Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Η Μακεδονία των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων

Παράλληλα με την Αθήνα και τη Σπάρτη, η Μακεδονία υπήρξε το ελληνικό κράτος που προκαλούσε και εξακολουθεί να προκαλεί ιστορικό αλλά και γ...

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Η ιστορία του στηθόδεσμου γεννήθηκε πριν 4.500 χρόνια στην Ελλάδα

Ο πρώτος σύγχρονος στηθόδεσμος δημιουργήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1889, από την Γαλλίδα Ερμίν Καντόλ.
Η ιδέα της κάλυψης και συγκράτησης του γυναικείου στήθους γεννήθηκε για πρώτη φορά πριν από χιλιάδες χρόνια, στην Ελλάδα. Στη Μινωική Κρήτη, πριν από 4.500 χρόνια, εμφανίστηκαν τα πρώτα φορέματα με ενσωματωμένο ένα είδος στηθόδεσμου, που συγκρατούσε το στήθος. Όμως, όχι μόνο δεν το κάλυπτε, αλλά αντιθέτως το αναδείκνυε, αφήνοντάς το εκτεθειμένο στην κοινή θέα.
Ειδώλειο της "θεάς των όφεων", περίπου 1600 π.χ., Κνωσός.
Ένα άλλο είδος στηθόδεσμου, που ονομαζόταν απόδεσμος ή μαστόδετον, χρησιμοποιήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα από τις γυναίκες που συμμετείχαν σε αθλητικούς αγώνες, όπου αυτό επιτρεπόταν, όπως στη Σπάρτη. Λέγεται ότι εφευρέθηκε από τους άντρες, προκειμένου το γυναικείο σώμα να μοιάζει περισσότερο με το αντρικό, περιορίζοντας το στήθος.
Απόδεσμος ή Μαστόδετον
Από τον 5o έως τον 2o αιώνα π.Χ. η μόδα σε Ελλάδα και Ρώμη ήθελε τις γυναίκες με μικρό στήθος. Για να εμποδίσουν την ανάπτυξή του, έδεναν σφιχτά το σώμα τους με μία ζώνη, η οποία αιώνες αργότερα μετεξελίχθηκε στον κορσέ.
Παρότι άκομψος και άβολος, ο στηθόδεσμος που δημιούργησε το 1859 ο αμερικανός Χένρι Λέσερ από το Μπρούκλιν ήταν ο πρώτος που είχε ως στόχο να τονίσει και να μορφοποιήσει το γυναικείο στήθος.
Ο στηθόδεσμος του Χένρυ Λέσερ, 1859.
Ο στηθόδεσμος της Ερμίν Καντόλ, 1899.
Ο πρώτος σύγχρονος στηθόδεσμος -ένα εσώρουχο, αποτελούμενο από δύο μέρη- δημιουργήθηκε τριάντα χρόνια αργότερα, στις 30 Μαΐου του 1889, από τη γαλλίδα Ερμίν Καντόλ. Το κάτω μέρος ήταν ένας κορσές για τη μέση, ενώ το πάνω στήριζε το στήθος με δύο υφασμάτινες λωρίδες που δένονταν στους ώμους. Από το 1907 το πάνω μέρος άρχισε να πωλείται ανεξάρτητα, με το όνομα soutien-gorge (στήριγμα στήθους).

Παρότι το όνομα παραμένει το ίδιο έως σήμερα, η εξέλιξη του σουτιέν υπήρξε μεγάλη. Μία από τις πρώτες καινοτομίες ήταν η εισαγωγή του μεγέθους για καλύτερη εφαρμογή σε κάθε τύπο σώματος, ενώ η πιο πρόσφατη είναι ο εφοδιασμός του με αντλία αέρα, που χαρίζει περισσότερο όγκο.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/

Η εξέγερση των Χωρικών (Peasants' Revolt)

Η Εξέγερση των Χωρικών, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1381, που κράτησε λιγότερο από ένα μήνα, μπορεί να απέτυχε ως κοινωνική επανάσταση, αλλά καρποφόρησε ως κίνημα διαμαρτυρίας κατά της φορολογίας των φτωχότερων τάξεων. Σήμερα αποτελεί ένα από τα σύμβολα της αγγλικής Αριστεράς.

Η Εξέγερση των Χωρικών (Peasants’ Revolt), όπως ονομάστηκε από τους ιστορικούς, είναι η πρώτη μεγάλη λαϊκή εξέγερση στην Αγγλία, με κύριο αίτιο το δυσβάστακτο χαράτσι, που επέβαλε στους υπηκόους του ο νεαρός βασιλιάς Ριχάρδος Β' το 1381.

Η λαϊκή δυσαρέσκεια προϋπήρχε ήδη από το 1351, όταν επιβλήθηκε με νόμο η καθήλωση των μισθών των αγρεργατών, παρότι υπήρχε έλλειψη εργατικών χεριών, εξαιτίας της πρόσφατης μεγάλης επιδημίας πανώλης. Κορυφώθηκε, όμως, με την επιβολή ενός κεφαλικού φόρου για τη χρηματοδότηση του πολέμου με τη Γαλλία («Εκατονταετής Πόλεμος»), που ξεσήκωσε όχι μόνο τους αγρότες, αλλά και τους αστούς.

Στο επίκεντρο της εξέγερσης βρέθηκαν οι κομητείες της νοτιοανατολικής Αγγλία. Στις 30 Μαΐου του 1381 οι επαναστάτες, εμπνεόμενοι από τα φλογερά κηρύγματα του ιερέα Τζον Μπολ και υπό την αρχηγία του κεραμιδά Γουότ Τάιλερ, βάδισαν κατά του Λονδίνου. Στις 13 Ιουνίου μπήκαν στην αγγλική πρωτεύουσα και αφού κατέσφαξαν μερικούς Φλαμανδούς εμπόρους, κατέστρεψαν το ανάκτορο του δούκα του Λάνκαστερ και θείου του βασιλιά, του λαομίσητου Τζον ντε Γκοντ.

Ο Ριχάρδος, που ήταν μόλις 14 ετών, βρέθηκε σε προφανή αδυναμία και αναγκάστηκε να έρθει σε διαπραγματεύσεις μαζί τους. Στις 14 Ιουνίου συναντήθηκε με τους επαναστάτες έξω από το Λονδίνο και τους υποσχέθηκε παραχώρηση γης σε χαμηλές τιμές, κατάργηση της δουλοπαροικίας και ελεύθερη διεξαγωγή του εμπορίου. Την ίδια ημέρα, οι επαναστάτες του Κεντ, επωφελούμενοι της απουσίας του βασιλιά από το Λονδίνο, κατέλαβαν τον Πύργο του Λονδίνου και προέβησαν σε αποκεφαλισμό του Λόρδου Καγκελάριου (Υπουργού Δικαιοσύνης), αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρι Σάιμον Σάντμπερι και του Θησαυροφύλακα (Υπουργού Οικονομικών) σερ Ρόμπερτ Χέιλς, τους οποίους θεώρησαν υπεύθυνους για την επιβολή της έκτακτης φορολογίας.

Την επομένη, ο Ριχάρδος συναντήθηκε εκ νέου με τους επαναστάτες, αλλά μπροστά στα μάτια του ο εξαγριωμένος δήμαρχος του Λονδίνου Γουίλιαμ Γουόλγουορθ σκότωσε τον ηγέτη της εξέγερσης Γουότ Τάιλερ, παίρνοντας την εκδίκησή του για τον αποκεφαλισμό των δύο υπουργών. Ο βασιλιάς κατόρθωσε να πείσει τους εξεγερμένους, ότι θα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και τους ζήτησε να διαλυθούν.

Αυτοί υπάκουσαν, έχοντας χάσει και τον φυσικό τους ηγέτη, όμως στις κομητείες της νοτιοανατολικής Αγγλίας η εξέγερση συνεχίστηκε. Τελικά, το διήμερο 25 και 26 Ιουνίου του 1381 ο μαχητικός αρχιεπίσκοπος του Νόργουιτς Χένρι λε Ντεσπένσερ νίκησε τον αρχηγό τους Τζον Λίτστερ στη Μάχη του Νορθ Γουόλσαμ και κατέστειλε οριστικά την εξέγερση.

Η Εξέγερση των Χωρικών, που κράτησε λιγότερο από ένα μήνα, μπορεί να απέτυχε ως κοινωνική επανάσταση, αλλά καρποφόρησε ως κίνημα διαμαρτυρίας κατά της φορολογίας των φτωχότερων τάξεων. Σήμερα αποτελεί ένα από τα σύμβολα της αγγλικής Αριστεράς.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/

Φρανσουά Μαρί Αρουέ, γνωστός με το ψευδώνυμο Βολταίρος

Ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ που ΑΠΕΒΙΩΣΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1778, ευρύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο Βολταίρος (Voltaire), ήταν Γάλλος συγγραφέας, ιστορικός και φιλόσοφος, διάσημος για το πνεύμα του, τις επιθέσεις του εις βάρος της Καθολικής Εκκλησίας και την υπεράσπιση της ανεξιθρησκίας, της ελευθερίας του λόγου και του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους. Θεωρείται κεντρική μορφή και ενσάρκωση του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Υπήρξε επίσης δοκιμιογράφος και κορυφαίος εκπρόσωπος του ντεϊσμού (déisme).



D'après Maurice Quentin de La Tour, Portrait de Voltaire (c. 1737, musée Antoine Lécuyer).jpg

Μανώλης Γλέζος και Λάκης Σάντας: Η νύχτα που κατέβηκε η σβάστικα ... το 1941

Ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, τη νύχτα της 30ής προς 31η Μαίου του 1941, κατεβάζουν το σύμβολο της ναζιστικής Γερμανίας με τη σβάστικα από τον ιστό του βράχου της Ακρόπολης. (VIDEO)

Με μια πράξη ηρωισμού ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας κατεβάζουν από την Ακρόπολη τη γερμανική σημαία με τη σβάστικα στις 30 Μαΐου 1941, φοιτητές τότε.

Είχε συμπληρωθεί ένας μήνας από την παράδοση της Αθήνας στους Γερμανούς ναζί, που ολοκλήρωναν τις επιχειρήσεις τους στην Ελλάδα με την κατάληψη της Κρήτης. Σαν σήμερα στις 30 Μαΐου του 1941 οι δύο 19χρονοι με μία παράτολμη ενέργειά σκαρφαλώνουν στον Ιερό Βράχο και κατευθύνονται προς τον Παρθενώνα με στόχο να κατεβάσουν τη σημαία του Γ' Ράιχ.
Αποφασίζουν να υλοποιήσουν το σχέδιό τους, φροντίζοντας μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, αφού τυχόν αποτυχία σήμαινε θάνατο. Οι δύο φοιτητές πηγαίνουν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διαβάζουν ό,τι σχετικό υπάρχει με τον Ιερό Βράχο: τις σπηλιές, τις τρύπες και κάθε λογής χάρτες της Ακρόπολης. Γρήγορα, αντιλαμβάνονται ότι η μόνη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς φρουρούς ήταν μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.

Το πρωί της 30ης Μαΐου 1941, ο Γλέζος και ο Σάντας πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο ότι η Κρήτη είχε πέσει. Οι Γερμανοί με προκηρύξεις κόμπαζαν για το κατόρθωμά τους. Ήταν η κατάλληλη στιγμή να δώσουν ένα αποφασιστικό χτύπημα στο γόητρο του κατακτητή. Θα δρούσαν το ίδιο βράδυ. Μόνα τους όπλα ένα φανάρι και ένα μαχαίρι.

VIDEO: Η νύχτα που κατέβηκε η σβάστικα

Ώρα 9:30 το βράδυ. Η μικρή φρουρά της Ακρόπολης βρίσκεται στα Προπύλαια. Ο Γλέζος και ο Σάντας πηδούν τα σύρματα, σέρνονται ως τη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου και χρησιμοποιούν τις σκαλωσιές των αρχαιολόγων προκειμένου να ανεβούν.

Προχωρούν προς τον ιστό της σημαίας και για καλή τους τύχη εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει κανένας φρουρός που θα μπορούσε να τους ανακαλύψει. Με γρήγορες κινήσεις κατεβάζουν το σύμβολο του Γ' Ράιχ το οποίο μάλιστα ήταν τεραστίων διαστάσεων. Διπλώνουν τη σημαία και ακολουθούν την ίδια διαδρομή προκειμένου να κατέβουν καταφέρνοντας να μη γίνουν αντιληπτοί για ακόμη μια φορά.

Νωρίς το πρωί της επομένης η γερμανική φρουρά μένει εμβρόντητη μπροστά στο θέαμα του κενού ιστού. Οι γερμανικές αρχές διατάζουν ανακρίσεις, εκτελούν τους άνδρες της φρουράς και απαλλάσσουν τους Έλληνες διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιοχής από τα καθήκοντά τους.
Πριν από 74 χρόνια Γλέζος και Σάντας κατεβάζουν τη σημαία των ναζί - ΒΙΝΤΕΟ
Η σβάστικα θα αντικατασταθεί μόλις στις 11 το πρωί, ωστόσο αυτές οι ώρες που ο ιστός παρέμεινε κενός αποτέλεσαν το πιο ισχυρό τονωτικό για το ηθικό των Ελλήνων. Στην ουσία η υποστολή του ναζιστικού συμβόλου αποτέλεσε την πρώτη αντιστασιακή πράξη στην κατεχόμενη Αθήνα και αποτέλεσε την απαρχή της οργάνωσης του αντιστασιακού κινήματος.

