Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Το Κάστρο της Μεθώνης: προϊστορική, κλασική εποχή, ενετοκρατία, τουρκοκρατία, νεώτεροι χρόνοι

Νότια Πύλη
Το κάστρο της Μεθώνης είναι κτισμένο σε μια μικρή χερσόνησο, στα νοτιοδυτικά παράλια της Μεσσηνίας. Η θέση αυτή προσφέρει στους κατοίκους φυσική προστασία και παράλληλα εξυπηρετεί τις ανάγκες του εμπορίου και της ναυσιπλοΐας. Η κατοίκηση εδώ είναι συνεχής από τους προϊστορικούς μέχρι και τους νεότερους χρόνους.


ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
ΜΟΘΩΝΗ, Η ΑΜΠΕΛΟΕΣΣΑ ΠΗΔΑΣΟΣ
Η «Μοθώνη» του Παυσανία ταυτίζεται με την προϊστορική «αμβελόεσσα Πήδασο», γνωστή ήδη από τον Όμηρο (Ιλ. Ι 291-294)

Ἑπτὰ δέ τοι δώσει εὓ ναιόμενα πτολίεθρα,
Καρδαμύλην Ἐνόπην τε καὶ Ἱρὴν ποιήεσσαν
Φηράς τε ζαθέας ἠδ᾿ Ἅνθειαν βαθύλειμον,
καλήν τ᾿ Αἴπειαν καὶ Πήδασου ἀμπελόεσσαν.

Μνείες για την πόλη βρίσκουμε σε αρχαίους ιστορικους σε σχέση με τα γεγονότα των Μεσσηνιακών συγκρούσεων (8ος - 7ος αι. π.Χ.) ή του Πελοποννησιακού Πολέμου (5ος αι. π.Χ.). Η Μεθώνη καταλαμβάνεται από τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας (354 π.Χ.), αργότερα προσχωρεί στην Αχαϊκή Συμπολιτεία (191 π.Χ.), ενώ στους Ρωμαϊκούς Χρόνους κερδίζει την αυτονομία της με την εύνοια του αυτοκράτορα Τραϊανού. Ωστόσο, από αυτές τις εποχές τα αρχαιολογικά κατάλοιπα είναι ελάχιστα.


ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
ΜΕΘΩΝΗ ΠΟΛΙΣ ΑΜΦΙΘΑΛΑΣΣΟΣ
Η ύπαρξη της πόλης κατά τους Βυζαντινούς Χρόνους πιστοποιείται τόσο μέσα από τα σωζόμενα μνημεία, όσο και από τις ιστορικές μαρτυρίες που μιλάνε για τους επισκόπους, τις επιδρομές ή τους αξιωματούχους που κατά καιρούς περνάνε από την περιοχή. Το 1125 οι Ενετοί κάνουν επιδρομή και καταστρέφουν τα τείχη της Mεθώνης. Η εικόνα αυτή της ερήμωσης θα αλλάξει δραστικά μόνο μετά την 4η Σταυροφορία (1204).


Γενική άποψη του Κάστρου




ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ
ΜΕΘΩΝΗ, ΤΟ ΔΕΞΙ ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ
Η Μεθώνη από το 1206 και μέχρι το 1500, περνάει στην κυριαρχία της Βενετίας και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της ανατολικής Μεσογείου, μαζί με τα λιμάνια της Κορώνης, της Κρήτης και της Κύπρου. Πολλοί περιηγητές, αλλά και προσκυνητές στο δρόμο για τους Αγίους Τόπους σταματούν εδώ για να ανεφοδιασθούν και να επισκευάσουν τις ζημιές των πλοίων τους. Την περίοδο αυτή η πόλη γνωρίζει την μεγαλύτερη ακμή της, όπως μαρτυρούν οι ιστορικές πηγές.


ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
.... ΚΑΙ ΕΠΗΡΑΣΙΝ ΑΥΤΗΝ ΑΠΟ ΣΠΑΘΙΟΥ

Το 1500 ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ Β' καταλαμβάνει το κάστρο, μετά από μακρά πολιορκία. Ο πληθυσμός της πόλης σφαγιάζεται και η οθωμανική διοίκηση μεταφέρει εδώ νέους κατοίκους από όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου. Σύντομη παρένθεση στην ιστορία της πόλης αποτελεί η κατάληψή της από τους Ενετούς, στο διάστημα της Β' Ενετοκρατίας (1686-1715). Κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης βρίσκει καταφύγιο στο κάστρο ο οθωμανικός πληθυσμός της περιοχής, ενώ το 1825 εγκαθίσταται εδώ ο Ιμπραήμ με τον Τουρκο-αιγυπτιακό στρατό. Το Νοέμβριο του 1828 η Μεθώνη παραδίδεται στο γαλλικό εκστρατευτικό σώμα υπό τον στρατηγό Maison, που ήρθε στην Πελοπόννησο με πρόσκληση του Καποδίστρια. Τότε κατεδαφίζονται πολλά από τα ετοιμόρροπα κτίσματα του οικισμού για να προληφθεί η εξάπλωση επιδημιών.


ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΜΕΘΩΝΗΣ
Από τα τείχη της αρχαίας ή της βυζαντινής Μεθώνης ελάχιστα τμήματα σώζονται. Η παλιότερη οικοδομική φάση ανάγεται στους χρόνους της Α' Ενετοκρατίας (13ος-15ος αι.). Την εποχή αυτή η Μεθώνη είναι ένα παραθαλάσσιο οχυρό με κατακόρυφο τείχος και πύργους σε τακτά διαστήματα. Κατά τον 15ο αι. το κάστρο υφίσταται μετατροπές και προσθήκες για να αντεπεξέλθει στα πυροβόλα όπλα. Κτίζονται προμαχώνες (χαμηλές πολυγωνικές κατασκευές) έξω από το μεσαιωνικό περίβολο, ενώ αυξάνεται σημαντικά το πάχος των τειχών ώστε να αντέχουν στη δύναμη κρούσης του κανονιού.



Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΥΛΗ
Η κεντρική πύλη της Μεθώνης είναι μια μνημειώδης αναγεννησιακή κατασκευή. Διακοσμείται με ανάγλυφες κορινθιακές παραστάδες, που πλαισιώνονται με λόγχες και λάβαρα. Κτίζεται γύρω στα 1714 και εντάσσεται στο μεγάλο πρόγραμμα ενίσχυσης των οχυρώσεων που εκτελείται κατά το διάστημα της Β' Ενοτοκρατίας (1686-1715). Μέχρι και το 1828 η γέγυρα που οδηγεί στην είσοδο είναι ξύλινη και στηρίζεται σε κτιστούς πεσσούς. Η σημερινή κατασκευή με 14 λίθινα τόξα αποδίδεται στο γαλλικό εκστρατευτικό σώμα υπό τον στρατηγό Maison (1828-30).







ΤΑΦΡΟΣ
Η τάφρος χωρίζει το κάστρο από την ξηρά, καταλαμβάνοντας όλη την περιοχή εξωτερικά της βόρειας πλευράς του. Χαμηλό διακόπτει την τάφρο περίπου στο μέσον της, ανάμεσα στους δύο μεγάλους προμαχώνες Bembo και Loredan. Η αρχική διάνοιξη της τάφρου χρονολογείται ήδη από τον 13ο αι., όμως η σημερινή μορφή ανάγεται στην εποχή τη Β' Ενετοκρατίας (1686-1715). Οι Ενετοί προσπαθούν ανεπιτυχώς να διευρύνουν την τάφρο, έτσι ώστε η θάλασσα να εισέρχεται και να αποκόπτει το κάστρο από τη ξηρά.

        


ΠΡΟΜΑΧΩΝΑΣ BEMBO
Τετράπλευρος προμαχώνας, κτισμένος πάνω σε βραχώδες έξαρμα, προστατεύει την βορειοδυτική γωνία του κάστρου. Στο εσωτερικό του ανοίγεται αυλή για να διευκολύνει την πρόσβαση των αμυνόμενων, ενώ η βορειοανατολική γωνία του διαμορφώνεται ως ημικυκλικός πύργος. Πρόκειται για εντυπωσιακή κατασκευή για την αντιμετώπιση πρώιμων πυροβόλων όπλων. Με βάση σωζόμενη επιγραφή κτίστηκε από τον διοικητή Giovanni Bembo το 1460.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΤΗΤΟΡΙΚΗΣ ΕΠΙΓΡΑΦΗΣ

ΜΕ ΤΟ ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ ΑΞΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΡΑΙΤΟΡΑ ΕΚΛΑΜΠΡΟΤΑΤΟΣ ΑΝΗΡ Α ΚΥΡΙΟΣ GIOVANNI BEMBO ΕΚΟΣΜΗΣΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΕ ΕΤΟΥΤΟ ΤΟ ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΤΟ ΕΤΟΣ ΚΥΡΙΟΥ 1460 ΣΤΙΣ 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 


ΠΡΟΜΑΧΩΝΑΣ LOREDAN
Τετράπλευρος ογκώδης προμαχώνας κτισμένος στην βορειοανατολική πλευρά του κάστρου. Πρόκειται για την τελευταία μιας σειράς πρωιμότερων κατασκευών με στόχο την προστασία του ευπρόσβλητου αυτού σημείου του περιβόλου. Ο προμαχώνας τούτος με κανόνια σε δύο επίπεδα ελέγχει πλήρως την τάφρο. Χρονολογείται από το 1714 με βάση την επγραφή στο βόρειο μέτωπό του, κάτω από τον θυρεό της Βενετίας, το λιοντάρι του Ευαγγελιστή Μάρκου.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΓΡΑΦΗΣ

ΣΤΟΝ ANTONIO LOREDAN ΠΡΟΒΛΕΠTΗ ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΟΚΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΒΛΕΨΗ
ΕΤΟΣ 1714


Η "ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΟΠΛΩΝ"
Η μεγάλη "πλατεία των όπλων" (Piazza grande d'Armi) αποτελεί σημείο αναφοράς για την κοινωνική ζωή της βενετσιάνικης και της οθωμανικής Μεθώνης. Στα κείμενα των περιηγητών και τα έγγραφα της εποχής γίνεται λόγος για τα ξύλινα σπίτια της πόλης, τα στενά λιθόστρωτα σοκάκια και την κεντρική οδό όπου βρίσκεται η εμπορική αγορά. Στον χώρο της πλατείας σώζονται σήμερα σκόρπια αρχαιολογικά λείψανα που μαρτυρούν το μεγαλείο της τρανής αυτής καστροπολιτείας.






ΓΡΑΝΙΤΕΝΙΑ ΣΤΗΛΗ
Η κολόνα από πορφυρό γρανίτη (ύψους 3.67 μ) προέρχεται από ένα ναυάγιο παλαιοχριστιανικής εποχής στον κάβο Σπίθα κοντά στην Μεθώνη, γνωστό ως "ναυάγιο των κιόνων". Αντίθετα, το κιονόκρανο της στήλης είναι βενετσιάνικο. Η τημητική επιγραφή στο κιονόκρανο φέρει την χρονολογία 1493. Η λανθασμένη ανάγνωση του ονόματος Morosini ευθύνεται για την επωνυμία "στήλη του Morosini". Στο κιονόκρανο απεικονίζεται επίσης το λιοντάρι της Βενετίας και φθαρμένο οικόσημο, πιθανόν του κυβερνήτη Pietro da Canal.








ΑΝΑΓΛΥΦΗ ΠΛΑΚΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΣΤΗΛΗ
Πάνω στο κιονόκρανο βρίσκεται μία επίπεδη ορθογώνια πλάκα, στις πλευρές της οποίας είναι σκαλισμένα τρία οικόσημα. Η πλάκα δεν σχετίζεται με την στήλη, ούτε είναι γνωστό από ποιο κτήριο προέρχεται. Όσο για τα οικόσημα, έχουν αναγνωρισθεί οι οικογένειες Foscolo, Bembo και Valaresso, γόνοι των οποίων κυβέρνησαν την Μεθώνη στα 1394.

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΓΡΑΦΗ
Η επιγραφή δίπλα στην κολόνα, διαστάσεων 0,80 x 3 μ, αναφέρεται στην ολοκλήρωση των εργασιών οχύρωσης του κάστρου το 1714 από τους Ενετούς, υπότον προβλεητή Loredan. Η πλάκα αυτή, βρέθηκε στο εσωτερικό του καθεδρικού ναού της πόλης, του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, από το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα το 1828.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΠΙΓΡΑΦΗΣ

D(eo) O(ptimo) M(aximo)
Την Μεθώνην τειχίζειν
Με τάφρον, με τείχος, με προμαχώνες στην γη και θάλασσα
εκέλευσε η Γερουσία.
Τον Αντώνιον Λορεντάνον, γενικόν προβλεπτήν των όπλων στην Πελοπόννησο
Ο οποίος τόσων έργων την φροντίδα κρατεί
Στην πόλη και το βασίλειο αμυντήριο στήριγμα
Ισχυρά οχυρώματα ανήγειρε και έκλεισε




ΛΕΟΝΤΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗ ΜΑΡΚΟΥ
Το λιοντάρι, σύμβολο του Ευαγγελιστή Μάρκου, προστάτη-άγιου της Ενετικής Δημοκρατίας, είναι το έμβλημα που δεσπόζει σε όλες τις βενετσιάνικες κτήσεις. Στο κάστρο της Μεθώνης έχουν καταμετρηθεί 15 απεικονίσεις του. Στην περιοχή της πλατείας βρίσκεται, πεσμένο στο έδαφος, ανάγλυφο με το λιοντάρι καθιστό προς τα δεξιά (β' μισό 14ου - αθχές 15ου αι.). Δύο ακόμα ανάγλυφα με το λιοντάρι, που χρονολογούνται στον 15ο αι., είναι εντοιχισμένα σε δεύτερη χρήση στο τείχος κοντά στην στήλη. Η ύπαρξη τόσο πολλών συμβόλων της Βενετίας σε αυτό τον χώρο, ίσως να είναι κατάλοιπο των διοικητικών κτηρίων που θα βρίσκονταν στην περιοχή.







