Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλόσοφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλόσοφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και Φιλόσοφος

Ἰουστῖνον κώνειον ἦρεν ἐκ βίου,
Ὡς εἴθε πρῶτον τοὺς πιεῖν δεδωκότας.
Πρώτῃ Ἰουνίου Ἰουστῖνε ἐλλεβορίζῃ.

Η στάση του απέναντι στην Ελληνική φιλοσοφία απηχεί το πνεύμα της εποχής που χαρακτηριζόταν από έναν εκλεκτικισμό. Έτσι αναγνωρίζει την σπουδαία ηθική διδασκαλία των στωικών, αλλά απορρίπτει τις υλιστικές, μοιραλατρικές και πανθεϊστικές τους αντιλήψεις.

ΠΡΟΣΕΧΩΣ ...
ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ ΑΡΘΡΑ ΜΕ ΠΛΗΡΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΣΤΟΧΑΣΜΟ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ "ΑΠΟΛΟΓΗΤΗΣ".
______________________________________

Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, γνωστός και ως Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Ιουστίνος Καισαρείας (πιθ. 100 - περ. 165 μ.Χ.) ήταν χριστιανός φιλόσοφος και απολογητής, ο οποίος μεταστράφηκε από τον παγανισμό. Τα έργα του αντιπροσωπεύουν τις αρχαιότερες σωζόμενες Χριστιανικές απολογίες αξιόλογου μεγέθους.

Ι. Βιογραφία

Γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Σαμάρειας (σημερινή Ναμπλούς) (την αρχαία Συχέμ) στις αρχές του 2ου αιώνα. Γιος ελληνόφωνων μη Ιουδαίων (πιθανώς Ρωμαίων παγανιστών), έλαβε ευρεία φιλοσοφική μόρφωση από τις σχολές του στωικισμού, της περιπατικής, του πυθαγορισμού και του πλατωνισμού. Σπούδασε ρητορική και φολοσοφία στις σχολές της Γάζας και των Αθηνών.

1. Η στροφή του στον Χριστιανισμό
Στην αρχή εθνικός, αργότερα ασπάστηκε ένθερμα τον Χριστιανισμό, μετά από συζήτηση με έναν γέροντα-πιθανώς στην Αθήνα περί το 135 μ.Χ. - σχετική με τις πλατωνικές δοξασίες για τη μετεμψύχωση και την αθανασία της ψυχής. Αυτός του συνέστησε να διαβάσει τα βιβλία των προφητών και των αποστόλων. Όταν πήγε στη Ρώμη, παρέδωσε στον τότε αυτοκράτορα Αντωνίνο Πίο απολογία της χριστιανικής του πίστης. Εκεί ίδρυσε δική του σχολή, συνδυασμένη με τη λατρευτική πράξη. Οι μαθητές του ήταν ολιγάριθμοι, κυρίως μικρασιατικής και ιδίως φρυγικής καταγωγής. Μεταξύ αυτών ήταν ο Τατιανός και πιθανώς ο Ειρηναίος.

2. Το μαρτύριό του
Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες Πράξεις Ιουστίνου, συνελήφθη για τη χριστιανική του πίστη και, αφού βασανίστηκε, αποκεφαλίστηκε περίπου το 165 μ.Χ., επί εποχής Μάρκου Αυρηλίου. Το πιθανώτερο ήταν να συντέλεσε στη σύλληψή του ο κυνικός φιλόσοφος Κρήσκης, ο οποίος έβλεπε να αυξάνει το φιλοσοφικό κύρος του Ιουστίνου. Θεωρείται και εορτάζεται ως άγιος από την Ορθόδοξη, την Καθολική και τη Λουθηρανική Εκκλησία την 1η Ιουνίου. Στο κοιμητήριο της Πρίσκιλλας στη Ρώμη βρέθηκε η ενεπίγραφη πλάκα που κάλυπτε τον τάφο του, με την επιγραφή: Μ(άρτυς) Χ(ριστού) (Ι)ΟΥCTINOC.

ΙΙ. Η φιλοσοφία και η θεολογία του Ιουστίνου

Ο Ιουστίνος ξεκινά από ένας μεσοπλατωνικός φιλόσοφος για να καταλήξει στον Χριστιανισμό.

1. Η περί σπερματικού λόγου διδασκαλία του
Κατά τον Ιουστίνο η πλήρης και αιώνια αλήθεια είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Η χάρη του Θεού παραχώρησε σπέρμα της αλήθειας αυτής τόσο στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, όσο και στους Έλληνες φιλοσόφους. Ετσι, οτιδήποτε διατυπώθηκε από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και δεν περιέχει αντιφάσεις αλλά είναι αληθές, είναι χριστιανικό. Η επιλεκτική αυτή στάση καθοριζόταν από την πεποίθηση κατοχής της αλήθειας στην πληρότητά της.

2. Ο Ιουστίνος απένατι στην ελληνική φιλοσοφία
Η στάση του απέναντι στην Ελληνική φιλοσοφία απηχεί το πνεύμα της εποχής που χαρακτηριζόταν από έναν εκλεκτικισμό. Έτσι αναγνωρίζει την σπουδαία ηθική διδασκαλία των στωικών, αλλά απορρίπτει τις υλιστικές, μοιραλατρικές και πανθεϊστικές τους αντιλήψεις. Επίσης απορρίπτει την διδασκαλία του Πλάτωνα περί αθανασίας της ψυχής από τη φύση της και όχι από τον Θεό και ότι μπορεί να μεταβεί σε άλλα σώματα.

3. Ο Θεός και η δημιουργία του κόσμου
Υιοθετώντας τις διδασκαλίες του Πλάτωνα για τον Θεό, τον χαρακτηρίζει άρρητον, ανωνόμαστον, εν τοις επουρανίοις μένοντα, δημιούργησε τον κόσμο από άμορφη ύλη. Συγκεκριμένα ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο διά μέσου ενός άλλου, κατώτερου Θεού, μέσω του οποίου μας αποκαλύφθηκε. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από την καλοσύνη του για τους ανθρώπους.

4. Ανθρωπολογία
Οι άνθρωποι θα καταστούν αθάνατοι εφόσον με τα έργα τους αποδειχθούν αντάξιοι της δωρεάς του, που είναι ο κόσμος. Στην αθανασία μετέχουν και η ψυχή και το σώμα, αφού μετά τον φυσικό θάνατο θα αναστηθούν και τα ανθρώπινα σώματα. Θα υπάρξουν δύο αναστάσεις νεκρών: με τη Δευτέρα Παρουσία η πρώτη των δικαίων και μια καθολική μετά από χίλια χρόνια, οπότε θα λάβει χώρα και η τελική κρίση. ανάλογα με τις πράξεις του καθενός.

ΙΙΙ. Τα έργα του

Πολλά από τα έργα του Ιουστίνου έχουν χαθεί. Τα έργα που φέρουν το όνομά του και έχουν διασωθεί ως τις ημέρες μας χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:

α) Εκείνα που είναι αδιαμφισβήτητης γνησιότητας. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι δύο Απολογίες του. Η πρώτη απευθύνεται στον Αυτοκράτορα Αντωνίνο τον Ευσεβή και στους δύο θετούς γιους του, τον Μάρκο Αυρήλιο και τον Λεύκιο Βέρο, ενώ η δεύτερη, συνταγμένη λίγο αργότερα, απευθύνεται στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο και στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Εδώ ο Ιουστίνος, επικαλούμενος τη φωνή του δικαίου, ανασκευάζει τις κατά των χριστιανών κατηγορίες, επειδή μόνον αυτοί σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία διώκονται για τα θρησκευτικά του φρονήματα. Ταυτόχρονα προβάλει το οικουμενικό μήνυμα της χριστιανικής διδασκαλίας. Τα έργα αυτά επηρέασαν τους Τατιανό και Αθηναγόρα ενώ ο Ευσέβιος το εγκωμιάζει. Επίσης ο Προς Τρύφωνα Ιουδαίον Διάλογος, που θεωρήθηκε η αρχαιότερη χριστιανική αυτοβιογραφία, παρουσιάζεται ένας διάλογος μεταξύ του Ιουστίνου και του Ιουδαίου Τρύφωνα. Επικεντρώνεται στην υπεροχή της χριστιανικής διδασκαλίας έναντι των αρχαίων φιλοσοφικών συστημάτων και του μωσαϊκού νόμου.

β) Εκείνα που είναι αμφίβολης γνησιότητας. Για αυτά τα έργα υπάρχει αντιλογία μεταξύ των ερευνητών όσον αφορά το αν είναι συγγραφέας τους ο Ιουστίνος. Εντούτοις, υπάρχει συμφωνία όσον αφορά τον χρόνο συγγραφής τους, ο οποίος πιστεύεται ότι δεν ξεπερνά τον 3ο αιώνα. Τέτοια έργα είναι τα εξής: Προς Έλληνας, Λόγος Παραινετικός Προς Έλληνας, Περί Μοναρχίας, Προς Διόγνητον, αποσπάσματα από το έργο Περί Αναστάσεως, καθώς και άλλα μικρότερα αποσπάσματα. Ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία των απαρχών της υμνογραφίας θα είχε το έργο του Ψάλτης, το οποίο θα περιείχε πιαθνώς ύμνους δικούς του.

γ) Τα έργα που αναμφίβολα δεν γράφτηκαν από τον Ιουστίνο και θεωρούνται νόθα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα εξής: Έκθεσις της Ορθής Πίστεως (αποδίδεται στον Θεοδώρητο), Αποκρίσεις Προς τους Ορθοδόξους Περί Τινων Αναγκαίων Ζητημάτων, Ερωτήσεις Χριστιανικαί Προς τους Έλληνας, Ερωτήσεις Ελληνικαί Προς τους Χριστιανούς, Προς Ζήνα και Σερήνο και Ανατροπή Δογμάτων Τινων Αριστοτελικών. Για τα δύο τελευταία δεν υπάρχει καμία ένδειξη για το χρόνο συγγραφής τους, ενώ τα υπόλοιπα είναι βέβαιο ότι γράφτηκαν μετά την Σύνοδο της Νίκαιας.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Ουμπέρτο Έκο, Ιταλός φιλόσοφος και λογοτέχνης

Έφυγε 19 Φεβρουαρίου 2016 ο Ιταλός φιλόσοφος και λογοτέχνης. Γνώριζε άπταιστα πέντε γλώσσες, μεταξύ των οποίων αρχαία ελληνικά και λατινικά, τις οποίες χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στα βιβλία του, επιστημονικά και λογοτεχνικά. Ήταν έντονα πολιτικοποιημένος και αριστερός, με φανερή συμπάθεια στα αριστερά κόμματα. Παρόλα αυτά ποτέ δεν είχε ενταχτεί σε κανένα κόμμα, δείγμα της αδογμάτιστης και αδούλωτης προσωπικότητάς του.
Umberto Eco 04.jpg

Ο Ουμπέρτο Έκο (ιταλ.: Umberto Eco, 5 Ιανουαρίου 1932 - 19 Φεβρουαρίου 2016) ήταν Ιταλός σημειωτιστής, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, λογοτέχνης κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος.

