Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Δολοφονήθηκε ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα (1967)

Κομμουνιστής Μαρξιστής-Λενινιστής επαναστάτης, ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών στην Κούβα και πολιτικός Ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέ...

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Άγγελος Σικελιανός: "Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια" της ποίησής του

«Καρδιά, παιδιά ... και θ' απλωθεί ο Παράδεισος μια μέρα ...»
Έφυγε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 19 Ιουνίου 1951. Ο Άγγελος Σικελιανός έδρασε μέσα από το ΕΑΜ Διανοουμένων - Καλλιτεχνών και γι' αυτή τη δράση του, στη συνέχεια, υπονομεύτηκε τρεις φορές στην υποψηφιότητά του για το βραβείο Νόμπελ. Διετέλεσε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Image result for αγγελος σικελιανος φωτογραφιες


«Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια» της ποίησής του
Ο Αγγελος και η Εύα Σικελιανού
Ο Άγγελος και η Εύα Σικελιανού
«Δεν είναι τούτο πάλεμα σε μαρμαρένια αλώνια/ εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος/ Εδώ σηκώνετ' όλ' η γη με τους αποθαμένους/ και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της.

Κι απάνω - απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους,/ φωτάει με μιας Ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος./ Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες/ - χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια,- / κ' είν' οι νεκροί στα ξάγναντα πρωτοπανηγυριώτες».

Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται από τη μέρα που η Ελλάδα, η Εθνική Αντίσταση και η Ποίηση στερήθηκαν έναν από τους μέγιστους δημιουργούς του 20ού αιώνα. Τον Αγγελο Σικελιανό. Το εκτυφλωτικής πνευματικής και ανθρώπινης λάμψης «αστέρι» του έσβησε στις 19 του Ιούνη του 1951. Ο Σικελιανός έφυγε πικραμένος και παραγκωνισμένος από την επίσημη μετεμφυλιακή Ελλάδα, συκοφαντημένος και σαν επίτιμος πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, επειδή είχε το σθένος να συμπορευτεί με το ΕΑΜ, και μάλιστα σαν επικεφαλής του ΕΑΜ Διανοουμένων -Καλλιτεχνών. Να μην απαρνηθεί, μετά την απελευθέρωση, τα ιδανικά της Εθνικής Αντίστασης. Να μη «συνδράμει» τις προσπάθειες της αγγλοκρατίας και της άρχουσας τάξης για κατασυκοφάντηση του ΕΑΜ. Να μη «συμφωνήσει» για τις διώξεις των εκατοντάδων χιλιάδων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Είναι γι' αυτό διπλό το χρέος μας για μια τιμητική αναφορά στον κορυφαίο αυτό δημιουργό - ποιητή της ζωής.

«Αστέρι» των αντρειωμένων

«Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε/ στην κούνια τα βυζασταρούδια,/ εμένα με νανούρισαν,/ των αντρειωμένων τα τραγούδια./ Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,/ στην μπόρα τη μαρτιάτικη/ που 'χε τα ουράνια ανοίξει,/ εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της/ τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!/ Μάνα φωτιά με βύζαξες/ κ' είναι η καρδιά μου αστέρι;».

Στις 15 του Μάρτη του 1884, γεννιέται στη Λευκάδα το έβδομο και τελευταίο παιδί της Χαρίκλειας και του Ιωάννη Σικελιανού, δασκάλου των Γαλλικών. Το όνομα αυτού Αγγελος. Το αγόρι αυτό, που γεννήθηκε με προσωπίδα, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία ήταν «σημάδι» ιδιαίτερης «προίκας» και «μοίρας», έγινε ένας από τους κορυφαίους οραματιστές δημιουργούς, όχι μόνον της Ελλάδας, μα του κόσμου όλου. Γι' αυτό και προτάθηκε για το «Νόμπελ» της Ποίησης, το οποίο, όμως, δεν του δόθηκε λόγω της ύπουλης παρέμβασης «πνευματικών», λεγόμενων, φερεφώνων της επίσημης Ελλάδας, η οποία «τρώει τα καλύτερα παιδιά της», όταν αυτά - όπως ο Σικελιανός που αντιστάθηκε στην εμφυλιοπολεμική και ψυχροπολεμική πολιτική της - δεν υποτάσσουν το πνεύμα και το όραμά τους στις επιδιώξεις και πρακτικές της αντιλαϊκής εξουσίας της.

Εκτός από την επέτειο του θανάτου του, φέτος συμπληρώθηκαν και 117 χρόνια από τη γέννησή του. Μα καθώς σήμερα χρειάζεται η ποίησή του να ξαναφυσήξει στα σταυροδρόμια του κόσμου, χρειάζεται και η ...αναζωπύρωση της μνήμης του.

Από την αριστοκρατία, στο λαό

Ρίζα σικελική - εξ ου και το επίθετό του - από παλιά αριστοκρατική οικογένεια, που στα τέλη του 19ου αιώνα ξεπέφτει οικονομικά, ο Σικελιανός αναθρέφεται μέσα σε ένα πνευματικό οικογενειακό περιβάλλον. Δεκατριάχρονος, ακόμα, μαθητής, γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Στα 1901 εισάγεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και γνωρίζεται με τον πρωτοπόρο ανανεωτή του νεοελληνικού θεάτρου Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, στου οποίου τη «Νέα Σκηνή» παίζει σε αρχαίες τραγωδίες, ποθώντας να γίνει ηθοποιός. Πόθος που απέτυχε, αλλά γονιμοποίησε τη δραματουργία του Σικελιανού και τη μεγαλοφυή σύλληψή του για αναβίωση του αρχαίου δράματος με τις «Δελφικές Εορτές» (χρονιά έναρξής τους το 1927).

