Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

Η Ρωσία απαιτεί την επιστροφή της Αγίας Σοφίας στην Ορθοδοξία ως ένδειξη "καλής θέλησης" (VIDEO)

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΡΩΣΙΚΟ VIDEO ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΤΙΤΛΟΥΣ ...
Μετά από ψήφισμά της η ρωσική Δούμα ζήτησε την επιστροφή της Αγίας Σοφίας στο ορθόδοξο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η Μόσχα μετά την κατάρριψη από την Τουρκία του μαχητικού της, υποστηρίζει και υιοθετεί όλες τις ελληνικές θέσεις ως προς τις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και την επιστροφή της Αγίας Σοφίας στην Ορθοδοξία.


ΑΡΧΙΣΑΝ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ!! ΕΙΣΑΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ;; H Ρωσία απαιτεί από την Τουρκία την επιστροφή της Αγίας Σοφίας στην Ορθοδοξία ως ένδειξη «καλής θέλησης»

ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΟΤΙ ΕΡΧΕΤΑΙ … ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥΣ

H Ρωσία απαιτεί από την Τουρκία την επιστροφή της Αγίας Σοφίας στην Ορθοδοξία ως ένδειξη «καλής θέλησης» από την Άγκυρα και το Ισλάμ και θα χρηματοδοτήσει την αποκατάσταση του συμβόλου της Χριατιανοσύνης προσφέροντας και τους καλύτερους επιστήμονες και συντηρητές της.

Μετά από ψήφισμά της η ρωσική Δούμα ζήτησε την επιστροφή της Αγίας Σοφίας στο ορθόδοξο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

«Η κίνηση αυτή θα βοηθήσει την Τουρκία και το Ισλάμ να αποδείξει ότι υπάρχει καλή θέληση , υπεράνω της πολιτικής, και είναι αναγκαία η επιστροφή της Αγίας Σοφίας στην χριστιανοσύνη», δήλωσε ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας για την προστασία των χριστιανικών αξιών SergeI Gavrilov.

«Θα συμμετάσχουμε στη χρηματοδότηση, καθώς και στην συμμετοχή της αποκατάστασης του χριστιανικού μνημείου από τους καλύτερους Ρώσους συντηρητές και επιστήμονες».

Ο πρόεδρος της επιτροπής δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι στις 23 Σεπτεμβρίου 2015 στην Μόσχα, εγκαινιάστηκε τo μεγάλο τζαμί της Μόσχας.

«Η σημασία της εκδήλωσης, είναι ότι στην τελετή των εγκαινίων όπου παραβρέθηκαν ο Πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν, ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο Παλαιστίνιος Πρόεδρος Μαχμούντ Αμπάς και πολυάριθμες αντιπροσωπείες Μουσουλμάνων από όλο τον κόσμο, αρχηγοί κυβερνήσεων και επικεφαλείς ξένων κοινοβουλίων»

«Σήμερα, οι Ρώσο-τουρκικές σχέσεις διανύουν μια περίοδο έντασης και αντοχής, και είναι ιδιαίτερα σημαντικές οι αμοιβαίες φιλικές πρωτοβουλίες και προτάσεις», δηλώνει ο Gavrilov.

«Η ρωσική πλευρά θεωρεί ότι είναι δυνατό να σκεφτούμε ότι στην Τουρκία, και συγκεκριμένα στην Κωνσταντινούπολη ( οι Ρώσοι χαρκτηριστικά την αναφέρουν με το αληθινό της όνομα υιοθετώντας πλήρως τις ελληνικές θέσεις), ευρίσκεται ο αρχαιότερος και ιερότερος ναός του χριστιανικού κόσμου, η Αγία Σοφία.

Η ιστορία του συνδέεται με την ιστορία της Ορθοδοξίας. Αναμένουμε ότι η τουρκική πλευρά να προχωρήσει σε μια φιλική κίνηση με την επιστροφή της Αγίας Σοφίας στην Χριστιανική Εκκλησία» είπε ο Gavrilov.

Ο Ιερός της Αγίας Σοφίας, ο οποίος βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, μετά την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς το 1453 μετατράπηκε σε τζαμί.

Το 1935, η Αγία Σοφία με απόφαση του κεμαλικού καθεστώτος μετατράπηκε σε μουσείο.

Ο ναός έχει συμπεριληφθεί στην παγκόσμια κληρονομιά της UNESCO, από το 1985.

Η Μόσχα μετά την κατάρριψη από την Τουρκία του μαχητικού της, υποστηρίζει και υιοθετεί όλες τις ελληνικές θέσεις ως προς τις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και την επιστροφή της Αγίας Σοφίας στην Ορθοδοξία (κάτι που το απαιτούν άλλωστε οι απανταχού Ορθόδοξοι σε όλον τον πλανήτη πρωτοστατούντων των Ρώσων πολιτών).

Με την απαίτηση αυτή, πλέον η Ρωσία αναγάγει το ζήτημα της Αγίας Σοφίας ως ρωσοτουρκικό θέμα, και δεν είναι πλέον η Ελλάδα μόνη της στην προσπάθεια να αποτραπούν τα ισλαμιστικά σχέδια του Ρ.Τ.Ερντογάν που θέλει να την συλλήσει ξανακάνοντάς την τέμενος.

Οι Τούρκοι προφανώς δεν θα δεχτούν αυτή την απαίτηση αλλά και μόνο το ζήτημα τους προκαλεί τρόμο καθώς εδώ και καιρό έχουν την εντύπωση (όπως ήδη έχει γράψει το pronews.gr) ότι το ιερότερο μνημείο της Ορθοδοξίας «θέλει να ξαναεπιστρέψει εκεί που ανήκει», και αυτό όπως έχει προφητευθεί από τους Άγιους της Ορθοδοξίας θα συνοδευτεί από την καταστροφή του όποιου τουρκικού κράτους.

Κάτι που οι Τούρκοι το φοβούνται σφόδρα καθώς είναι οι πρώτοι που φοβούνται την έγερση του «μαρμαρωμένου βασιλιά»

Οι Τούρκοι ανησυχούν τα τελευταία χρόνια με επίκεντρο την Αγία Σοφία και με αποκορύφωμα την απροσδόκητη εμφάνιση το καλοκαίρι του 2008 του Άγγελου στον Τρούλο, καθώς αισθάνονται ότι κάτι πολύ άσχημο και εσχατολογικό θα τους συμβεί

Επανήλθαν στην επιφάνεια όλοι εκείνοι οι θρύλοι που κατά καιρούς είχαν συγκλονίσει και είχαν προκαλέσει στους μουσουλμάνους μια χαρακτηριστική φοβία για την εκ νέου ανάδυση της ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας του ναού και τις κοσμογονικές συνέπειες αυτού του συγκλονιστικού γεγονότος, παρά το γεγονός ότι είχε μετατραπεί σε τέμενος μέχρι το 1935, ξέρουν ότι δεν μπόρεσαν ποτέ να την ισλαμοποιήσουν.