ΠΗΓΗ: http://www.enikos.gr/

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Οθωμανικά Χαρέμια, Οθωμανικό δουλεμπόριο και ο ρόλος τους στη διακυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Η γυναίκα, ως υπόδουλη ύπαρξη δεν ετύγχανε νομικής προστασίας!
Ο μη σεβασμός προς την γυναίκα ως ανθρώπινης ύπαρξης πάει πολύ πίσω στην ιστορία. Ιδιαίτερα στα ολοκληρωτικά καθεστώτα ο ρόλος της ήταν περιορισμένος και τα καθήκοντά της στα στενά πλαίσια του «σκεύους ηδονής». Τέτοιο ήταν και το σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του πλέον απάνθρωπου και ολοκληρωτικού συστήματος πού βιαιοπράγησε τόσο στην Μικρά Ασία όσο και στην Ανατολική Ευρώπη και Ουκρανία.

Η αντίληψη των Οθωμανών για τη γυναίκα ήταν ότι αυτή θα έπρεπε να αποτελεί το «κέφι» του (στρατιωτικού) άντρα και τίποτε άλλο. Αυτή «γέμιζε» την καθημερινότητα των Οθωμανών αρρένων πού έπρεπε να τους υπηρετεί παντοίω τρόπω. Σαν υπόδουλη ύπαρξη δεν ετύγχανε κανενός σεβασμού η «νομικής προστασίας» και ο «αφέντης» μπορούσε να την τιμωρήσει, κακοποιήσει χωρίς δισταγμό μόνο και μόνον για να «ξεσπάσει τα νεύρα του». Αυτό για τους Οθωμανούς ήταν απολύτως φυσικό. Από τη μεριά τους οι υπόδουλες γυναίκες στα χαρέμια για να προστατευθούν συσπειρώθηκαν σε ίντριγκες και σκευωρίες συνεργαζόμενες με αντιπάλους του αφέντη (σουλτάνου, ή βεζίρη, ή πασά, κλπ). Το σουλτανικό χαρέμι συνεπώς ήταν εστία ίντριγκας, ανατροπής, αλλά και μέσον προαγωγής στη κοινωνική ζωή όποιου έκανε επίκληση σε αυτό και χαιρόταν της συμπάθειας του. Εκεί μέσα γίνονταν ταχέως γνωστά τα πάντα, οι δε «εντολές εκ των έσω» ήταν αστραπιαίας εκτέλεσης! Μεσολαβητές αυτών των σχέσεων του χαρεμιού με τον έξω κόσμο ήταν οι ευνούχοι του χαρεμιού.

Το Οθωμανικό Δουλεμπόριο των Γυναικών (τουρκιστί Cariyelik)
Το Τζαριγελίκι ή άλλως γυναικείο δουλεμπόριο ανάγεται πολύ πιο πίσω από την εποχή του Ισλάμ. Η Βαγδάτη αποτελούσε το πιο σημαντικό σκλαβοπάζαρο της εποχής των Αββασίδων. Μετά την επικράτηση του Ισλαμισμού αυτή η δραστηριότητα συνεχίστηκε λόγω κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων. Η γυναικεία δουλεία ξεκίνησε στο Οθωμανικό Χαρέμι επί Ορχάν Μπέη, αλλά από τη περίοδο του σουλτάνου Μεχμέτ του Καταστροφέα («Πορθητή»!) ο αριθμός των σκλάβων γυναικών στο Χαρέμι αυξήθηκε τάχιστα. Ξεκινώντας από τα μέσα της περιόδου του Βαγιαζήτ του Β', η παράδοση των σουλτάνων, να παντρεύονται τις κόρες των γειτονικών ηγεμονίσκων και ηγεμόνων, τερματίστηκε. Μετά από αυτή τη περίοδο, έγινε νέα παράδοση για τους σουλτάνους να παντρεύονται γυναίκες σκλάβες του Χαρεμιού. Από εκείνον τον αιώνα το Χαρέμι και το Σουλτανάτο βασίζονται πάνω στις σκλάβες γυναίκες. Οι Οθωμανοί προτιμούσαν να επιλέγουν Κιρκάσιες, Γεωργιανές και Ρωσίδες κοπέλες για το Χαρέμι τους. Ήδη από αιώνες, τα κορίτσια της Καυκασίας ήταν ονομαστά για την ομορφιά τους στην Ανατολή. Γι αυτό το λόγο, το Χαρέμι λάμβανε τόσες πολλές Καυκασιανές σκλάβες αρχικά και αυτός ο αριθμός αυξήθηκε ταχέως ιδιαίτερα τον 17ο αιώνα. Τα κορίτσια πού αρπάζονταν αιχμάλωτα πολέμου στα πεδία της μάχης κατέληγαν στα Χαρέμια αρχικά για να γίνουν γυναίκες σκλάβες, όμως στους αιώνες παρακμής και οπισθοδρομικότητας οι Οθωμανοί έχασαν αυτή τη πηγή. Έκτοτε ο Μέγας Βεζίρης, οι κυβερνήτες, οι πασάδες, οι επαρχιακοί κυβερνήτες και οι αδελφές των σουλτάνων τους προσέφεραν τις γυναίκες σκλάβες πού είχαν αναθρέψει. Μια άλλη πηγή ήταν οι σκλάβες να έχουν αγοραστεί και μεταφερθεί στο Χαρέμι από τον θησαυροφύλακα του Τελωνείου. Τον 19ο αιώνα παρόλη την απαγόρευση της δουλείας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι καυκάσιοι συνήθιζαν να στέλνουν τις κόρες τους στο Οθωμανικό Χαρέμι ευχόμενοι να επιλεχθούν ως σύζυγοι του Σουλτάνου. Τις ανέτρεφαν ακόμα από πολύ μικρές και τις προετοίμαζαν για τέτοια ζωή στο Χαρέμι τραγουδώντας τους νανουρίσματα όπως «Ελπίζω να γίνεις σύζυγος του Σουλτάνου και να κάνεις ένδοξη ζωή μέσα στα διαμάντια»! Οι γυναίκες σκλάβες πού αγοράζονταν έξω από το Παλάτι σε ηλικία 5-7 ετών ανατρέφονταν έως ότου γίνονταν ώριμες αρκετά ώστε να προσφερθούν στον Σουλτάνο. Καθώς μεγάλωναν και γίνονταν πιο όμορφες κατατάσσονταν σε διάφορες δραστηριότητες όπως τη μουσική, τους αβρούς τρόπους, τις αδελφικές σχέσεις.

Διδάσκονταν τους τρόπους στο πώς να συμπεριφερθούν και υπηρετήσουν έναν άνδρα. Όταν ήταν έφηβες, εισάγονταν στη μύηση του Παλατιού και αγοράζονταν εάν επιλέγονταν. Τη πρώτη νύχτα, έμεναν στο σπίτι του ατόμου πού τις είχε αγοράσει και εάν παρουσίαζαν λάθος συμπεριφορές, φυσικά ελλείμματα ή ανατομικές ατέλειες πού επισημαίνονταν εκείνη τη νύχτα, τότε η τιμή τους έπεφτε και ο πατέρας θα πληρωνόταν λιγότερο από τα συμφωνηθέντα. Οι γονείς τους έπρεπε να υπογράψουν ένα έγγραφο δηλώνοντας ότι πωλούσαν τη κόρη τους και ότι δεν θα είχαν αξιώσεις στο μέλλον γι αυτήν. Οι γυναίκες σκλάβες πού γίνονταν δεκτές στο Χαρέμι έπρεπε να εξετασθούν από ιατρούς και μαίες. Εκείνες πού ήταν άρρωστες ή είχαν κάποια ανικανότητα δεν θα γίνονταν ποτέ δεκτές στο Χαρέμι. Οι εξαιρετικά όμορφες αλλά ανέμπειρες γυναίκες σκλάβες έπρεπε να εκπαιδευθούν πρώτα. Θα ανέρχονταν στον βαθμό του βοηθού-αφεντικού και του αφεντικού εάν ήταν επιτυχείς αρκετά. Συνήθιζαν να φορούν μακριές πουκαμίσες πού έφταναν έως τις πτέρνες τους, στενούς χιτώνες και έγχρωμα σκουφάκια. Φορούσαν επιδεικτικούς χιτώνες πού κατέληγαν σε κρόσσια. Καθώς η περιποίηση της κόμμωσής τους ήταν σημαντική γι αυτές κατανάλωναν πολλές ώρες γι αυτήν μπροστά από τους καθρέφτες. Μερικές απ' αυτές είχαν τόσο μακριά μαλλιά πού έφθαναν ακόμα και στις πτέρνες τους.


Η λέξη, χαρέμι, προέρχεται από την αραβική haram, που σημαίνει «παράνομος», «προστατευμένος», «απαγορευμένος».
Οι γυναίκες σκλάβες βρίσκονταν μεταξύ τους σε μιά κατάσταση ανταγωνισμού μέσα στο Χαρέμι πού έμοιαζε σαν μιά μεγάλη θεατρική σκηνή με τους «ηθοποιούς» να εκτελούν ένα πολυδάπανο σε ενδυμασίες δράμα. Με σκοπό να έλξουν τη προσοχή, φτιασιδώνονταν, έβαφαν τα μάτια τους και έβαζαν όμορφα αρώματα. Στολίζονταν επίσης με μενταγιόν, κολιέ και σκουλαρίκια πού έφεραν πολύτιμα κοσμήματα όπως μαργαριτάρια και διαμάντια και φορούσαν πάντοτε εποχιακούς χιτώνες. Το καλοκαίρι για παράδειγμα, φορούσαν μεταξωτά ανοιχτόχρωμα φορέματα πού ήταν στενά επιδεικνύοντας τη σιλουέτα του σώματος τους. Τα ενδύματα από γούνα είχαν ανοιχτά ντεκολτέ για να δημιουργούν μιά γοητευτική εμφάνιση. Έφεραν κουμπιά μπροστά και σχετικά μιά στενά δεμένη ζώνη πάχους δύο ιντσών στολισμένη με τα πιο πολύτιμα κοσμήματα. Οι ζώνες είχαν πόρπες στολισμένες με διαμάντια. Ένα σάλι από κασμίρι κάλυπτε τους ώμους τους. Τους χειμώνες φόραγαν ως επί το πλείστον γούνινα παλτά. Οι γυναίκες σκλάβες βλέπονταν καλύτερα μετά την εντολή του Προφήτη των Μωαμεθανών, Μωάμεθ να «χορηγείτε στις σκλάβες οτιδήποτε εσείς τρώτε και φοράτε και ποτέ να μην τις μεταχειριστήτε άσχημα». Το καλύτερο επίτευγμα στο Ισλάμ ήταν να χορηγήσει στους σκλάβους την ελευθερία τους. Ο Προφήτης Μωάμεθ είπε: «Όποιος δίνει την ελευθερία σε μουσουλμάνο σκλάβο δεν θα πάει στη κόλαση». Γι αυτό το λόγο όλοι οι Οθωμανοί σουλτάνοι εφάρμοσαν αυτόν τον κανονικό νόμο και έδωσαν στις μη επιλεγμένες γυναίκες σκλάβες σπίτια, ετοίμασαν τη προίκα τους και τις άφησαν να φύγουν από το χαρέμι.

Οι γυναίκες σκλάβες αποπερατώνοντας την εκπαίδευσή τους, ανταγωνίζονταν για να γίνουν Αφεντικό, Βοηθός Αφεντικού, Γκοζντέ (ευνοουμένη), Ικμπάλ (ευνοουμένη του σουλτάνου), Καντίν Εφέντι (σύζυγος σουλτάνου) και τέλος Βαλιντέ Σουλτάνα (μητέρα σουλτάνα). Οι γυναίκες σκλάβες μετά από 9 χρόνια στο Χαρέμι είχαν το δικαίωμα να φύγουν. Αυτό αποκαλείτο «Cirag gikma» (Τζιράγκ Γκικμά). Ο Σουλτάνος έδινε τη προίκα της απελεύθερης και τη βοηθούσε να παντρευτεί κάποιον άλλον. Αυτή η σκλάβα έπαιρνε ένα έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Σουλτάνο πού δήλωνε την απελευθέρωσή της. Η γυναίκα σκλάβα πού λάμβανε το έγγραφο μπορούσε να κάνει ότι θέλει χωρίς κανένα εμπόδιο. Αντίθετα απ' ότι είναι γνωστό, οι Σουλτάνοι συνήθιζαν να κρατούν 10 με 20 γυναίκες στα ιδιωτικά δωμάτια τους. Οι πλέον όμορφες υπηρετούσαν αυτούς και εκείνες πού ήταν αρκετά όμορφες στέλνονταν στα δωμάτια των πριγκήπων. Τέλος, εκείνες πού υποτίθετο ότι θα γίνουν όμορφες στο μέλλον στέλνονταν στον ευνούχο θησαυροφύλακα και στις βοηθούς αφεντικά για να ανατραφούν.
Οι νεαρές γυναίκες σκλάβες πού έφθαναν στο Χαρέμι λάμβαναν διαφορετικά ονόματα. Κάποια περσικά ονόματα όπως Γκουλνάζ, Νεσεντίλ, Χοσνέβα, κλπ. θα δίδονταν σε αυτές ανάλογα με τη συμπεριφορά, όψη, ομορφιά και χαρακτήρα τους. Για να θυμούνται τα ονόματά τους κρεμούσαν στο λαιμό τους πλακέτες πού ανέγραφαν το όνομά τους. Οι Βοηθοί-Αφεντικά εκπαίδευαν τις νεοαφιχθείσες πάνω στη Συμπεριφορά, Θρησκεία, Κοινωνικότητα, Σεβασμό, Ηθική, και Μουσική εφόσον θα είχαν τις ικανότητες. Εκείνες πού είχαν καλές φωνές κατατάσσονταν σε Μουσικές τάξεις.

