Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Η Μακεδονία των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων

Παράλληλα με την Αθήνα και τη Σπάρτη, η Μακεδονία υπήρξε το ελληνικό κράτος που προκαλούσε και εξακολουθεί να προκαλεί ιστορικό αλλά και γ...

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

ΝΑΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Το αντιτορπιλικό "Βασίλισσα Όλγα ΙΙ" ένα από τα ενδοξότερα πλοία του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: 19 Ιανουαρίου 1943 το αντιτορπιλικό Βασίλισσα Όλγα ΙΙ, με κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Γεώργιο Μπλέσσα, βυθίζει ανοιχτά της Τύνιδας την ιταλική κορβέτα Στρόμπολι.
Basilissa Olga 1.jpg

Το αντιτορπιλικό Βασίλισσα Όλγα (D-15) ήταν ένα από τα ενδοξότερα πλοία του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού και ακόμη το πιο επιτυχημένο ελληνικό πολεμικό πλοίο κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι και την απώλειά του το 1943. Κατασκευάσθηκε στα αγγλικά ναυπηγεία Yarrow & Co Ltd της Γλασκώβης μεταξύ 1936-38, αλλά εξοπλίστηκε με γερμανικά πυροβόλα. Το όνομά του προέρχεται από τη Βασίλισσα Όλγα της Ελλάδας. Μαζί με το ιδίου τύπου πλοίο Βασιλεύς Γεώργιος ήταν τα πλέον σύγχρονα και αξιόμαχα πολεμικά πλοία της Ελλάδας κατά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Από την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου τον Οκτώβριο του 1940 μέχρι και την Γερμανική εισβολήτον Απρίλιο του 1941 το Βασίλισσα Όλγα, με κυβερνήτη τον Πλοίαρχο Αλφρέδο Λεοντόπουλο, έλαβε μέρος σε συνοδείες νηοπομπών, καθώς και στην πρώτη και τρίτη (14-15 Νοεμβρίου 1940, 4-5 Ιανουαρίου 1941) επιδρομή στο Στενό του Οτράντο. Μετά την κατάληψη της Ελλάδας διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου ανέλαβε καθήκοντα συνοδείας βρετανικών νηοπομπών. Με νέο κυβερνήτη τον Πλοίαρχο Ιωάννη Βλαχόπουλο, μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 1941 μεταστάθμευσε στην Καλκούτα, όπου πραγματοποίησε μετασκευή, ενισχύοντας τον οπλισμό του. Επανήλθε στη Μεσόγειο τον Φεβρουάριο του 1942, πήρε μέρος στις επιχειρήσεις του Τομπρούκ, ενταγμένο σε βρετανική μοίρα, όπου είχε ιδιαίτερα αξιόλογη δράση. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους ανέλαβε κυβερνήτης του ο Πλωτάρχης Γεώργιος Μπλέσσας.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1942 νότια της Μάλτας, σε συνεργασία με βρετανικό αντιτορπιλικό, ανάγκασε το ιταλικό υποβρύχιο Uarsciek να παραδοθεί. Την νύχτα της 18ης/19ης Ιανουαρίου 1943 με δύο ομοβροντίες έπληξε καίρια το εξοπλισμένο πετρελαιοφόρο του Ιταλικού Στόλου Stromboli, που βυθίστηκε φλεγόμενο. Μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου μετέβει, μαζί με άλλα δύο πλοία, στο Άντεν όπου παρέλαβε μια μεγάλη νηοπομπή με προορισμό τη Νέα Γουινέα. Επέστρεψε στην Μεσόγειο και συμμετείχε σε νέες νηοπομπές. Σε συνεργασία με το βρετανικό αντιτορπιλικό HMS Jervis επιτέθηκε σε ιταλική νηοπομπή, βυθίζοντας το τορπιλοβόλο Castore. Τον Ιούνιο και Αύγουστο του 1943 έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις κατάληψης της Παντελλερία και της απόβασης στη Σικελία.

Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας επέστρεψε στο Αιγαίο, όπου στις 18 Σεπτεμβρίου 1943 και σε περιπολία με δύο βρετανικά αντιτορπιλικά, επιτέθηκε σε γερμανική νηοπομπή, κοντά στην Αστυπάλαια, με αποτέλεσμα την βύθιση των φορτηγών πλοίων Paula και Ρluto. Στην τελευταία του περιπολία κατέπλευσε το πρωί της 26 Σεπτεμβρίου στον όρμο Λακκί της Λέρου. Λίγη ώρα μετά δέχτηκε γερμανική αεροπορική επιδρομή και βυθίστηκε, με θύματα τον κυβερνήτη και 72 μέλη του πληρώματος.

Σχεδίαση και κατασκευή
Το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρήκε το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό κυρίαρχο στο Αιγαίο, αλλά με πλοία παρωχημένης τεχνολογίας και μεγάλης ηλικίας. Οι προσπάθειες εξοπλισμού του Στόλου την περίοδο του Μεσοπολέμου καθυστερούσαν λόγω των συνεχών ανακατατάξεων στην πολιτική σκηνή της χώρας, την διάσταση απόψεων σχετικά με την ακολουθητέα ναυτική πολιτική και τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες του ελληνικού κράτους. Σε αντίθεση με την πλειοψηφία της ηγεσίας του Ναυτικού, που θεωρούσε τα βαρέα πλοία σημαντικό παράγοντα ναυτικής ισχύος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έδωσε προτεραιότητα στην ναυπήγηση ελαφρών πλοίων. To 1929 ξεκίνησε το πρόγραμμα και το 1931 κυρώθηκε ο σχετικός νόμος που προέβλεπε ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία το Ναυτικό θα έπρεπε να ενισχυθεί με την απόκτηση ενός εύδρομου, οκτώ υποβρυχίων και δώδεκα αντιτορπιλικών.
194119421943
Διανυθέντα μίλια16.68427.76444.460
Ώρες εν πλω1.0901.5902.516


Στο πλαίσιο αυτό το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο (ΑΝΣ) αποφάσισε την απ΄ ευθείας ανάθεση της παραγγελίας για την απόκτηση των νέων αντιτορπιλικών σε ένα βρετανικό ναυπηγείο που είχε αναλάβει την ναυπήγηση ενός νέου, σύγχρονου τύπου αντιτορπιλικού το οποίο είχε σχεδιαστεί για το Βρετανικό Ναυαρχείο. Έπειτα από σκληρές και μακρές διαπραγματεύσεις, τον Ιανουάριο του 1937 ανατέθηκε η παραγγελία στα ναυπηγεία Yarrow της Γλασκώβης για δύο αντιτορπιλικά, το Βασιλεύς Γεώργιος (D-14) και το Βασίλισσα Όλγα (D-15).

Η τρόπιδα του Βασίλισσα Όλγα τοποθετήθηκε στις αρχές Φεβρουαρίου 1937, ενώ η καθέλκυσή του έγινε στις 2 Ιουνίου 1938. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, με το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Αυγούστου 1938 έλαβε επίσημα την ονομασία και τον χαρακτηρισμό D-15. Τον Οκτώβριο τοποθετήθηκε κυβερνήτης ο Αντιπλοίαρχος Μ. Ζαροκώστας και μαζί με τον Ύπαρχο, τον Πρώτο Μηχανικό και μερικούς υπαξιωματικούς, μηχανικούς και ηλεκτρολόγους ξεκίνησαν το Νοέμβριο για την Γλασκώβη. Το υπόλοιπο πλήρωμα έφτασε στην Γλασκώβη στο τέλος του Ιανουαρίου 1939.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1939 έγιναν οι πρώτες δοκιμές του Βασίλισσα Όλγα, κατά τις οποίες έπλευσε με την μέγιστη ακίνδυνη ταχύτητα των 34 κόμβων, μέγεθος αξιοσημείωτο για τα δεδομένα της εποχής. Η επίσημη ένταξή του στο Βασιλικό Ναυτικό έγινε στις 5 Φεβρουαρίου 1939 και η ύψωση της ελληνικής σημαίας έγινε στις 11 Φεβρουαρίου. Μετά το τέλος της εκπαίδευσης και των δοκιμών το πλοίο κατέπλευσε μέσω Γιβραλτάρ, Αλγερίας και Αργοστολίου στο Ναύσταθμο Σαλαμίναςτην 1η Μαρτίου, όπου το υποδέχθηκε η πολιτική ηγεσία και ο βασιλεύς Γεώργιος Β΄.

Οπλισμός
Για λόγους οικονομίας αποφασίστηκε ο οπλισμός του Βασίλισσα Όλγα να αγοραστεί από την Ναζιστική Γερμανία, που δεχόταν να μην πληρωθεί με συνάλλαγμα αλλά με ελληνικά καπνά. Την λύση αυτή δέχτηκαν και οι Βρετανοί. Έτσι, το Βασίλισσα Όλγα εξοπλίστηκε με 4 πυροβόλα Rheinmetall των 127 mm τα οποία είχαν σχεδιαστεί να βάλουν μόνο κατά στόχων επιφανείας, γεγονός που ήταν μειονέκτημα, καθώς δεν είχε εκτιμηθεί σωστά ο ρόλος της αεροπορικής δύναμης στο επερχόμενο πόλεμο. Για την αντιαεροπορική προστασία του πλοίου τοποθετήθηκαν 4 ταχυβόλα Rheinmetall των 37 mm με βεληνεκές 2.800 μέτρα. Εξαιτίας ίσως της κακής τοποθέτησής τους, κατά την βολή δημιουργούνταν κραδασμοί στο δάπεδο με αποτέλεσμα την δυσκολία σκόπευσης. Επίσης υπήρχαν 2 τετραπλοί τορπιλοσωλήνες 533 mm βρετανικής κατασκευής, 2 εκτοξευτές βομβών βάθους (βομβοβόλα) και 2 αφετήρες (σιδηροτροχιές) για την ρίψη βομβών.

Σε σχέση με τα όμοιά του αντιτορπιλικά που υπηρετούσαν στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, από το Βασίλισσα Όλγα έλειπαν οι συσκευές ASDIC και RDF. Η ASDIC τοποθετούνταν στα ύφαλα του πλοίου και εκπέμποντας και λαμβάνοντας ηχητικά κύματα μπορούσε να μετρήσει την απόσταση από τα εχθρικά υποβρύχια. Η RDF, η οποία ήταν η πρώτη μορφή ραντάρ, τοποθετούνταν στον ιστό του πλοίου και εκπέμποντας και λαμβάνοντας ραδιοκύματα μπορούσε να μετρηθεί η απόσταση και η διόπτευση του εντοπισθέντος εχθρικού πλοίου. Σε συνδυασμό με την ανεπαρκή αντιαεροπορική άμυνα, η έλλειψη αυτών των συσκευών θα αποτελέσουν τα σοβαρότερα μειονεκτήματα του ελληνικού αντιτορπιλικού κατά την περίοδο 1940-41.

