Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πραξικόπημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πραξικόπημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Η Δίκη των πρωταιτίων της Χούντας (28 Ιουλίου - 29 Αυγούστου 1975)

Η Δίκη των πρωταιτίων της Χούντας διεξήχθη από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού το καλοκαίρι του 1975 (28 Ιουλίου - 29 Αυγούστου) σε βάρος των υπευθύνων του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. 

Οι κατηγορίες που βάραιναν 24 απόστρατους αξιωματικούς του στρατού ξηράς και της αεροπορίας αφορούσαν τα αδικήματα της εσχάτης προδοσίας και της στάσης. 20 από αυτούς κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, τρεις φυγοδικούσαν ενώ ένας, ο Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, δικαζόταν την ίδια περίοδο στο στρατοδικείο με κατηγορίες βασανισμών και η υπόθεσή του διαχωρίστηκε.

ΣΠΑΝΙΟ ΝΤΟΚΥΜΑΝΤΕΡ ΜΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ 

Στο εδώλιο του κατηγορουμένου προσήχθησαν μόνο οι υπαίτιοι του πραξικοπήματος, διότι το αδίκημα χαρακτηρίστηκε στιγμιαίο -και όχι συνεχές- εξαιρώντας έτσι από τη δίκη την πλειονότητα των στελεχών της δικτατορίας.

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Γ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Σημειωτέον επίσης ότι, αρκετούς μήνες μετά την πτώση της χούντας οι πρωταίτιοι κυκλοφορούσαν ελεύθεροι, ή ήταν κατ' οίκον περιορισμένοι, όπως ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. Η εξήγηση αυτού του γεγονότος ήταν η εξής: Η κυβέρνηση της "Εθνικής Ενότητας" του Κωνσταντίνου Καραμανλή -που είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας από τις 24 Ιουλίου του 1974- εξέδωσε άμεσα ένα νομοθετικό διάταγμα, βάσει του οποίου χορηγήθηκε μια μάλλον ασαφής "αμνηστία" για όλα τα πολιτικά εγκλήματα του διαστήματος 21 Απριλίου 1967 - 23 Ιουλίου 1974, με προφανή στόχο να καταστεί δυνατή η απελευθέρωση και η επιστροφή από τους τόπους εξορίας, των φυλακισμένων και εκτοπισμένων αντιπάλων του δικτατορικού καθεστώτος, όπως και έγινε. Ωστόσο, η διαταγή αυτή δεν εξαιρούσε τους πραξικοπηματίες, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να παραμένουν ελεύθεροι. Με τη Γ΄Συντακτική της Πράξη, η Βουλή των Ελλήνων επιχείρησε να ερμηνεύσει το διάταγμα, με συνέπεια τα εγκλήματα των χουντικών να εξαιρεθούν από την αμνήστευση. Έτσι τελικά, άνοιξε ο δρόμος για οποιονδήποτε πολίτη το επιθυμούσε, να καταθέσει μηνύσεις εναντίον των πραξικοπηματιών για Εσχάτη προδοσία.

ΔΕΙΤΕ ΣΤΟ VIDEO: 
1. Η Δίκη των Πρωταιτίων του Πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 (28/07/1975-23/08/1975). Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΖΟΣ περιγράφει το γεγονός 
Στο ακροατήριο διακρίνονται ο Αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου-Νέες Δυνάμεις και Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΟΣ και ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. 
2. Τελευταία μέρα της δίκης των πρωταίτιων της Δικτατορίας
3. Δίκη των βασανιστών ΕΑΤ-ΕΣΑ στις Φυλακές Κορυδαλλού
Ορκωμοσία των μελών του Στρατοδικείου με προεδρεύοντα του Στρατοδικείου τον Ταξίαρχο Π. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟ. Ο Επίτροπος ΜΙΧΑΗΛ ΖΟΥΒΕΛΟΣ συνομιλεί με τους δικηγόρους των κατηγορουμένων (Γ. ΑΛΦΑΝΤΑΚΗΣ)
4. Ξεκινά η Δίκη των κατηγορουμένων για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στις Φυλακές Κορυδαλλού. Ο Πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου εφέτης ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ

Την αρχή έκανε μια ομάδα νεαρών δικηγόρων της Αθήνας μεταξύ των οποίων και ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, έτσι ώστε κινήθηκε η διαδικασία της ποινικής δίωξης, γεγονός που οδήγησε στη σύλληψή τους. Στις 23 Αυγούστου του 1975, ο πρόεδρος του 5μελούς Εφετείου Αθηνών Γιάννης Ντεγιάννης εκφώνησε την υπ' αριθμ. 477 απόφαση του δικαστηρίου το οποίο επέβαλε τις ακόλουθες ποινές:

  • Γεώργιος Παπαδόπουλος: Στρατιωτική καθαίρεση και θάνατος.
  • Στυλιανός Παττακός: Στρατιωτική καθαίρεση και θάνατος.
  • Νικόλαος Μακαρέζος: Στρατιωτική καθαίρεση και θάνατος.
  • Γρηγόριος Σπαντιδάκης : Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
  • Γεώργιος Ζωιτάκης: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
  • Οδυσσέας Αγγελής: Στρατιωτική καθαίρεση και 20ετής κάθειρξη.
  • Ιωάννης Λαδάς: Στρατιωτική καθαίρεση και 20ετής κάθειρξη.
  • Δημήτριος Ιωαννίδης: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
  • Νικόλαος Ντερτιλής: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
  • Μιχαήλ Μπαλόπουλος: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
  • Μιχαήλ Ρουφογάλης: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
  • Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
  • Κωνσταντίνος Ασλανίδης: Ερήμην σε ισόβια.
  • Αντώνιος Λέκκας: Ισόβια.
  • Γεώργιος Κωνσταντόπουλος: Ισόβια.
  • Δημήτριος Σταματελόπουλος: Ισόβια.
  • Στέφανος Καραμπέρης: Ισόβια.
  • Ευάγγελος Τσάκας: Ισόβια.
  • Νικόλαος Γκαντώνας: Ισόβια.
  • Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος: Ισόβια. (Ο Θεοφιλογιαννάκος παραπέμφθηκε και στη Δίκη των βασανιστών).

Ερήμην σε ισόβια καταδικάσθηκαν επίσης οι Ιωάννης Παλαιολόγος και Πέτρος Κωτσέλης.

Από τους υπόλοιπους καταδικασθέντες, σε έξι επιβλήθηκαν ποινές από 20ετούς καθείρξεως μέχρι 5ετούς φυλακίσεως, ενώ οι Αλέξανδρος Χατζηπέτρος, Κωνσταντίνος Καρύδας και έξι ακόμη κηρύχθηκαν αθώοι.

Σημειώνεται ότι ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, με απόφασή του, μετέτρεψε τις θανατικές ποινές σε ισόβια.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
τη Χούντα των Συνταγματαρχών ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1967. 
Αξιωματικοί του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, και συμμετοχή του ταξίαρχου Στυλιανού Παττακού και του συνταγματάρχη Νικολάου Μακαρέζου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα.

Με την ονομασία Χούντα των Συνταγματαρχών ή Δικτατορία των Συνταγματαρχών, ή απλούστερα εκ του διεθνούς ισπανικού και λατινοαμερικάνικου όρου Χούντα καθιερώθηκε να χαρακτηρίζεται η περίοδος της δικτατορίας στην Ελλάδα που επικράτησε μετά το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών στις 21 Απριλίου 1967. Η περίοδος αυτή κράτησε μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974, δηλαδή "επτά χρόνια" (οι οκτώ τελευταίοι μήνες της οποίας είναι γνωστοί και ως Χούντα του Ιωαννίδη) εξ ου και η περίοδος αυτή αποκαλείται "επταετία".

Όσον αφορά την ονομασία αυτή φέρεται να υιοθετήθηκε από τους Έλληνες δημοσιογράφους, ως ορολογία της διεθνούς ειδησεογραφίας στην οποία με την ονομασία "Χούντα των Συνταγματαρχών" είχε καθιερωθεί να ονομάζεται το πραξικόπημα και η Χούντα που είχε επιβάλει το 1952 ο Νάσερ στην Αίγυπτο. Σε εκείνη συμμετείχαν πράγματι μόνο συνταγματάρχες, οι αυτοκληθέντες "Ελεύθεροι Αξιωματικοί".

Στη διάρκεια της επταετίας σχηματίστηκαν τέσσερις δικτατορικές κυβερνήσεις: η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια 1967, η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπαδόπουλου 1967, η Κυβέρνηση Σπύρου Μαρκεζίνη 1973, η Κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσόπουλου 1973.
Στις 24 Ιουλίου 1974, αδυνατώντας η τελευταία κυβέρνηση να χειριστεί τα εξ υπαιτιότητάς της γεγονότα της Κύπρου, (απόπειρα δολοφονίας Μακαρίου Γ΄, το πραξικόπημα της Κύπρου και τον Αττίλα Ι), ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, προσκάλεσε από το εξωτερικό και διόρισε πρωθυπουργό τον Κ. Καραμανλή ο οποίος και ανέλαβε την λεγόμενη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

Ιστορικό πλαίσιο
Η ελληνική δικτατορία 1967-1974 θεωρείται διεθνώς ένα ακόμα επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, στην μάχη μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης να προσεταιριστεί έθνη στη πολιτική σφαίρα επιρροής της, ενισχύοντας φιλοσοβιετικές και φιλοκομμουνιστικές ομάδες, συχνά οδηγούσε σε αντίδραση από τη μεριά των Δυτικών και κυρίως των Αμερικανών που ήταν επικεφαλής του δυτικού συνασπισμού σε όμοιες αντίστοιχες ενέργειες.