Εκείνες οι γυναίκες σκλάβες πού θα έφθαναν στον βαθμό της συζύγου έπρεπε να εκπαιδευθούν σχολαστικά με όλα τα μέσα και να διδάσκονται πώς να διαβάζουν και να γράφουν. Εκείνες οι γυναίκες σκλάβες πού προσηλυτίζονταν στον ισλαμισμό θα έπρεπε να ασκούν τους κανόνες της θρησκείας. Μπορούσαν να προσευχηθούν όλες μαζί ή χωριστά. Περαιτέρω, εκπαιδεύονταν πώς να διαβάζουν το Κοράνιο. Όλες οι γυναίκες σκλάβες έπρεπε να εκπαιδευθούν πάνω στην ισλαμική θρησκεία. Μετά την ανέλιξή τους στο βαθμό της συζύγου μπορούσαν να κτίσουν πολλά τζαμιά και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αυτό δείχνει ότι ήταν αφοσιωμένες στον Ισλαμισμό μετά τη προσηλύτισή τους. Οι επιστολές πού έγραφαν αποτελούν τεκμήρια της μοναδικής τους εκπαίδευσης. Πέραν της μουσικής, διδάσκονταν ποίηση και λογοτεχνία. Η Χουρέμ Σουλτάνα έκανε τον Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή να την ερωτευθεί από τα ποιήματα πού του έγραφε. Σε ένα από τα ποιήματα πού αφιέρωσε στον Σουλτάνο Σουλεϊμάν έγραψε «Άσε την Χουρέμ να θυσιαστεί για μιά τρίχα του μουστακιού σου» (Η σημασία αυτής της μεταφορικής φράσης είναι «Δεν θα δίσταζα να πεθάνω για σένα»).

Ο αριθμός των γυναικών σκλάβων στο Χαρέμι άρχισε να αυξάνεται σημαντικά από την εποχή του σουλτάνου Μεχμέτ του Κατακτητή και αυτός ο αριθμός διέφερε κατά τη περίοδο του εκάστοτε σουλτάνου. Κατά τη περίοδο του Αχμέτ του Α', άλλαξαν το κληρονομικό σύστημα και έπαψαν να διορίζουν τους πρίγκηπες στις επαρχίες σαν κυβερνήτες. Έτσι, άρχισαν να τους εγκαθιστούν στο Χαρέμι πράγμα πού προκάλεσε την ταχεία αύξηση των τροφίμων του. Συνήθιζαν να υπάρχουν 300 με 500 άτομα στο Χαρέμι πριν τον Μεχμέτ τον Γ', αλλά είναι γνωστό ότι ο αριθμός αυξήθηκε στα 700 άτομα κατά τη περίοδο της βασιλείας του. Οι γυναίκες σκλάβες λάμβαναν κάποιο ημερήσιο ποσό το οποίο διέφερε από σουλτάνο σε σουλτάνο. Για παράδειγμα, κατά τη βασιλεία του Μαχμούντ του Α' αυτό το ποσόν ανήλθε στα 30-50 Akge (Οθωμανικά νομίσματα).
Γυναίκες οθωμανικού χαρεμιού του όψιμου 19ου αιώνα. Ονειρεύονταν χώρες μακρινές και πώς θα έβγαιναν από τη φοβερή αιχμαλωσία τους και να ταξιδέψουν όσο μακριά γινόταν. Αυτές ήταν και οι σοβαρότερες συζητήσεις τους μέσα στο Χαρέμι. Ήταν όλες τους ευρωπαϊκής καταγωγής αρπαγμένες από χριστιανικές οικογένειες. Αυτές άρεσαν στους τούρκους κι όχι οι δικές τους «πιθηκίνες»! (Αληθινός ρατσισμός το γούστο τους!)

Οθωμανικό χαρέμι του 18ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη. Στον οντά κάθεται η κυρία-σύζυγος-αφεντικό της οικίας, ενώ οι θεραπαινίδες την υπηρετούν. Από το κεντρικό παράθυρο φαίνεται το ρωμαϊκό υδραγωγείο του αυτοκράτορα Φλάβιου Ουάλη κι από το δεξιό το Ρουμελί Χισάρ. (Έργο του Giovanni Antonio Guardi). Οι ευρωπαίοι ζωγράφοι και καλλιτέχνες θεωρούσαν τη Τουρκία χώρα εξωτική γι αυτό οι πίνακές τους αποτυπώνουν τον ρομαντισμό πού οι ίδιοι αισθάνονταν για «απαγορευμένους χώρους» όπως τα χαρέμια, τονίζοντας την ομορφιά των γυναικών πού ζούσαν σ 'αυτά, όπως αυτοί την αντιλαμβάνονταν. Η αλήθεια είναι ότι τα χαρέμια αποτελούσαν φυλακές του αίσχιστου είδους, όπου οι δύστυχες γυναίκες βαριόντουσαν να ζήσουν και επιδίδονταν σε πρακτικές όπως αυτές πού συμβαίνουν σε κοινές φυλακές, όπως κάπνισμα οπίου, ομοφυλοφιλικές σχέσεις μεταξύ τους ή ακόμη και με συμμετοχή των ευνούχων δεσμοφυλάκων τους και ενίοτε υπήρχαν αιματηρές προστριβές πού κατέληγαν σε φόνους μερικών εκ των τροφίμων. Ήταν σκλάβες πού ανέχονταν ένα πιάτο φαγητό καθώς και το μαρτύριο της γριάς-προϊσταμένης πού «έβαζε τάξη» (κατά την αντίληψή της!) αλλά στην ουσία χαιρόταν να τις βασανίζει για λόγους φθόνου η προσωπικής ζήλειας. Τουλάχιστον ο δικτάτορας «εθνοσωτήρας» της (Ρεπουμπλικανικής) Τουρκίας – ο Κεμάλ Ατατούρκ – κατάργησε τα Χαρέμια και τα έβγαλε εκτός νόμου, αποκαθιστώντας τη χαμένη τιμή των γυναικών σκλαβών-σκευών ηδονής...(θυμίζει πολύ αυτό το γεγονός την Ιταλίδα βουλευτή Merlin η οποία με νόμο της στο ιταλικό κοινοβούλιο κατήργησε κι έβγαλε εκτός νόμου τους οίκους ανοχής στα 1958, καθώς θεωρήθηκαν αυτοί «κουλτούρα του έκπτωτου φασιστικού κόμματος πού κυριάρχησε στην Ιταλία από το 1918 έως το 1945 και πού παρουσίαζε χαρακτηριστικά περισσότερο αραβικά – όχι τόσο παράδοξο αν σκεφτεί κανείς την εκ Τυνησίας προέλευση της οικογενείας του Μουσολίνι πού εγκαταστάθηκε στη κεντρική Ιταλία κατά τον 15ο αιώνα – παρά δυτικοευρωπαϊκά. Ο Φασισμός όπως και να έχει ήταν εντελώς ξένος προς την ιταλική ιδιοσυγκρασία γι αυτό και απέτυχε μιλιταριστικά).
Χρήματα και δώρα δίδονταν σ 'αυτές στους γάμους, στα πανηγύρια, στα γενέθλια. Παρόλο πού φροντίζονταν καλά στο Χαρέμι, ο Σουλτάνος δεν έδειχνε καθόλου ανεκτικότητα σε εκείνες πού είχαν διαπράξει φόνο και εξορίζονταν στη Προύσα και στη νήσο Χίο. Σήμερα σώζεται ένα έγγραφο του 1714 πού τεκμηριώνει ότι ο Μουσταφά ο Γ' εξόρισε δύο γυναίκες σκλάβες στη Προύσα και στη Χίο. Εκτός από τις δέκα με είκοσι γυναίκες σκλάβες πού ήταν στην υπηρεσία του σουλτάνου άμεσα, οι άλλες λάμβαναν διάφορες θέσεις στο Χαρέμι. Οι ανέμπειρες γυναίκες σκλάβες υποβάλλονταν σε μιά εκπαιδευτική περίοδο αρχικά, έως την άφιξη των νέων, οπότε οι υπάρχουσες έμπειρες σκλάβες προβιβάζονταν στο βαθμό του βοηθού-αφεντικού και εργάζονταν ως Καντμεφέντισσες, Βαλιντέ Σουλτάν, Πριγκίπισσα και Γκοζντέ θαλάμων. Ταξινομούντο ως η μεγάλη, η κανονική, και κατώτερη βοηθός αφεντικό κι εργάζονταν υπό τις διαταγές της επικεφαλής βοηθού αφεντικού σ 'αυτούς τους θαλάμους. Δέκα με δεκαπέντε βοηθοί υπό τις διαταγές της πιο έμπειρης βοηθού αφεντικού τίθονταν σε νυκτερινό καθήκον για την ασφάλεια του Χαρεμιού. Οι βοηθοί αφεντικά της Χουνκάρ (σουλτάνας) κατείχαν τη σημαντικότερη θέση στο Χαρέμι υπηρετώντας τον Σουλτάνο με όλους τους τρόπους από την ώρα της ανάπαυσής του στο κρεβάτι έως την ετοιμασία των γευμάτων του. Εκείνες πού συνήθιζαν να επιτελούν την ιδιωτική και ιδιαίτερη εργασία του Σουλτάνου ονομάζονταν Χαζινεντάρ (Ταμίας) και το άτομο πού τις διαχειριζόταν ήταν η ταμίας αφεντικό.


Οι Χαζινεντάρ έφεραν βαθμούς όπως 1η, 2η, 3η, 4η και 5η και παρέμεναν στο δωμάτιο του σουλτάνου όσο ο σουλτάνος ήταν στο παλάτι. Όμως, μόνον η Χαζινεντάρ αφεντικό μπορούσε να καθίσει δίπλα στον σουλτάνο καθώς οι άλλες έμεναν μέσα έως ότου κληθούν. Η 3η, 4η, και 5η, Χαζινεντάρ είχαν καθήκον με τις βοηθούς τους έξω από τη πόρτα του σουλτάνου για 24 ώρες. Εξ άλλου, το κλειδί του θησαυροφυλάκιου το κρατούσε η Επικεφαλής Χαζινεντάρ (η ταμίας). Οι Χαζινεντάρ πού έφεραν τη σφραγίδα του σουλτάνου σε χρυσό κρεμαστό στο λαιμό τους ήταν οι έμπιστες φίλες του επίσης. Γι αυτό το λόγο, οι Σουλτάνοι πάντοτε επέλεγαν τις προσωπικούς τους Ταμίες και τις τέως ή τις έστελναν πίσω στο παλαιό παλάτι ή τις άφηναν ελεύθερες υπογράφοντας το έγγραφο της απελευθέρωσής τους. Ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του ταμία ήταν να τακτοποιήσει τις νύχτες πού οι Καντμεφέντισσες θα κατανάλωναν με τον Σουλτάνο. Η Κετχουντά Κάντμ με άμεσο βαθμό μετά τις Καντμεφέντισσες ήταν η επιτετραμμένη των τελετών πού λάμβαναν χώρα στο Χαρέμι. Στα πανηγύρια και τους γάμους οργάνωναν τις τελετές στο Χαρέμι.

Μετέφερε μιά ασημένια ράβδο για να εκφράσει το μεγαλείο της θέσης της και κρατούσε τη σφραγίδα του Σουλτάνου για να σφραγίζει τα υπάρχοντά του στο δωμάτιο. Η Κετχουντά Καντίν είχε υπηρέτριες να την βοηθούν σε όλα όσα έκανε. Η Κασνιγκίρ Ουστά (γευσιγνώστρια) δοκίμαζε όλα τα γεύματα στο Χαρέμι. Μαζί με τις γυναίκες σκλάβες υπό τον έλεγχό της έπρεπε να δοκιμάσουν όλο το φαγητό πού ο Σουλτάνος θα έτρωγε για να διαπιστώσουν εάν κάτι ήταν δηλητηριασμένο. Η Καματζίρ Ουστά (η γυναίκα πλύσεως των ρούχων) ήταν υπεύθυνη για το πλυντήριο. Μαζί με τις γυναίκες σκλάβες υπό τον έλεγχό της προσπαθούσαν πάντοτε να πράξουν το καλύτερο. Η Τριμπκτάρ Ουστά (αρχιϋπηρέτρια πού κρατούσε τη κανάτα) βοηθούσε τον Σουλτάνο να πλυθεί χύνοντας νερό στα χέρια του. Η επιτετραμένη του καφέ ήταν η Καφετζή Λιστά και η κελλάρισσα επιτετραμμένη των κρασιών ήταν η Κιλερτζή Ουστά. Η Κουτουτζού Ουστά έπλενε τον Σουλτάνο, οι Καντμεφέντισσες και οι Ικμπάλ στο Χαμάμ (τουρκικό λουτρό). Η Κτιλχαντζή Ουστά ήταν υπεύθυνη για τη θέρμανση των Χαμάμ. Έκαιγαν ξύλα για να θερμάνουν τους θαλάμους του Χαμάμ. Πέντε συνολικά Κατιμπέ Ουστά ήταν επικεφαλής της πειθαρχίας, κανονισμού και των υποθέσεων του πρωτοκόλλου. Οι Ουστά (αφεντικά) πού εξέταζαν τις άρρωστες γυναίκες σκλάβες ονομάζονταν Χασταλάρ Ουστασί (τα αφεντικά των ασθενών), η μαία και οι νοσοκόμες εργάζονταν υπό τον έλεγχο της Κετχουντά Χαρούμ.