Χαρακτηριστικά
Το Βασίλισσα Όλγα είχε σχεδιαστεί και κατασκευαστεί με τη μακροχρόνια βρετανική ναυτική παράδοση, που όριζε τον χώρο ενδιαίτησης των αξιωματικών να βρίσκεται στο πρυμναίο τμήμα του πλοίου, ενώ των υπαξιωματικών και διόπων στο πρωραίο. Στο μεσαίο τμήμα (μεσόστεγο), το οποίο χώριζε ουσιαστικά το πλοίο σε δύο μέρη, περιλάμβανε τα διαμερίσματα των λεβήτων και των μηχανών. Αυτή η σχεδίαση αποδείχθηκε ακατάλληλη στις επιχειρήσεις του Β΄ Π.Π., καθώς η απόσταση ανάμεσα στα σημεία ενδιαίτησης και τις θέσεις μάχης ήταν μεγάλη για την πλειοψηφία των ανδρών του πλοίου. Ιδιαίτερα δε οι αξιωματικοί της γέφυρας και o κυβερνήτης δυσκολεύονταν να μετακινηθούν από την γέφυρα στο πρωραίο τμήμα.

Ήταν πλοίο γερής κατασκευής με αναμφισβήτητες ναυτικές αρετές. Αξιοσημείωτη δυνατότητα για την εποχή ήταν ότι μπορούσε να επιτυγχάνει υψηλή μέγιστη ταχύτητα και να την διατηρεί για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς υπερφόρτωση των λεβήτων και των στροβίλων του. Επιπρόσθετα ήταν ιδιαίτερα οικονομικό στην κίνηση και την συντήρηση.

Δράση κατά τον πόλεμο 1940-41

Το Βασιλεύς Γεώργιος, αδελφό πλοίο του Βασίλισσα Όλγα
Ο Ακήρυχτος πόλεμος
Στις 24 Απριλίου 1939 κυβερνήτης του Βασίλισσα Όλγα ανέλαβε ο Αντιπλοίαρχος Π. Κώνστας. Νέος κυβερνήτης του πλοίου ανέλαβε στις 30 Μαΐου ο Αντιπλοίαρχος Ε. Κορτέσης, με τον οποίο εκτέλεσε τα τελευταία καλοκαιρινά γυμνάσια πριν την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την διάρκεια των γυμνασίων ανέλαβε, στις 24 Αυγούστου, κυβερνήτης ο Πλοίαρχος Αλφρέδος Λεοντόπουλος, ο οποίος διατήρησε τη θέση αυτή για 21 μήνες και 3 εβδομάδες, διάστημα θητείας που είναι το μεγαλύτερο ανάμεσα στους 7 αξιωματικούς που κυβέρνησαν το αντιτορπιλικό.

Με την έναρξη του νέου έτους το Βασίλισσα Όλγα έλαβε μέρος σε ασκήσεις 40 ημερών στον Σαρωνικό. Στις 20 Φεβρουαρίου έλαβε μέρος σε ασκήσεις, διάρκειας επτά εβδομάδων, στο κεντρικό και βόρειο Αιγαίο, οπού με ιδιαίτερα κακό καιρό αναδείχθηκαν οι αδυναμίες αλλά και τα πλεονεκτήματα του πλοίου. Με το πέρας των ασκήσεων υπεβλήθη στον ετήσιο δεξαμενισμό για καθαρισμό και συντήρηση καθ΄ όλη τη διάρκεια του Μαΐου.

Με την κήρυξη πολέμου της Ιταλίας κατά της Βρετανίας τον Ιούνιο του 1940, άρχισε ο ναυτικός αγώνας μεταξύ αυτών των χωρών στην Μεσόγειο. Ταυτόχρονα ξεκίνησε και ο λεγόμενος ακήρυχτος πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, ο οποίος διήρκεσε μέχρι την 28η Οκτωβρίου 1940. Για το Βασίλισσα Όλγα το πρώτο επεισόδιο αυτού του πολέμου έγινε το πρωί της 30ής Ιουλίου. Αγκυροβολημένο μαζί με το Βασιλεύς Γεώργιος στη Ναύπακτο, δέχτηκε βομβαρδισμό από ιταλικό αεροπλάνο, το οποίο έριξε 4 βόμβες χωρίς όμως επιτυχία.

Μετά την βύθιση του εύδρομου Έλλη (βλ. Ναυμαχία της Έλλης ΕΔΩ) από επίθεση ιταλικού υποβρυχίου, το Βασίλισσα Όλγα μαζί με το Βασιλεύς Γεώργιος ανέλαβαν την συνοδεία νηοπομπής, η οποία έχει ως αποστολή να μεταφέρει τους προσκυνητές της Τήνου. Καθώς τα δύο πλοία έπλεαν προς την Τήνο, το πρωί της 16ης Αυγούστου, δέχτηκαν επίθεση κοντά στα Γιούρα από δύο αεροσκάφη (πιθανόν ιταλικά). Τα δύο αντιτορπιλικά αμέσως αύξησαν ταχύτητα στους 30 κόμβους και με ελιγμούς απέφυγαν τις βόμβες των αεροσκαφών. Χωρίς άλλα απρόοπτα τα δύο πλοία έφτασαν στη Τήνο, απ' όπου συνόδευσαν τα μεταφορικά πλοία στα οποία είχαν επιβιβαστεί οι προσκυνητές και το πλήρωμα του Έλλη.

Ελληνοϊταλικός πόλεμος
Η έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου πόλεμου βρήκε το Βασιλικό Ναυτικό με μόνο δύο σύγχρονα αντιτορπιλικά (τα Βασίλισσα Όλγα και Βασιλεύς Γεώργιος), κάποιες παλιές μονάδες επιφανείας και έξι παρωχημένα υποβρύχια. Απέναντι στο ισχυρό Ιταλικό ναυτικό, οι Έλληνες υπαξιωματικοί και ναύτες του Στόλου, για να υποσκελίσουν την διαφορά, αντέταξαν την επαγρύπνηση και των επαγγελματισμό τους.
Θυρεός του ιστορικού αντιτορπιλικού Βασίλισσα 

Όλγα. Από το Ναυτικό Μουσείο Χανίων.
Η πρώτη πολεμική αποστολή του Βασίλισσα Όλγα πραγματοποιήθηκε την νύχτα 29/30 Οκτωβρίου, όταν συνόδευσε δύο ναρκοθέτιδες, που είχαν αναλάβει ως αποστολή την πόντιση ναρκών και τη δημιουργία αμυντικών ναρκοπεδίων στο στενό Αίγινας-Μεθάνων. Επόμενη αποστολή ήταν η συμμετοχή στην προστασία μιας μεγάλης, για τα ελληνικά δεδομένα, νηοπομπής, η οποία απέπλευσε από τον Πειραιά στις 4 Νοεμβρίου με προορισμό την Θεσσαλονίκη, την Καβάλα και την Αλεξανδρούπολη. Τα 14 εμπορικά πλοία που επιστρατεύτηκαν για την μεταφορά του 1ου και 20ού Συνταγμάτων Πεζικού, σχημάτισαν την μοναδική νηοπομπή στον πόλεμου για την προστασία της οποίας χρησιμοποιήθηκαν όλα τα αντιτορπιλικά, δηλαδή τα δύο κλάσης Βασίλισσα Όλγα και τα 4 κλάσης Ύδρα. Κατά την διέλευση της νηοπομπής από τον Εύριπο έκαναν την εμφάνισή τους δύο ιταλικά βομβαρδιστικά που έριξαν 10 περίπου βόμβες, χωρίς όμως επιτυχία. Η ελληνική ηγεσία ανησύχησε από το γεγονός αυτό και λαμβάνοντας υόψιν ότι πλέον οι Ιταλοί γνώριζαν την κίνηση των ελληνικών πλοίων, διέταξε την νηοπομπή να συντομεύσει την διάρκεια του πλου και να καταπλεύσει στον Βόλο, εκτός από 4 πλοία που θα συνέχιζαν την πορεία προς την Θεσσαλονίκη. Τελικά ο κατάπλους στον Βόλο και στην Θεσσαλονίκη, καθώς και η αποβίβαση των στρατευμάτων, έγιναν χωρίς άλλα δυσάρεστα.

Στις 12 Νοεμβρίου, το Βασίλισσα Όλγα μαζί με το αντιτορπιλικό Ψαρά ανέλαβαν την συνοδεία μιας νηοπομπής τεσσάρων μεταγωγικών, που μετέφεραν έναν Όρχο Πυροβολικού από τον Πειραιά στην Θεσσαλονίκη. Έξω από την περιοχή του νότιου Ευβοϊκού τα δύο αντιτορπιλικά έλαβαν σήμα από τον Α.Σ. (Αρχηγό Στόλου) με εντολή να επαναπλεύσουν το ταχύτερο δυνατό στον Ναύσταθμο, ώστε να λάβουν μέρος στην επιθετική περιπολία στο στενό του Οτράντο. Η ουσιαστικά άσκοπη αυτή επιχείρηση, που επιβλήθηκε από τον Αρχιστράτηγο Παπάγο και από την πολιτική ηγεσία της χώρας, σχεδιάστηκε από το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο με σκοπό την καταστροφή των διαπλέοντων το στενό του Οτράντο εχθρικών πολεμικών και εμπορικών πλοίων. Με την συμμετοχή του Βασίλισσα Όλγα εκτελέστηκε την νύχτα της 14/15 Νοεμβρίου η περιπολία χωρίς κανένα αποτέλεσμα, εκθέτοντας τα πολεμικά πλοία σε άσκοπο κίνδυνο.

Στις 29 Νοεμβρίου το Βασίλισσα Όλγα συμμετείχε και πάλι σε μια νηοπομπή, η οποία ξεκίνησε από τον Πειραιά με προορισμό την Χίο και την Λέσβο για να παραλάβει έφεδρους, επιταγμένα οχήματα και ημιόνους. Δέκα μίλια δυτικά της νησίδας Καλόγηρος η νηοπομπή δέχτηκε τορπιλική επίθεση από εχθρικό υποβρύχιο που βρισκόταν σε κατάδυση. Οι δύο τορπίλες που έβαλε δεν βρήκαν στόχο, ενώ το ίδιο ανεπιτυχής ήταν και η εκδηλωθείσα αντεπίθεση εναντίον του υποβρυχίου από τα ελληνικά πλοία με ρίψη βομβών βυθού. Μετά από λίγες μέρες ένα επίσημο ιταλικό ανακοινωθέν έκανε γνωστό ότι το υποβρύχιο αυτό ήταν το Delfino, το οποίο είχε βυθίσει το καταδρομικό Έλλη στις 15 Αυγούστου 1940. Χωρίς άλλα απρόοπτα η νηοπομπή έφτασε στη Χίο και την Λέσβο και επέστρεψε, το απόγευμα της 1ης Δεκεμβρίου, στον Πειραιά. Το πρωί της 5ης Δεκεμβρίου και ενώ το Βασίλισσα Όλγα συνόδευε μια άλλη νηοπομπή συγκρούστηκε, λόγω κακής ορατότητας, με το φορτηγό Φ. Νομικού. Το αντιτορπιλικό αναγκάστηκε να επιστρέψει στον Πειραιά, όπου επισκευάστηκε μέσα σε 4 μέρες.

