Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τάγματα ασφαλείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τάγματα ασφαλείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Η αλήθεια για το Μελιγαλά: η σύγκρουση του ΕΛΑΣ με τα δωσιλογικά Τάγματα Ασφαλείας

Το 1982, με απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών έπαυσε η συμμετοχή επίσημων κρατικών αρχών στο μνημόσυνο. Σήμερα στις εκδηλώσεις συμμετέχουν απόγονοι των εκτελεσθέντων και ακροδεξιές και νεοναζιστικές οργανώσεις, όπως η Χρυσή Αυγή.

Αντάρτισσες σε διαδήλωση. «Κάτω η τρομοκρατία του Σκόμπι» γράφει το πλακάτ
Αντάρτισσες σε διαδήλωση.
«Κάτω η τρομοκρατία του Σκόμπι» γράφει
το πλακάτ


Επί δεκαετίες ακροδεξιές ομάδες, με την ανοχή επίσημων εκπροσώπων της αστικής τάξης, συναθροίζονται στο Μελιγαλά, για να «τιμήσουν» τους «ηρωικούς» όπως λένε νεκρούς, που σφαγιάστηκαν από τους «κομμουνιστοσυμμορίτες»! Φέτος, μάλιστα, επιχειρείται να διοργανωθούν διάφορες εκδηλώσεις με τη συμμετοχή και ξένων νεοφασιστικών οργανώσεων από διάφορες χώρες της ΕΕ, όπου διώκονται οι κομμουνιστές ενώ οι νεοφασίστες δρουν ελεύθερα.

Για τη μάχη του Μελιγαλά έχουν γραφτεί και γράφονται από τους αντιπάλους του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ πάρα πολλά, παραποιώντας τα γεγονότα και την ιστορική αλήθεια. Πρόκειται για μια προσπάθεια συγκάλυψης της εγκληματικής και αντιλαϊκής πολιτικής της αστικής τάξης και σε εκείνα τα χρόνια. Κανενός Ελληνα εργαζόμενου δεν μπορεί να πονάει η καρδιά του για τους ταγματασφαλίτες. Πληρώθηκαν όπως τους άξιζε.

Τα «Τάγματα Ασφαλείας», που είχαν συγκροτηθεί προς το τέλος του 1943 από την κατοχική κυβέρνηση Ι. Ράλλη για την αντιμετώπιση του «κομμουνιστικού κινδύνου» και την «προστασίαν του κοινωνικού καθεστώτος», είχαν συγκεκριμένη αποστολή κατά τη στιγμή της αποχώρησης των Γερμανών, να αποτελέσουν την οπισθοφυλακή και πλαγιοφυλακή τους, ώστε να κρατήσουν τις θέσεις τους και να απασχολήσουν και φθείρουν τον ΕΛΑΣ. Ετσι, όχι μόνο θα στερούσαν τον ΕΛΑΣ από τα ηθικά και υλικά οφέλη που θα αποκόμιζε από το χτύπημα των Γερμανών, αλλά θα του προξενούσαν και απώλειες.

Κυρίως, όμως, τα «Τάγματα Ασφαλείας», όπως προαναφέρθηκε, συγκροτήθηκαν ως ένα ένοπλο χέρι της αστικής τάξης, ενταγμένο στους σχεδιασμούς της για τη μεταπολεμική εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης. Γι' αυτό και στη συγκρότηση των «Ταγμάτων Ασφαλείας» συμμετείχαν οι Βενιζελικοί Θ. Πάγκαλος και Στυλ. Γονατάς, καθώς και άλλοι.
Στον απελευθερωτικό αγώνα
Στον απελευθερωτικό αγώνα
Εγραψε σχετικά με τα «Τάγματα Ασφαλείας» ο ιδρυτής τους Ι. Ράλλης: «Κατορθώσαμεν να έχωμεν εις τη διάθεσιν της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος, δύναμιν εγγυωμένην πλήρως την ασφάλεια και την τάξιν. Κατορθώσαμεν τέλος να εύρουν οι κ.κ. Παπανδρέου, Κανελλόπουλος, κλπ. ενταύθα αποβιβαζόμενοι, ΕΛΛΑΔΑ». «Ο κίνδυνος του κομμουνισμού είναι εγγύς. Η εξουθένωσις της Ελληνικής Φυλής και ημών αυτών έσεται βέβαια αν δεν ετοιμασθώμεν και αντιδράσωμεν». («Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου», Αθήναι 1947, σελ. 70 και 92).

Εξάλλου πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι Γερμανοί είχαν εγκαταλείψει την Πελοπόννησο όταν διαδραματίστηκαν τα γεγονότα στο Μελιγαλά.

Η απόφαση της κυβέρνησης της λεγόμενης «Εθνικής Ενότητας», που ενώ κατάγγειλε τα «Τάγματα Ασφαλείας» στην πράξη τα προστάτευε, δεν ήταν παρά μια καταδολίευση του ΕΑΜ. Οι μυστικές οδηγίες των Αγγλων και των παλαιοκομματικών προς τα «Τάγματα Ασφαλείας» ήταν να μην παραδοθούν και να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ. Ο ΕΛΑΣ δεν είχε άλλη διέξοδο από το βίαιο αφοπλισμό και τη διάλυση των «Ταγμάτων Ασφαλείας», τα οποία, όμως, προσπαθούσαν να κρατηθούν ως τον ερχομό των Αγγλων, που όπως αποδείχτηκε αργότερα, θα τα μετατρέπανε σε «συμμαχικό» στρατό.

Επομένως η βίαιη διάλυση των «Ταγμάτων Ασφαλείας», ήταν βέβαιο ότι θα προσέκρουε στις επιδιώξεις των Αγγλων και της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας». Ο Γ. Παπανδρέου άλλωστε είχε αρχίσει από παλιά (και οι Αγγλοι ιμπεριαλιστές το ίδιο), να κάνει λόγο ευθέως για τρομοκρατία του ΕΑΜ ή της «ΕΑΜικής μειοψηφίας κατά της πλειοψηφίας», και το επισημοποίησε στο Λίβανο.

Στις 8/9/1944, ο ΕΛΑΣ έδωσε τη μάχη για την απελευθέρωση της Καλαμάτας από τους ταγματασφαλίτες. Αιχμαλώτισε το μεγαλύτερο μέρος, ένα τμήμα όμως, με επικεφαλής τον κατοχικό Νομάρχη Μεσσηνίας Περωτή, διέφυγε προς Μελιγαλά. Στο δρόμο προς το χωριό Ασπρόχωμα, οι ταγματασφαλίτες έσφαξαν 30 πολίτες και 4 ΕΛΑΣίτες, οι οποίοι εκτελούσαν τηλεφωνική υπηρεσία σ' αυτό το χωριό.

Η μάχη του Μελιγαλά
Αντάρτες του ΕΛΑΣ
Αντάρτες του ΕΛΑΣ
Οι εκκλήσεις του ΕΛΑΣ να σταματήσουν οι συγκρούσεις δε βρήκαν καμιά ανταπόκριση, εξαιτίας των ραδιουργιών των Αγγλων και της κυβέρνησης του Καΐρου, που πίστευαν ότι μ' αυτά θα μπορέσουν να καταβάλουν τις ισάριθμες σχεδόν δυνάμεις της ΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους την Πελοπόννησο ως την άφιξη των αγγλικών στρατευμάτων.

Για την τριήμερη σκληρή μάχη που έδωσε ο ΕΛΑΣ στο Μελιγαλά, όπου είχαν συγκεντρωθεί γύρω στους 1.000 ταγματασφαλίτες, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το «Ματωμένο και ένδοξο χρονικό» του γιατρού Στάθη Κανναβού, Επάρχου διοικητικού αντιπροσώπου της ΠΕΕΑ, εκείνη την εποχή. Το χρονικό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση» (τεύχος 21, 1979).

«11 Σεπτέμβρη. Στην οχυρωμένη μ' όλα τα μέσα της πολεμικής τέχνης από τους Γερμανούς κωμόπολη του Μελιγαλά, έχουν συγκεντρωθεί να δώσουν την αποφασιστική δολοφονική τους μάχη, οι πιο αιμασταγείς ταγματαλήτες 2 επαρχιών. Οι βάσεις Βελίκας, Καλαμάτας, Μελιγαλά, Διαβολιτσιού, Δώριου, Κοπανακιού. Αποβραδίς, οι ηρωικοί ΕΛΑΣίτες του 8ου και 9ου Συντάγματος, έχουν δέσει γύρω από το άντρο αυτό της εθνοπροδοσίας ασφυκτικό κλοιό. Εφεδροελασίτες και από τις 3 επαρχίες πλαισιώνουν κι εδώ, στις πρώτες γραμμές, τον ΕΛΑΣ, ενεργούν αναγνωρίσεις, δίνουν πληροφορίες. Και τρεις μέρες και τρεις νύχτες, από το χάραμα της 12 Σεπτέμβρη, ο μικρός κάμπος και τριγύρω τα βουνά κρατούν την ανάσα τους στο ασταμάτητο σάλαγο της φονικής σύρραξης. Για τον ΕΛΑΣ, χάρη στις Καζέρτες και στα Λίβανα, κάθε σφαίρα, είναι ακριβότερη κι από το χρυσό. Είσαι υποχρεωμένος χίλιες να σφυρίζουν στ' αυτιά σου και ν' απαντάς με μία. Μονάχα που διαθέτει κανόνι! Είναι μια σκέτη κάννη, ψαρεμένη από το ΕΛΑΝ στ' απομεινάρια κάποιου ναυαγίου. Για να ψευτοσταθεί στον τόπο της, ύστερα από κάθε βολή, φορτώνεται μ' έναν αρμακά πέτρες. Μα κι έτσι, πάλι κλοτσοπηδάει και τα φέρνει όλα γύρω της, άνω - κάτω. Και οι άντρες για σιγουριά έχουν δέσει από τη σκανδάλη της ένα καραβόσκοινο, κι αυτό τραβάνε από καμιά δεκαριά μέτρα μακριά κάθε φορά που θέλουν να πυροβολήσουν!
Νεολαίοι τηλεβοϊστες στα βουνά του αγώνα
Νεολαίοι τηλεβοϊστες στα βουνά του αγώνα
14 Σεπτέμβρη. Μια εγγλέζικη αποστολή έρχεται καταϊδρωμένη και ζητάει να περάσει στις γραμμές της εθνοπροδοσίας. Θα έπειθε λέει, τους αλήτες να σταματήσουν την αιματοχυσία, να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ και να περιμένουν να κριθούν από την Κυβέρνηση. Οταν το παράλλο πρωινό, αιχμάλωτοι πια του ΕΛΑΣ, οι διπλοπουλημένοι αυτοί στους ξένους επιδρομείς "εθνικόφρονες" ρωτήθηκαν γιατί έστω και την τελευταία στιγμή δε δέχτηκαν να σταματήσουν την αιματοχυσία, η απάντησή τους ήταν και πάλι αυτή του αναίσθητου, επαγγελματία προδότη.

- Οι Εγγλέζοι μας πίεσαν να συνεχίσουμε...

Για το Μεσσηνιακό λαό για μια ακόμη τώρα φορά ενισχύονταν οι ανησυχίες του για το αύριο, ενώ οι ταγματαλήτες με τις ευλογίες τώρα γερμανών, εγγλέζων, της κυβέρνησης συνέχιζαν με πιο πολλή λύσσα, και αναισθησία το αιματοκύλισμα του λαού. Ο ΕΛΑΣ έχασε όσα σε καμιά μάχη του με τους Γερμανούς, κάπου 200 διαλεχτά παλικάρια. Οι ταγματαλήτες ως την τελευταία στιγμή, έβγαλαν από το Μπεζεστένι ομήρους τους και τους εκτελούσαν.