Στο εσωτερικό των χωρών, στις πιο βίαιες περιπτώσεις, αυτή η μάχη κατέληγε είτε σε πλήρη επικράτηση των κομμουνιστών, όπως στο Βιετνάμ/Καμπότζη, ή σε στρατιωτική δικτατορία των πιο ακραίων δυτικόφιλων εθνικιστών (Χιλή, Αργεντινή). Στην περίπτωση της Ελλάδας, όπως και στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, οι στρατιωτικοί ανέλαβαν να αντιμετωπίσουν αυτό που εκλάμβαναν ως κομμουνιστικό κίνδυνο με περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών και εγκαθίδρυση δικτατοριών. Σε αυτήν την δράση τους είχαν συχνά την σιωπηρή ανοχή έως και σε μερικές περιπτώσεις, την ανοιχτή συμπαράσταση της Δύσης και κυρίως των ΗΠΑ μέχρι ακόμα και την ωμή παρέμβαση της CIA και των παραγόντων της.

Κατά τον Σάμιουελ Χάντιγκτον η ελληνική δικτατορία δεν πρέπει να αναλύεται ως ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά ως μέρος ενός παγκόσμιου παιχνιδιού, μέρος ενός κύματος δικτατοριών. Όπως εξηγεί ο συγγραφέας στο βιβλίο The Third Wave, με πολλές αναφορές στην ελληνική δικτατορία και μεταπολίτευση, ο κόσμος έχει περάσει τρία κύματα αποσταθεροποίησης και δημοκρατικοποίησης. Η Ελλάδα βρέθηκε στο τρίτο κύμα εκδημοκρατισμού, την περίοδο του 70-80 μαζί με άλλες χώρες όπως οι προαναφερθείσες Ισπανία, Πορτογαλία αλλά και οι Βραζιλία, Παναμάς, Γρενάδα κ.ά..

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου
Στις 21 Απριλίου του 1967 και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, αξιωματικοί του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, και συμμετοχή του ταξίαρχου Στυλιανού Παττακού και του συνταγματάρχη Νικολάου Μακαρέζου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα.

Έχοντας εξασφαλίσει περίπου 100 τεθωρακισμένα στην περιοχή της πρωτεύουσας, οι πραξικοπηματίες κινήθηκαν τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου και κατέλαβαν αρχικά το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Στη συνέχεια έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο έκτακτης ανάγκης του ΝΑΤΟ με κωδικό Σχέδιο Προμηθεύς, με αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής. Το συγκεκριμένο σχέδιο προορίζονταν για την αναγκαστική ανάληψη εξουσίας από το στρατό με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλλαν στην Ελλάδα δυνάμεις του Σοβιετικού Στρατού. Ο έμπιστος του βασιλιά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού στρατηγός Γρηγόριος Σπαντιδάκης αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγελή. Ο Αγγελής κάνοντας χρήση του νέου του αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ΄ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το Σχέδιο Προμηθεύς σε όλη τη χώρα.
Η μοναδική προσπάθεια για να αντιμετωπιστεί εγκαίρως το πραξικόπημα ήταν από την πλευρά κυρίως του υπουργού Δημόσιας Τάξης Γεωργίου Ράλλη ο οποίος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη για να κινητοποιήσει το Γ' Σώμα Στρατού (Θεσσαλονίκη). Δεν πρόλαβε, αφού το σχέδιο Προμηθεύς είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή με αποτέλεσμα ο ταξίαρχος Βιδάλης να αγνοήσει το σήμα του Ράλλη.

Σχέσεις Χούντας-ΗΠΑ
Οι Η.Π.Α. εφάρμοσαν την τακτική της realpolitik ως προς τις σχέσεις τους με το νέο καθεστώς. Έτειναν να αποδέχονται ως τετελεσμένο γεγονός τη δικτατορία επικαλούμενοι διάφορα εκλογικευτικά επιχειρήματα: ο απλός κόσμος της ελληνικής υπαίθρου και των αστικών κέντρων δεν έρχόταν σε ευθεία ρήξη με το καθεστώς. Γενικά η απουσία κάποιου ισχυρού αντιπολιτευτικού κινήματος στο εσωτερικό, η εκ μέρους της οικονομικής ολιγαρχίας του τόπου, υποστήριξης του καθεστώτος και οι διακηρύξεις της Χούντας για την πρόωθηση μέτρων εκδημοκρατισμού λειτουργούσαν αποτρεπτικά για την Αμερικανική πλευρά. Το κλειδί για την κατανόηση της αμερικανικής στάσης «βρίσκεται στο γεγονός της φιλοατλαντικής στάσης της ηγεσίας της χούντας». Απαιτούσε λεπτό χειρισμό η δημόσια στάση που θα εκδήλωναν οι Η.Π.Α. με δεδομένη την αντίδραση της φιλελεύθερης πτέρυγας των Δημοκρατικών. Αρχικά ο Ντιν Ράσκ απέτρεψε την έκφραση λύπης της Ουάσινγκτον για το πραξικόπημα. Στη συνέχεια άσκησε διακριτική πίεση για την ασφάλεια του Ανδρέα Παπανδρέου, δια μέσου του αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα ασκήθηκε πίεση για την προώθηση όχι άμεσα μα το ταχύτερο δυνατόν ελευθεριών και, τέλος υιoθέτησε την πρόταση του Τάλμποτ να ανασταλεί η αποστολή βαρέων όπλων στο πλαίσιο του Military Assistance Program. Τον Ιούλιο του 1967 η Αμερικανική πλευρά και συγκεκριμένα ο Ντιν Ράσκ,ο Υπουργός των Εξωτερικών των Η.Π.Α., εισηγήθηκε την μερική άρση του αποκλεισμού αποστολής βαρέων όπλων, χωρίς να αρθεί πλήρως. Είχε προηγηθεί η συνεργασία του καθεστώτος στον Πόλεμο των Έξι Ημερών με το να επιτρέψει τη χρήση των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα. Όταν εκδηλώθηκε το κίνημα του βασιλιά Κωνσταντίνου οι Αμερικανοί κράτησαν ουδέτερη στάση, αν και σε επίπεδο κορυφής προσδοκούσαν στην επικράτηση του βασιλιά, με τις δικές του όμως δυνάμεις, και χωρίς τη δική τους βοήθεια. Η αποχώρησή του στο εξωτερικό δημιουργούσε στις Η.Π.Α. ένα ζήτημα: στερούνταν ένα βασικό επιχείρημα, λόγω της παρουσίας του για μη αναγνώριση του καθεστώτος. Τελικά, στις 23 Ιανουαρίου 1968 ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον έστειλε επιστολή στο καθεστώς της Αθήνας αποκαθιστώντας πλήρως τις μεταξύ τους σχέσεις.



Η αποπομπή από την Ευρώπη
Η εσωστρέφεια της πολιτικής ζωής τα χρόνια που προηγήθηκαν της δικτατορίας είχε ωθήσει στο περιθώριο όλα τα ζητήματα που σχετίζονταν με τη Συμφωνία Σύνδεσης Ελλάδος-ΕΟΚ, η οποία προέβλεπε τη μεθοδευμένη και σταδιακή ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή και απαιτούσε δραστικές προσαρμογές σε διοικητικούς μηχανισμούς, οικονομικούς θεσμούς και δομές της χώρας. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας μόνο οι υποχρεώσεις που είχαν σχέση με το μέρος της Συμφωνίας που αφορούσε την τελωνειακή ένωση εφαρμόστηκαν. Η Ελλάδα και η Κοινότητα προσκολλήθηκαν στα συμφωνημένα χρονοδιαγράμματα για την εξάλειψη των δασμών. Όλοι οι άλλοι όροι, όπως αγροτική εναρμόνιση, και οικονομική βοήθεια, είχαν «παγώσει». Αυτή η επιλεκτική εφαρμογή της Συμφωνίας Σύνδεσης άλλαξε κατά έναν τρόπο την ισορροπία των μειονεκτημάτων και πλεονεκτημάτων υπέρ της Κοινότητας. Με τη δικτατορία, οι σχέσεις της Ελλάδος και της Ευρώπης περιήλθαν σε μια κατάσταση, όπως την αποκαλεί ο καθηγητής Πάνος Καζάκος, ελεγχόμενης κρίσης.

Υπό την πίεση κυρίως των σκανδιναβικών κυβερνήσεων -η πρωτοβουλία είχε δρομολογηθεί από τις αρχές του 1969 από τον Ολλανδό αντιπρόσωπο Μαξ Βαν Ντερ Στουλ - η Ελλάδα (μετά από προτροπή της Βρετανίας) αποχώρησε από το Συμβούλιο της Ευρώπης τον Δεκέμβριο του 1969 για να προλάβει καταδίκη της για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το τέλος της Χούντας
Η περίοδος της δικτατορίας δημοσιογραφικά φέρεται να τελείωσε όταν η Χούντα του Ιωαννίδη "κατέρρευσε" στις 24 Ιουλίου του 1974 κάτω από το βάρος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, παρόλο που η στρατιωτική ηγεσία παρέμεινε στη θέση της σχεδόν μέχρι το τέλος του έτους. Η εισβολή στην Κύπρο ξεκίνησε τέσσερις ημέρες νωρίτερα (στις 20 Ιουλίου 1974) και αποτέλεσε παράβαση του καταστατικού χάρτη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και της Συνθήκης Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι γνωστή με την ονομασία Αττίλας Ι που όμως είχε επέλθει κατάπαυση πυρός. Η Χούντα, που είχε την ευθύνη για την προάσπιση του νησιού, δεν αντέδρασε όπως θα έπρεπε, παραπλανημένη από τις διαβεβαιώσεις των Αμερικανών με αποτέλεσμα στην κατάληψη του 40% των εδαφών του νησιού.