Η εφημερίδα, Σαμπάχ, πρόσφατα παρουσίασε ένα αφιέρωμα για τα «Μυστήρια της Αγίας Σοφίας», (Ayasofya” nın gizlemleri), όπου και φαίνεται ότι οι ίδιοι οι Τούρκοι φοβούνται πάνω απ’ολα για το μέλλον τους.

Έχουν φοβία στους κρυμμένους σταυρούς, συμβολικούς και μη, που υπάρχουν στο εσωτερικό του ναού, αλλά και στην κάτοψη όπως αυτή μπορεί κάποιος να την διακρίνει από ψηλά.

Φαίνεται πως νιώθουν ότι η πολεμική ενέργεια του Ρ.Τ.Ερντογάν κατά της Ρωσίας ξεκίνησε μια «αλυσίδα» γεγονότων που θα φέρουν πολύ άσχημα μελλούμενα στους Τούρκους.

ΔΕΙΤΕ το συγκλονιστικό ρωσικό βίντεο με ελληνικούς υπότιτλους για το Βυζάντιο

ΠΗΓΗ: http://expresstime.gr/

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Κυριακή της Ορθοδοξίας ή Α΄ Κυριακή των Νηστειών (42 ημέρες πριν το Άγιο Πάσχα)

«ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει»
ΣΗΜΕΡΑ εορτάζει η Ορθοδοξία την αναστήλωση των ιερών εικόνων, μετά την μεγάλη εικονομαχική έριδα που συντάραξε την Εκκλησία για περισσότερα από 100 χρόνια

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Η σημερινή αγία ημέρα είναι ξεχωριστή, διότι παρά το κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εορτάζει η Ορθοδοξία μας, η αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Αποτελεί δε, ανάμνηση του κορυφαίου γεγονότος της εκκλησιαστικής ιστορίας μας, της αναστήλωσης των ιερών εικόνων, γεγονός που συνέβη το 843 μ.Χ. στο Βυζάντιο, χάρις στην αποφασιστική συμβολή της βασίλισσας και μετέπειτα αγίας Θεοδώρας, συζύγου του αυτοκράτορα Θεοφίλου (840 - 843 μ.Χ.).

Η αναφορά γίνεται στη μεγάλη Εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε κυριολεκτικά την Εκκλησία μας για περισσότερα από εκατό χρόνια.

ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ ΚΑΙ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ 

(α) Η παράδοση της Εκκλησίας για τις ιερές εικόνες
Ο Χριστιανισμός κάτω από την επίδραση του Ιουδαϊσμού και των διατάξεων της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίες απαγορεύουν την εξεικόνιση του θείου, αρχικώς δεν θεώρησε αναγκαία την δημιουργία εικονικής ή γλυπτικής χριστιανικής τέχνης, αλλά περιορίσθηκε μόνο σε απλά σύμβολα και συμβολικές παραστάσεις, τα οποία συνεδέοντο αναγωγικά με θεμελιώδεις διδασκαλίες της χριστιανικής πίστης. Ακόμη και αυτές οι απλές παραστάσεις από την Παλαιά ή την Καινή Διαθήκη είχαν διδακτικό και συμβολικό χαρακτήρα. Οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τις εικόνες του Χριστού ήταν οι Γνωστικοί και ειδικότερα οι Καρποκρατιανοί. Οι Γνωστικοί προέβαλλαν τις εικόνες ως αντικείμενο προσκυνήσεως μαζί με τις εικόνες των φιλοσόφων Πυθαγόρα, Πλάτωνα, Αριστοτέλη κ.ά. Παρ’ όλα αυτά και παρά την πολεμική, η οποία ασκήθηκε από τους Μοντανιστές εναντίον των γνωστικών εικόνων, η Εκκλησία ήδη είχε αρχίσει από τον Γ΄ αι. να υιοθετεί την ιδέα της εξεικονίσεως του προσώπου του Χριστού, ενώ η χριστιανική εικονογραφία συνδέθηκε αρχικώς μόνον με τις ακμάζουσες μεγάλες τοπικές εκκλησίες και δεν επεκτάθηκε στις επαρχίες. Κατά τον 4ο αι. διαδόθηκε ευρέως η διακόσμηση των ναών με εικόνες, παρά τις μεμονωμένες αντιδράσεις. Ο Ευσέβιος Καισαρείας υπήρξε πολέμιος της παραστάσεως του Ιησού Χριστού σε εικόνες, διότι θεωρούσε αφ’ ενός μεν αδύνατη την εξεικόνιση της θείας δόξας με νεκρά και άψυχα χρώματα, αφ’ ετέρου δε αξιολογούσε τις εικόνες του Ιησού Χριστού ως ξένες προς την εκκλησιαστική παράδοση. Η θέση του αυτή χρησιμοποιήθηκε από τους εικονομάχους για την ιστορική θεμελίωση της εχθρικής τους διαθέσεως έναντι των εικόνων, γι’ αυτό και πολεμήθηκε με σφοδρότητα από τους εικονοφίλους. Τον 4ο αι. οι ι. Εικόνες εισήχθησαν όχι μόνο στους ναούς, αλλά και στις οικίες πολλών χριστιανών και επεβλήθησαν τελικώς στην εκκλησιαστική συνείδηση και τους αποδιδόταν ιδιαίτερη τιμή, ενώ ο διδακτικός χαρακτήρας των εικόνων τονίσθηκε κατά τον 5ο αι. από τον άγιο Νείλο «ὅπως ἄν οἱ μή εἰδότες γράμματα, μηδέ δυνάμενοι τάς θείας ἀναγιγνώσκειν γραφάς, τῇ θεωρίᾳ τῆς ζωγραφίας μνήμην τε λαμβάνωσι τῆς τῶν γνησίως τῷ ἀληθινῷ θεῷ δεδουλευκότων ἀνδραγαθίας καί πρός ἅμιλλαν διεγείρωνται τῶν εὐκλεῶν καί ἀοιδίμων ἀριστευμάτων, δι’ ὧν τῆς γῆς τόν οὐρανόν ἀντηλλάξαντο, τῶν βλεπομένων τά μή ὁρώμενα προτιμήσαντες». Με την επίλυση του δογματικού ζητήματος της ενώσεως των δύο εν Χριστώ φύσεων, θεμελιώθηκε σαφέστερα η θεολογία των ι. Εικόνων και η προβολή της δυνατότητας ακτινοβολίας του θείου επί των δημιουργημάτων. Τόσο η θεολογική, όσο και η παιδαγωγική ερμηνεία της ι. Εικόνας, ευνόησαν την πλήρη σύνδεσή τους με την χριστιανική ευσέβεια, παρά την εναντίον τους πολεμική των αιρετικών Παυλικιανών, των Ιουδαίων και των Αράβων, ενώ η ευσέβεια αυτή ενισχύετο συνήθως από τους μοναχούς. Εικονομάχοι υπήρξαν οι εκπρόσωποι των μεγάλων αιρέσεων (Αρειανισμού, Απολιναρισμού, Νεστοριανισμού και Μονοφυσιτισμού).