Το 1902 δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στα περιοδικά «Διόνυσος» και «Παναθήναια». Ακολουθούν ποιήματα στο «Νουμά» και σε άλλα περιοδικά. Ψηλός και απολλώνιας ομορφιάς ο Σικελιανός, υπερηφανεύεται για την αριστοκρατική καταγωγή του. Νιώθει ημίθεος. Σχεδόν ένας αρχαίος θεός. Ενας σύγχρονος Ορφέας. Ενας νιτσεϊκός υπεράνθρωπος, που ίπταται στα ουράνια, αλλά και στη γη, υπεράνω, όμως, των απλών ανθρώπων. Ενας γητευτής - προσωποποίηση της ποίησης, αλλά και του σαρκικού έρωτα.

Με τη «θεϊκότητά» του μάγεψε το 1905 την πλούσια Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, την πρώτη γυναίκα του, η οποία του αφοσιώθηκε ψυχή τε και πνεύματι, στηρίζοντας - και οικονομικά - όλα τα πνευματικά πετάγματα - οράματά του. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση, οι «Δελφικές Εορτές» του. Το «ημιθεϊκό» αίσθημα του Σικελιανού, ίσως, δε θα κρατούσε τόσο πολύ, αν η Εύα Σικελιανού δε σαγηνευόταν από την - όντως ημιθεϊκή - πνευματική και σαρκική μορφή του, τόσο που να υποκλίνεται και στις ερωτικές απιστίες του. Λέγεται, μάλιστα, ότι μια μέρα, που ο Σικελιανός στο σπίτι τους στους Δελφούς είχε περιπτύξεις με άλλη γυναίκα, κάποιος ζήτησε επειγόντως να του μιλήσει. Η Εύα Πάλμερ, με τη γνωστή σ' όσους ήξεραν το ζεύγος Σικελιανού λατρεία της για τον ποιητή, χωρίς ίχνος ιδιοκτησιακής πικρίας, απάντησε στον επισκέπτη: «Ο θεός κάνει έρωτα! Δεν μπορεί να σας δεχτεί τώρα». Το ίδιο μεγαλόψυχα αντιμετώπισε η Πάλμερ και τον έρωτά του με την Αννα Καραμάνη (1938). Εδωσε γενναιόδωρα τη συγκατάθεσή της για το γάμο τους (1940) και εξακολούθησε - όλα τα χρόνια μετά το χωρισμό τους - να τον βοηθά οικονομικά από τις ΗΠΑ και να προβάλλει διεθνώς την ποίησή του και τον ΕΑΜικό αγώνα του.

«Ποιητής πλούσια προικισμένος, μ' εξαιρετική δύναμη, πάνοπλος τεχνίτης, που άνοιγε τολμηρά καινούριους δρόμους, μια ποίηση με τόνους μεγαλόπρεπους και πλατιούς κυματιστούς ρυθμούς, με πρωτόφαντη αισθησιακή ευφορία, ορμητική μαζί και εκστατική», ο Σικελιανός στα νιάτα του είχε μια ολότελα δική του εξωπραγματική, ουτοπική ιδεολογία. Κι εκείνον τον είχε συνεπάρει η αναγεννητική δύναμη της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αλλά μη έχοντας κατανοήσει πραγματικά τον ταξικό της χαρακτήρα και προορισμό, το 1920, με το πεζογραφικό του «Υπόμνημα στη Μεγαλειότητά του», στον βασιλιά Κωνσταντίνο, του προτείνει να αναλάβει την αρχηγία των Ελλήνων και των Μπολσεβίκων, για έναν «καθαρτήριο θρησκευτικό πόλεμο κατά της αμαρτωλής Ευρώπης».

Αργότερα, ο Σικελιανός συνειδητοποίησε το λάθος του, αποκήρυξε αυτό το κείμενό του και δεν το περιέλαβε στην έκδοση των Απάντων του. Επί σαράντα περίπου χρόνια, γράφοντας πολλά αριστουργηματικά ποιήματα, παραπλανήθηκε με τον ιδεαλισμό του. Και ντρεπόταν γι' αυτό, τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Τα στερνά τιμούν τα πρώτα...

Η φλόγα του ΕΑΜ

Βλέποντας ο Σικελιανός το φασισμό να απλώνει πάνω από την Ευρώπη και να αρπάζει στα βρόγχια του τον χιλιοβασανισμένο ελληνικό λαό, πετά τον ιδεαλισμό, τον εγωτισμό, την ωραιοπάθειά του και στρέφει την καρδιά και το πνεύμα του στη ζωή και το λαό. Σμίγει την ποίησή του με τον απελευθερωτικό αγώνα και τους σοσιαλιστικούς πόθους του λαού. Το 1941 εντάσσεται στο ΕΑΜ και πρωτοστατεί στην προπαγάνδισή του με πέντε χειρόγραφα ποιήματα, με τίτλο «Ακριτικά», τα οποία, εικονογραφημένα με ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου, κυκλοφορούν παράνομα. Σ' όλη τη διάρκεια της Κατοχής, υποφέρει όπως όλοι οι αγωνιστές του λαού, γυρίζοντας την πλάτη στη δυνατότητα να ζήσει με άνεση και ασφάλεια. Δημοσιεύει συνεχώς ποιήματά του σε ΕΑΜίτικα έντυπα για το «Νέο Εικοσιένα», όπως αποκαλεί το ΕΑΜ, στο επίγραμμά του «Ανάσταση» (25/3/1942):

«Τα χελιδόνια του θανάτου Σου μηνάν μιαν άνοιξη/ καινούρια, Ελλάδα, κι από τον τάφο Σου γιγάντια γέννα.../ Μάταια βιγλίζει των Ρωμαίων η κουστωδία τριγύρω Σου.../ Ακόμα λίγο, κι ανασταίνεσαι σε νέο Εικοσιένα».