Από το 1975 κατείχε την έδρα του Καθηγητή Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, ενώ από το 1988 ήταν πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο. Ήταν συγγραφέας πολλών μελετών και δοκιμίων, που έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε πολλές γλώσσες ανά τον κόσμο. Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1965, ενώ το 1980 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα (Το όνομα του Ρόδου), που τιμήθηκε με το βραβείο Strega (1981), και το Medicis Etranger (βραβείο που δίνεται στον καλύτερο ξένο λογοτέχνη στην Γαλλία) το 1982.

Λέγεται ότι το επώνυμο Έκο είναι το αρκτικόλεξο των λατινικών λέξεων Ex Coelis Oblatus, που σημαίνει «θεϊκό δώρο».

Ο Έκο γεννήθηκε στην Αλεσσάντρια του Πιεμόντε το 1932. Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Έκο και η μητέρα του μετακόμισαν σε ένα χωριό στα βουνά του ιταλικού βορρά. Εκεί ο μικρός Ουμπέρτο παρακολουθούσε τις μάχες ανάμεσα στους φασίστες και στους παρτιζάνους με ανάμεικτα συναισθήματα - συνεπαρμένος μεν από τη δράση, αλλά και εν μέρει ευγνώμων που ήταν τόσο πολύ για να αναμειχθεί. Ο ίδιος θυμάται εκείνη την εποχή «σαν ένα μικρό γουέστερν. Αυτοί οι λόφοι είναι στη μνήμη μου το θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, στις οποίες ήμουν αυτόπτης μάρτυρας, στην ηλικία των 12 ετών».

Μετά τις πιέσεις του πατέρα του, πήγε να σπουδάσει Νομική στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, αλλά εγκατέλειψε αυτόν τον τομέα και ακολούθησε σπουδές Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας και Λογοτεχνίας. Έγινε διδάκτορας Φιλοσοφίας το 1954, ολοκληρώνοντας τη διατριβή του για τον Θωμά Ακινάτη. Αυτό το θέμα αποτέλεσε και το αντικείμενο του πρώτου του βιβλίου «Ζητήματα αισθητικής στον Θωμά Ακινάτη». Στη διάρκεια των σπουδών του ο Έκο έπαψε να πιστεύει στον Θεό και εγκατέλειψε την Καθολική εκκλησία.

Μετά τις σπουδές άρχισε την ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία και, παράλληλα, δέχθηκε την θέση του Διευθυντή Πολιτιστικού Προγράμματος στην Κρατική Ιταλική Τηλεόραση (RAI). Αυτή η θέση του έδωσε την ευκαιρία να δει την κοινωνία μέσα από τα μάτια των ΜΜΕ, που τότε μονοπωλούνταν και ελέγχονταν από την κυβέρνηση.

Το 1959 ο Έκο έχασε τη δουλειά του στη RAI, γεγονός που δεν τον ενόχλησε ιδιαίτερα, γιατί έτσι βρήκε χρόνο για να ασχοληθεί περισσότερο με το γράψιμο και τις διαλέξεις. Με το δεύτερο βιβλίο του («Τέχνη και κάλλος στην αισθητική του Μεσαίωνα») απέδειξε στον πατέρα του ότι βρήκε τον δρόμο του στη ζωή (και τη δουλειά που του ταίριαζε) μέσα από τη λογοτεχνία.

Τον ίδιο χρόνο έγινε γενικός επιμελητής του μη λογοτεχνικού τομέα του εκδοτικού οίκου Bompiani στο Μιλάνο και άρχισε να γράφει τη στήλη «Diario Minimo» («ελάχιστο ημερολόγιο») στην εφημερίδα «Il Verri». Μέσα από τη στήλη αυτή οι απόψεις του για την γλωσσολογία και την κοινωνική πραγματικότητα μπήκαν στα σπίτια των Ιταλών. Μέσα από τη στήλη αυτή άρχισε να εστιάζει το ενδιαφέρον του και να εκλεπτύνει τις απόψεις του στη σημειολογία.

Με τα ακαδημαϊκά γραπτά του ο Έκο εστιάζει στη σημειολογία και στις επιπτώσεις της στην κοινωνία. Μελέτησε σε βάθος τις κοινωνίες από τον Μεσαίωνα ως σήμερα και τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στις γλώσσες, στα σύμβολα και στην κοινωνική ανάπτυξη. Έγραψε δεκάδες δοκίμια («Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία», «Μεταξύ ψεύδους και ειρωνείας», «Κήνσορες και θεράποντες» (πρωτότυπος τίτλος στα ιταλικά «apocalittici e integrati»), «Ο υπεράνθρωπος των μαζών», «Θεωρία της σημειωτικής», «Η Αποκάλυψη του Ιωάννη», «Πέντε ηθικά κείμενα», «Δεύτερο ελάχιστο ημερολόγιο», «Η ποιητική του Τζέιμς Τζόις», «Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει» κ.ά.), ενώ παράλληλα συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες.

Από το 1962 ως το τέλος του 1970 ο Έκο ανέπτυξε τη δική του θεωρία στη σημειολογία. Το 1965 εξελέγη καθηγητής Οπτικών Επικοινωνιών στη Φλωρεντία και το 1966 μετακόμισε στο Μιλάνο, όπου και έγινε καθηγητής της Σημειολογίας στο εκεί πολυτεχνείο. Το ακαδημαϊκό του ενδιαφέρον άρχισε να στρέφεται στις πολιτιστικές μελέτες και άρχισε να ερευνά τον ρόλο της γλώσσας και της λογοτεχνίας στην κοινωνία, καθώς και την επίδραση της κοινωνίας στη λογοτεχνία και τη γλώσσα. Το 1971 το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια του προσέφερε τη θέση του Τακτικού Καθηγητή της Σημειολογίας. Το 1974 ο Έκο οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσμο Σημειολογικών Μελετών.

Οι μεγάλες αλλαγές που έφερε η δεκαετία του 1970 στην ιταλική κοινωνία επηρέασαν και τα γραπτά του Ουμπέρτο Έκο. Άρχισε, λοιπόν, να γράφει μυθιστορήματα (Το όνομα του Ρόδου - 1980, Το Εκκρεμές του Φουκώ - 1988, Το νησί της προηγούμενης μέρας - 1994, Μπαουντολίνο - 2001, Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα - 2006, Το κοιμητήριο της Πράγας - 2010, Το φύλλο μηδέν- 2015). Όταν έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα «Το όνομα του Ρόδου», οι εκδότες του υπολόγιζαν τις πωλήσεις γύρω στα 30.000 αντίτυπα. Δεν φαντάζονταν ποτέ τις πωλήσεις 9.000.000 αντιτύπων που σημείωσε τελικά το βιβλίο παγκοσμίως, κάνοντας τον συγγραφέα γνωστό στον εξωακαδημαϊκό κόσμο.

Ο Έκο γνώριζε άπταιστα πέντε γλώσσες, μεταξύ των οποίων αρχαία ελληνικά και λατινικά, τις οποίες χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στα βιβλία του, επιστημονικά και λογοτεχνικά. Από την αρχή της καριέρας του έως τον θάνατό του κέρδισε πολλές τιμητικές διακρίσεις και είχε δεκάδες εκδοτικές επιτυχίες. Ζούσε με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους, άλλοτε στο σπίτι του στο Μιλάνο (ένα δαιδαλώδες διαμέρισμα με βιβλιοθήκη 30.000 βιβλίων) και στο εξοχικό του στο Ρίμινι (ένα τεράστιο κτήμα του 17ου αιώνα, στο οποίο παλιά στεγαζόταν ένα σχολείο Ιησουιτών).
Ο Έκο ήταν έντονα πολιτικοποιημένος και αριστερός, με φανερή συμπάθεια στα αριστερά κόμματα. Παρόλα αυτά ποτέ δεν είχε ενταχτεί σε κανένα κόμμα, δείγμα της αδογμάτιστης και αδούλωτης προσωπικότητάς του.

Το πρώτο του μυθιστόρημα «Το Όνομα του Ρόδου» τον έκανε ευρέως γνωστό στον εξωακαδημαϊκό κόσμο και εκτός των συνόρων της χώρας του. Το μυθιστόρημα αυτό παραμένει έως σήμερα ένα από τα βιβλία με τις περισσότερες πωλήσεις και μεταφράσεις διεθνώς, καθώς ο συνδυασμός αστυνομικής πλοκής, μεσαιωνικής ιστορίας, αισθητικής θεωρίας και φιλοσοφικών αναζητήσεων παραμένει ανεπανάληπτος.

Ο Ουμπέρτο Έκο, εμβληματική προσωπικότητα της ευρωπαϊκής διανόησης, φεύγει σε μια δύσκολη εποχή για τη Γηραιά Ήπειρο, η οποία αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στις διαφορετικές ερμηνείες των συνθηκών της, θυμίζοντας εκείνο το ιταλικό μοναστήρι του 1327 στη Μελκ, όπως περιγράφεται στο Όνομα του Ρόδου, όπου οι διαδοχικές δολοφονίες οδηγούν τους πρωταγωνιστές στον λαβύρινθο μιας δαιδαλώδους βιβλιοθήκης· εκεί όπου κρύβεται το μεγάλο μυστικό.

Είναι η ανατρεπτική δύναμη του γέλιου που απειλεί την τάξη των πραγμάτων, την εξουσία της αυθεντίας, τη δύναμη των θεσμών, μας εκμυστηρεύται ο Έκο. Ίσως, αυτό το σημειολογικό αντάρτικο σε ένα χαμένο κείμενο του Αριστοτέλη -όπως το θέλει η πλοκή-, κόντρα στον δογματισμό του δολοφόνου, να είναι η απάντηση στο χαμένο νόημα της Ευρώπης, οκτώ αιώνες μετά τα φανταστικά γεγονότα ή μόλις τρεις δεκαετίες μετά τη μεταφορά τους στην πραγματικότητα της σημερινής εποχής και τις προσδοκίες της.

Είναι ώρα να αποθεωθούν ξανά οι αναγνώστες των κειμένων, που -στην περίπτωση των ευρωπαϊκών συνθηκών και απέναντι σε όσους τις συγγράφουν- δεν είναι άλλοι παρά από τους πολίτες.

ΠΗΓΕΣ: 
https://el.wikipedia.org
http://www.cnn.gr/

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Χαλίλ Γκιμπράν "ο άνθρωπος από τον Λίβανο"

Ο Γκιμπράν Χαλίλ Γκιμπράν (Αραβικά: جبران خليل جبران‎ ​), ή Χαλίλ Γκιμπράν, ή «ο άνθρωπος από τον Λίβανο», όπως είναι γνωστός στο παγκόσμιο κοινό, υπήρξε ποιητής, φιλόσοφος και καλλιτέχνης. Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1883. Τον επηρέασε ιδιαίτερα ο αγώνας των ανθρώπων για ανεξαρτησία, διότι τότε ο Λίβανος ήταν υποταγμένος στην οθωμανική κυριαρχία. Έτσι έγινε μέλος του κινήματος.  Ο πατέρας του φυλακίστηκε από τις οθωμανικές αρχές για χρέη, η περιουσία του κατασχέθηκε και η οικογένεια Γκιμπράν έμεινε άστεγη. Ο Χαλίλ απεβίωσε σε ηλικία 48 ετών από κίρρωση του ήπατος.