Χάρτης του Στενού του Οντράντο
Οι επιδρομές στο Στενό του Οντράντο
Ετοιμοπόλεμο το Βασίλισσα Όλγα απέπλευσε στις 25 Δεκεμβρίου από τον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, με αποστολή την συνοδεία νηοπομπής προς Θεσσαλονίκη. Ενώ το μεσημέρι της 27ης Δεκεμβρίου βρισκόταν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης έλαβε επείγον σήμα του Γ.Ε.Ν. για άμεση επιστροφή στο Ναύσταθμο, ώστε να συμμετάσχει με άλλα αντιτορπιλικά σε μια ακόμα επιθετική περιπολία στο Στενό του Οτράντο. Όμως η περιπολία αυτή, που σχεδιάστηκε να γίνει την νύχτα 29ης/30ής Δεκεμβρίου, ματαιώθηκε λόγω σφοδρής κακοκαιρίας που ξέσπασε στην νότια Αδριατική. Κατά την ίδια περίοδο ο Βρετανός ναύαρχος της Μεσογείου ζήτησε την παραχώρηση τεσσάρων ελληνικών αντιτορπιλικών για την συνοδεία αγγλικής νηοπομπής που έπλεε προς τον Πειραιά. Πράγματι, το Βασίλισσα Όλγα μαζί με τρία άλλα αντιτορπιλικά συναντήθηκαν 20 μίλια βόρεια του Ηρακλείου με την αγγλική νηοπομπή με κωδικό ΑΝ (Αegean North) 11, η οποία αποτελείτο από 4 ελληνικά και 3 αγγλικά φορτηγά πλοία. Το μεσημέρι της 30ής Δεκεμβρίου η νηοπομπή κατέπλευσε ομαλά στον Πειραιά. Την επόμενη μέρα το Βασίλισσα Όλγα απέπλευσε συνοδεύοντας νέα νηοπομπή με προορισμό την Χίο και την Λέσβο. Κοντά στο Κάβο- Ντόρο, στην νησίδα Μαντήλι, οι οπτήρες και οι αξιωματικοί του Βασίλισσα Όλγα εντόπισαν τα ίχνη δύο τορπιλών, των οποίων οι τροχιές πιθανόν διασταυρώνονταν την πορεία του πλοίου. Αμέσως ο κυβερνήτης του αντιτορπιλικού έδωσε εντολή "πηδάλιο όλο δεξιά" με αποτέλεσμα οι τορπίλες να περάσουν 20-50 μέτρα από το Βασίλισσα Όλγα. Στη συνέχεια το αντιτορπιλικό έριξε 5 βόμβες βυθού, χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα.

Με την έναρξη του νέου έτους το Βασίλισσα Όλγα έλαβε μέρος στην τρίτη επιδρομή στο Στενό του Οτράντο. Την νύκτα της 5ης προς 6η Ιανουαρίου 1941, μετά από τον διάπλου του Ιονίου πελάγους εν μέσο ισχυρής καταιγίδας, το Βασίλισσα Όλγα, στο οποίο επέβαινε ο Α.Σ. Υποναύαρχος Ε. Καββαδίας, έφτασε, μαζί τα τα αντιτορπιλικά Βασιλεύς Γεώργιος, Σπέτσαι,Ψαρά και Κουντουριώτης, κοντά στον όρμο Ducati. Καθώς κατά την θυελλώδη εκείνη νύχτα η κίνηση ήταν ανύπαρκτη, τα αντιτορπιλικά έβαλαν το καθένα τρεις ομοβροντίες προς τον όρμο, με την ελπίδα ότι εκεί θα υπήρχαν ιταλικά πλοία. Τελικά, η επιδρομή αποδείχτηκε άκαρπη και τα ελληνικά πλοία κατέπλευσαν στον Ναύσταθμο τις βραδυνές ώρες της 6ης Ιανουαρίου. Παρά την ανύψωση του ηθικού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και τον μεγάλο ενθουσιασμό στον ελληνικό λαό που δημιούργησε αυτή η επιδρομή, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να μην επαναληφθεί, επειδή τέτοιους είδους επιχειρήσεις δημιουργούσαν μεγάλο κίνδυνο για τα αντιτορπιλικά.

Αμέσως μετά την επιστροφή από το Οτράντο το Βασίλισσα Όλγα διετάχθη και απέπλευσε το μεσημέρι της 7ης Ιανουαρίου, μαζί με 4 ελληνικά αντιτορπιλικά, προς συνοδεία της βρετανικής νηοπομπής ΑS (Aegean South) 10 με προορισμό το Πορτ Σάιντ. Τα μεσάνυχτα 8/9 Ιανουαρίου και ενώ η νηοπομπή περνούσε το στενό Κάσου- Κρήτης, έγιναν αισθητές από μερικά πλοία τρεις υποβρύχιες εκρήξεις. Η έρευνα που που έγινε στην γύρω περιοχή δεν εντόπισε εχθρικά πλοία ή υποβρύχια και η νηοπομπή συνέχισε την πορεία της προς το Πορτ Σάιντ, όπου και κατέπλευσε χωρίς άλλα προβλήματα το πρωί της 11ης Ιανουαρίου. Η υποδοχή της οποίας τυγχάνουν στην Αίγυπτο τα ελληνικά πλοία από Έλληνες ομογενείς, αλλά και από Βρετανούς και Αιγύπτιους, ήταν ενθουσιώδης, με εκδηλώσεις θαυμασμού για τον επικό αγώνα των Ελλήνων. Η επιστροφή των ελληνικών πολεμικών πλοίων από την Αίγυπτο στην Ελλάδα έγινε με την συμμετοχή στην συνοδεία της βρετανικής νηοπομπής AN 12, η οποία αποτελείτο από 22 εμπορικά πλοία. Την 18η Ιανουαρίου η νηοπομπή κατέπλευσε στον Πειραιά, με το Βασίλισσα Όλγα να μπαίνει τελευταίο στο λιμάνι.

Στις 27 Ιανουαρίου το Βασίλισσα Όλγα, συμμετέχοντας στα γνώριμα καθήκοντα συνοδείας νηοπομπής, ξεκίνησε από τον Πειραιά με προορισμό την Θεσσαλονίκη. Το απόγευμα της ίδιας μέρας και ενώ η νηοπομπή περνούσε το στενό Μακρονήσου-Κέας, άνεμοι εντάσεως 8-9 μποφόρ διασκόρπισαν τα πλοία. Μόνο το Βασίλισσα Όλγα και το βρετανικό φορτηγό Afganistan συνέχισαν την πορεία προς βορρά. Την επόμενη μέρα τα δύο πλοία αναγκάστηκαν να καταφύγουν, λόγω χιονοθύελλας και ισχυρού κυματισμού, σε ορμίσκο του νότιου Ευβοϊκού. Μόλις ο καιρός βελτιώθηκε τα δύο πλοία απέπλευσαν, την 31η Ιανουαρίου, για των τελικό τους προορισμό. Την 1η Φεβρουαρίου το Βασίλισσα Όλγα διέκρινε τα ίχνη δύο τορπιλών, οι οποίες όμως ήταν άστοχες. Ο Λεοντόπουλος αποφάσισε να μη κυνηγήσει το εχθρικό υποβρύχιο, αλλά να συνεχίσει το αντιτορπιλικό την πορεία του διενεργώντας ανθυποβρυχιακούς ελιγμούς γύρω από το Afganistan. Έτσι το πολύτιμο φορτίο εφοδίων του βρετανικού φορτηγού έφτασε με ασφάλεια στον προορισμό του.

Η μεταφορά του ελληνικού χρυσού
Το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου το Βασίλισσα Όλγα παρέμεινε στον Ναύσταθμο όπου έγινε καθαρισμός λεβήτων και μια σειρά από άλλες επισκευές. Στις 12 Φεβρουαρίου το αντιτορπιλικό ανέλαβε την αποστολή συνοδείας μιας νηοπομπής τεσσάρων εμπορικών πλοίων προς την Χίο και την Λέσβο, από όπου παρέλαβε εφέδρους και εφόδια και επέστρεψε στις 14 του ίδιου μήνα στον Πειραιά. Εν όψει της Γερμανικής επίθεσης στην Ελλάδα, η κυβέρνηση αποφάσισε να μεταφερθούν στην Κρήτη τα αποθέματα χρυσού και συναλλάγματος της Τράπεζας της Ελλάδος, αποστολή που ανέλαβαν το Βασίλισσα Όλγα με το Βασιλεύς Γεώργιος. Η μεταφορά ξεκίνησε την 3η Μαρτίου και τα δύο πλοία έφτασαν στην Σούδα την 4η Μαρτίου, ξεφόρτωσαν τα κιβώτια με το πολύτιμο περιεχόμενο και επέστρεψαν την ίδια μέρα στον Πειραιά.

Ο Μάρτιος του 1941 ήταν μήνας με έντονη δραστηριότητα για τα ελληνικά αντιτορπιλικά, καθώς η συμφωνία της ελληνικής με την βρετανική κυβέρνηση για την παροχή βοήθειας στην Ελλάδα, με την μεταφορά από την Αίγυπτο προς τον Πειραιά βρετανικών στρατευμάτων, είχε τεθεί σε εφαρμογή. Στις 16 Μαρτίου τοΒασίλισσα Όλγα συνόδευσε μέχρι το Μούδρο το επιβατηγό Αλμπέρτα, το οποίο μετέφερε έναν ελληνικό λόχο πεζικού για την ενίσχυση της άμυνας του νησιού. Μετά την αποβίβαση του λόχου τα δύο πλοία κατέπλευσαν την 17 Μαρτίου στην Αλεξανδρούπολη. Την 22α Μαρτίου το Βασίλισσα Όλγα απέπλευσε από τον Πειραιά συνοδεύοντας το επιβατηγό Φριντων, που μετέφερε 600 τραυματίες στην Κρήτη για αποθεραπεία. Μετά από διαδρομή χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα τα δύο πλοία επέστρεψαν την επόμενη μέρα στο Πειραιά.

Στις 28 Μαρτίου ο Αρχηγός Στόλου Υποναύαρχος Καββαδίας επιβιβάστηκε στο Βασίλισσα Όλγα, που μαζί με άλλα 6 αντιτορπιλικά, απέπλευσαν από τον Ναύσταθμο και έσπευσαν να συναντήσουν τον Βρετανικό Στόλο Μεσογείου που συγκρούονταν με τον Ιταλικό, στην γνωστή Ναυμαχία του Ματαπά. Τα πλοία έπρεπε να βρίσκονται στις 19:00 της ίδιας μέρα στην Κεφαλονιά, αναμένοντας εκεί νέες εντολές από τον Βρετανό Ναύαρχο Άντριου Κάννινγκαμ (Andrew B. Cunningham). Με καθυστέρηση έξι ωρών, λόγω προβλημάτων στη διώρυγα της Κορίνθου, τα ελληνικά αντιτορπιλικά έφτασαν στο προκαθορισμένο σημείο. Έπειτα από παρανόηση σήματος (όχι με ευθύνη της ελληνικής πλευράς) ο Κάννινγχαμ έδωσε εντολή στον Καββαδία να σπεύσει νοτιοδυτικά του Ματαπά, όμως στο μεταξύ η ναυμαχία είχε τελειώσει και μια θαυμάσια ευκαιρία για ελληνική συμμετοχή είχε περάσει ανεκμετάλλευτη.