ΤΟ ΜΠΟΥΡΤΖΙ
Μικρό οκτάπλευρο επιθαλάσσιο οχυρό, που υψώνεται σε νησίδα νότια του κάστρου, γνωστή από τον Παυσανία ως ο "Μόθων Λίθος". Το μπούρτζι (=οχυρό, τείχος, αραβ. burc, τουρκ. burdz, μεσαιων. ελλην. πουρτζίος) χρησιμοποιείται κατά καιρούς ως έδρα της φρουράς για τον έλεγχο του λιμανιού, ως φάρος, φυλακή, αλλά και καταφύγιο των κατοίκων σε εποχές πολιορκίας. Αποτελείται από τον κυρίως πύργο και το περιμετρικό τείχος. Στον πρώτο όροφο του πύργου διαμορφωνεται αίθουσα με κανονιοθυρίδες. Στους τοίχους διακρίνονται οι δοκοθήκες που θα στήριζαν τέσσερα ξύλινα πατώματα, σήμερα κατεστραμμένα. Η οικοδόμηση του οχυρού (Castello da mare) αρχίζει λίγο πριν το 1500 από τους Ενετούς, παράλληλα με την οικοδόμηση αντίστοιχου οχυρού στο Ναύπλιο, και ολοκληρώνεται από τους Οθωμανούς κατά τον 16ο αιώνα. Τέλος, κατà την Β' Ενετοκρατία (1685-1715) προστίθεται το περιμετρικό τείχος με τις σωζόμενες.


         


  


ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Αφιέρωμα στον Ορέστη Μακρή (2 ταινίες VIDEO)

ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΑΚΡΗΣ
γεννήθηκε 30 Σεπτεμβρίου 1899 στη Χαλκίδα

Σπουδαίος και δημοφιλής ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου· γνωστός από το ρόλο του «μεθύστακα», με τον οποίο σχεδόν ταυτίστηκε καλλιτεχνικά. 

Ο Ορέστης Μακρής γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1899 στη Χαλκίδα. Σπούδασε φωνητική μουσική στο Ωδείο Αθηνών και στα 20 του στρατεύτηκε και υπηρέτησε στην Μικρά Ασία.

Στην σκηνή πρωτοεμφανίστηκε το 1925 ως τενόρος της ελληνικής οπερέτας και μετά την παρακμή της μεταπήδησε στην επιθεώρηση το 1932. Ο Αντώνιος Βώττης του ανέθεσε το νούμερο τού «μεθυσμένου», που είχε γράψει πριν από τρία χρόνια και δεν έβρισκε τον κατάλληλο ηθοποιό να το ερμηνεύσει. Διέβλεψε ότι ο Μακρής είχε υποκριτικό ταλέντο, εκτός από την θαυμάσια φωνή του, και δεν έπεσε έξω. Τραγουδώντας και παίζοντας το νούμερο «Με λεν μπεκρή» στην επιθεώρηση «Ο παπαγάλος του 1932» με τον θίασο του Σπύρου Πατρίκιου, έγινε εν μια νυκτί πρωταγωνιστής του ελαφρού θεάτρου.

Με τον καιρό τυποποιήθηκε στον ρόλο του μεθύστακα. στον οποίον έδωσε κοινωνικές διαστάσεις· «έπινε» για να ξεπεράσει τα αδιέξοδα της ζωής.Τον ίδιο χαρακτήρα ενσάρκωσε και στον κινηματογράφο το 1950, στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Ο Μεθύστακας». 
Παράλληλα έπλασε τον τύπο του συντηρητικού, γκρινιάρη και ανάποδου γέροντα, που στο βάθος κρύβει καλά αισθήματα αλλά ταμπουρώνεται πίσω από την παραξενιά του για να επιβιώσει. Τους τύπους αυτούς απαθανάτισε ο κινηματογραφικός φακός στις ταινίες «Ο γρουσούζης» (1952), «Η κάλπικη λίρα» (1955), «Η θεία από το Sικάγο» (1957), «Το αμαξάκι» (1957), «Η κυρά μας η μαμή» (1958), «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Η Χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλλήκαρα» (1960), που τον ανέδειξαν σε θεμελιωτή του νεορεαλιστικού ύφους στην υποκριτική, σύμφωνα με τον κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο.

ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ - VIDEO ΕΔΩ



Ο Ορέστης Μακρής - ηθοποιός ευγενής, μετρημένος με σπάνιο ήθος και επαγγελματική ευσυνειδησία - πέθανε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 1975. Η κηδεία του έγινε την επομένη στο Α΄ Νεκροταφείο και ήταν πάνδημη. 
Φιλμογραφία
Μάγος της Αθήνας (1931)
Ο μεθύστακας (1950)
Ο γρουσούζης (1952)
Το κορίτσι της γειτονιάς (1954)
Ιστορία μιας κάλπικης λίρας (1955)
Καταδικασμένη και από το παιδί της (1955)
Το φιντανάκι (1955)
Αρπαγή της Περσεφόνης (1956)
Η Αθήνα χορεύει ροκ εν ρολ (1957)
Η θεία από το Sικάγο (1957)
Της νύχτας τα καμώματα (1957)
Το αμαξάκι (1957)
Η κυρά μας η μαμή (1958)
Μια λατέρνα μια ζωή (1958)
Το νησί της σιωπής (1958)
Ο Θύμιος τάκανε θάλασσα (1959)
Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο (1959)
Φτώχεια και αριστοκρατία (1959)
Η Χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλλήκαρα (1960)
Οικογένεια Παπαδοπούλου (1960)
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά (1960)
Έξω οι κλέφτες (1961)
Ο καλός μας άγγελος (1961)
Τα σκαλοπάτια της ζωής (1962)
Όλα και τη ζωή μου ακόμα (1963)
Τα παλιόπαιδα (1963)
Το μεροκάματο του πόνου (1963)
Αδικημένη (1964)
Κάθε καημός και δάκρυ (1964)
Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του (1964)
Ο ζητιάνος μιας αγάπης (1964)
Οι νταήδες (1964)
Πόνεσα πολύ για σένα (1964)
Τον παλιό εκείνο τον καιρό (1964)
Με πόνο και με δάκρυα (1965)
Οι καταφρονεμένοι (1965)
Ο πόνος του μπεκρή (1966)
Ένα κορίτσι αλλοιώτικο απ' τ' άλλα (1967)
Τι κι αν γεννήθηκα φτωχός (1967)
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/58

ΠΟΝΤΟΣ: Μυθολογική περίοδος, Ρωμαϊκή εποχή, Βυζάντιο, Οθωμανική κυριαρχία, απελευθερωτικά κινήματα

ΠΟΝΤΙΟΙ
Χάρτης των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλέξανδρου από το μεγαλειώδη άτλα του Abraham Ortelius,Theatrum Orbis Terrarum, με πρώτη έκδοση του το 1570. Σε αυτόν τον ιστορικό χάρτη η Μαύρη θάλασσα ονοματίζεται με την Ελληνικής καταγωγής ονομασία της, "PONTUS EUXINUS"

Του Βλάση Αγτζίδη, ιστορικού


Το ειδέναι ήδιστον τω ανθρώπω.
(Αριστοτέλης)

          "Η επίσκεψις των ημετέρων χωρών οπόσην ηδονήν, οπόσας λαμπράς αναμνήσεις, οπόσας τερψιθύμους ημέρας θα επόριζε τω επισκεπτομένω αυτάς μαρτυρεί η παρούσα συγγραφή, ήτις όλη είνε εκπάγλου χαράς εκδήλωσις, έξοχος θαυμασμός αγνοουμένων καλονών της φύσεως της ημετέρας πατρίδας, εξαίσια της ψυχής έκχυσις εφ' οις ο συγγραφεύς είδεν. Εφ' οις ήκουσε και εφ' οις συνήσθετο… Η χαρά δ' ημών υπήρξεν ανεκλάλητος, ότε εμάθομεν την απόφασιν αυτού να περιηγηθή εις τον Πόντον, διότι ήμεθα πλέον τι ή πεπεισμένοι, ότι μέγα αγαθόν θα προέκυπτεν εξ αυτής."
          Με τα λόγια αυτά, μεταξύ πολλών άλλων, υποδεχόταν το 1903 ο Μ. Ευαγγελίδης, πρόεδρος του Συλλόγου Μικρασιατών "Ανατολή" της Αθήνας, το βιβλίο Περιήγησις εις τον Πόντον του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου. Τα λόγια αυτά έρχονται και σήμερα στο νου, όταν περιπλανιόμαστε στον ίδιο χώρο. Περιδιαβαίνοντας την «ημετέρα πατρίδα», τους ίδιους εκείνους τόπους εκατό χρόνια μετά τον  Παπαμιχαλόπουλο νοιλωθουμε τη μεγάλη ιστορική ανατροπή, τα όσα τρομερά μεσολάβησαν μεταξύ των δύο χρονικών στιγμών.   

          Ο ρόλος όμως του ιστορικού είναι να προσπαθήσει να δώσει εκείνα τα στοιχεία που θα επιτρέψουν με τη σειρά τους τον αναγνώστη να ολοκληρώσει την εικόνα. Γι’ αυτό, χρησιμοποιώντας το όχημα της Ιστορίας αυτή τη φορά, θα προσπαθήσουμε μια σύντομη περιδιάβαση μέσα στον ιστορικό χρόνο, ώστε με ακρίβεια να περιγράψουμε τον Πόντο που γέννησε ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα τμήματα του ελληνισμού: τους Πόντιους.

Πόντος: Από Άξενος σε Εύξεινο

Οι σχέσεις των Ελλήνων με την παρευξείνιο περιοχή ανάγονται στην μυθολογική περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Αποτέλεσμα της σχέσης αυτής των Ελλήνων με το χώρο είναι η επισήμανση από σύγχρονους ιστορικούς του γεγονότος ότι οι Έλληνες είναι ένας από τους αρχαιότερους λαούς της περιοχής. Τα πρώτα ελληνικά ευρήματα χρονολογούνται το 10ο π.Χ. αιώνα. Ο Μ. Rostovzeff υποστηρίζει ότι οι Έλληνες προσέγγισαν τις ακτές του Εύξεινου Πόντου κατά την περίοδο του σιδήρου, περί το 1100 π.χ. Ο G. Bordman αναφέρει ότι η πρώιμη ελληνική παρουσία στον ευξεινοποντιακό χώρο οφείλεται στην αναζήτηση σιδήρου. Υπάρχει όμως και η θεωρία ότι η περιοχή του Πόντου κατοικήθηκε πολύ νωρίτερα από πρωτοελληνικούς πληθυσμούς, εφόσον η κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων -σύμφωνα με νεότερες απόψεις- βρίσκεται στο χώρο των ανατολικών ακτών του Εύξεινου Πόντου και του Καυκάσου.
Ο Τραπεζούντιος Βησσαρίων, όπως και άλλοι μελετητές, αργότερα, θεωρούν το χώρο του ανατολικού Πόντου πρωτοελληνικό. Ο Βησσαρίων αναφερόμενος στην Τραπεζούντα τη χαρακτηρίζει: «Πρεσβυτάτης είπερ άλλη τις υπαρχούσης», ενώ ο Ευγενικός των Βυζαντινών γράφει: «Τραπεζούς η πόλις, πόλις αρχαιοτάτη και των γε εν τη εώα πασών αρίστη». Η καταγεγραμμένη, πάντως, εγκατάσταση ταυτίζεται με τον ελληνικό αποικισμό, όταν οι Μιλήσιοι ίδρυσαν την Ηράκλεια και τη Σινώπη, η οποία με τη σειρά της ίδρυσε την Τραπεζούντα, πρωτεύουσα του μικρασιατικού Πόντου. Την εποχή εκείνη κατοικούσαν διάφορες βάρβαρες φυλές στο εσωτερικό του. Κανένα όμως από αυτά τα φύλα δεν δημιούργησε ιδιαίτερο πολιτισμό και δεν άφησε μνημεία, ώστε να μπορούν οι ιστορικοί να τα ταυτοποιήσουν και να τα κατατάξουν.   
Παλιός χάρτης της Μαύρης θάλασσας σε εγχάρακτο χαλκό των Covens & Mortier του 1720.
Χαρτογράφος: G. De L'Isle
Η κύρια μητρόπολη των ελληνικών πόλεων του Πόντου ήταν η μικρασιατική Μίλητος, η οποία κυριάρχησε στον αποικισμό του Εύξεινου Πόντου. Η ίδρυση της Σινώπης τον 9ο αιώνα, αποτέλεσε την απαρχή για ίδρυση μιας σειράς ελληνικών πόλεων καθ’ όλο το μήκος της παραλίας. Στην Ταυρική χερσόνησο (Κριμαία) ιδρύθηκαν επίσης πολλές ελληνικές πόλεις: το Παντικάπαιον, η Φαναγόρεια, η Θεοδόσια, η Χερσόνησος κ.ά. Στο μυχό της Αζοφικής Θάλασσας ιδρύθηκε η Ταναϊς. Ο Ξενοφώντας συναντά το 401 π.χ. στα νότια παράλια του Εύξεινου Πόντου, "... πόλεις ελληνίδας" και αναφέρει την Τραπεζούντα, τα Κοτύωρα, την Κερασούντα, την Αμισό, τη Σινώπη.