1. Bίος
Ο Γκιμπράν Χαλίλ Γκιμπράν γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου, 1883, στη μαρωνιτική οικογένεια των Γκιμπράν, στο Μπσαρί, της ορεινής περιοχής του Βόρειου Λιβάνου. Ο Λίβανος, οθωμανική επαρχία εκείνη την εποχή και τμήμα της μείζονος Συρίας (Συρία, Λίβανος και Παλαιστίνη) ήταν υποταγμένος στην οθωμανική κυριαρχία, η οποία είχε αποδώσει στο όρος Λίβανος σχετική διοικητική αυτονομία. Ο μακρύς αγώνας των ανθρώπων του όρους Λίβανος για ανεξαρτησία επηρέασε ιδιαίτερα τον νεαρό Γκιμπράν, που έγινε αργότερα ενεργό μέλος του κινήματος για ανεξαρτησία. Το όρος Λίβανος κυριαρχείτο ιδιαίτερα από αναταραχές, εξαιτίας διάφορων εξωτερικών παρεμβάσεων που πυροδότησαν θρησκευτικό μίσος ανάμεσα στους χριστιανικούς -ιδιαίτερα τους Μαρωνίτες- και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, διάσταση ενεργή ακόμη και σήμερα. Ο Γκιμπράν αποδείχθηκε μοναχικό παιδί που απολάμβανε ιδιαίτερα το φυσικό περιβάλλον του ορεινού Μπεσχάρι, ειδικά τα βράχια, γεγονός που αποτυπώθηκε ως συμβολιστική επίδραση στα κείμενα και τα σκίτσα του. Η επιπολαιότητα του πατέρα οδήγησε την οικογένεια σε φτώχεια και έτσι ο νεαρός Γκιμπράν δεν έλαβε επίσημη εκπαίδευση. Η μάθησή του περιορίστηκε στις συχνές του επισκέψεις στον ιερέα ενός χωριού, που τον δίδαξε τα ουσιώδη της θρησκείας και της Βίβλου, μαζί τη τη Συριακή και την Αραβική γλώσσα. Αναγνωρίζοντας την ερευνητική φύση του νεαρού Γκιμπράν, ο ιερέας άρχισε επίσης να του διδάσκει τα προκαταρκτικά του αλφάβητου και της γλώσσας, ανοίγοντάς του ουσιαστικά τον κόσμο της ιστορίας, της επιστήμης και της λογοτεχνίας.

2. Μετανάστευση στις Η.Π.Α.
Με τον πατέρα φυλακισμένο από τις οθωμανικές αρχές για χρέη και την περιουσία του κατασχεμένη, η οικογένεια Γκιμπράν άστεγη έμεινε για λίγο σε γνωστούς και συγγενείς, έως ότου η μητέρα του Καμίλα Ραχμέχ (Kamila Rahmeh), γυναίκα με ισχυρή θέληση, αποφάσισε να μεταναστεύσει, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Αν και ο πατέρας αποφυλακίστηκε το 1894, το τμήμα Αλλοδαπών τον έκρινε ανεπιθύμητο λόγω πρότερου βίου. Έτσι, η υπόλοιπη οικογένεια αναχώρησε στις 25 Ιουνίου του 1895 για τις Η.Π.Α. Οι Γκιμπράν εγκαταστάθηκαν στο Σάουθ Εντ της Βοστώνης όπου η Καμίλα για να θρέψει την οικογένειά της, εργαζόταν ως γυρολόγος στους φτωχούς δρόμους του Σάουθ Εντ. Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα των περιοχών στις οποίες υπήρχαν φτωχοί μετανάστες έδωσαν τις δυνατότητα σε παιδιά μεταναστών να ενταχθούν σε δημόσια σχολεία και να τα κρατήσουν από τους δρόμους. Ο Γκιμπράν ήταν το μόνο μέλος της οικογένειας που ακολούθησε τον δρόμο της εκπαίδευσης. Οι αδελφές του δεν επιτρεπόταν να μπουν στο σχολείο αποθαρρυμένες αφενός από την παράδοση της Μέσης Ανατολής αλλά και τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας. Αργότερα ο Γκιμπράν έγινε υπέρμαχος της υπόθεσης της χειραφέτησης και μόρφωσης των γυναικών, περιβαλόμενος πάντα από ανεξάρτητες, μορφωμένες γυναίκες με ισχυρή θέληση.

Η περιέργεια του Γκιμπράν τον οδήγησε στην εξερεύνηση της πολιτισμικής όψης της Βοστώνης, του θεάτρου, της όπερας και των γκαλερί. Υποτάσσοντας τις πολιτισμικές σκηνές που αντλούσε γύρω του σε σκίτσα, ο Γκιμπράν προσέλκυσε την προσοχή των δασκάλων του, που διαβλέποντας το ταλέντο του, τον έφεραν σε επαφή με τον Φρεντ Χόλαντ Ντέι (Fred Holland Day), καλλιτέχνη και υποστηρικτή καλλιτεχνών. Τούτη η επαφή οδήγησε βήμα-βήμα τον Γκιμπράν στο δρόμο της καλλιτεχνικής φήμης. Ο νεαρός καλλιτέχνης πέρασε στους κύκλους της Βοστώνης και οι καλλιτέχνικές του δυνατότητες του εξασφάλισαν στέρεη φήμη σε νεαρή ηλικία. Ωστόσο, η οικογένειά του αποφάσισε ότι τούτη η πρόωρη ηλικία θα του δημιουργούσε μελλοντικά προβλήματα και με την έγκρισή του γύρισε πίσω στον Λίβανο για να τελειώσει την εκπαίδευσή του και να μάθει Αραβικά.

3. Πίσω στη Βηρυττό
Το 1898 ο Γκιμπράν έφτασε στη Βηρυτό μιλώντας λίγα Αγγλικά και πολύ λιγότερα Αραβικά. Μιλούσε άνετα, αλλά δεν μπορούσε να τα διαβάσει και πολύ περισσότερο να τα γράψει. Για να βελτιώσει τα Αραβικά του γράφτηκε στο σχολείο Μαντραζάτ-αλ-Χικμά, ένα μαρωνιτικό σχολείο που πρόσφερε ένα παρωχημένο κύκλο σπουδών, τον οποίο ο Γκιμπράν αναπροσάρμοσε, ζητώντας από το εκπαιδευτικό ίδρυμα ένα νέο πρόγραμμα κολλεγιακής κατεύθυνσης. Τελείωσε τούτο το κολεγιακό πρόγραμμα το 1902, μαθαίνοντας πολύ καλά Αραβικά και Γαλλικά με κατεύθυνση τη λογοτεχνία και ειδικότερα την ποίηση. Οι εντάσεις στις σχέσεις του με τον πατέρα του, η στερημένη ζωή που έζησε εκεί και τα άσχημα νέα της οικογένειας πίσω στις Η.Π.Α. τον εξανάγκασαν να φύγει από τον Λίβανο το Μάρτιο του 1902.
Χαλίλ Γκιμπράν, φωτο Φρεντ Χόλαντ Ντέι, περ. 1898.
4. Επιστροφή στις Η.Π.Α.
Γεμάτη θανάτους τούτη η χρονιά, του στέρησε την αδελφή του και τη μητέρα του, καθώς και τον αδελφό του. Στο μεταξύ η Ζοζεφίν Πίμποντι (Josephine Peabody), η πρώτη γυναίκα που ερωτεύθηκε βαθιά ο Γκιμπράν, απέρριψε την πρόταση γάμου που της έκανε. Ωστόσο, η φροντίδα της και η προσοχή της ήταν η μεγάλη έμπνευση πίσω από τον Προφήτη, ο τίτλος του οποίου βασίστηκε σε ένα ενδεκάστιχο ποίημα της Ζοζεφίν, που έγραψε τον Δεκέμβριο του 1902, για τη ζωή του Γκιμπράν στο Μπσαρί, όπως εκείνη το οραματίστηκε. Αργότερα, ο Γκιμπράν της αφιέρωσε την έκδοση του έργου του. Μετά τον θάνατο της μητέρας του ο Γκιμπράν πούλησε τη μικρή επιχείρηση που είχε στήσει στο μεταξύ η μητέρα του και με τη βοήθεια του Ντέι και της Ζοζεφίν ξεκίνησε την πρώτη του καλλιτεχνική έκθεση με τα αλληγορικά και συμβολικά σκίτσα του, που τόσο γοήτευαν την κοινωνία της Βοστώνης. Η έκθεση άνοιξε στις 3 Μαΐου 1904 και απέσπασε θετικές κριτικές. Ωστόσο, η σημασία αυτής της έκθεσης επικεντρώνεται κυρίως στο γεγονός ότι εκεί ο Γκιμπράν γνώρισε τη Μαίρη Χάσκελ (Mary Haskell) η οποία επηρέασε ιδιαίτερα τη λογοτεχνική καριέρα του, σχεδόν για το υπόλοιπο της ζωής του.

Το 1904, ο Γκιμπράν άρχισε να γράφει στην αραβόφωνη εφημερίδα για τους μετανάστες Al-Mouhajer (Ο Μετανάστης), με πρώτο δημοσιευμένο έργο το «Όραμα», ένα ρομαντικό δοκίμιο. Εκείνη τη χρονιά ξεκίνησε τη στήλη Δάκρυα και Γέλιο, που αποτέλεσε και τη βάση για το βιβλίο του Δάκρυ και Χαμόγελο. Το πρώτο του αραβόφωνο έργο με τίτλο Μουσική δημοσιεύθηκε το 1905. Το 1906 δημοσιεύθηκε το δεύτερο έργο του Οι Νύμφες της Κοιλάδας και το 1908 το Επαναστατημένα Πνεύματα, έργο που παραλίγο να του κοστίσει αφορισμό για το αντικληρικό του περιεχόμενο και απαγορεύθηκε από την κυβέρνηση της Συρίας.

5. Παρίσι
Στις 1 Ιουλίου του 1908, Ο Γκιμπράν έφυγε από τη Βοστώνη για το Παρίσι, για να μελετήσει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Εδώ, ωστόσο, έγινε άμεσα ορατή η έλλειψη βασικής εκπαίδευσης. Αποξενωμένος από την ακαδημαϊκή εκπαίδευση ο Γκιμπράν αναζήτησε τη δική του ελεύθερη έκφραση, σκιτσάροντας αδιάκοπα μοντέλα σύμφωνα με τη δική του αίσθηση πραγμάτων. Επέστρεψε στην Αμερική στις 31 Οκτωβρίου 1910 και αργότερα μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, μακριά από τη Λιβανέζικη συνοικία, αναζητώντας χώρο για την τέχνη του και για τον εαυτό του.

