλά και η παρέμβαση του Τσάρου της Ρωσίας, ο οποίος απείλησε με πόλεμο σε περίπτωση που δε διατηρούνταν τα πατριαρχικά προνόμια. Έτσι η Πύλη υποχώρησε και στις 24 Δεκεμβρίου 1890 εξήγγηλε ότι τα προνόμια του Πατριαρχείου παρέμεναν σεβαστά.

Ο Διονύσιος πέθανε από αποπληξία τη νύχτα της 12ης προς 13 Αυγούστου 1891 και ετάφη στον περίβολο της Ιεράς Μονής Μπαλουκλή.