Το Βασίλειο του Πόντου

Ο ελληνικός πολιτισμός κυριαρχούσε και χαρακτήριζε το Βασίλειο του Πόντου, που δημιούργησε η παρθικής καταγωγής δυναστεία των Μιθριδατών. Η συγκεκριμένη δυναστεία προήλθε από την ομάδα εκείνη των Πάρθων που συνεργάστηκε με τα ελληνικά στρατεύματα του Αλεξάνδρου και χρησιμοποιήθηκε για την εμπέδωση της ελληνικής κυριαρχίας στην Ανατολή.  Ο πατέρας του ιδρυτή του βασιλείου, ο Μιθριδάτης ο πρεσβύτερος, επικυριαρχούμενος από τον Αντίγονο, ήταν ο τύραννος της βιθυνικής Κίου και ανεψιός του τυράννου της Χίου.
          Σημαντικότερος θα είναι ο τελευταίος βασιλιάς του Πόντου ο Μιθριδάτης ΣΤ’ ο Ευπάτωρ, ο οποίος διαδέχτηκε το 120 π.χ. τον πατέρα του. O Ευπάτωρ παρουσιαζόταν ως καταγόμενος από τον Αλέξανδρο, Κύρρο και Σέλευκο Νικάτωρα, ενώ στα νομίσματα απεικονιζόταν με την μορφή του Αλέξανδρου. Υπήρξε μια προικισμένη προσωπικότητα που προσπάθησε να εκφράσει την ύστατη ελληνική αντίσταση στο ρωμαϊκό επεκτατισμό. Ο ίδιος, προβάλλοντας τον εαυτό του ως τον υπέρμαχο του Ελληνισμού και του απελευθερωτή των Ελλήνων από το ρωμαϊκό ζυγό, υποκίνησε την κοινωνική εξέγερση των ελληνικών πόλεων που βρισκόταν υπό ρωμαϊκή κατοχή.
Ο T. Reinach στο έργο του Mithridate Eupator, roi de Pont (1890) τον περιγράφει ως άνθρωπο μεγάλου ηθικού αναστήματος και γενναίο πολεμιστή.  Οι πρώτες του επιτυχημένες εκστρατείες ήταν στην Κολχίδα και στην Κριμαία, τις οποίες προσάρτησε στο κράτος του. Μετά από τις πρώτες του επιτυχίες, ο Ευπάτορας αποφάσισε να εκδιώξει τους Ρωμαίους από τη Μικρά Ασία. Ήδη, οι Ρωμαίοι εκμεταλλευόμενοι την πολυδιάσπαση του ελληνικού κόσμου της ελληνιστικής εποχής σε αντιμαχόμενα βασίλεια και δημοκρατίες, κατάφεραν να κυριαρχήσουν στη Μεγάλη Ελλάδα αρχικά, να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την κυρίως Ελλάδα στα Βαλκάνια και να επεκταθούν και στη μικρασιατική χερσόνησο.

Προσπαθώντας ο Ευπάτορας να αποτρέψει τις εξελίξεις αυτές, κήρυξε το 88 π.χ. τον πόλεμο κατά των Ρωμαίων. Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας συμμάχησαν μαζί του. Επίσης, πλήθος πόλεων στη νότια βαλκανική, όπως η Αθήνα, συντάχθηκαν με τον Μιθριδάτη ελπίζοντας ότι θα φέρει την απελευθέρωση των Ελλήνων. Το 88 π.χ. ο Μιθριδάτης οργάνωσε τη μεγάλη σφαγή των Ρωμαίων και Ιταλών εποίκων στη Μικρά Ασία. Πιθανολογείται ότι κατά τη σφαγή που ονομάσθηκε «Εσπερινός της Εφέσου» εξοντώθηκαν περίπου 80.000 άτομα. Επικεφαλής των ρωμαϊκών στρατευμάτων ανέλαβε ο Σύλλας. Μέχρι την άνοιξη του 87 π.χ. το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας επανακατατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Αξιοσημείωτη υπήρξε η άμυνα της Αθήνας και του Πειραιά το 86 π.χ. Ο Σύλλας δε δίστασε να καταστρέψει τους πλατάνους που βρισκόταν στην Ακαδημία του Πλάτωνα, ούτε να κόψει τα δέντρα του Άλσους του Απόλλωνα Λυκείου προκειμένου να κατασκευάσει πολιορκητικές μηχανές. Η άλωση της Αθήνας χαρακτηρίστηκε από πρωτοφανείς βαρβαρότητες κατά του πληθυσμού, ενώ στον Πειραιά καταστράφηκαν οι λιμενικές εγκαταστάσεις, όπως οι Νεώσοικοι. Το ίδιο έτος ο Σύλλας νίκησε τα στρατεύματα του Πόντου και των συμμάχων τους σε δύο μάχες στη Βοιωτία. Ο Α’ Μιθριδατικός πόλεμος τελείωσε το 85 π.χ. με τη συνθήκη που συνήφθη στη Δάρδανο του Ελλησπόντου. Ο Μιθριδάτης υποχρεώθηκε να γίνει φόρου υποτελής στη Ρώμη, να παραδώσει το στόλο του και να πληρώσει μεγάλη πολεμική αποζημίωση. Το 83 π.χ. ο Σύλλας επέστρεψε στην Ιταλία με άφθονα λάφυρα. Μεταξύ των λαφύρων συμπεριλαμβανόταν η φημισμένη Βιβλιοθήκη του Απελλίκοντος, πολλά έργα τέχνης, ακόμα και δωρικοί κίονες για να χρησιμοποιηθούν στο ναό του Καπιτωλίου Διός.
          Ο Β’ Μιθριδατικός πόλεμος άρχισε το 83 π.χ. όταν οι Ρωμαίοι εισέβαλλαν ξαφνικά στον Πόντο. Ο πόλεμος αυτός έληξε με την απώθηση των Ρωμαίων και τη νίκη του Ευπάτορα. Οι εχθροπραξίες γενικεύτηκαν από το 74 π.χ. οπότε και άρχισε ο Γ’ Μιθριδατικός πόλεμος. Αρχικά τα ποντιακά στρατεύματα νίκησαν τους Ρωμαίους στη Χαλκηδόνα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Στη συνέχεια ο Μιθριδάτης ηττήθηκε από τον Λούκουλλο  έξω από την Κύζικο. Θα υποστεί ακόμα δύο ήττες. Το τελικό χτύπημα θα το δώσει ο Πομπήιος. Σημαντική βοήθεια στους Ρωμαίους είχαν προσφέρει και οι Πάρθοι.
Ο Μιθριδάτης κατέφυγε στο Παντικάπαιο της Κριμαίας. Από εκεί άρχισε να σχεδιάζει εισβολή στην Ιταλία μέσω του Δούναβη. Έχει όμως εγκαταλειφθεί και από τον Τιγράνη, τον τελευταίο του σύμμαχο, ο οποίος συνθηκολόγησε με τους Ρωμαίους και αποσύρθηκε στο βασίλειό του της Αρμενίας.  Η εξέγερση των στρατευμάτων του με επικεφαλής τον γιο του Φαρνάκη Β’ θα θέσει τέρμα στις επιδιώξεις του. Αδυνατώντας να αυτοκτονήσει λόγω του ότι είχε εθίσει τον εαυτό του στα δηλητήρια, θα διατάξει έναν Γαλάτη μισθοφόρο να τον θανατώσει. Το σώμα του στάλθηκε στον Πομπήιο, ο οποίος το έθαψε στο βασιλικό νεκροταφείο της Σινώπης. Οι μελετητές του αναφέρουν: «Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο Μιθριδάτης ήταν ένα ηγεμόνας εκπληκτικής ενεργητικότητας και αποφασιστικότητας ή ότι διέθετε αξιόλογες πολιτικές ικανότητες. Ήταν όμως άτυχος, γιατί είχε να αντιμετωπίσει τρεις εξαιρετικά ευφυείς Ρωμαίους στρατηγούς και γιατί ό ελληνιστικός κόσμος βρισκόταν στο τελικό στάδιο της κατάρρευσής του.»

Ο Πόντος κατά τη ρωμαϊκή εποχή

          Την περίοδο των πολέμων διαδέχτηκε μια περίοδος ανασυγκρότησης. Ο Πομπήιος οργάνωσε την επαρχία Βιθυνίας-Πόντου, η οποία περιλάμβανε και τα δυτικά εδάφη του Πόντου με κύριες πόλεις την Αμισό και τη Σινώπη. Τα δυτικά εδάφη είχαν ονομασθεί σε Πολεμωνιακό Πόντο, ενώ τα ανατολικά σε Γαλατικό Πόντο. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο ο Πόντος γνώρισε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη γιατί εντάχθηκε στον παγκοσμιοποιημένο ρωμαϊκό χώρο και γιατί εμπορικά αναπτύχθηκε η ενδοχώρα του με την ίδρυση νέων ελληνικών πόλεων (Νικόπολη, Πομπηιούπολη, Μαγνόπολη, Διόσπολη κ.ά.) και με τη διάνοιξη της νέας εμπορικής οδού που συνέδεε τη Βιθυνία με την Αρμενία. Το 48 π.χ. ο γιος του Ευπάτορα Φαρνάκης, εκμεταλλευόμενος τον εμφύλιο πόλεμο που είχε ξεσπάσει στη Ρώμη, προσπάθησε να δημιουργήσει και πάλι το βασίλειο του πατέρα του. Η ήττα του από τον Καίσαρα θα θέσει τέλος στην ύστατη προσπάθεια αναβίωσης του Βασιλείου του Πόντου. Το 39 π.χ. παραχωρήθηκε στον Πόντο μια ελεγχόμενη αυτονομία. Από τις αρχαίες ελληνικές πόλεις της ποντιακής παραλίας, η Αμισός διατηρεί, χάρη στον Λούκουλλο, το χαρακτήρα της ελεύθερης συμμαχικής πόλης. Η Σινώπη, αντιθέτως, χαρακτηρίζεται αποικία, η οποία διοικούνταν με τον τρόπο διοίκησης των πόλεως της Ιταλίας. Το 64 μ.χ. ο Πόντος ενώθηκε με την επαρχία της Γαλατίας. Στη συνέχεια, κατά τις νέες διοικητικές ρυθμίσεις του Διοκλητιανού, ο Πόντος με επαρχίες τον Διόσποστο και τον Πολεμωνιακό Πόντο θα συγκροτήσει την «Ποντική Διοικησιν».
 Η περίοδος της ρωμαιοκρατίας και της επικράτησης του χριστιανισμού συνοδεύτηκε από την απώλεια του εθνωνύμιου "Ελλην" -το οποίο εξάλλου είχε αποκτήσει αποκλειστικά θρησκευτική σημασία δηλώνοντας τον παγανιστή- και την παράλληλη επικράτηση του ονόματος "Ρωμαίος", δηλαδή "Ρωμιός", το οποίο επιβιώνει μέχρι σήμερα στους παρευξείνιους ελληνικούς πληθυσμούς.

Το Βυζάντιο

          Μετά τη διάλυση του ρωμαϊκού κράτους σε δυτικό και ανατολικό, ο Πόντος, όπως και ολόκληρη η Μικρά Ασία και η βαλκανική, εντάχθηκαν στο ανατολικό τμήμα. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρξε η πρωτεύουσα του εκχριστιανισμένου ελληνορωμαϊκού κόσμου, όπως αυτός είχε γίνει αντιληπτός από τους Έλληνες και γενικά τους ελληνόφωνους της Ανατολής.  Η Κωνσταντινούπολη θα γίνει πρωτεύουσα αυτού του κόσμου και θα πάρει τα προσωνύμια της "Νέας Ρώμης" και "Νέας Ιερουσαλήμ". Ο Νίκος Γ. Σβορώνος γράφει για την μετεξέλιξη της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: "…έντονη και διαρκής  τάση του (του Βυζαντίου) προς τον εξελληνισμό, έως τη μεταβολή του σε ένα ελληνικό εθνικό κράτος, είναι πλέον μια ιστορική διαπίστωση γενικά παραδεκτή. Ανάμεσα στους λαούς που απάρτισαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ο Ελληνισμός αποτελεί το δυναμικότερο, αν όχι το πολυπληθέστερο, στοιχείο της ήδη από την πρώτη της εμφάνιση.» Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ γράφει γι αυτό το νέο κράτος: "Η ελληνικότητα σα μάθημα μεγαλοσύνης μαζί με τη Ρώμη θα ξαναβρεί προοδευτικά τίτλους ευγένειας στο ρωμαϊκό χριστιανικό κράτος του Βυζαντίου. Ανανεωμένη από τα διδάγματα της νέας πνευματικής χριστιανικής αρετής, η ελληνική παιδεία και εμπειρία, θα αποτελέσει προοδευτικά το υπόβαθρο για το ξεκίνημα κάθε αναγέννησης, που μετά την πτώση της πόλης θα στηρίξει τον ευρωπαϊκό νεότερο κόσμο. Στη διαχρονικότητα της ιστορίας, το Βυζάντιο, χάρη στον ελληνοπρεπή και χριστιανομαθή ανθρωπισμό του, που θα στεριώσει με τον καιρό, θα γίνει η μεσαιωνική Αυτοκρατορία του ανανεωμένου Ελληνισμού".

Ο Πόντος οργανώθηκε σε αυτόνομη «διοίκηση» της υπαρχίας της Ανατολής με πρωτεύουσα την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Η Καισάρεια υπήρξε και κέντρο διάδοσης του χριστιανισμού. Από κει διαδόθηκε ο χριστιανισμός στην ευρύτερη περιοχή του Εύξεινου Πόντου, την Αρμενία και τσε περιοχές της Κασπίας Θάλασσας. Με τον 28 κανόνα της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου (451 μ.Χ.) ο Πόντος εντάχθηκε στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Κατά τον 8ο αιώνα εντάχθηκε στη θεματική οργάνωση του Βυζαντίου. Τα εδάφη του θα μοιραστούν σε τρία Θέματα, της Κολωνείας, των Αρμενιακών και της Χαλδίας. Ο Πόντος βαθμιαία απόκτησε μεγάλη στρατιωτική σημασία για την άμυνα της αυτοκρατορίας κατά των Αράβων αρχικά και των τουρκομανικών φυλών στη συνέχεια. Μεγάλες οικογένειες αναδείχτηκαν την περίοδο αυτή στον Πόντο, όπως οι Κομνηνοί, οι Ταρωνίτες, οι Γαβράδες κ.ά. Η ισχυροποίηση των οικογενειών αυτών θα οδηγήσει στην εμφάνιση τάσεων αυτονόμησης από την κεντρική διοίκηση. Η χαρακτηριστικότερη ήταν η ανταρσία των Γαβράδων τον 11ο αιώνα. Η οικογένεια των Γαβράδων καταγόταν από την Άτρα της Αργυρούπολης. Την επαρχία τους τη Χαλδία την ονόμαζαν "Χώραν Τραπεζουσίαν".