Στη Νέα Υόρκη ο Γκιμπράν άρχισε να επεξεργάζεται τα Σπασμένα Φτερά, ένα είδος πνευματικής βιογραφίας όπως το έθεσε ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι οι εμπειρίες στο βιβλίο δεν είναι δικές του. Όντας το μεγαλύτερο από τα αραβικά μυθιστορήματά του, τούτο το έργο καταπιάστηκε με την ιστορία της Σέλμα Κάραμεχ, μιας παντρεμένης γυναίκας, το ερωτικό της δράμα με έναν νεαρό άνδρα και την κατάληξή της στον θάνατο. Τούτη η ιστορία είχε τη βάση της σε μια ερωτική υπόθεση του Γκιμπράν με μια Λιβανέζα χήρα, τη Σουλτάνα Ταμπίτ, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσή του στον Λίβανο.

6. Επιστροφή στη ζωγραφική
Το 1911, ο λογοτέχνης γίνεται ξανά ζωγράφος. Ξεκινώντας με ένα πορτρέτο του Γ. Μπ. Γητς, ο Γκιμπράν δημιούργησε μια σειρά πορτρέτων γνωστών μορφών της εποχής του, τις οποίες συνάντησε αποκλειστικά για να τις σκιτσάρει. Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται ο Ογκίστ Ροντέν, άλλοτε δάσκαλός του, η Σάρα Μπερνάρ, ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ και ο Τσαρλς Ράσελ. Είναι η εποχή κατά την οποία εμπλέκεται ο καλλιτέχνης με την πολιτική. Συνδέεται με την οργάνωση "Χρυσοί Σύνδεσμοι", που την αποτελούσαν νέοι Σύριοι, αφιερωμένοι στη βελτίωση της ζωής των απανταχού Σύριων πολιτών. Αργότερα, στην περίοδο του Α' Π.Π., ο Γκιμπράν έγινε ένθερμος υποστηρικτής της ένοπλης εξέγερσης των Αράβων ενάντια στον οθωμανικό ζυγό. Το 1913 ο Γκιμπράν επιστρέφει στη λογοτεχνία με το έργο του Ο Τρελός, ένα θέμα που τον γοήτευε από τότε που έμαθε ότι στην πατρίδα του, το Μπσαρί, ο τρελός θεωρείτο ότι κατεχόταν από το τζιν.

Την επόμενη χρονιά, το 1914, ο Γκιμπράν δημοσίευσε το πέμπτο αραβόφωνο βιβλίο του το Kitab DamΆah wa Ibtisamah, δηλαδή το Δάκρυ και Χαμόγελο, μια ανθολογία από τη στήλη του στην εφημερίδα. Ο Τρελός θα καθυστερήσει αρκετά και θα εκδοθεί το 1918 πλέον, όπως και Ο Προφήτης, που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1923, τυγχάνοντας μάλιστα μέτριας υποδοχής στις Η.Π.Α. στην πρώτη του έκδοση.
Μνημείο για τον Τζιμπράν στην Ουάσιγκτον.
7. Θάνατος
Πέντε χρόνια αργότερα το 1928, η υγεία του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη άρχισε να κλονίζεται. Για να αποφύγει τους ψυχοσωματικούς πόνους αναζήτησε ανακούφιση στο αλκοόλ και μάλιστα στην εποχή της ποτοαπαγόρευσης. Τον Νοέμβριο του 1928 εκδόθηκε το έργο του Ιησούς, ο Γιος του Ανθρώπου. Το 1929, διαγνώστηκε ηπατικό οίδημα, αλλά ο Γκιμπράν αγνόησε οποιαδήποτε ιατρική συμβουλή. Για να αποφύγει μάλιστα κάθε αναφορά στο θέμα καταπιάστηκε έντονα με ένα παλιό του έργο για τρεις γήινους θεούς του 1911. Στη νέα του εκδοχή το βιβλίο αφηγείτο το δράμα ενός νεαρού ζευγαριού. Η Μαίρη έκδωσε το βιβλίο στα μέσα Μάρτη του 1930. Στις 10 Απριλίου του 1931 ο Γκιμπράν Χαλίλ Γκιμπράν πέθανε σε ηλικία 48 ετών με εκτεταμένη κίρρωση του ήπατος. Τον θάνατό του θρήνησαν χιλιάδες άνθρωποι στις Η.Π.Α. την Ευρώπη και κυρίως στον αραβόφωνο κόσμο, που έχασε έναν από τους ουσιαστικότερους υπερμάχους του.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Αλμπέρ Καμύ, Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1960. Στο περιθώριο των κυρίαρχων φιλοσοφικών ρευμάτων ο Καμύ επέμεινε στον στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Αρνούμενος να εκφράσει ομολογία πίστεως στον Θεό, στην ιστορία ή στη λογική, ήρθε σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό, τον Μαρξισμό και τον Υπαρξισμό. Δεν σταμάτησε ποτέ την πάλη ενάντια στα ιδεολογήματα και τις αφαιρέσεις που αποστρέφονται την ανθρώπινη φύση.
«Όλα γίνονται από μια συνήθεια. 
Είμαστε γελοίοι αριθμοί μιας κοινωνίας 
που ενεργεί από συνήθεια, 
μισούμε ή αγαπάμε από συνήθεια 
και σκεπτόμαστε τα «μεγάλα προβλήματα» 
από συνήθεια».
Albert Camus, gagnant de prix Nobel, portrait en buste, posé au bureau, faisant face à gauche, cigarette de tabagisme.jpg

Ο Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, προφέρεται: [albɛʁ kamy], 7 Νοεμβρίου 1913 – 4 Ιανουαρίου 1960) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας, ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), για το οποίο δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής και ηθοποιός. Χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματά του Ο Ξένος και Η Πανούκλα, στα θεατρικά του έργα Καλλιγούλας και Οι δίκαιοι και τέλος στα φιλοσοφικά του δοκίμια Ο Μύθος του Σίσυφου και Ο επαναστατημένος άνθρωπος. Τιμήθηκε το 1957 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Βιογραφικά στοιχεία
Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1913 στην Αλγερία από πατέρα Γάλλο χωρικό, μητέρα Ισπανίδα και μεγάλωσε μέσα στην ένδεια. Ο πατέρας του, Λυσιέν, εργαζόταν για έναν έμπορο κρασιού σε ένα οινοπαραγωγικό κτήμα κοντά στο Μοντοβί (Mondovi) της Αλγερίας, όπου γεννήθηκε και ο Αλμπέρ. Επιστρατεύθηκε όμως τον Σεπτέμβριο του 1914 και ο τραυματισμός του στη μάχη του Μάρνη τον οδήγησε στον θάνατο στις 17 Οκτωβρίου του 1914. Ο μικρός Αλμπέρ θα γνωρίσει τον πατέρα του μέσα από μία φωτογραφία και μία σημαντική οικογενειακή ιστορία: την περιγραφή της έντονης αποστροφής που έδειξε ο πατέρας του μπροστά στο θέαμα μίας εκτέλεσης. Μετά το θάνατο του Λυσιέν η οικογένεια εγκαθίσταται στο Αλγέρι. Ο Αλμπέρ κάνει τις σπουδές του έχοντας την υποστήριξη των καθηγητών του (μεταξύ των οποίων βρίσκουμε και τον Ζαν Γκρενιέ, που θα παρουσιάσει στον μαθητή του το έργο του Νίτσε). Ξεκινά να γράφει πολύ νέος και τα πρώτα του κείμενα φιλοξενούνται στο περιοδικό Sud το 1932. Μετά το απολυτήριο λυκείου (bac) παίρνει πτυχίο ανωτάτων σπουδών στη φιλολογία (lettres), της Φιλοσοφικής Σχολής, αλλά η φυματίωση τον εμποδίζει να περάσει τον διαγωνισμό πιστοποίησης που θα του επέτρεπε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση (agrégation).

To 1935, ξεκινά το L' Envers et l' Endroit, που θα εκδοθεί δύο χρόνια αργότερα. Ιδρύει το Θέατρο της Εργασίας (le Théâtre du Travail) στο Αλγέρι, που αργότερα (1937) μετονομάζει σε «Θέατρο της Ομάδας». Στο μεσοδιάστημα, εγκαταλείπει το κομμουνιστικό κόμμα δύο χρόνια μετά την εγγραφή του σε αυτό. Εργάζεται στην εφημερίδα Front populaire (Λαϊκό μέτωπο), του Πασκάλ Πιά (Pascal Pia). Η έρευνα που κάνει Μιζέρια της Καμπυλίας θα συναντήσει αντιδράσεις. Το 1940, η κυβέρνηση της Αλγερίας θα απαγορεύσει την εφημερίδα και θα φροντίσει να μη ξαναβρεί δουλειά ο Καμύ. Εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται ως γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα Paris-Soir. Εκείνη την περίοδο θα δημοσιεύσει τον Ξένο (L' Étranger, 1942) και το δοκίμιο Ο μύθος του Σίσυφου (Le Mythe de Sisyphe, 1942) και θα αναπτύξει τις φιλοσοφικές του θέσεις. Σύμφωνα με τη δική του άποψη περί ταξινόμησης του έργου του, αυτά τα έργα υπάγονται στον «κύκλο του παραλόγου» – ο οποίος θα συμπληρωθεί αργότερα με τα θεατρικά έργα Η παρεξήγηση (Le Malentendu) και Καλιγούλας (Caligula, 1944). Το 1943 προσλαμβάνεται ως εκδότης από τον εκδοτικό οίκο Gallimard και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εφημερίδας Combat(Μάχη), που συγκέντρωσε μερικές από τις σημαντικότερες υπογραφές Γάλλων αριστερών διανοουμένων, όταν ο Π. Πια κλήθηκε να προσφέρει από άλλες θέσεις στη Γαλλική Αντίσταση. Το 1947, διαφωνώντας με τη συντακτική ομάδα της εφημερίδας, ο Καμύ την εγκαταλείπει. Συνεχίζει το λογοτεχνικό έργο με την παραγωγή του «κύκλου της εξέγερσης», που περιλαμβάνει ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματά του, την Πανούκλα (1947), αλλά και άλλα έργα, λιγότερο δημοφιλή: L' État de siège (1948), Οι δίκαιοι (1949) και Ο επαναστατημένος άνθρωπος (L' Homme révolté) (1951).

«Όλα γίνονται από μια συνήθεια. Είμαστε γελοίοι αριθμοί μιας κοινωνίας που ενεργεί από συνήθεια, μισούμε ή αγαπάμε από συνήθεια και σκεπτόμαστε τα «μεγάλα προβλήματα» από συνήθεια».
Το 1952 έρχεται σε ρήξη με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ με τη δημοσίευση στο περιοδικό Μοντέρνοι καιροί (Les Temps modernes) του άρθρου από τον Ανρί Ζανσόν (Henri Jeanson) που προσάπτει στην εξέγερση του Καμύ ότι είναι «εκ προθέσεως στατική». Το 1956, στο Αλγέρι, πρότεινε την «πολιτική ανακωχή» ενώ μαινόταν ο πόλεμος. Εκδίδει την Πτώση (La Chute), ένα απαισιόδοξο βιβλίο. Το 1957 τιμάται με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.