15 Σεπτέμβρη. Λίγο μετά το ηλιβάρεμα, οι δολοφόνοι του Μελιγαλά, σηκώνουν από παντού λευκές σημαίες. Πετούν στα φυλάκια τα άτιμα όπλα τους και μπουλούκια - μπουλούκια, τρέχουν να κλειστούν στο Μπεζεστένι. Λίγες στιγμές πριν την παράδοσή τους, στις ανατολικές παρυφές της κωμόπολης είχε φτάσει χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στη μάχη το 11ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ μαζί με το θρυλικό καπετάνιο του Λαϊκού μας στρατού - τον Αρη Βελουχιώτη. Ο πόνος, η οργή και το αίσθημα της πιο άγριας εκδίκησης των χιλιάδων μαυροφορεμένων από τα γύρω χωριά που πλημμύρισαν την κωμόπολη ήταν ολόκληρο βουνό. Και μ' όλα αυτά, ο πατριωτισμός και η ανθρωπιά του εθνικολαϊκού μας κινήματος δεν υστέρησε. Από την πρώτη ημέρα με τη βοήθεια του ΕΛΑΣ διώχτηκαν στα χωριά τους εκατοντάδες ανοργάνωτοι, που περιφέρονταν στην πόλη, λεηλατούσαν και προκαλούσαν ανεύθυνα. Από τις πρώτες στιγμές οι κατά τόπους οργανώσεις ξεκαθάρισαν από το Μπεζεστένι πάνω ίσως κι από χίλιους Γερμανοντυμένους που υποτίθονταν ότι δε βαρύνονταν μ' εγκλήματα και τους έστειλαν στα σπίτια τους. Από την ίδια ημέρα το Λαϊκό Συμβούλιο Αυτοδιοίκησης συνέρχονταν και με εισήγηση του υποφαινόμενου αποφάσιζε την οργάνωση συσσιτίου για τις οικογένειες των ταγματαλητών!

Και μέσα σ' ένα τέτοιο αιμοσταγές περιβάλλον το ανθρώπινο πρόσωπο του Λαϊκού μας αγώνα, εύρισκε και πάλι την αντοχή του να εκδηλωθεί.

16 Σεπτέμβρη. Ενα μετά το άλλο τα 3 Συντάγματα του Λαϊκού Στρατού αποσύρονται από το Μελιγαλά και προχωρούν από την απάνω Τριφυλία, την Ιθώμη, την Εύα, τη Βουφράδα, σ' ένα μέτωπο που πιάνει όλο το μάκρος του Νομού. Ολες οι δυνάμεις θα συγκλίνουν στους Γαργαλιάνους, τη μεγάλη αντάρτισσα πόλη του Μωρηά, με τους 600 αντάρτες της και τους χιλιάδες κυνηγημένους της. Εδώ έχει φωλιάσει ο αρχιδολοφόνος Στούπας και με τις ορδές του συνεχίζει και μετά την αποχώρηση των Γερμανών τις επιδρομές και τη σφαγή στα χωριά της Κάτω Τριφυλίας και της Πυλίας.

Στη σύρραξή του αυτή με τα τελευταία υπολείμματα της εθνοπροδοσίας, ο ΕΛΑΣ πληρώνει και πάλι μ' ακριβές απώλειες. Οι δολοφόνοι του Στούπα, ηττημένοι, σκορπίζονται στις σταφίδες και στην πορεία τους προς την Πύλο αιματοκύλησαν την περιοχή, σκοτώνοντας άνανδρα, κάθε χωριάτη που δούλευε ανύποπτος στα χτήματά του. Ο αρχιπροδότης Στούπας κλείνεται στο Κάστρο της Πύλου να γλιτώσει. Μα κάποτε αποκάνει από την αντιλαϊκή λύσσα του και αυτοκτονεί.

Ετσι, στις 20 Σεπτέμβρη η Μεσσηνία είναι λεύτερη. Ο ηρωικός καπετάνιος του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα Αρης Βελουχιώτης προχωρεί σ' όλο το μάκρος, από Πύλο - Μεσσήνη, Αρκαδικά σύνορα, αποχαιρετάει το λαό και με τα 3 Συντάγματα του ΕΛΑΣ τραβάει για το κέντρο του Μωρηά.

Εκεί, στα τέλη του Σεπτέμβρη, έφτανε στην Καλαμάτα και ο αντιπρόσωπος της Κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» κ. Παναγ. Κανελλόπουλος. Από την πρώτη κι όλας στιγμή φάνηκε ότι μοναδική έγνοια και αγωνία της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου ήταν το πώς θα περιμαζέψει, θα διατηρήσει οπλισμένους και θα μεταφέρει στην Αθήνα τους ταγματαλήτες, για τη νέα αιματοχυσία που ετοίμαζε με τους Αγγλους πάτρωνές της. Λαϊκές επιτροπές από όλα τα στρώματα ανεβοκατεβαίνουν κάθε μέρα στο ξενοδοχείο που στάθμευε ο Αντιπρόσωπος της κυβέρνησης, χωρίς να παίρνουν έστω μια αόριστη απάντηση για τα προβλήματα ζωής ή θανάτου, που τους πίεζαν. Κι ήταν πάλι και τότε η πρωτοβουλία και πίεση των λαϊκών οργανώσεων, που έδινε μια άμεση και σωστική λύση σε πολλά αδιέξοδα. Με την υπογραφή του κ. Κανελλόπουλου του Διοικητ. Αντιπροσώπου Επαρχίας Καλαμάτας και του υποφαινόμενου σαν Διοικητικού αντιπροσώπου της Επαρχίας Μεσσήνης, εκδίδονταν για το Νομό και κυκλοφορούσαν ειδικά χαρτονομίσματα, εγγυημένα από το κράτος που θα δημιουργούνταν. Μ' αυτά πληρώθηκαν χιλιάδες υπάλληλοι που ένα δυο μήνες έμειναν απλήρωτοι και νηστικοί. Μ' αυτά άνοιξε και κινήθηκε η αγορά κι ο λαός ένιωσε ξανά ότι μπορεί μόνος του να κουμαντάρει κάθε πλευρά της ζωής του».

«Προσοχή νάρκες»
Η μάχη του Μελιγαλά Δεν τελείωσε με τη νικηφόρα έκβαση που είχε η μάχη για τον ΕΛΑΣ. Δημιουργήθηκε ένα φοβερό κλίμα που μύριζε θανατικό. Ο λαός της περιοχής ζητούσε με κάθε τρόπο να εκδικηθεί, ξεπαστρεύοντας τις εγκληματικές αυτές μορφές των ταγματασφαλιτών που είχαν διαπράξει ανήκουστα κακουργήματα σε βάρος του.

Η κατάληψη της μισητής εχθρικής εστίας από τον ΕΛΑΣ και μετά μάλιστα από τέτοιο φοβερό κόστος σε αίμα, είχε εξαγριώσει τα πράγματα. Κάποιοι αντάρτες είχαν αρχίσει να καίνε σπίτια απ' τα οποία τους χτυπούσαν και χρειάστηκε να επέμβει ο καπετάνιος Φώτης Αποστολόπουλος, για να συγκρατήσει την εκδικητική τους ορμή (1).

Για την εκδικητική μανία του κόσμου, ο Αρίστος Καμαρινός λέει σχετικά: «Είχα την ευθύνη της συγκέντρωσης των αιχμαλώτων στο Μπεζεστένι. Το έργο μας ήταν πολύ δύσκολο. Επρεπε να συγκρατήσουμε ομάδες εξοργισμένων πολιτών, οι οποίοι οπλισμένοι με τσεκούρια ορμούσαν να εκδικηθούν για τα θύματά τους. Για να περιφρουρήσουμε τους αιχμαλώτους, βάλαμε ισχυρή φρουρά στο Μπεζεστένι και γράψαμε με μεγάλα γράμματα: "Προσοχή Νάρκες!"» (2).

«Τους αιχμαλώτους», διηγείται ο Βαγγέλης Μαχαίρας, «σε πρώτη φάση τους μεταφέραμε στις αρχικές μας θέσεις. Συγκεντρώθηκαν εκεί εκατοντάδες αγανακτισμένοι Μεσσήνιοι, που φώναζαν: "Δολοφόνοι, προδότες, σκοτώσατε τους δικούς μας". Και απειλούσαν λιντσαρίσματα. Με το πιστόλι στ' αριστερό μου χέρι (το δεξί το είχα στο γύψο), τους είπα: "Δεν θα επιτρέψω να θιγεί ούτε ένας αιχμάλωτος" και τους εξήγησα: "1. Δεν ξέρουμε ποιοι κάνανε εγκλήματα. Χρειάζεται ανάκριση και 2. Αν θέλατε να εκδικηθείτε ας ερχόσαστε να λάβετε μέρος στη μάχη. Τρεις μέρες κράτησε"». (3)

Συνεχίζει ο Στάθης Κανναβός: «Οπως και στη Μεσσηνία, η ιστορία στην ένδοξη για το λαό εκείνη περίοδο περπάτησε με βήματα βαριά και απαραχάρακτα. Σπιθαμή με σπιθαμή το χώμα της έχει ποτιστεί με το αίμα χιλιάδων αγνών πατριωτών και ηρώων. Στη μνήμη του Κώστα Ξυδέα, του Νικήτα Σούμπλη, του Αντώνη Δημόπουλου, του Γιώργη Ζερμπίνου, της Ελένης Πιερράκου, του Τάκη Μουντζουρέα, του Κώστα Μπασακίδη, του Κώστα Κανελλόπουλου, του Μήτσου Κανελλόπουλου, του Γιάννη Δρυνέα, του Θόδωρου Κορμά, του Τάκη Αλεβιζάτου, του Μήτσου Οικονομόπουλου, του Πούλου Πουλόπουλου, του Τάκη Κουλαμπά, του Νίκου Μητρόπουλου, του Κώστα Σταθόπουλου, του Κλέαρχου Συρράκου, του Χρίστου Αντωνόπουλου, του Κώστα Νέζη, του Αντώνη Νέζη, του Βασίλη Μπράβου, του Νίκου Ανδριανόπουλου, του Παναγιώτη Κατσώλη, του Παναγιώτη Μπάρτζιου, του γιατρού Ματζή, του Μήτσου Κούκλινου, του Θόδωρου Μπουμπού, του Κούτρη, του Παναγιωτακάκη και των άλλων δεκάδων νεκρών κι αθάνατων στελεχών του»(4).

Η μάχη του Μελιγαλά ήταν μια μάχη ταξική μεταξύ των δυνάμεων της λευτεριάς και κοινωνικής προόδου και της πιο μαύρης αντίδρασης.

Συμπεράσματα
Είναι θεμελιακής σημασίας το γενικότερο συμπέρασμα που προκύπτει, τόσο από τα γεγονότα στο Μελιγαλά όσο και από τα ανάλογα σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, που αφορούσαν σε συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τα «Τάγματα Ασφαλείας», με τον ΕΔΕΣ, με την ΕΚΚΑ και άλλες οργανώσεις: Εχθρός όλων των αστικών δυνάμεων (και των Γερμανόφιλων και Αγγλόφιλων) ήταν το λαϊκό κίνημα (ΕΑΜ) και φυσικά το ΚΚΕ, παρά τις οξύτατες αντιθέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στις αστικές δυνάμεις, αντιθέσεις που τις έφεραν να μάχονται μεταξύ τους και με τα όπλα.

Ωστόσο, κι ενώ συγκρούονταν μεταξύ τους, ταυτόχρονα συνεργάζονταν για την αντιμετώπιση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.

Το γεγονός εξηγείται: «... η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας περιέχονταν στον αντιφασιστικό χαρακτήρα του πολέμου» (5). Και εκδηλώθηκε με ακόμη πιο ανοιχτό και οξύτατο τρόπο μετά την άνοιξη του 1943, όταν είχε επέλθει η στροφή στον πόλεμο σε βάρος της Γερμανίας και υπέρ της Σοβιετικής Ενωσης. Από τότε ακριβώς αναπροσαρμόστηκε πιο συγκροτημένα η στρατηγική των αστικών δυνάμεων (Εγγλέζων - ντόπιων) κατά του ΕΑΜ (όχι όμως και η στρατηγική του ΕΑΜικού κινήματος), με τις γνωστές εξελίξεις που ακολούθησαν.