Παράλληλα γράφει τα σπουδαία, επίσης αντιστασιακής πνοής, θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων η «Σίβυλλα» και το κορυφαίο του «Ο θάνατος του Διγενή Ακρίτα». Εργο εμπνευσμένο από τη δημοτική μας ποίηση, που υμνεί τους νέους «Ακρίτες» του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και την απελευθέρωση κάθε ανθρώπου και λαού:

«Σηκώθη η λεβεντογενιά/ φρεγάδα μ' ανοιχτά πανιά/ στο νιον αγέρα,/ για ν' αρμενίσει το ντουνιά/ κι ακόμη πέρα...

Με το Νοτιά, με το Βοριά,/ ν' ανοίξει απέραντη ποριά/ στη Λευτεριά, στη Λευτεριά...

Με τ' άργανα ελαφριά, βαριά,/ με το Νοτιά, με το Βοριά,/ λαλάτε την τη Λευτεριά,/ για να γιομόσει τον αγέρα,/ πριν έβγει ο ήλιος να 'μαστ' έτοιμοι/ τη νέα να δούμε μέρα...».

Ο Σικελιανός προφητεύει ότι «Σιμώνει ένας αχός/ της Ιεριχώς σα να γκρεμίζονται τα κάστρα». Κι αφουγκράζεται:

«Απ' την αντιβίγλα των λαών κι από τα δάση/ χυμά μια απέραντη πνοή,/ πο 'χει βουή κι αντιβουή:

"Τόπο στη ζωή!... Τόπο στη Ζωή!..."

Δεν αποπαίδισεν η Πλάση!».

Ο ποιητής δε θεώρησε ότι επιτελούσε το καθήκον του με το να υμνεί απλώς τον ΕΑΜικό αγώνα κλεισμένος στο σπίτι του. Τον υμνούσε και δημόσια. Διακινδυνεύοντας. Εφτασε να «χτυπήσει» με τους στίχους του, την καμπάνα του αγώνα και στην κηδεία του Παλαμά. Εβγαζε εγερτήριους λόγους σε διάφορες εκδηλώσεις. Τόλμησε σε εκδήλωση στο Ηρώδειο (Αύγουστος του 1944) να απαγγείλει με τη βροντώδη φωνή του τον αντάρτη «Αστραπόγιαννό» του. Αλλά και σε εκδήλωση μετά την απελευθέρωση (1946) ύμνησε τον αγώνα και τις ιδέες του ΕΑΜ.

Και καθώς είχε, ήδη, πει το μεγάλο «ΝΑΙ» και το μεγάλο «ΟΧΙ» του, στην πρώτη μεταπολεμική εκδήλωση της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, ως πρόεδρός της, έκανε μια μεγαλόπνοη προγραμματική ομιλία με θέμα «Προς μια αποφασιστική πνευματική στροφή». Οι ΕΑΜικές ιδέες του Σικελιανού δε λύγισαν ούτε με τον Δεκέμβρη, ούτε στα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου. Γιατί, όπως έβαζε τον Μακρυγιάννη να λέει, «Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο, και δε θα μπούμεν εύκολα στου αυγού το τσόφλι, γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ' αυτό να ξαναμπούμε πίσω, μα εγίναμε πουλιά, και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε».

Ο Σικελιανός βλέποντας τη νέα, μετά το Δεκέμβρη, σκλαβιά των αγωνιστών, τοποθετούσε υπεράνω όλων των αγαθών τη Λευτεριά, βάζοντας τον Βλαχογιάννη να λέει:

«Τη Λευτεριά, τη Λευτεριά ως τα ύψη,/ τη Λευτεριά ως το θάνατο,/ τη Λευτεριά ως τον Αδη,/ κι απέκει τ' άλλα είναι καλά, απάνου ή κάτου κόσμος!».

Και στο επίγραμμά του «25 Μάρτη 1821 - 25 Μάρτη 1946» έλεγε:

«Του αγώνα μας πρωτόφλεβα, καρδιά του Εικοσιένα,/ για να σε χαιρετίσουνε ορθό είναι σηκωμένοι/ γυναίκες, γέροντες,/ παιδιά κ' εγώ στη σύναξή τους/ για βιαστικό αντροκάλεσμα, για σημερινό σημάδι.

Τι τώρα σμίγει το αίμα Σου στην πιο πλατιά του κοίτη/ μ' όσο αίμα χύθηκεν εχτές, και δες το, ξεχειλίζει/ να μπει ποτάμι ακράταγο με τα ποτάμια τ' άλλα/ των Λαών ορμάν στη Λευτεριά π' ανοίγεται μπροστά τους/ Ανθρωποθάλασσα της Ζωής, σ' Εσέ, Δημοκρατία!».