Η Άλωση του 1204 και η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας
H άνοιξη του 1204 μ.X. υπήρξε μοιραία για τον Eλληνισμό. Στις 13 Aπριλίου οι Σταυροφόροι είχαν εκπορθήσει την Kωνσταντινούπολη και είχαν καταλύσει την ελληνική Aυτοκρατορία του Bυζαντίου. Διέλυσαν έτσι τον κεντρικό ιστό του μοναδικού χριστιανικού κράτους της Aνατολής, που θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό εμπόδιο στο επεκτατικό Iσλάμ, αραβικό και τουρκικό. H πράξη αυτή της καθολικής Δύσης θα υψώσει εφεξής αξεπέραστο τείχος μεταξύ της δυτικής και ανατολικής χριστιανοσύνης και θα διευκολύνει την επικράτηση των Tούρκων μουσουλμάνων. Mετά την κατάληψη της Πόλης, οι Eλληνες θα ιδρύσουν τρία κράτη, ένα στα Bαλκάνια και δύο στη Mικρά Aσία. Mε κέντρα τη Nίκαια της Bιθυνίας, την Ήπειρο και την Tραπεζούντα του Πόντου θα ξεκινήσουν οι προσπάθειες για ανακατάληψη της πρωτεύουσας. Mακροβιότερο από τα τρία αυτά κράτη υπήρξε η αυτοκρατορία της Tραπεζούντας, το οποίο θα επιζήσει 257 χρόνια. Iδρύθηκε από τα αδέλφια Aλέξιο και Δαβίδ Kομνηνό. Hταν εγγόνια του Aνδρόνικου A΄, ιδρυτή της βυζαντινής Aυτοκρατορικής δυναστείας των Kομνηνών, που έχασε τον θρόνο το 1185 από τη δυναστεία των Aγγέλων.  Τα δύο αδέλφια είχαν καταφύγει στη τους Θαμάρ, βασίλισσα της Ιβηρίας, η οποία τους βοήθησε να κυριαρχήσουν στην περιοχή του Πόντου. Πιθανότατα, είχαν φτάσει στην Ιβηρία το 1203, επειδή είχαν προβλέψει τη μοίρα της Πόλης και όχι το 1185 όπως κάποιοι θεωρούν. Οι δύο Κομνηνοί έφτασαν στην Τραπεζούντα τον Απρίλιο του 1204, αφού είχε καταληφθεί από τους Λατίνους η Κωνσταντινούπολη.
H ύπαρξη δυναμικού ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή, επέτρεψε τη δημιουργία μιας ισχυρής κρατικής εξουσίας, η οποία διεκδικούσε τη συνέχιση της βυζαντινής αυτοκρατορικής ιδέας. Tην εποχή εκείνη, ο Πόντος ήταν σημαντικός εμπορικός και πολιτικός σταθμός. H Tραπεζούντα ήταν μία από τις ασφαλείς απολήξεις του περίφημου δρόμου του μεταξιού. Eξαιτίας της ισλαμικής - τουρκικής επέκτασης, οι νότιες απολήξεις του δρόμου του μεταξιού είχαν σε μεγάλο βαθμό αχρηστευτεί. Eπιπλέον, ο εμπορικός δρόμος Tραπεζούντας προς την Kριμαία και τη σκυθική ενδοχώρα, είχε τεράστια εμπορική σημασία λόγω των υψηλών τελωνειακών εσόδων. Πολιτικά ο Πόντος βρισκόταν σε κομβικό σημείο. Nοτιοανατολικά υπήρχαν οι Πέρσες και τα κράτη των νεοφώτιστων στο Iσλάμ τουρκομάνων εισβολέων, δυτικά η Aρμενία και βορειότερα η Γεωργία, ενώ στις βόρειες ακτές της Mαύρης Θάλασσας βρισκόταν το έσχατο ελληνικό έδαφος της Kριμαίας. Στη συνέχεια, υπήρχαν οι απέραντες στέπες, όπου κυριαρχούσαν οι νομάδες και έφταναν μέχρι τις περιοχές των Σλάβων και των Σουηδών. Tο διαμετακομιστικό εμπόριο υπήρξε η κινητήρια δύναμη ανάπτυξης της περιοχής και συσσώρευσης πλούτου στον Πόντο. Στο βόρειο Εύξεινο Πόντο κυριαρχούσαν οι Έλληνες της Κριμαίας. Συγκατοικώντας με άλλους λαούς, όπως Αλανοί (πρόγονοι των σημερινών Οσετίνων), Ζίκχοι, Γότθοι κ.ά. αποδείχτηκαν ως το πλέον δυναμικό στοιχείο. Οι μόνοι που ανταγωνίστηκαν εμπορικά τους Έλληνες ήταν οι λατινικές δυνάμεις της Γένοβας και της Βενετίας, οι οποίες θα χρησιμοποιήσουν τους Τάταρους για να εδραιώσουν τη θέση τους στην Κριμαία
Τα δύο ισχυρά ελληνικά κράτη της Μικράς Ασίας με πρωτεύουσες την Tραπεζούντα και τη Nίκαια διεκδικούσαν κληρονομικά –το καθένα για τον εαυτό του– την απελευθέρωση της Kωνσταντινούπολης από τους Δυτικούς και την αποκατάσταση της βυζαντινής εξουσίας. Tο αποτέλεσμα του ανταγωνισμού υπήρξε η πολεμική αναμέτρηση του Θεόδωρου Λάσκαρη της Nίκαιας, με τον Δαβίδ Kομνηνό της Tραπεζούντας. H νίκη του πρώτου στην Hράκλεια περιόρισε τις ποντιακές φιλοδοξίες. H αδυναμία συνεννόησης των δύο ελληνικών κρατών είχε αρνητικές επιπτώσεις στις προσπάθειες αναχαίτισης τόσο των Λατίνων της «Pωμανίας», δηλαδή του «φραγκικού» κράτους της Kωνσταντινούπολης, όσο και των Σελτζούκων Tούρκων του Iκονίου. Tα βυζαντινά όνειρα των Kομνηνών θα λάβουν τέλος το 1261 με την απελευθέρωση της Kωνσταντινούπολης από τον Mιχαήλ H΄ Παλαιολόγο της Nίκαιας. Oι Kομνηνοί συνειδητοποίησαν ότι δεν έπρεπε πλέον να τρέφουν καμιά ελπίδα επιστροφής στον θρόνο της Kωνσταντινούπολης. Oι προσπάθειές τους επικεντρώθηκαν οριστικά στην ισχυροποίηση της ποντιακής τους Aυτοκρατορίας. Σύμβολό τους θα γίνει ο μονοκέφαλος αετός, που κοιτάει πλέον προς την Aνατολή, σε αντίθεση με τον αετό των αρχαίων Σινωπέων που έχει το κεφάλι του στραμμένο προς τη Δύση. Oι Πόντιοι Aυτοκράτορες, μετά την επίσημη αναγνώριση του κράτους τους από τον Παλαιολόγο, θα ονομάζονται «εν Xριστώ πιστοί βασιλείς και αυτοκράτορες πάσης Aνατολής, Iβήρων και Περατείας» σε αντίθεση με τους αυτοκράτορες της Kωνσταντινούπολης, που διατήρησαν τον παραδοσιακό τίτλο: «βασιλείς και αυτοκράτορες των Pωμαίων». Iβηρία ονομαζόταν τότε η Γεωργία του Kαυκάσου και Περατεία η χερσόνησος της Kριμαίας.

Η παράδοση της Τραπεζούντας και το τέλος του ελληνικού κόσμου
Ο Μωάμεθ αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο που εγκυμονούσε για το κράτος του μια ενδεχόμενη συμμαχία των ηγεμόνων της Ανατολής, αποφάσισε να χτυπήσει πριν ισχυροποιηθούν οι αντίπαλοί του. Την άνοιξη του 1461 άρχισαν με απόλυτη μυστικότητα οι οθωμανικές προετοιμασίες. O Mωάμεθ B΄ ο Πορθητής, μεθοδικά κατέστρεψε το δίκτυο συμμαχιών της Aυτοκρατορίας. Παραπλανώντας αρχικά και καταλαμβάνοντας στη συνέχεια τη Σινώπη, που ήταν ένα αντιοθωμανικό μουσουλμανικό εμιράτο του Ισμαήλ, στράφηκε προς την Ανατολή με στόχο την άλωση της Τραπεζούντας. Εισέβαλε μέσω της Αμάσειας και της Σεβάστειας στην Αρμενία και κατανίκησε τα στρατεύματα του Σουλτάνου της Μεσοποταμίας, συμμάχου των Τραπεζουντίων. Ο οθωμανικός στόλος απέπλευσε από τη Σινώπη και κατευθύνθηκε προς την Τραπεζούντα.
Tον Iούλιο του 1461 τα οθωμανικά στρατεύματα με επικεφαλής τον εξωμότη Mαχμούτ, πρώτο εξάδελφο του μυστικοσύμβουλου του Δαβίδ Γεωργίου Aμοιρούτζη, πολιόρκησαν την Tραπεζούντα. O λαός της πόλης ήταν αποφασισμένος να προβάλει αντίσταση στην τουρκική απειλή. Mε μυστικές διαπραγματεύσεις Aμοιρούτζη με τον Mωάμεθ μέσω του Mαχμούτ, ο Δαβίδ πείστηκε να παραδώσει την πόλη έπειτα από πολιορκία 32 ημερών, ενάντια στη θέληση του λαού. Στο Χρονικό της Μονεμβασίας αναφέρεται ότι ο Αμοιρούτζης και ο Μαχμούτ ήταν πρώτα ξαδέλφια και ότι ο Μωάμεθ κλήθηκε από τον Αμοιρούτζη: Και τούτος ο πρωτοβεστιάριος ήτον επίβουλος του Κυρ Δαβίδ, και αυτός έκαμε και τον Σουλτάνον και ήλθε κατά της Τραπεζούντος, και έκαμε τον Κυρ Δαβίδ και προσεκύνησεν.
Παρά την παράδοση της πόλης, οι Oθωμανοί προέβησαν σε βιαιότητες κατά του πληθυσμού. Από τους κατοίκους της Τραπεζούντας απέμεινε μόνο το ένα τρίτο και αυτό υποχρεώθηκε να ζήσει στα προάστια της πόλης. Οι υπόλοιποι, είτε κατασφάχτηκαν από τους γενίτσαρους, είτε στάλθηκαν στη μισοερειπωμένη Κωνσταντινούπολη. Πολλοί διαμοιράστηκαν στους στρατιώτες για να τους υπηρετούν ως σκλάβοι. Οκτακόσιοι έφηβοι επιλέχτηκαν και υποχρεώθηκαν να ενταχθούν στον οθωμανικό στρατό. Ο Μωάμεθ παρέμεινε στην πόλη μέχρι την επόμενη άνοιξη για να επιβλέψει την εφαρμογή των διαταγών του και την εξαφάνιση όλων των ιχνών του τελευταίου ελληνικού κράτους. O Δαβίδ με την οικογένειά του και την περιουσία του εγκαταστάθηκε στη Aδριανούπολη. Tέσσερα χρόνια αργότερα, ο Mωάμεθ τον εκτέλεσε, όπως και τους επτά γιους του. Πιθανότατα εκτελέστηκε για να πάρει ο Σουλτάνος το μεγαλύτερο μέρος του τραπεζουντιακού θησαυρού που είχε μεταφέρει ο Δαβίδ. Άλλη ερμηνεία είναι ότι ο Μωάμεθ φοβόταν ότι υπήρχε πιθανότητα να προσβλέπουν οι χριστιανοί στον Δαβίδ, ως τον τελευταίο εκπρόσωπο της ελληνικής αυτοκρατορίας. Ως αφορμή αναφέρεται η ύπαρξη μιας επιστολής που απέστειλε στον Δαβίδ η Δέσποινα Αικατερίνη, σύζυγος του Χασάν Μπέη των Τουρκμένων –η μητέρα του οποίου ήταν Τραπεζούντια πριγκήπισσα- με την οποία ο Μωάμεθ διείδε την πιθανότητα προθέσεων παλινόρθωσης των Κομνηνών.
Έτσι, ο Οθωμανοί κατάκτησαν όλο τον παλιό ελληνικό κόσμο. Η οσμανική πραγματικότητα βασιζόταν στην νομαδική παράδοση μιας φυλής κτηνοτρόφων πολεμιστών, η οποία ζούσε είτε από αυτά που παρείχε η φύση είτε από όσα μπορούσε να κατακτήσει με τη βία. Η ιδιοποίηση του μόχθου των παραγωγικών κοινωνιών και ατόμων υπήρξε θεμελιώδες γνώρισμα της τουρκικής εξουσίας. Ο πρωτογονισμός των τουρκομανικών ομάδων που εισέβαλαν στη Μικρά Ασίας καθόρισε την κοινωνική δομή στα κράτη που δημιούργησαν. Ακριβώς για αυτό ο όρος «τουρκικό κράτος» στο έργο του Χέγκελ σημαίνει την πρωτόγονη κοινωνική οργάνωση του κράτους. Η επικράτηση των μουσουλμάνων στο χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, διαμόρφωσε εντελώς νέες συνθήκες. Οι χριστιανοί υπήκοοι του σουλτάνου υποβαθμίστηκαν στη θέση του ραγιά, ο οποίος ανήκε –όσον αφορά την ύπαιθρο- σε φεουδαρχικές οικογένειες. Πλήθος περιορισμών, καθώς και σκληρή φορολόγηση, καθόρισαν το πλαίσο μέσα στο οποίο θα ζήσουν οι ραγιάδες.
Οι ελληνικοί πληθυσμοί κατάφεραν να διατηρηθούν σε κάποιο βαθμό λόγω της μεγάλης αντιπαλότητας των δύο πολιτισμικών συστημάτων, του χριστιανισμού και του ισλάμ. Ο Νίκος Σβορώνος γράφει: "Ιδιαίτερος υπήρξε ο ρόλος της τουρκικής κατάκτησης. Οι αθρόοι εξισλαμισμοί των πρώτων αιώνων της κατάκτησης συνετέλεσαν βέβαια στον εκτουρκισμό ενός μέρους της Μικράς Ασίας, που χάνεται για τον ελληνισμό και εξασθένισαν τον ελληνισμό στη Βαλκανική. Αλλά, αφετέρου, η αγεφύρωτη διαφορά της θρησκείας των δύο λαών προφύλαξε γενικά ότι απέμεινε από τον Ελληνισμό από την ανάμιξη με το τουρκικό στοιχείο."