Σε έναν κατάλογο πού δείχνει τους υπαλλήλους του Χαρεμιού την εποχή του Μαχμούντ του Α', βλέπουμε 17 γυναίκες σκλάβες πού εργάζονταν στο κελλάρι, 23 υπό τις διαταγές υψηλόβαθμων γυναικών σκλάβων, 72 για τις πριγκίπισσες, 15 για τις Ικμπάλ και 230 διάφορες πού συνιστούσαν ένα σύνολο 456 γυναικών σκλάβων. Αυτός ο κατάλογος τεκμηριώνει ότι οι Σουλτάνοι δεν είχαν σχέση με όλες τις Τζαριγιέ (γυναίκες σκλάβες) στο Χαρέμι. Εκατοντάδες γυναίκες σκλάβες πού έφθαναν στο Χαρέμι με τις ελπίδες να γίνουν σύζυγοι του Σουλτάνου φιλοξενούνταν στο Τζαριγελέρ Κογκουσού (το δώμα των γυναικών σκλάβων) δυτικά του Χαρεμιού. Έτρωγαν τα γεύματά τους όλες μαζί πού σερβίρονταν σε μεγάλους δίσκους άμεσα από τη κουζίνα του Χαρεμιού καθήμενες στη τραπεζαρία όπου στέκονταν οι φύλακες ασφάλειας του Χαρεμιού. Τη περίοδο του χειμώνα, οι νεαρές παλλακίδες κοιμώνταν σε μάλλινα κρεβάτια πάνω σε ξύλινα ντιβάνια πού ήταν τοποθετημένα στο ισόγειο του δώματος των παλλακίδων το οποίο θερμαινόταν από μεγάλη φωτιά τζακιού και είχε μεσαία πατώματα υποστηριζόμενα από ισχυρές κολόνες. Στους άνω ορόφους, ζούσαν οι υψηλόβαθμες παλλακίδες. Οι ανέμπειρες παλλακίδες επιθεωρούνταν από παλλακίδες μαζί με βοηθούς αφεντικά και τέλος οι βοηθοί αφεντικά από τα αφεντικά τους. Όλες είχαν μιά κανονική ζωή στο Χαρέμι.

Η πύλη πού ανοίγει στην αυλή των παλλακίδων φέρει κάποιες επιγραφές πού αποκαλύπτουν τις ελπίδες και τα όνειρα τους «Θεέ μου πού μπορείς να ανοίξεις όλες τις πόρτες, Σε παρακαλώ άνοιξέ μας ευλογημένες πόρτες, επίσης». Αυτό αντικατοπτρίζει τη κοινή τους επιθυμία και ελπίδες για το μέλλον. Είχαν όλες νέα όνειρα καθημερινά και περίμεναν για την μέρα πού ο Σουλτάνος θα τις επέλεγε.

Καθεμιά φανταζόταν ότι ήταν υπερβολικά όμορφη, επιδεικνύοντας τη σιλουέτα του σώματός της κάτω από το επεξεργασμένο στενό φόρεμά της. Κατανάλωνε πολύ χρόνο μπροστά στους καθρέφτες βλέποντας τον εαυτό της για ώρες ενώ χτένιζε τα μαλλιά της πού έφθαναν στο πάτωμα. Είχε λακκάκια στο χαμογελαστό πρόσωπό της και ήταν βέβαιη για τον εαυτό της ότι την θαύμαζαν όλοι. Με τα ροδαλά μάγουλά της και τα σθεναρά στήθη της θα σηκωνόταν και θα περπατούσε μέσα στα χρωματιστά όνειρά της. Δεν ήταν οι ίδιοι οι Σουλτάνοι πού είχαν αναδείξει τις Σουλτάνες Χουρέμ, Σαφιγιέ, Ναξιντίλ στο βαθμό της Σουλτάνας βγάζοντάς τες από τη σκλαβιά; Κάποιες φορές αυτό το όνειρο ποτέ δεν θα επαληθευόταν και οι ελπίδες τους θα ακολουθούσαν τις επόμενες ημέρες.

Μετά τη βασιλεία του Αχμέντ του Α', οι Οθωμανοί βασιλόπαιδες δεν διορίζονταν στις επαρχίες σαν κυβερνήτες και άρχισαν να μένουν στο Χαρέμι. Ενίοτε σύναπταν σχέσεις με τις Παλλακίδες αλλά καθώς είχε απαγορευθεί να αποκτούν παιδιά από αυτούς έπρεπε να συμμορφωθούν με τους κανόνες. Εάν ατυχώς μιά από τις παλλακίδες καθίστατο έγκυος έπρεπε να χάσει το μωρό με επιτακτική άμβλωση.

Είναι γνωστό ότι εάν αυτές οι φιλήδονες παλλακίδες ήταν ανήμπορες να έχουν ένα δωμάτιο στα δώματα ενός των πριγκήπων, συνήθιζαν να κάνουν έρωτα με τον καθένα τους. Θα έκαναν έρωτα με τους Χαρέμ Αγκαλαρί (Ευνούχους) επίσης, παρόλο πού ήταν ευνουχισμένοι. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι Ευνούχοι είχαν πολλές περιπέτειες με γυναίκες σκλάβες. Μετά την απελευθέρωσή τους και όταν παντρεύονταν άλλους άντρες εκτός του παλατιού μερικές θα διεζεύγνονταν λίγο αργότερα λέγοντας στον σύζυγο «Συνήθιζα να έχω περισσότερη απόλαυση από τις προηγούμενες σχέσεις μου με μαύρους άντρες» πού αποτελεί τεκμήριο των περιπετειών τους με αυτούς. Γνωρίζουμε ότι οι Ευνούχοι θα σκότωναν ο ένας τον άλλον από ζήλεια. Ο Σουλεϋμάν ο Β' πού βασίλεψε τη περίοδο 1687-1691 ήταν άρρωστος συνέχεια και έπρεπε να καταναλώνει τον περισσότερο καιρό του στο Παλάτι της Αδριανούπολης. Εκμεταλλευόμενες την απουσία του οι Παλλακίδες σύναπταν περισσότερες σχέσεις με τους Ευνούχους. Ο Αχμέντ ο Β' πού ζούσε στο Χαρέμι ως διάδοχος τότε, έμαθε αυτά από κάποιες άλλες παλλακίδες και όταν κάθισε στο θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του, απαγόρεψε στους ευνούχους να εισέρχονται στο Χαρέμι μετά το σούρουπο.

Κατά καιρούς, εκείνες οι Παλλακίδες πού ήταν εντυπωσιακά όμορφες ερωτεύονταν τους δασκάλους τους της μουσικής. Η Κάλφα (Βοηθός Αφεντικό) στεκόταν δίπλα τους όσο αυτές διδάσκονταν ιδιαιτέρως. Αλλά τα μάτια τους αποκάλυπταν τις επιθυμίες τους χωρίς λόγια. Οι Χατζή Αρίφ Μπέης, Αζίζ Εφέντι και Σαντουλάχ Αγάς ήταν μερικοί απ' αυτούς πού ερωτεύθηκαν τις μαθήτριες τους ενώ τις δίδασκαν. Ο Χατζή Αρίφ Μπέης ήταν πολύ όμορφος άντρας και ο πλέον διάσημος συνθέτης της περιόδου. Ο Σουλτάνος αγαπούσε πολύ τη δουλειά του συνθέτη αυτού και του είχε ζητήσει να διδάξει τις Παλλακίδες μέσα στο Χαρέμι. Μόλις οι τάξεις ξεκίνησαν τα μαθήματα οι ματιές των παλλακίδων γίνονταν πιό κατανοητές. Συνήθιζε να τις κάνει να αποστηθίζουν νέα τραγούδια και απαντούσε τραγουδώντας με σκόπιμες προτάσεις. Αυτές οι γυναίκες σκλάβες ήταν βαθιά ερωτευμένες με τον Χατζή Αρίφ Μπέη, μιά απ' αυτές πριν προλάβει να του αποκαλύψει τον έρωτά της πέθανε από φυματίωση. Κάποια άλλη Παλλακίδα ήταν αρκετά έξυπνη κάνοντας χρήση των λέξεων μαζί με ματιές εκφράζοντάς του τον έρωτά της. Το να κάνει κάποιος έρωτα με τις Παλλακίδες αποτελούσε έγκλημα. Με τη βοήθεια κάποιων προξενητών, ο Σουλτάνος επέτρεψε στην Παλλακίδα του να παντρευτεί τον Χατζή Αρίφ Μπέη.

Ο Αζίζ Εφέντι δεν ήταν όμορφος σαν τον Χατζή Αρίφ Μπέη, αλλά είχε μιά απίστευτη ωραία φωνή. Δίδαξε επίσης τις Παλλακίδες στο εκπαιδευτικό δωμάτιο του παλατιού. Ήταν ευαίσθητος και πολύ ντροπαλός. Δεν κοίταζε στα πρόσωπα τις Παλλακίδες πού δίδασκε. Μιά μέρα κάποιοι του έφεραν μιά τζαριγιέ (σκλάβα) πού ανήκε στην Σουλτάνα Χανίμ και του ζήτησαν να την εκπαιδεύσει. Ήταν πολύ ταλαντούχα. Μπορούσε να τραγουδήσει τέλεια τα τραγούδια από την επομένη ημέρα πού τα είχε μάθει. Ο Αζίζ Εφέντι ήταν πολύ εντυπωσιασμένος από την ικανότητά της και κοίταξε την Παλλακίδα με θαυμασμό. Οι ματιές τους συναντήθηκαν αποκαλύπτοντας αμοιβαία τι είχαν στη καρδιά τους. Αυτό συνεχιζόταν καθ' εξακολούθηση κάθε ημέρα δίχως λόγια από τον καθένα τους. Άρχισαν να εκφράζουν τον έρωτά τους με υπονοούμενα τραγούδια. Όμως βρήκαν τις τάξεις τους διαγραμμένες. Έτσι, αναγκάστηκαν να θάψουν τον πλατωνικό έρωτά τους βαθιά στις καρδιές τους. Κάποιες φορές ένας τέτοιος έρωτας τελείωνε ενώπιον ενός δήμιου. Ο Σαντουλάχ Αγάς ήταν ένας από εκείνους πού ερωτεύθηκε τη μαθήτριά του Μιχριμπάν και μπόρεσε να σώσει το κεφάλι του με ένα κομμάτι μουσικής πού συνέθεσε. Η ιστορία του αναφέρεται στο ιστορικό του σουλτάνου Σελίμ του Γ'.

ΤΟ ΧΑΡΕΜΙ ΤΟΥ ΤΟΠ ΚΑΠΙ
Η ζωή στο Χαρέμι του Οθωμανικού Ανακτόρου του Τόπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη, ήταν πολύ διαφορετική απ' ότι φαντάζονταν οι ευρωπαίοι. Στην Οθωμανική κοινωνία, σαν θεσμός, η ζωή στο Χαρέμι του Τόπ Καπί αντανακλούσε την απομονωμένη ιδιωτική ζωή μιάς οικογένειας. Η ξενάγηση στο Χαρέμι του Τόπ Καπί διαρκεί περίπου μισή ώρα και αποτελεί ικανοποίηση για τον οποιονδήποτε πού ενδιαφέρεται για τη ζωή σε οθωμανικό χαρέμι. Το τμήμα του Χαρεμιού βρίσκεται στη δεύτερη αυλή του ανακτόρου.

Οι «τζαριγιέ» πού υπηρετούσαν τη σύζυγο του σουλτάνου ή τη μητέρα του, υπό την επιτήρηση της τελευταίας, διδάσκονταν πώς να διαβάζουν και να γράφουν, να παίζουν μουσική καθώς και τους πολύπλοκους κανόνες του ανακτορικού πρωτοκόλλου. Εκπαιδεύονταν σε ικανότητες και προσόντα πού θεωρούνταν κατάλληλα για τις γυναίκες της εποχής εκείνης. Μετά από κάποια χρόνια υπηρεσίας τους επιτρεπόταν να παντρευτούν. Πολύ λίγες τιμήθηκαν με το προνόμιο αναμονής στο τραπέζι του σουλτάνου και ακόμα λιγότερες έγιναν σύζυγοί του. Η Σουλτάνα Χουρέμ αποτελούσε τυπικό παράδειγμα των ανακτορικών ευκαιριών για τις τζαριγιέ.

Μετά από 9 χρόνια υπηρεσίας οι κοπέλες του χαρεμιού, οι τζαριγιέ, λάμβαναν το απολυτήριο έγγραφο τους, καθώς και ένα σετ διαμαντένιων σκουλαρικιών με δακτυλίδι, μιά προίκα και κάποιο χρυσό ως γαμήλια μερίδα τους. Μετά το Χαρέμι, οι ζωές τους και η ευμάρεια τους παρακολουθούντο στενά ή βρίσκονταν κατάλληλοι σύζυγοι γι αυτές. Η ζωή τους έξω από το Χαρέμι αποτελούσε υπόδειγμα καλής ανατροφής και διακριτικότητας και ποτέ δεν αποκάλυψαν τις όποιες ενδόμυχες λεπτομέρειες γύρω από τη βασιλική οικογένεια στους έξω πολίτες. Όμως γραφές στους τοίχους του χαρεμιού δείχνουν ότι όχι όλες οι τζαριγιέ ήταν ικανοποιημένες από τη μοίρα τους. Ένα απ' αυτά γράφει: «Η Ντιλφερίμπ της οποίας η καρδιά καίει / Είναι άθλια / Ώ Θεέ / Ωϊμέ, ωϊμέ».