Τιμωρημένος αλλά περήφανος

Δεν του τα συγχώρεσε όλα αυτά η μεταπολεμική σκοταδιστική εξουσία. Γι' αυτό και σαμποτάρισε τρεις φορές την υποψηφιότητά του για το Νόμπελ, την οποία έθεσε η Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών. Τον πολέμησε και για έναν ακόμα λόγο. Επειδή η ΕΑΜοθραφείσα ΕΕΛ το 1947 τον ανακήρυξε τιμητικά ως επίτιμο πρόεδρό της. Το αντιδραστικό κατεστημένο κατηγόρησε την ΕΕΛ ότι προπαγανδίζει το δεύτερο αντάρτικο. Το «επιχείρημα» ήταν ότι στην πρωτοχρονιάτικη γιορτή της ΕΕΛ (Γενάρης του '48), την ώρα που ο επίτιμος πρόεδρος της εταιρίας έκοβε την πρωτοχρονιάτικη πίτα, ο Μάρκος Αυγέρης του ευχήθηκε «Να ζήσει σαν τα Ψηλά Βουνά», προπαγανδίζοντας, υποτίθεται, έτσι, τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Με αυτήν την κατηγορία μπήκε μπροστά η «μηχανή» τρομοκράτησης του πνευματικού κόσμου. «Μηχανή», που χώρισε τους λογοτέχνες σε «εθνοπροδότες» και «εθνικόφρονες» και διέσπασε το παλαιότερο σωματείο της χώρας, την ΕΕΛ, με τη δημιουργία της «Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών».

«Απόγονος» του Σολωμού και του Κάλβου

Ποιητής «απόγονος» του Σολωμού και του Κάλβου. «Θηλασμένος» με τους μύθους και το απολλώνιο κάλλος της αρχαιοελληνικής ποίησης. «Μεθυσμένος» με τον ήλιο και τη φύση της υπαίθρου. «Ανδρωμένος» με την κυριαρχούσα την εποχή της νιότης του νιτσεϊκή φιλοσοφία. «Γητεμένος» από την ποιητική μεγαλαυχία του Ντ' Ανούστσιο και τον εκθαμβωτικό αισθητισμό του Κλωντέλ, αλλά και «ομοαίματος» του Παλαμά, ο Σικελιανός νιώθοντας σαν ημίθεος - Ηνίοχος, άνοιξε με το μεγαλόπνοο, οραματικό, επικολυρικό «άρμα» της ποίησης και της «Δελφικής Ιδέας» του για αδελφοσύνη και ειρήνη των λαών, νέους δρόμους στα Ελληνικά Γράμματα του 20ού αιώνα.

«Δρόμοι», που όσο κι αν κατά την πρώτη και δεύτερη δημιουργική του περίοδο δεν οδηγούσαν κατευθείαν στο λαό και για την προκοπή του λαού (όπως, αντίθετα, καθυστερημένα βέβαια, αλλά αταλάντευτα μέχρι το τέλος της ζωής του, συνέβη με την τρίτη και τελευταία δημιουργική του περίοδο), προικοδότησαν όμως - και αυτοί - για πάντα την πνευματική μας κληρονομιά.

Ο Σικελιανός παραμένει αθάνατος και κατατάσσεται στην κορυφαία τετράδα των δημιουργών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα -Παλαμάς, Βάρναλης, Σικελιανός, Καζαντζάκης - ιδιαίτερα με το έργο της τρίτης δημιουργικής περιόδου του. Περίοδος, που μετρά από το 1941, αφ' ότου, ιδεολογικά ξεκάθαρος και συνειδητοποιημένος πια, απαλλαγμένος από τον ουτοπικό ιδεαλισμό του, τον απόμακρο από την κοινωνική πραγματικότητα και το λαό εγωτικό «αριστοκρατισμό» του και το μότο του «αρχά των αρίστων», δεμένος πια αταλάντευτα με το λαό και τα απελευθερωτικά και σοσιαλιστικά του οράματα, εντάχθηκε στο ΕΑΜ. Το λαμπρής τέχνης, πολύμορφο συλλαβικά και διεγερτικού ιαμβικού μουσικού παλμού ποιητικό έργο του Σικελιανού, στο σύνολό του (και των δύο πρώτων περιόδων, παρά τις όποιες ιδιομορφίες του, οι οποίες επιδέχονται διάφορες πολιτικο-ιδεολογικού και αισθητικού περιεχομένου παρατηρήσεις), ιδιαίτερα όμως το ΕΑΜικό και διαχρονικής επικαιρότητας έργο των δέκα τελευταίων χρόνων της ζωής του, πρέπει να «θρέψει» και τις σημερινές και αυριανές νέες γενιές.

Γιατί; Γιατί πρόκειται για έργο, που «στο λαό και στη γη βρίσκεται η δύναμη». Εργο, που, χάρη στο «πυρίζωο πνεύμα» του δημιουργού του, «Κρατάει σπαθί, κρατάει φωτιά, κρατάει διπλό πελέκι». Κατέχει τη δύναμη να «κρατά πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής» του λαού. Στο παρόν και το μέλλον. Ωστε:

«Ο νέος Αδάμ να γεννηθεί/ τρανός ολόφωτος Εωσφόρος,/ (...) με την αμέτρητη συμπόνια της καρδιάς/ και την πνοή του πρώτου Αντάρτη,/ να λευτερώσει το Χριστό από το Σταυρό/ τη γην ολάκερη να περπατήσει/ και μ' όλους του τους αδελφούς/ να ξαναχτίσουμε τη χτίση».

Ως να 'ρθει η ώρα, δηλαδή, που για κάθε «εσταυρωμένο» πριν, «λυόμενο» πλέον άνθρωπο και λαό «να φουντώσει γύρα του ο παράδεισος τ' ανθρώπου». Ωστε οι νέοι «Ακρίτες» στήνοντας «κλαριά μεγάλα, ν' ανεβεί τ' αμπέλι του Ηλιου,/ κι από παντού πουλιά κι ανθοί και λαοί να ξεκινήσουν/ καινούριου Δέντρου Ζωής τον ίσκιο να χαρούνε». Να κάνουν, σαν να λέμε πράξη το όνειρο του «Διγενή», στον οποίο δίνει φωνή το διαλεκτικά αισιόδοξο σοσιαλιστικό όραμα του Σικελιανού, μιλώντας από το παρελθόν στο μέλλον:

«Ψεύτικοι θεοί πολλοί σαπίζουνε την πλάση,/ μ' αυτός ο θεός που 'ναι ο λαός θα μείνει πάντα/ στη σαπισμένη γη να φέρει την υγειά της...