Η οθωμανική κυριαρχία

Ο Πόντος μοιράστηκε από τους Οθωμανούς σε δύο μπεηλερμπεάτα, κάτι σαν τα Θέματα των Βυζαντινών: της Τραπεζούντας και του «Ρουμ», δηλαδή των Ρωμιών, που περιλάμβανε τα δυτικά εδάφη και το εσωτερικό του Πόντου. Κατά τον 18ο αιώνα, στο χώρο  του μικρασιατικού Πόντου υπήρχαν τρεις μητροπόλεις, η μητρόπολη Αμασείας με τίτλο μητροπολίτη «Υπέρτιμος και έξαρχος παντός Ευξείνου Πόντου», Νεοκαισαρείας και Ινέου με τίτλο «Υπέρτιμος και έξαρχος Πόντου Πολεμωνιακού» και Τραπεζούντας με τίτλο «Υπέρτιμος έξαρχος πάσης Λαζικής».
Χάρτης του 1787 της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Αρμένικη γλώσσα. Τυπώθηκε στην Αρμένικη μονή του Αγίου Λαζάρου στη Βενετία
          Η ελληνική κοινωνία του μικρασιατικού Πόντου θα σημαδευτεί -όπως και κάθε άλλο μέρος του ελληνικού κόσμου- από τον εξισλαμισμό και την εμφάνιση του κρυπτοχριστιανικού φαινομένου. Το πρώτο κύμα εξισλαμισμών θα εμφανιστεί μετά την παράδοση της Τραπεζούντας στους Οθωμανούς. Οι χριστιανοί εκδιώκονται και περιθωριοποιούνται και οι εκκλησίες μετατρέπονται σε τεμένη. Στη Τραπεζούντα και στην περιφέρειά της οι εξισλαμισμοί θα λάβουν μεγάλη έκταση. Οκτώ χιλιάδες χριστιανοί από την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα των Κομνηνών θα ιδρύσουν ορεινούς οικισμούς στην περιοχή της Θοανίας, που θα μείνει γνωστή ως Τόνια. Οι πληθυσμοί αυτοί θα εξισλαμιστούν στη συνέχεια. Το μεγάλο κύμα εξισλαμισμών θα ενσκήψει στα τέλη του 17ου αιώνα. Όπως μας πληροφορεί ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, οι εξισλαμισμοί στον Πόντο πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1648-1687 από τις πιέσεις των φεουδαρχών, των Ντερεμπέηδων. Γράφει ο Χρύσανθος: "Ενεκα των από των Τερε-βέηδων πιέσεων τούτων και των δεινών διωγμών οι από του ποταμού Ακάμψιος (Τσορόχ) μέχρι Τραπεζούντος συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί, οι κατοικούντες τας περιφερείας Ριζαίου, Οφεως, Σουρμένων και Γημωράς εξισλαμίστηκαν αθρόως. Οι χριστιανοί της περιφέρειας Οφεως είχον εξισλαμισθεί κατά την παράδοσιν ομού μετά του επισκόπου αυτών Αλεξάνδρου μετονομασθέντος Ισκεντέρ...".
          Ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος επισκέφθηκε την Τραπεζούντα το 1681 και δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τον εξισλαμισμό των Ελλήνων. Αναφέρει ότι τον χρόνο της επίσκεψής του επραγματοποιήθει ο εξισλαμισμός των ελληνικών πληθυσμών της Θοανίας, της Τόνγιας. Σε οθωμανικό ντοκουμέντο που αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής του υπόδουλου ποντιακού ελληνισμού ένα αιώνα μετά την άλωση της Τραπεζούντας συμπεραίνεται ότι "θεώρησαν πιο αρμόζον και συμφέρον γι αυτούς να αλλαξοπιστήσουν για να βελτιώσουν την κοινωνική τους κατάσταση."
Από τα τέλη του 17ου αιώνα θα ξεκινήσει η εκπαιδευτική κίνηση στον Πόντο όπως και στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Η Τραπεζούντα θα εξελιχθεί σε κέντρο των ελληνικών γραμμάτων. Το πρώτο σχολείο που λειτούργησε ήταν το «Φροντιστήριον Τραπεζούντος» το 1682. Στη Σινώπη υπήρχε ελληνικό σχολείο από το 1675. Στην Αργυρούπολη ιδρύθηκε το 1733 και στα τέλη του 18ου αιώνα ιδρύθηκαν σχολεία στη Σαμψούντα και στην Κερασούντα. Κατά το 19ο αιώνα εκατοντάδες ελληνικά και αλληλοδιδακτικά σχολεία ιδρύθηκαν στον Πόντο.

Τα απελευθερωτικά κινήματα των λαών

          Η αφύπνιση των κατακτημένων λαών είχε οδηγήσει στην απελευθέρωσή τους στη Βαλκανική. Στο βαλκανικό Νότο έγινε κατορθωτή η δημιουργία ενός μικρού ελληνικού βασιλείου, ως απόρροια της μεγάλης ελληνικής αντιοθωμανικής Επανάστασης που άρχισε το 1821. Η συμμετοχή του Πόντου ανιχνεύεται στη στρατολόγηση Φιλικών, στη συμμετοχή εθελοντών στον Ιερό Λόχο και στις επαναστατημένες περιοχές, και στη συμμετοχή των μεγάλων ποντιακών οικογενειών της Κωνσταντινούπολης. Σημαντική εκπρόσωπος της ποντιακής συμμετοχής υπήρξε η οικογένεια των Υψηλαντών, η οποία, όπως και η άλλη ποντιακή οικογένεια των Μουρούζηδων, έδωσαν τα πάντα στον Αγώνα. Η οικογένεια των Υψηλαντών ενσάρκωσε με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο το γεγονός της στράτευσης όλων στο στόχο της πολιτικής αποκατάστασης των Ελλήνων.
Μετά τη δημιουργία του κράτους της Ελλάδας, γεννήθηκαν νέα εθνικά κράτη. Η Ρουμανία το 1862, το Μαυροβούνιο το 1860, η Σερβία το 1876, η Βουλγαρία το 1878 και η Αλβανία το 1913. Αλλά και στην ίδια τη Μικρά Ασία εμφανίστηκαν τάσεις ανεξαρτησίας στους Αρμένιους, στους Έλληνες του Πόντου και της Ιωνίας και αργότερα στους Κούρδους. Την κατάσταση που επικρατούσε στη Μικρά Ασία περιγράφει γλαφυρά το 1909 η εφημερίδα "Ο Λαός", που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη: "Τουρκικός λαός λογιούνταν όλοι οι μουσουλμάνοι, δηλαδή οι πιστοί καθώς ονομαζόντουσαν μόνοι τους… Όλοι οι μουσουλμάνοι ήταν ίσοι αναμεταξύ τους. Όλοι μπορούσαν να γίνουν πασάδες ή στρατηγοί. Μα δεν παραδέχονταν για ίσους με τον εαυτό τους τους χριστιανούς και τους εβραίους παρά τους ονομάζανε γκιαούρηδες. Τους απογόνους των παλαιών κατοίκων τους ματαχειρίζονταν σαν ξένους. Δεν τους επέτρεπαν να γίνουν αξιωματικοί ή υπάλληλοι. Δεν τους δέχονταν για μάρτυρες στα τουρκικά δικαστήρια. Η τουρκική κυβέρνηση τους ανέχονταν μόνο, βάζοντάς τους να πληρώνουν ένα χωριστό φόρο, το χαράτσι. Τους ονόμαζαν ραγιάδες (κοπάδια) και δεν τους ήθελαν για άλλο τίποτα παρά για να τρέφουν το μουσουλμανικό λαό. Στις επαρχίες μόνο οι μουσουλ­μάνοι ήτανε γεωχτήμονες. Οι χριστιανοί ήταν αγρότες, απαράλ­λαχτα όπως οι δούλοι στο μεσαίωνα. Πριν την κατοχή, οι χριστιανοί αυτοί ήσαν έθνη ανεξάρτητα και πάντα είχαν βαστάξει τη γλώσσα, τη φορεσιά τους και τις συνήθειές τους..."

Οι νεότουρκοι

Ένας σημαντικός παράγοντας που εμπόδισε την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σ' όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, ήταν ο νεαρός τουρκικός εθνικισμός. Με την εμφάνισή του ο όρος "Τούρκος" άρχισε να αποκτά θετική σήμανση, ενώ για πρώτη φορά ο χώρος που καταλάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία αρχίζει να περιγράφεται ώς "Τουρκία". Μέχρι εκείνη τη στιγμή το ισλάμ και οι νέες παντουρκιστικές ιδέες δεν σχετίζονταν με συγκεκριμένο εθνικό έδαφος. Ο νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας. Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος, εκτός απ' αυτό των Τούρκων.
Ένας από τους πατέρες του παντουρκισμού, ο Ζιγιά Γκιοκάλπ (Giokalp) πρότεινε ανοιχτά την υπέρβαση της χαλαρής, πολυεθνικής και θρησκευτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετην μετατροπή των ομάδων που ζούσαν σ' αυτήν σ' ένα συμπαγές ομοιόμορφο τουρκικό σώμα (compact body). Tις απόψεις αυτές υλοποίησαν οι Οθωμανοί αξιωματικοί που είχαν βρεθεί στη Γαλλία, και προσπάθησαν να ντύσουν με τις αξίες του διαφωτισμού τις ρατσιστικές επιδιώξεις του παντουρκισμού.
          Τον Οκτώβριο του 1911 οι Νεότουρκοι -ως κυβέρνηση της χώρας- αποφάσισαν σε συνέδριό τους την εξόντωση των μη μουσουλμανικών εθνοτήτων και τη βίαιη τουρκοποίηση των -πολυεθνοτικής καταγωγής- μουσουλμανικών πληθυσμών. Η απόφαση όριζε με σαφήνεια τις νέες κατευθύνσεις που αναιρούσαν πλήρως την παλιότερη πολιτική της σχετικής ανοχής: "Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου η μωαμεθανική θρησκεία και οι μωαμεθανικές αντιλήψεις θα κυριαρχούν και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται... Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η πλήρης οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με την πειθώ. Άρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένοπλη βία.... Η μουσουλμανική κυριαρχία είναι αναπόφευκτη  και μόνο στους μουσουλμανικούς θεσμούς και παραδόσεις οφείλεται σεβασμός. Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης θα θεωρείται προδοσία προς την τουρκική αυτοκρατορία. Η επικράτηση της τουρκικής γλώσσας αποτελεί ένα από τα βασικά μέσα για τη διατήρηση της μουσουλμανικής κυριαρχίας."

Αφορμή για την υλοποίηση των προαποφασισμένων σχεδίων έδωσε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι Νεότουρκοι στον Πόντο -όπως και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία, καθώς και την Ανατολική Θράκη- άρχισαν με την επιστράτευσή όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους στα Τάγματα Εργασίας. Η πλειονότητά τους στάλθηκε στις περιοχές μεταξύ Σεβάστειας και Βαν για την κατασκευή δρόμων. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να συνεργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές. Χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και η ληστρικές ομάδες που δρούσαν στην παρανομία και ευνοήθηκε η δραστηριότητά τους.

Οι απόψεις των συμμάχων των νεοτούρκων


Σε έγγραφο του αυστριακού υπουργού Εξωτερικών προς το Βερολίνο αναφέρονται τα εξής για την πολιτική των συμμάχων τους: "Η πολιτική των Τούρκων είναι μέσω μιας γενικευμένης καταδίωξης του ελληνικού στοιχείου, να εξοντώσει τους Έλληνες ως εχθρούς του Κράτους, όπως πριν τους Αρμένιους. Οι Τούρκοι εφαρμόζουν τακτική εκτόπισης των πληθυσμών, δίχως διάκριση και δυνατότητα επιβίωσης, απ' τις ακτές στο εσωτερικό της χώρας, ώστε οι εκτοπιζόμενοι να είναι εκτεθειμένοι στην αθλιότητα και τον θάνατο από πείνα. Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των εξοριζομένων λεηλατούνται από τα τούρκικα τάγματα τιμωρίας ή καίονται και καταστρέφονται. Και όλα τα άλλα μέτρα τα οποία εις τους διωγμούς των Αρμενίων ευρίσκοντο εις ημερησίαν διάταξιν, επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων."
Ο μαρκήσιος Pallavicini έγραφε τον Ιανουάριο του 1918: "Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούς σκοπούς."
Οι Αυστρογερμανοί μαρτυρούν ότι είχε ειπωθεί από ανώτερους αξιωματούχους ότι: "Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους... Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα να τελειώνουμε."
Διαπίστωναν επίσης ότι η πολιτική της γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης υπογορεύτηκε κυρίως από την παντουρκιστική ιδεολογία και την περιφρόνηση για τους "άπιστους" (γκιαούρηδες).  Ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κviatofski ανέφερε σε υπηρεσιακή του επιστολή ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στα πλαίσια του προγράμματος των Νεοτούρκων, με το οποίο επεδιώκετο η εξασθέ­νηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απηχήση στην Ευρώπη απ' ότι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων.