Η γερμανική εισβολή
Η έναρξη της Γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα βρήκε το Βασίλισσα Όλγα σε αποστολή συνοδείας από την Κρήτη προς τον Πειραιά. Το πρωινό της 6ης Απριλίου ολοκλήρωσε την αποστολή του, κατέπλευσε στο αγκυροβόλιο της Ελευσίνας και άρχισε ο ανεφοδιασμός του, ώστε να αναλάβει νέα αποστολή. Όμως, καινούργια αποστολή θα αργήσει να ανατεθεί, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί σε άσκοπη παραμονή στον Σαρωνικό, όπου υπέστη σαρωτικές ανεπιτυχής επιθέσεις από την γερμανική αεροπορία. Εν τω μεταξύ στις 10 Απριλίου συνεδρίασε το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο για να συζητηθεί την τύχη του Στόλου, καθώς αναμενόταν η κατάρρευση του μετώπου. Η απόφαση ήταν να συνεχιστεί ο αγώνας στο πλευρό των Συμμάχων μακριά από την Ελλάδα. Την ίδια μέρα τα Βασίλισσα Όλγα καιΒασιλεύς Γεώργιος διατάχθηκαν να περιμένουν εντολή προκειμένου να μεταφέρουν τον βασιλιά και τον πρωθυπουργό μακριά από την χώρα. Τα γερμανικά αεροσκάφη βομβάρδιζαν σχεδόν καθημερινά την ευρύτερη περιοχή της Σαλαμίνας, του Πειραιά και του κόλπου της Ελευσίνας. Την νύχτα της 11-12 Απριλίου περισσότερα από 50 αεροσκάφη της Λουφτβάφε βοµβάρδισαν το αγκυροβόλιο του Στόλου στην Ελευσίνα και ναρκοθέτησαν τις προσβάσεις. Ο κίνδυνος αποκλεισμού του Ελληνικού Πολεμικού Στόλου υποχρέωσε τον Αρχηγό Στόλου να διατάξει, ύστερα από συνεννόηση με το Γ.Ε.Ν., την έξοδο των αντιτορπιλικών από τον κόλπο της Ελευσίνας και την χρησιμοποίηση άλλων ορμητηρίων στον Σαρωνικό. Το απόγευμα της 12ης Απριλίου ο Α.Σ., Υποναύαρχος Καββαδίας, μετέβη στο α/τ Λέων και οδήγεισε τις τρεις Μοίρες Αντιτορπιλικών του Στόλου έξω από τον Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Τελευταίο απέπλευσε το Βασίλισσα Όλγα.
Το θωρηκτό Αβέρωφ ήταν Ναυαρχίδα του Στόλου μέχρι την 15η 

Απριλίου, όταν ανέλαβε αυτόν το ρόλο το Βασίλισσα Όλγα
Σύμφωνα με την διαταγή που είχε εκδώσει ο Α.Σ., τα αντιτορπιλικά έπρεπε κατά τις νυχτερινές ώρες να αγκυροβολούν και να αποκρύπτονται σε ζεύγη σε έναν από τους όρμους Σοφικού, Επιδαύρου ή Μεθάνων και να επιστρέφουν το πρωί στην Σκάλα Μεγάρων. Έτσι την νύχτα της 13ης Απριλίου και ενώ το Βασίλισσα Όλγα μαζί με το Βασιλεύς Γεώργιος βρίσκονταν στον όρμο του Σοφικού, ένα γερμανικό αεροπλάνο έριξε μια βόμβα μόλις ένα μέτρο κοντά στο Βασιλεύς Γεώργιος, δημιουργώντας στο πλοίο μεγάλο ρήγμα. Τότε το Βασίλισσα Όλγα πλησίασε το χτυπημένο αντιτορπιλικό με σκοπό να το ρυμουλκήσει, όμως το Βασιλεύς Γεώργιος κατάφερε να εκκινήσει τις μηχανές του και έτσι η ρυμούλκηση διακόπηκε. Αμέσως μετά το Βασίλισσα Όλγα, συνόδευσε, μαζί με άλλα πλοία, το Βασιλεύς Γεώργιος μέχρι τον Ναύσταθμο και έπειτα επέτρεψε στο Σοφικό, όπου μάζεψε 87 άνδρες που είχαν κατεβεί σε σωστικές λέμβους από το άτυχο αντιτορπιλικό.

Στις 14 Απριλίου οι Βρετανοί ζήτησαν το θωρηκτό Αβέρωφ να μπει σε νηοπομπή με κατεύθυνση την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ο Α.Σ., που είχε υψωμένο το σήμα του στο Αβέρωφ, επιβιβάστηκε στο Βασίλισσα Όλγα, το οποίο στις 15 Απριλίου γίνεται Ναυαρχίδα του Στόλου. Την νύχτα της 14ης προς 15 Απριλίου το Βασίλισσα Όλγα δέχτηκε αεροπορική επίθεση. Ενώ σπεύδει προς τον κόλπο των Μεγάρων καλείται να περισυλλέξει τους ναυαγούς του βρετανικού φορτηγού Clancaming, το οποίο είχε προσκρούσει σε νάρκη. Τις πρωινές ώρες, και ενώ ασχολείται με την περισυλλογή των ναυαγών, εμφανίστηκαν 16 γερμανικά αεροσκάφη που επιτέθηκαν σε μια νηοπομπή που ετοιμαζόταν να αναχωρήσει από την περιοχή της Αίγινας. Αμέσως το Βασίλισσα Όλγα άρχισε να ελιγμούς και εκτόξευσε αντιαεροπορικές βολές. Με την αποχώρηση των αεροσκαφών επέστρεψε στο Ναύσταθμο και ετοιμάστηκε για τον απόπλου προς την Σούδα.

Στις κρίσιμες ώρες του Απριλίου 1941, καθώς οι γερμανικές 

δυνάμεις προέλαυναν ακάθεκτες στο ελληνικό έδαφος, 
το πλήρωμα του αντιτορπιλικού Αετός (φωτογραφία) 
έστρεψε τα πυροβόλα του κατά τουΒασίλισσα Όλγα, 
ζητώντας να μην αποπλεύσουν αλλά να παραμείνουν στην 
Ελλάδα.
Την Μεγάλη Πέμπτη 17 Απριλίου δόθηκε από τον Α.Σ. διαταγή απόπλου του Βασίλισσα Όλγα, όμως το μεσημέρι η διαταγή ακυρώθηκε. Λίγο μετά η διαταγή επαναφέρθηκε σε ισχύ για να ακυρωθεί και πάλι το βράδυ, δημιουργώντας μεγάλο εκνευρισμό στο πλήρωμα, διότι υπήρχε συνεχής κίνδυνος από βομβαρδισμό της γερμανικής αεροπορίας. Αυτή η αναβλητικότητα και η μεγάλη σύγχυση που επικρατούσε εκείνες τις ώρες είχε σαν αποτέλεσμα το πλήρωμα του Αετός, που βρισκόταν κοντά στο Βασίλισσα Όλγα, να στασιάσει και να στρέψει τα πυροβόλα του προς το Βασίλισσα Όλγα. Τότε ο Α.Σ. διέταξε το Βασίλισσα Όλγα να στρέψει και αυτό τα πυροβόλα του προς το Αετός, μετέβει στο πλοίο του οποίου το πλήρωμα είχε στασιάσει και με την συνδρομή του Ι. Τούμπα (κυβερνήτη του Αετός) επέβαλε την τάξη.

Την απόγευμα της 20ης Απριλίου περίπου 100 γερμανικά αεροσκάφη Ju 88 και Do 17 προσέγγισαν την περιοχή των Αθηνών για να βομβαρδίσουν στόχους στον Πειραιά και την Ελευσίνα. Ένα σμήνος 16 αεροσκαφών επιτέθηκε στον κόλπο των Μεγάρων όπου βρισκόταν αγκυροβολημένο μαζί με άλλα αντιτορπιλικά το Βασίλισσα Όλγα. Αμέσως το Βασίλισσα Όλγααπέπλευσε και άρχισε ελιγμούς με ταχύτητα 18 κόμβων. Ένα Ju 88 εφόρμησε κατά του Βασίλισσα Όλγα και με τα πολυβόλα του σάρωσε την γέφυρα και το κατάστρωμα του πλοίου. Μία βολίδα πέτυχε στον κρόταφο τον Σημαιοφόρο Ι. Δουρή, ο οποίος έπεσε νεκρός. Ήταν ο πρώτος νεκρός του Βασίλισσα Όλγα. Το Ju-88 συνεχίζοντας την επίθεσή του έριξε 3 βόμβες που εξερράγησαν 30 μέτρα από το αντιτορπιλικό χωρίς να προκαλέσουν θύματα η ζημιές. Το ίδιο τυχερό όμως δεν είναι το α/τ Ψαρά που βλήθηκε από τρεις βόμβες και μετά από ρυμούλκηση βυθίστηκε με πολλούς νεκρούς και τραυματίες.

Μετά την βύθιση του Ψαρά το Υπουργείο Ναυτικών αποφάσισε πως έφτασε η ώρα να αποπλεύσουν τα αντιτορπιλικά προς νότο και στις 21 Απριλίου έδωσε την σχετική εντολή. Όμως το Βασίλισσα Όλγα παρέμεινε στον Σαρωνικό ως τα μεσάνυχτα της 22ας/23ης Απριλίου, όταν και επιβιβάστηκαν σε αυτό τέσσερις υπουργοί, ο διοικητής και ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος με προορισμό την Σούδα. Τα ξημερώματα της 23ης Απριλίου κατέπλευσε στον προορισμό του και αποβίβασε τα μέλη της κυβέρνησης με τις οικογένειές τους. Νωρίς το απόγευμα εμφανίστηκαν πάνω από τον όρμο της Σούδας δύο ιταλικά αεροπλάνα. Αμέσως το Βασίλισσα Όλγααπέπλευσε και άρχισε ελιγμούς μέσα στον όρμο. Τα αεροπλάνα έριξαν τις βόμβες τους, χωρίς όμως επιτυχία. Το βράδυ της ίδιας μέρας τοΒασίλισσα Όλγα ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια. Την στιγμή της εξόδου η πλώρη του προσέκρουσε στο εξωτερικό φράγμα προστασίας του όρμου και το σκάφος ακινητοποιήθηκε. Τότε το υποβρύχιο Παπανικολής πλησίασε το Βασίλισσα Όλγα και στέλνοντας αυτοδύτες απελευθέρωσε το πλοίο. Μόλις απελευθερώθηκε, δέχτηκε επίθεση από ιταλικά αεροπλάνα, τα οποία έριξαν 15 βόμβες χωρίς όμως επιτυχία. Το βράδυ της 24ης Απριλίου το Βασίλισσα Όλγα άφησε πίσω του την Κρήτη και περνώντας το στενό Κάσου-Κρήτης έβαλε πλώρη προς την Αλεξάνδρεια.