Πηγές:
Κωνσταντίνος Μπρούσαλης: «Η Πελοπόννησος στο Πρώτο Αντάρτικο 1941-1945», εκδόσεις «Επικαιρότητα», σελ. 469.
Γρηγόρη Κριμπά: «Η Εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία και τους γύρω νομούς», σελ. 334.
Στο ίδιο, σελ. 333.
Περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», τεύχος 21, 1979.
«Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 60 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη των λαών», σελ. 12.

Tου Χρήστου ΤΣΙΝΤΖΙΛΩΝΗ*
*Ο Χρήστος Τσιντζιλώνης είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

************************************************


ΚΙ' ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ

Η μάχη του Μελιγαλά έλαβε χώρα από τις 13 ως και τις 15 Σεπτεμβρίου του 1944, τις πρώτες ημέρες μετά την αποχώρηση των κατοχικών γερμανικών δυνάμεων από την Πελοπόννησο. Η μάχη στο Μελιγαλά της Μεσσηνίας ήταν από τις τελευταίες συγκρούσεις μεταξύ του ΕΛΑΣ, αντιστασιακού στρατού του ΕΑΜ, και των δωσιλογικών Ταγμάτων Ασφαλείας.Την επικράτηση του ΕΛΑΣ ακολούθησε σφαγή, που περιελάμβανε εκτελέσεις αιχμαλώτων ταγματασφαλιτών και κάποιων αμάχων.

1. H αποχώρηση του κατοχικού στρατού και τα Τάγματα Ασφαλείας
Στις 26 Αυγούστου του 1944 πάρθηκε η απόφαση να αποχωρήσουν από την Ελλάδα τα στρατεύματα της Βέρμαχτ και να μεταβούν στη Γιουγκοσλαβία. Κατά την αποχώρησή τους από την Πελοπόννησο στις αρχές Σεπτεμβρίου, οι γερμανικές δυνάμεις κατέστρεψαν γέφυρες και σιδηροδρομικές γραμμές και άφησαν πολεμοφόδια και εξοπλισμό στους ταγματασφαλίτες, προσπαθώντας να υποθάλψουν την εμφύλια ένταση στην Ελλάδα.

Τα δωσίλογα στοιχεία και ιδιαίτερα τα υπολείμματα της κατοχικής χωροφυλακής και τα τάγματα ασφαλείας βρίσκονταν στο στόχαστρο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η θέση των τελευταίων ομάδων, μετά την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων της Ναζιστικής Γερμανίας από την Πελοπόννησο, ήταν επισφαλής και ο φόβος σφαγών από τον ΕΛΑΣ ήταν έντονος. Ο ΕΛΑΣ θεωρούσε ότι τα δωσίλογα στοιχεία, βάσει των υποδείξεων της Προσωρινής Κυβέρνησης της Ελλάδας, αποτελούσαν εχθρικά τμήματα.

Στις 15 Αυγούστου το ΕΑΜ είχε προσχωρήσει στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας και ο ΕΛΑΣ είχε χαρακτηριστεί συμμαχικό στράτευμα και λειτουργούσε πλέον και επίσημα υπό την κάλυψη της εξόριστης κυβέρνησης. Στην Πελοπόννησο δρούσε η ΙΙ Μεραρχία του ΕΛΑΣ, συνολικής δύναμης 6.000 ανδρών, με επικεφαλής αυτή την περίοδο τον Άρη Βελουχιώτη. Από την άνοιξη του 1944, ο Μελιγαλάς ήταν έδρα του 3ου Τάγματος Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά, που είχε συγκροτηθεί με σκοπό να τρομοκρατήσει τη βάση του ΕΑΜ στην περιοχή. Χιλιάδες σπίτια είχαν πυρποληθεί στην περιοχή της Καλαμάτας κατά τη διάρκεια της κατοχής και περίπου 1.500 είχαν εκτελεστεί. Τα τελευταία αντίποινα των ταγματασφαλιτών είχαν πραγματοποιηθεί μόλις λίγες βδομάδες νωρίτερα.

Ταγματασφαλίτες αναπαύονται στην ύπαιθρο. 
(1943)
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Ανακοίνωση της 3ης Σεπτεμβρίου του στρατιωτικού αρχηγού του ΕΛΑΣ, Στέφανου Σαράφη καλούσε τους ταγματασφαλίτες να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ με τα όπλα τους ώστε να σώσουν την ζωή τους. Την ίδια μέρα ο αντιστράτηγος Σκόμπι έδωσε εντολή στον υφιστάμενό του στην Αθήνα, αντιστράτηγο Σπηλιωτόπουλο, να τους συστήσει να λιποτακτήσουν ή να παραδοθούν σε εκείνον με την υπόσχεση ότι θα φυλακίζονταν ως αιχμάλωτοι πολέμου. 
Ταγματασφαλίτης δίπλα σε 
απαγχονισμένο. (1943)
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Η διαταγή, ωστόσο, είτε δεν αφορούσε τους ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου ή αγνοήθηκε από αυτούς. Στις 6 Σεπτεμβρίου ασαφές ανακοινωθέν της κυβέρνησης Παπανδρέου κάλεσε τους ταγματασφαλίτες "να εγκαταλείψουν αμέσως" τις θέσεις τους και να έρθουν στην πλευρά των Συμμάχων. Ενώ οι Βρετανοί επιθυμούσαν τη διατήρηση της κατάστασης ως έχει μέχρι την άφιξη δυνάμεών τους και της κυβέρνησης Παπανδρέου και επιδίωκαν να μη περιέλθει γερμανικός οπλισμός στα χέρια των ανταρτών, ο ΕΛΑΣ, εξαιτίας της επιθυμίας των ανταρτών για εκδίκηση εναντίον των ταγματασφαλιτών αλλά και σχεδίου ανάληψης της εξουσίας στην Πελοπόννησο πριν την άφιξη βρετανικών δυνάμεων, ήταν έτοιμος να εμπλακεί σε τακτικές μάχες εναντίον των ταγμάτων.

2. Ιστορικό των γεγονότων του Μελιγαλά
Οι Γερμανικές δυνάμεις αποχώρησαν από την Καλαμάτα στις 5 Σεπτεμβρίου αφήνοντας τη Χωροφυλακή μόνη επίσημη ένοπλη εξουσία στην πόλη. Μετά την απόρριψη της πρότασης του ΕΛΑΣ να παραδώσουν οι ταγματασφαλίτες τον οπλισμό τους, ξεκίνησε επίθεση του ΕΛΑΣ στις 9 Σεπτεμβρίου με αποτέλεσμα κατά την Απελευθέρωση της Καλαμάτας να σκοτωθεί και ο διοικητής του 9ού Συντάγματος του ΕΛΑΣ αντισυνταγματάρχης Ι.Σερβός ενώ 100-120 ταγματασφαλίτες υπό τη διοίκηση του ανθυπολοχαγού Νίκου Θεοφάνους και του νομάρχη Μεσσηνίας Δημήτριου Περρωτή κατέφυγαν στο Μελιγαλά, όπου βρισκόταν εγκατεστημένη ισχυρή δύναμη 800 ταγματασφαλιτών ενισχυμένη με άλλους 100-120, που είχαν έρθει από το Κοπανάκι.

Ετσι, η κατάληψη του Μελιγαλά απέκτησε μεγάλη σημασία για την επικράτηση του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο. Ο αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος μαζί με δύο Βρετανούς αξιωματικούς μεσολάβησαν και μετέφεραν στους ταγματασφαλίτες πρόταση για παράδοση και μεταφορά τους σε ασφαλές στρατόπεδο μέχρι την άφιξη της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, για να διασφαλισθεί η ζωή και η περιουσία των ίδιων και των συγγενών τους, αλλά ο Περρωτής την απέρριψε. Την ίδια τύχη είχαν και εκκλήσεις συγγενών των πολιορκημένων που ήρθαν στο Μελιγαλά από κοντινά χωριά.

Η επίθεση του ΕΛΑΣ, η συνολική δύναμη του οποίου ανερχόταν σε περίπου 1.200 άνδρες από το 9ο και το 8ο Σύνταγμα, ξεκίνησε το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου. Η μάχη διήρκεσε ως τις 15 Σεπτεμβρίου και έληξε με ήττα των αμυνόμενων. Τη λήξη της ακολούθησε εισβολή αμάχων στο Μελιγαλά και ανεξέλεγκτη λεηλασία και σφαγή. Το πρώτο αυτό εκδικητικό κύμα ακολούθησαν εκτελέσεις με οργανωμένο τρόπο. Στο ανταρτοδικείο που οργανώθηκε στην πόλη με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη καταδικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, πέρα από τους περίπου 60 επικεφαλής των Ταγμάτων, με λίστες με τα ονόματα των οποίων είχαν προμηθεύσει τους υπεύθυνους του ΕΛΑΣ οι τοπικές εαμικές οργανώσεις, πολλοί άλλοι με διαδικασίες διαβλητές που σχετίζονταν και με προσωπικά κίνητρα. Οι εκτελέσεις έγιναν στην "πηγάδα", ένα εγκαταλειμμένο πηγάδι έξω από το Μελιγαλά.

Στις 17 Σεπτεμβρίου ο νομάρχης Μεσσηνίας και άλλοι αξιωματούχοι οδηγήθηκαν στην Καλαμάτα. Στην κεντρική πλατεία της πόλης το εξαγριωμένο πλήθος έσπασε τις γραμμές της ΕΛΑΣίτικης πολιτοφυλακής και οι αιχμάλωτοι λιντσαρίστηκαν ενώ δώδεκα κρεμάστηκαν από τους φανοστάτες.

3. Επακόλουθα
Τα γεγονότα του Μελιγαλά, όπως και αυτά της Καλαμάτας, αμαύρωσαν την εικόνα της ηγεσίας του ΕΑΜ, η οποία αρχικά αρνήθηκε το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν οι σφαγές. Αργότερα όμως αναγκάστηκε να αποδεχτεί τα γεγονότα και να τις καταδικάσει. Πάντως οι μετριοπαθείς ηγέτες του ΕΑΜ, ο Αλέξανδρος Σβώλος και ο Στέφανος Σαράφης, επέμεναν ότι ακολουθούσαν αυστηρά τις εντολές της Προσωρινής Κυβέρνησης, και ήταν ξεκάθαρα κατά των εκτελέσεων.

Τα συμβάντα αυτά, που έδειξαν ότι ο ΕΛΑΣ ήταν διατεθειμένος να υποστεί σημαντικές απώλειες για να αποκτήσει τον έλεγχο πριν την άφιξη των βρετανικών δυνάμεων και ικανός να το επιτύχει, οδήγησαν σε αλλαγή της βρετανικής πολιτικής: οι Βρετανοί σύνδεσμοι στην Πελοπόνησο, που μέχρι τότε είχαν εντολές να μην αναμιγνύονται στα τεκταινόμενα, διατάχθησαν να παρεμβαίνουν για τον αφοπλισμό, τη φύλαξη και την παράδοση του οπλισμού των ταγματασφαλιτών ει δυνατόν σε βρετανικές δυνάμεις, για την αποτροπή του ενδεχόμενου να έλθουν στα χέρια του ΕΛΑΣ.