Μετά το '22


Οι εθνικές εκκαθαρίσεις που θα γίνουν την περίοδο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και αυτές που θα ακολουθήσουν την περίοδο 1919-1922 θα καθορίσουν τη μοίρα του ποντιακού ελληνισμού και θα ανατρέψουν πλήρως τη φυσιογνωμία της περιοχής. Η καταστροφή αυτής της φυσιογνωμίας -η οποία είχε διαμορφωθεί από την αρχαιότητα-  επισφραγίστηκε με την ανταλλαγή των πληθυσμών που επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάννης μετά το πέρας του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919-1922 και ολοκληρώθηκε με τη συμφωνία της Άγκυρας του 1930.
Ο Πόντος, η «βαθειά Ελλάδα» των μεσαιωνικών χρονικογράφων, όπως και η υπόλοιπη Μικρά Ασία και η Ανατολική Θράκη, θα μετατραπούν –εκτός από «χαμένες πατρίδες»- σε μυθικούς, εξιδανικευμένους «ου τόπους» αναφοράς στη μνήμη των προσφύγων. Θα συνεχίσουν να υπάρχουν ως ονόματα δρόμων και ως μνημεία, στα απειράριθμα προσφυγικά χωριά και πολιτείες στην ελεύθερη Ελλάδα. Όμως, η μνήμη των προσφυγικών πληθυσμών και η τραυματική ιστορική  περιπέτεια θα εξοβελιστούν συνειδητά από την εκάστοτε εξουσία –όπως και από την εκάστοτε αντιπολίτευση- στη μετά το ’22 Ελλάδα. Η συλλογική μνήμη θα περιοριστεί μόνο στη βαλκανική εμπειρία του ελληνισμού. Θα ‘πρεπε να ‘ρθει η δεκαετία του ’80, όταν η κοινωνία των πολιτών θα αρχίσει να αναπτύσσεται και να αμφισβητεί τις παραδεδεγμένες ερμηνείες, για να ξαναβρεί η ιστορία τις πραγματικές της εξηγήσεις, για να γίνει προσπάθεια να απαντηθούν τα ερωτήματα που ακόμα αιωρούνται, για να αρχίσουν να γεμίζουν οι Λευκές Σελίδες της ιστοριογραφίας μας, για να ξεκινήσουν και πάλι οι περιηγητές να  περιηγούνται και να περιγράφουν με το δικό τους τρόπο τις κάποτε «ημέτερες πατρίδες».

ΠΗΓΗ: www.pontos.gr/innet/files/IstoriaPontioiAgtzidis.doc

Διογένης ο Κυνικός ή Κύων ή Σινωπεύς: ο διασημότερος αναρχικός Κυνικός φιλόσοφος


Διογένης ο Κυνικός, ο αναρχικός της αρχαιότητας: Υπάρχουν κάποιες μορφές μέσα στην πορεία των αιώνων, οι οποίες άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού. Άνθρωποι οι οποίοι μας κληροδότησαν μεγάλες αξίες, τις οποίες, δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να τις εκμεταλλευτούμε στο έπακρο. Όμως η άσβεστη μνήμη τους πάντα θα στέκεται αρωγός στην προσπάθειά μας να γίνουμε “αληθινοί” άνθρωποι. Διότι, όσο θα υπάρχει αυτή η αιώνια συντροφιά τους, τόσο θα διατηρείται ζωντανή και η ελπίδα της πνευματικής μας “ανάστασης”. Ο Κυνικός Διογένης υπήρξε πράγματι ένα “δαιμόνιο” πνεύμα, ένας άνθρωπος με όλη τη σημασία της λέξης, που με τη στάση της ζωής του μας έδειξε τον δρόμο προς την αληθινή ευδαιμονία. Το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να πράξουμε είναι να τον ευχαριστήσουμε μέσα από τα βάθη της καρδιά μας.

Διογένης, λοιπόν, ο Σινωπεύς ή πιο απλά Διογένης ο Κύων, ο διασημότερος και μεγαλύτερος Κυνικός Φιλόσοφος. Γεννήθηκε περίπου το 400 π.κ.ε. αλλά κάποιοι θρύλοι αναφέρουν πως ήρθε στο φως τη μέρα που πέθανε ο Σωκράτης το 399 π.κ.ε. Όσο για τον θάνατό του και αυτός διαποτισμένος με αρκετούς θρύλους, λένε πως συνέβει το 323 π.κ.ε., την ίδια ημέρα που πέθανε ο Αλέξανδρος στην Βαβυλώνα.

Κατά τα μέσα του 4ου π.κ.ε. αιώνα ήλθε στην Αθήνα εξόριστος από τη γενέτειρά του Σινώπη του Πόντου, επειδή με τον τραπεζίτη πατέρα του Ικεσία είχαν παραχαράξει το νόμισμα της πόλης.

«Διογένης, γιος του Ικεσία, τραπεζίτης στο επάγγελμα, από τη Σινώπη. Ο Διογένης όταν εξορίστηκε από την πατρίδα του για κάποια παραχάραξη νομισμάτων, ήλθε στην Αθήνα, σχετίστηκε με τον κυνικό Αντισθένη, αισθάνθηκε έλξη για τον τρόπο ζωής του και ακολούθησε την κυνική φιλοσοφία αδιαφορώντας για την μεγάλη του περιουσία» (Σούδα, “Διογένης” n. 1143).

Είτε λόγω της παραχάραξης είτε λόγω πολιτικών διώξεων, βρέθηκε στην Αθήνα και σχετίστηκε με τον Αντισθένη, εντυπωσιασμένος από την φιλοσοφία του, την οποία ασπάστηκε ώσπου τελικά ξεπέρασε σε φήμη τον δάσκαλό του. Σύμφωνα με αναφορές λίγο μεταγενέστερων συγγραφέων, είχε επιδείξει και συγγραφικό έργο, αλλά δυστυχώς δεν διασώθηκε τίποτα. Οι ιστορίες με τον Διογένη θα λέγαμε πως είναι αληθινές και απεικονίζουν την συνέπεια του χαρακτήρα του.

Ζούσε σε ένα πιθάρι και σκληραγωγούσε τον εαυτό του ακόμα και στις εναλλαγές του καιρού. Το μόνο που διέθετε ήταν ένα ξύλινο κύπελλο, το οποίο και αυτό το πέταξε, όταν είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τις χούφτες του.

«Όταν κάποτε ο Διογένης είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια, πέταξε από το δισάκι του το κύπελλο λέγοντας: «Ένα παιδί με έχει νικήσει στην απλότητα» (Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή VII 37.)

Ο Διογένης ο επικαλούμενος «Κυνικός», ή Διογένης ο Σινωπεύς ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Φέρεται να γεννήθηκε στη Σινώπη περίπου το 412 π.κ.ε., (σύμφωνα με άλλες πηγές το 399 π.κ.ε.), και πέθανε το 323 π.κ.ε. στην Κόρινθο, σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, την ημέρα που ο Αλέξανδρος ο Μέγας πέθανε στη Βαβυλώνα.

Η δύναμη της προσωπικότητάς του έγκειται στην εκκεντρικότητά του, το τραχύ χιούμορ και στην τολμηρή αντίσταση σε καθετί καθιερωμένο. Όταν συνελήφθη από πειρατές στην Αίγινα και εκτέθηκε για πώληση, ο πωλητής του απαγόρευσε να κάθεται κάτω και ο Διογένης απάντησε:

«Δεν υπάρχει διαφορά, διότι σε οποιαδήποτε θέση και αν κείτονται τα ψάρια θα βρουν αγοραστές».

Ωστόσο μια από τις πιο φημισμένες ρήσεις του ήταν, όταν στην ερώτηση του πωλητή για το τι ήξερε να κάνει απάντησε:

«Να εξουσιάζω ανθρώπους».

«Εκεί που έπλεε τον έπιασαν πειρατές και τον έδωσαν για πούλημα. Όταν κλήθηκε να τον πουλήσουν και τον ρώτησαν τι ήξερε να κάνει απάντησε πως ήξερε «να εξουσιάζει ανθρώπους». Και βλέποντας κάποιον Κορίνθιο, έναν άσωτο πλούσιο, είπε στον διαλαλητή: «Πούλησε με σ’ αυτόν, αυτός χρειάζεται αφεντικό». Εκείνος τον αγοράζει και τον πηγαίνει στην Κόρινθο και του αναθέτει την ανατροφή των παιδιών του. Έλεγε μάλιστα ότι ένα αγαθό πνεύμα είχε μπει στο σπίτι του». Σούδα, “Διογένης” (n. 1143 – 1144).

Ο Ξενιάδης, εντυπωσιασμένος από το πνεύμα του Διογένη, τον αγόρασε παίρνοντάς τον μαζί του στην Κόρινθο. Εκεί του εμπιστεύτηκε το νοικοκυριό του και του ανέθεσε την ανατροφή των δύο γιων του. Ο Διογένης είπε στον Ξενιάδη, «Πρέπει να με υπακούεις, παρόλο που είμαι σκλάβος· διότι εάν ο γιατρός ή ο καπετάνιος πλοίου βρίσκονταν υπό δουλεία, θα υπακούονταν».

Οι φίλοι του Διογένη θέλησαν να τον ελευθερώσουν (από δούλο του Ξενιάδη) και εκείνος τους απεκάλεσε ανόητους, γιατί, όπως είπε, «τα λιοντάρια δεν είναι δούλοι αυτών που τα τρέφουν, αλλά αυτοί που τρέφουν τα λιοντάρια είναι δούλοι των λιονταριών, αφού ο φόβος χαρακτηρίζει τους δούλους, ενώ τα θηρία προκαλούν φόβο στους ανθρώπους».

Ο Αλέξανδρος είχε ένα εκπαιδευτή, τον Λεωνίδα, που ήταν μυημένος στην κυνική φιλοσοφία. Γνώστης της κυνικής φιλοσοφίας ο Αλέξανδρος γνώριζε για τον Διογένη, για τα διδάγματά του, το ύφος και το πνεύμα του. Όταν ο Αλέξανδρος ήταν στην Κόρινθο, ήθελε να τον γνωρίσει και έστειλε ένα υπασπιστή του να βρει τον Διογένη και να του τον παρουσιάσει. Αφού ο υπασπιστής τον εντόπισε, του είπε: «Σε ζητεί ο Βασιλεύς Αλέξανδρος να σε δει». Ο Διογένης απάντησε «Εγώ δεν θέλω να τον δω. Εάν θέλει αυτός ας έρθει να με δει». Πράγματι, ο Αλέξανδρος πήγε να δει τον Διογένη.

Εκεί στην Κόρινθο έγινε η περιβόητη συνάντησή του με τον Αλέξανδρο, που ενώ όλοι έτρεχαν ξωπίσω του, ο Διογένης λιαζόταν αδιαφορώντας για το νεαρό επίδοξο κοσμοκράτορα. Όταν ο Αλέξανδρος τον πλησίασε, τον προέτρεψε να του ζητήσει ό,τι θέλει και ο Διογένης του έδωσε την παροιμιώδη απάντηση: «Μη μου κρύβεις τον ήλιο!»

Ο Αλέξανδρος ξαφνιάστηκε, διότι είχε συνηθίσει να περιτριγυρίζεται από κόλακες, και τον ρώτησε αν τον φοβάται. Ο Διογένης ρώτησε: «Είσαι καλό πράγμα ή κακό;» Ο Αλέξανδρος απάντησε: «Καλό». Ο Διογένης για άλλη μια φορά τον άφησε άναυδο: «Τότε ποιος άνθρωπος φοβάται το καλό;»

«Τότε ο Αλέξανδρος είπε σε κάποιον από τους φίλους του: «Πόσο θα’ θελα να γινόμουν Διογένης αν δεν είχα γίνει ο Αλέξανδρος!» (GNOMOLOGIUM VATICANUM 743 n. 91.)

Ο Αλέξανδρος και ο Διογένης είχαν μια μακρά συζήτηση με μεγάλη σημασία που σώθηκε από τον Δίονα τον Πλουσαραίο. Σε αυτή ο Διογένης εξηγεί στον Αλέξανδρο πότε ένας βασιλέας είναι ωφέλιμος. Ο Διογένης αποδίδει την ωφελιμότητα ενός βασιλιά στο Εάν είναι ωφέλιμος στο λαό. Για να δώσει ένταση σε αυτόν τον ισχυρισμό του λέει:

«Εάν κατακτήσεις όλη την Ευρώπη και δεν ωφελήσεις τον λαό, τότε δεν είσαι ωφέλιμος. Εάν κατακτήσεις όλη την Αφρική και την Ασία και δεν ωφελήσεις τον λαό, πάλι δεν είσαι ωφέλιμος. Ακόμα και εάν περάσεις τις στήλες του Ηρακλέους και διανύσεις όλο τον ωκεανό και κατακτήσεις αυτή την ήπειρο που είναι μεγαλύτερη της Ασίας και δεν ωφελήσεις τον λαό, πάλι δεν είσαι ωφέλιμος γιατί δεν ωφελείς το σύνολο».

Ο Διογένης συχνά κυκλοφορούσε την ημέρα με ένα αναμμένο φανό, όταν τον ρωτούσαν «γιατί κρατάς φανό, ημέρα;» αυτός απαντούσε «ψάχνω άνθρωπο» O Διογένης έψαχνε να βρεί ένα ανθρώπινο ον, αλλά έλεγε πως έβλεπε μόνο κατεργάρηδες και αχρείους.

Η βασική διδαχή του Διογένη ήταν απλή: για να πραγματώσει κανείς την αρετή έπρεπε να περιφρονήσει τις φυσικές απολαύσεις. Ο πόνος και η πείνα βοηθούσαν στην επίτευξη του καλού και ότι η κοινωνική εξέλιξη ήταν ασυμβίβαστη με την καλοσύνη και την αλήθεια. Για τον φιλόσοφο ηθικοποίηση σήμαινε επιστροφή στην φύση και στην απλότητα. Την κοινωνική προβολή που επιδίωκαν οι περισσότεροι συμπολίτες του τη θεωρούσε ανοησία, προσποίηση και ματαιοδοξία.

Το να υποτιμά τις θρησκευτικές και κοινωνικές παραδόσεις, καθώς και την πολιτική εξουσία, δεν σήμαινε πως ήταν ένας άνθρωπος με αρνητισμό. Το έκανε για χάρη της προαγωγής της λογικής και της αρετής. Με θεατρικό τρόπο κρατούσε το φανάρι του τη μέρα λέγοντας ότι έψαχνε για ανθρώπους. Περπατούσε ξυπόλητος στο χιόνι και έσπρωχνε το πιθάρι του το καλοκαίρι πατώντας πάνω στην καυτή άμμο. Γι’ αυτές του τις ακρότητες κατηγορήθηκε και δυσφημίστηκε από την αναμφίβολη ανηθικότητα κάποιων συμπολιτών του. Όμως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι έζησε μια ζωή αυτοκυριαρχίας και εγκράτειας. Επέζησε με μια πολύ απλή δίαιτα και διακρίθηκε για την περιφρόνησή του στα πλούτη και την πολυτέλεια.