Γενικά, οι «τζαριγιέ» είχαν σημαντική θέση στο βασιλικό χαρέμι. Φροντίζονταν και αντιμετωπίζονταν σαν λουλούδια του χαρεμιού ακριβώς όπως τα λουλούδια του κήπου. Αυτό προκύπτει από τα ονόματα των γυναικών του χαρεμιού όταν άρχισαν να λαμβάνουν μελωδικά περσικά ονόματα όπως Laligül (Ερυθρό Τριαντάφυλλο) και Nazgül (Ντροπαλό Τριαντάφυλλο) πού συνάδουν με την ομορφιά τους και την χάρη τους όπως των λουλουδιών.
Η εικόνα του χαρεμιού ήταν εκείνη των μαγικών οραμάτων ενός πλούσιου περιβάλλοντος γεμάτου με όμορφες και αισθησιακές γυναίκες. Θεωρείτο ότι το μοναδικό τους καθήκον ήταν εκείνο να διασκεδάσουν τον σουλτάνο. Η εικόνα αυτή βασίστηκε εσφαλμένα πάνω στα αυτοκρατορικά χαρέμια του 16ου και 17ου αιώνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκείνη τη περίοδο της ιστορίας, τα χαρέμια έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διακυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή η πλέον γνωστή περίοδος ονομάστηκε ως Βασίλειο των Γυναικών (ή Καντινλάρ Σουλτανατί). Η εμπλοκή των γυναικών του χαρεμιού και ιδιαίτερα της Βαλιντέ Σουλτάν (της μητέρας του σουλτάνου ή Βασίλισσας Μητέρας) και των ευνοουμένων του σουλτάνου σε πολιτικά ζητήματα, μείωσαν την ισχύ και τη θέση του Σουλτάνου. Καθώς ο σουλτάνος αποτελούσε τη κεφαλή της κυβέρνησης (του Διβανίου), αυτή η παρέμβαση αποδείχτηκε επιζήμια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

ΠΗΓΗ: http://www.skamnosvoice.gr/

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Μιά μέρα θα καταφέρω να ζήσω όπως θέλω εγώ ...!

Γιατί να φυλακιζόμαστε στα πρέπει των άλλων οι άνθρωποι, μου λες; Στο δικό μου κόσμο δε θα έχει περιορισμούς στα όνειρα, μήτε στην αγάπη ... Μα πάνω από όλα θα έχει δύναμη. Δύναμη να ακολουθήσει κανείς το δρόμο που ο ίδιος θα χαράξει κι όχι αυτόν που θα επιλέξουν γι’αυτόν.
Μια μέρα η ζωή μου θα μου ανήκει κι ο κόσμος δε θα με πνίγει.

Της Στεύης Τσούτση.

Πονώ.
Διπλώνομαι στο πάτωμα. Με σοκάρει η επαφή με το κρύο μάρμαρο μα δεν αντιδρώ. Σπαράζω εκεί χάμω. Δίχως δάκρυα, μόνο με άναρθρες κραυγές. Μόνο αυτές μου μένουν από τη στιγμή που μέσα μου στέρεψε κάθε τι άλλο.

Πονώ. Αθέατα και ιδιωτικά. Γιατί έτσι με μάθανε. Να είμαι πάντα μόνη σαν αφήνω την αδυναμία μου να ξεχυθεί παρά έξω. Πάντα μόνη, δίχως μάρτυρες, δίχως κριτές.

Εσύ ένιωσες ποτέ να μη σου ανήκει τίποτα; Ένιωσες μετέωρος στο κενό με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη σου;

Ένιωσες να μη σου ανήκει η ίδια σου η τύχη;
Αν ναι τότε ίσως και να μπορούσες να καταλάβεις τη θύελλα που έχει ξεσπάσει μέσα μου.
Κι όλα αυτά τα χρόνια της καταπίεσης, όλα αυτά τα πρέπει που επιβάλλουν υπακοή, όλα αυτά τα δήθεν που έγιναν ανάγκη, με τρελαίνουν.
Πάντα για τους άλλους και ποτέ για μένα. Η καλή κόρη, η συνεπής μαθήτρια, η σωστή φίλη, η συνεπής σύντροφος. Γεμάτη κανόνες η ζωή μου μετρούσε κάθε μου βήμα, κάθε λόγο, κάθε πράξη.
Δεμένη.
Φλερτάροντας με το κενό. Παγιδευμένη σε όνειρα που τα βάφτισαν δικά μου μα που δεν ήταν ποτέ.
Ποιος με ρώτησε ποτέ τι θέλω; Ποιος με κέρασε ποτέ μια ρακή και να κάτσει να με ακούσει; Να με μεθύσει για να μάθει την αλήθεια μου; Ποιος ενδιαφέρθηκε αληθινά;
Μόνο επιφάνεια. Πάντα επιφάνεια. Βιτρίνα.
Μια κούκλα ντυμένη όπως θελήσατε, με περιποιημένες μπούκλες και εντυπωσιακές βλεφαρίδες. Μια πορσελάνινη κούκλα με καλό φόρεμα κι ένα χαμόγελο στα χείλη.
Ζωγραφισμένο χαμόγελο όμως.
Κι αν κάποιος έψαχνε στο βάθος, θα έβλεπε τις χαρακιές στην πορσελάνη μου, θα διάβαζε τη φθορά στην ομορφιά μου. Το ψέμα στην τελειότητα που μου επέβαλλαν να δείχνω.
Γιατί να φυλακιζόμαστε στα πρέπει των άλλων οι άνθρωποι, μου λες;
Γιατί να πρέπει να αρνούμαστε τα θέλω μας για τους άλλους; Γιατί να πρέπει να μετρά τόσο πολύ η γνώμη τους;
Νιώθω τα σκοινιά στα χέρια και τα πόδια μου.
Τα νιώθω να με καθοδηγούν στο πως θα περπατήσω, το τι θα πιάσω και τι θα αφήσω. Μαριονέτα με έκαναν τελικά. Αλλά δε φταίνε αυτοί. Φταίω εγώ που τους αφήνω. Φταίω εγώ που αρνούμαι την καρδιά μου και δεν παίρνω τον έλεγχο.
Αλλά θα το κάνω. Σας το ορκίζομαι πως κάποια μέρα θα βρω τη δύναμη να απαρνηθώ τον πλαστό κόσμο που φτιάξατε, θα αρνηθώ τους “νόμους” σας και θα ζήσω όπως θέλω εγώ.
Στο δικό μου κόσμο δε θα έχει περιορισμούς στα όνειρα, μήτε στην αγάπη.
Στο δικό μου κόσμο δε θα έχει φτιαχτές βλεφαρίδες και αρυτίδωτα πρόσωπα. Θα έχει τσαλακωμένα μούτρα που δε φοβούνται να δείξουν τον πόνο και τη συντριβή τους. Θα έχει πασαλειμένα από τα δάκρυα μάτια και συναισθήματα που δε ντρέπονται να φανερωθούν.
Μα πάνω από όλα θα έχει δύναμη. Δύναμη να ακολουθήσει κανείς το δρόμο που ο ίδιος θα χαράξει κι όχι αυτόν που θα επιλέξουν γι’αυτόν.
Μια μέρα η ζωή μου θα μου ανήκει κι ο κόσμος δε θα με πνίγει.
Κι ελπίζω αυτή να μην αργήσει, γιατί δεν την παλεύω για πολύ ακόμη…


ΠΗΓΗ: http://www.anapnoes.gr/

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Απόστολος Ιωάννης και Ευαγγελιστής, ο συγγραφέας του τετάρτου Ευαγγελίου, της Αποκαλύψεως και τριών καθολικών επιστολών

Οὐ βρῶσιν, ἀλλὰ ῥῶσιν ἀνθρώποις νέμει
Τὸ τοῦ τάφου σου μάννα, μύστα Κυρίου.
Ὀγδοάτῃ τελέουσι ῥοδισμὸν βροντογόνοιο.
Η μνήμη του Αποστόλου Ιωάννου εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου. Η σημερινή εορτή 8 Μαΐου συνδέεται με την ανάδυση θαυματουργικής κόνεως (σκόνης) από τον τάφο του Ευαγγελιστού, μέσω της θαυματουργικής επενέργειας του Αγίου Πνεύματος, που οι ντόπιοι την αποκαλούσαν «επίγειο μάνα».
Καταγωγή

Ο Απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης ή Ιωάννης ο θεολόγος, ήταν ένας από τους μαθητές του Ιησού Χριστού. Είναι ο συγγραφέας του τετάρτου και εκτενούς ευαγγελίου καθώς και ο συγγραφέας του βιβλίου της Αποκαλύψεως και τριών καθολικών επιστολών. Πήρε την ονομασία θεολόγος εξ αιτίας των υψηλών θεολογικών νοημάτων του ευαγγελίου που συνέγραψε και συγκεκριμένα της σημαντικής χριστολογίας που ανέπτυξε. Ο Ιωάννης υπήρξε από τους πλέον αγαπημένους μαθητές του Κυρίου και είναι ο Ευαγγελιστής της αγάπης. Όχι μόνο γιατί αναφέρεται συνεχώς στην αγάπη, αλλά κυρίως γιατί την βίωνε και την εξέφραζε. Αγαπούσε πολύ τον Διδάσκαλό του και τον ακολούθησε και στις πιο δύσκολες ώρες της επίγειας ζωής Του. Η λέξη Ιωάννης είναι εβραϊκή λέξη και σημαίνει "η χάρις και η εύνοια του Θεού".

Ο Ιωάννης καταγόταν από κάποιο φτωχό χωριό της Γαλιλαίας που ονομαζόταν Βηθσαϊδά. Ήταν γιος του ψαρά Ζεβεδαίου και της Σαλώμης. Η Σαλώμη ήταν συγγενής, ίσως εξαδέλφη της Θεοτόκου, που σημαίνει ότι ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος ήταν κατά σάρκα ξαδέλφια του Κυρίου και σ’ αυτό ίσως έγκειται η οικειότητά τους με Αυτόν, ιδιαίτερα του Ιωάννη. Ήταν αδερφός του αποστόλου Ιακώβου. Ο Ιωάννης, αφού πήρε κάποια μόρφωση, μαζί με τον αδερφό του Ιάκωβο ακολούθησαν το επάγγελμα του πατέρα τους. Έγιναν ψαράδες στη λίμνη Γεννησαρέτ. Ο πατέρας του διατηρούσε επικερδή και εύρωστη αλιευτική επιχείρηση, έχοντας δικό τους πλοίο και εργάτες (Μαρκ.1,20). Από τους γονείς τους τα δυο αδέρφια έμαθαν να σέβονται το Θεό.


Ως μαθητής του Κυρίου

Ο Ιωάννης από μικρός υπήρξε πιστός μαθητής του Ιωάννου του Προδρόμου. Με μεγάλη προσοχή άκουε από τον μεγάλο ερημίτη και προφήτη τις περί του Μεσσία προαγγελίες του. Επιθυμούσε με λαχτάρα να έρθει Εκείνος στις μέρες του και να τον γνωρίσει. Κάποια μέρα ο Βαπτιστής, έχοντας μαζί του τους δυο μαθητές του Ιωάννη και Ανδρέα, είδε τον Ιησού να βαδίζει κοντά. Τότε μαρτύρησε γι’ Αυτόν λέγοντας: «ίδε ο Αμνός του Θεού» (Ιωάν. 1,35-40). Αμέσως οι δυο μαθητές ακολούθησαν τον Ιησού και τον ρώτησαν που μένει. Αυτός τους είπε: «έρχεσθε και ίδετε» (Ιωάν. 1,40). Αυτοί είδαν που μένει και έμειναν μαζί Του όλη την ημέρα. Ο Ιωάννης συγκινήθηκε αφάνταστα από αυτή τη συνάντηση γι’ αυτό μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο, πήραν τη μεγάλη απόφαση χωρίς κανένα δισταγμό , άφησαν την αλιευτική επιχείρηση και ακολούθησαν τον Κύριο με αφοσίωση και αγάπη (Ματθαίος 4, 21-22. Μάρκος 1, 19-20. Λουκάς 5, 1-11). Τον ακολούθησαν σε όλη τη διάρκεια της δημόσιας ζωής του επί τρία χρόνια.

Μέσα από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης λαμβάνουμε, σε σχέση με τους περισσότερους Αποστόλους, αρκετές πληροφορίες για τον Ιωάννη. Συμπεραίνεται ότι ήταν ο μικρότερος στην ηλικία μαθητής του Κυρίου, σχεδόν έφηβος. Ο υπέροχος χαρακτήρας του, η υπακοή του, η πίστη και η αφοσίωσή του στον Κύριο, είχαν ως συνέπεια να είναι λίαν αγαπητός από τον Ιησού και τους άλλους αποστόλους. Εξ’ αιτίας του σπάνιου αυθορμητισμού του επονομάστηκε από τον Κύριο Βοαναργές (= υιός βροντής), όπως και ο αδελφός του Ιάκωβος.
Ο Ιωάννης υπήρξε ο κατ’ εξοχήν αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ενώ μαζί με τον Πέτρο και τον Ιάκωβο αποτέλεσε το στενό κύκλο των μαθητών του Κυρίου. Ως στενός μαθητής του Κυρίου ευτύχησε να δει το θαύμα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου στο όρος Θαβώρ, όπου μαζί με τον Πέτρο και τον Ιάκωβο άκουσαν την φωνή του Θεού Πατρός που έλεγε: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησα αυτού ακούετε» (Ματθ. 17,1, Μάρκ. 9,2). 
Βέβαια τα λόγια του Κυρίου πολλές φορές παρανόησαν οι μαθητές του. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Μάρκου (10, 35-45) όπου τα δύο αδέλφια, ο Ιωάννης με τον Ιάκωβο, παρακάλεσαν τον Ιησού να τους δώσει εξέχουσα θέση στην επίγεια βασιλεία που θα ίδρυε, παρανοώντας το πραγματικό νόημα της βασιλείας που εννοούσε. Λίγο αργότερα και πριν μπει στα Ιεροσόλυμα ο Ιησούς, οι μαθητές οδηγήθηκαν σε ένα χωριό Σαμαρειτών, οι οποίοι όμως δεν τους δέχτηκαν. Τότε οι Ιωάννης και Ιάκωβος ζήτησαν από τον Κύριο να ρίξει φωτιά στην πόλη, όπως είχε κάνει ο προφήτης Ηλίας, για να τους εξολοθρεύσει (Λουκάς 9, 51-56).