Έκτοτε, χάρη στην παρέμβαση Βρετανών συνδέσμων, στελεχών του Ερυθρού Σταυρού, αντιπροσώπων της κυβέρνησης Παπανδρέου ή και των κατά τόπους Εαμικών αρχών, σε πολλές πόλεις της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου τα Τάγματα παραδόθηκαν αμαχητί και χωρίς αιματοχυσία. Υπήρξαν και αρκετά περιστατικά θανάτωσης των παραδοθέντων ταγματασφαλιτών είτε από Ελασίτες, είτε από εξαγριωμένα πλήθη και συγγενείς των θυμάτων τους, όπως στην Πύλο και σποραδικά την περίοδο αυτή στη Βόρειο Ελλάδα, οφειλόμενα στην έντονη πίεση μέρους του πληθυσμού για εκδίκηση, μερικά, όμως, στη συναίνεση ή και προεργασία εαμικών στελεχών. Γενικά, πάντως, στο κενό εξουσίας που προέκυψε μετά την αποχώρηση του γερμανικού στρατού, οι αξιωματούχοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ προσπάθησαν να επιβάλλουν την τάξη αντιστεκόμενοι σε εκκλήσεις για εκδίκηση, όπως συνέβη στη Μυτιλήνη και τη Νάουσα. Βρετανικά τμήματα που αποβιβάστηκαν στην Πελοπόννησο εκείνη την εποχή, διαπίστωσαν ότι η ΕΑΜική πολιτοφυλακή, που είχε δημιουργηθεί προς το τέλος καλοκαιριού του 1944 για να αναλάβει καθήκοντα αστυνόμευσης που ως τότε διεκπεραίωναν οι αντάρτες και να αντικαταστήσει την απαξιωμένη κατοχική Χωροφυλακή, διατηρούσε τον έλεγχο. Μάλιστα στην Πάτρα, μέχρι και τον Νοέμβριο πραγματοποιούνταν κοινή αστυνόμευση από Βρετανούς και πολιτοφύλακες του ΕΑΜ. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που υπέστησαν λιγότερες καταστροφές κατά τη ναζιστική κατοχή, σημειώθηκαν εκτετεμένα φαινόμενα αντεκδικήσεων: πάνω από 10.000 εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στη Γαλλία πριν εγκατασταθούν οι κυβερνητικές δυνάμεις και 15.000 στην Ιταλία, ενώ στις Βρυξέλλες λυντσαρίστηκαν δημόσια 265 άνθρωποι.

Η Συμφωνία της Καζέρτας στις 26 Σεπτεμβρίου επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά το ρόλο του ΕΛΑΣ ως συμμαχικής δύναμης και καταδίκασε εκ νέου τα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας. Εξάλλου, υπό την πίεση των άλλων χωρών της Ευρώπης που είχαν ήδη θεσμοθετήσει παρόμοιες διατάξεις, η νέα κυβέρνηση της Απελευθέρωσης αναγκάστηκε να νομιμοποιήσει τις εκτελέσεις των δωσιλόγων, επισήμως των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Ειδικής Ασφάλειας της Χωροφυλακής και άλλων πιο μικρών οργανώσεων.

4. Απολογισμοί
Παρά το γεγονός ότι η πλευρά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αναφέρει τη σφαγή του Μελιγαλά ως σφαγή κυρίως ταγματασφαλιτών ισχυριζόμενοι πως από τα 1.144 ονόματα σκοτωμένων στη μάχη που παρουσιάζει ο τοπικός "Σύλλογος θυμάτων", περιλαμβάνονται 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Ακόμα η πλειοψηφία των σκοτωμένων ήταν άντρες σε μάχιμη ηλικία και από διαφορετικές περιοχές (μόνο 108 ήταν από τον Μελιγαλά), σε μια περιοχή όπου ήταν σταθμευμένος ογκώδης αριθμός ταγματασφαλιτών. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως και οι ίδιοι οι υπερασπιστές των σκοτωμένων ταγματασφαλιτών της μάχης δείχνουν αναποφάσιστοι ως προς τον αριθμό τους καθώς ακόμα και στα ίδια πονήματα παρουσιάζουν διαφορετικούς αριθμούς. Ο πανεπιστημιακός Στάθης Καλύβας παραπέμπει στα στοιχεία της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας που μετρά 708 νεκρούς στο Μελιγαλά ενώ ο Υποστράτηγος Εμμανουήλ Μάντακας σε ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ της 26ης Σεπτεμβρίου ανέφερε πως "σκοτώθηκαν 800 Ράλληδες", αριθμό που αναφέρει και ο Στρατηγός Στέφανος Σαράφης.

Μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας, όμως, το νεό καθεστώς θα προσμετρήσει στους εκτελεσθέντες όχι μόνο τους σκοτωμένους κατα τη διάρκεια της μάχης και τους εκτελεσθέντες μετά τη μάχη ταγματασφαλίτες, αλλά και τις παράπλευρες απώλειες, τους αμάχους που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της μάχης από πυρά και των δύο πλευρών.

5. Δημόσια μνήμη
Από το Σεπτέμβριο του 1945 και εξής κάθε χρόνο πραγματοποιείται μνημόσυνο, οργανωμένο από τις τοπικές αρχές με τη συμμετοχή θεσμικών παραγόντων, έως και κυβερνητικών στελεχών την περίοδο της δικτατορίας.

Τα γεγονότα του Μελιγαλά ιδεολογικοποιήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν πολιτικά. Το μετεμφυλιακό καθεστώς παρουσίαζε το Μελιγαλά ως σύμβολο της "κομμουνιστικής βαρβαρότητας". Οι ταγματασφαλίτες, από την άλλη, μνημονεύονταν αποκλειστικά ως αντίπαλοι ή θύματα των κομμουνιστών, καθώς το μετεμφυλιακό κράτος αντλούσε τη νομιμοποίησή του από την προβολή του ως συνέχεια όχι της δωσίλογης, αλλά της εξόριστης κυβέρνησης. Στις αγγελίες για το ετήσιο μνημόσυνο για τους νεκρούς του Μελιγαλά και στους πανηγυρικούς που εκφωνούνταν εκεί, παραλειπόταν κάθε αναφορά στους νεκρούς ως μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας, που μνημονεύονταν ως "σφαγιασθέντες εθνικόφρονες" ή "πατριώτες".

Το 1982 το Υπουργείο Εσωτερικών κρίνοντας ότι "οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό" αποφάσισε την παύση συμμετοχής επίσημων κρατικών αρχών στο μνημόσυνο, την οργάνωση του οποίου ανέλαβε πλέον ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που είχε δημιουργηθεί το 1980. Η περιθωριοποίηση αυτή των εκδηλώσεων συνοδεύτηκε από τη μεταβολή των πανηγυρικών λόγων σε απολογίες υπέρ των νεκρών, που τιμώνται ως μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Σήμερα στις εκδηλώσεις συμμετέχουν απόγονοι των εκτελεσθέντων και ακροδεξιές και νεοναζιστικές οργανώσεις, όπως η Χρυσή Αυγή.

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 σε αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε φοιτητές προσκείμενους στη ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος - Β΄ Πανελλαδική και τις Αριστερές Συσπειρώσεις" από τη μία πλευρά και στη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ και την ΟΝΝΕΔ από την άλλη, στο πλαίσιο της αναγνώρισης της εθνικής αντίστασης το 1982, οι πρώτοι χρησιμοποιούσαν το σύνθημα "ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς" ως απάντηση στη θετική προβολή των ταγματασφαλιτών από τους δεύτερους, πρακτική που επαναλήφθηκε στο Πανσπουδαστικό συνέδριο του 1992 ως απάντηση σε εμφυλιοπολεμικά και αντικομμουνιστικά συνθήματα της ΔΑΠ. Τη δεκαετία του 2000 και εξής και ιδίως μετά την είσοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή, τα γεγονότα του Μελιγαλά ανασημασιοδοτήθηκαν θετικά ως σύμβολο αποφασιστικού αντιφασισμού και η αναφορά σε αυτά συνδυάζεται με κλασικά αντιεξουσιαστικά συνθήματα.

ΠΗΓΕΣ:
http://www.rizospastis.gr
https://el.wikipedia.org

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1925 ιδρύονται τα τάγματα ασφαλείας (SS) του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (Ναζί)

Η "Μοίρα Ασφαλείας" ή SS

Η Σούτσστάφελ (γερμανικά: Schutzstaffel, που σημαίνει «μοίρα ασφαλείας») ή συντομογραφικά SS (Ες-Ες) από τα αρχικά της γερμανικής λέξης, αποτέλεσε μεγάλη εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση στη Γερμανία, η οποία ήταν η μετεξέλιξη των Ταγμάτων Εφόδου (SA) (Sturmabteilung) και λειτουργούσε ως παραστρατιωτικό σκέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος των Γερμανών Εργατών (Ναζιστικού κόμματος, NSDAP). Ευρύτερα γνωστό είναι το μάχιμο παρακλάδι της Schutzstaffel, Waffen-SS.

Χάϊνριχ Χίμλερ. Του ανατέθηκε η ηγεσία της μονάδας SS.
Ίδρυση, Οργάνωση, Λειτουργία

Όταν ο Χίτλερ αποφυλακίστηκε, ύστερα από το αποτυχημένο πραξικόπημά του το 1923 (γνωστό στην Ιστορία ως "Πραξικόπημα της Μπυραρίας" (Beer Hall Putch) συνειδητοποίησε ότι χρειαζόταν προσωπική προστασία αποτελούμενη από περισσότερα του ενός άτομα. Έδωσε, λοιπόν, εντολή στον προσωπικό του σωματοφύλακα Γιούλιους Σρεκ (Julius Schreck) να οργανώσει μια ομάδα από οκτώ ένστολους σωματοφύλακες, τους οποίους επονόμασε Σούτσστάφελ (Schutzstaffel), δηλαδή ομάδα προστασίας ή, συντομογραφικά, SS. Η ομάδα αυτή αποτέλεσε νέα μονάδα των Ταγμάτων Εφόδου (Sturmabteilung, συντ. SA), τον ιδιωτικό στρατό του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, του οποίου τότε ηγείτο ο Ερνστ Ρεμ (Ernst Röhm). Πρώτος ηγέτης των SS ήταν ο δημοσιογράφος του "Λαϊκού Παρατηρητή" (Völkischer Beobachter) Μπέρχτολντ (Berchtold), καθώς όμως αυτός ήταν μάλλον χαμηλότερων τόνων από όσο ο Χίτλερ επιθυμούσε, τον αντικατέστησε με τον Έρχαρντ Χάιντεν (Erhard Heiden), πρώην αστυνομικό με αμφίβολη υπόληψη.

Τον Ιανουάριο του 1929 ανατέθηκε από το Κόμμα στον Χάινριχ Χίμλερ η ηγεσία της μονάδας SS. Τα Ες-Ες άρχισαν να αναπτύσσονται υπό μορφή ταγμάτων και, χάρη στον ηγέτη τους και την υποστήριξη του Χίτλερ, επεκτάθηκαν σημαντικά. Ιδιαίτερα μετά την εξόντωση της ηγεσίας των SA και τον υποβιβασμό του ρόλου τους, τα SS αναπτύχθηκαν και εξελίχθηκαν σε μια από τις μεγαλύτερες παραστρατιωτικές οργανώσεις της εποχής: Το 1932 αριθμούσαν περίπου 30.000 άνδρες και, καθώς επίκεινταν εκλογές και όλα τα πολιτικά κόμματα διέθεταν τους δικούς τους οπαδούς, που ήταν έτοιμοι για άγριες συγκρούσεις στους δρόμους, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα στρατολογούσε όλο και περισσότερους. Όταν ο Χίτλερ έγινε Καγκελάριος, το 1933, τα SS αριθμούσαν ήδη 100.000 άνδρες (Ιανουάριος 1933). Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα SS αριθμούσαν περισσότερους από ένα εκατομμύριο άνδρες, καθώς στρατολογήθηκαν σε αυτά και άτομα από κατακτημένες χώρες, τα οποία είχαν σφόδρα αντικομμουνιστικές πεποιθήσεις. Προς το τέλος του πολέμου, μάλιστα, δόθηκε η δυνατότητα σε εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου να πλαισιώσουν τα "ένοπλα SS".

Στα SS στρατολογούνταν αρχικά αποκλειστικά στελέχη αμιγούς αρείας καταγωγής (γινόταν εξονυχιστικός έλεγχος για την καταγωγή του υποψηφίου) και, παράλληλα, έπρεπε να τρέφουν τυφλή αφοσίωση στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και στον Ηγέτη (Führer), Αδόλφο Χίτλερ. Κατά τη διάρκεια του πολέμου επιτράπηκε η στρατολόγηση και μη Γερμανών, αρκεί να διαπνέονταν από σφοδρά αντικομμουνιστικές απόψεις. Η πειθαρχία στα SS ήταν αυστηρότερη ακόμη και από αυτή του τακτικού στρατού. Η συμμετοχή μελών των SS σε παράνομες πράξεις (κλοπές, καταχρήσεις δημοσίου χρήματος κ.τ.λ.) τιμωρείτο αυστηρά και από την τιμωρία δεν εξαιρούνταν ούτε προσωπικοί φίλοι των υψηλά ισταμένων. Στις πράξεις αυτές δεν εντάσσονταν οι βιαιότητες εναντίον Εβραίων ή κρατουμένων (αν και κάποια μέλη των SS τιμωρήθηκαν και για τέτοιες πράξεις).