Την 24η Ιουλίου έφθασε στην Αθήνα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με το προεδρικό αεροπλάνο της γαλλικής Προεδρίας, το οποίο έθεσε στη διάθεση του ο Γάλλος πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εσταίν. Το βόρειο τμήμα της Κύπρου (36,4% του εδάφους της) που μέχρι σήμερα βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή, καταλήφθηκε με τον Αττίλα ΙΙ ο οποίος ξεκίνησε στις 14 Αυγούστου του 1974, δηλαδή 20 ημέρες μετά, αφότου είχε αναλάβει η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και που ολοκληρώθηκε πέντε ημέρες αργότερα. Οι πραξικοπηματίες αφού τιμήθηκαν προαχθέντες όπως π.χ. ο Δ. Ιωαννίδης που προήχθη σε υποστράτηγο, από τον υπουργό Ε. Αβέρωφ, αργότερα συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη για τη δράση τους στην Εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Η ένοπλη κατάληψη της εξουσίας στις 21 Απριλίου και η περίοδος μέχρι και τις 24 Ιουλίου 1973 χαρακτηρίστηκε στιγμιαίο αδίκημα. Επίσης δεν ασκήθηκε δίωξη για την απόπειρα κατά της ζωής του Μακαρίου και το πραξικόπημα που ακολούθησε στην Κύπρο, με συμμετοχή Ελλήνων αξιωματικών που οδήγησαν τη χώρα σε κίνδυνο πολέμου, αλλά ούτε και ανοίχθηκε ο "Φάκελος της Κύπρου".

Σκάνδαλα και διαφθορά
Η επταετία της Χούντας σημαδεύτηκε από σκάνδαλα και πολλές περιπτώσεις χρηματισμού και ευνοιοκρατίας. Τα πιο γνωστά είναι το σκάνδαλο με τα λεγόμενα θαλασσοδάνεια του συνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά που έμεινε κοροϊδευτικά στην ιστορία ως ο κύριος καθαρά χέρια, το σκάνδαλο με τα σάπια κρέατα του συνταγματάρχη Μπαλόπουλου και οι τεράστιες χρηματικές δαπάνες για τους κοσμικούς εορτασμούς και την πολυτελή ζωή του αντισυνταγματάρχη (ο Παπαδόπουλος τον έκανε υποστράτηγο) Μιχάλη Ρουφογάλη, που του είχε ανατεθεί η διεύθυνση της ΚΥΠ, δηλαδή του εθνικά κρίσιμου τομέα των μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος επίσης εξασφάλιζε τη χορήγηση δανείων σε υποστηρικτές της χούντας, επιβαρύνοντας τις ελληνικές δημόσιες τράπεζες. Η ευνοιοκρατία και το ρουσφέτι επί χούντας γιγαντώθηκαν: ο Μακαρέζος διόρισε τον κουνιάδο του Αλέξανδρο Ματθαίου Υπουργό Γεωργίας, ο Λαδάς έκανε τον ένα ξάδερφό του στρατηγό και διοικητή της ΑΣΔΕΝ και έναν άλλο ξάδερφό του Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, και ο γαμπρός του Παττακού Ανδρέας Μεϊντάσης έγινε βαθύπλουτος παίρνοντας χαριστικά δουλειές από το Δήμο Αθηναίων. Ο στρατηγός Βασίλης Καρδαμάκης διορίστηκε διοικητής της ΔΕΗ και ο στρατηγός Αλέξανδρος Νάτσινας (πρώην αρχηγός ΚΥΠ με τεράστιες ευθύνες για το σχέδιο ΠΕΡΙΚΛΗΣ και το παρακράτος) διορίστηκε Πρόεδρος στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Ιωάννης Ζ΄ Παλαιολόγος - Το "τέλος" του αυτοκράτορα (έτος 1408)

Ο αυτοκράτορας που κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα

Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ζ´ Παλαιολόγος υπήρξε πρωτότοκος γιος του αυτοκράτορα Ανδρονίκου και της συζύγου του Μαρίας.

Αυτοκράτορας για λίγους μήνες.
Ο Ιωάννης Ζ´ είχε νόμιμα δικαιώματα στο θρόνο με βάση τη συμφωνία που είχε επιτύχει (1381) ο πατέρας του Ανδρόνικος Δ', τα οποία όμως αμφισβητήθηκαν με τη νέα σύγκρουση με τον πατέρα του λίγο πριν το θάνατό του (1385). Κατέλαβε την εξουσία τον Απρίλιο του 1390 με πραξικόπημα κατά του παππού του Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου, τον οποίο κατόρθωσε να περιορίσει σε θέση πολιορκούμενου σε ένα μικρό φυλάκιο κοντά στη Χρυσή Πύλη της Κωνσταντινούπολης. Το πραξικόπημα έγινε τη νύχτα της 14ης Απριλίου με τη βοήθεια του Σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄, ο οποίος επιθυμούσε την ανατροπή του Ιωάννη κυρίως για να προκαλέσει στο Βυζάντιο εσωτερική αναταραχή προς δικό του όφελος. Σύμμαχοι του Ιωάννη Ζ' ήταν και οι Γενουάτες, σταθερά αντίπαλοι του Ιωάννη Ε' διαρκώς συντασσόμενοι με τον Ανδρόνικο Δ'. Είχε προηγηθεί μάλιστα ταξίδι του Ιωάννη Ζ' στη Γένουα το 1389 προς αναζήτηση πολιτικής υποστήριξης έναντι του θείου του, Μανουήλ.

John VII Palaiologos.jpg
Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
Περίοδος εξουσίας
14 Απριλίου - 17 Σεπτεμβρίου του 1390
ΠροκάτοχοςΙωάννης Ε'
ΔιάδοχοςΙωάννης Ε'
Περίοδος εξουσίας
1399 - 1403
Περίοδος εξουσίας
1403 - 1408
ΟίκοςΠαλαιολόγοι
Γέννησηπερ. 1370
Θάνατος22 Σεπτεμβρίου 1408
Θεσσαλονίκη
ΠατέραςΑνδρόνικος Δ' Παλαιολόγος
ΜητέραΜαρία Κυράτζα
ΣύζυγοςΕιρήνη (Ευγενία Γατελούζαινα)
ΕπίγονοιΑνδρόνικος Ε' Παλαιολόγος
Θρησκείαορθόδοξος χριστιανός

Ανατροπή
Ενώ, λοιπόν, ο Ιωάννης Ε' υπερασπιζόταν το φυλάκιο, ο γιος του κατόρθωσε να ξεφύγει και να καλέσει βοήθεια από τους Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου. Έτσι, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο Ιωάννης Ε' επανέκτησε την εξουσία. Αμέσως μετά τον τερματισμό του πραξικοπήματος και την αποκατάσταση του Ιωάννη, ο Ιωάννης Ζ' αλλά και ο Μανουήλ κλήθηκαν από τον Βαγιαζήτ (βάσει των όρων υποτέλειας που είχε συμφωνήσει ο Ιωάννης Ε') να συμμετάσχουν στην επόμενη στρατιωτική εκστρατεία των Τούρκων, κατά της Φιλαδέλφειας, μέχρι εκείνη την ώρα σε Βυζαντινά χέρια. Βρέθηκαν έτσι σε κοινό στρατόπεδο, μαχόμενοι εναντίον του ίδιου του βυζαντινού κράτους. Ενώ βρίσκονταν στη Μ.Ασία τους αναγγέλεται η είδηση για το θάνατο του, απελπισμένου πια, Ιωάννη. Έτσι έμεναν μόνοι διεκδικητές του θρόνου ο Ιωάννης και ο Μανουήλ.


Άμυνα της πολιορκημένης πρωτεύουσας
Ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α' όμως δε δίστασε να αποκλείσει και να πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη, με πρόσχημα τη θέλησή του να αποκαταστήσει το νεαρό Ιωάννη. Ο κλοιός γύρω από την πόλη έγινε ασφυκτικότερος μετά την αποτυχημένη Σταυροφορία του 1396, που τερματίστηκε με τη συντριπτική νίκη του σουλτάνου στη μάχη της Νικόπολης το ίδιο έτος. Το 1399 εισήλθε πανηγυρικά ο Ιωάννης Ζ' στην Πόλη, χωρίς όμως να επιτρέψει την παράδοσή της στους Οθωμανούς. Ο ίδιος τέθηκε επικεφαλής της άμυνας, ενώ ο Μανουήλ κατέφυγε στη Δύση με σκοπό να συγκεντρώσει πολυτιμη βοήθεια. Όλοι περίμεναν το θαύμα, το οποίο ήρθε με τη μορφή του Ταμερλάνου. Το 1402 ο Βαγιαζήτ λύνει την πολιορκία για να αντιμετωπίσει τη Χρυσή Ορδή και ηττάται στην Άγκυρα.

Οριστικός συμβιβασμός
Οι απόπειρες συμφιλίωσης ανηψιού και θείου μετά το θάνατο του Ιωάννη Ε' (1391) δε δτέφτηκαν από επιτυχία, μέχρι που, το 1403, συνομολογήθηκε ο μεν Μανουήλ να αναλάβει τη διοίκηση της πρωτεύουσας, ο δε Ιωάννης να ελέγχει την περιοχή της Θεσσαλονίκης ως «ἒξαρχος πάσης Θετταλίας». Εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια ακόμη, έως δηλαδή το θάνατό του το 1408, που έδωσε τέλος στην τριαντάχρονη αλληλομαχία της οικογένειας.