(β) Τα αίτια της Εικονομαχίας (1η και 2η περίοδος εικονομαχικών ερίδων 727-787 και 813-843). 
Οι εικονομαχικές έριδες συντάραξαν την Εκκλησία και την αυτοκρατορία επί έναν και πλέον αιώνα (727-843), ενώ τα αίτιά τους δεν είναι σαφή. Διατυπώθηκαν διάφορες υποθέσεις, οι οποίες δημιουργούσαν πολλές φορές σύγχυση αιτίων και συνεπειών, που οφείλονταν στην πενιχρότητα των εικονομαχικών πηγών. Υποστήριζαν ότι η εικονομαχία αποτελούσε μία απλή αναζήτηση πνευματικότερης έκφρασης της λατρευτικής ζωής των χριστιανών με την καταπολέμηση οποιασδήποτε παγανιστικής τάσεως. Άλλοι υποστήριζαν ότι η εικονομαχία υποκρύπτει ταξικό αγώνα, λόγω των τάσεων των ισχυρών της εποχής να σφετερισθούν την εκκλησιαστική περιουσία. Άλλοι συνέδεσαν την εικονομαχία προς την τάση μιάς ριζικής αναθεωρήσεως των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, με κριτήριο τις θεοκρατικές αντιλήψεις του Λέοντα Γ΄ του Ισαύρου, οι οποίες διακηρύχθηκαν με την επίσημη δήλωσή του προς τον πάπα Γρηγόριο Β΄, ότι ήταν φορέας τόσο της βασιλικής, όσο και της ιερατικής εξουσίας («Βασιλεύς εἰμι καί ἱερεύς»). Άλλοι περιόριζαν τις τάσεις αυτές σε μία απλή αγροτική μεταρρύθμιση, η οποία έπληττε κυρίως την μοναστηριακή περιουσία, χαρακτηρίζοντας την εικονομαχία ως μία μορφή «Μοναχομαχίας». Άλλοι υποστήριξαν την άποψη ότι η σταθερή απόφαση του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ για την αναδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού επεκτάθηκε απλώς και στην Εκκλησία, ενώ άλλοι διείδαν στην εικονομαχία μία προσπάθεια περιορισμού των θρησκειακών αντιθέσεων ή μία τάση συνδιαλλαγής μεταξύ των τριών μεγάλων βιβλικών θρησκειών, δηλ. του Χριστιανισμού, του Ιουδαϊσμού και του Ισλαμισμού. Άλλοι θεώρησαν την εικονομαχία ως μία προσπάθεια βιαίου εξανατολισμού του ελληνοχριστιανικού Βυζαντίου, με την υποβάθμιση της εκκλησιαστικής παράδοσης, η οποία είχε διαμορφωθεί κυρίως επί τη βάσει του ελληνικού πνεύματος. Τέλος, άλλοι τόνισαν τον ακραιφνή θεολογικό χαρακτήρα της εικονομαχικής έριδας. Όμως, όλες αυτές οι θέσεις δεν δύνανται να εξηγήσουν επαρκώς την αιφνίδια κήρυξη της εικονομαχίας από τον Λέοντα Γ΄. Οπωσδήποτε, όμως, τα πολιτικά και τα κοινωνικά κίνητρα ανεφάνησαν μετά την κήρυξη της εικονομαχίας, η οποία αρχικώς υπήρξε μία απλή θρησκευτική έριδα, καίτοι εξελίχθηκε αργότερα σε θεολογική διαμάχη και τελικώς συνδέθηκε με πολιτικές, κοινωνικές και γενικότερες εκκλησιαστικές τάσεις, ώστε να μεταβληθεί σε προσπάθεια ολοκληρωτικής κυριαρχίας του πνεύματος της Ανατολής στην ελληνοχριστιανική παράδοση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Υπέρμαχος της τιμής των ι. Εικόνων αναδείχθηκε ο μοναχός και πρεσβύτερος της Λαύρας του αγ. Σάββα στην Παλαιστίνη Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος, στο ζήτημα της εικονομαχίας, εκδήλωσε το ενδιαφέρον του με τους τρεις περίφημους αντιρρητικούς λόγους «Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας», όπου υποστηρίζει με έμφαση ότι οι εικόνες δεν τιμώνται οι ίδιες, όπως συμβαίνει με τα είδωλα, αλλά η τιμή προς αυτές ανάγεται στο πρωτότυπο («ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει», και ότι το εικονιζόμενο στην εικόνα πρόσωπο είναι υπαρκτό και όχι ανύπαρκτο, όπως στα είδωλα, παρά το γεγονός ότι η απόδοση του φυσικού προσώπου του εικονιζομένου αγίου δεν ήταν αυστηρός κανόνας στη σκέψη του αγιογράφου. Η εικονομαχική Σύνοδος της Ιέρειας (754) δεν είχε κανονικό συνοδικό χαρακτήρα, οπότε το κύρος της δεν έγινε δεκτό αφού δεν συμμετείχε κανείς από τους πέντε πατριάρχες, ενώ η περίφημη επιχειρηματολογία του Ιωάννη Δαμασκηνού αναιρούσε την θεολογική θεμελίωση των αποδοκιμασθέντων αποφάσεων της Συνόδου. Μετά τον θάνατο και του Λέοντα Δ΄, η εξουσία περιήλθε στην εικονόφιλλη Ειρήνη την Αθηναία (780), η οποία ήταν επίτροπος του ανηλίκου γιού της Κωνσταντίνου ΣΤ΄ του Πορφυρογέννητου. Προκάλεσε την αντίδραση των πανίσχυρων εικονομάχων αξιωματούχων της αυλής, οι οποίοι οργάνωσαν συνωμοσία εναντίον της, ενώ η ίδια πέτυχε την εξουδετέρωσή της, σπεύδοντας να θέσει αμέσως ζήτημα αναστηλώσεως των ι. Εικόνων και προετοιμάζοντας το έδαφος με την ενίσχυση των τάξεων των εικονοφίλων της Κωνσταντινουπόλεως. Συγκάλεσε Σύνοδο τον Σεπτέμβριο του 787 (Ζ΄ Οικουμενική) στην Νίκαια της Βιθυνίας, όπου ο Όρος της Συνόδου αποτελούσε πλέον την επίσημη απόφαση της Εκκλησίας για το ζήτημα των ι. Εικόνων, θεμελιώνοντας την θεολογία των σχετικών έργων του Ιωάννη Δαμασκηνού. Έγινε επίσημη τελετή γιά την αναστήλωση της εικόνας του Χριστού της Χαλκής από τη βασίλισσα Ειρήνη και τέθηκε η επιγραφή «Ἥν καθεῖλε πάλαι Λέων ὁ Δεσπόζων, ἐνταῦθα ἀνεστήλωσεν Εἰρήνη πάλιν». 