Άνδρες της Βάφφεν-SS στον σταθμό του Ρυφέκ (Νότια Γαλλία). Οκτώβριος 1942. Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου
Κλάδοι, ειδικές Μονάδες
Στην πορεία εξέλιξής τους τα SS απέκτησαν δύο "κλάδους": Ένα πολιτικό (Allgemeine SS, «Γενικά SS»), ο οποίος είχε κυρίως πολιτική δράση, και ένα στρατιωτικό (Waffen SS, «Ένοπλα SS»), τα οποία οργανώθηκαν σε κανονικές στρατιωτικές μονάδες και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή και των δύο μετώπων. Ο Χίτλερ, μάλιστα, σχεδίαζε την ανάπτυξη των ενόπλων SS σε μεγάλη κλίμακα, καθώς δεν εμπιστευόταν καθόλου την ηγεσία της Βέρμαχτ (για ορισμένους, μάλιστα, ηγέτες του γερμανικού στρατού, ένιωθε ιδιαίτερη αντιπάθεια). Τα SS είχαν δική τους ιεραρχία (οι βαθμοί διέφεραν από τους αντίστοιχους στρατιωτικούς), δικά τους εμβλήματα και, φυσικά, δικές τους στολές (μαύρες), διαφορετικές από αυτές της Βέρμαχτ.

Ανέπτυξαν, επίσης, δύο ημιανεξάρτητους "κλάδους", την SD (Sicherheitsdienst, «Υπηρεσία Ασφαλείας»), μία υπηρεσία εσωτερικής ασφαλείας και κατασκοπείας, και την Γκεστάπο (Geheime Staatpolizei), την μυστική αστυνομία, η οποία κατέλυσε κάθε έννοια νόμου και δικαίου τόσο στη Γερμανία όσο και στις κατακτημένες περιοχές.

Ειδικές μονάδες των SS ήταν, επίσης, οι Einsatzgruppen (Μονάδες Ειδικής Δράσης, Τάγματα θανάτου) που συστήνονταν για ad hoc αποστολές όπως, σύμφωνα με τα λόγια του Διοικητή των Ες-Ες Έριχ φον ντεμ Μπαχ-Ζελέφσκι (Erich von dem Bach-Zelewski), «ο αφανισμός των Εβραίων, των Τσιγγάνων και των πολιτικών κομισάριων» και ελέγχονταν από την υπηρεσία RSHA, της οποίας ηγείτο αρχικά ο Ράινχαρντ Χάιντριχ και, μετά τη δολοφονία του το 1942, ο Ερνστ Καλτενμπρούννερ (Ernst Kaltenbrunner). Η αρχική αποστολή των ομάδων αυτών ήταν η εξασφάλιση των μετόπισθεν στις κατακτημένες περιοχές, σε ορισμένες, όμως, περιπτώσεις, όπως στο Μπαμπί Γιάρ, αναλάμβαναν και αποστολές εξόντωσης και ταφής νεκρών θυμάτων και εξαφάνισης πειστηρίων των εγκληματικών πράξεων που είχαν διαπραχθεί. Ειδικότερα, στη Ρωσία, όπου ακολούθησαν τα στρατεύματα του Χίτλερ στις κατακτημένες περιοχές, είχαν ως στόχο την εξόντωση Εβραίων, Αθιγγάνων και Κομμουνιστών. Οι δραστηριότητες αυτές εντάσσονταν στο γενικότερο ναζιστικό σχέδιο της "Τελικής Λύσης" ("Endlösung").

Η Ες-Ες διέθετε, επίσης, δικό της "Ιατρικό Σώμα" (γερμ. Sanitätsstaffel, Σώμα Υγιεινής), το οποίο αρχικά παρείχε δωρεάν ιατρικές υπηρεσίες στα μέλη της Οργάνωσης και σε κυβερνητικούς αξιωματούχους. Με την ίδρυση των Στρατοπέδων Συγκέντρωσης και την αναδιοργάνωση ολόκληρης της Οργάνωσης, το Ιατρικό Σώμα απέστειλε μέλη του σε όλα τα στρατόπεδα, όπου διεξήγαγαν ιατρικά πειράματα, χρησιμοποιώντας κρατούμενους ως πειραματόζωα. Τα απεχθέστερα και πλέον γνωστά έγιναν από τις ιατρικές ομάδες της SS στα στρατόπεδα του Άουσβιτς και του Νταχάου: Πειράματα στείρωσης, επιμόλυνσης τραυμάτων, αντοχής στην υποθερμία, ενέσεις βενζίνης, εγχειρήσεις χωρίς αναισθητικό κ.τ.λ.

Η διάλυση
Μετά τον πόλεμο, στη Δίκη της Νυρεμβέργης, η Ες-Ες καταδικάστηκε ως εγκληματική οργάνωση, λόγω του τελευταίου σκοπού δημιουργίας της καθώς και της αποδεδειγμένης ανάμειξής της, μεταξύ άλλων, στη φυλετική πολιτική ως του σημείου της εβραϊκής γενοκτονίας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ("Τελική Λύση", ό.π.). Ξεχωριστή δίκη έγινε, επίσης, στα πλαίσια της Δίκης της Νυρεμβέργης, για τα ιατρικά πειράματα από ιατρούς των Ες-Ες στα Κέντρα Ευθανασίας και στα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης και Εξόντωσης. Η Δίκη αυτή επονομάστηκε "Δίκη των Ιατρών".

Πολλοί στρατιώτες και αξιωματικοί των SS μετά το τέλος του πολέμου βοηθήθηκαν από την εκκλησία του Βατικανού να διαφύγουν στο εξωτερικό για να μην συλληφθούν από τις συμμαχικές δυνάμεις.

Αντιστοιχία βαθμών
Βαθμός SS
Στρατιωτικός βαθμός
ReichsführerΗγέτης του Ράιχ
OberstgruppenführerΑρχιστράτηγος
ObergruppenführerΑντιστράτηγος Α
GruppenführerΥποστράτηγος
BrigadeführerΤαξίαρχος
OberführerΧωρίς αντιστοιχία
StandartenführerΣυνταγματάρχης
ObersturmbannführerΑντισυνταγματάρχης
SturmbannführerΤαγματάρχης
HauptsturmführerΛοχαγός
ObersturmführerΥπολοχαγός
UntersturmführerΑνθυπολοχαγός
SturmscharführerΑρχιλοχίας Α
StabsscharführerΑρχιλοχίας Β
HauptscharführerΕπιλοχίας Α
OberscharführerΕπιλοχίας Β
ScharführerΛοχίας
UnterscharführerΔεκανέας
RottenführerΥποδεκανέας
SturmmannΑπλός Στρατιώτης Α΄ τάξης
SchützeΑπλός Στρατιώτης
SS-MannΑπλός Στρατιώτης
ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ: Τα Τάγματα Ασφαλείας ή Τάγματα Ευζώνων ή Γερμανοτσολιάδες από την Κατοχή μέχρι την απελευθέρωση

Η δράση και η συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας με τις γερμανικές Δυνάμεις Κατοχής
Οπλίτης των Ταγμάτων Ασφαλείας φυλά Έλληνα απαγχονισμένο
Τα Τάγματα Ασφαλείας (κατά την επίσημη ονομασία τους Τάγματα Ευζώνων ή με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό Γερμανοτσολιάδες, εξ αιτίας του δοσιλογισμού) ήταν παραστρατιωτικές ομάδες που έδρασαν στην Ελλάδα κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ρόλο υποστηρικτικό των Γερμανο-Ιταλο-Βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής. Δημιουργήθηκαν από την κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλληκατόπιν έγκρισης της Βέρμαχτ, με σκοπό τη διατήρηση της έννομης τάξης, κυρίως στην ύπαιθρο, πλήττοντας έτσι και την όποια αντίσταση προέβαλε ο ελληνικός λαός.
Τα τάγματα αυτά δημιουργήθηκαν δια του Νόμου 260/1943 που εκδόθηκε στις 18 Ιουνίου του 1943 και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 180 Α'. Τα τάγματα αυτά έδρασαν τον υπόλοιπο χρόνο της κατοχής, κυρίως στη Βόρεια Πελοπόννησο, τη δυτική Στερεά Ελλάδα, ιδίως στην Αιτωλοακαρνανία, την Εύβοια και την Αθήνα. Πολλοί ήταν εκείνοι που τα χαρακτήρισαν ως δοσιλογικά εξ αιτίας των οποίων και καταδικάστηκε στη συνέχεια ο πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης, αλλά όχι όμως και οι εισηγητές της δημιουργίας των.

Τάγματα Ευζώνων
Συμμετείχαν στην κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα
Ενεργά1943-1944
ΙδεολογίαΑντικομμουνισμός
ΗγέτεςΙωάννης Ράλλης (Πρωθυπουργός)
Ιωάννης Πλυτζανόπουλος(Αντισυνταγματάρχης)
ΑρχηγείοΑθήνα
Δύναμη22.000 (1944)
ΥπαγωγήΕλληνική Πολιτεία
ΣύμμαχοιΓερμανικός στρατός, Ελληνική Χωροφυλακή
ΑντίπαλοιΚΚΕ, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ


Υφιστάμενη κατάσταση
Με την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς τον Μάιο του 1941 οι παραμένουσες στη Χώρα στρατιωτικές δυνάμεις (κυρίως του στρατού ξηράς), μετά την παράδοση του οπλισμού τους διαλύθηκαν. Τα δε υπάρχοντα τότε Σώματα Ασφαλείας που ήταν η Βασιλική Χωροφυλακή, με έδρα την Αθήνα και υποδιοικήσεις σ΄ όλη τη Χώρα, η Αστυνομία Πόλεων, που είχε την ευθύνη ασφάλειας των πόλεων Αθήνας, Πειραιά, Πάτρας και Κέρκυρας, με βασικά καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί, μεταξύ άλλων και τη δίωξη των κομουνιστών, το Λιμενικό Σώμα, (διατηρουμένων μόνο των αξιωματικών και υπαξιωματικών), με έδρα τον Πειραιά, και τα άοπλα σώματα Πυροσβεστική Υπηρεσία και η Αγροφυλακή, δεν καταργήθηκαν.

Οι κατακτητές τότε αποφάσισαν σύμφωνα με το δίκαιο του πολέμου την διατήρησή τους για την εσωτερική ασφάλεια με μειωμένη όμως δύναμη. Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση που συστάθηκε από Έλληνες δοσίλογους στρατιωτικούς , με πρωθυπουργό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου, πρώην διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού, μέσα σε δύο χρόνια έχασε σταδιακά τον έλεγχο της υπαίθρου καθώς άρχισαν ν΄ αναπτύσσονται ομάδες αντιστασιακών που δρούσαν στις ορεινές περιοχές. Τότε οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι που κατείχαν υπό έλεγχο το μεγαλύτερο μέρος της Χώρας εξανάγκασαν την κυβέρνηση να μεταθέσει δυνάμεις της Χωροφυλακής στις μεγάλες πόλεις θεωρώντας ύποπτες για συνεργασία με αντάρτες. Εξέλιξη αυτών ήταν στη συνέχεια η κατάργηση της Αγροφυλακής.

Σημειώνεται όμως ότι στο τέλος του πρώτου χρόνου κατοχής οι κατακτητές είχαν προσπαθήσει ν΄ αναθέσουν στα σώματα ασφαλείας, ιδίως στη Βασιλική Χωροφυλακή, αντιανταρτικά καθήκοντα που υπήρξαν όμως ανεπιτυχή, γεγονός που τους έκανε έτσι καχύποπτους.