Οικογένεια
Νυμφεύτηκε την πρωτότοκο κόρη του Francesco II Gattilusio Ευγενία, η οποία μετονομάστηκε σε Ειρήνη μετά το 1399. Μαζί απέκτησαν τον Ανδρόνικο.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Το Πραξικόπημα στη Χιλή (11 Σεπτέμβρη 1973) (VIDEO)

Ήταν 11 του Σεπτέμβρη ...


«Νίξον, Φρέι και Πινοτσέτ/ ως τώρα, ως τούτο τον πικρό/ μήνα Σεπτέμβρη του 1973,/ με τον Μπορνταμπέρι, τον Γκαρατσάτσου και τον Μπαντζέρ,/ ύαινες αχόρταγες, τρωκτικά,/ σιγοτρώνε τα λάβαρα,/ τα καταχτημένα με τόσο αίμα, με τόση φωτιά,/ στα τσιφλίκια ποδοπατημένα,/ διαβολικοί δραγουμιστές,/ σατράπες, μύριες φορές πουλημένοι,/ ξεπουλητάδες βαλτοί/ από τους λύκους της Νέας Υόρκης.../ πεινασμένες για δολάρια μηχανές,/ σημαδεμένοι από τα θύματα/ των λαών που θυσιάσατε,/ εκπορνευμένοι μικροπωλητές/ ψωμιού και αέρα αμερικάνικου,/ εγκληματικοί βούρκοι, συμμορίες/ από μαστρωπούς μπόσηδες/ δίχως άλλο νόμο απ' τα βασανιστήρια/ και την πείνα που μαστιγώνει τους λαούς...»
(Πάμπλο Νερούδα - «Σατράπες»)

Του Νίκου Μπογιόπουλου


Σήμερα συμπληρώνονται 41 χρόνια από την εκδήλωση ενός από τα πιο αιμοσταγή φασιστικά πραξικοπήματα στην Ιστορία. Το πραξικόπημα στη Χιλή στις11 Σεπτέμβρη 1973. Ήταν η απαρχή της πολύχρονης υπαγωγής της χώρας σε ένα από τα στυγνότερα φασιστικά καθεστώτα που επέβαλαν μέσα στον 20ό αιώνα το κεφάλαιο και οι πολυεθνικές για τη διατήρηση της εξουσίας τους. 

Στις 11 Σεπτέμβρη 1973, με τη δολοφονία του εκλεγμένου Προέδρου Αλιέντε και την ανατροπή της κυβέρνησης Λαϊκής Ενότητας, οι Αμερικανοί εγκατέστησαν τοποτηρητή τους στη Χιλή το κτηνώδες ανδρείκελό τους, τον δικτάτορα Πινοσέτ.

Από την ημέρα εκείνη και με την επικράτηση των χουντικών, ξεκινά ένα τρομακτικό πογκρόμ. Χιλιάδες κομμουνιστές, αριστεροί και δημοκράτες οδηγούνται στο Εθνικό Στάδιο του Σαντιάγκο, εκατοντάδες δολοφονούνται ύστερα από φρικτά βασανιστήρια.

Για περίπου ένα μήνα, οι εργάτες καθαριότητας ανακαλύπτουν στους δρόμους του Σαντιάγκο πτώματα δολοφονημένων με ρυθμό 250 - 300 την ημέρα...


Το πραξικόπημα στη Χιλή ήταν η αναγκαία προϋπόθεση για τη μετατροπή της χώρας σε ένα πεδίο εφαρμογής του πιο στυγνού νεοφιλελευθερισμού. Η χώρα χρησιμοποιήθηκε σε «πεδίο μελέτης» για τις «συνταγές» του Μίλτος Φρίντμαν και σε πειραματόζωο των «φαρμάκων» του ΔΝΤ.

Προ χούντας, το 1973, η ανεργία στη Χιλή ήταν 4,3%. Πέφτοντας – υπό τα τανκς της χούντας - στην αγκαλιά του ΔΝΤ, τα αποτελέσματα (περιγράφονται αναλυτικά από τον Γιώργη Μέρμηγκα, «Ελευθεροτυπία», 21/5/2001) ήταν τα εξής: 

  • Το 1983, έπειτα από 10 χρόνια «εκσυγχρονισμού» και αναδιοργάνωσης του χρέους, η ανεργία είχε φτάσει στο 22%, οι μισθοί είχαν μειωθεί 40%, το 40% των κατοίκων της χώρας ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας!
  • Καταργήθηκαν οι ελάχιστοι μισθοί.
  • Ιδιωτικοποιήθηκε ολόκληρο το σύστημα συνταξιοδότησης.
  • Καταργήθηκαν όλοι οι φόροι περιουσίας καθώς και οι φόροι επί των κερδών.
  • Μειώθηκε δραστικά, με απολύσεις, η απασχόληση στο Δημόσιο.
  • Ιδιωτικοποιήθηκαν 219 κρατικές βιομηχανίες και 66 κρατικές τράπεζες που τις «άρπαξαν» αμέσως σε τιμές 40% χαμηλότερες της πραγματικής τους αξίας τα κερδοσκοπικά κυκλώματα των διεθνών Οίκων που είχαν στήσει ένα ξέφρενο πανηγύρι με το καθεστώς Πινοσέτ.
  • Στη διετία 1982-83 το ΑΕΠ στη Χιλή μειώθηκε κατά 19%, οι βιομηχανίες έκλεισαν, οι συντάξεις δεν είχαν πια αξία και το νόμισμα κατρακύλησε.
Το 2005, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, το Ανώτατο Δικαστήριο της Χιλής αθώωσε τον Πινοσέτ για τις μαζικές δολοφονίες και τα βασανιστήρια κατά τη 17χρονη χούντα του...

Μετά την πτώση της χούντας, ήρθαν και δημόσια στο φως μέσα από επίσημα στοιχεία και έγγραφα όλα τα στοιχεία για την - υπό την καθοδήγηση του Κίσινγκερ - πρωταγωνιστική εμπλοκή των ΗΠΑ στο έγκλημα. Στα στοιχεία αυτά στηρίχτηκε το Ανώτατο Δικαστήριο της Χιλής, για να ζητήσει πριν από μερικά χρόνια την προσαγωγή του Κίσινγκερ ως κυρίως υπευθύνου για το πραξικόπημα. Η προσαγωγή δεν έγινε ποτέ...

Πέρσι, με αφορμή την 40η επέτειο του πραξικοπήματος, στο Σαντιάγκο χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους κρατώντας φωτογραφίες των θυμάτων του καθεστώτος του Πινοσέτ. Οι διαδηλωτές χτυπήθηκαν από τις δυνάμεις της αστυνομίας... Ανάμεσα στα άλλα ζητούσαν την τιμωρία των ενόχων αφού από το 1990, μετά την πτώση της χούντας, περίπου 1.300 υποθέσεις αγνοουμένων παραμένουν ανοιχτές, με τις αρχές να μη δίνουν κανένα στοιχείο...

Ελάχιστος είναι ο αριθμός των εγκληματιών του φασιστικού καθεστώτος που τιμωρήθηκαν για τα εγκλήματά τους. Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Ντιέγο Πορτάλες, συνολικά μόλις 76 στελέχη της δικτατορίας καταδικάσθηκαν για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και 67 εξ αυτών οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ακόμα και σήμερα περίπου 350 μηνύσεις που αφορούν 700 στελέχη της δικτατορίας δεν έχουν λάβει καν το δρόμο προς την «ανεξάρτητη» Δικαιοσύνη...

Ο επίσημος αριθμός νεκρών και εξαφανισθέντων ανέρχεται σε 3.065. Τα θύματα της 17χρονης δικτατορίας του Πινοσέτ στη Χιλή, οι φυλακισθέντες και οι βασανισθέντες, ξεπερνούν συνολικά τις 40.000, σύμφωνα με την εξεταστική επιτροπή που φτιάχτηκε γι' αυτόν ειδικά το λόγο στο Σαντιάγκο. Το 2005, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, το Ανώτατο Δικαστήριο της Χιλής αθώωσε τον Πινοσέτ για τις μαζικές δολοφονίες και βασανιστήρια των πολιτικών του αντιπάλων…

Η 11η Σεπτέμβρη του 1973 στη Χιλή, ο τιμημένος και ηρωικός αγώνας του λαού της, η θυσία, η αυτοθυσία, ο σφαγιασμός των υπερασπιστών της δημοκρατίας και της κοινωνικής απελευθέρωσης από τον ιμπεριαλισμό και τις μαριονέτες του, αποτελεί διαρκή υπόμνηση ενός βασικού συμπεράσματος που όσες φορές «ξεχάστηκε», οι λαοί το πλήρωσαν ακριβά:

Αν η επιλογή σου είναι να διαχειριστείς και όχι να ανατρέψεις, αν η επιλογή σου είναι να διατηρήσεις τις υπάρχουσες κρατικές δομές και όχι να τις διαλύσεις, να τις «τσακίσεις» κατά την ορολογία του Λένιν στο «Κράτος κι Επανάσταση», αν η επιλογή σου είναι η συνδιαλλαγή μαζί τους και όχι ο εκ βάθρων μετασχηματισμός τους, τότε - όσες καλές προθέσεις κι αν έχεις – αυτές οι κρατικές δομές, που φτιάχτηκαν για να εκμεταλλεύονται και όχι για να υπηρετούν το λαό, δεν θα μείνουν άπραγες. Θα στραφούν εναντίον των συμφερόντων του λαού. Και την εξουσία που συνεχίζουν να διατηρούν θα την στρέψουν με τον πιο βάρβαρο τρόπο πάνω στην κοινωνία.