Ο Λέων Ε΄ από πολιτική σκοπιμότητα ανανέωσε τις εικονομαχικές έριδες, ενώ εικονόφιλοι βασιλείς διώχθηκαν ή έπεσαν στον πόλεμο. Η έναρξη της 2ης περιόδου της εικονομαχίας έγινε με την καθαίρεση της εικόνας του Χριστού της Χαλκής από τον Λέοντα Ε΄, με το πρόσχημα της δήθεν διαφύλαξης από την εικονομαχική μανία των στρατιωτικών. Υπέρμαχοι των ι. εικόνων αναδείχθηκαν εκείνη την περίοδο ο εκθρονισθείς πατριάρχης Νικηφόρος και ο Θεόδωρος Στουδίτης, οι οποίοι υπήρξαν και οι ηγέτες των πανίσχυρων πλέον μοναχών και των εικονοφίλων. Οι μοναχοί αναμίχθηκαν ενεργά στα πνευματικά και θρησκευτικά ζητήματα της αυτοκρατορίας με επικεφαλής τον Θεόδωρο, ο οποίος εξορίσθηκε αλλά συνέχισε ακλόνητος τον αγώνα, ενώ πέθανε στην εξορία το 826 σε ηλικία 67 ετών και τάφηκε στη νήσο Πρίγκηπο. Διακρίθηκε για την αναδιοργάνωση της μονής Στουδίου, όπου υπήρξε ηγούμενος για πολλές δεκαετίες, αλλά και για τους αγώνες του υπέρ της τιμής των ι. εικόνων. 

(γ) Οι συνέπειες των εικονομαχικών ερίδων 
Ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας άφησε ανεξίτηλη σφραγίδα σε πολλούς τομείς του εκκλησιαστικού βίου, αφού η εικονομαχία δεν επέζησε μετά την θριαμβευτική αναστήλωση των ι. εικόνων (843). Συνεπώς: 

(1) Διακανονίσθηκε το ζήτημα της σχέσεως των δύο εξουσιών, δηλ. της Ιερωσύνης και της Βασιλείας, απαγορεύθηκε στους εικονομάχους αυτοκράτορες να παρεμβαίνουν με διατάγματα για να καθορίζουν την πίστη της Εκκλησίας, διότι αναπότρεπτα θα οδηγούσε στην καθιέρωση ενός θεοκρατικού καθεστώτος. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος προσδιορίζει με σαφήνεια τα καθήκοντα του Βασιλέως και του Πατριάρχη στην «Επαναγωγή», βασιζόμενος στο προοίμιο της ΣΤ΄ Νεαράς του Ιουστινιανού περί της αρχής της «συμφωνίας» Βασιλείας και Ιερωσύνης, όμως προσαρμόζεται πλέον στις νέες συνθήκες. 

(2) Ενίσχυση του Μοναχισμού: τα μοναστήρια κατέστησαν κατά την εικονομαχία και μετά από αυτήν τα κύρια πνευματικά κέντρα της πατερικής πνευματικότητας, η εκκλησιαστική γραμματεία, η υμνολογία, η λειτουργική παράδοση και η εκκλησιαστική ιεραρχία συνδέθηκαν στενότερα πλέον με την μοναστική αναγέννηση. 

(3) Η χριστιανική ζωγραφική και αρχιτεκτονική συνδυάσθηκαν αρμονικότερα, θεμελιώθηκαν νέες θεολογικές προοπτικές για την ζωγραφική με σαφέστερο θεολογικό χαρακτήρα και κριτήριο τη σχέση της εικόνας προς την χριστολογία, σύμφωνα με την Ζ΄ Οικουμενική σύνοδο (δογματικός κύκλος, λειτουργικός κύκλος, ιστορικός κύκλος). 

(4) Για την θεία Λατρεία συντάχθηκαν οι Κανόνες, ύμνοι κ.λπ., με έντονο δοξολογικό χαρακτήρα. Οι Στουδίτες ανεμόρφωσαν λειτουργικά βιβλία, όπως Οκτώηχος ή Παρακλητική, Τριώδιον, Πεντηκοστάριον, Μηναία και Θεοτοκάριον. 

(5) Απομάκρυνση και διαφοροποίηση του παπικού θρόνου από το Βυζάντιο και την Ανατολή κατά την περίοδο της εικονομαχίας, κυρίως λόγω της ρήξης του παπικού θρόνου προς τον βυζαντινό αυτοκράτορα για το ζήτημα των ι. εικόνων. Βέβαια, οι επιλογές αυτές εξασθένησαν την βυζαντινή κυριαρχία στην Ιταλία.

(6) Ενισχύθηκε το «παπικό πρωτείο» με τις ψευδο-Ισιδώρειες διατάξεις, τα νοθευμένα συνοδικά κείμενα από την ήδη νοθευμένη συλλογή Hispana Gallica, τα παπικά δεκρετάλια εκ των οποίων τα 115 είναι εξ ολοκλήρου πλαστά και τα 125 έχουν υποστεί νοθείες, τροποποιήσεις και προσθαφαιρέσεις. Η προϋπάρχουσα, βεβαίως, διαφοροποίηση του παπικού θρόνου από την Ανατολή και η εξάρτησή του από το Φραγκικό κράτος κατέστησαν πλέον τη ρήξη Ανατολής και Δύσεως ζήτημα χρόνου. Το σχίσμα της εποχής του Φωτίου (863-867) και το Μέγα Σχίσμα (1054) συνδέονται άρρηκτα με τις μεταβολές, οι οποίες επήλθαν κατά την περίοδο της εικονομαχίας στις σχέσεις των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως. 