Δράση στην Μεσόγειο

Ο εκσυγχρονισμός και η δράση του Βασίλισσα Όλγα μέχρι τον Αύγουστο του 1942
Το πρωί της 25ης Απριλίου το Βασίλισσα Όλγα κατέπλευσε στο φιλόξενο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, με το πλήρωμά του να είναι κατάκοπο από την κούραση και την αϋπνία και με τα νεύρα τεντωμένα από την ένταση των τελευταίων ημερών. Λόγω εντατικής χρησιμοποίησης του το πλοίο παρέμεινε τις επόμενες μέρες στο λιμάνι οπού έκανε τις απαραίτητες επισκευές. Αντιλαμβανόμενος την κατάσταση του ηθικού των πληρωμάτων των πλοίων του Στόλου ο Α.Σ., που στο μεταξύ είχε αποχωρίσει από το αντιτορπιλικό και εγκαταστάθηκε στο Αβέρωφ, σε συνεργασία με τον υπουργό ναυτικών Ναύαρχο Σακελλαρίου έλαβε μέτρα τα οποία ρύθμισαν ικανοποιητικά τις συνθήκες διαβίωσης των ναυτών ώστε αυτοί να αντεπεξέλθουν στα καθήκοντά τους μακριά από την πατρίδα.

Η πρώτη αποστολή που ανέλαβε το Βασίλισσα Όλγα ήταν στις 2 Ιουνίου όταν συνόδευσε ένα αγγλικό φορτηγό στο Πορτ Σάιντ και επιστρέφοντας συνόδευσε ένα άλλο φορτηγό. Στις 14 Ιουνίου ο Πλοίαρχος Λεοντόπουλος παρέδωσε το πλοίο στον επίσης Πλοίαρχο Ιωάννη Βλαχόπουλο. Αμέσως μετά το Βασίλισσα Όλγα δέχτηκε επείγουσες επισκευές συντήρησης και στις 18 Ιουλίου επέστρεψε σε υπηρεσία. Στις 3 Σεπτεμβρίου έσπευσε για να βοηθήσει το υποβρύχιο Παπανικολής- το οποίο όποιο πλέοντας για το Πορτ Σάιντ έπαθαν βλάβη οι μηχανές του- και το ρυμούλκησε επί 48 ώρες μέχρι την Αλεξάνδρεια.

Η εξέλιξη του πολέμου είχε κάνει φανερές τις αδυναμίες των ελληνικών πλοίων και ήταν γενική η πεποίθηση πως δεν θα μπορούσαν να προσφέρουν επαρκώς εάν πρώτα δεν γινόταν εκσυγχρονισμός τους. Μετά λοιπόν από συνεννόηση με το Βρετανικό Ναυαρχείο αποφασίστηκε τα αντιτορπιλικά να σταλούν στην Καλκούτα και μετά την επισκευή τους να επιστρέψουν στην Μεσόγειο. Έτσι, στις 8 Οκτωβρίου το Βασίλισσα Όλγα ξεκίνησε το ταξίδι του για την Ινδία, οπού έφτασε στις 31 του ίδιου μηνός. Εκεί παρέμεινε για δυόμισι μήνες και θα υποστεί εκτεταμένο εκσυχρονισμό. Καταρχήν στην θέση του πρυμναίου τετραπλού τορπιλοσωλήνα τοποθετήθηκε ένα αντιαεροπορικό πυροβόλο Vickers των 3 ιντσών, μαζί με 4 ενθέμια (ντουλάπια) πυρομαχικών. Τοποθετήθηκαν σε διάφορα σημεία του καταστρώματος 10 πυροβόλα Hotchkiss των 0,303 ιντσών για αντιαεροπορική κάλυψη του πλοίου. Επίσης τοποθετήθηκαν τρία προστατευτικά ελάσματα για το πυροβόλο Vickers και τα για δύο πυροβόλα των 127 mm. Αφαιρέθηκε από την πρύμνη το πυροβόλο των 127 mm και στη θέση τοποθετήθηκαν δύο βομβοβόλα και αυξήθηκε ο αριθμός των βομβών βάθους σε 80. Αφαιρέθηκε ο ιστός της πρύμνης, ώστε να μην εμποδίζεται η βολή του πυροβόλο Vickers, και μειώθηκε το ύψος της καπνοδόχου. Επίσης τοποθετήθηκαν η συσκευή ASDIC, καλώδιο αντιμαγνητισμού για να μην επικολλούνται στο πλοίο μαγνητικές νάρκες και μηχανικός πυροσωλήνας ώστε να χρησιμοποιηθούν αμερικανικά βλήματα για αντιαεροπορικές βολές. Τέλος τα τέσσερα Α/Α Rheinmetall των 37 mm που είχε αποφασιστεί να αντικατασταθούν από Oerlikon των 20 mm τελικά παρέμειναν, όμως κατασκευάστηκαν κατάλληλες υποδοχές ώστε να τοποθετηθούν αργότερα στην Αλεξάνδρεια.

Το Βασίλισσα Όλγα επέστρεψε στις 22 Φεβρουάριου 1942 στην Αλεξάνδρεια και εντάχθηκε στη δύναμη του 14ου Στολίσκου Αντιτορπιλικών (14th Destroyer Flotilla) του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, με διοικητή τον Πλοίαρχο Πόλαντ (Capt. A.L Poland) και δύναμη (μαζί με το Βασίλισσα Όλγα) εννιά αντιτορπιλικών. Ο Στολίσκος αυτός ονομάζονταν και "στολίσκος του θανάτου", διότι είχε περιοχή ευθύνης του το Τομπρούκ, όπου δραστηριοποιούνταν εχθρικά υποβρύχια και αεροπλάνα, και την περιοχή της Μάλτας, η οποία δέχονταν συνεχείς αεροπορικές επίθεσης λόγο της αναμενόμενης εισβολής. Στην Αλεξάνδρεια τοποθετήθηκε η συσκευή RDF για τον εντοπισμό στόχων επιφανείας και αντικαταστάθηκαν τα Α/Α Rheinmetall με τα Oerlikon. Το Βασίλισσα Όλγα ήταν το πρώτο ελληνικό πλοίο που εντάχθηκε οργανικά σε βρετανικό στολίσκο και άλλαξε τον διακριτικό του αριθμό από D15 σε H86.

Βασίλισσα Όλγα (D-15)
Στις 26 Φεβρουαρίου νέος κυβερνήτης του πλοίου ανέλαβε ο Πλωτάρχης Δ. Αλεξάνδρου. Με τον Αλεξάνδρου το πλοίο θα έχει μερικά ατυχή γεγονότα. Το πρώτο ήταν ένα ατύχημα που συνέβη καθώς το Βασίλισσα Όλγαπροσπαθούσε να δέσει σε σημαντήρα στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Τότε συγκρούσθηκε με ένα βρετανικό ναρκαλιευτικό, χωρίς ευτυχώς να σημειωθούν ιδιαίτερες ζημιές. Το δεύτερο περιστατικό έγινε όταν συνοδεύοντας νηοπομπή προσέκρουσε σε ύφαλο με αποτέλεσμα να καταστραφεί μία από τις έλικες. Επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια και μπήκε σε δεξαμενή. Επειδή εκείνες τις μέρες οι γερμανικές δυνάμεις έφτασαν κοντά στο Κάιρο αποφασίστηκε η εκκένωση του ναυστάθμου και η ανατίναξη του πλοίου. Μόλις έγινε γνωστή η απόφαση αυτή το πλήρωμά του Βασίλισσα Όλγα, με την συμπαράσταση μερικών Άγγλων τεχνικών, άρχισε εντατικές επισκευές, με αποτέλεσμα το πρωί της ημέρας που είχε προγραμματιστεί να ανατιναχτεί το μόνο πρόβλημα ήταν η βλάβη στην έλικα και έτσι αποφασίστηκε να ρυμουλκηθεί στο Πορτ Σάιντ και μετά στο Σουέζ.Το τελευταίο ατύχημα θα σημάνει το τέλος της θητείας του Αλεξάνδρου στο πλοίο. Πλέον από τις 28 Αυγούστου νέος κυβερνήτης του ανέλαβε ο Πλωτάρχης Γεώργιος Μπλέσσας.
Το HMS Petard (G 56) έδρασε πολλές φορές μαζί με το Βασίλισσα Όλγα

("HMS Petard 1943 IWM A 21715" από τον Royal Navy official 
photographer - This is photograph A 21715 from the collections 
of the Imperial War Museums (collection no. 4700-01). 
Υπό την άδεια Κοινό Κτήμα μέσω Wikimedia Commons - 
http://commons.wikimedia.org/wiki/File:HMS_Petard_1943_
IWM_A_21715.jpg#mediaviewer/File:HMS_Petard_1943_IWM_A_21715.jpg

Η βύθιση του ιταλικού υποβρυχίου Uarsciek
Κατά το διάστημα Νοεμβρίου- Δεκεμβρίου το Βασίλισσα Όλγα έλαβε μέρος σε συνοδεία βρετανικών νηοπομπών, με προορισμό το Άντεν, την Αλεξάνδρεια, το Τομπρούκ, το Πορτ Σάιντ και την Μάλτα. Πολλές φορές τοΒασίλισσα Όλγα έδρασε μαζί με το βρετανικό αντιτορπιλικό HMS Petard(G 56). Σε μια αποστολή τα δύο πλοία ξεκίνησαν την 7η Δεκεμβρίου από το Πορτ Σάιντ με προορισμό την Μάλτα. Ενδιάμεσα κατέπλευσαν στηνΒεγγάζη από όπου το μεσημέρι της 14ης Δεκεμβρίου απέπλευσαν για τον τελικό τους προορισμό. Περίπου στις 03:00 της 15ης Δεκεμβρίου και ενώ βρίσκονταν 45 μίλια μακριά από την Μάλτα, το Petard εντόπισε το ιταλικό υποβρύχιο Uarsciek. Το υποβρύχιο εξαπέλυσε κατά του Βασίλισσα Όλγα δύο τορπίλες, οι οποίες πέρασαν σε μικρή απόσταση από την πλώρη του πλοίου. Το Petard έριξε εναντίον του υποβρυχίου μια βόμβα βυθού και ειδοποίησε το Βασίλισσα Όλγα να διαγράφει κύκλους σε απόσταση δύο μιλίων γύρω του. Ο κυβερνήτης του υποβρυχίου πιστεύοντας ότι η έκρηξη της βόμβα του Petard προέρχονταν από τις τορπίλες που εκτόξευσε ανέβηκε σε περισκοπικό βάθος. Μόλις όμως διαπίστωσε ότι η επίθεσή του απέτυχε αναγκάστηκε να καταδυθεί βαθύτερα. Τότε το Petard έριξε δέκα βόμβες και κάλεσε το Βασίλισσα Όλγα να πλησιάσει και να επιτεθεί κατά του υποβρύχιου. Ρυθμίζοντας να εκραγούν σε βάθος μεταξύ 150 με 300 πόδια, το Βασίλισσα Όλγαέριξε 6 βόμβες που δημιούργησαν πολλές βλάβες σε ζωτικά μηχανήματα και στο πρυμναίο τμήμα του Uarsciek αναγκάζοντάς το να αναδυθεί. Αμέσως το Petardέβαλε με τα ταχυβόλα του το χτυπημένο υποβρύχιο και πλησίασε κοντά του. Η ταχύτητα όμως του PEΤARD ήταν τέτοια που συγκρούστηκε με το Uarsciek. Τελικά το υποβρύχιο εγκαταλείφθηκε από το πλήρωμά του και το Βασίλισσα Όλγα μάζεψε από αυτό 28 ναυαγούς. Στο μεταξύ ο κυβερνήτης του Petard αποφάσισε να ρυμουλκήσει το υποβρύχιο ως την Μάλτα, προσπάθεια όμως που δεν ευοδώθηκε καθώς έσπαζαν τα συρματόσχοινα. Στις 11:33 της 15ης Δεκεμβρίου το Uarsciek βυθίστηκε.