«(…) ιδίως η Κομμούνα – έγραφαν οι Μαρξ και Ένγκελς ήδη από το 1872 στον πρόλογο του «Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος» - απέδειξε ότι δεν μπορεί "η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς"». Η Χιλή, ο λαός της και ο ίδιος ο ηρωικός Πρόεδρος Αλιέντε, που είδαν το στρατό του καπιταλιστικού κράτους υπό το ανδρείκελο των ΗΠΑ, τον Πινοσέτ, να ρημάζει τη δημοκρατία και να επιβάλλει τον τρόμο και το έγκλημα, πλήρωσαν με το αίμα τους την «αμέλεια» αυτής της βασικής διαπίστωσης.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO:  Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΟΠΕΡΑΤΕΡ

Παγκόσμιο και διαχρονικό σύμβολο λεβεντιάς, αυτοθυσίας και αξιοπρέπειας είναι τόσο οι εικόνες του θρυλικού Προέδρου Αλιέντε να υπερασπίζεται με το όπλο στο χέρι το προεδρικό μέγαρο της Χιλής από τους πραξικοπηματίες λίγο πριν τον τραγικό του θάνατο όσο και ο τελευταίος του λόγος προς το λαό της Χιλής που εκφωνήθηκε εν μέσω των βομβαρδισμών του γραφείου του.
O τελευταίος λόγος του Αλιέντε

«Σίγουρα αυτή θα είναι η τελευταία ευκαιρία για μένα να απευθυνθώ σε εσάς. Η Πολεμική Αεροπορία έχει βομβαρδίσει τις κεραίες των Radio Portales και Radio Corporación. Οι λέξεις μου δεν έχουν πικρία αλλά απογοήτευση. Είθε να έρθει μια ηθική τιμωρία για εκείνους που έχουν προδώσει τον όρκο τους: Στρατιώτες της Χιλής, οι δικαιούχοι αρχιστράτηγοι, ο Ναύαρχος Μερίνο, ο οποίος έχει αυτοανακηρυχθεί ο ίδιος διοικητής του ναυτικού, και ο κ. Μεντόζα, ο οποίος επαίσχυντα μόλις χθες ορκίσθηκε πίστη και αφοσίωση στην κυβέρνηση, και ο οποίος έχει επίσης αυτοανακηρυχθεί αρχηγός της Carabineros [παραστρατιωτικής αστυνομίας].

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, το μόνο πράγμα που απομένει για μένα είναι να πω στους εργάτες: δεν πρόκειται να παραιτηθώ! Ευρισκόμενος σε μια ιστορική μετάβαση, θα πληρώσω την πίστη του λαού με τη ζωή μου. Και τους λέω ότι είμαι βέβαιος ότι οι σπόροι που έχουμε φυτέψει στην καλή συνείδηση των χιλιάδων και χιλιάδων Χιλιανών δεν θα μείνουν συρρικνωμένοι για πάντα.

Έχουν δύναμη και θα είναι σε θέση να μας εξουσιάζουν, αλλά οι κοινωνικές διεργασίες δεν μπορεί να εμποδιστούν ούτε από το έγκλημα, ούτε από τη δύναμη.Η ιστορία είναι δική μας, και οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία.

Εργάτες της χώρας μου: Θέλω να σας ευχαριστήσω για την αφοσίωση που είχατε πάντα, την εμπιστοσύνη που εναποθέσατε σε έναν άνθρωπο που ήταν μόνο ένας διερμηνέας της μεγάλης λαχτάρας για τη δικαιοσύνη, ο οποίος έδωσε το λόγο του ότι θα σεβαστεί το Σύνταγμα και το νόμο και έκανε ακριβώς αυτό.

Σε αυτή την καθοριστική στιγμή, την τελευταία στιγμή που μπορώ ακόμα να απευθύνομαι σε εσάς, σας εύχομαι να επωφεληθείτε από το μάθημα: το ξένο κεφάλαιο, ο ιμπεριαλισμός, σε συνδυασμό με την αντίδραση, δημιούργησαν το κλίμα στο οποίο οι Ένοπλες Δυνάμεις έσπασαν την παράδοσή τους, την παράδοση που διδάχθηκαν από το στρατηγό Schneider και επιβεβαίωσαν με τον διοικητή Araya, θύματα του ίδιου κοινωνικού τομέα που σήμερα ελπίζει, με την ξένη βοήθεια, να κατακτήσει εκ νέου τη δύναμη να συνεχίσουν να υπερασπίζονται τα κέρδη τους και τα προνόμιά τους.

Απευθύνομαι σε εσάς, πάνω απ ‘όλα, τη σεμνή γυναίκα του τόπου μας, την Campesina που πίστεψε σε εμάς, τη μητέρα που γνώριζε την ανησυχία μας για τα παιδιά. Απευθύνομαι στους επαγγελματίες της Χιλής, τους πατριώτες επαγγελματίες που συνέχισαν να δουλεύουν εναντίον της στάσης που υποστηρίζεται από επαγγελματικά σωματεία, σωματεία ταξικά που υπερασπίζονται επίσης τα προνόμια της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Απευθύνομαι στη νεολαία, αυτή που τραγουδούσε και μας έδωσε τη χαρά της και το αγωνιστικό της πνεύμα. Απευθύνομαι στον άντρα της Χιλής, τον εργάτη, τον αγρότη, το διανοούμενο, εκείνον που πρόκειται να διωχθεί, γιατί στη χώρα μας ο φασισμός είναι ήδη παρών εδώ και πολλές ώρες – σε τρομοκρατικές επιθέσεις, σε ανατινάξεις γεφυρών, σε διακοπές σιδηροδρομικών γραμμών, σε καταστροφές αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενόψει της σιωπής όσων είχαν την υποχρέωση να δράσουν. Ήταν υποχρεωμένοι. Η ιστορία θα τους κρίνει.

Σίγουρα το Radio Magallanes θα σιγήσει, η ηρεμία και μεταλλικό όργανο της φωνής μου δεν θα σας φτάσει. Δεν πειράζει. Θα συνεχίσετε να την ακούτε. Θα είμαι πάντα δίπλα σας. Τουλάχιστον η μνήμη μου θα είναι αυτή ενός άνδρα αξιοπρεπή που στάθηκε πιστός στη χώρα του.

Οι άνθρωποι πρέπει να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, αλλά δεν πρέπει να θυσιαστούν. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να αφεθούν να καταστραφούν ή να διατρηθούν από σφαίρες, αλλά ούτε και να ταπεινωθούν.

Εργάτες της χώρας μου, έχω πίστη στη Χιλή και το πεπρωμένο της. Άλλοι άνδρες θα ξεπεράσουν αυτή τη σκοτεινή και πικρή στιγμή προδοσίας που προσπαθεί να επικρατήσει. Να πηγαίνετε προς τα εμπρός γνωρίζοντας ότι, αργά ή γρήγορα, οι μεγάλες λεωφόροι θα ανοίξουν και πάλι και οι ελεύθεροι άνθρωποι θα περπατούν μέσα από αυτές για να χτίσουν μια καλύτερη κοινωνία.

Ζήτω η Χιλή! Ζήτω ο λαός! Ζήτω οι εργαζόμενοι!

Αυτά είναι τα τελευταία λόγια μου, και είμαι βέβαιος ότι η θυσία μου δεν θα είναι μάταια, είμαι βέβαιος ότι, τουλάχιστον, θα είναι ένα μάθημα ηθικής που θα τιμωρήσει το κακούργημα, τη δειλία και την προδοσία.

Σαντιάγο της Χιλής, 11 Σεπτεμβρίου 1973»

ΠΗΓΗ: http://www.enikos.gr/mpogiopoulos/262379,Htan_11_toy_Septemvrh__.html

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΩΝ - 21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967

Το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967



Έμβλημα της Χούντας


Στις 21 Απριλίου του 1967 και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, επίορκοι αξιωματικοί του στρατού, υπό την φερόμενη ηγεσία του κινηματία Συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, και συμμετοχή του Ταξίαρχου Τεθωρακισμένων Στυλιανού Παττακού και του Συνταγματάρχη Νικόλαου Μακαρέζου, ομάδας αξιωματικών του στρατού ξηράς, καταλύοντας την Δημοκρατία και τους υφιστάμενους θεσμούς της χώρας και στρέφοντας τα διαπεπιστευμένα όπλα κατά του ελληνικού λαού, κατέλαβαν την εξουσία με πραξικοπηματικό κίνημα, το οποίο οι ίδιοι ονόμαζαν «Εθνοσωτήριον Επανάστασιν» ή «Επανάσταση της 21ης Απριλίου». H Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, δια του Δ΄ ψηφίσματος, (8 Ιανουαρίου 1975) χαρακτήρισε την κίνηση της 21ης Απριλίου 1967 ως πραξικόπημα.