Ο Καμύ βρίσκει τον θάνατο στις 4 Ιανουαρίου 1960, πριν προλάβει να συμπληρώσει τα 47 του, σε αυτοκινητιστικό ατύχημα στο (Πτι) Βιλμπλεβέν της Υόν (Yonne), όταν ο οδηγός και συγγενής του στενού του φίλου Γκαλιμάρ παρεκκλίνει της πορείας του και ρίχνει το αυτοκίνητο μάρκας Facel-Vega σε ένα δέντρο. Οι εφημερίδες της εποχής κάνουν λόγο για υπερβολική ταχύτητα (130 χλμ/ω), αδιαθεσία του οδηγού ή σκάσιμο του ελαστικού, αλλά ο συγγραφέας Ρενέ Ετιάμπλ διαβεβαιώνει ότι μετά από επίμονες μελέτες είχε στα χέρια του αποδείξεις ότι η Facel-Vega ήταν ένα κινητό φέρετρο - ωστόσο καμία εφημερίδα δεν δέχτηκε να τις δημοσιεύσει.
Μνημείο στη Βιλμπλεβέν.
Ο Καμύ τάφηκε στο Λουρμαρέν (Lourmarin) της Βωκλύζ (Vaucluse), όπου είχε αγοράσει μία κατοικία.
Τιμητική πλάκα στη Βιλμπλεβέν
Στο περιθώριο των κυρίαρχων φιλοσοφικών ρευμάτων ο Καμύ επέμεινε στον στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Αρνούμενος να εκφράσει ομολογία πίστεως στον Θεό, στην ιστορία ή στη λογική, ήρθε σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό, τον Μαρξισμό και τον Υπαρξισμό. Δεν σταμάτησε ποτέ την πάλη ενάντια στα ιδεολογήματα και τις αφαιρέσεις που αποστρέφονται την ανθρώπινη φύση.
Ο τάφος στο Λουρμαρέν.
Ο Αλμπέρ Καμύ παραδόθηκε στη διαρκή εναλλαγή για να αποφύγει τη «συνήθεια», ωστόσο διατήρησε μία και μοναδική ως την τελευταία ημέρα της ζωής του: να γράφει για τους ανθρώπους, για «τα παθήματα της ψυχής» και για το «παράπονο των εγκλείστων στον εαυτό τους» ανθρώπων. Το σύνολο του έργου του (αριθμεί 30 βιβλία) είχε ευρύτατη απήχηση και μεταφράστηκε στις περισσότερες χώρες. Ο Καμύ ήταν ο κατ' εξοχήν «ανθρώπινος» συγγραφέας, ο κατ' εξοχήν ανθιστάμενος στην κωμωδία της καθημερινότητας, ο πραγματικός αναλυτής των «μάταιων πράξεων», όπως γράφει ο ίδιος θέλοντας να χαρακτηρίσει την αγωνία του θανάτου.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ ή Έγελος

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1770 στη Στουτγκάρδη. Ο Γερμανός φιλόσοφος επηρέασε βαθιά τη δυτική φιλοσοφία και έγινε γνωστός για τη διαλεκτική θεωρία του. Κορυφαίος εκπρόσωπος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, στον οποίο ανήκει το πρώτο στην ιστορία εγχείρημα συστηματικής διερεύνησης της διαλεκτικής, της καθολικής και αναγκαίας εσωτερικής συνάφειας των φιλοσοφικών κατηγοριών, των κατηγοριών της "διαλεκτικής λογικής", βάσει του "αντικειμενικού ιδεαλισμού". 
Hegel portrait by Schlesinger 1831.jpg
Ο Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ (Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Στουτγκάρδη, 27 Αυγούστου 1770 - Βερολίνο, 14 Νοεμβρίου 1831) ή Έγελος (όπως απαντάται ενίοτε στην ελληνική βιβλιογραφία) ήταν Γερμανός φιλόσοφος και κύριος εκπρόσωπος του γερμανικού ιδεαλισμού. Επηρέασε βαθιά τη δυτική φιλοσοφία και έγινε γνωστός για τη διαλεκτική θεωρία του.