Βύθιση του ιταλικού πετρελαιοφόρου Stromboli
Την νύχτα της 18ης/19ης Ιανουαρίου τα αντιτορπιλικά Βασίλισσα Όλγα, Pakenham και Nubian εκτέλεσαν επιθετική περιπολία κοντά στις ακτές της Τυνησίας, μεταξύ του ακρωτηρίου Ras Caputia και της νησίδας Kyriat. Τα δύο βρετανικά πλοία εντόπισαν στις 02:00 της 19ης Ιανουαρίου το ιταλικό πετρελαιοφόρο Stromboli σε απόσταση 3 μιλίων. Τότε τα αντιτορπιλικά έσπευσαν να το συναντήσουν και όταν φτάνουν κοντά άρχισαν πυρ. Πρώτο έβαλε το Pakenham, μετά το Nubian και έπειτα το Βασίλισσα Όλγα. Μόνο όμως οι δύο απανωτές ομοβροντίες 6 βλημάτων των 127 mm του Βασίλισσα Όλγα έπληξαν καίρια Stromboli. Ήταν τα πρώτα πυρά ελληνικού πολεμικού πλοίου εναντίον ιταλικού από την έναρξη του πολέμου. Στην συνέχεια τα τρία αντιτορπιλικά σφυροκόπησαν με βλήματα το ιταλικό πλοίο, το οποίο μετά από λίγο βυθίστηκε φλεγόμενο.

Στις 29 Ιανουαρίου το Βασίλισσα Όλγα μαζί με το Pakenham και Petard απέπλευσαν για το Άντεν, οπού κατέπλευσαν στις 3 Φεβρουαρίου. Από εκεί το Βασίλισσα Όλγα μαζί με πέντε άλλα βρετανικά αντιτορπιλικά συνόδευσαν μια νηοπομπή που την συγκροτούσαν τα υπερωκεάνια ''Queen Mary'', ''Ile de France'', ''Aquitania'' και ''New Amsterdam'' τα οποία είχαν παραλάβει την 9η Αυστραλιανή Μεραρχία με προορισμό την Νέα Γουινέα. Ο απόπλους της εντυπωσιακής αυτής νηοπομπής έγινε το απόγευμα της 3ης Φεβρουαρίου και τα αντιτορπιλικά την ακολούθησαν μέχρι περίπου 180 νότια από το νησί Σοκότρα. Από εκεί το Βασίλισσα Όλγα επέστρεψε μέσω Σουέζ στην Μεσόγειο, όπου συμμετείχε σε νέες νηοπομπές. Στις 22 Φεβρουαρίου το πλοίο επισκέφθηκε η Σοφία Βέμπο, η "τραγουδίστρια της Νίκης", και με τα τραγούδια της ψυχαγώγησε αλλά και συγκίνησε το πλήρωμα.

Η καταστροφή ιταλικής νηοπομπής
Το επόμενο διάστημα το Βασίλισσα Όλγα συμμετείχε σε ασκήσεις αλλά και σε συνοδεία νηοπομπών μεταξύ Αλεξάνδρειας, Μάλτας και Τρίπολης. Το μεσημέρι της 1ης Ιουνίου το Βασίλισσα Όλγα μαζί με το βρετανικό αντιτορπιλικό HMS Jervis (F.00) απέπλευσαν από την Μάλτα για διενέργεια επιθετικής περιπολίας στην περιοχή της κατά μήκος των ακτών της Καλαβρίας, διότι σε εκείνη την περιοχή αναφέρθηκε από αναγνωριστικό αεροσκάφος ότι εντοπίστηκε ιταλική νηοπομπή. Στις 01:30 της 2ας Ιουνίου κοντά στο ακρωτήριο Spartivento, το Βασίλισσα Όλγα εντόπισε ιταλική νηοπομπή δύο φορτηγών και ενός πολεμικού και στράφηκαν προς αυτήν. Λίγα λεπτά μετά το Βασίλισσα Όλγα εκτόξευσε φωτιστικά βλήματα ενώ το Jervis με τον προβολέα του φώτισε το τελευταίο πλοίο του ιταλικού σχηματισμού, το φορτηγόVrainizza. Αμέσως τα δύο αντιτορπιλικά άνοιξαν συντονισμένο πυρ και βύθισαν το ιταλικό φορτηγό. Επόμενος στόχος ήταν το φορτηγό Postumia που συγκέντρωσε τα πύρα των αντιτορπιλικών. Στο μεταξύ το ιταλικό τορπιλοβόλο Castore, το οποίο συνόδευε τα δύο φορτηγά, έσπευσε να τα υπερασπιστεί. Τότε το Jervis αντιλήφθηκε την κίνηση του Castore και με εύστοχα πυρά του προκάλεσε σοβαρές ζημιές. Ταυτόχρονα το Βασίλισσα Όλγα έσπευσε και αυτό κοντά στοJervis για να συντονιστούν οι βολές τους κατά του ιταλικού πολεμικού. Η ταχύτητα όμως του Βασίλισσα Όλγα ήταν τέτοια που το έφερε κοντά στο βρετανικό πλοίο αναγκάζοντας τον Πλοίαρχο Μπλέσσα να μειώσει ταχύτητα και να ακολουθήσει τα ίχνη του. Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε το Castore, το οποίο πλησίασε ολοταχώς το Βασίλισσα Όλγα και το έβαλε με σποραδικά πυρά που όμως δεν βρίσκουν στόχο. Αμέσως το ελληνικό αντιτορπιλικό εκτέλεσε έναν ελιγμό και απέφυγε την πιθανή σύγκρουση και ταυτόχρονα το έβαλε με όλα του τα πυροβόλα, σαρώνοντας το κατάστρωμα του ιταλικού πλοίου, το οποίο μετά από λίγο ακινητοποιήθηκε. Τότε το Jervis φώτισε με τον προβολέα του το Castore και μαζί με το Βασίλισσα Όλγα το πυροβόλησαν στέλνοντάς το φλεγόμενο στον βυθό. Στο μεταξύ, την ώρα που το Castore έκανε την επίθεσή του, που περισσότερο χαρακτηρίζεται ως αυτοθυσία, έδωσε την ευκαιρία στο Postumia να διαφύγει, χωρίς μάλιστα να έχει υποστεί σοβαρές ζημιές.

10 Ιουλίου 1943, πρωί: Οι Σύμμαχοι αποβιβάζονται στη Σικελία
Η κατάληψη της νήσου Παντελλερία
Την άνοιξη του 1943 οι Σύμμαχοι είχαν εκδιώξει τα γερμανικά στρατεύματα από την βόρεια Αφρική και ξεκίνησαν τις προετοιμασίες για να εισβάλουν στην Ιταλία. Προηγουμένως όμως είχε κριθεί σκόπιμο να καταληφθεί η νήσος Παντελλερία, 150 μίλια βορειοδυτικά της Μάλτας. Στις 7 Ιουνίου 1943 το Βασίλισσα Όλγα και το Pedard διατάχθηκαν να εκτελέσουν αναγνωριστική περιπολία στην περιοχή του νησιού. Όταν τα δύο πλοία έφτασαν κοντά στην νήσο έγιναν αντιληπτά από τις ιταλικές δυνάμεις που έβαλαν εναντίον τους χωρίς όμως να ευστοχήσουν. Τρεις μέρες μετά άρχισε η επιχείρηση κατάληψης της Παντελλέριας με το Βασίλισσα Όλγα μαζί με τα αντιτορπιλικά Jervis και Nubian και τα καταδρομικά Orion και Penelopeείχαν αναλάβει την περιπολία στην βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Στις 10:34 εμφανίστηκαν 24 γερμανικά αεροσκάφη Bf 110 τα οποία επιτέθηκαν στα πλοία. Το Βασίλισσα Όλγα βρίσκονταν στο άκρο του σχηματισμού και οι Γερμανοί πιλότοι το εντόπισαν πρώτο και το βομβάρδισαν με σφοδρότητα, χωρίς όμως να προκαλέσουν κάποια ζημιά στο πλοίο. Μετά το τέλος της αεροπορικής επίθεσης το Βασίλισσα Όλγα, μαζί με τα υπόλοιπα βρετανικά πλοία, εκτέλεσαν εύστοχες βολές κατά των επάκτιων ιταλικών πυροβολείων. Σε λίγη ώρα κάθε αντίσταση είχε σταματήσει και ο Ιταλός διοικητής του νησιού παραδόθηκε.

Το βρετανικό θωρηκτό HMSWarspite βομβαρδίζει την Κατάνη. 17 Ιουλίου 1943
Η απόβαση στη Σικελία και η παράδοση του Ιταλικού Στόλου
Μετά την κατάληψη της Παντελλέριας το Βασίλισσα Όλγα κατέπλευσε στην Μάλτα όπου παρέμεινε για ένα δεκαήμερο προκειμένου να εκτελέσει κάποιες επισκευές. Την νύχτα της 23ης προς 24η Ιουνίου απέπλευσε από την Μάλτα με προορισμό την Μπιζέρτ ώστε να ενωθεί με την Force H. Αποστολή της Force H ήταν να αποτρέψει την παρέμβαση του Ιταλικού Στόλου στις αποβατικές επιχειρήσεις των Συμμάχων στην Σικελία που είχε οριστεί για την 10η Ιουλίου. Το μεσημέρι της 1ης Ιουλίου το Βασίλισσα Όλγα απέπλευσε από την Μπιζέρτ μαζί με μία ισχυρή ομάδα πλοίων, τμήμα της Force H, με κατεύθυνση προς την Ελλάδα, ώστε να εκτελέσει ασκήσεις αλλά και για να παραπλανήσει τον αντίπαλο ως προς το σημείο απόβασης. Στις 10 Ιουλίου ξεκίνησε η απόβαση των Συμμάχων με την Force H να περιπολεί ανατολικά της Σικελίας περιμένοντας τον Ιταλικό Στόλο, o οποίος όμως δεν έκανε την εμφάνισή του. Στις 17 Ιουλίου το Βασίλισσα Όλγα ανέλαβε μαζί με άλλα πλοία τον βομβαρδισμό του λιμένα της Κατάνης, αποστολή που την έφερε εις πέρας. Λίγες μέρες μετά, στις 4 Αυγούστου, στο Pedard και το Βασίλισσα Όλγα επιβιβάστηκαν Βρετανοί κομάντος, οι οποίοι αποβιβάστηκαν στις σικελικές ακτές και έπειτα το ελληνικό αντιτορπιλικό κατέπλευσε στην Αλεξάνδρεια όπου παρέμεινε ως την 26 Αυγούστου ώστε να εκτελέσει διάφορες εργασίες συντήρησης.