Διαμόρφωση της πολιτικής σκηνής
Μετά τον Εμφύλιο του 1946-49 ήταν διάχυτος ο φόβος της επικράτησης του κομμουνισμού παρά την ήττα του ΔΣΕ και την εξορία των ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ. Οι κυβερνήσεις λάμβαναν μέτρα όπως η απαγόρευση του ΚΚΕ, η εκτόπιση αντιφρονούντων κ.λπ. Ορισμένοι αξιωματικοί στο στρατό, στην αστυνομία/χωροφυλακή, στηνΚΥΠ και αλλού θεωρούσαν ότι οι πολιτικοί δε λάμβαναν αρκετά μέτρα ή ότι δεν ήταν αρκετά ικανοί να αποτρέψουν τον κίνδυνο και είχαν ουσιαστικά αυτονομίσει τη δράση τους, δημιουργώντας το λεγόμενο «παρακράτος». Δημιουργήθηκαν ομάδες αξιωματικών, οι οποίες συνέρχονταν και αποφάσιζαν κοινή δράση χωρίς να λογοδοτούν ή να ελέγχονται από την πολιτική ηγεσία. Ταυτόχρονα με ψευδείς εκθέσεις ή με προβοκάτσιες προσπαθούσαν να πείσουν ότι η αριστερά είχε οργανωμένη δράση για την κατάληψη της εξουσίας. Οι κυβερνήσεις της εποχής κατά τις δεκαετίες '50 και '60 δε στάθηκε δυνατόν να ελέγξουν αυτούς τους παρακρατικούς μηχανισμούς είτε διότι δεν αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα του κινδύνου για τη δημοκρατία, είτε διότι πολλές φορές τα ανάκτορα παρενέβαιναν υπέρ τους, νομίζοντας ότι οι παρακρατικοί είναι ως επί το πλείστον ορκισμένοι φιλομοναρχικοί. Δείγματα της δράσης των παρακρατικών ήταν το σχέδιο «Περικλής», ως ένα βαθμό η «βία και νοθεία» στις εκλογές του 1961 και η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963.
Η δράση των αντιδημοκρατικών ακροδεξιών ομάδων αυτών εντάθηκε μετά τη νίκη στις εκλογές του 1963 της Ενώσεως Κέντρου με αρχηγό τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος ήταν μεν αντικομμουνιστής, πίστευε όμως ότι η πολιτική διώξεων κατά των κομμουνιστών μάλλον τους ενίσχυε παρά τους αποδυνάμωνε. Οι πραξικοπηματίες φοβούνταν την πιθανότητα νέας νίκης της Ενώσεως Κέντρου στις προσεχείς εκλογές. Μια νίκη της θα σήμαινε ενίσχυση της πτέρυγας του Ανδρέα Παπανδρέου και πιθανή κάθαρση του στρατεύματος από τα υπερδεξιά στοιχεία. Μια τέτοια κάθαρση αναμφισβήτητα θα περιλάμβανε πολλά από τα ηγετικά στελέχη του κινήματος. Η προηγούμενη προσπάθεια ελέγχου του στρατεύματος από την κυβέρνηση είχε καταλήξει σε σύγκρουση με τα ανάκτορα και την Αποστασία του 1965. Αν η Ένωση Κέντρου επανεκλεγόταν, η παρέμβαση των ανακτόρων θα ήταν πολύ πιο δύσκολη. Την ίδια στιγμή οι αντιαμερικανικές δηλώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, η χείρα φιλίας που έτεινε προς την ΕΔΑ και οι προτροπές του για ενίσχυση της φιλίας με τις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας είχαν θορυβήσει όλους τους δεξιούς θεσμικούς και εξωθεσμικούς παράγοντες, περιλαμβανομένων και των Αμερικανών. Λόγω της προχωρημένης ηλικίας του Γ. Παπανδρέου ο Α. Παπανδρέου διαφαινόταν ως ο διάδοχός του σε περίπτωση νίκης στις επερχόμενες εκλογές.
Υπήρχαν πολλές αναφορές στο ενδεχόμενο πολιτειακής εκτροπής, ενώ σχεδιαζόταν πραξικόπημα και από ανώτερους αξιωματικούς υπό τον στρατηγό Σπαντιδάκη με την ανοχή (αν όχι με την ενθάρρυνση) του βασιλιά Κωνσταντίνου Β'. Τα σενάρια αυτά αφορούσαν την αφαίρεση της εξουσίας από την Ένωση Κέντρου, σε περίπτωση νίκης της τελευταίας στις επερχόμενες εκλογές, και την αναστολή εφαρμογής ορισμένων άρθρων του Συντάγματος για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Οι αξιωματικοί που τελικά προέβησαν στο πραξικόπημα την 21η Απριλίου 1967 κινήθηκαν πιο γρήγορα και εξέπληξαν τους πάντες. Το καθεστώς δικαιολόγησε την κατάληψη της εξουσίας υποστηρίζοντας ότι υπήρχε κίνδυνος να καταληφθεί η εξουσία από τους κομμουνιστές. Οι πραξικοπηματίες ισχυρίστηκαν ότι είχαν ανακαλύψει εβδομήντα φορτηγά αυτοκίνητα φορτωμένα με ψεύτικες στρατιωτικές στολές, που οι κομμουνιστές θα χρησιμοποιούσαν για να κάνουν πραξικόπημα. Ποτέ δεν παρουσίασαν κάποιο από αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία και σύντομα και οι ίδιοι εγκατέλειψαν τη πρόφαση του επερχόμενου κομμουνιστικού κινδύνου.
Το χρονικό της συνωμοσίας του Πραξικοπήματος
Ο Συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο Ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός και ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Μακαρέζος συναντήθηκαν στο αρχηγείο των Τεθωρακισμένων στο Γουδή, στις 11.30΄ της 20ης Απριλίου . Ο Παπαδόπουλος δεν είχε λάβει ακόμα κάποιες πληροφορίες και πρότεινε να αναβάλουν το πραξικόπημα κατά είκοσι τέσσερις ώρες. Ο Παττακός αρνήθηκε κι η διαφωνία τους κράτησε αρκετή ώρα. Τελικά ο Παττακός ανακοίνωσε στους άλλους συνωμότες ότι εκείνος θα ξεκινούσε το κίνημα είτε τον ακολουθούσαν, είτε όχι [1] και τότε συμφώνησαν κι οι υπόλοιποι. Ωστόσο , το πραξικόπημα, είχε ήδη καθυστερήσει κατά μία ώρα και οι πρώτες μετακινήσεις μονάδων άρχισαν μετά τη 1π.μ. O λόγος που δίσταζε ο Παπαδόπουλος ήταν γιατί το μεσημέρι της ίδιας μέρας κάποιος είχε τηλεφωνήσει ανώνυμα στη γυναίκα του Συν/χη Λάζαρη και της είχε πει ότι η πολιτική ηγεσία ήξερε για τη βραδινή κίνηση.
Πρώτα κινήθηκαν τα τμήματα των καταδρομέων (ΛΟΚ). Αποτελούσαν τη λυδία λίθο επιτυχίας του κινήματος, που θα είχε πιθανότητες επικράτησης μόνο αν οι μονάδες αυτές κατόρθωναν να καταλάβουν όλα τα τηλεπικοινωνιακά κέντρα χωρίς να δοθεί το σήμα συναγερμού. Δεν έπρεπε να ειδοποιηθούν και να κινητοποιηθούν ο βασιλιάς, οι στρατηγοί, η κυβέρνηση πριν ολοκληρωθούν οι βασικοί στόχοι του κινήματος. Οι τηλεπικοινωνίες – κτίριο της ΕΡΤ (τότε ΕΙΡΤ), τηλεόραση, ραδιοφωνικοί σταθμοί, τηλεφωνικό κέντρο και στρατιωτικές εγκαταστάσεις ασυρμάτου - κατελήφθησαν μεταξύ 1 και 1.30΄ π.μ. χωρίς να δοθεί το σήμα του συναγερμού. Στους δρόμους επικρατούσε ησυχία, αφού δεν είχαν ακόμα κινηθεί τα τανκς και δεν κυκλοφορούσαν ομαδικά διάφορα στρατιωτικά καμιόνια. Οι στρατιώτες μετακινούνταν γρήγορα και αθόρυβα, κατά μικρές ομάδες, στους προκαθορισμένους στόχους δίχως να κινούν την προσοχή ή την περιέργεια. Ένα τζιπ γεμάτο στρατιώτες δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο στους αθηναϊκούς δρόμους. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά οι στρατιώτες της Χούντας είχαν θέσει υπό το λειτουργικό έλεγχό τους όλα τα τηλεπικοινωνιακά κέντρα