«Όταν κάποιος έμπασε τον Διογένη σε ένα πολυτελές σπίτι και εκεί του απαγόρεψε να βγάλει τα φλέματα, ο Διογένης, όταν τον έπιασε βήχας, έφτυσε στο πρόσωπο του οικοδεσπότη λέγοντας πως δεν έβρισκε χειρότερο μέρος για να φτύσει». (Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή VI 32.)

Οι αναφορές στη φιλοσοφία του Διογένη είναι λιγότερο πενιχρές απ’ ότι οι αναφορές στην ίδια του την ύπαρξη. Έλεγε ότι εκείνοι που είναι συνηθισμένοι σε μια ζωή γεμάτες απολαύσεις αηδιάζουν όταν αντικρίζουν το αντίθετο, κι εκείνοι που έχουν συνηθίσει στην έλλειψη πολυτέλειας αντλούν ευχαρίστηση από την περιφρόνησή της. Είχε πει ότι οι κακοί άνθρωποι υποτάσσονται στη λαγνεία τους όπως οι δούλοι στα αφεντικά τους.

Ο Διογένης πίστευε πως ο άνθρωπος είναι από τη Φύση εφοδιασμένος με όλα όσα χρειάζεται και δεν έχει ανάγκη από περιττά πράγματα. Μόνος του δημιουργεί για τον εαυτό του πλήθος τεχνητές ανάγκες και επιθυμίες, που τελικά τον υποδουλώνουν. Για τον Διογένη μόνο η ικανοποίηση των φυσικών αναγκών οδηγεί στην ευτυχία και καμία σωματική ανάγκη δεν μπορεί να θεωρηθεί ανήθικη, αφού η φύση τις δημιουργεί όλες. Ωστόσο, οι φυσικές ανάγκες μπορούν να δαμαστούν με την άσκηση, δηλαδή με το να ασκεί κάποιος το σώμα του, ώστε να περιορίζονται οι ανάγκες του στο ελάχιστο δυνατό. Αυτό θα βοηθήσει τον άνθρωπο να αποκτήσει αυτάρκεια: όσο πιο λίγες και απλές είναι οι ανάγκες του, τόσο πιο εύκολα θα μπορεί να τις ικανοποιεί. Η παράδοση στις σωματικές απολαύσεις συνιστά αδυναμία αλλά και αδικία. Στον ευτραφή ρήτορα Αναξιμένη έλεγε σαρκαστικά ο Διογένης: «Αναξιμένη, δώσε λίγη κοιλιά και στους φτωχούς».

Ο Διογένης και οι μεταγενέστεροί του Κυνικοί απορρίπτουν ό,τι σηματοδοτεί τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ο Νόμος δεν έχει καμία απολύτως αξία απέναντι στη φύση, διότι οι νόμοι είναι ανθρώπινα έργα και διαφέρουν από χώρα σε χώρα, επομένως δεν έχουν αντικειμενικό κύρος και είναι ανάξιοι σεβασμού. Για τον λόγο αυτό, ακριβώς, κανένα δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τις πράξεις κάποιου, ούτε και οποιαδήποτε εξουσία έχει το δικαίωμα να καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων.

Ο Διογένης υπήρξε μια πραγματική ιστορική φιγούρα, αλλά η ζωή του έγινε θρύλος που εξελίχθηκε σ’ ένα μύθο, καθώς ανέκδοτα και σκάνδαλα προστέθηκαν στην πραγματική του ζωή. Για την αληθινή του ζωή δεν γνωρίζουμε και πολλά, όμως είναι ξεκάθαρο πως έγινε ένας φιλοσοφικός ήρωας. Τόσο εξαιρετική ήταν η αυστηρότητα και η απλότητα της ζωής του, ώστε αργότερα οι Στωικοί τον αποκάλεσαν τέλειο άνθρωπο και σοφό! Θεωρούσε τις ομιλίες του Πλάτωνα ως χάσιμο χρόνου.


«Όταν ο Πλάτωνας διατύπωσε τον ορισμό ότι ο «άνθρωπος είναι δίποδο ζώο χωρίς φτερά», και ο ορισμός αυτός είχε γίνει αποδεκτός, ο Διογένης μαδάει έναν πετεινό, τον βάζει μέσα στη σχολή [του Πλάτωνα] και λέει: «Αυτός είναι ο άνθρωπος του Πλάτωνα». Εξαιτίας αυτού προστέθηκε στον ορισμό το “με πλατιά νύχια”. (Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή VI 40.)


Περιγελούσε ο Διογένης τους ρήτορες όταν μιλούσαν για δικαιοσύνη ενώ ζούσαν μέσα στην αδικία. Έλεγε ότι όλοι συναγωνίζονται ως προς τα υλικά αγαθά αλλά κανείς δεν αγωνιζόταν να γίνει καλύτερος και αληθινός. Αναρωτιόταν γιατί οι μαθηματικοί παρατηρούσαν τον ήλιο και την σελήνη ενώ παρέβλεπαν τα ζητήματα μέσα τους και γύρω τους. Θύμωνε με αυτούς που θυσίαζαν στους θεούς για να έχουν καλή υγεία και από την άλλη έτρωγαν υπερβολικά. Επέπληττε τους ανθρώπους για τις προσευχές τους, λέγοντας ότι ζητούσαν μάλλον αυτά στα οποία οι άνθρωποι απέδιδαν αξία και όχι αυτά που ήταν πραγματικά ωφέλιμα για αυτούς. Παρόλη, όμως, την προκλητική του συμπεριφορά του οι Αθηναίοι τον αγαπούσαν. Όταν ένας νέος του έσπασε το πιθάρι, τον ξυλοκόπησαν και του προσέφεραν ένα καινούριο.

Περιγελούσε τους ρήτορες που στους λόγους των έκαναν πολύ θόρυβο περί δικαιοσύνης αλλά ουδέποτε την εφάρμοσαν στη ζωή τους. Έλεγε ότι οι άνθρωποι αγωνίζονται να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλο σε υλικά αποκτήματα, αλλά κανένας δεν αγωνίζεται να γίνει καλύτερος και αληθινός.

Ήταν το πρώτο άτομο που σκέφτηκε και είπε, “Είμαι πολίτης ολόκληρου του κόσμου”, παρά πολίτης μιας συγκεκριμένης πόλης ή κράτους. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο εφεύρε την ιδέα του κοσμοπολιτισμού. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι δε λέει ότι είναι άπολις – χωρίς πόλη – απλώς δηλώνει υποταγή στον Κόσμο και στο Σύμπαν. Οι περιορισμοί της υπηκοότητας και οι αποκλεισμοί που αυτοί συνεπάγονταν ήταν παράλογοι, και με τον Κοσμοπολιτισμό ζητούσε να τους καταργήσει ανοίγοντας τα πολιτικά προνόμια σε όλους. Με λίγα λόγια ο κοσμοπολιτισμός αντιπροσωπεύει μια πρώτη εισήγηση ότι ο δεσμός του ανθρώπου προς την ανθρωπότητα είναι ισχυρότερος του δεσμού προς το κράτος. Στα πλαίσια αυτά, οι Κυνικοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι πρωτεργάτες του αναρχισμού!

Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του πιστός στις αρχές του και στον τρόπο που ζούσε.

«Όταν κάποιοι είπαν στον Διογένη ότι «Είσαι γέρος. Από εδώ και πέρα να χαλαρώσεις την προσπάθειά σου», εκείνος είπε: «Μα πώς; Αν έτρεχα σε αγώνες, θα έπρεπε, φθάνοντας κοντά στο τέρμα, να χαλαρώσω την προσπάθεια ή, αντίθετα, να βάλω τα δυνατά μου;» (Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή VI 34.)

Για τον θάνατό του υπάρχουν διάφορες πληροφορίες. Οι ιστορικοί, όμως, δεν είναι βέβαιοι ούτε για τον χρόνο ούτε για τον τρόπο θανάτου του. Μια ισχυρή πεποίθηση μας αναφέρει πως πέθανε από βαθιά γεράματα στην Κόρινθο. Μια άλλη πως πέθανε τρώγοντας ωμό χταπόδι, επειδή ήθελε να δείξει πως την τροφή δεν χρειάζεται καν να τη μαγειρεύουμε. Όπως και να έχει όχι μόνο η ζωή του, αλλά και ο θάνατός του υπήρξε μυθιστορηματικός! Οι Κορίνθιοι έστησαν στη μνήμη του μια κολώνα πάνω στην οποία τοποθέτησαν έναν σκύλο από μάρμαρο της Πάρου. Στη συνέχεια οι συμπατριώτες του από την Σινώπη τον τίμησαν με ορειχάλκινα αγάλματα, κοντά στη γιγάντια κολώνα με τον σκύλο πάνω στα οποία χάραξαν την ακόλουθη επιγραφή:

«Ο χρόνος κάνει ακόμα και τον χαλκό να παλιώνει, αλλά τη δόξα σου, ω Διογένη, η αιωνιότητα ποτέ δεν θα καταστρέψει. Διότι εσύ μόνος δίδαξες στους θνητούς το μάθημα της αυτάρκειας και το πιο εύκολο μονοπάτι της ζωής».

*Ο Διογένης, κάποτε, στέκονταν εμπρός από ένα άγαλμα ζητώντας…ελεημοσύνη. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, εκείνος απάντησε: «μελετῶ ἀποτυγχάνειν» (μελετώ την αποτυχία). 

*Ρώτησαν κάποτε τον Διογένη, πια στάση πρέπει να κρατά κάποιος απέναντι στην εξουσία απάντησε: «Όποια και απέναντι στην φωτιά: να μην στέκεται ούτε πολύ κοντά, για να μην καεί, ούτε πολύ μακριά για να μην ξεπαγιάσει».

*Ο Διογένης, κουβαλούσε μαζί του ό,τι είχε. Σ’ ένα σακούλι είχε συνήθως ψωμί και ελιές. Μια μέρα λοιπόν κάθεται στο μέσο της Αγοράς, ανοίγει το σακούλι του και αρχίζει να τρώει. «Καλά, τι ώρα είναι αυτή που τρως;» τον ρωτάει κάποιος. Κι ο Διογένης ετοιμόλογος του απάντησε: «Οι πλούσιοι τρώνε όταν θέλουνε, εγώ ο φτωχός, όταν πεινώ!».

*Βλέποντας μιά ημέρα τους αξιωματούχους να οδηγούν στη φυλακή κάποιο ταμία, που είχε κλέψει ένα κύπελο είπε: «Οι μεγάλοι κλέπται τον μικρόν άγουσι».

*Για τις αναθηματικές επιγραφές πιστών που σώθηκαν χάρη σε μια θεότητα, έλεγε «Θα ήταν πολύ περισσότερες, αν και εκείνοι που δεν είχαν σωθεί, είχαν κάνει αφιερώσεις».

*Βλέποντας κάποτε έναν ολυμπιονίκη να νέμει τα πρόβατά του, στάθηκε και του είπε:«Ω, βέλτιστε, ταχέως μετέβης από των Ολυμπίων επί τα Νέμεα».

*Όταν κατηγόρησαν τον Διογένη ότι τα πίνει στο καπηλειό, απάντησε «και στο κουρείο, κουρεύομαι».

*Ο Διογένης όταν είδε θηλυπρεπή νέο, του είπε «δεν ντρέπεσαι, να έχεις για τον εαυτό σου χειρότερη γνώμη απ’ αυτή που έχει η φύση; Αυτή σε έκανε άντρα κι εσύ αναγκάζεις τον εαυτό σου να γίνει γυναίκα».

*Κάποτε όταν τον ειρωνεύτηκαν πως μπαίνει σε ακάθαρτους χώρους, ο Διογένης, σε απάντηση, τους είπε: «Αλλά και ήλιος και ου μιαίνεται», δηλαδή: «Κι ο ήλιος μπαίνει σε ακάθαρτους τόπους, αλλά δεν μολύνεται από αυτούς».

*Μια φορά ο Διογένης ο Κυνικός βρέθηκε σε μια συντροφιά όπου όλοι έπλητταν θανάσιμα από απαγγελία ενός ποιητή. Βλέποντας να προβάλλει το λευκό στο τέλος του ειληταρίου που κρατούσε ο ποιητής, ο Διογένης είπε «Κουράγιο φίλοι, βλέπω στεριά».

*Όταν ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης είδε μια γυναίκα κρεμασμένη σε μια ελιά αναφώνησε: «Μακάρι να είχαν όλα τα δέντρα τέτοιους καρπούς!».

*Κάποιος καλοτύχιζε τον Καλλισθένη γιατί ζούσε ωραία κοντά στον Μέγα Αλέξανδρο. Ο Διογένης τότε του απαντά: «Κακότυχος είναι όποιος προγευματίζει και δειπνεί όποτε αρέσει στον Αλέξανδρο».

*Μια φορά άναψε, μέρα μεσημέρι, έναν λύχνο και κρατώντας τον, γύριζε στης αγοράς τους δρόμους. Όταν δε, ρωτήθηκε γιατί το κάνει αυτό, έδωσε τη γνωστή περίφημη απάντησή του: «Άνθρωπον ζητώ».

*Μια μέρα ο Διογένης πήγε στο θέατρο, όταν η παράσταση είχε τελειώσει και ο κόσμος έβγαινε έξω. Αντίθετα στο πλήθος, που έβγαινε έξω, αυτός προσπαθούσε ν’ ανοίξει δρόμο και να μπει μέσα, και σαν τον ρώτησαν, γιατί πάει αντίθετα, απάντησε: «Σε όλη μου τη ζωή αυτό εξασκούμαι να κάνω».

*Βλέποντας ο Διογένης, Μεγαρίτες να χτίζουν μεγάλα τείχη, τους είπε «Μην έχετε έγνοια πόσο μεγάλα θα είναι τα τείχη αλλά πόσο μεγάλοι θα είναι εκείνοι που θα σταθούν επάνω σε αυτά».