Η παράδοση των ιταλικών δυνάμεων στους Συμμάχους που υπεγράφη την 8η Σεπτεμβρίου υποχρέωσε τα ιταλικά πολεμικά να μετακινηθούν στην Μάλτα. Έτσι την 9η Σεπτεμβρίου ο Ιταλικός Στόλος απέπλευσε από την Λα Σπέτσια (La Spezia) και την επόμενη μέρα συναντήθηκε με δύναμη βρετανικών πλοίων, μεταξύ των οποίων και το ελληνικό Βασίλισσα Όλγα και ένα γαλλικό. Η συμμετοχή του ελληνικού πλοίου ήταν εντελώς συμβολική. Το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου η αρμάδα των πλοίων κατέπλευσε στη Μάλτα. Έπειτα από πέντε μέρες, στις 16/9/1943, ένα μέρος του Ιταλικού Στόλου με την συνοδεία του Βασίλισσα Όλγα και αγγλικών αντιτορπιλικών και θωρηκτών έφτασαν στην Αλεξάνδρεια, όπου έγιναν δεκτά από τον Βρετανό Αρχηγό Στόλου Ανατολικής Μεσογείου (Commander-in-Chief, Levant) Ναύαρχο Τζον Κάνινγκχαμ (John Cunningham) και τον Έλληνα Αρχηγό Στόλου Υποναύαρχο Κωνσταντίνο Αλεξανδρή.

Επιστροφή στο Αιγαίο και βύθιση
Το φορτηγό ατμόπλοιο Paula(πρώην γαλλικό PLM-12, 

Αρχείο Klaus Günther von Martinez)
Η βύθιση των γερμανικών φορτηγών πλοίων Paula και Ρluto
Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας οι προσπάθειες των Βρετανών στην ανατολική Μεσόγειο στράφηκαν προς τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, τα οποία θα έπρεπε να προφυλαχθούν από την προκείμενη γερμανική κατάληψη. Στις επιχειρήσεις που ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 1943 έλαβε μέρος και το Βασίλισσα Όλγα. Η πρώτη αποστολή του ελληνικού αντιτορπιλικού ήταν μια επιθετική περιπολία στην περιοχή της Αστυπάλαιας. Στις 17 Σεπτεμβρίου απέπλευσε από την Αλεξάνδρεια και μαζί με τα αντιτορπιλικά Eclipse και Faulknor κατευθύνθηκαν προς την Κάρπαθο. Όταν τα πλοία έπλευσαν στα ελληνικά χωρικά ύδατα η συγκίνηση του πληρώματός του Βασίλισσα Όλγα ήταν μεγάλη, καθώς για πρώτη φορά μετά από δυόμιση χρόνια ξενιτιάς ταξίδευαν πάλι στα γνώριμα νερά του Αιγαίου. Το απόγευμα της 17ης Σεπτεμβρίου η ομάδα των αντιτορπιλικών έλαβε μήνυμα για την ύπαρξη γερμανικής νηοπομπής με κατεύθυνση προς τα Δωδεκάνησα. Λίγα λεπτά από τα μεσάνυχτα της 17ης προς 18η Σεπτεμβρίου το Faulknor εντόπισε κοντά στην Αστυπάλαια την νηοπομπή, η οποία αποτελείτο από τα φορτηγά Ρluto (1.156 ΚΟΧ), Paula (πρώην PLM 12, 3.754 ΚΟΧ) και το συνοδό τους ανθυποβρυχιακό UJ-2104 (πρώην KOS XXIII 353 ΚΟΧ). Τα δύο βρετανικά αντιτορπιλικά στόχευσαν το Paula ενώ τοΒασίλισσα Όλγα συγκέντρωσε τα πυρά του προς το Ρluto. Οι συνεχείς βολές του Βασίλισσα Όλγα από απόσταση 1500 γιαρδών προκάλεσαν, μέσα σε λίγα λεπτά, πολλές εκρήξεις στο γερμανικό φορτηγό, το οποίο εγκαταλείφθηκε από το πλήρωμά του. Την ίδια τύχη είχε και το Paula. Στο μεταξύ, το UJ-2104, έχοντας υποστεί σοβαρές ζημιές από τα πυρά που εκτόξευσε εναντίον του το Faulknor, κατάφερε να ξεφύγει για να βυθιστεί αργότερα από το πλήρωμα του κοντά στην θέσηΜαλτεζάνα της Αστυπάλαιας. Τελικά, ο κυβερνήτης του Faulknor θέλοντας να είναι σίγουρος για την βύθιση του Paula έβαλε εναντίον του τορπίλη η οποία βρήκε το φορτηγό στη μέση, βυθίζοντάς το σε ελάχιστο χρόνο. Ύστερα από λίγα λεπτά βυθίστηκε και το Ρluto. Έπειτα από αυτή την επιτυχή περιπολία τα τρία αντιτορπιλικά κατέπλευσαν το βράδυ της ίδια μέρας στην Χάιφα.

Στο λιμάνι της Χάιφα επιβιβάστηκαν στο Βασίλισσα Όλγα περίπου 80 Βρετανοί στρατιώτες, ενώ μεταφέρθηκαν στο κατάστρωμα του πλοίου διάφορα πολεμοφόδια. Το πρωί της 21η Σεπτεμβρίου αναχώρησε, μαζί με δύο βρετανικά αντιτορπιλικά, με προορισμό την Λέρο, όπου κατέπλευσε την επόμενη μέρα. Μετά την αποβίβαση του φορτίου το πλήρωμα του Βασίλισσα Όλγα μπορούσε να αντικρίσει τη πατρώα γη εκ του σύνεγγυς, ενώ οι Λέριοι μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία ελληνικού πλοίου έσπευσαν ενθουσιασμένοι να το προσεγγίσουν. Όμως αυτές οι εκδηλώσεις προκάλεσαν την ιταλική δυσαρέσκεια η οποία ενισχύθηκε από ένα ατυχές γεγονός. Ένας Έλληνας ναύτης περιέβρεξε με την μάνικα που έπλενε το κατάστρωμα την σημαία μιας ιταλικής υδροφόρας που είχε προσεγγίσει το Βασίλισσα Όλγα. Λαμβάνοντας αυτό ως προσβολή μερικοί Ιταλοί απείλησαν με κανονιοβολισμό το ελληνικού πλοίο με τα πυροβόλα που είχαν παρατάξει στους γύρω λόφους. Η παρέμβαση όμως του Πλοίαρχου Μπλέσσα θα εκτονώσει την κατάσταση. Το ίδιο βράδυ το Βασίλισσα Όλγα απέπλευσε και μαζί με τα άλλα δύο αντιτορπιλικά έφτασε στις 23 Σεπτεμβρίου στην Αλεξάνδρεια.

Το αντιτορπιλικό HMS Intrepid (D 10)
Η τελευταία αποστολή
Μετά από μικρή ανάπαυλα, το πρωί της 25ης Σεπτεμβρίου το Βασίλισσα Όλγα απέπλευσε από την Αλεξάνδρεια, μαζί με το βρετανικό αντιτορπιλικό HMS Intrepid (D10) για να διεξάγουν περιπολία στην περιοχή δυτικά της Καρπάθου με σκοπό να εμποδίσουν την διέλευση εχθρικών πλοίων από την ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη προς τα Δωδεκάνησα. Καθώς τα δύο πλοία περιπολούσαν στην καθορισμένη περιοχή, τα ξημερώματα της 26ης Σεπτεμβρίου έλαβαν σήμα με το οποίο διατάσσονταν να καταπλεύσουν στη Λέρο. Στις 07.00 το πρωί της ίδιας μέρας έφτασαν στον όρμο Λακκί της Λέρου, με τοΒασίλισσα Όλγα να αγκυροβολεί κοντά στο μέσο του όρμου και το Intrepid περίπου 200 μέτρα ανατολικότερα. H ολονύχτια περιπολία είχε κουράσει το πλήρωμα του Βασίλισσα Όλγα κι έτσι οι περισσότεροι κατέβηκαν στα υποφράγματα για να αναπαυθούν. Στη γέφυρα έμεινε ο Αξιωματικός Φυλακής με τους βοηθούς του, στα πυροβόλα και τα πολυβόλα έμειναν οι μισοί άνδρες των ομοχειριών και οι μηχανές διατηρήθηκαν σε δίωρη ετοιμότητα για απόπλου. Υπό την προστασία των ιταλικών αντιαεροπορικών πυροβολαρχιών, τα πληρώματα των δύο αντιτορπιλικών πίστεψαν ότι στο ορμητήριο της Λέρου θα περνούσαν μια γαλήνια αιγαιοπελαγίτικη μέρα.

Junkers Ju 88
Περίπου στις 10:00 εμφανίστηκαν στον ουρανό της Λέρου 20-24 γερμανικά αεροσκάφη Ju 88 της 2ης Σμηναρχίας της 51ης Πτέρυγας Βομβαρδισμού (II/KG51) και της 2ης Σμηναρχίας της 6ης Πτέρυγας Βομβαρδισμού (II/KG6). Τα Ju 88 επιτέθηκαν κατά των δύο αντιτορπιλικών σε τρία κύματα των 6-8 αεροσκαφών. Τα Ju 88 του πρώτου κύματος, ακολουθώντας τον άξονα εισόδου του όρμου, ξεκίνησαν την βύθισή τους από ύψος περίπου 1500 μέτρων και έριξαν τις βόμβες τους κατά του Βασίλισσα Όλγα και του Intrepid από τα 300-400 μέτρα, ενώ ταυτόχρονα έριχναν με τα πολυβόλα τους κατά των καταστρωμάτων ώστε να εμποδίσουν τα πληρώματα να καταλάβουν θέσεις μάχης. Το Βασίλισσα Όλγα έμεινε αλώβητο παρά τις κοντινές εκρήξεις που το συγκλόνισαν, όμως το Intrepid δέχτηκε μία βόμβα που του δημιούργησε ρήγμα 2x1 μέτρων και διέλυσε τον Νο 3 λέβητα.