Το σχέδιο Προμηθεύς και οι συλλήψεις 
Ο Παπαδόπουλος είχε ετοιμάσει μια γραπτή διαταγή , που όριζε τις μετακινήσεις των αναγκαίων στρατιωτικών μονάδων, πλαστογραφώντας το όνομα του Βασιλιά. Οι συνωμότες απευθύνθηκαν στους αγουροξυπνημένους στρατιώτες διαβάζοντάς τους τη, δήθεν υπογεγραμμένη από το Βασιλιά, Διαταγή και τους ανέπτυξαν το σχέδιο μάχης, στο όνομα του Βασιλιά. Στη συνέχεια ο Παπαδόπουλος έστειλε το κωδικό σήμα για την ενεργοποίηση του Σχεδίου Προμηθεύς, σχέδιο εκτάκτης ανάγκης τουΝΑΤΟ. Το συγκεκριμένο σχέδιο προορίζονταν για την αναγκαστική ανάληψη εξουσίας από το στρατό με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλαν στην Ελλάδα δυνάμεις του Σοβιετικού Στρατού[2]. Βασικό στοιχείο του σχεδίου ήταν ότι έθετε όλες τις στρατιωτικές μονάδες υπό την άμεση ηγεσία του Υπουργού Άμυνας ή του Αρχηγού ΓΕΣ, στρατηγού Σπαντιδάκη ή του Βασιλιά, απαγορεύοντας ρητά την υπακοή τους σε οποιαδήποτε άλλη διαταγή.
Ο έμπιστος του βασιλιά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Γ. Σπαντιδάκης, αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγελή. Ο Αγγελής κάνοντας χρήση του νέου του αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ' Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το Σχέδιο Προμηθεύς σε όλη τη χώρα.
Έχοντας πια στη διάθεσή τους τηλέφωνα και ασυρμάτους, οι κινηματίες ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν στην επόμενη φάση του σχεδίου τους, στις συλλήψεις.
Είχαν αναθέσει σε ειδικές ομάδες τη σύλληψη κορυφαίων πολιτικών. Μόλις άρχισαν ταυτόχρονα τις συλλήψεις, άρχισαν να κινούνται τα τανκς και οι μονάδες Λοκατζήδων. Ο Παπαδόπουλος έφτασε στο Πεντάγωνο, όπου τον περίμεναν ο Συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς και ο Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Ασλανίδης. Οι στασιαστές όρμησαν μέσα και κατέλαβαν το κτίριο, χωρίς πάλι να δοθεί το σήμα του συναγερμού. Δώδεκα τανκς κι οκτώ θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού κύκλωσαν το Πεντάγωνο, ενώ άλλα τανκς βρέθηκαν μπροστά στα κτίρια της τηλεόρασης , των ραδιοφωνικών σταθμών και των τηλεφωνικών κέντρων, ώστε να αποκρουστεί κάθε απόπειρα ανακατάληψής τους. Κι αφού είχαν δρομολογηθεί οι συλλήψεις, άλλα τανκς άρχισαν να καταλαμβάνουν θέσεις στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από μεγάλα ξενοδοχεία (Χίλτον) και άλλα σφράγιζαν τους δρόμους που οδηγούσαν από την επαρχία στην Αθήνα. Αποκλείστηκε και το αεροδρόμιο του Ελληνικού.
Η πρώτη ειδοποίηση που πήρε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος για όσα συνέβαιναν ήταν από τον υπασπιστή του, Ταγματάρχη Μιχάλη Αρναούτη, όταν είδε ομάδα στρατιωτών να εισβάλλει στην κατοικία του στο Παλαιό Ψυχικό. Το τηλέφωνό του όμως νεκρώθηκε και τελικώς συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Πεντάγωνο. Από τις βροντές των πυροβολισμών, ξύπνησε και η Μαργαρίτα Παπανδρέου [3] . Η κατοικία του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν γειτονική του Μιχάλη Αρναούτη. Ένας Λοχαγός και τέσσερις κομάντος εισέβαλαν στην οικία και μετά από επεισοδιακή καταδίωξη συνέλαβαν τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Κωνσταντίνος αμέσως τηλεφώνησε στον Πρωθυπουργό Παναγιώτη Κανελλόπουλο όπου ο τελευταίος τον πληροφορούσε ότι τον συνελάμβαναν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, στις 2.23’ το πρωί.
Η δεύτερη ειδοποίηση ότι βρισκόταν σε εξέλιξη πραξικόπημα ήρθε στις 2.10΄ το πρωί, όταν ο αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας Τασιγιώργος άκουσε τις κινήσεις των στρατιωτικών μονάδων και τηλεφώνησε στον Υπουργό Δημοσίας Τάξης Γεώργιο Ράλλη. Ο Ράλλης προσπάθησε να τηλεφωνήσει στο Τατόι, αλλά το τηλέφωνό του είχε νεκρωθεί. Κατευθύνθηκε στο γειτονικό αστυνομικό τμήμα, από όπου κατόρθωσε μέσω ασυρμάτου Motorola να συνδεθεί με το Βασιλιά. Ο Βασιλιάς έδωσε εντολή στον Ράλλη να επικοινωνήσει με τους αξιωματικούς υπηρεσίας των Σωμάτων Στρατού στη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα, και σε άλλες πόλεις, να τους θέσει σε κατάσταση συναγερμού και να κινηθούν προς την Αθήνα. O Γεώργιος Ράλλης προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Επιτελάρχη του Γ΄ Σώματος Στρατού, Ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη, για να κινητοποιήσει τις δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη. Δεν πρόλαβε, αφού το σχέδιο Προμηθεύς είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή με αποτέλεσμα ο Ταξίαρχος Βιδάλης να αγνοήσει το σήμα του Ράλλη.[4]. Μόλις έλαβε το σήμα, ο Βιδάλης βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία. Έσπευσε να ζητήσει οδηγίες από το ΓΕΣ και ο Στρατηγός Σπαντιδάκης τον διαβεβαίωσε, ψευδώς, στο τηλέφωνο ότι ο Βασιλιάς ήταν σύμφωνος με ό,τι είχε γίνει και ότι έπρεπε να ανγνοήσει τη διαταγή Ράλλη[5].
Ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Μανώλης Γλέζος ήταν από τα πρώτα μέλη της Αριστεράς που συνελήφθησαν. Ο Γεώργιος Παπανδρέου συνελήφθη από αξιωματικούς στις 2.45΄ λέγοντάς τους, με τα προτεταμένα όπλα προς αυτόν: «Είναι η πέμπτη φορά που μου συμβαίνει!».
Πριν η ώρα πάει 3.00 π.μ., οι πραξικοπηματίες είχαν θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό τους την Αθήνα. Είχαν εγκλείσει τους σημαντικότερους κρατούμενούς τους στους θαλάμους των Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών, στο δεύτερο όροφο της Σχολής Τεθωρακισμένων, στο Γουδί. Χιλιάδες πολίτες είχαν μαντρωθεί στον Ιππόδρομο, στο Φαληρικό Δέλτα, στο γήπεδο Καραϊσκάκη στο Νέο Φάληρο και στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Διαπραγματεύσεις 
Στις 5.30΄ το πρωί, ο Ράλλης τηλεφώνησε πάλι στον Βασιλιά, του ανέφερε τις προσπάθειές του να επικοινωνήσει με τα Σώματα και του συνέστησε: «Παθητική αντίσταση Μεγαλειότατε, και ίσως αργότερα κάτι μπορέσετε να κάμετε» .[6]
Στις 6.00΄ το πρωί οι Συνταγματάρχες βγήκαν στο ραδιόφωνο για να αναγγείλουν την ανάληψη της εξουσίας από το στρατό στο όνομα του Βασιλιά. Ανήγγειλαν την αναστολή ορισμένων άρθρων του Συντάγματος: Επρόκειτο για τα άρθρα 5,6,8,10,11,12,14,18,20,95 και 97. Αυτό σήμαινε ότι δεν ίσχυαν πια οι διατάξεις που προέβλεπαν:
  • Οτι κανένας δε συλλαμβάνεται χωρίς δικαστικό ένταλμα,
  • Το δικαίωμα της ελεύθερης συγκέντρωσης προσώπων,
  • Το δικαίωμα της ίδρυσης και συμμετοχής σε σωματεία,
  • Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου,
  • Το απαραβίαστο της αλληλογραφίας.
  • Το άρθρο 18 απαγόρευε την επιβολή θανατικής ποινής σε πολιτικά εγκλήματα και έτσι μπορούσαν πλέον να συσταθούν και να λειτουργήσουν, χωρίς ειδικό νόμο, έκτακτα στρατοδικεία.
Στις 8.00΄ το πρωί οι κινηματίες ζήτησαν συνάντηση με τον Βασιλιά στο περικυκλωμένο από τανκς Τατόι. Αφού παρέδωσαν τα όπλα τους στο φυλάκιο εισόδου (και χάθηκε, έτσι, μια ευκαιρία σύλληψής τους) συνάντησαν τον Κωνσταντίνο από τον οποίο και ζήτησαν να υπογράψει διακηρύξεις, οι οποίες θα επέτρεπαν το σχηματισμό κυβέρνησης. Επικαλέσθηκαν τον κομμουνιστικό κίνδυνο και την προστασία του Θρόνου και, στις αρνήσεις του Κωνσταντίνου, ο Παττακός του δήλωσε :Οι Επαναστάτες δεν συζητούν, απαιτούν! .[7] Τελικά, ο Κωνσταντίνος δέχθηκε να μεταβεί στο Πεντάγωνο για μια τελική συνάντηση. Εκεί είχαν μεταφερθεί και κορυφαίοι πολιτικοί ηγέτες καθώς και ο Πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Πριν μεταβεί στο Πεντάγωνο, ο Κωνσταντίνος πέρασε από την κατοικία της μητέρας του,Φρειδερίκης στο Παλαιό Ψυχικό, μάλλον για να τη συμβουλευτεί. Στο Πεντάγωνο επικρατούσε χαώδης κατάσταση. Καθώς οι ώρες περνούσαν και δεν διαφαινόταν κάποια λύση, κατώτεροι αξιωματικοί απειλούσαν ανοιχτά, κραυγάζοντας, τους ανωτέρους τους. Ο Κωνσταντίνος μπόρεσε και συνάντησε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο για λίγα λεπτά. Ο Π. Κανελλόπουλος εισηγήθηκε στον Βασιλιά να διατάξει τους αξιωματικούς να καταθέσουν τα όπλα. Ο Βασιλιάς, όμως, δεν έλεγχε κανέναν από αυτούς που οπλοφορούσαν.