Ἀπολυτίκιον
Τήν ἄχραντον εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρεσιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν βουλήσει γάρ ηὐδόκησας ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ ἵνα ρύσῃ οὕς ἔπλασες ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ ὅθεν εὐχαρίστως βοῶμεν χαρᾶς ἐπλήρωσας τά πάντα ὁ σωτήρ ἡμῶν ὁ παραγενόμενος εἰς τό σῶσαι τόν κόσμον.

Ελένη Δραμπάλα

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (19 Ιανουαρίου)

Ο ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ο ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ
Εφέτος κλείνουν 560 έτη από την κοίμηση του εν αγίοις πατρός ημών και ομολογητού Μάρκου αρχιεπισκόπου Εφέσου του Ευγενικού .

Ο άγιος Μάρκος (κατά κόσμον Εμμανουήλ), εγεννήθη από ευσεβείς γονείς το 1392 εις την βασιλίδα των πόλεων, Κωνσταντινούπολιν. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και ήτο αρχιδικαστής, σακελλίων και διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, η μητέρα του ωνομάζετο Μαρία και ήτο θυγατέρα του ευσεβούς ιατρού Λουκά.

Αμφότεροι οι γονείς προσπάθησαν και επέτυχαν να αναθρέψουν τον μικρό Εμμανουήλ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά ο θάνατος του πατρός του άφησε αυτόν και τον μικρότερό του αδελφό Ιωάννη ορφανούς εις νεαρά ηλικία.

Τα πρώτα γράμματα ο άγιός μας τα εδιδάχθη από τον πατέρα του Γεώργιο, ο οποίος είχε μία ονομαστή ιδιωτική σχολή. Μετά τον θάνατον του πατρός του η μητέρα του τον έστειλε να μαθητεύεση εις τους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικόν και φιλόσοφον Γεώργιον Γεμιστόν Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο μετ έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ
Όταν ο νεαρός Εμμανουήλ τελείωσε τας σπουδάς του, ανέλαβε την διεύθυνση της πατρικής σχολής και εις σύντομο χρονικό διάστημα ανεγνωρίσθει ως ένας από τους πλέον λαμπρούς διδασκάλους της ψυχορραγούσης πόλεως. Μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερον, ήσαν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος,-ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης-, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός.

Αλλά ο θείος έρως δεν άφησε τον Εμμανουήλ να παρασυρθεί από την γεμάτη υποσχέσεις λαμπρά καριέρα του διδασκάλου, ούτε οι λίαν φιλικές σχέσεις του με τον αυτοκράτορα τον εμπόδισαν να απαρνηθεί τον κόσμο και να καταφύγει εις την νήσον των Πριγκιποννήσων Αντιγόνη, πλησίον του φημισμένου ασκητού Συμεώνος. Εκεί έμεινε αγωνιζόμενος πνευματικώς επί δύο έτη και μετά, κατόπιν των τουρκικών επιδρομών εις τας νήσους, ήλθε με τον γέροντά του εις την περίφημο τότε Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, εις την Κωνσταντινούπολιν.

Ο μοναχός Μάρκος συνέχισε και εις την νέαν μετάνοιά του την σκληράν ασκητικήν ζωήν. Εις την μονήν των Μαγγάνων, ο άγιος Μάρκος συνέθεσε σχεδόν τα περισσότερα από τα 100 έργα του που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερον. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα έργα που έγραψε εναντίων των λατινοφίλων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίον εσέβετο πολύ και τον είχε ως πρότυπο του. Εις την Μονήν αυτήν ο Μάρκος έλαβε και το χρίσμα της ιεροσύνης, κατόπιν πιέσεως, διότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο δια τέτοιον υψηλόν λειτούργημα. Σύντομα δε απέκτησε και φήμη καλού πνευματικού, δι,αυτό πολλοί κληρικοί και λαϊκοί έγραφον εις τον άγιον ζητώντες την γνώμη του επί διαφόρων ζητημάτων.

ΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ
Το 1436 και ενώ ακόμη ήτο ιερομόναχος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον διορίζει ως αντιπρόσωπο του εις την συγκληθείσαν σύνοδον δια ένωσιν των εκκλησιών. Το ίδιον έτος ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Παλαιολόγος τον αναγκάζει να δεχθεί τον Μητροπολιτικόν θρόνον της Εφέσου που είχε χηρεύσει εκείνον τον καιρόν.

Ο αυτοκράτωρ δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε εις τον άγιον Μάρκον διορίζοντάς τον γενικόν έξαρχον της συνόδου. Ούτως ο άγιος ηναγκάσθη να ακολουθήσει τον Πατριάρχη και την λοιπήν αντιπροσωπία εις την Ιταλία.

Ο άγιος Μάρκος πήγε στην σύνοδον με τας καλυτέρας προθέσεις και έδειξε την διαλλακτικότητά του με τον λόγο που συνέθεσε δια τον πάπαν, προτού ακόμη αρχίσουν αι εργασίαι της συνόδου εις την Φερράραν. Μερικοί μάλιστα Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι παρεξήγησαν τον Μάρκον δια την διαλλακτικότητα του ύφους του εις τον διάλογο με τον καρδινάλιο Κεσσαρίνι, και απήτησαν όπως εις το εξής ομιλεί ο Βησσαρίων, Μητροπολίτης Νικαίας.
Το πρώτο θέμα των συζητήσεων ήτο το καθαρτήριο πυρ. Του Βησσαρίωνος αδυνατούντος - λόγω ανεπαρκούς θεολογικής καταρτίσεως - να ομιλήσει, ομίλησε δια τους Ορθοδόξους ο άγιος Μάρκος, εκφωνήσας επί του θέματος τέσσαρες αντιρρητικούς λόγους.

Αι κρυστάλλιναι ορθόδοξοι απόψεις, ως επαρουσιάσθησαν από τον άγιο μας, ενθουσίασαν τον αυτοκράτορα, ο οποίος προσέβλεπε εις τον Μάρκον ως τον μόνον Ορθόδοξο θεολόγο που ηδύνατο να απαντά ευχερώς εις τους λόγους των παπικών. Αλλά ο περί τα θεία άσχετος βυζαντινός αυτοκράτωρ ήλπιζε ότι αι ορθόδοξοι απόψεις θα επεκράτουν, μη γνωρίζων ότι οι παπικοί θα επέμεναν αμετακίνητοι εις τας πλάνας των. Δι΄αύτόν τον λόγο, όταν είδε ότι η παράλογος επιμονή των λατίνων θα ναυαγούσε τον πολιτικό του σκοπό - ήτοι την ένωση των δύο εκκλησιών και την εξ αυτής αναμενόμενη παπική βοήθεια δι αντιμετώπισιν των Τούρκων - άρχισε να πιέζει τους Ορθοδόξους να ακολουθήσουν μία ηπιότερη η καλύτερα ενδοτική γραμμή.