*Ο Πλάτων τιμούσε τον Διογένη, που τον ονόμαζε «Σωκράτη μαινόμενο», εκείνος όμως δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη τον ιδρυτή της Ακαδημίας και δεν άφηνε ευκαιρία να τον ειρωνεύεται. Όταν ο Πλάτων διατύπωσε τον γνωστό ορισμό για τον άνθρωπο: «Ζώον δίπουν άπτερον» (ζώο με δύο πόδια και χωρίς φτερά) ο Διογένης μάδησε ένα πετεινό και τον παρουσίασε στην αγορά λέγοντας «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνος» κι αυτός τότε συμπλήρωσε τον ορισμό με το «και πλατώνυχον».

*Μια μέρα μπήκε στο πλουσιόσπιτο του Πλάτωνα και με τα ξυπόλυτα (και βρώμικα) πόδια του πατούσε στα χαλιά λέγοντας «πατώ τον του Πλάτωνος τύφον (ματαιοδοξία)».

*Όταν ο Πλάτων τον είδε μια μέρα να γευματίζει μονάχα με ψωμί κι ελιές, δεν κρατήθηκε και τον πείραξε λέγοντας: «Αν είχες πάει στο Διονύσιο, δε θα ‘τρωγες τώρα ελιές». Ο Διογένης όμως δεν του τη χάρισε: «Αν έτρωγες ελιές δε θα χρειαζόταν να πάς στον Διονύσιο» (Σημείωση: Ο Διονύσιος ήταν τύραννος των Συρακουσών ο δε Πλάτων πήγε κοντά του προσπαθώντας να εφαρμόσει στην πράξη τις ιδέες που είχε διατυπώσει στην «Πολιτεία» του).

*Ο Διδύμων, οφθαλμίατρος της εποχής εξετάζει το μάτι μιάς κοπέλας. Ο Διογένης τον βλέπει. Ξέρει ο Διογένης ότι ο Διδύμων είναι τύπος ερωτίλος, κοινώς γυναικάς. Και του λέει «Πρόσεξε Διδύμωνα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, πειράξεις την κόρην».

*Είναι ο Διογένης καλεσμένος σε ένα γεύμα και πηγαίνει στο λουτρό για να πλυνθεί πρίν φάει. Αλλά το λουτρό είναι πολύ βρώμικο. Δεν παραπονιέται, δεν λέει «είναι βρώμικο το λουτρό», και δεν προσβάλει τον οικοδεσπότη αλλά με αστεϊσμό ερωτεί «Οι εδώ λουόμενοι, που πλένονται κατόπιν;».

*Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε που είδε ενάρετους (σύμφωνα με τις αρχές του) άντρες, αποκρίθηκε, «Άντρες πουθενά, στην Σπάρτη όμως, είδα παιδιά».

*Ο Διογένης καυτηρίαζε τον πόλεμο, με τον δικό του, ιδιότυπο τρόπο: Οι Κορίνθιοι προετοιμάζονταν πυρετωδώς για να πολεμήσουν τον Φίλιππο της Μακεδονίας και για να μη φανεί ότι ο Διογένης μένει άπρακτος, πήρε κι αυτός το πιθάρι του και άρχισε να το τσουλάει πάνω κάτω!

*Θέλησε κάποτε να πειράξει ένα ευνούχο μοχθηρό τύπο αφού έβλεπε τις πράξεις του και είχε ακούσει γι’ αυτόν. Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να βάζουν πάνω από την θύρα της οικίας τους ένα θυραίο. Αυτό ήταν ένα σύμβολο ή σήμα ή ρητό που διάλεγαν για την οικία τους. Ο μοχθηρός αυτός άνδρας είχε βάλει άνωθεν της οικίας του το εξής ρητό.«Μηδέν εισίτω κακόν» ( Να μην μπει κανένα κακό). Και ο Διογένης κτύπησε την πόρτα και ρώτησε: «Ο οικοδεσπότης από πού μπαίνει;».

*Όταν ρωτήθηκε ποιανού ζώου το δάγκωμα είναι το χειρότερο, λέγεται πως απάντησε:«Ανάμεσα στα άγρια, του συκοφάντη, και ανάμεσα στα ήμερα του κόλακα».

*Μια μέρα, ενώ συζητούσε επί σοβαρού θέματος κι ελάχιστοι τον άκουγαν, άρχισε να σφυρίζει· τότε, καθώς πλήθος μαζεύτηκε αμέσως γύρω του, τους επέπληξε λέγοντας,«Εσείς σπεύδετε με όλη σας τη σοβαρότητα για ν’ ακούσετε ανοησίες, αλλά είστε πολύ αργοί και περιφρονητικοί όταν το θέμα είναι σοβαρό».

*Όταν κάποιος του είπε, «οι περισσότεροι άνθρωποι γελούν μαζί σου», η απάντησή του ήταν, «πολύ πιθανόν οι γάιδαροι να γελούν μ’ αυτούς· αλλά όπως δεν τους νοιάζει για τα γαϊδούρια, ούτε και μένα με νοιάζει γι’ αυτούς».

*Όταν από τα βάθη της Ασίας ο Αλέξανδρος έστειλε στον τοποτηρητή του Αντίπατρο μήνυμα με κάποιον αγγελιοφόρο, που λεγόταν Αθλίας, ο Διογένης σχολίασε: «Αθλίας παρ΄αθλίου δι΄αθλίου προς άθλιον» (Ο άθλιος στέλνει άθλια επιστολή με τον Άθλιο προς ένα άθλιο).

*Τον ρώτησε κάποιος τύραννος ποιος είναι ο καλύτερος χαλκός για να χυτευθεί ένα άγαλμά του και ο Διογένης του είπε «ο δι΄ου Αρμόδιος και Αριστογείτων εχυτεύθησαν» (δηλαδή ο χαλκός από τον οποίο γίνανε τα αγάλματα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα – των τυραννοκτόνων).

*Μια μέρα, παρατήρησε μια τοιχογραφία που εικόνιζε δύο κενταύρους, πανάθλια ζωγραφισμένος και ρώτησε : «Πότερος τούτων Χείρων εστί;», λογοπαικτώντας με το επίθετο χείρων (= χειρότερος) και το όνομα του γνωστού κενταύρου Χείρωνα.

*Μια μέρα παρακολουθούσε μουσική παράσταση κιθάρας. Ο κιθαρωδός ήταν κάποιος ηρακλείων διαστάσεων και πολύ αγριωπός, το δε παίξιμό του είχε τα μαύρα του τα χάλια. Όλοι οι ακροατές αποδοκίμαζαν τον «καλλιτέχνη» και μονάχα ο Διογένης τον χειροκροτούσε. Όταν οι άλλοι τον ρώτησαν απορημένοι «γιατί;», εκείνος απάντησε:«Διότι τηλικούτος ών κιθαρωδεί και ου ληστεύει!» (Επειδή, παρά το μέγεθος του, παίζει κιθάρα και δεν ληστεύει).

*Όταν είδε ένα μουσικό να χορδίζει την άρπα, του είπε, «Δεν ντρέπεσαι να δίνεις στο ξύλο εναρμονισμένους ήχους, τη στιγμή που απέτυχες να εναρμονίσεις την ψυχή με τη ζωή σου;».

*Στην αγορά της Αθήνας τον έβρισε ένας φαλακρός. Ο Διογένης απάντησε: «Εγώ ου λοιδωρώ αλλά τας τρίχας επαινώ, ότι κρανίου κακού απηλλάγησαν», δηλαδή«Δεν θα σε βρίσω, αλλά θα παινέψω τις τρίχες που εγκατέλειψαν ένα τέτοιο κρανίο».

*Τον καιρό που ο Διογένης ζούσε στην Κόρινθο, μεσουρανούσε εκεί η περίφημη εταίραΛαΐς η Κορινθία. Ήταν τόσο όμορφη που κατά τον Προπέρτιο «όλη η Ελλάδα έλιωνε από πόθο μπροστά στην πόρτα της» ενώ ο Αρισταίνετος γράφει πως «τα στήθια της ήταν σαν κυδώνια» και κατά τον Αθήναιο πολλοί ζωγράφοι την είχαν ως πρότυπο. Δεν ήταν όμως μόνο πανέμορφη. Ήταν πολύ μορφωμένη, καλλιεργημένη, και πάμπλουτη. Φυσικά είχε σχέσεις με τους επιφανέστερους και πλουσιώτερους Έλληνες, που συνέρρεαν στην Κόρινθο για να τη γνωρίσουν (με τη βιβλική σημασία του ρήματος). Ανάμεσα στους «πελάτες» της ήταν και ο μαθητής του Σωκράτη Αρίστιππος, ιδρυτής της ηδονιστικής σχολής.

Ο Αρίστιππος ήταν άνθρωπος ρεαλιστής και όταν κάποιοι του είπαν πως η Λαϊς δεν τον αγαπάει, αυτός απάντησε «Και τα ψάρια και το κρασί δε μ΄αγαπάνε αλλά εγώ τα απολαμβάνω». Ο Διογένης στην αρχή δεν έδινε καμιά σημασία στη Λαϊδα και όταν κάποιος φίλος του τον ρώτησε γιατί δεν την επισκέπτεται, αυτός απάντησε «ουκ ωνέομαι εγώ δεκακισχιλίων μίαν μεταμέλειαν», δηλαδή δεν αγοράζω με δέκα χιλιάδες δραχμές κάτι για το οποίο θα μετανοιώσω. Η Λαΐς, μαθαίνοντας το περιστατικό, πειράχτηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει τον φιλόσοφο που καταφρονούσε τη γοητεία της. Κατάφερε να τον πλησιάσει και του υποσχέθηκε μιαν ερωτική νύχτα μαζί της, δωρεάν. Ο Διογένης, τι είχε να χάσει, συμφώνησε. Η Λαΐς όμως τον υποδέχτηκε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και στη θέση της βρισκόταν μια κακάσχημη υπηρέτριά της, από την οποία τελικά ο φιλόσοφος δέχτηκε τις θωπείες που του υποσχέθηκε η Λαΐς.

Το άλλο πρωί διαπίστωσε το πάθημά του, το οποίο η εταίρα φρόντισε να το μάθει όλη η Κόρινθος. Ο Διογένης όμως απτόητος της ανταπέδωσε τα ίσα, λέγοντας «Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαΐς» (δηλαδή, στο σκοτάδι όλες οι γυναίκες είναι ίδιες).

*Στην Αθήνα ο Διογένης έδωσε μια πολύ μεγάλη ώθηση στον Αστεϊσμό. Χρησιμοποιούσε το λογοπαίγνιο ως «Κύνας» (σκυλί), «δαγκώνοντας τους φίλους για να τους διορθώσει» κατά την Κυνική φιλοσοφία.

Ο Κύων «δαγκωνει» τον Διδύμωνα: Ο Διδύμων, οφθαλμίατρος της εποχής εξετάζει το μάτι μιας κοπέλας. Ο Διογένης τον βλέπει και γνωρίζει ότι ο Διδύμων ήταν τύπος ερωτύλος. Του λέει: «Πρόσεξε Διδύμωνα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, φθείρεις την κόρην».

Ο Κύων «δαγκάνει» έναν οικοδεσπότη: Ο Διογένης είναι καλεσμένος σε ένα γεύμα και πηγαίνει στο λουτρό για να πλυθεί πριν φάει. Αλλά το λουτρό είναι πολύ βρώμικο. Δεν παραπονιέται, ώστε να μην προσβάλει τον οικοδεσπότη αλλά με αστεϊσμό ρωτά «Οι εδώ λουόμενοι, που πλένονται κατόπι;»


Ο Κύων «δαγκάνει» έναν μοχθηρό πολίτη: Θέλησε κάποτε να πειράξει ένα μοχθηρό τύπο αφού έβλεπε τις πράξεις του και είχε ακούσει γι’ αυτόν. Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να βάζουν πάνω από την είσοδο του σπιτιού τους ένα θυραίο. Αυτό ήταν ένα σύμβολο, σήμα ή ρητό που διάλεγαν για την οικία τους. Ο μοχθηρός αυτός άνδρας είχε βάλει πάνω από την πόρτα της οικίας του το εξής ρητό: “ΜΗΔΕΝ ΕΙΣΕΙΤΩ ΚΑΚΟ” (Να μην μπει κανένα κακό). Έτσι, Διογένης κτύπησε την πόρτα και ρώτησε: «Ο οικοδεσπότης από πού μπαίνει;»

Ο Κύων «δαγκάνει» στολισμένο νέο: Ο Διογένης Λαέρτιος περιγράφει ότι ο Διογένης ο Κυνικός κάθεται στο δρόμο, όταν ένας όμορφος και στολισμένος νέος περνάει από μπροστά του. Ο Διογένης τον ρωτάει που πάει και ο νέος του απαντά σε ένα συμπόσιο. Να μην πας στο συμπόσιο του λέει ο Διογένης, γιατί αν πας θα γυρίσεις «χείρων», δηλαδή χειρότερος στα αρχαία ελληνικά, ενώ ταυτόχρονα είναι και το όνομα Κενταύρου. Ο νέος πήγε και γυρνώντας από το συμπόσιο, βλέπει πάλι τον Διογένη στη θέση του. Πήγα στο συμπόσιο του λέει και δεν γύρισα «χείρων». Ναι, απαντά ο Διογένης, αλλά γύρισες «Ευρυτίων». (όνομα άλλου Κενταύρου που σημαίνει φαρδύτερος).

Ο Κύων «δαγκάνει» τον Αλέξανδρο: Ο Αλέξανδρος κάποτε θέλησε να πειράξει τον Διογένη και αφού έλεγε ότι ήταν Κύων, του έστειλε ένα πιάτο κόκκαλα. Μετά όταν τον συνάντησε τον Διογένη τον ερώτησε: ”Πώς σου φάνηκε Κύων το δώρο μου;” Και ο Διογένης του απάντησε: «Ήταν άξιο για κύωνα, αλλά καθόλου άξιο για Βασιλέα».

Χρήστος Μπαρμπαγιαννίδης
Julie Piering, Cynics.
Luis E. Navia, Diogenes The Cynic: The War Against The World
Νίκος Σκουτερόπουλος «Οι αρχαίοι κυνικοί»
Μαρία Σεφέρου «Αρχές της Κυνικής Φιλοσοφίας»