Ελληνική αντίδραση
Τον Δεκέμβριο του 1942 η Ανώτατη Διοίκηση των Καραμπινιέρων στη Καρδίτσα εξέδωσε διαταγή συνδρομής των δυνάμεων της εκεί Χωροφυλακής στις επιχειρήσεις κατά των αντιστασιακών. Τότε το Υπουργείο Εσωτερικών στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγονταν η Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων διαμαρτυρήθηκε έντονα στην Ανώτατη Διοίκηση των Ιταλών χωρίς αποτέλεσμα. Αλλά και αργότερα η γερμανική διοίκηση με απόφασή της, στις 10 Οκτωβρίου του 1943, ενέταξε τα Σώματα αυτά στη διοίκηση των Ες-Ες παρά την επίσης έντονη αντίδραση του αυτού υπουργείου που προσπάθησε πλέον αυτή τη φορά ν΄ ανασυγκροτήσει την Πολιτοφυλακή που υφίστατο κατά την περίοδο του πολέμου 1940-1941.

Έτσι τον Μάρτιο του 1942, υπό την πίεση των Ιταλών η ελληνική κυβέρνηση δια των Νομαρχών άρχισε να χορηγεί άδειες οπλοφορίας σε ειδικά επιλεγμένα άτομα, τα οποία θα ενίσχυαν τους κατά τόπους Σταθμούς Χωροφυλακής, που είχαν αποδυναμωθεί με κύρια αποστολή την καταστολή του κομμουνισμού και την προστασία από επιθέσεις αντιστασιακών. Αυτά τα άτομα ήταν οι λεγόμενοι τότε «άνευ θητείας χωροφύλακες» που συγκρότησαν περίπου 19 τμήματα Ελλήνων εθελοντών που με την πάροδο του χρόνου τελικά εντάχθηκαν στη δύναμη της Χωροφυλακής.

Σημειώνεται ότι την περίοδο 1941-1943 οι συμπλοκές της Χωροφυλακής και Αστυνομίας με ομάδες αντιστασιακών ήταν αμφίπλευρα πολύ περιορισμένες.

Το παρασκήνιο της δημιουργίας
Στις 2 Δεκεμβρίου του 1942 παραιτείται ο Γ. Τσολάκογλου και πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Παιδείας και Πρόνοιας, (ιατρός - μαιευτήρας), Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος. Οι γερμανικές Αρχές πολύ γρήγορα όμως διαπίστωσαν ότι ο Λογοθετόπουλος παρά το επιστημονικό του κύρος δεν είχε ικανές δυνάμεις επιβολής στο διαμορφωμένο πολιτικό σκηνικό και σε διάστημα μόλις λίγων μηνών αναζητούσαν τον αντικαταστάτη του.

Ο εισηγητής Θ. Πάγκαλος
Την ίδια εκείνη εποχή κάποιοι απόστρατοι αξιωματικοί επικεφαλής των οποίων φέρονταν ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος άρχισαν ν΄ ανησυχούν από την εντεινόμενη δραστηριότητα του ΕΑΜ και ειδικότερα μετά τη δημιουργία του στρατιωτικού του σκέλους ΕΛΑΣ, θεωρώντας ότι αυτές, με το πρόσχημα της αντίστασης κατά των κατακτητών, είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν με το μέρος τους τον λαό της υπαίθρου, υπολογίζοντας ακόμα πως με τον εφοδιασμό τους με οπλισμό από τους Άγγλους θα επικρατούσαν τελικά μετά την απελευθέρωση.

Έτσι μετά από πολλές συζητήσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει η ίδια η Κυβέρνηση ν΄ αναλάβει μια ανεξαρτησία κινήσεων και δράσης επ' αυτού του ζητήματος ώστε να ματαιωθούν οι πόθοι αυτών των κομουνιστικών οργανώσεων που έτσι κι αλλιώς παρέμεναν εκτός νόμου. Παράλληλα ανέθεσαν στον φίλο του Πάγκαλου, Ιωάννη Βουλπιώτη ν΄ ανιχνεύσει επ' αυτού τις διαθέσεις των Γερμανών μέσω της φιλίας που διατηρούσε με τον πρώην στρατιωτικό ακόλουθο της Γερμανίας στην Αθήνα Κρίστιαν Φον Κλεμ. Όταν ο συνταγματάρχης Φον Κλεμ ενημερώθηκε σχετικά, και δι' αυτού ο Αρχηγός των Ες-Ες Ελλάδος φέρεται να μετέφερε θετική απάντηση όπου και στη συνέχεια ο Πάγκαλος, με σύμφωνη γνώμη και των άλλων αποστράτων, έσπευσε και ενημέρωσε σχετικά τον Ιωάννη Ράλλη, πείθοντάς τον τελικά ν΄ αναλάβει πρωθυπουργός, δηλώνοντάς του και την ακαταλληλότητά του γι΄ αυτή τη θέση εξαιτίας της προηγούμενης δικτατορίας του για την οποία και είχε διαβληθεί.

Ο Στ. Γονατάς, επίσης, βασικός εισηγητής των Τ.Α.

Στο σημείο αυτό φαίνεται αφενός μεν πως η επιλογή του Ιωάννη Ράλλη έγινε λόγω της απήχησης που είχε ως παλαιός βενιζελικός πολιτικός τόσο στη Πρωτεύουσα, που χρόνια πολιτευόταν, όσο και στην επαρχία, του οποίου ο αποτρεπτικός του λόγος για σύμπραξη των πολιτών με το ΚΚΕ και τις οργανώσεις του θα ήταν περισσότερο αποτελεσματικός, παρά τις υπόψη αντίθετες τότε υποδείξεις, που δεν έλειψαν, της ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου και πρωτίστως των Άγγλων που για ίδιο όφελος επιζητούσαν αντίσταση απ΄ όπου και να προέρχεται, αδιαφορώντας για τις εσωτερικές εξελίξεις (αν όχι σκόπιμες). Αλλά και αφετέρου η «περίεργα» άμεση σχεδόν αποδοχή του Ι. Ράλλη από τους Γερμανούς που συνέτειναν σ΄ αυτό εκτός των προτάσεων του Φον Κλεμ και άλλοι παράγοντες, ίσως και εξωθεσμικές οργανώσεις.






Δημιουργία
Η δημιουργία μιας ένοπλης δύναμης που σκοπό της θα είχε τη διατήρηση της έννομης τάξης και την καταπολέμηση των κομμουνιστών του ΕΛΑΣ ήταν όρος που έθεσε ο Ιωάννης Ράλλης προκειμένου να αναλάβει την πρωθυπουργία μετά την παραίτηση του Λογοθετόπουλου. Τη δημιουργία μιας τέτοιας δύναμης υποστήριξαν εξ αρχής οι εισηγητές Στυλιανός Γονατάς και Θεόδωρος Δ. Πάγκαλος, προκειμένου, όπως υποστήριζαν στην προβαλλόμενη προπαγάνδα τους, να εμποδίσουν μελλοντική επιστροφή του βασιλιά Γεώργιου Β' στην Ελλάδα. Άλλα σημαντικά πρόσωπα που επηρέαζαν την εποχή εκείνη τον πρωθυπουργό ήταν ο υπουργός Ταβουλάρης και ο Ι. Βουλπιώτης.

Από την πλευρά τους οι Γερμανοί είδαν ότι μια δύναμη κρούσης κατά της αντίστασης αποτελούμενη από Έλληνες είχε πλείστα πλεονεκτήματα, καθώς όχι μόνο οι ντόπιοι γνώριζαν καλύτερα το έδαφος, καθώς και τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην αντίσταση, που σήμαινε περισσότερο αποτελεσματικοί, αλλά πρώτιστα διευκόλυνε και το δικό τους έργο άνευ εμπλοκής δικών τους δυνάμεων, χωρίς και να παραβλέπεται ο εμφύλιος χαρακτήρας αυτών των συγκρούσεων με ότι σήμαινε για τους ίδιους.

Ως αρχικοί σκοποί της ίδρυσης των Ταγμάτων αναφέρθηκαν η τήρηση της τάξης σε περίπτωση κομμουνιστικών ενεργειών, καθώς και η παρεμπόδιση της επιστροφής του βασιλιά. Ο δεύτερος στην πορεία εγκαταλείφθηκε και πιθανόν αποτελούσε τρόπο για να πεισθούν να καταταχθούν στα Τάγματα οι Βενιζελικοί αξιωματικοί που είχαν αποταχθεί ήδη από το 1936 επί καθεστώτος Μεταξά Από την πλευρά τους, όσοι ανέλαβαν τη συγκρότηση και διοίκηση Ταγμάτων Ασφαλείας υποστήριξαν ότι το έκαναν προκειμένου να προφυλάξουν τον πληθυσμό από τη δράση του ΕΑΜ. Η δημιουργία τους έγινε με νόμο που ψηφίστηκε στις 7 Απριλίου του 1943 και η πρόσκληση για κατάταξη ανακοινώθηκε δημόσια τον Ιούνιο του '43.

Η προσέλευση εθελοντών στα Τάγματα ήταν αρχικά ελάχιστη, κι έτσι πυρήνα της νέας δύναμης αποτέλεσε η φρουρά των ευζώνων του Άγνωστου Στρατιώτη, τον Ιούνιο του 1943. Μέχρι το φθινόπωρο του 1943 η ύπαρξη του Τάγματος ήταν μάλλον τυπική, εν μέρει λόγω και του δισταγμού Γερμανών και Ιταλών να δώσουν όπλα. Με την συνθηκολόγηση της Ιταλίας όμως, το Σεπτέμβριο του 1943, οι Γερμανοί απέκτησαν διπλό πρόβλημα καθώς αφενός πολλά όπλα έπεσαν στα χέρια των αντιστασιακών οργανώσεων, κυρίως του ΕΛΑΣ, με αποτέλεσμα την κλιμάκωση της αντίστασης, αφετέρου τα ιταλικά στρατεύματα δεν αποτελούσαν πλέον φίλιες δυνάμεις και οι ζώνες ευθύνης τους έπρεπε να ελέγχονται από γερμανικά στρατεύματα. Επίσης, μετά τις ήττες σε Αφρική και Ιταλία, η Ελλάδα έγινε ευάλωτη σε πιθανή συμμαχική απόβαση. Έτσι, εντάθηκαν οι προσπάθειες για τη δημιουργία ντόπιων στρατιωτικών τμημάτων που θα πολεμούσαν την αντίσταση. Τον Ιανουάριο του 1944 η πίεση αυξήθηκε προς τους αξιωματικούς, που κλήθηκαν να καταταγούν υποχρεωτικά στα Τάγματα Ασφαλείας με κυρώσεις, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, τη διακοπή χορήγησης κουπονιών διατροφής και την απώλεια του δικαιώματος σύνταξης, αλλά και προς τους αστυνομικούς, με μαζικές απολύσεις από την Αστυνομία. Ρόλο στη σύσφιξη των σχέσεων των εθνικιστικών οργανώσεων με τους Γερμανούς έπαιξαν και οι επαφές του Βρετανού πράκτορα Στοττ με τους τελευταίους, που κατά τους Βρετανούς έδρασε με δική του πρωτοβουλία.


Οπλίτες των Ταγμάτων Ασφαλείας
Συγκρότηση
Το πρώτο Τάγμα Ασφαλείας, ή 1ο Τάγμα Ευζώνων, συγκροτήθηκε τον Μάιο του 1943 και διοικητής του ανέλαβε ο Φωκίων Διαλέττης. Όμως περί τα μέσα Ιουνίου αποφασίστηκε η συγκρότηση τεσσάρων ακόμη ταγμάτων. Έτσι τον Ιούνιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους δημιουργήθηκαν στην Αθήνα άλλα τέσσερα τάγματα, με δυναμικό 300 οπλίτες και 20 αξιωματικούς έκαστο. Η επάνδρωσή τους γινόταν με αξιωματικούς του στρατού, με υποχρεωτική κλήτευση νέων σειρών και αποστράτων αξιωματικών. Η φρουρά του Αγνώστου αποτέλεσε το φυτώριο και για τα επόμενα τακτικά "ευζωνικά τάγματα", καθώς η βασική εκπαίδευση δινόταν εκεί και στη συνέχεια τα Τάγματα έφευγαν για την ύπαιθρο, κυρίως δυτική Ελλάδα και Πελοπόννησο, όπου επιμέρους τμήματά τους ίδρυσαν τοπικά Τάγματα. Για κάθε τάγμα ευζώνων προβλεπόταν δύναμη 600 ανδρών και 50 αξιωματικών, καθώς και ενός Γερμανού αξιωματικού.