Η ΨΕΥΔΟΕΝΩΣΙΣ
Οι λατίνοι άρχισαν να εφαρμόζουν την γνωστή τακτική των ψιθύρων, ψευδών και εκβιασμών, και ούτω κατ εκείνη την εποχή διένειμαν εις την Φερράραν εκατοντάδας φυλλαδίων, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίας των Ορθοδόξων!!! Βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει εις βάρος των Ορθοδόξων, δύο εκ των εγκρίτων μελών της Βυζαντινής αντιπροσωπείας, ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Αντώνιος, πρώτος τη τάξει Μητροπολίτης του Οικουμενικού θρόνου και ο αδελφός του Μάρκου Ιωάννης, προσπάθησαν να αποδράσουν από την Φερράραν, αλλά ημποδίσθησαν από τον αυτοκράτορα. Και επειδή ο Ιωάννης συνοδευόταν μέχρι τον λιμένα από τον αδελφό του, ο αυτοκράτωρ και ο Πατριάρχης φοβούμενοι τυχόν άλλας απόπειρας αποδράσεως - εν συνεννοήσει μετά των παπικών - μετακίνησαν τις εργασίες της συνόδου από την Φερράραν, που ήτο πλησίον της θαλάσσης, εις την Φλωρεντία.

Όταν δε επανήρχισαν αι εργασίαι της συνόδου ο Εφέσου ήτο ο κύριος ομιλητής των Ορθοδόξων. Αι σαφείς όμως απαντήσεις του και αι ανατροπαί των λατινικών κακοδοξιών προκάλεσαν το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι με την σιωπηρά συγκατάθεση και ανοχή του αυτοκράτορος προσπάθησαν να διαβάλουν τον άγιο Μάρκο, κυκλοφορούντες μάλιστα και την είδηση ότι ο Εφέσου είχε τρελαθεί. Εις μίαν δε συνεδρίαση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας, όταν ο Μητροπολίτης Εφέσου απεκάλεσε τους παπικούς «αιρετικούς» οι Μητροπολίτες Λακεδαίμονος και Μυτιλήνης ύβρισαν τον άγιο και προσπάθησαν να τον κτυπήσουν.

Ο ΕΦΕΣΟΥ ΜΑΡΚΟΣ ΔΕΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ
Διαπιστώνων ο άγιος ότι όλες οι προσπάθειές του να πείσει τους Ορθόδοξους να μην προχωρήσουν εις την ένωση - γενόμενοι θύματα των παπικών - ήσαν μάταιοι, απεσύρθη από του να συμμετέχει ενεργώς εις τας εργασίας της συνόδου.

Τελικώς την 5 Ιουλίου 1439 υπεγράφη η ένωση και ως αναφέρει ο Συρόπουλος οι περισσότεροι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν χωρίς την θέληση των και φοβούμενοι τον αυτοκράτορα. Όταν δε ο πάπας ηρώτησεν εάν υπέγραψε ο Μάρκος και έλαβε απάντηση αρνητική είπε προφορικώς «λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν». Ο υπερόπτης και δεσποτικός πάπας ζήτησε ανερυθριάστως από τον άβουλο βυζαντινό αυτοκράτορα, όπως στείλει τον Μάρκον εις αυτόν δια να τον δικάσει ενώπιον συνοδικού δικαστηρίου, αλλ' ευτυχώς ο αυτοκράτωρ ηρνήθη.

Αργότερα όμως παρεκάλεσε τον Μάρκον, αφού είχε πάρει προφορικές διαβεβαιώσεις δια την ασφάλειάν του από τον πάπα, να εμφανισθεί ενώπιον του ποντίφικα και να εξηγήσει την στάση του. Ο Μάρκος υπακούοντας εις το αυτοκρατορικό πρόσταγμα επήγε εις τον πάπαν. Μάταια όμως προσπάθησε ο αρχιαιρεσιάρχης της δύσεως να τον πείσει να δεχθεί την εκτρωματική ένωση. Όταν δε είδε ότι ο Μάρκος έμεινε αμετακίνητος εις τας απόψεις του, κατέφυγε εις εκβιασμούς και απείλησε ότι θα καταδίκαζε τον άγιό μας ως αιρετικό. Αλλ΄ ο άγιος Μάρκος μη πτοηθείς απήντησε μετά παρρησίας λέγων. «Αι σύνοδοι κατεδίκαζον τους μη πειθωμένους τη Εκκλησία, αλλ' εις δόξαν τινά εναντίον αυτής ενισταμένους και ταύτη κηρύττοντας και υπέρ αυτής αγωνιζόμενους, διό και αιρετικούς εκάλουν αυτούς...Εγώ δε ου κηρύττω ιδίαν μου δόξαν ουδέ τι εκαινοτόμησα, ουδέ υπέρ αλλοτρίου τινός δόγματος και νόμου ενίσταμαι, αλλ' εις την ακραιφνή δόξαν, τηρώ εμαυτόν».

Ο ΛΑΟΣ ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟΝ
Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας - Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλίαν δια την επιστροφήν των εις την πολιορκουμένην Πόλιν. Ο αυτοκράτωρ παρέλαβε τον άγιον Μάρκον εις το αυτοκρατορικόν πλοίον. Ύστερα από ταξίδι τριών και ήμισυ μηνών έφθασαν τελικώς εις την Κωνσταντινούπολιν. Εκεί οι κάτοικοι εδέχθησαν με αισθήματα εχθρικά και απεδοκίμασαν τους υπογράψαντας την ένωση, αλλ' επεδοκίμασαν και ετίμησαν τον άγιόν μας και ως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν» ( PG 159, 992).

Ο απλός λαός του Θεού προσέβλεπε εις τον άγιον Μάρκον ως τον μόνον ιεράρχη που είχε το θάρρος και την ικανότητα να υπερασπίσει την Ορθόδοξον πίστη του. Εγνώριζεν ήδη ότι αρκετοί που υπέγραψαν την ένωση είχαν δωροδοκηθεί από τον πάπα, ενώ τα χέρια του Μάρκου ήταν καθαρά. Όταν ο αυτοκράτωρ απεφάσισε να πληρώσει τον πατριαρχικό θρόνο, έστειλε αντιπροσώπους του εις τον άγιον Μάρκον παρακαλών αυτόν να δεχθεί το υψηλόν αξίωμα του Πατριάρχου, αλλ' ο άγιός μας ηρνήθη.

Η ΦΥΛΑΚΙΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΗΜΝΟΝ
Την 4ην Μαΐου 1440 ο άγιος Μάρκος ηναγκάσθη να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσαν, διότι εκινδύνευε η ζωή του, και να πάει εις την μητροπολιτική του περιφέρεια, την Έφεσον που ήτο κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού εποίμανεν έπ' ολίγον το λογικόν του ποίμνιον ηναγκάσθη πάλιν, τώρα υπό των Τούρκων και των ενωτικών, να εγκαταλείψει την Έφεσον και εμπήκεν εις πλοίον που επήγαινεν εις το Άγιον Όρος, όπου απεφάσισε να διέλθει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό εις την Λήμνο ο άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και εφυλακίσθη εκεί επί διετία. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά ως έγραψε εις τον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως...».

Από την Λήμνο ο άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που απεδέχθησαν την ένωσιν και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και δι' αυτό λέγει : «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».

ΣΥΝΕΧΙΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΗ ΜΑΓΓΑΝΩΝ
Μετά την αποφυλάκισίν του άγιος Μάρκος πιεζόμενος υπό της ασθενείας του δεν ηδυνήθη να αποσυρθεί εις το Άγιον Όρος, αλλ' επέστρεψεν εις την εν Κωνσταντινουπόλει μονήν του, όπου εγένετο δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής υπό του πιστού λαού. Από το μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφων επιστολάς εις μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνων αυτούς να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται μετά των ενωτικών.

Οι διωγμοί, αι εξουδενώσεις και αι πιέσεις επεδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του οσίου πατρός, και ούτω την 23ην Ιουνίου τω 1444, αφού είχε καλέσει πλησίον του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε εις τον Γεώργιον Σχολάριον την αρχηγίαν του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήτο δε τότε 52 ετών.

ΤΙΜΑΙ ΑΓΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ
Ο πιστός λαός του Κυρίου απορφανισθείς, εθρήνησε πολύ δια την απώλειαν του πνευματικού του πατέρα. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, εξεφώνησεν επικήδειον λόγον εις τον οποίον ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν...νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι». Πνευματικός καρπός του αγίου είναι οι δύο άγιοι μαθηταί του Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος και Διονύσιος.

Αμέσως μετά την οσίαν κοίμησίν του ο Μάρκος ετιμήθη ως άγιος και ομολογητής.

Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ' άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357)

Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του αγίου συνέθεσε ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ' αρχάς η μνήμη του εορτάζετο την 23ην Ιουνίου, αλλά βραδύτερον ωρίσθη η 19η Ιανουαρίου - ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού εις την μονήν του Λαζάρου εις τον Γαλατά. Οι αγώνες του Μάρκου όσον και του μαθητού αυτού Γενναδίου ανεγνωρίσθησαν και εδικαιώθησαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 και κατέγραψε τα ονόματα αυτώ, ως πατέρων αγίων, εις το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ «Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ», ΜΕΘΩΝΗ - ΠΙΕΡΙΑΣ 

ΠΗΓΗ: http://www.impantokratoros.gr/

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

ΙΣΛΑΜ - ΜΕΡΟΣ Α΄: Η σημασία των όρων "ορθοδοξία", "πλειονότητα", "μειονότητα" στο Ισλάμ

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα


Βλ. Ισλάμ ΜΕΡΟΣ Β΄
Βλ. Ισλάμ ΜΕΡΟΣ Γ΄

Η σημασία των όρων «ορθοδοξία», «πλειονότητα», «μειονότητα» στο Ισλάμ

Το Ισλάμ είναι η τέταρτη κατά σειρά προφητική μονοθεϊστική θρησκεία, μετά τον Παρσισμό (θρήσκευμα των Ινδών οπαδών του Ζωροαστρισμού), Ιουδαϊσμό και Χριστιανισμό, που αναδείχθηκε σε παγκόσμια θρησκεία στην ίδια γεωγραφική περιοχή που ανεφύησαν και οι προηγούμενες. Χώρα προέλευσής του είναι η αραβική χερσόνησος. Σε σχέση με τον όρο «ορθοδοξία» παρουσιάζει μία ιδιοτυπία, που όμως δεν έχει την ίδια σημασία με την χριστιανική θεολογική ορολογία. Η ακριβής σημασία του όρου είναι η κατοχή αναντιρρήτων ή ορθών παραστάσεων πίστεως. Πέραν, δηλαδή, της αποδοχής της Sahada (ισλαμική ομολογία πίστης) ή ομολογίας πίστεως, ουδέποτε η ορθότητα διανοητικής πίστεως υπήρξε κριτήριο απόφασης ισλαμικής υπηκοότητας ή ταυτότητας. Και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό, αν λάβουμε υπόψη ότι το Ισλάμ, σε αντίθεση προς τη χριστιανική Εκκλησία, δεν είχε τον μηχανισμό εκείνο των Οικουμενικών Συνόδων, διά των οποίων θα καθόριζε αυθεντικά την ορθότητα της δογματικής – θεωρητικής του διδασκαλίας.

Επί τη βάσει, όμως, της τυπικής ισλαμικής διαδικασίας, της ijma, της κοινής συναίνεσης των διδασκάλων, επετεύχθη μία εκτενής συμφωνία, ιδιαίτερα μετά το 1.000 μ.Χ., με την οποία κατέστη δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ο όρος «ορθοδοξία», όχι ως πραγματικότητα, αλλά ως ορθότητα, ανταποκρινόμενη μόνον σε πρακτικά θέματα και όχι σε δογματικά – θεωρητικά προβλήματα, εν τη εννοία των σουννιτών. Ήδη, μετά τον θάνατο του al-Asari (ισλαμιστής θεολόγος, οπαδοί του οι γνωστοί Ασαρίτες) το 935 μ.Χ., όταν οι χαναφίτες, χανμπαλίτες και ασαρίτες (θεωρητικές – δογματικές σχολές του Ισλάμ) προσεγγίζονταν μεταξύ τους, δεν ήταν έτοιμοι να χαρακτηρισθούν ως σουννίτες[1].