Γεννήθηκε στη Στουτγάρδη και σπούδασε Φιλοσοφία και Θεολογία στο Τύμπινγκεν (1788-93). Το 1801 έγινε καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ιένας. Μεταξύ 1812-16 εργάστηκε ως Διευθυντής Γυμνασίου στη Νυρεμβέργη. Το 1816 έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και το 1818 στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου και το 1830 πρύτανης.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Του Δ. Πατέλη
Χέγκελ (Hegel) Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ
(Στουτγάρδη, 1770 - Βερολίνο, 1831).
 Ο Χέγκελ είναι αναμφίβολα ο κορυ­φαίος εκπρόσωπος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας. Είναι ο στοχαστής στον οποίο α­νήκει το πρώτο στην ιστορία εγχείρημα συστη­ματικής διερεύνησης της διαλεκτικής, της κα­θολικής και αναγκαίας εσωτερικής συνάφειας των φιλοσοφικών κατηγοριών, των κατηγο­ριών της "διαλεκτικής λογικής", βάσει του "α­ντικειμενικού ιδεαλισμού". Σπούδασε θεολο­γία και φιλοσοφία στο Τύμπινγκεν μαζί με τους Σέλλινγκ και Χέλντερλιν (1788-1793). Επηρεάσθηκε βαθιά οπό τη μεγάλη γαλλική α­στική επανάσταση και υιοθέτησε αντιπολιτευ­τικές θέσεις (κατά της φεουδαρχικής απολυ­ταρχίας, υπέρ συνταγματικής μεταρρύθμισης κ.λπ.). Εργάσθηκε ως οικοδιδάσκαλος (Φραν­κφούρτη 1797-1800). Την ίδια περίοδο ασχο­λείται με την πολιτική οικονομία. Από το 1801 εργάζεται ως καθηγητής του πανεπιστημίου της Ιένας και εκδίδει μαζί με τον Σέλλινγκ το περιοδικό "Kritisches Journal der Philosophie". Διετέλεσε γυμνασιάρχης στη Νυρεμβέργη (1808-16) και κατόπιν καθηγητής φιλοσοφίας στα πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης (1816-18) και του Βερολίνου (1818), οπότε γίνεται αισθη­τή και η μεταστροφή των πολιτικών του πεποι­θήσεων, που συντέλεσε στην βαθμιαία ανάδει­ξη του σε επίσημο φιλόσοφο της πρωσικής κυ­βέρνησης.
Ο ορίζοντας της φιλοσοφίας του Χέγκελ καθο­ρίζεται από τις συγκεκριμένες ιστορικές συν­θήκες της εποχής του και από το επίπεδο ανά­πτυξης των επιστημών και της φιλοσοφίας. Η κεφαλαιοκρατία ολοκλήρωνε τότε τη διαμόρ­φωση της χωρίς να εκδηλώνει ακόμα πλήρως ανεπτυγμένες τις αντιφάσεις της και η εργα­τική τάξη της Γερμανίας δεν προβάλλει ακόμα ως αυτοτελής πολιτική δύναμη. Δεν είχαν ωριμάσει λοιπόν οι συνθήκες που θα ε­πέτρεπαν την αυστηρά επιστημονική θεώρηση των κοινωνικών δυνάμεων, των ανταγωνισμών της κεφαλαιοκρατίας, των δρόμων και των μέσων υπέρβασης αυτών των ανταγωνισμών. Επομένως, όπως είναι αναμενόμενο σε παρόμοιες συγκυρίες, η υφιστάμενη τάξη πραγμάτων πρό­βαλε αναπόφευκτα είτε ως αιώνια και αμετά­βλητη, είτε οι απόψεις περί των σκοπών, των μέσων και των δρόμων αλλαγής της κοινω­νίας δεν μπορούσαν παρά να είναι ουτοπικές. Δεδομένου ότι ο Χέγκελ αντιλαμβανόταν την κοινωνία ως αμετάβλητη, θεωρούσε τις αλλό­τριες και κυρίαρχες επί των ανθρώπων κοινω­νικές δυνάμεις ως απόλυτα αυτοτελείς έναντι των ανθρώπων. Σε αυτή την περίπτωση η όποια ανάπτυξη των εν λόγω δυνάμεων, της "γενολογικής ουσίας" του ανθρώπου, εκλαμ­βάνεται ως ανάπτυξη μιας εξ υπαρχής δεδομέ­νης αυτοτελούς καθολικότητας, μιας ουσίας κυρίαρχης επί του ενικού, του αισθητηριακού και του εμπειρικού. Στην υποστασιοποίηση αυτής της αντίληψης εδράζεται η χαρακτηρι­στική για τον Χέγκελ απόσπαση της νόησης από την υλική (κοινωνική - πολιτισμική) βάση που τη γέννησε και η αναγόρευση της σε αυ­τοτελή - αυθύπαρκτη οντότητα και γενεσιουρ­γό πηγή όλου του κόσμου (ο οποίος υποβαθ­μίζεται σε ετερότητα της νόησης). Αυτή η προ­ϋπάρχουσα, αρχέγονη και πρωτεύουσα νόηση ως απόλυτη πνευματική δραστηριότητα απο­τελεί την αφετηρία και το τελικό αποτέλεσμα, το επιστέγασμα του μεγαλειώδους φιλοσοφι­κού του συστήματος.
Ο κύριος σκοπός του Χέγκελ είναι η δημιουρ­γία μιας λογικής ως συστήματος κατηγοριών και κατ' αυτό τον τρόπο η προσέγγιση της φι­λοσοφίας προς τη μορφή της επιστήμης: «Η α­ληθής μορφή με την οποία υφίσταται η αλή­θεια μπορεί να είναι μόνο το επιστημονικό σύ­στημα της. Είχα την πρόθεση να συμβάλω στην προσέγγιση της φιλοσοφίας προς τη μορφή της επιστήμης -προς τον σκοπό εκείνο, που επιτυγχάνοντας τον θα μπορούσε να πα­ραιτηθεί από το όνομα της, της "αγάπης της γνώσης", και να γίνει πραγματική γνώση» (Φαινομενολογία του πνεύματος). Παρόμοια σκοποθεσία δεν θα μπορούσε να ανακύψει αν οι επιστήμες της εποχής δεν αναπτύσσονταν ραγδαία, αν οι επιμέρους επιστήμες δε περ­νούσαν από то εμπειρικό στο θεωρητικό τους επίπεδο (βλ. εμπειρικό και θεωρητικό), στη διε­ρεύνηση της εσωτερικής συνάφειας αντικειμέ­νων και διαδικασιών. Στο εγχείρημα του αυτό ο Χέγκελ βασίζεται στη διαπίστωση των προκα­τόχων του αναφορικά με το ανέφικτο της εξα­γωγής των λογικών κατηγοριών από την ατο­μική εμπειρία (Λοκ, Χιουμ και, αναφορικά με όλες τις κατηγορίες, Καντ). Ο Χέγκελ επιχει­ρεί την υπέρβαση της καντιανής απόσπασης της μορφής από το περιεχόμενο της νόησης, των κενών λογικών κατηγοριών από τα δεδο­μένα της εμπειρίας και των τελευταίων από το "πράγμα καθ' εαυτό", παραμένοντας στο πεδίο της εκ των πραγμάτων απόσπασης της νόησης από το είναι, από την ύλη. Γι' αυτό και η υπέρβαση του αποδεικνύεται επίπλαστη: το πραγματικό περιεχόμενο  ανάγεται στη μορφή της νόησης και το "πράγμα καθ' εαυτό" στις λογικές κατηγορίες. Στις σημαντικότερες φιλοσοφικές καταβολές της χεγκελιανής φι­λοσοφίας συμπεριλαμβάνεται η περί υπόστα­σης διδασκαλία του Σπινόζα (η οποία συμπυ­κνώνει σε ορισμένο βαθμό το κοσμοείδωλο που αντιστοιχεί στις απαρχές του θεωρητικού σταδίου ανάπτυξης των επιστημών) και η αυ­τοσυνείδηση του Φίχτε. Η νόηση παρουσιά­ζεται πλέον ως εξ υπαρχής δεδομένη, υπερατομική, αντικειμενική, αυτοκινούμενη και αυτοδιακρινόμενη υπόσταση, συνειδητοποιούσα τον εαυτό της.
Από τις επιμέρους επιστήμες η κλασική αστική πολιτική οικονομία άσκησε την μέγιστη επίδραση στη λογική του Χέγκελ (Α. Σμιθ, Ντ. Ρικάρντο κ.ά.). Ο Χέγκελ δεν υιοθε­τεί από αυτήν απλώς την κατηγορία της εργα­σίας ως αφετηριακή για την ερμηνεία των οι­κονομικών φαινομένων, αλλά της προσδίδει βαθύτερο και ευρύτερο φιλοσοφικό νόημα, κοσμοϊστορική σημασία: η εργασία είναι η δια­δικασία δημιουργίας από τον άνθρωπο του ίδιου του εαυτού του, είναι μια διαδικασία αυτογένεσης του ανθρώπου, μια διαδικασία δημι­ουργίας της "γενολογικής ουσίας" του ανθρώ­που. Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με τους κλασι­κούς της οικονομίας, ο Χέγκελ ανάγει την ερ­γασία σε πνευματική - αφηρημένη δραστηριό­τητα. Παρόμοια με τους οικονομολόγους, ο Χέγκελ διακρίνει μόνο τη θετική πλευρά της εργασίας ταυτίζοντας νομοτελειακά την ιστο­ρικά παροδική ανταγωνιστική μορφή (και βαθ­μίδα) της εργασίας της εποχής του με την ερ­γασία εν γένει, δηλαδή ταυτίζοντας την αλλο­τρίωση, την αποξένωση με την εξαντικειμένωση, με την πραγμοποίηση. Βεβαίως σε σύ­γκριση με τους κλασικούς της αστικής οικονομολογίας ο Χέγκελ προχωρεί κατά ένα βήμα (θέτει το ζήτημα της άρσης της αλλοτρίω­σης), το οποίο όμως, λόγω του άκρως μυστικι­στικού χαρακτήρα του, αποβαίνει βήμα προς τα πίσω: η υπέρβαση της αλλοτρίωσης υπό το πρίσμα της εξωιστορικά και μεταφυσικά εννο­ούμενης εργασίας μπορεί να υπάρξει μόνον ως υπέρβαση (κατάργηση) του εμπράγματου, του αντικειμένου, ως απελευθέρωση του πνεύ­ματος από την ξένη προς αυτό πραγματικότη­τα και «επιστροφή» στο απόλυτο. Η αντιφατι­κότητα της μεγαλειώδους σύλληψης του Χέ­γκελ συνδέεται με τις παραπάνω επισημάν­σεις.
Από τα πρώιμα έργα του Χέγκελ ("φιλοσοφία της θρη­σκείας" κ.ά.)  διαφαίνεται η τάση εξέτασης της ιστορίας του πνευματικού πολιτι­σμού ως αλληλουχίας νομοτελειακά εναλλασ­σόμενων σταδίων της ανάπτυξης του πνεύμα­τος. Η Φαινομενολογία του πνεύματος (1807), όπου ο Χέγκελ απελευθερώνεται από την επίδραση του Σέλλινγκ, αποτελεί ιδιότυπη εισαγωγή - προγραμματική διακήρυξη της φι­λοσοφίας του, στην οποία ενυπάρχουν συνθε­τικά (και σε εμβρυώδη - μυστικιστική μορφή) τα στοιχεία που θα αναπτύξει αργότερα συστημα­τικά. Είναι η θεωρία των φαινομένων, των μορ­φών ή βαθμίδων της δημιουργικής δύναμης του "παγκόσμιου λόγου", από τις οποίες οφεί­λει να περάσει η συνείδηση* του ατόμου (ανα­παράγοντας τα στάδια αυτογνωσίας του "πα­γκόσμιου λόγου") ώστε να γίνει φιλοσοφική. Η συνείδηση ξεκινά οπό την κατ' αίσθηση εγκυ­ρότητα και φθάνει στην έννοια της επιστήμης, στην απόλυτη γνώση. Σε αυτή την παράλληλη "εμβρυολογία και παλαιοντολογία του πνεύμα­τος" (Ένγκελς) διαπλέκονται στοιχεία θεω­ρίας της γνώσης και της συνείδησης (εμπειρία, "διάνοια και λόγος", συνείδηση και αυτοσυνεί­δηση κ.λπ.) με στοιχεία αναδρομής στην ιστο­ρία του πνευματικού πολιτισμού και στην ιστο­ρία της φιλοσοφίας, στην ψυχολογία, στην ηθική, πολιτική, δικαιική και θρησκευτική φιλο­σοφία και στην αισθητική. Εδώ τα άτομα με­τατρέπονται σε "συνείδηση" και ο κόσμος σε "αντικείμενο", κατά τρόπο ώστε όλη η ποικι­λομορφία της ζωής και της κοινωνίας να ανά­γεται σε διαφορετικές σχέσεις της "συνείδη­σης" προς το "αντικείμενο". Κεντρική θέση κα­τέχουν στη φαινομενολογία οι κατηγορίες της εργασίας και της αλλοτρίωσης κατά τον τρόπο που προαναφέραμε. Εξαιρετική σημασία απο­κτά η διαλεκτική δούλου και αυθέντου και η θέση του Χέγκελ περί ανάπτυξης της συνείδη­σης μέσω του πρώτου.
Εάν η φαινομενολογία αποτελεί την "πηγή και το μυστικό" της χεγκελιανής φιλοσοφίας (Μαρξ), η Επιστήμη της λογικής (1812) είναι то έργο στο οποίο εμπεριέχεται κυρίως η ουσία της φιλοσοφίας του Χέγκελ. Η διαλεκτική μέ­θοδος προβάλλει στη φιλοσοφία του Χέγκελ ως σύστημα της διαλεκτικής λογικής, το οποίο δομείται βάσει της ιδεοκρατικής αρχής της ταυτότητας νόησης και είναι, βάσει της προγε­νέστερης απόσπασης της νόησης από το είναι. Κατ' αυτό τον τρόπο ο Χέγκελ αντιλαμβάνεται την καθολική ενότητα, το οργανικό όλο (ολό­τητα, βλ. μέρος και όλο) ως ενυπάρχον στη νόηση αποκλειστικά πνευματικό προϊόν και όχι ως ανεξάρτητα από τη νόηση υφιστάμενο στην ενεργό πραγματικότητα. Ο εμπράγματος κό­σμος προβάλλει εδώ ως στερούμενος δικής του ουσίας, ουσία του αποβαίνει στο σύστημα του η νόηση, η οποία αναγνωρίζει στον ε­μπράγματο κόσμο τον εαυτό της ως ετερότητα της. Η περί του όλου αντίληψη εννοείται ως αρχέγονη, αποκομμένη από την υλική πραγμα­τικότητα, ως πνευματική οντότητα. Εδώ οι μορφές και οι νόμοι της ανθρώπινης νόησης κατακτούν και ανακτούν την "απόλυτη", τη "θεία" φύση τους, ως μορφές και νόμοι μιας δραστηριότητας που δημιουργεί και αναπαρά­γει τον εξωτερικό κόσμο (γι' αυτό και αποτυ­πώνονται σ' αυτόν ως μορφές πραγμάτων, ως μορφές του "απολιθωμένου" στα πράγματα παγκόσμιου πνεύματος, του θεού). Εδώ η πραγματική ανθρώπινη νόηση, η " κοινωνική συνείδηση ", υποστασιοποιείται και θεοποιείται ως κάποια υπεράνω των ανθρώπων παγκόσμια δύναμη, εκδηλούμενη μέσω των ανθρώπων και όχι ως δραστηριότητα του ίδιου του ανθρώπι­νου όντος. Η ταύτιση νόησης και είναι, στην οποία εδράζεται αυτή η ιδεοκρατική σύλληψη, καταργεί εκ προοιμίου το ζήτημα της αυτοτέ­λειας και της ιδιοτυπίας της γνωστικής διαδι­κασίας και τη διαλεκτική αυτής της διαδικα­σίας, η οποία προϋποθέτει απαραίτητα τη σχέση του υποκειμένου προς то ανεξάρτητα από το υποκείμενο υπάρχον αντικείμενο. Στην καλύτερη περίπτωση εδώ απεικονίζεται η δια­λεκτική της νόησης. Ωστόσο, η ταύτιση αυτή, έστω και υποστασιοποιημένη - θεοποιημένη, α­ντανακλά τις υπαρκτές στιγμές της σύμπτω­σης της δρώσας ανθρώπινης νόησης με το είναι, με την υλική πραγματικότητα, και χαρα­κτηρίζει την ιδιοτυπία της διαλεκτικής λογικής έναντι της θεωρίας της γνώσης. Χαρακτηρίζει δηλαδή τις στιγμές κατά τις οποίες η αλήθεια της εκάστοτε κεκτημένης από τη γνωστική διαδικασία γνώσης θεωρείται δεδομένη. Εδώ ακριβώς έγκειται ο ορθολογικός πυρήνας της μεγαλοφυούς συμβολής του Χέγκελ στην επι­στήμη των τρόπων και των μέσων της νόησης, στη διαλεκτική λογική. Σε αυτό τον ορθολογικό πυρήνα οφείλεται και η ορθή σε γενικές γραμμές σύλληψη από τον Χέγκελ του "μηχα­νισμού" της ανάβασης από то αφηρημένο στο συγκεκριμένο, στην ανάπτυξη του οποίου προβαίνει ο Χέγκελ ''προδίδοντας" τον απόλυ­το ιδεαλισμό του (δεδομένου ότι θέτει ως αφε­τηρία του την απολυτοποιημένη νόηση, το α­πόλυτο, το οποίο -αποκομμένο από το σχετι­κό - συνιστά το πλήρως απροσδιόριστο και α­προσπέλαστο μη-ον). Έτσι αναπτύσσεται το σύστημα των λογικών κατηγοριών στην εσω­τερική τους συνάφεια (από την άποψη δηλαδή της ουσίας της νόησης) ως διατεταγμένο όλο κλιμακούμενης άρσης της απροσδιοριστίας των πλέον αφηρημένων κατηγοριών από τις πιο συγκεκριμένες, από το πεδίο του "είναι" στην "ουσία" και από αυτήν στην ενότητα "ου­σίας και φαινόμενου", στην "πραγματικότητα". Η όλη κίνηση της νόησης προβάλλει ως αλληλοδιαπλοκή νόμων: πέρασμα των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές, ενότητα και πάλη των αντιθέτων (βλ. αντίφαση), και άρνηση της άρ­νησης, βάσει των οποίων δομείται η "αντικει­μενική λογική" του Χέγκελ. Ωστόσο η ιδεοκρατική αρχή προσδίδει στη διαλεκτική του ιδιότυ­πα χαρακτηριστικά και την οδηγεί σε ασυνέ­πειες, σε συμβιβαστικές υπαναχωρήσεις, οι ο­ποίες ευνουχίζουν εν πολλοίς τον δυναμισμό της. Αυτό εκδηλώνεται φυσικά στην αναγωγή της ανάβασης από το αισθητηριακά συγκεκρι­μένο στο αφηρημένο στην ανώτερη βαθμίδα της νόησης: στην ανάβαση από то αφηρημένο στο νοητά συγκεκριμένο, στην υπαγωγή της διάνοιας στον λόγο (βλ. διάνοια και λόγος) και στην υποταγή του ιστορικού στο λογικό (βλ. ι­στορικό και λογικό). Έτσι ο Χέγκελ υποτάσσει τη διαλεκτική στην ιδεοκρατία. Ενώ στο επίπε­δο της αμεσότητας διακρίνει την παθητική και την ενεργητική πλευρά του κατηγοριακού δί­πολου των αντιθέτων ("ποιότητα και ποσότη­τα"), στο πεδίο της ουσίας η διάκριση αυτή ε­ξαφανίζεται, οι πλευρές της θεμελιώδους για τη διαλεκτική αντίφασης συμβιβάζονται στο "θεμέλιο" ώστε να επιτευχθεί η διαιώνιση της ουσίας. Κατ' αυτό τον τρόπο η λογική του Χέ­γκελ είναι η λογική ενός κλειστού συστήμα­τος, το οποίο ουσιαστικά στερείται παρελθό­ντος και μέλλοντος, δεδομένου ότι η μορφή του προσδιορισμού της απόλυτης ιδέας είναι η "απολύτως δι' εαυτήν άνευ υποκειμενικότητας υφιστάμενη εξωτερική εμφάνεια του χώρου και του χρόνου". Οι παραπάνω περιορισμοί εκ­δηλώνονται εντονότερα στην αναπαράσταση του γίγνεσθαι της νόησης, στην "υποκειμενική λογική", όπου το ανεπτυγμένο σύστημα των κατηγοριών ως απόλυτη αρχή επιβάλλεται επί του γίγνεσθαι κατά τελεολογικό τρόπο. Η αι­σθητηριακή γνώση, η διάνοια κ.