Καρδιά, παιδιά... και θ' απλωθεί ο Παράδεισος μια μέρα...».

Αριστούλα ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ


******************************

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Ο ... αγγελοκρουσμένος ποιητής

Ο Αγγελος και η Εύα Σικελιανού στις Φαιδριάδες (Δελφοί)
Ο Αγγελος και η Εύα Σικελιανού στις Φαιδριάδες (Δελφοί)
Το αγόρι που γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 14/3/1884 (παλιό ημερολόγιο) δεν ήταν συνηθισμένο παιδί. Ετσι πίστευε και ο ίδιος. Δηλαδή ο Αγγελος Σικελιανός.

«Το πρόσωπό μου εφύλαγεν/ η προσωπίδα η διάφανη,/ που η μάνα από την όψη μου/ αγάλι - αγάλι βγάνοντας,/ εχαμογέλα, αχνή, να με γνωρίσει (...)».

Η προσωπίδα - τμήμα του αμνιακού χιτώνα που σπανίως επικαλύπτει το κεφάλι του νεογέννητου - ερμηνεύεται από τη λαϊκή δοξασία ως προνομιακή εύνοια της φύσης. Ο πατέρας του παιδιού την αποξηραίνει και τη φοράει ως χαϊμαλί για να του φέρνει γούρι.

«Ακούστε με, ακούστε με! Αν ετρέμανε/ στην κούνια τα βυζασταρούδια/, εμένα με νανούρισαν/ των αντρειωμένων τα τραγούδια./ Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,/ στην μπόρα τη μαρτιάτικη/ που 'χε τα ουράνια ανοίξει, εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της,/ τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!

Και κάπου, ωσά να γνώρισε/ βαρύ σημάδι απάνω μου,/ της χτύπησε βαθιά η καρδιά,/ και στις γυναίκες έκραξε,/ που με είχαν πρωτοπιάσει,/ στους δρόμους όξω να χυθούν,/ να με κηρύξουν στα βουνά/ και στη μεγάλη πλάση!

Μάνα, φωτιά με βύζαξες/ κι είν' η καρδιά μου αστέρι;»
(Αλαφροΐσκιωτος)

Αλλά οι γονείς του ήταν ξεχωριστοί! Ο καθηγητής ξένων γλωσσών Ιωάννης - Δημήτριος Σικελιανός (1831-1909) και η Χαρίκλεια Στεφανίτση (1847-1929), από σπουδαία γενιά και οι δύο, εκπρόσωποι της καλλιεργημένης επτανησιακής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Τόπος καταγωγής του πατέρα, η Σικελία - απ' όπου και το όνομα «Siciliani», εξελίχθηκε σε Σικελιανός. Το πραγματικό επώνυμο της οικογένειας αποκαλύπτεται για πρώτη φορά εδώ: Ηταν «Gojji», γένος ευγενών της Σικελίας με οικόσημο και σπουδαία κοινωνική θέση. Και το όνομα αυτού: Αγγελος.

Μια επίμονη οικογενειακή παράδοση ήθελε το όνομα αυτό για τους γόνους των Σικελών. Ενας άλλος Αγγελος, ο αδελφός του, γεννήθηκε στις 19/1/1877 και πέθανε από διφθερίτιδα (2/1884), ένα μήνα πριν τη γέννηση του ποιητή.

Εξέχων πρόγονός του ήταν ο συνονόματός του, ο Αγγελος -Κάμιλλος Σικελιανός, αδελφός του πάππου του, του Αντωνίου και γιος του Μάρκου Σικελιανού και της Ελένης Σιγούρου, από τη Ζάκυνθο. Ηταν λαμπρός πολιτικός και λόγιος, σεβαστός φίλος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, με τον οποίο αλληλογραφούσαν στα 1847-1848, όταν ο τελευταίος, φοιτητής ακόμη, διέμενε στην Πίζα της Ιταλίας. Τα κείμενα αυτά εξέδωσε ο Οκτάβ Μερλιέ με τον τίτλο: «Quinje lettres grangaisaises de Valaoritis» («Δεκαπέντε γράμματα στα γαλλικά του Βαλαωρίτη», Αθήνα, 1956).

Το όνομα Αγγελος δεν εξέλιπε μετά το θάνατο του ποιητή. Ο γιος του Γλαύκου, του μοναχόπαιδου του ποιητή και της Εύας, ονομάζεται Αγγελος - Μάρκος - επίσης οικογενειακό όνομα των Σικελιανών το τελευταίο. Ο 10χρονος εγγονός του Γλαύκου από την κόρη του, τη Τζίνα, ονομάζεται Dylan - Αγγελος, ενώ δύο απόγονοι με το επώνυμο Σικελιανός φέρουν επίσης το όνομα Αγγελος.

Δε γνωρίζουμε αν και στον ποιητή δόθηκαν και άλλα ονόματα, όπως συνηθιζόταν παλαιότερα στις αρχοντικές επτανησιακές οικογένειες. Οι ληξιαρχικές πράξεις γέννησης και βάπτισής του δεν εντοπίστηκαν στο Ληξιαρχείο της Λευκάδας.