Στα Τάγματα κατατάσσονταν κυρίως εξαθλιωμένοι άνθρωποι που προσπαθούσαν έτσι να επιβιώσουν, καθώς η υπηρεσία συνοδευόταν με καλό για την εποχή μισθό και άλλα προνόμια και διευκολύνσεις, εγκληματίες και καταζητούμενοι, αντικομμουνιστές αξιωματικοί, ανάμεσα στους οποίους και αξιωματικοί τoυ ΕΔΕΣ Αθήνας, τους οποίους ο Ζέρβας καταδίκασε το Δεκέμβριο του 1943 και αποκήρυξε περί το Φεβρουάριο του 1944, πολιτικοί καιροσκόποι, καθώς και μέλη οργανώσεων που είχαν έρθει σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ ή είχαν διαλυθεί από αυτόν, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτά των 200 ανδρών της ΕΚΚΑ και μελών ομάδων του "Εθνικού Στρατού" που είχαν έρθει στην ύπαιθρο της Πελοποννήσου σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ και κατέφυγαν στις πόλεις, όπως και άτομα που είχαν χάσει συγγενείς τους εξαιτίας της δράσης των ανταρτών και ζητούσαν εκδίκηση.

"Ορκίζομαι εις τον Θεόν τον άγιον τούτον όρκον, ότι θα υπακούω απολύτως εις τας διαταγάς του ανωτάτου αρχηγού του γερμανικού στρατού Αδόλφου Χίτλερ. Θα εκτελώ πιστώς απάσας τας ανατεθησομένας μοι υπηρεσίας και θα υπακούω άνευ όρων εις τας διαταγάς των ανωτέρων μου. Γνωρίζω καλώς ότι διά μιαν αντίρρησιν εναντίον των υποχρεώσεών μου, τας οποίας διά του παρόντος αναλαμβάνω, θέλω τιμωρηθή παρά των γερμανικών στρατιωτικών νόμων".
Ο όρκος των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Από τα παραπάνω συγκροτημένα τάγματα το 2ο Τάγμα, που συγκροτήθηκε τον Ιούνιο, μετακινήθηκε στην Πάτρα προκειμένου εκεί να αποτελέσει τον πυρήνα του 2ου Συντάγματος Ευζώνων. Τα υπόλοιπα τέσσερα τάγματα στην Αθήνα συγκρότησαν το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων Αθηνών, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Ι. Πλυτζανόπουλος. Οι μονάδες αυτές καθώς και όσες δημιουργήθηκαν στη συνέχεια τέθηκαν υπό της Ανωτάτης Διοίκησης Ευζωνικών Ταγμάτων του υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Επικεφαλής όλων των ταγμάτων αυτών ανέλαβε στις 25 Νοεμβρίου ο προαχθείς σε υποστράτηγο Βασίλειος Ντερτιλής.

Η στολή των τακτικών Ταγμάτων ήταν αυτή των Ευζώνων του Άγνωστου Στρατιώτη, για αυτό το λόγο έμειναν γνωστοί και ως γερμανοτσολιάδες. Από τον Ιανουάριο του 1944 φόρεσαν χιτώνια του πρώην ελληνικού στρατού, και γερμανικά άρβυλα. Στη στολή τους τα ελληνικά εθνόσημα και το στέμμα είχαν αντικατασταθεί με ένα δάφνινο στεφάνι. Στον όρκο που έδιναν οι αξιωματικοί και οπλίτες των Ταγμάτων ορκίζονταν απόλυτη υπακοή στον Αδόλφο Χίτλερ και υπαγόταν στη δικαιοδοσία των γερμανικών στρατιωτικών νόμων.

Εθελοντικά Τάγματα Χωροφυλακής
Παράλληλα στην Πελοπόννησο ιδρύθηκαν επιπλέον Τάγματα, ως Πρότυπα Τάγματα Χωροφυλακής, που ουδεμία όμως σχέση είχαν με τα τάγματα Ευζώνων τόσο στη στελέχωση όσο και στην οργάνωση. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις του συνταγματάρχη Διονυσίου Παπαδόγκωνα με τους Ιταλούς και κατόπιν με τους Γερμανούς οι μονάδες αυτές σιτίζονταν και εξοπλίζονταν από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, ενώ τυπικά υπάγονταν στο Υπουργείο Εσωτερικών και το "Β' Αρχηγείο Χωροφυλακής". Αρχικά διστακτικοί οι Γερμανοί, επέτρεψαν τη δημιουργία των Ταγμάτων αυτών μετά και από προσωπική έγκριση του Χίτλερ, προκειμένου "να γλιτώσουν γερμανικό αίμα". Ο Παπαδόγκωνας, καθώς θεωρούνταν Βρετανόφιλος, προσέφερε τη γυναίκα και την κόρη του ως ομήρους στους Γερμανούς για να πείσει ότι δεν προτίθεται να πολεμήσει αυτούς, προσφορά που οι Γερμανοί αρνήθηκαν δείχνοντας εμπιστοσύνη. Δυο μέρες μετά την έγκριση του Χίτλερ, την 1η Νοεμβρίου του 1943, ιδρύθηκε στη Λακωνία το "Τάγμα Λεωνίδας", με όπλα από τους Γερμανούς και επικεφαλής το Λεωνίδα Βρεττάκο, αδερφό του Τηλέμαχου Βρεττάκου που είχε συγκροτήσει προηγούμενα δύναμη στην Πελοπόννησο και δολοφονήθηκε από τον ΕΛΑΣ.

Τα Τάγματα της Πελοποννήσου, που συγκροτήθηκαν σε χαλαρότερη βάση, φορούσαν στολές χωροφύλακα, πολιτικά ή παλιές γερμανικές και ιταλικές στολές. Ανώτατος διοικητής των Ταγμάτων ήταν ο αντιστράτηγος -διοικητής των SS και της αστυνομίας στην Ελλάδα- Βάλτερ Σιμάνα. Διοικητές των Ευζωνικών Ταγμάτων χρημάτισαν ο Βασίλειος Ντερτιλής και στη συνέχεια ο Αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Πλυτζανόπουλος.

Οι πιο γνωστοί Έλληνες αξιωματικοί των ΕΤΧ ήταν οι Διονύσιος Παπαδόγκωνας (διοικητής των Ταγμάτων Πελοποννήσου, σκοτώθηκε κατά τα Δεκεμβριανά στο Γουδί), Παναγιώτης Στούπας (διοικητής του Τάγματος Μελιγαλά, αυτοκτόνησε κατά την πολιορκία της Πύλου από δυνάμεις του ΕΛΑΣ), Λεωνίδας Βρεττάκος (διοικητής του Τάγματος "Λεωνίδας" στη Λακωνία), Νικόλαος Κουρκουλάκος (διοικητής του Τάγματος της Πάτρας) κ.α.

Δράση
Η δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν κατά βάση αντι-εαμική και αντικομμουνιστική. Αν και έγινε προσπάθεια να εξαπλωθούν σε ολόκληρη τη χώρα, κύριοι χώροι δράσης τους ήταν η Στερεά Ελλάδα (Αγρίνιο και Ναύπακτος) και η Πελοπόννησος (Τρίπολη, Πάτρα, Ναύπλιο, Γύθειο, Καλαμάτα, Σπάρτη κλπ ), καθώς και η Αθήνα, η Εύβοια και κατά καιρούς ορισμένες περιοχές της Θεσσαλίας. Στη Μακεδονία και Θράκη έδρασαν ένοπλοι χωρικοί, μέλη των εθνικιστικών οργανώσεων ΥΒΕ ΕΚΑ και ΠΑΟ, κατέφυγαν στους Γερμανούς έπειτα από απηνείς διώξεις του ΕΛΑΣ σχηματίζοντας τον Εθνικό Ελληνικό Στρατό (ΕΕΣ). Φορώντας πολιτικά ρούχα λειτουργούσαν ουσιαστικά ως φρουρές των χωριών τους, με γνωστότερους αρχηγούς τον Κυριάκο Παπαδόπουλο ή Κισά Μπατζάκ (Πιερία) και το Μιχαήλ Παπαδόπουλο (Μιχάλαγα) στην Κοζάνη. Οι δυνάμεις αυτές δεν υπάγονταν στα Τάγματα Ασφαλείας, ωστόσο ακολουθούσαν τους Γερμανούς σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και φρουρούσαν μαζί διάφορα στραγηγικής σημασίας σημεία (γέφυρες, περάσματα). Στην Κρήτη η συγκρότηση δοσιλογικής στρατιωτικής δύναμης σε γενικές γραμμές απέτυχε. Η συνολική δύναμη των Ταγμάτων έφτασε τις 22.000 στο τέλος της Κατοχής, σε 9 ευζωνικά και 22 εθελοντικά τάγματα.

Η πρώτη αυτόνομη ενέργεια των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Αθήνα ήταν η επιδρομή, στις 27 Νοεμβρίου 1943, στα στρατιωτικά νοσοκομεία και η εκκαθάρισή τους από κομμουνιστές. Διενεργούσαν επίσης ελέγχους σε σπίτια, που αποτελούσαν αφορμή για λεηλασίες και εκφοβισμό των πολιτών. Σε άλλες περιπτώσεις, ξυλοκοπούνταν και βιάζονταν γυναίκες που είχαν συγγενείς στον ΕΛΑΣ, και τα σπίτια τους καίγονταν. Το πρώην ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα αποτέλεσε φυλακή όπου τα Τάγματα κρατούσαν όσους αιχμαλώτους τους δεν έπαιρναν οι Γερμανοί στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου ή δεν στέλνονταν για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία. Τα Τάγματα συμμετείχαν επίσης ενεργά στα μπλόκα, όπως στο πρώτο και δεύτερο μπλόκο της Κοκκινιάς, στο μπλόκο της Καισαριανής, σε επιδρομές μαζί με τα SS στην Καισαριανή, το Βύρωνα και αλλού, καθώς και στην πολιορκία και τη μάχη στο λεγόμενο "Κάστρο του Υμηττού". Φρουρούσαν επίσης τα πτώματα όσων κρεμούσαν οι Γερμανοί έτσι ώστε να μην τα απομακρύνουν οι συγγενείς και να παραμένουν σε δημόσια θέα προς εκφοβισμό.

Τόσο τα Τάγματα Ευζώνων όσο και αυτά του Παπαδόγκωνα συμμετείχαν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών μαζί με το γερμανικό στρατό. Τον Ιανουάριο του 1944, το Τάγμα Βρεττάκου συμμετείχε στην εκκαθαριστική "Επιχείρηση Κότσυφας" σε συνεργασία με Γερμανούς. Στις 26 Φεβρουαρίου '44 τα Τάγματα συμμετείχαν σε επιδρομή στην Αχαία, το Μάρτιο του ίδιου χρόνου στη Λακωνία και Μεσσηνία, όπου δεν έδειξαν κανένα οίκτο για τον πληθυσμό, και τον Απρίλιο πάλι σε Αχαία και Ηλεία όπου φέρθηκαν με μεγάλη βαρβαρότητα. Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν στην Πελοπόννησο και κατά το καλοκαίρι. Τα Τάγματα Ασφαλείας βοήθησαν επίσης στην φύλαξη των Εβραίων της Πάτρας, που στάλθηκαν στο Άουσβιτς, και συμμετείχαν στην προετοιμασία της "Επιχείρησης Καλάβρυτα", που κατέληξε στη Σφαγή των Καλαβρύτων, συλλέγοντας πληροφορίες στα Καλάβρυτα και τις γύρω περιοχές για λογαριασμό των Γερμανών.Στην Εύβοια το εκεί Τάγμα έγινε διαβόητο για την απειθαρχία και τη βιαιότητά του, επιδιδόμενο επίσης σε εκβιασμούς και μαύρη αγορά.