Σε κάθε περίπτωση, στην εννοιολογική εξέλιξη του Ισλάμ, είναι ευδιάκριτο ότι δεν υπάρχει καθορισμένη διάκριση μεταξύ «ορθοδοξίας» και «αίρεσης», με την δική μας συνήθη ορολογία. Αιτία είναι η σχετική αοριστία και απλότητα της ισλαμικής δογματικής, χρησιμοποιούν δε αντ’ αυτού του όρου, ένα άλλο χαρακτηριστικό, το οποίο περιλαμβάνει την «πλειονότητα», δηλ. τον ισλαμικό όρο «amma» ή την «μειονότητα», δηλ. τον ισλαμικό όρο «hassa». Ο πρώτος όρος επιφυλάσσεται για το πλήθος και ο δεύτερος για την αφρόκρεμα, την «ελίτ»[2].
Αγία Σοφία - Κωνσταντινούπολη (λέξη Αλλάχου = ο Θεός, σε αραβική γραφή)
Αυτά τα διαφορετικά γνωρίσματα «πλειονότητα», «μειονότητα», «πλήθος», «ελίτ», χρησιμοποιούνται ως πρωτεύουσα κατηγορία, όχι μόνον επειδή ο όρος «amma» = πλειονότητα, υποδεικνύει δήθεν του σουννίτες και ο «hassa» = μειονότητα, τους σιίτες, ΑΛΛΑ, διότι έτσι εξασφαλίζεται η εμπιστοσύνη και η μεγάλη πιστότητα πάνω στα ιστορικά ισλαμικά δεδομένα. Είναι, επομένως, καταφανές ότι οι ισλαμιστές αποφεύγουν την χρήση όρων και «σχημάτων», τα οποία δεν αποπνέουν ισλαμική χροιά.

Το ορθόδοξο Ισλάμ ασκεί σκληρή πολεμική ενάντια οποιασδήποτε αυθαίρετης υποκειμενικής γνώμης, η οποία δεν θεμελιώνεται πάνω στις πηγές της θρησκευτικής ζωής, ενώ θεωρεί χείριστο πράγμα τους νεωτερισμούς, τους οποίους εξισώνει με αίρεση, πλάνη και ακολασία. Στο Ισλάμ, η ορθοδοξία διασφαλίζεται με την απαγόρευση οποιασδήποτε προσθήκης ή εισαγωγής νέας συνήθειας στην sunna (= παράδοση), το δοχείο της ισλαμικής αλήθειας, ενώ καταδικάζει οποιονδήποτε νεωτερισμό αντίθετο στο Κοράνι, τη sunna και τη συναίνεση των θρησκευτικών νομοδιδασκάλων. Οποιαδήποτε συζήτηση, πολεμική, φιλονικεία, επιστημονική έριδα και αμφισβήτηση θεωρείται νεωτερισμός, που αντιστρατεύεται την αυθεντία της sunna, η οποία sunna θεμελιώνεται και ταυτίζεται προς την «ορθόδοξη» μουσουλμανική κοινότητα, τον ΑΛΑΝΘΑΣΤΟ οργανισμό της αλήθειας.

Πάντως, παρουσιάζει ενδιαφέρον η ως δόγμα καθορισθείσα διδασκαλία περί του ΑΛΑΘΗΤΟΥ της κοινής συναίνεσης και η οποία έλαβε ανυπολόγιστη σημασία για το Ισλάμ. Φέρεται ο ίδιος ο Μωάμεθ ότι προσδιόρισε το αλάθητο της κοινότητας, με την ρήση του «η κοινότης μου δεν θα συμφωνήση εις ουδεμίαν πλάνην», θεμελιώνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, όλους τους αναγνωρισμένους νομοδιδασκάλους της κοινότητας σε έναν ΑΛΑΝΘΑΣΤΟ οργανισμό. Και εδώ, βέβαια, υπάρχει ο αντίποδας της χριστιανικής ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας περί του αλαθήτου του πάπα.

Ένα από τα σύμβολα του Ισλάμ.
Η λέξη "Ο Θεός" (= Αλλάχου) σε αραβική
καλλιγραφική γραφή.
Τέλος, στο Ισλάμ διακρίνονται τέσσερεις κατευθύνσεις διδασκαλίας διαφόρων ασκήσεων ή σχολών δικαίου, όπως των μαλικιτών, των χαναφιτών, των σαφιιτών και των χανμπαλιτών. Και οι τέσσερεις αυτές σχολές δικαίου είναι ορθόδοξες και δεν αποτελούν αιρέσεις, με την συνήθη ορολογία, αλλά αποτελούν κατευθύνσεις στις οποίες έπρεπε μέχρι πρότινος να ανήκει καθένας σουννίτης μουσουλμάνος. Το γεγονός είναι ότι στο Ισλάμ, όχι μόνον οι αυστηρά πιστοί, οι σκληροτράχηλοι, αλλά και οι φιλελεύθεροι στην υπηρεσία της ορθοδοξίας τους, επιδιώκουν και θέλουν να διαφυλάξουν την ουσία της δογματικής τους διδασκαλίας[3].   

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


[1]  W.Montgomery Watt, M.Marmura, Der Islam, II Politische Entwicklungen und theologische Konzepte, Kohlhammer Verlag, Stuttgart, εν Christel Matthias Schröder (εκδ.), Die Religiomen der Menschheit, τ. 25/2, 1985, xix-xx.
[2] Blancamaria Scarzia Amoretti, “Die historische Entwicklung der Sekten im Islam” εν Christel Matthias Schröker (εκδ.), Die Religionen der Menschheit, Kohlhammer Verlag, Stuttgart 1990, σ.101.
[3] Διονυσίου Γ. Δακουρά, Συγκριτική Θρησκειολογία, εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, Αθήνα 2007, σ.σ. 21-29.

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Αφιέρωμα σε όσους προσπαθούν να πείσουν ότι οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, καθώς επίσης ιερωμένοι και μοναχοί μισούν τον ελληνισμό και την κλασική αρχαιότητα. Οι τοιχογραφίες βρίσκονται στον προαύλιο χώρο της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου. Εικονίζονται ο Σόλωνας, η Σίββυλα, ο Σωκράτης, ο Πυθαγόρας, ο Όμηρος, ο Θουκυδίδης, ο Αριστοτέλης, ο Πλάτων, ο Πλούταρχος και δίπλα τους ο άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυρας του 2ου μ.Χ. αιώνα. Αντίστοιχες τοιχογραφίες υπάρχουν σε πολλές Μονές του Αγίου Όρους και σε Μονές στο νησάκι των Ιωαννίνων



Περισσότερα ........
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2011/09/blog-post_104.html