λπ. υπάρχουν μόνον ως αναγκαίες βαθμίδες της ανάδειξης του λόγου, της ανεπτυγμένης νόησης. Παρ' όλες τις έντονες επικρίσεις του κατά της διά­νοιας (την οποία ταύτιζε με τη μεταφυσική), ο Χέγκελ λόγω του ιδεαλισμού του παραμένει δέσμιος της προδιαλεκτικής απόσπασης των διαμελισμένων μερών του όλου (νόησης και είναι, διάνοιας και λόγου, λογικού και ιστορι­κού) κ.λπ.), η εξωτερική συνάφεια των οποίων (ως αναγωγή είτε ως υπαγωγή) επίσης υποστασιοποιείται και γίνεται βάση ιδεαλιστικών μυστικοποιήσεων. Το αποτέλεσμα της γνωστι­κής διαδικασίας, η άρνηση της άρνησης της κατ' αίσθηση γνώσης (λόγος), ως εξ υπαρχής αποκομμένο από τη γενεσιουργό διαδικασία του, οροθετεί και απορροφά πλήρως την τε­λευταία.
Βάσει της διαλεκτικής του μεθόδου ο Χέγκελ εξετάζει κριτικά όλους τους τομείς του πολιτι­σμού. Στη "Φιλοσοφία της φύσης" (2ο μέρος της Εγκυκλοπαίδειας των φιλοσοφικών επι­στημών, 1817) η κριτική ανάλυση της κατάστα­σης των σύγχρονων του φυσικών επιστημών και του εννοιολογικού εξοπλισμού τους είναι συνυφασμένη με την άκριτη αναπαραγωγή, και τη φιλοσοφική "δικαίωση", δογμάτων και προ­καταλήψεων της εποχής του. Εδώ εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η φύση, όντας ετερό­τητα της ιδέας ("αποστασία" της ιδέας αφ' εαυ­τής), μετατρέπεται σε πνεύμα, θεωρώντας με­ταφυσικά τη φύση ως αμετάβλητη ("πνεύμα α­πολιθωμένο") και απορρίπτοντας κάθε εξελι­κτική προσέγγιση (μεταμορφώνεται κατά τον Χέγκελ μόνο η έννοια καθαυτή). Λόγω του ά­καμπτου δογματισμού της, της επιλεκτικότη­τας και των αυθαιρεσιών της, η "φυσική φιλο­σοφία"* του Χέγκελ δεν συνιστά βήμα προς τα εμπρός και υπολείπεται των αντίστοιχων προ­σεγγίσεων του προκριτικού Καντ. Αυτό ωστό­σο δεν μειώνει την έστω και στατικά - τελεο­λογικά διατυπωμένη διορατικότατη εικασία του περί επιπέδων - μορφών κίνησης και αλλη­λεπίδρασης της ύλης ("μηχανικής", "φυσικής", "οργανικής") και άλλων ιδεών που προοιωνίζο­νται μετέπειτα επιτεύγματα των φυσικών επι­στημών (π.χ. συσχετικότητα χώρου και χρό­νου, "εγγενής σκοπιμότητα" των εμβίων όντων κ.λπ.).
Στη φιλοσοφία του πνεύματος (3ο μέρος της ."Εγκυκλοπαίδειας", 1817), η επανερχόμενη από την αλλοτρίωση στον εαυτό της ιδέα γίνε­ται συγκεκριμένη και έλλογη. Εδώ εξετάζεται η ανθρώπινη συνείδηση και διάφορα είδη αν­θρώπινης δραστηριότητας. Ως "υποκειμενικό πνεύμα", υπό το πρίσμα της ανθρωπολογίας, της φαινομενολογίας και της ψυχολογίας, εξε­τάζεται η πνευματική ανάπτυξη του ατόμου σε συνδυασμό με την πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπινου γένους. Ως "αντικειμενικό πνεύ­μα" ο Χέγκελ εκθέτει τις κοινωνικές - πολιτειολογικές του απόψεις, τις οποίες αναπτύσσει περαιτέρω στη Φιλοσοφία του δικαίου (1821). Οι ιδέες αυτές του Χέγκελ αποτελούν την κο­ρύφωση της προμαρξικής κοινωνικής φιλοσο­φίας και της φιλοσοφίας του δικαίου του δια­φωτισμού. Εδώ ο Χέγκελ, παρά την κριτική που ασκεί στον ατομικισμό και στον αφηρημέ­νο χαρακτήρα της θεωρίας του "φυσικού δικαί­ου", επιχειρεί την αποκάλυψη της εσωτερικής συνάφειας της κοινωνίας ξεκινώντας από την υποστασιοποιημένη αφαίρεση της απόσπασης του ενσαρκωμένου στο κράτος και στο δίκαιο καθολικού, το οποίο εκλαμβάνει ως ουσία της κοινωνίας. Κατ αυτό τον τρόπο η χαρακτηρι­στική για την κλασική αστική σκέψη πολιτική - δικαιική θεώρηση της κοινωνίας οδηγείται μέχρι το λογικό της πέρας. Όπως αναφέρει στη Φιλοσοφία της ιστορίας: "όλη η αξία του ανθρώπου, όλη η πνευματική πραγματικότητα του υπάρχει αποκλειστικά χάριν του κράτους". Εδώ η διαμορφούμενη επιστημονική θεώρηση της κοινωνίας συνδέεται με τη συστηματική θεώρηση του αντικειμένου βάσει μιας συγκε­κριμένης μορφής της υπόστασης του (αφηρη­μένη πνευματική δραστηριότητα) και μιας συ­γκεκριμένης μορφής εκδήλωσης της ουσίας (το δίκαιο και το κράτος ως ενσάρκωση του λόγου, της "γενολογικής ουσίας του ανθρώ­που"). Εννοείται ότι στα πλαίσια αυτής της θε­ώρησης της χεγκελιανής κοινωνικής φιλοσο­φίας, ο άνθρωπος προβάλλει ως πλήρως εξαρ­τημένη και ετεροπροσδιοριζόμενη οντότητα, υπαγόμενη στους αναβαθμούς του "αφηρημέ­νου δικαίου", της "κατ’ επίγνωση ηθικότητας" ή "ατομικής ηθικής" (Moralitat) και της ομόλογης προς την έννοια της καθολικής βούλησης "καθ' έξιν ηθικότητας" ή "κοινωνικής ηθικής" (Sittlichkeit). Η τελευταία περιλαμβάνει την οι­κογένεια, την κοινωνία των ιδιωτών και την πολιτεία (κράτος). Η πολιτεία είναι κατά τον Χέγκελ καθ' εαυτό έλλογο και ηθικό όλο, η πραγμάτωση της ελευθερίας και της καθολικής βούλησης, η πραγμάτωση της θειας ιδέας, ο ε­πίγειος θεός. Άριστο πολίτευμα θεωρεί τη συ­νταγματική μοναρχία, κατά το πρωσικό πρότυ­πο της εποχής του, το οποίο θεωρούσε "δομη­μένο επί των έλλογων αρχών" (διάλεξη από 28/10/1816). Η ιστορική ανάπτυξη της ανθρω­πότητας συνιστά πορεία απαρέγκλιτη προς την παραπάνω ιδέα της πολιτείας και τη συνεί­δηση της ελευθερίας μέσω μιας ιδιότυπης σκυταλοδρομίας των εκάστοτε δεσποζόντων λαών - φορέων του καθολικού πνεύματος. Οι τέσσερις "κοσμοϊστορικές" περίοδοι (ανατο­λική, ελληνική, ρωμαϊκή και γερμανική) αντι­στοιχούν στην παιδική, στη νεανική, στην αν­δρική και στη γεροντική ηλικία της ανθρωπότη­τας.
Η ιδέα της αντικειμενικής ιστορικής νομοτέλει­ας προβάλλει εδώ με σχηματική μονομέρεια και υπερβολές και ερμηνεύεται μυστικιστικά ως "πανουργία" του παγκόσμιου πνεύματος, το οποίο χειρίζεται τα άτομα ως εργαλεία του. Οι περί "υψηλού προορισμού του πολέμου" από­ψεις του Χέγκελ συνδέονται με τη διττή αντί­ληψη του για τις αποικίες (αναγκαία ως διέξο­δος της πόλωσης ένδειας και πλούτου των μη­τροπόλεων, αλλά εξ ίσου αναγκαίος και ο απε­λευθερωτικός αγώνας των αποικιών), καθώς και με τη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας εξωτερικού αντίπαλου δέους για την εύρυθμη λειτουργία της γραφειοκρατίας. Διέκρινε στην ιστορία τις "κοσμοϊστορικές" προσωπικό­τητες (που μετατρέπουν την ιστορική αναγκαι­ότητα σε προσωπικό τους σκοπό) από τις "α­ναπαραγωγικές" (που κατευθύνονται από ιδιω­τικά συμφέροντα). Στις ιστορικές του απόψεις ο Χέγκελ εκδηλώνει συχνά εθνικιστικές προ­καταλήψεις. "Απόλυτο πνεύμα" θεωρεί ο Χέ­γκελ τις μορφές της  κοινωνι­κής συνείδησης. Στις τρεις διαδοχικές μορφές του (τέχνη, θρησκεία και φιλοσοφία), μέσω των οποίων το πνεύμα αναγνωρίζει τον εαυτό του διαδοχικά ως εποπτεία και εικόνα, ως συναί­σθημα και παράσταση και ως νόηση και έννοια, κατά μεγαλοφυή μεν, πλην όμως ιδεοκρατικά μυστικιστικό τρόπο, εν μέρει συλλαμβάνεται η κατεύ­θυνση της διαμεσολαβημένα κλιμακούμενης συνάφειας των μορφών και των εκφάνσεων της συνείδησης. Στην αισθητική του ο Χέγκελ ορίζει το ωραίο ως καθόλου "αισθητή εμφάνεια της ιδέας", ως άμεση ενότητα της έννοιας και της πραγματικότητας της, του πνευματικού περιεχόμενου και της εξωτερικής μορφής. Διακρίνει τρεις ιστορικούς τύπους τέχνης:
1.συμβολικός (ανατολικός), όπου η εξωτερική μορφή δεσπόζει του περιεχόμενου,
2.κλασικός (αρχαιότητα), άπου υπάρχει αρμονική ενότητα μορφής και περιεχόμενου, και
3.ρομαντικός (χρι­στιανική Ευρώπη), όπου η αρμονία παρουσιάζεται με την υπεροχή του περιεχόμενου και την έκπτωση της μορφής.
 Μεταξύ έννοιας και επο­πτείας τοποθετεί τη θρησκεία, διαβαθμίσεις της οποίας είναι:
·    οι φυσικές θρησκείες (θεός ως φυσική δύναμη),
· οι θρησκείες της πνευμα­τικής προσωπικότητας (то πνεύμα ως διακριτό από τη φύση) και
·   η θρησκεία της αποκάλυψης, ο χριστιανισμός (απόλυτη θρησκεία της αλή­θειας και της ελευθερίας, του προτεσταντι­σμού).
Επιχειρεί να υπαγάγει στη διαλεκτική τριαδικότητα τα θρησκευτικά δόγματα (π.χ. της Αγίας Τριάδος), θεωρεί ότι θρησκεία και φιλοσοφία έχουν το αυτό περιεχόμενο (то α­πόλυτο, το θείο), το οποίο η μεν πρώτη προ­σεγγίζει εμπειρικά, μέσω της παράστασης, η δε δεύτερη νοητά, μέσω της έννοιας. Τα θρη­σκευτικά δόγματα χάνουν κατ' αυτό τον τρόπο την ιερότητα τους και μετατρέπονται σε αλλη­γορίες φιλοσοφικών εννοιών (γεγονός που ο­δήγησε πολλούς ορθόδοξους θεολόγους να μέμφονται τον Χέγκελ για πανθεϊστική και αθεϊστική τάση). Η θρησκεία αίρεται από τη φι­λοσοφία, την ύψιστη μορφή αυτογνωσίας του πνεύματος, την τέλεια ταυτότητα "νοείν" και "είναι", την απόλυτη γνώση, δηλαδή την "επι­στήμη των επιστημών", στην οποία οδηγεί η ε­σωτερική αναγκαιότητα της ιστορικής ανάπτυ­ξης των φιλοσοφικών ιδεών.
Η ιστορική αλλη­λουχία των φιλοσοφικών συστημάτων αντι­στοιχεί στις κατηγορίες της διαλεκτικής και συνάμα απεικονίζει το ουσιώδες περιεχόμενο του πολιτισμού της εποχής του κάθε αναγκαί­ου (παροδικής ισχύος) συστήματος, ως αλλη­λουχία των βαθμίδων προς την απόλυτη φιλο­σοφία του Χέγκελ, που αποτελεί κατά τον ίδιο επακολούθημα, συμπέρασμα και απόλυτη άρση των προγενέστερων φιλοσοφημάτων.
 Η  αντιφατικότητα συντηρητισμού (καθαγιασμού του υπαρκτού) και ανατρεπτικού ριζοσπαστι­κού ορθολογισμού (κριτικής-ορθολογικής προσέγγισης του όντος) συμπυκνώνεται στην κλασική διατύπω­ση του: "κάθε τι έλλογο είναι και πραγματικό, και κάθε τι το πραγματικό είναι και έλλογο".
Κατ' αυτό τον τρόπο ο Χέγκελ με το μεγαλειώ­δες εγχείρημα του να εντάξει στον φιλοσοφι­κό στοχασμό то σύνολο του επιστητού, επι­διώκει να "άρει" πλήρως και τελειωτικά, να συλλάβει και να εγκλείσει κάθε δυνητική προ­οπτική της νόησης, έχοντας την πεποίθηση ότι αυτή η ένταξη στους κλειστούς κύκλους της φιλοσοφίας της απόλυτης ιδέας αποτελεί το ε­πιστέγασμα και το άκρον άωτον της κίνησης της γνώσης. Ωστόσο, για να πραγματοποιήσει τα παραπάνω χρειάσθηκε να αναπαραστήσει εν γένει και συνολικά την ποικιλομορφία του περιεχόμενου της νόησης, υπονομεύοντας ταυτόχρονα το ίδιο του το πανλογικό - δογμα­τικό σύστημα, αλλά και κάθε πιθανή κοσμοθεώρηση που θεωρεί δεδομένο το απόλυτο, διότι η προσέγγιση του τελευταίου μέσω της νόη­σης, του λόγου, то καθιστά κατ' αρχήν ορθο­λογικά προσπελάσιμο και συνεπώς συσχετικό.
Η συνειδητοποίηση αυτής της αντιφατικότη­τας της μεθόδου και του συστήματος (η διάκρι­ση μεθόδου και συστήματος εδώ είναι μάλλον σχετική) του Χέγκελ, σε συνδυασμό με τη συ­στηματική διερεύνηση ενός πραγματικού (και όχι ιδεατού) οργανικού όλου, από τη σκοπιά του ριζικού μετασχηματισμού του, επέτρεψε στον Μαρξ όχι μόνο να θεμελιώσει επιστημο­νικά την επαναστατική πράξη, αλλά και να επαναστατικοποιήσει τη διαλεκτική, αίροντας τους περιορισμούς και μετασχηματίζοντας τα επιτεύγματα του Χέγκελ.
 Η χεγκελιανή φιλο­σοφία με όλη την αντιφατικότητα και τον πλούτο της αποτελεί θεμελιώδη κατάκτηση του ανθρώπινου πολιτισμού που άσκησε και ασκεί βαθιά επίδραση. Αποτελεί μιαν από τις θεωρητικές πηγές του μαρξισμού. Η κριτική διερεύνηση της αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ όρο της δημιουργικής κατανόησης και ανάπτυ­ξης του σύγχρονου φιλοσοφικού στοχασμού. Βλ. επίσης: ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, διάνοια και λόγος, ιστορικό και λογικό, Φόυερμπαχ, Μαρξ, Ενγκελς, Λένιν, Κεφάλαιο, διαλεκτική, διαλεκτική λογική, λογι­κή της ιστορίας.
Δ. Πατέλης