Ο Κύριος μάλιστα έδειχνε να τον εμπιστεύεται απερίφραστα, αφού σε αυτόν και τον Πέτρο έδωσε εντολή να ετοιμάσουν το Μυστικό Δείπνο (Λουκάς 22, 8), ενώ του εμπιστεύτηκε τη φροντίδα της μητέρας Του (Ιω. 20,4). Σημαντικό επίσης επεισόδιο που δείχνει τη μεγάλη οικειότητα και αγάπη που του είχε ο Κύριος είναι το περιστατικό του Μυστικού Δείπνου, όπου ο Πέτρος απευθύνθηκε σε αυτόν να μεσολαβήσει, ώστε να μάθουν ποιος θα τον προδώσει. Ο Ιωάννης είχε το θάρρος να πέσει στο στήθος του Διδασκάλου του και με αγωνία να τον ρωτήσει,  ποιος είναι ο προδότης.
Ύστερα από τη σύλληψη του Ιησού ο Ιωάννης τον ακολούθησε και μπήκε στην αυλή του αρχιερέα Καϊάφα σαν γνωστός του, όπου μάλιστα μεσολάβησε να περάσει και ο Πέτρος (Ιω. 18, 16).

Κατά τη Σταύρωση του Κυρίου αυτός μαζί με λίγες ευσεβείς γυναίκες παραβρέθηκαν κάτω από το Σταυρό, ενώ όλοι τον είχαν εγκαταλείψει. Γι' αυτό και ο Κύριος αναθέτει στον αγαπημένο του μαθητή την φροντίδα της Μητέρας του, λέγοντάς της «Γύναι, ιδού ο υιός σου», και στον Ιωάννη «Ιδού η μήτηρ σου». Από την ώρα εκείνη, πήρε στο σπίτι του την Μητέρα του Κυρίου. Και όταν ανεστήθη ο Κύριος, ο Ιωάννης μαζί με τον Πέτρο πήγαν πρώτοι στον τάφο.
Ο Ιωάννης ήταν επίσης παρών στην Ανάληψη του Κυρίου και κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, μαζί με τους άλλους μαθητές, δέχτηκε την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Μέχρι την Κοίμηση της Θεοτόκου έμεινε στα Ιεροσόλυμα, υπηρετώντας την σ’ όλες τις ανάγκες. Έτσι ο Ιωάννης αναδείχτηκε ο αγαπημένος μαθητής του Ιησού και ο μαθητής της αγάπης.


Ο Ιωάννης ως Απόστολος του Κυρίου

Ύστερα από την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος ο Ιωάννης άρχισε να κηρύττει με θάρρος το Χριστό. Μαζί με τον Πέτρο δίδαξαν το Ευαγγέλιο στη Σαμάρεια (Πράξ. 8,14). Στις Πράξεις επίσης βλέπουμε πως ο Πέτρος και ο Ιωάννης συνεργάζονταν στο ιεραποστολικό έργο αρκετές φορές. Έτσι μαζί συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν ενώπιον του συνεδρίου διακηρύσσοντας την πίστη τους (Πράξεις 4, 1-23). Τόσος ήταν ο ζήλος και η φροντίδα του για την πρώτη Εκκλησία, ώστε ο Παύλος τον ονόμασε τιμητικά μαζί με τους Πέτρο και Ιάκωβο τον αδελφόθεο «στύλους της Εκκλησίας» (Γαλάτας 2, 9).

Ύστερα από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. από τον Τίτο, έπεσε ο κλήρος στον Ιωάννη να έλθει στην Μικρά Ασία, που ήταν γεμάτη από είδωλα και αφημένη στην ειδωλολατρική πλάνη. Γι' αυτό λυπήθηκε ο Απόστολος και επειδή σαν άνθρωπος τον έπιασε αγωνία για την αποστολή του αυτή δίχως να υπολογίσει στην δύναμη του Θεού, έπεσε κατά παραχώρηση Θεού σε πειρασμό, ώστε να συγχωρεθεί για το ανθρώπινο σφάλμα του. Προλέγει λοιπόν ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορο την τρικυμία και το ναυάγιο που πρόκειται να υποστούν για σαράντα ημέρες.
Αφού λοιπόν έγινε η τρικυμία, όπως το προείπε ο Απόστολος, τα κύματα της θάλασσας έβγαλαν τον Πρόχορο στην Σελεύκεια. Εκεί κατασυκοφαντήθηκε ότι είναι μάγος και ότι πήρε χρήματα από το πλοίο που ναυάγησε και τα ξοδεύει. Από την Σελεύκεια πήγε σ’ ένα τόπο της Ασίας που λέγεται Μαρμαρεώτης σε διάστημα σαράντα ημερών. Όταν πήγε βρήκε τον δάσκαλο του Ιωάννη που τον είχε βγάλει εκεί η θάλασσα. Δόξασαν λοιπόν και οι δύο τον Θεό που τους γλύτωσε και τον ευχαρίστησαν.


Ο Ιωάννης στην Έφεσο

Κατόπιν πήγαν και οι δύο στην Έφεσο, όπου συνάντησαν μια γυναίκα με το όνομα Ρωμάνα, που ήταν ξακουστή για την κακία της ως την Ρώμη. Αυτή λοιπόν αφού πήρε τον μέγα Ιωάννη και τον μαθητή του Πρόχορο τούς ανάγκασε να δουλεύουν σ’ ένα δικό της λουτρό. Επειδή ο Ιωάννης, καθώς ήταν άπειρος από τέτοια δουλειά συνέβαινε να κάνει μερικά σφάλματα σε μερικές εργασίες, τούς μεταχειριζόταν εκείνη η κακή γυναίκα με τόση μεγάλη ωμότητα και απανθρωπιά, σαν να τους είχε εξαγορασμένους δούλους. Τον Ιωάννη τον είχε υπηρέτη για να χύνει νερό σ’ όσους έκαναν λουτρό.

Μέσα σ’ εκείνο το λουτρό κατοικούσε και ένας άγριος Δαίμονας που συνήθιζε τρεις φορές κάθε χρόνο να πνίγη ένα νέο ή μια νέα. Αυτό συνέβαινε διότι όταν θεμελιωνόταν εκείνο το λουτρό έπεισε ο διάβολος εκείνους που έκτιζαν να χώσουν μέσα στα θεμέλια ένα νέο και μια νέα, με σκοπό τάχα να αντιλαλεί και να βγάζει μεγάλο ήχο το λουτρό. Απ’ αυτό λοιπόν αφού πήρε αφορμή ο ανθρωποκτόνος διάβολος, έπνιγε εκεί συχνά τους ανθρώπους.
Ύστερα από τρεις μήνες λοιπόν, αφ’ ότου πήγαν στο λουτρό ο Ιωάννης και ο Πρόχορος, καθώς έμπαινε στο λουτρό για να λουσθεί κάποιος Δόμνος, παιδί του Διοσκορίδου του συζύγου της Ρωμάνας, πνίγηκε από τον Δαίμονα. Θρηνούσε λοιπόν η Ρωμάνα απαρηγόρητα για τον θάνατο του Δόμνου. Ο πατέρας του ο Διοσκουρίδης όταν έμαθε την ξαφνική είδηση του θανάτου του πέθανε από την υπερβολική λύπη. Παρακαλούσε λοιπόν η Ρωμάνα την ψευτοθεά Άρτεμη για να αναστήσει τον Δόμνο και έκοβε τις σάρκες της. Όμως μάταια τα έκανε όλα αυτά.
Ο Ιωάννης λοιπόν ρώτησε τον Πρόχορο για ποια αιτία θρηνεί η Ρωμάνα. Εκείνη όταν τους είδε να συνομιλούν έπιασε και άρχισε να τον συκοφαντεί ότι είναι μάγος και τέλος να τον φοβερίζει ότι πρόκειται να τον θανατώσει, εάν δεν μεταχειριστεί κάθε μέσο για να αναστήσει τον Δόμνο. Αφού λοιπόν αναγκάσθηκε έτσι ο Απόστολος έκανε προσευχή. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως ανεστήθη ο Δόμνος. Αυτό το θαύμα όταν είδε η Ρωμάνα έμεινε εκστατική και άρχισε να αποκαλεί τον Ιωάννη Θεό και υιόν Θεού.
Ύστερα αφού εξομολογήθηκε ειλικρινά τις αμαρτίες της και αφού ζήτησε συγχώρηση για τις κακοπάθειες που προξένησε στον Απόστολο και τον μαθητή του, επέστρεψε στον Χριστό και βαπτίσθηκε. Ύστερα από τον Δόμνο ο Ιωάννης ανέστησε και τον πατέρα του τον Διοσκουρίδη και τον βάπτισε. Επίσης βάπτισε και τον αναστηθέντα υιόν του και όλους τους άλλους που έτρεξαν εκεί. Έδιωξε δε και τον πονηρό Δαίμονα που κατοικούσε μέσα στο λουτρό.

Επειδή οι Εφέσιοι τελούσαν μεγάλη γιορτή στην ψευτοθεά Άρτεμη, γι’ αυτό ο Απόστολος πήγε κατά τον καιρό της γιορτής και ανέβηκε επάνω σ’ εκείνο το μέρος, όπου στεκόταν το είδωλο της Αρτέμιδος. Οι όχλοι όμως βλέποντας τον θύμωσαν πολύ και άρχισαν να τον λιθοβολούν. Όμως οι πέτρες δεν χτύπησαν καθόλου τον Άγιο, αλλά το είδωλο μέχρι που το συνέτριψαν.
Εκείνοι όμως οι ανόητοι δεν θέλησαν να έλθουν σε συναίσθηση, αλλά βλέποντας τον Απόστολο να τους μιλάει για πίστη, πάλι τον λιθοβολούσαν. Οι πέτρες όμως παράδοξα επέστρεφαν και χτυπούσαν τους ίδιους και τους πλήγωναν. Τότε ο θείος Απόστολος έκανε προσευχή στον Θεό και αμέσως έγινε σεισμός και μεγάλος βρασμός της γης και χάθηκαν απ’ αυτόν διακόσιοι άνθρωποι. Βλέποντας αυτό οι υπόλοιποι άνθρωποι μόλις και μετά βίας απαλλάχτηκαν από την μέθη και τον σκοτισμό της πλάνης και παρακαλούσαν θερμά τον Απόστολο να ελεηθούν και οι ίδιοι και να αναστηθούν όσοι πέθαναν. Πάλι λοιπόν, αφού προσευχήθηκε ο Απόστολος, αμέσως όλοι αναστήθηκαν. Και επειδή έγινε πάλι βρασμός της γης, γι’ αυτό έπεσαν όλοι στα πόδια του Αποστόλου και, αφού πίστεψαν στον Χριστό, βαπτίστηκαν.

Έπειτα πήγε ο Απόστολος σ’ ένα τόπο που ονομαζόταν Τύχη και εκεί θεράπευσε ένα παράλυτο που ήταν κατάκοιτος δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Επειδή λοιπόν έκανε ο Απόστολος και άλλα πολλά θαύματα και η φήμη τους έτρεχε παντού, βλέποντας αυτά ο Δαίμονας, που έμενε και κατοικούσε στον ναό της Αρτέμιδος, και γνωρίζοντας ότι και ο ίδιος θα διωχτεί από τον Ιωάννη μεταμορφώθηκε σε στρατιώτη, κρατώντας στα χέρια χαρτιά και κλαίγοντας ότι δήθεν έφυγαν από τα χέρια του δυο μάγοι άριστοι και εξαιρετικοί που του δόθηκαν από την εξουσία να τους φυλάει. Έδειχνε στους ανθρώπους εκεί και ένα δέμα με φλουριά και υποσχόταν να το δώσει σ’ αυτούς εάν βρουν τους μάγους και τους θανατώσουν.
Ακούγοντας λοιπόν αυτά πολλοί κινήθηκαν εναντίον του σπιτιού του Διοσκουρίδου φοβερίζοντας ότι θα το κατακαύσουν μαζί μ’ αυτόν, αν δεν παραδώσει στα χέρια τους, τους μάγους. Ο ευλαβής όμως και ευγνώμων Διοσκουρίδης προτιμούσε καλύτερα να καεί παρά να παραδώσει τους Αποστόλους, που του φανήκαν ευεργέτες του. Ο Ιωάννης προγνωρίζοντας με την προορατική χάρη του Αγίου Πνεύματος, ότι αν παραδοθεί σ’ αυτούς πρόκειται πάλι να κάνει θαύματα και απ’ αυτό να επιστρέψει πολλούς στον ορθό δρόμο παρέδωσε τον εαυτό του ο ίδιος μαζί με τον Πρόχορο στους απίστους.
Αφού λοιπόν σύρθηκαν από τους απίστους οι Απόστολοι του Κυρίου, όταν πήγαν στον ναό της Αρτέμιδος, προσευχήθηκαν στον Θεό να γκρεμιστεί ο ναός, αλλά κανένας άνθρωπος να μη πάθει κακό. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως έγινε αυτό. Τότε ο μέγας Απόστολος διατάζει τον Δαίμονα που κατοικούσε εκεί με αυτά τα λόγια:
- Σε σένα ομιλώ τον ακάθαρτο Δαίμονα.
- Τι θέλεις; Αποκρίθηκε η φωνή.
- Θέλω να ομολογήσεις φανερά πόσα χρόνια κατοικείς εδώ και αν είσαι συ που ξεσήκωσες τόσον λαό εναντίον μας, ξανάπε ο Απόστολος.
Πιεζόμενος ο Δαίμονας από την θέληση του Αγίου αποκρίθηκε.
- Διακόσια σαράντα εννιά χρόνια κατοικώ σ’ αυτόν τον ναό. Πράγματι, εγώ είμαι αυτός που εκίνησα όλους αυτούς εναντίον σας.
- Σου παραγγέλλω εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου να μη κατοικήσεις πια σ’ αυτόν τον τόπο, είπε πάλι ο Απόστολος.
Αμέσως λοιπόν έφυγε ο Δαίμονας από την πόλη της Εφέσου. Οι Έλληνες βλέποντας αυτά φοβήθηκαν και οι περισσότεροι απ’ αυτούς τρόμαξαν. Απ’ το γεγονός αυτό πίστεψαν πολλοί στον Κύριο Ιησού και βαπτίστηκαν στο Όνομά Του.