Έπειτα από ένα λεπτό από το τέλος του πρώτου κύματος εμφανίστηκε το δεύτερο κύμα των Ju 88, το οποίο βομβάρδισε τις ιταλικές εγκαταστάσεις στο νησί, δίνοντας τον χρόνο στα πληρώματα των αντιτορπιλικών να επανδρώσουν τα αντιαεροπορικά πυροβόλα τους. Όμως η εμφάνιση του τρίτου κύματος ήταν μοιραία για το Βασίλισσα Όλγα. Οι πρώτες ριπές των Ju 88 βρήκαν τον Πλωτάρχη Μπλέσσα στο στήθος και στον λαιμό, ρίχνοντάς τον νεκρό στο κατάστρωμα του πλοίου. Δίπλα του έπεσαν νεκροί αρκετοί άντρες. Λίγο μετά το αντιτορπιλικό δέχτηκε δύο τουλάχιστον βόμβες που έπεσαν πίσω από την πρυμναία τσιμινιέρα και ανατίναξαν το βληματοθέσιο του αντιαεροπορικού πυροβόλου Vickers και ίσως το βληματοθέσιο του τρίτου πυροβόλου των 127 mm. Επακολούθησε μια φοβερή έκρηξη και το πρυμναίο τμήμα σχεδόν αποκομμένο, έγειρε δεξιά και άρχισε να βυθίζεται παρασύροντας το υπόλοιπο σκάφος προς τον βυθό. Οι απεγνωσμένες προσπάθειες του πληρώματος να διασωθεί το πληγωμένο σκάφος δεν έφεραν αποτέλεσμα και έτσι δόθηκε στις 10:08 διαταγή από τον Ανθυποπλοίαρχο Δανιήλ να εγκαταλειφθεί. Έπειτα από λίγο το σκάφος αναποδογύρισε και τελικά βυθίστηκε στις 10:11. Την στιγμή που το τελευταίο μέρος του πλοίου, η πλώρη του, χάνονταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, όσοι από το πλήρωμα κατάφεραν να σωθούν, αναφώνησαν γεμάτοι συγκίνηση «Ζήτω η Όλγα».

Την ημέρα της βύθισής του στο Βασίλισσα Όλγα επέβαιναν ως πλήρωμα 211 Έλληνες αξιωματικοί και ναυτοδίοποι και 11 Άγγλοι ναύτες, συνολικά δηλαδή 222 άνδρες. Από αυτούς έχασαν την ζωή του ο κυβερνήτης, πέντε αξιωματικοί, 10 υπαξιωματικοί, 54 ναυτοδίοποι και τρεις Άγγλοι ναύτες. Από τους συνολικά 141 Έλληνες διασωθέντες υπήρχαν 23 τραυματίες. Επίσης ως επισκέπτες επέβαιναν στο αντιτορπιλικό 15 Λέριοι πολίτες και 7 Έλληνες ναύτες από το πλήρωμα του φορτηγού πλοίου Taganrod. Από αυτούς έχασαν την ζωή τους 3 Λέριοι και 4 ναύτες.

Επίλογος
Μετά την βύθιση του υποβρυχίου Κατσώνης στις 14 Σεπτεμβρίου, η απώλεια του Βασίλισσα Όλγα αποτέλεσε μια δεύτερη οδυνηρή θυσία και ένα βαρύτατο πλήγμα για το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Το Βρετανικό Ναυαρχείο απέστειλε στο Ελληνικό Υπουργείο των Ναυτικών το εξής τηλεγράφημα : Η σκληρά απώλεια, ην το ελληνικόν Β. Ναυτικόν υπέστη εκ της βυθίσεως της ΟΛΓΑΣ και του ΚΑΤΣΩΝΗ, μας ελύπησε βαθύτατα. Αμφότερα ταύτα τα πλοία έχουν εις το ενεργητικόν των διακεκριμένας υπηρεσίας υπέρ του συμμαχικού αγώνος και αι επιτυχίαι των ανακλούν υψίστην τιμήν εις τους κυβερνήτας και τα πληρώματά των, καθώς και εις το Ελληνικό Β. Ναυτικόν. Ο Βρετανός Στόλαρχος αναγγέλλοντας στον Έλληνα Α.Σ. την βύθιση του Βασίλισσα Όλγα έγραψε: Η απώλεια του λαμπρού τούτου πλοίου, το οποίον είχε καταστή περίφημον καθ΄ όλην την Μεσόγειον, θα γίνει βαθύτατα αισθητή εις όλους, όσοι συνυπηρέτησαν μαζί του. Απαντώντας ο Έλληνας Α.Σ. έγραψε: Τα σκάφη θα αναπληρωθούν, των ανδρών όμως η απώλεια είναι δυσαναπλήρωτος. Ας κλίνωμεν ευλαβώς το γόνυ πρό των σκιών τόσον αγαπητών συναδέλφων και τόσον γενναίων ανδρών, οι οποίοι εύρον τον θάνατον μαχόμενοι τον ιερόν αγώνα υπέρ της ελευθερίας και διατηρήσωμεν εσαεί τη μνήμην των ως φωτεινόν παράδειγμα αυτοθυσίας και αφοσιώσεως προς το καθήκον.

Η γεμάτη επιτυχίες πολεμική δράση του στην περιοχή της Μεσογείου έκανε το Βασίλισσα Όλγα λαμπρό σύμβολο του ναυτικού αγώνα των Ελλήνων στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δίκαια λοιπόν, όπως αναφέρει ο Αντιναύαρχος ε.α ΠΝ Κωνσταντίνος Μεταλληνός, η ΟΛΓΑ του Μπλέσσα έχει πάρει την θέση που της αξίζει στην ναυτική Ιστορία μας, δίπλα στην ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ του Θεμιστοκλή, στον ΑΡΗ του Τσαμάδου, στον ΑΒΕΡΩΦ του Κουντουριώτη, στον ΑΔΡΙΑ του Τούμπα, στον ΚΑΤΣΩΝΗ του Λάσκου...Όσο για τους ανθρώπους που έζησαν και πολέμησαν για την ΟΛΓΑ, δύσκολα μπορεί κανείς μπορεί να βρει λόγια για να εξυμνήσει την προσφορά τους. Στα σκληρά χρόνια του πολέμου στάθηκαν αλύγιστοι μπροστά στους κινδύνους και τις ταλαιπωρίες. Μετέφεραν την καρδιά και την ψυχή της Ελλάδας στο εξωτερικό και συνέχισαν αταλάντευτοι των αγώνα για την τελική νίκη και την απελευθέρωση της πατρίδας τους.


Οι νεκροί του Βασίλισσα Όλγα
ΒαθμόςΌνομα
Αξιωματικοί
ΠλωτάρχηςΓεώργιος Μπλέσσας
ΥποπλοίαρχοςΜιχαήλ Γρηγορόπουλος
ΥποπλοίαρχοςΔημήτριος Μπάτσης
Υποπλοίαρχος (Μηχ)Αλέξανδρος Σακίπης
ΣημαοφόροςΝικόλαος Σιμιτζόπουλος
Έφ. ΣημαιοφόροςΙωάννης Δουρής(1)
Επ. Σημαιοφόρος (Οικ.)Παναγιώτης Κονταράτος(2)
Υπαξιωματικοί
Αρχικελευστής ΤηλεγραφητήςΔανιήλ Σγουρός
Κελευστής (Ηλεκ.)Δημήτριος Μαστράκος(2)
Υποκελευστής Α΄ (Πυρ.)Αντώνιος Λιάσκος
Υποκελευστής Α΄ (Τορ.)Γεώργιος Ζήλος
Υποκελευστής Β΄ (Τηλ.)Μάριος Ξενάκης
Υποκελευστής Β΄ (Μηχ.)Δημήτριος Μπέης
Υποκελευστής Β΄ (Μηχ.)Γεώργιος Δούκας
Υποκελευστής Β΄ (Μηχ.)Ελευθέριος Μπαλόκας
Υποκελευστής Β΄ (Μηχ.)Ευθύμιος Πέρρος
Υποκελευστής Β΄ (Μηχ.)Χρήστος Βασιλειάδης
Δίοποι
ΑρμενιστήςΙωάννης Παράβαλος
ΠυροβολητήςΓεώργιος Μπουλιέρης
ΠυροβολητήςΚυριάκος Τσαλαπατάκης
ΠυροβολητήςΓεώργιος Ζαχαράκης
ΠυροβολητήςΓεώργιος Μαραγκός
ΠυροβολητήςΣτέφανος Νταβλιάκος
ΠυροβολητήςΒασίλειος Θεοδοσόπουλος
ΠυροβολητήςΙωάννης Νομικός
ΠυροβολητήςΑνάργυρος Στεργίου
ΠυροβολητήςΒασίλειος Ρίζος
ΠυροβολητήςΛουκάς Παπαδογιαννάκης
ΠυροβολητήςΑντώνιος Ζαραβέλλας(2)
ΠυροβολητήςΙωάννης Χριστόπουλος
ΠυροβολητήςΕυστράτιος Αρβανιτάκης(2)
ΠυροβολητήςΠαναγιώτης Κουντούρης
ΠυροβολητήςΙωάννης Καλαγκιάς
ΠυροβολητήςΚωνσταντίνος Κόκκαλης
ΤορπιλητήςΣτυλιανός Σταματόπουλος
ΤηλεγραφητήςΜιχαήλ Στουραΐτης
ΤηλεγραφητήςΔημήτριος Μαρωνίτης
ΔιαχειριστήςΑθανάσιος Μυλωνάς
ΜηχανικόςΕμμανουήλ Δημητρούλιας
ΜηχανικόςΓεώργιος Κωνσταντινέας
ΜηχανικόςΜαρκος Μένης
ΜηχανικόςΧριστόφος Σουρής
ΗλεκτρολόγοςΣωτήριος Ιατρού
ΗλεκτρολόγοςΑντώνιος Λεονταρίτης
ΗλεκτρολόγοςΙωάννης Παπαγεωργίου
ΘερμαστήςΣτυλιανός Βαζαίος
Ναύτες
ΑρμενιστήςΝικόλαος Παναγιώτου
ΑρμενιστήςΓεώργιος Κάτρης
ΠυροβολητήςΗλίας Βιντιάδης
ΠυροβολητήςΠαναγιώτης Γκέτσος
ΠυροβολητήςΝικόλαος Δημητρίου
ΠυροβολητήςΝικόλαος Διακορώνιας
ΠυροβολητήςΕυτύχιος Καγιαβάς
ΠυροβολητήςΓεώργιος Καλαφάτης
ΠυροβολητήςΙωάννης Κόλλιας
ΠυροβολητήςΧρήστος Αργύρης
ΠυροβολητήςΜιχαήλ Κουντούδης
ΠυροβολητήςΝικόλαος Μαυρομμάτης
ΠυροβολητήςΚων/νος Νικολαΐδης
ΠυροβολητήςΓεώργιος Τσούλος(2)
ΤορπιλητήςΜαρίνος Βόγας
ΤορπιλητήςΕυστάθιος Κριμιτζής
ΜηχανικόςΜάρκος Βιτάλης
ΜιχανικόςΜιλτιάδης Πεπερίδης
ΜιχανικόςΣωκράτης Τσάκος(2)
ΗλεκτρολόγοςΙωάννης Γαρδίας
ΗλεκτρολόγοςΕλευθέριος Τσούμας
ΘερμαστήςΚων/νος Κοχείλας
ΘερμαστήςΓεώργιος Δήμου
ΚαταστρώματοςΧρήστος Τσολάκης
ΕσχαρεύςΜιχήλ Βάλβης
Σημειώσεις
(1Σκοτώθηκε στις 20/4/1941
(2)Τραυματίες που απεβίωσαν
την επόμενη μέρα στο
νοσοκομείο της Λέρου




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αβαγνον