Έργα:
·         "Werke", Bd 1-19, Berlin, 1832-1887.-"SaiTrtitche Werke", Kritische AusQabe, hrsg. v. G. Lasson und J. Hoffrneister, Bd 1-30, Leipzig -Hamburg, 1923-60.
·          "Samtlische Werke", iirsfl. v. H. Glockner, Bd 1-26, Stuttgard, 1927-40.
·         Theologische Jugendschnften, Tubingen, 1907.
·         H λογική, μετ. Π. Γρατσιάτου, Αθήνα, 1916.
·         Η επιστήμη της λογικής, μετ. Γ. Τζαβάρα, Αθήνα-Γιάννινα, Δωδώνη, 1991.
·         Φιλοσοφία της ιστο­ρίας, μετ, Αι. Μανούση, τόμ. Α-Β, Νεφέλη, Αθήνα, 1980.
·         Φιλοσοφία του πνεύματος, τόμ. 1-2, Αθήνα, Δωδώνη.
·         Φαινομενολογία του πνεύματος, μετ. Γ. Τζαβάρα, Δωδώνη, τόμ. 1-2, Αθήνα και σειρά έργων σε αμφίβολης ποιό­τητας και πληρότητας μεταφράσεις από τις εκδ. Αναγνωστίδη.
Βιβλιογραφία
·         Β. Α. Βαζιούλιν, Η λογική του Κεφαλαίου του Κ. Μαρξ, Μόσχα, 1968.
·         του ίδιου, Η μαρξική ανάλυση του 'μηχανισμού" του κοινωνικού προσδιορισμού της λο­γικής του Χέγκελ, Filosofskie nauhi. No 2, 1971.
·         του ίδιου, Το σύστημα της λογικής του Χέγκελ και το σύστημα λογικής στο Κεφάλαιο του Μαρξ, ''Επιστημονική Σκέψη", No 36, 1987.
·         G. Lukucs, Oerjwge Hegel. Berlin, 1954.
·         Ε. Β, Ιλιένκοφ, Διαλεκτική λογική, Gutenberg, Αθήνα, 1983.
·         Η φιλοσοφία του Χέγκελ: προβλήματα διαλεκτικής, Μόσχα, 1987.
·         Garaudy R., La pense de Hegel, Paris, 1966.
·         Δ. Γληνός, Η φιλοσοφία του Χέγκελ. Αθήνα, 1970'.
·         Λογοθέτης, Η μετά Kaντιov ιδεοκρατική φιλοσοφία, Αθήνα, 1958
·         ΚΜΕ, Ο Χέγκελ και ο μαρξισμός, Σ.Ε. Αθήνα, 1982.
·          Δ. Πατέλης, Φιλοσοφική και μεθοδολογική ανάλυση του γίγνεσθαι της οικονομικής επιστήμης, Μόσχα, 1991.
·          Iνστιτούτο Φιλοσοφίας Α.Ε. ΕΣΣΔ, Συστηματικός κα­τάλογος βιβλιογραφίας στή ρωσική για τον Χέγκελ (από τον 19ο αι. μέχρι το 1974), Μόσχα, 1974.