Ο συμβολισμός του ονόματός του έκαναν τον ποιητή πολύ περήφανο. Το θεωρούσε ως το μελωδικότερο όνομα της ελληνικής γλώσσας - δωρικό, λόγω του φθόγγου γγ και ιωνικό με τον μελίρρυτο ήχο λάμδα. Αλλά η συνάρτηση του παραπάνω νοήματος και της προσωπικής του ακτινοβολίας εντυπωσίαζε και τους ομοτέχνους του. «Μέγα ταγό Δελφικό, Αρχάγγελο Αγγελο Σικελιανό που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα», «Ικαρός», 1980), ενώ ο Γιάννης Ρίτσος αναφωνεί δοξαστικά: «Αγγελε, Αρχάγγελε, ο αρχάγγελος του λόγου σου περιίπταται/ μέσα στον κατάφωρο ελληνικόν αγέρα (...) Αγγελε, Αρχάγγελε, στον ανεμόφερτον οίστρον σου πώς κλάγγιζαν/ έρωτες, θάλασσες, βουνά, λιοντάρια, πλάτανοι κι αστέρια (...) Αγγελε Αλαφροΐσκιωτε, που όλους τους ίσκιους κρυπτικά αποκρυπτογράφησες! (...) Γεια σου, λοιπόν, Αγγελε, Αρχάγγελε του Λαού!» («Συντροφικά τραγούδια» «Σύγχρονη Εποχή», 1982). «Σικελιανός, ο Εξάγγελος», τιτλοφορείται το βιβλίο που εμπνεύστηκε από αυτόν ο Μενέλαος Λουντέμης («Δωρικός», 1976). « Αγγελού», τον αποκαλεί χαϊδευτικά η Εύα από την Αμερική στα ατελείωτα χρόνια του αποχωρισμού τους, ενώ εκείνος, σε γράμμα του στα 1929-1930, της γράφει για τον εαυτό του: «Ο Αγγελος είναι ανεβασμένος σε μια κορυφή και ατενίζει ολόγυρα, έτοιμος να πετάξει...». Σε πρωτοεφηβικό του ποίημα που παρουσίασα στο βιβλίο μου «Αγγελου Σικελιανού, Ανέκδοτα Ποιήματα και Πεζά», «Εστία», 1989), παίζει με το όνομά του:

«Για να κοιμούμαι ήσυχα/ δε θέλω εγώ να βλέπω/ αγγέλους εις τον ύπνο μου/ όπου τα μάτια αν τρέπω./ Το μόνο που παρακαλώ/ για ψυχική γαλήνη,/ είναι, προτού να κοιμηθώ,/ να με φιλεί εκείνη./ Αυτό, αν θέλεις, ω θεε,/ για με, με σπλάχνο κάμε/ και χωρίς αγγέλους,/ εγώ Αρχάγγελος θε να 'μαι!».

Στην περιήγησή του στο Αγιον Ορος με τον Νίκο Καζαντζάκη, στις 18/12/1914, στη Μονή Βατοπεδίου, εντυπωσιάζεται από «τους μακρόλαιμους αγγέλους του Πανσελήνου που το κεφάλι τους βυθίζουν σαν τον κύκνο στης ευτυχίας το κρουσταλλένιο ρέμα». Σκιτσάρει και ένα σχέδιο εκφραστικότατο με το παραπάνω εκείμενο, που τύπωσε σε κάρτα η Αννα Σικελιανού.

Χρησιμοποιεί με αγαλλίαση στο έργο του σπάνιους όρους: Αγγελοκρούω (τρομάζω, πονάω), αγγελοκρούομαι (ψυχομαχώ), αγγελοκρουσμός (μεγάλος τρόμος), αγγελοκρουσμένος (τρομαγμένος), αγγελομαχώ (ψυχομαχώ), αρχαγγελικό διάσκελο (διασκελισμός του Αρχάγγελου) κ.ά.

Το άσμα ΙΙ στο « Μήτηρ Θεού» (1917) αρχίζει ως εξής: «Αγγελε, στο κατώφλι σου/ την ώρα που δε θάρρεις,/άνεμος φύσαγε γλυκός πολύ, ψυχοπονιάρης».

Τότε η παρέα της Δεξαμενής - Ελλη Αλεξίου, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μάρκος Αυγέρης - παρώδησε το δεύτερο στίχο ως εξής: «Αμερικάνα πέζεψε, γυναίκα να την πάρεις!..». Αναφερόταν, φυσικά, στην Εύα Πάλμερ. Αλλά και αλλού, απαντάται το βαπτιστικό του όνομα. Στον «Υμνο στον Εωσφόρο το Αστρο» παραθέτει με αγαλλίαση το διάλογό του με την Αλκμήνη:

«Ανθος του ανδρισμού μου, Αλκμήνη,/ (...) ω, κοίτα είμαστε μόνοι/ στον κόσμο, ως οι πρωτόπλαστοι (...) / - "Αγγελε, γλύκα του είναι μου" αποκρίθη/ "αν ήταν μόνο σήμερα η καρδιά μου/ να πει για σένα, πες της πως εκρίθη..." (...). Και τότ' εγώ της είπα: -"Ω Τιτανίδα/ ο ναός κ' η φύση είναι μονάχα δώρα/ του Ανθρώπου που 'χε κάποτε γι' ασπίδα/ (...) του πόθου του τη φλόγα τη θεο-θεοφόρα,/ του Εωσφόρου τ' ανίκητον αστέρι!"».