Ο Ιωάννης εξορία στην Πάτμο

Επειδή λοιπόν έκανε και άλλα πολλά θαύματα ο Ιωάννης, και γύρισε πολύ πλήθος Ελλήνων στην πίστη του Χριστού και έπειτα επειδή η φήμη τους έφθασε στ’ αυτιά του τότε αυτοκράτορα Δομιτιανού που βασίλευε κατά το 82, ο Δομιτιανός έστειλε και έφερε μπροστά του τον μέγα Ιωάννη μαζί με τον Πρόχορο.
Αφού λοιπόν τους έκανε ερωτήσεις και είδε την σταθερότητα που έδειξαν για την πίστη τους τούς υπέβαλε σε βασανιστήρια. Τους έβαλε να πιούν δηλητήριο και αφού δεν έπαθαν τίποτε τους έριξε σ’ ένα πιθάρι μεγάλο με βραστό λάδι. Αφού και από εκεί βγήκαν χωρίς να πάθουν το παραμικρό με διαταγή του Δομιτιανού εξορίζονται στην νήσο Πάτμο. Ο Κύριος όμως είχε προλάβει και φανέρωσε με όραμα στον Ιωάννη για την υπόθεση αυτή. Δηλαδή ότι πρόκειται να πάθει πολλούς πειρασμούς και ότι θα εξοριστεί σ’ ένα νησί που έχει μάλιστα πολύ μεγάλη ανάγκη της δικής του παρουσίας.
Πλέοντας λοιπόν στην θάλασσα ο Απόστολος μαζί με τους σωματοφύλακες του αυτοκράτορα ανέστησε ένα στρατιώτη που πέθανε στον δρόμο. Αλλά και την τρικυμία που έγινε ύστερα απ’ αυτά την μετέβαλε σε γαλήνη. Κατά παράκληση του στρατιώτη θεράπευσε και ένα από τους σωματοφύλακες που έπασχε από δυσεντερία και κινδύνευε να πεθάνει ύστερα από λίγο. Βλέποντας λοιπόν αυτά οι σωματοφύλακες πίστεψαν όλοι στον Χριστό και βαπτίστηκαν.

Αφού λοιπόν έφτασε ο Ιωάννης στην Πάτμο το 95 μ.Χ., ελευθέρωσε τον Απολλωνίδη, το παιδί του Μύρωνος από το μαντικό πνεύμα που κατοικούσε σ’ αυτόν και το εξόρισε μακριά απ’ το νησί. Απ’ το θαύμα αυτό πίστεψαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονταν στο σπίτι του Μύρωνος. Το ίδιο και ο Απολλωνίδης που ελευθερώθηκε και η θυγατέρα του Χρυσίππη με τους ανθρώπους της. Ύστερα βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Ανθύπατος, δηλαδή ο άρχοντας της χώρας της Πάτμου.


Ο Ιωάννης εναντίον του Κύνωπα του μάγου

Βρισκόταν στην Πάτμο κάποιος μάγος που ονομαζόταν Κύνωψ, που κατοικούσε σ’ έρημο τόπο αρκετά χρόνια μαζί με τα ακάθαρτα Δαιμόνια. Αυτόν τον μάγο όλοι όσοι κατοικούσαν στο νησί τον θεωρούσαν σαν θεό, για τις φαντασίες και ενέργειες των Δαιμόνων που γίνονταν απ’ αυτόν. Οι ιερείς του ψεύτικου θεού Απόλλωνα καθώς είδαν τον Ιωάννη που δίδασκε με πολλή παρρησία την πίστη στον Χριστό, έτρεξαν στον Κύνωπα και τον παρακάλεσαν γονατιστοί να κινηθεί κατά του Ιωάννου, επειδή αυτός ερήμωσε σχεδόν τον ναό του Απόλλωνα και απομάκρυνε όλους από την λατρεία των θεών.
Ο Κύνωψ λοιπόν όταν άκουσε αυτά περηφανεύθηκε και έκρινε ανάξιο της υπολήψεως του το να πάει μόνος στη χώρα. Αφ’ ενός διότι για διάστημα πολλών χρόνων βρισκόταν στην έρημο κλεισμένος. Αφ’ ετέρου επειδή αυτοί που βρίσκονταν στην χώρα της Πάτμου πήγαιναν αυτοί σ’ αυτόν και όχι αυτός προς εκείνους. Γι’ αυτό υποσχέθηκε στους ιερείς ότι θα στείλει έναν πονηρό δαίμονα στο σπίτι του Μύρωνος που πίστεψε, για να πάρει την ψυχή του Ιωάννου που έμενε εκεί και να την παραδώσει σε καταδίκη αιώνια.

Έστειλε λοιπόν ο Κύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών δαιμόνων προς τον Ιωάννη, όπως υποσχέθηκε. Ο δαίμονας αφού πήγε στο σπίτι του Μύρωνος, στάθηκε στο μέρος εκείνο όπου ήταν ο Ιωάννης.
Μόλις όμως τον γνώρισε ο Απόστολος του λέει:
- Σου παραγγέλλω στο όνομα του Ιησού Χριστού να μη βγεις από τον τόπο που στέκεσαι έως ότου μου φανερώσεις για ποια αιτία ήλθες σε μένα.
Και αμέσως με τον λόγο του Αποστόλου στάθηκε το δαιμόνιο δεμένο και απάντησε ως εξής πιεζόμενο από την θεία δύναμη:
- Οι ιερείς το Απόλλωνα ήλθαν στον Κύνωπα και είπαν πολλά εναντίον σου και τον παρακάλεσαν να έλθει εδώ στην χώρα και να σε θανατώσει. Ο Κύνωψ όμως δεν καταδέχθηκε λέγοντας: Είναι πολλά χρόνια που δεν βγήκα από τον τόπο αυτό και τώρα για ένα άνθρωπο μικρόν και ασήμαντο να αφήσω την αγαπητή μου ερημιά και ζωή; Γυρίστε όμως πίσω και αύριο θα στείλω Άγγελο πονηρό για να πάρει την ψυχή του Ιωάννου και να την φέρει σ’ εμένα για να την παραδώσω σε κρίση.
Και ο Ιωάννης του είπε:
- Εστάλης ποτέ από τον Κύνωπα για να πάρεις ψυχή ανθρώπου και την πήγες σ’ αυτόν;
- Με έστειλε και θανάτωσα μεν άνθρωπο, αλλά ψυχή ανθρώπου ποτέ δεν παρέδωσα σε κόλαση, αποκρίθηκε ο δαίμονας.
- Για ποιόν λόγο υπακούετε στον Κύνωπα; Ρώτησε ο Ιωάννης.
- Όλη η δύναμη του Σατανά κατοικεί μέσα σ’ αυτόν. Και έχει συμφωνία αυτός να είναι πάντα μαζί μας και εμείς πάντα μαζί του. Και ο Κύνωψ ακούει εμάς τους δαίμονες και εμείς οι Δαίμονες ακούμε τον Κύνωπα.
- Άκουσε, πνεύμα πονηρό. Σε διατάζει ο Ιωάννης, ο Απόστολος του Υιού του Θεού, άλλη φορά να μην ενοχλήσεις άνθρωπο, ούτε να γυρίσεις στον τόπο σου. Αλλά να φύγεις έξω απ’ αυτό το νησί και να περιπλανάσαι εδώ και εκεί.
Και αμέσως το πνεύμα έφυγε μακριά απ’ το νησί.

Βλέποντας λοιπόν ο Κύνωψ ότι δεν επέστρεψε σ’ αυτόν το πρώτο δαιμόνιο έστειλε και δεύτερο. Αλλά επειδή και αυτό έπαθε τα ίδια, έστειλε ακόμη και άλλα δύο δαιμόνια από τα αρχοντικά, για να μπει το ένα στο σπίτι όπου έμενε ο Ιωάννης και το άλλο να σταθεί έξω και να δει αυτά που γίνονται και να γυρίσει να τα φανερώσει στον Κύνωπα. Επειδή λοιπόν πήγε το ένα δαιμόνιο και διώχθηκε έξω απ’ το νησί όπως διώχθηκαν και τα δύο πρώτα, εκείνο το δαιμόνιο που στεκόταν έξω γύρισε και φανέρωσε στον Κύνωπα αυτά που έγιναν. Οργίστηκε λοιπόν ο Κύνωψ και πήρε μαζί του όλα τα πλήθη των δαιμόνων και πήγε στην Χώρα. Ηχολόγησε όλη η Χώρα και ταράχθηκε μόλις είδε τον Κύνωπα και όλοι τον προσκυνούσαν. Πρόφτασε τον Ιωάννη ο Κύνωψ, την ώρα που δίδασκε τον λαό, και κυριεύτηκε από θυμό πολύ και είπε στον λαό.
- Άνθρωποι ανόητοι και τυφλοί, ακούστε. Αν είναι δίκαιος ο Ιωάννης και όσα λέγει αν είναι αλήθεια θα θεραπεύσει και σας και μένα. Αν μπορέσει να κάνει εκείνο που θα πω σ’ αυτόν τότε και εγώ πιστεύω σ’ όλα όσα λέγει.
Αφού κράτησε λοιπόν ο Κύνωψ ένα νέον που ήταν εκεί του λέει:
- Νέε, ζει ο πατέρας σου;
- Ναυάγησε και πνίγηκε στον βυθό της θαλάσσης, αποκρίθηκε ο νέος.
Τότε λέει ο Κύνωψ στον Ιωάννη:
- Να, δείξε πράγματι αν είναι αληθινά τα λόγια σου, και αφού ανεβάσεις από το βάθος της θαλάσσης τον πατέρα του νέου αυτού φέρε τον μπροστά σ’ όλους μας ζωντανό και υγιή.
- Δεν με έστειλε ο Χριστός για να ανασταίνω νεκρούς, αλλά για να διδάσκω πλανεμένους ανθρώπους.
Είπε λοιπόν ο Κύνωψ προς όλο τον λαό.
- Τώρα λοιπόν να καταλάβετε και να πειστείτε ότι αυτός είναι πλάνος και σας ξεγελά με μαγικές τέχνες. Κρατήστε τον λοιπόν μέχρι που να φέρω εγώ από την θάλασσα τον πατέρα του νέου και να τον παρουσιάσω ζωντανό.
Αφού κρατήθηκε ο Ιωάννης, άπλωσε τα χέρια του ο Κύνωψ και τα κτύπησε. Έγινε λοιπόν στην παραλία μεγάλος κρότος, ώστε όλοι φοβήθηκαν. Τότε ο Κύνωψ εξαφανίστηκε από τα μάτια όλων των ανθρώπων. Αμέσως φώναξαν δυνατά και είπαν: «Μεγάλος είσαι Κύνωψ και εκτός από σένα δεν υπάρχει άλλος». Ξαφνικά λοιπόν βγήκε από την θάλασσα ο Κύνωψ έχοντας μαζί του ένα δαίμονα που φαινόταν να μοιάζει στο πρόσωπο του πνιγμένου πατέρα του νέου, και όλοι θαύμασαν.
Έπειτα λέει προς τον νέο:
- Αυτός είναι ο πατέρας σου;
- Ναι, κύριε, απήντησε ο νέος.
Και έτσι όλοι προσκύνησαν τον Κύνωπα και ήθελαν να θανατώσουν τον Ιωάννη. Ο Κύνωψ όμως δεν άφησε να τον θανατώσουν λέγοντας: «Όταν δείτε μεγαλύτερα θαύματα απ’ αυτά τότε να τιμωρηθεί όπως του αξίζει».
Αφού κάλεσε λοιπόν πάλι άλλον άνθρωπο του είπε:
- Είχες υιό;
- Ναι, κύριε, είχα και κάποιος τον φθόνησε και τον θανάτωσε, απάντησε εκείνος.
- Θα αναστηθεί ο υιός σου, του είπε ο Κύνωψ.
Και αμέσως κάλεσε με το όνομα και τον φονιά και τον φονευθέντα. Πράγματι και οι δυο μαζί παρουσιάστηκαν μπροστά. Είπε λοιπόν ο Κύνωψ στον άνθρωπο:
- Αυτός είναι ο υιός σου; Και αυτός είναι εκείνος που τον φόνευσε;
- Ναι, Κύριε, απάντησε ο άνθρωπος.
Τότε καυχόμενος ο Κύνωψ είπε στον Ιωάννη.
- Τι θαυμάζεις, Ιωάννη;
- Εγώ δεν θαυμάζω καθόλου γι’ αυτά.
- Όταν δεις μεγαλύτερα θαύματα απ’ αυτά τότε θα θαυμάσεις, είπε ο Κύνωψ.
- Τα θαύματά σου γρήγορα θα διαλυθούν, απάντησε ο Ιωάννης.
Όταν άκουσε αυτόν τον λόγο ο όχλος αμέσως όρμησε και άρχισε να χτυπά άγρια τον Ιωάννη και λίγο έλειψε να τον αφήσει νεκρό. Επειδή νόμισε ο Κύνωψ ότι πέθανε ο Ιωάννης είπε προς τον λαό. Αφήστε τον άταφο για να τον φάνε τα όρνια. Μόλις πληροφορήθηκαν λοιπόν όλοι ότι πέθανε ο Ιωάννης, έφυγαν απ’ εκεί με χαρά και επαίνους για τον Κύνωπα.