Τα Τάγματα Ασφαλείας έκαναν και αρκετές εκτελέσεις ως αντίποινα για τους φόνους Γερμανών από τους αντάρτες. Στις 15 Μαρτίου του 1944 στην Πάτρα εκτελέστηκαν 200 κομμουνιστές υπό γερμανική επιτήρηση, 40 το Μάρτιο του '44 από το Τάγμα Καλαμάτας, ενώ στις 25 Απριλίου τουφεκίστηκαν 110 με πρωτοβουλία του Παπαδόγκωνα σε αντίποινα για τη δολοφονία από τους αντάρτες του Γερμανού στρατηγού Κρεχ, τον οποίο εκτιμούσε. Παράλληλα στις 31 Ιουλίου άντρες του Τ.Α. Αγρινίου κρέμασαν στα Καλύβια 60 αιχμάλωτους ΕΛΑΣίτες και ΕΑΜίτες. Αντίστροφα, οι γερμανικές αρχές τιμωρούσαν με αντίποινα (εκτελέσεις) το φόνο μελών των Ταγμάτων Ασφαλείας, μέτρο που ίσχυε και για τα δικά τους στρατεύματα. Όταν το Μάιο του '44 οι Γερμανοί κήρυξαν την Πελοπόννησο ζώνη πολέμου και απαγόρευσαν την επικοινωνία, τις συγκεντρώσεις, τις μετακινήσεις καθώς και την κυκλοφορία τα βράδυα, με την ποινή σύλληψης ή θανάτου, τα Τάγματα Ασφαλείας ανέλαβαν την τήρηση του μέτρου αυτού.

Σχέσεις με τις δυνάμεις κατοχής
Τα Τάγματα Ασφαλείας συνεργάζονταν στενά με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, τόσο ως μάχιμη δύναμη σε επιχειρήσεις όσο και σαν σώμα φύλαξης αιχμαλώτων, υποστηρικτική δύναμη, και ως αποσπάσματα θανάτου. Η συνεργασία τους χαρακτηριζόταν από τους ίδιους τους Γερμανούς σε αναφορές τους ως εξαιρετική. Είχαν επίσης συμμετοχή στις γιορτές για τα γενέθλια του Χίτλερ και για την 25η Μαρτίου που διοργάνωσαν οι Γερμανοί. Μετά την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ, στις 20 Ιουλίου 1944, ο Παπαδόγκωνας του έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα για τη διάσωσή του. Στο τηλεγράφημα απάντησε ο Χάινριχ Χίμλερ, αρχηγός των SS, ευχαριστώντας εκ μέρους του Φύρερ και υποσχόμενος επιπλέον εξοπλισμό για τα Τάγματα. Η συγκρότηση των στρατιωτικών αυτών σωμάτων αποτέλεσε και αντικείμενο προπαγάνδας για τη ναζιστική πολεμική προσπάθεια. Προβλήθηκαν από το Υπουργείο Προπαγάνδας του Βερολίνου ως τα "σκληροτράχηλα παλικάρια στο πλευρό της Βέρμαχτ".

Ένα από τα τελευταία πράγματα που έκαναν οι Γερμανοί αποχωρώντας από την Πελοπόννησο, ήταν να αφήσουν στα Τάγματα Ασφαλείας αποθήκες με πυρομαχικά και οπλισμό, για να συνεχίσουν τον πόλεμο εναντίον των κομμουνιστών. Ο Διοικητής των ευζωνικών Ταγμάτων Πλυτζανόπουλος υποστήριξε, καθώς πλησίαζε η απελευθέρωση, ότι οι Γερμανοί έπρεπε να αποχωρήσουν από την Ελλάδα χωρίς προβλήματα, για να αποφευχθεί περαιτέρω αιματοκύλισμα. Τα Τάγματα Ασφαλείας κάλυψαν την αποχώρηση των Γερμανών, εντυπωσιάζοντας τον Σιμάνα με την πίστη και την αγωνιστικότητά τους. Στην Πάτρα, ένας από τους όρους που έθεσε ο διοικητής του εκεί Τάγματος Κουρκουλάκος, προκειμένου να παραδοθεί, ήταν να αφεθούν οι Γερμανοί να αποχωρήσουν ανενόχλητοι.

Τα Τάγματα Ασφαλείας καταδικάστηκαν ως προδοτικά με διάγγελμα της κυβέρνησης του Καίρου τον Ιανουάριο του 1944, και με κοινή ανακοίνωση των αντιστασιακών οργανώσεων ΕΚΚΑ, ΕΔΕΣ και ΕΑΜ το Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου. Στη Συμφωνία της Καζέρτας, που προηγήθηκε της απελευθέρωσης της Ελλάδας, τα Τάγματα Ασφαλείας χαρακτηρίστηκαν όργανα του εχθρού.

Απελευθέρωση
Με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής από την Ελλάδα τα Τάγματα πολιορκήθηκαν σε διάφορες πόλεις από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ (Ναύπλιο, Αγρίνιο, Τρίπολη, Κόρινθο, Πάτρα) και παραδόθηκαν είτε σε αυτόν είτε σε βρετανικές δυνάμεις που κατέφθαναν στη χώρα. Ο διοικητής των Ταγμάτων της Πελοποννήσου Διονύσιος Παπαδόγκωνας, μετά την άρνησή του να συμπτυχθεί στην Αθήνα, περικυκλώθηκε στην Τρίπολη από τις δυνάμεις του Άρη Βελουχιώτη στα τέλη Σεπτεμβρίου του '44. Αφού πρώτα απέκρουσε επίθεση του ΕΛΑΣ, έσπειρε την τρομοκρατία στην πόλη, και τελικά παραδόθηκε την 1η Οκτωβρίου σε βρετανικό απόσπασμα μετά από μεσολάβηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και τις εγγυήσεις των Άγγλων αξιωματικών και μεταφέρθηκε αρχικά στις Σπέτσες και από εκεί στην Αθήνα.

Το Τάγμα Ασφαλείας Μελιγαλά μαζί με τους εναπομείναντες Ταγματασφαλίτες της Καλαμάτας εξολοθρεύτηκε από τον ΕΛΑΣ μέσα στην κωμόπολη ύστερα απο τριήμερη μάχη (13-15 Σεπτεμβρίου) την οποία ακολούθησε εκτέλεση των κατηγορουμένων αιχμαλώτων Ταγματασφαλιτών για εγκλήματα κατά του λαού της Μεσσηνίας, ενώ κατόπιν σε ανοικτό ΛαΪκό Δικαστηρίο στην Καλαμάτα, κρίθηκε ένοχος και εκτελέστηκε στην κεντρική πλατεία της πόλης ο νομάρχης Περωτής, επικεφαλής των Ταγμάτων Ασφαλείας της Μεσσηνίας και άλλοι 17 επιφανείς πολίτες ως κύριοι υποστηρικτές των Ταγμάτων. Εκτελέσεις δοσιλόγων έγιναν και στους Γαργαλιάνους και στον Πύργο. Το Τάγμα Ασφαλείας της Πάτρας με διοικητή τον Κουρκουλάκο αποχώρησε από την πόλη και οι άντρες του απομακρύνθηκαν από τους Βρετανούς και κλείστηκαν στο στρατόπεδο του Αράξου και το Τάγμα Ασφαλείας Αγρινίου παραδόθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου στον ΕΛΑΣ έπειτα από τριήμερη αντίσταση. Στην Αθήνα τα Τάγματα Ευζώνων αφοπλίστηκαν και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο του Γουδή.

Οι δοσιλογικές δυνάμεις της Μακεδονίας συγκεντρώθηκαν στο Κιλκίς, περικυκλώθηκαν όμως από τον ΕΛΑΣ και κλήθηκαν να παραδοθούν. Μετά την άρνησή τους ακολούθησε φονική και για τις δυο πλευρές μάχη, που τέλειωσε με την κατάληψη της πόλης από τον ΕΛΑΣ, την οποία ακολούθησαν εκτελέσεις όσων κρίθηκαν ως δοσίλογοι.

Μετά την Κατοχή
Δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας παρέμειναν επιτηρούμενες στο στρατόπεδο στου Γουδή, απελευθερώθηκαν όμως από εκεί από την κυβέρνηση Παπανδρέου, οπλίστηκαν και πολέμησαν στο πλευρό της κυβέρνησης και των Βρετανών κατά τα Δεκεμβριανά, την ένοπλη σύρραξη στην Αθήνα που σηματοδότησε την αρχή του Ελληνικού Εμφύλιου. Αρκετά μέλη τους δε, ενσωματώθηκαν στα Τάγματα Εθνοφυλακής, το στρατό που δημιουργήθηκε μετά την Κατοχή, επιδιδόμενοι σε βιαιότητες και εκδικητικές πράξεις εναντίον των αριστερών. Στη λογική της συμμετοχής τους στον εμφύλιο με την πλευρά του κυβερνητικού στρατού, αμνηστεύθηκαν πολλοί από τους καταδικασθέντες, μερικοί από τους οποίους ακολούθησαν καριέρα στον Ελληνικό Στρατό. Ο Παπαδόγκωνας, που σκοτώθηκε κατά τα Δεκεμβριανά, προάχθηκε μετά θάνατο με βάση κατοχικούς νόμους, ωστόσο η προαγωγή αποσύρθηκε ως "λάθος" μετά την κατακραυγή που ακολούθησε. Ο εμπνευστής των Ταγμάτων, Ιωάννης Ράλλης, αν και αθωώθηκε από το δικαστήριο των δοσιλόγων για τη δημιουργία των Ταγμάτων, όπως και ο Πάγκαλος, ωστόσο κρίθηκε ένοχος εσχάτης προδοσίας και πέθανε το 1946 στη φυλακή. Μολονότι τελικά τα πρώην μέλη των Τ.Α. βρέθηκαν στην πλευρά των νικητών μετά τον εμφύλιο πόλεμο, ουδέποτε κατάφεραν να κερδίσουν αισθήματα συμπάθειας ή έστω ουδετερότητας. Μέχρι και σήμερα ο χαρακτηρισμός "ταγματασφαλίτης" ή "ταγματαλήτης" είναι στη λαϊκή κουλτούρα ύβρις, συνώνυμη της προδοσίας και του δοσιλογισμού.

Σημειώσεις
Ο όρος "Τάγματα Ασφαλείας" με τη σημασία που του αποδόθηκε για τα Τάγματα Ευζώνων προήλθε κυρίως από την ελληνική προπαγάνδα που ακολούθησε της εποχής εκείνης. Για την ιστορική ακρίβεια όμως Τάγματα Ασφαλείας της ίδιας περιόδου ήταν και άλλα που δημιούργησαν οι Γερμανοί για τον αστυνομικό έλεγχο του ελληνικού χώρου. Αυτά ήταν το Ι και ΙΙΙ Αστυνομικά Τάγματα Εθελοντών που συγκροτούνταν από Ιταλούς πλαισιωμένοι από Γερμανούς και επάνδρωναν την Ειδική Υπηρεσία Ασφαλείας στην οποία υπαγόταν το περιβόητο κτίριο στην οδό Μέρλιν χαρακτηριζόμενο "ανακριτικό άντρο" και το στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Επίσης υπήρξαν τα Τάγματα Βέρνερ (3 τάγματα) που συγκροτούνταν από Έλληνες σλαβόφωνους της Μακεδονίας (κομιτατζήδες), όπως και άλλα 19 τμήματα εθελοντών που τοποθετήθηκαν σε διάφορες πόλεις εκτός από νησιά. Τα δε Τάγματα Ευζώνων οι Γερμανοί τα αποκαλούσαν στις επίσημες αναφορές τους ευζωνικά τμήματα. Μάλιστα, τα τελευταία ήταν τα μόνα στα οποία οι Γερμανοί αναγνώρισαν σπουδαίες και αξιοσημείωτες επιτυχίες κατά του κομμουνισμού, σύμφωνα με την από 2 Νοεμβρίου 1944 έκθεση Σιμάνα, του Ανώτερου Διοικητού των Ες-Ες στην Ελλάδα.