Εξαίσια υποβλητικότητα αποπνέει και ο νοερός διάλογος του ποιητή στον «Ελληνικό Νεκρόδειπνο»:

«(...) Αλλ' όταν ανοίχτη ομπρός μας το κρασί το μαύρο/ που φίλος επιστήθιος το 'χε φέρει/ για μένα, αδρό γιατ' ήταν κι' ευωδούσε/ σαν του Διονύσου το χυμένον αίμα,/ γυρίζοντας εκείνος προς εμένα/ τρανό ποτήρι ξέχειλο, με το ίδιο/ καλώντας με όνομά μου: -"Αγγελε", μου 'πε,/ "αν τώρα θες, δώσε φωνή στη νύχτα..." Και τότ' εγώ: -"Στη νύχτα τούτη, φίλε,/ ζητάς φωνή να δώσω (...) απ' το κρασί που το 'φερες για μένα/ (...) ας μεταλάβουμε όλοι (...) Κι όσο για τα νέα,/ τα φλογερά που θέλατε τραγούδια/ ν' ακούστε από τα χείλη μου, θα 'ρτούνε/ στην ώρα τους κι αυτά...". Ετσ' είπα κι όλοι, (...) / απ' το κρασί γευτήκανε κι απ' όλους/ στερνός, σαν ο ιερέας που καταλύει/ το δισκοπότηρο μες στ' Αδυτο, ήπια/ κι εγώ ως την ύστερη τη στάλα (...)».

«Στη "Ζωή της Χαράς", ο Αγγελος θάναι πάντα παραστάτης της!» μου γράφει ο Σικελιανός, αφιερώνοντάς μου το βιβλίο της Μαρίας Λιουδάκι «Στου Παππού τα γόνατα» ( 7/5/1949). Και στις 31/6/1949, σε γράμμα του από τη Σαλαμίνα, ανάμεσα στ' άλλα, μου γράφει και τα εξής:

«Γλυκειά Vivette,

Ο Αγγελος, που την άνοιξη που πέρασε Σούγραψε πως θάναι ο παντοτινός Σου παραστάτης, ίσως τώρα νομίζεις πως Σε ξέχασε... Είναι στη Σαλαμίνα (...) το νησάκι είναι μακρά και μοιάζει νάναι ώρες, ώρες, σαν μια φυλακή χτισμένη ανάμεσα στα κύματα... Θε να του δώσει κάποτε ο Θεός τη χάρη να του ξαναβάλει τα φτερά του; Είναι στιγμές που το πιστεύει, όχι γιατί τον λένε Αγγελο μόνο, αλλά γιατί η καρδιά του ξεπερνά τις αποστάσεις... Αχ, να γινόταν γλυκειά Vivette, αυτό το θαύμα, και καμιά ώρα που θα βρισκόσουν στον κήπο, ξαφνικά από πάνουθέ Σου να αισθανθείς τη βουή κάποιων φτερών, που θα με κατεβάζανε ανάμεσα στα δέντρα και θα μ' έφερναν σιμά Σου... Πώς το θέλει ο Αγγελος αυτό το πέταγμα για Σε και τη Ρενούλα μας! (...) Και λέω, που αν είχα τα φτερά, δε θα περνούσα μόνο για να Σας δω, μα θα Σας έκανα και αέρα για να δροσιστείτε... Εσύ, γλυκειά Vivette, πώς είσαι; Να ελπίσω πως θ' αποφασίσεις να μου γράψεις δυο Σου λόγια; Ξέρεις πως και τα φτερά θέλουνε κάποιο πότισμα για να φυτρώσουν; Τέτοιο πότισμα θα μού 'ναι τα λογάκια Σου (...). Μένω πάντα με τη μυστικήν ελπίδα να ξανάβρω τα φτερά μου και νάθρω. Αγγελος». (Από το βιβλίο μου «Αγγελου Σικελιανού, Ανέκδοτα Ποιήματα και Γράμματα»).

Στις 6/11/1949, τρεις Λευκαδίτες φοιτητές του απευθύνουν ευχές για την εορτή του με μίαν αγκαλιά κυκλάμινα, που τα είχε υμνήσει εκείνος στο Φθινόπωρο 1936:

«Αγαπητέ Ποιητή,

Θα θέλαμε οι κυκλαμιές να σου θυμίσουν το μικρό λουλούδι, "το πρώτο κυκλάμινο που βρήκες, παιδί, μια μέρα στη Λευκάδα, μέσα στην κουφάλα της γέρικης ελιάς του σπιτιού σου", το λουλουδάκι που με το λεπτό του μοσχοβόλημα χάρισε στην ψυχή σου πλουσιότατα και απολλώνεια δώρα - "την πρώτη γνωριμιά του Αγραφου Χώρου!" Μα είτε το πετύχουν - είτε όχι, όμως πρέπει να σε βεβαιώσουμε πως κι εμείς κι οι πιο πολλοί συμπατριώτες σου Λευκαδίτες, έχουμε χαρίσει σε σένα και το έργο σου την εκλεκτότερη θέση της καρδιάς και του μυαλού μας και ζούμε με την ελπίδα κάποιων καλύτερων καιρών που θα μας επιτρέψουν μια θερμή, πλατιά και γόνιμη γνωριμιά μαζί σου! Με βαθιά εκτίμηση»: Πάνος Σάντας, Πανταζής Κοντομίχης, Νίκος Κατηφόρης, φοιτητές από τη Λευκάδα.

Και ο καλός του φίλος, ο σκηνοθέτης Σωκράτης Καραντινός, του εύχεται με την ευκαιρία της εορτής των Αρχαγγέλλων Μιχαήλ και Γαβριήλ: «Να ζήσεις σαν τα ψηλά βουνά, για μας, τη φτωχολογιά, και για την Ελλάδα μας!».