Υποχώρηση του βασιλιά - νομιμοποίηση της Χούντας
Αργά το μεσημέρι οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία. Ο Βασιλιάς δέχτηκε να αναλάβουν υπουργεία στρατιωτικοί και οι πραξικοπηματίες δέχτηκαν να γίνει Πρωθυπουργός μη στρατιωτικός. Ο Κωνσταντίνος πρότεινε τον Κωνσταντίνο Κόλλια, εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η επιλογή προκάλεσε γενική έκπληξη, ο δε Παπαδόπουλος αναγκάστηκε να ρωτήσει ποιος ήταν αυτός ο Κόλλιας. Ο Γρηγόριος Σπαντιδάκης ανέλαβε Υπουργός Άμυνας με υφυπουργό τον Στρατηγό Γεώργιο Ζωιτάκη και οι συνωμότες Γ. Παπαδόπουλος Υπουργός Προεδρίας, Στυλ. Παττακός Υπουργός Εσωτερικών και Νικ. Μακαρέζος Υπουργός Συντονισμού.
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β΄ ανάμεσα σε μέλη της δικτατορικής κυβέρνησης αμέσως μετά την ορκωμοσία του δεύτερου κλιμακίου στις 22 Απριλίου 1967. Διακρίνονται οι Παπαδόπουλος, Κόλλιας, Σπαντιδάκης (πρώτη σειρά), Ζωιτάκης, Παττακός (δεύτερη σειρά).
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρεσβευτή Φίλιπ Τάλμποτ, ο οποίος επισκέφθηκε τον Βασιλιά Κωνσταντίνο στα Ανάκτορα της οδού Ηρώδου Αττικού λίγο μετά την ορκωμοσία, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος του αποκάλυψε ότι δεν έλεγχε πλέον το στράτευμα και πως «Ορισμένοι απίστευτα βλάκες ακροδεξιοί μπάσταρδοι, που είχαν τον έλεγχο των τανκς, οδήγησαν την Ελλάδα στην καταστροφή». Ο Βασιλιάς ισχυρίστηκε ότι σκέφθηκε προς στιγμή να εκτελέσει τους πραξικοπηματίες, όταν έφτασαν στα Ανάκτορα για να ορκιστούν. Σκέφθηκε, όμως, ότι η κίνησή του δεν θα είχε καμία αξία, μια και τα Ανάκτορα ήταν περικυκλωμένα από τανκς επανδρωμένα από αξιωματικούς που τους ήταν πιστοί. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος δεν ήταν καθόλου βέβαιος για τις επόμενες κινήσεις του και σκεπτόταν σοβαρά αν θα ήταν καλύτερο να μείνει ή να φύγει από τη χώρα. Ρώτησε τον Τάλμποτ πόσος χρόνος θα χρειαζόταν για να φτάσουν στο Τατόι αμερικανικά ελικόπτερα, προκειμένου να μεταφέρουν τον ίδιο και την οικογένειά του εκτός Ελλάδας και αν υπήρχε περίπτωση να αποβιβαστούν Αμερικανοί πεζοναύτες στην Ελλάδα για να τον βοηθήσουν να ανακτήσει τον έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων.
Δικαιολογίες του πραξικοπηματία
Στις 27 Απριλίου ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, με την ιδιότητα του υπουργού Προεδρίας, έδωσε συνέντευξη τύπου σε έλληνες και ξένους δημοσιογράφους[9].
Δικαιολόγησε το πραξικόπημα λέγοντας πως η επέμβαση του στρατού ήταν επιβεβλημένη εξαιτίας της πορείας της χώρας προς τον κομμουνισμό. Ως αιτίες αυτής της πορείας παρουσίασε την αδυναμία συνεννόησης των πολιτικών μεταξύ τους και με τον Βασιλιά, καθώς και μια σχεδόν καθολική αντίληψη αναρχίας στην ελληνική κοινωνία. Κατά τον Παπαδόπουλο ο στρατός ήταν η μόνη πολιτικά ουδέτερη δύναμη ικανή να αποτρέψει την καταστροφή.
Ως πρωταρχικό στόχο του νέου καθεστώτος παρουσίασε την ανάπλαση της κοινωνίας ώστε να αποβληθεί η αναρχική αντίληψη. Για να δικαιολογήσει τα κατασταλτικά μέτρα χρησιμοποίησε το παράδειγμα του ασθενή που πρόσκαιρα ακινητοποιείται πάνω στο χειρουργικό τραπέζι προκειμένου να αποκατασταθεί η υγεία του.
Σε ερώτηση δημοσιογράφου αν η ασθένεια ήταν το ενδεχόμενο αποτέλεσμα των προκηρυχθεισών εκλογών το αρνήθηκε και είπε πως στόχος ήταν να αποτραπεί η πορεία προς τον κομμουνισμό μέσω του κοινοβουλίου, κατά το παράδειγμα της Τσεχοσλοβακίας.
Ισχυρίστηκε πως το πραξικόπημα ήταν αναίμακτο. Προσδιόρισε τους πολιτικούς που είχαν τεθεί υπό περιορισμό σε περίπου 25 και είπε πως σύντομα θα ήταν ελεύθεροι. Επίσης ανέφερε πως είχαν συλληφθεί περίπου 5.000 επικίνδυνοι κομμουνιστές, η τύχη των οποίων θα κρινόταν από επιτροπές ασφαλείας. Υποστήριξε πως είχε βρεθεί υλικό, για τη συγκέντρωση του οποίου απαιτήθηκαν 70 φορτηγά, που αποδείκνυε ότι προετοιμαζόταν κομμουνιστικό πραξικόπημα.
Για την τύχη της Αριστεράς είπε πως θα δημιουργηθούν συνθήκες τέτοιες που θα κάνουν τον κομμουνισμό ακίνδυνο, όπως στις μεγάλες χώρες της Ευρώπης.
Όταν ρωτήθηκε αν υπάρχει πρόθεση να κληθεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν γίνει μετάβαση από τη στρατιωτική διακυβέρνηση σε πολιτική, το διέψευσε.
Το Δικτατορικό Καθεστώς, που προήλθε από το πραξικόπημα, είναι γνωστό ως η Χούντα των Συνταγματαρχών.
Οι παλαιότερες παρεμβάσεις των στρατιωτικών στην πολιτική ζωή της Χώρας ήταν μικρής διάρκειας και σύντομα οι στρατιωτικοί αποχωρούσαν, δίνοντας τη θέση τους σε μια ευνοούμενη ομάδα πολιτικών. Αντίθετα, η Χούντα έδειξε ξεκάθαρα την απέχθειά της προς όλους τους πολιτικούς, ενώ μόνο μερικοί ασήμαντοι πρώην πολιτικοί προσφέρθηκαν να συνεργαστούν με το καθεστώς. Οι προθέσεις της Χούντας να παραμείνει στην εξουσία για μεγάλο χρονικό διάστημα φάνηκαν καθαρά μετά τη σύνταξη του νέου Συντάγματος, που στην ουσία ποτέ δεν εφαρμόστηκε στην πράξη.
Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό ο πυρήνας των πραξικοπηματιών θα συγκροτούσε το Επαναστατικό Συμβούλιο[10], υπό την αίρεση του οποίου θα τελούσε το νομοθετικό και εκτελεστικό έργο της κυβέρνησης. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ήταν αντίθετος σε ένα τόσο ισχυρό ρόλο του Συμβουλίου και πέτυχε τον έλεγχο της κυβέρνησης να ασκεί η Επαναστατική Επιτροπή, με μέλη τον Στυλιανό Παττακό, τον Νικόλαο Μακαρέζο και τον ίδιο.
Το δεκαπενταμελές Επαναστατικό Συμβούλιο θα συνεδρίαζε μια φορά το μήνα με αντικείμενο τις μείζονος σημασίας αποφάσεις της κυβέρνησης.
Ωστόσο ο Γεώργιος Παπαδόπουλος σύντομα συγκέντρωσε πάνω του όλες τις εξουσίες, καταργώντας στην πράξη τόσο το Επαναστατικό Συμβούλιο όσο και την Επαναστατική Επιτροπή.
Η δίκη των πρωταιτίων για εσχάτη προδοσία
Το καλοκαίρι του 1975 οι πρωταίτιοι του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου δικάστηκαν ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με τις κατηγορίες της στάσης και της εσχάτης προδοσίας, , αδικήματα που ενέπιπταν στα άρθρα 134 και 135 του Ποινικού Κώδικα και 63 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα.
Η σύνθεση του δικαστηρίου ήταν η ακόλουθη: Πρόεδρος ο Γιάννης Ντεγιάννης, σύνεδροι οι εφέτες Παναγιώτης Λογοθέτης, Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος, Ιωάννης Γρίβας και Γεώργιος Πλαγιαννάκος και εισαγγελέας ο Κωνσταντίνος Σταμάτης. Μετά από ακροαματική διαδικασία που διήρκεσε περίπου ένα μήνα (28 Ιουλίου - 23 Αυγούστου 1975) το δικαστήριο επέβαλε τις ακόλουθες ποινές στους κατηγορούμενους ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς:
Η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, η μετατροπή της ποινής και οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης.
Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, καθώς και ότι ωθήθηκαν στην πράξη τους από μη ταπεινά αίτια. Για τους Γεώργιο Παπαδόπουλο, Στυλιανό Παττακό και Νικόλαο Μακαρέζο το δικαστήριο δέχτηκε ότι υπήρξαν υποκινητές και επικεφαλής της στάσης, γι' αυτό και τους επεβλήθη η εσχάτη των ποινών, η θανατική ποινή.
Μετά από απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή, η θανατική ποινή για τους τρεις καταδικασθέντες μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Στον ίδιο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή αποδίδεται η ιστορική φράση «Και όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια». Η πράξη επιείκειας αντιμετωπίσθηκε με σφοδρότητα από το σύνολο της αντιπολίτευσης, κυρίως για το γεγονός της κυβερνητικής παρέμβασης σε αποφάσεις της δικαιοσύνης.
ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_21%CE%B7%CF%82_%CE%91%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85