Ομως ο ποιητής δε γιόρταζε στις 8 Νοεμβρίου, αλλά την ημέρα του Αγίου Πνεύματος. Τότε εορτάζει παλλαϊκά στη γενέτειρά του, τη Λευκάδα, το περίφημο Μοναστήρι της «Πεφανερωμένης», της Παναγίας, όπου από μικρό παιδί συμμετείχε στον πανηγυρισμό και στο προσκύνημα.


Φέτος, στις 19/6, συνέπεσε η ημερομηνία του θανάτου του και της ονομαστικής του εορτής. Μια μικρή διερεύνηση, μας επιτρέπει κάποια σημειολογική σύνδεση της ονομαστικής εορτής του και γεγονότων του βίου του. Ο κατ' εξοχήν ποιητής των συμβόλων είχε αναγάγει την εορτή του Αγίου Πνεύματος σε ημέρα ιδιαίτερου συμβολισμού: Ακριβώς την ημέρα της ονομαστικής του εορτής (18/6/1940) επέλεξε για το γάμο του με την Αννα, στο Τελεστήριο της Ελευσίνας. Στις 25/6/1938, πέρασε την ονομαστική του εορτή στο Πήλιο, από όπου έγραψε στον αδελφικό του φίλο Τάκη Δημόπουλο:

«Μην ένας θρύλος θεϊκός του λαού, οπού τον έμαθα εδώ πάνω, δε μας λέει ότι τ' αηδόνια που γεμίζουνε με το τραγούδι τους τις γύραθέ μου λαγκαδιές, στην εορτή του Αγίου Πνεύματος φεύγουν κι αυτά, αφήνοντας και το τραγούδι τους ακόμα, για να βυθιστούν με τη σιωπή μέσα στου ίδιου αυτού Αγίου Πνεύματος τη μυστική παντοφωνήτρα φλόγα! (...) Μα εκεί που σταματάνε να φυτρώνουν τα λουλούδια, αρχινάν ν' ανθούν αυτούσια τ' άστρα, κι εκεί που σωπαίν' η ανθρώπινη φωνή ή τα τραγούδια του αηδονιού, βροντάει κ' αστράφτει αυτήκοος πλέον, κι όχι μέσα από κατηγορίες ιστορικές κι' εφήμερες, ο "Λόγος". Από τον Λόγον αυτόν ήρθα να πιω, κι αν ο θεός το θέλει, κι αν είμαι άξιος, από τον αυτήκοο αυτό Λόγο να ποτίσω και τη γη!».

Στις 18/6/1949, ο Σικελιανός μίλησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με θέμα: « Ιουδαϊσμός και Ελληνισμός (το μάθημα του Ρενέ Μαρδοχαίου Γκουασταλλά)», με πρόσκληση των Ροζέ Μιλλιέξ και Οκτάβ Μερλιέ.

Το 1950, την ημέρα του Αγίου Πνεύματος, ο ποιητής έπλεξε το εγκώμιο του Μερλιέ και της σπουδαίας γυναίκας του, Μέλπως Λογοθέτη, σε εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Αναθυμήθηκε την επίσκεψή του στο Πήλιο (άνοιξη 1938) και τη σιωπή των αηδονιών. Ο κηπουρός του, ο κυρ Αντώνης, του εξήγησε: «Σήμερα είναι του Αγίου Πνεύματος! Ολα τα αηδόνια από τον πρώτον όρθρο, φύγανε για πιο ψηλά». Αργότερα, όσους άλλους ρώτησα, συμπληρώνει ο ποιητής, μου δώσανε την ίδια απάντηση: Τ' αηδόνια είχανε πια πετάξει σε μιαν άλλη, πιο ψηλή περιοχή. Την περιοχή του πνεύματος. Του αγίου πνεύματος. Γι' αυτό και δεν ακούονταν πια. Ετσι λοιπόν, διερωτώμουνα, τ' αηδόνια είχανε κάνει κιόλας τη μετάσταση από την Ποίηση προς την Προσευχή, όπως το αισθανόταν και το ζητούσε εδώ και λίγα χρόνια από τους ποιητές ο άββε Bremond; (...) Για μένα η σιωπή αυτή των αηδονιών ήταν μια υψηλή ενέργεια, μια προέκταση διαλεκτική σ' ένα σκαλί υψηλότερης ενέργειας».

Ο Σικελιανός έμελλε να ζήσει την τελευταία του ονομαστική εορτή (18/6/1951), στην Παμμακάριστο, στο θάλαμο Θ` «των Θλιβομένων η "Χαρά"». Η αδελφή - νοσοκόμα του απολογιέται: «Ηθελε να τον φωνάζουμε με το μικρό του όνομα».

«Χρυσή μου, ο Θεός μου έβαλε Αγγελο. Παρακαλώ την Παναγιά μας, όταν πεθάνω, Αγγελο κοντά της να με βάλει». Εκείνες τις ύστατες στιγμές, η Παναγία η Φανερωμένη της Λευκάδας, η Δήμητρα και η Αλκμήνη - η αιώνια Μάνα - συμπλέκονταν στα άδυτα της ψυχής του...

Την άλλη μέρα, στις οκτώ το βράδυ, το καλλικέλαδο αηδόνι έκανε «τη μετάστασή του σε μιαν άλλη, πιο ψηλή περιοχή, από την Ποίηση προς την Προσευχή», κατά πώς το θέλει «ο θεϊκός θρύλος του Λαού» για τους πεφιλημένους του!..

Βιβέτ ΤΣΑΡΛΑΜΠΑ - ΚΑΚΛΑΜΑΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αβαγνον