Ύστερα απ’ αυτά, όταν άκουσε ο Κύνωψ ότι ο Ιωάννης ζει και διδάσκει τον λαό σ’ ένα τόπο που ονομάζεται Λίθου Βολή, κάλεσε τον δαίμονα εκείνο που χρησιμοποίησε για τις νεκρομαντείες. Αφού πήγε λοιπόν στον Ιωάννη του είπε:
- Εγώ επειδή ήθελα να σου προξενήσω περισσότερη ντροπή και καταδίκη γι’ αυτό ως τώρα σε άφησα να ζεις. Αλλά έλα τώρα να πάμε στον γιαλό κι εκεί θα δεις την δύναμή μου και θα ντροπιαστείς.
Τον ακολουθούσαν και οι τρεις δαίμονες εκείνοι που νομίστηκαν ότι αναστήθηκαν εκ νεκρών.
Αφού λοιπόν κτύπησε τα χέρια του κι έκανε κρότο, έγινε άφαντος από τα μάτια των ανθρώπων αφού βυθίστηκε ξαφνικά στον βυθό της θαλάσσης. Οι όχλοι πάλι φώναζαν: «Είσαι μεγάλος, Κύνωψ, και δεν υπάρχει άλλος όπως εσύ». Ο Ιωάννης λοιπόν διέταξε τους δαίμονες, που στέκονταν μαζί με τον Κύνωπα σε σχήμα ανθρώπων, να μην κινηθούν απ’ την θέση τους. Και αμέσως προσευχήθηκε στον Θεό να μην φανεί πλέον ζωντανός ο Κύνωψ.
Όταν λοιπόν βυθίστηκε ο Κύνωψ έγινε μεγάλος θόρυβος στη θάλασσα. Το νερό της θαλάσσης στράφηκε στο μέρος που βυθίστηκε ο Κύνωψ και δεν μπόρεσε πλέον ο άθλιος να βγει από την θάλασσα. Οι δαίμονες που ήσαν με το σχήμα των ανθρώπων που αναστήθηκαν διώχθηκαν απ’ τον Ιωάννη εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού μακριά από την Πάτμο και έγιναν άφαντοι.
Επειδή λοιπόν ο λαός στάθηκε τρία μερόνυχτα περιμένοντας να βγει ο Κύνωψ απ’ την θάλασσα, από την νηστεία και τις φωνές που έβγαζαν και από τη ζέστη του ηλίου ξαπλώθηκαν στη γη άφωνοι οι περισσότεροι απ’ αυτούς ώστε και τρία παιδιά πέθαναν. Εξ’ αιτίας αυτού τους λυπήθηκε ο Ιωάννης όλους αυτούς και τα μεν παιδιά που πέθαναν τα ανέστησε, τους δε παραλυμένους ανθρώπους τους δυνάμωσε. Και αφού είπε σ’ αυτούς πολλά για την πίστη τους έπεισε όλους να πιστέψουν στον Χριστό και να βαπτιστούν, αφού ο άθλιος Κύνωψ καταποντίσθηκε πια στην θάλασσα.


Η Προκλιανή και ο Σωσίπατρος

Κάποια γυναίκα που λεγόταν Προκλιανή κατελήφθη από έρωτα πονηρό για τον υιό της που λεγόταν Σωσίπατρος. Επειδή δεν πέτυχε την βρωμερή της επιθυμία κατηγόρησε τον γιο της στον Άρχοντα του νησιού ότι την βίασε. Ενώ λοιπόν επρόκειτο να τιμωρηθεί ο Σωσίπατρος άδικα από τον Άρχοντα, τον βοήθησε ο Ιωάννης, επειδή δεν ήταν ένοχος, ως εξής:
Ξεράθηκε αμέσως το δεξί χέρι τόσο του Άρχοντα όσο και της αισχρής Προκλιανής, αφού προηγουμένως σείστηκε η γη μ’ ένα μεγάλο ήχο και τρίξιμο. Όταν λοιπόν έπαθαν αυτήν την τόσο μεγάλη θεϊκή τιμωρία, πίστεψαν και οι δυο στον Χριστό και βαπτίστηκαν. Και έτσι τα χέρια τους γιατρεύτηκαν και η γη σταμάτησε να κλονίζεται.


Η συγγραφή της Αποκάλυψης

Το 14ο έτος της βασιλείας του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Δομητιανού το 94 ή 95 μ.χ ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εξορίστηκε από την Έφεσο στη Πάτμο. Εκεί σύμφωνα με τη παράδοση σε μια σπηλιά που υπάρχει και σήμερα και ονομάζεται "Ιερόν σπήλαιον της Αποκαλύψεως" ο Ιωάννης συνομίλησε με τον Θεό και εκείνος του αποκάλυψε το προφητικό βιβλίο της Αποκάλυψης που ο Ιωάννης κατέγραψε με τη βοήθεια του μαθητή του Πρόχορου.
Η παράδοση επίσης υποστηρίζει ότι μέσα στη σπηλιά σχίστηκε ο βράχος και από εκεί, από τρεις μικρότερες σχισμές που συμβολίζουν την Αγία τριάδα, ακούγονταν η φωνή του Θεού όταν υπαγόρευε στον Ιωάννη το κείμενο της Αποκάλυψης.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και ο μαθητής του Πρόχορος


Η συγγραφή του Ευαγγελίου
Όταν βασίλευε ο αυτοκράτορας Τραϊανός ύστερα από τον Νερουάν κατά το έτος 98, στάλθηκαν βασιλικά γράμματα στην Πάτμο που καλούσαν τον Ιωάννη από την εξορία. Ήθελε λοιπόν ο Ιωάννης ν’ αναχωρήσει από την Πάτμο και να πάει στην Έφεσο. Οι Χριστιανοί όμως της Πάτμου θρηνούσαν και έκλαιγαν για τον αποχωρισμό του. Και τι δεν έκαναν για να μη χάσουν τέτοιον καλό Ποιμένα. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να τον εμποδίσουν γι’ αυτό πρόβαλαν ένα διπλό ζήτημα στον μέγα Απόστολο. Δηλαδή να αφήσει σ’ αυτούς αντί για τον εαυτό του τους λόγους του και να γράψει σε βιβλίο το Μυστήριο όλης της Οικονομίας του Χριστού.

Ο Ιωάννης λοιπόν, επειδή υπάκουσε στην δίκαιη επιθυμία τους αφ’ ενός, αφ’ ετέρου δε παρακινήθηκε από την θεία Πρόνοια, νήστεψε τρεις μέρες έχοντας και τους άλλους Χριστιανούς να νηστεύουν και να τον βοηθούν με την προσευχή. Ανέβηκε έπειτα στο βουνό που ήταν εκεί με τον μαθητή του Πρόχορο και ανέβασε όλη του τη σκέψη στον Θεό. Και αμέσως ακούστηκαν βροντές και αστραπές φοβερές και να σαλεύεται όλο το βουνό, ώστε ο μαθητής του Πρόχορος πέφτει από τον φόβο του με το πρόσωπο στην γη και γίνεται σαν νεκρός.
Ο Ιωάννης όμως δεν φοβήθηκε, αλλά στάθηκε όρθιος. Επειδή η τέλεια αγάπη που είχε στον Θεό έδιωχνε τον φόβο απ’ την καρδιά του όπως ο ίδιος είπε «η τέλεια αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄ Ιωάν. 4,18). Άκουσε λοιπόν μια βροντερή φωνή που έλεγε αυτά «εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος» (Ιωάν. 1,1).
Αυτή την φωνή την φανέρωσε ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορο, αφού προηγουμένως τον σήκωσε απ’ το χέρι και έδιωξε απ’ αυτόν λίγο τον φόβο. Αφού τέλειωσε λοιπόν όλο το θείο Ευαγγέλιο και το έγραψε με το χέρι του Προχόρου, το παρέδωσε στους Χριστιανούς που το ζήτησαν. Από κει διαδόθηκε σ’ όλα τα πέρατα του κόσμου.


Ο νέος ληστής

Αφού έφυγε από το νησί Πάτμο ο Απόστολος πήγε σ’ ένα τόπο που λεγόταν Αγροικία. Και εκεί αφού γιάτρεψε ένα τυφλό πήγε σε μια γειτονική πόλη. Εκεί βρήκε ένα νέον ευγενικό στην ψυχή και ωραίο στο πρόσωπο και τον οδήγησε στον Χριστό. Έπειτα αφού τον παρακίνησε να είναι ενάρετος και αφού τον παρέδωσε στα χέρια του Επισκόπου της πόλεως, σαν σε μάρτυρα του Χριστού, για να φροντίζει γι’ αυτόν, έφυγε για την Έφεσο. Αφού λοιπόν τακτοποίησε καλά τα εκκλησιαστικά πράγματα εκεί και κατήχησε όλο το ποίμνιο του Χριστού με την διδασκαλία του, και αφού επισκέφθηκε τις άλλες πόλεις που ήσαν κοντά και χειροτόνησε σ’ αυτούς Επισκόπους, τότε πάλι επανήλθε στην πόλη που είπαμε προηγουμένως.
Όταν ζήτησε τον νέο εκείνο που παρέδωσε στον Επίσκοπο, έμαθε ότι έγινε αρχηγός των κλεφτών, διότι πήρε άσχημο δρόμο από τις διασκεδάσεις και τις κακές συναναστροφές των συνομηλίκων του νέων. Λυπήθηκε, λοιπόν πολύ ο Απόστολος για το κατάντημα του νέου εκείνου.

Ξεκίνησε λοιπόν και πήγε μόνος στον τόπο των κλεφτών και παραδόθηκε σ’ αυτούς θεληματικά και μέσω αυτών οδηγήθηκε και βρήκε τον νέο. Όταν τον συνάντησε, επειδή προσπάθησε εκείνος να φύγει (διότι κατάλαβε ότι είναι ο ευεργέτης του Ιωάννης) τον προσείλκυσε ο Απόστολος κοντά του με τα γλυκά και θελκτικά του λόγια.
Κατόρθωσε να τον πάρει μαζί του με τη Χάρη του Κυρίου και επέστρεψε στην πόλη. Και τόσο τον έκανε να προκόψει στην αρετή με τις συμβουλές του που έσταζαν μέλι και τις ιερές νουθεσίες, ώστε έγινε παράδειγμα αρετής και μετανοίας πολύ λαμπρό και στους άλλους ανθρώπους.


Επάνοδος στην Έφεσο και μετάστασις

Αφού επανήλθε πάλι στην Έφεσο ο Ιωάννης, πέρασε εκεί την υπόλοιπη ζωή του. Ήταν πενήντα έξι ετών όταν έφυγε από τα Ιεροσόλυμα για το κήρυγμα. Πέρασε  εννέα χρόνια κηρύττοντας έως ότου εξορίστηκε. Στην εξορία στην Πάτμο πέρασε δεκαπέντε χρόνια. Ύστερα από την εξορία έζησε άλλα είκοσι έξι χρόνια. Ώστε όλα τα έτη της ζωής του που πέρασε ήσαν εκατόν πέντε και επτά μήνες.
Έτσι έζησε ο Ιωάννης και αγωνίστηκε για την διάδοση του θελήματος του Κυρίου μέχρις αίματος. Έκανε πάρα πολλά θαύματα και επέστρεψε αμέτρητα πλήθη απίστων από διάφορα έθνη στην πίστη του Χριστού. Πέρασε αρκετό χρόνο της ζωής του στο σπίτι του Δόμνου, που ο ίδιος τον ανέστησε μαζί με τους επτά μαθητές του, και τέλος έφυγε μαζί μ’ αυτούς από το σπίτι.

Ο Άγιος Ιερώνυμος μας αναφέρει ότι στην Έφεσο οι Χριστιανοί για να φέρουν στις συναθροίσεις τους το γέροντα πια Ιωάννη, τον κράταγαν στα χέρια τους. Κι επειδή δεν μπορούσε πια να τους διδάσκει με πολλά λόγια, επαναλάμβανε τη φράση: «Τεκνία μου αγαπάτε αλλήλους», δηλαδή παιδιά μου ν' αγαπιόσαστε μεταξύ σας. Και συμπλήρωνε «Αυτή είναι ή εντολή του Κυρίου μας και όταν κάνετε τούτο, είναι αρκετό».

Κάποια μέρα αφού έφτασε σ’ ένα τόπο παρήγγειλε στους μαθητές του να καθίσουν εκεί, και αυτός αφού προχώρησε μπροστά σε μικρή απόσταση, προσευχήθηκε. Ήταν ώρα πρωϊνή. Έπειτα, αφού επέστρεψε, πρόσταξε τους μαθητές του να σκάψουν τη γη σε σχήμα σταυρού, τόσο μόνον, όσο ήταν το μέτρο του σώματός του. Αφού ξαπλώθηκε λοιπόν μέσα σ’ εκείνον τον σκαμμένο τόπο, αποχαιρέτησε τους μαθητές του που έκλαιγαν πικρά και είπε: «Σύρετε το χώμα της γης που είναι μητέρα μου και με αυτό σκεπάστε με». Εκείνοι αφού τον ασπάστηκαν και τον αποχαιρέτησαν, σκέπασαν το σώμα του μέχρι τα γόνατα. Έπειτα πάλι αφού τον ασπάστηκαν τον σκέπασαν μέχρι τον λαιμό. Και πάλι αφού για τρίτη φορά τον ασπάστηκαν έβαλαν πάνω στο ιερό του πρόσωπο ένα μαντήλι. Και έτσι κλαίγοντας πικρά σκέπασαν όλο το σώμα του. Τότε ανέτειλε και ο ήλιος.
Αφού έκλαψαν οι μαθητές, γιατί έμειναν ορφανοί από τον δάσκαλό τους, γύρισαν στην πόλη διηγούμενοι τα σχετικά με τον Απόστολο. Οι άλλοι αδελφοί όταν τα άκουσαν αυτά πήγαν στον τάφο και αφού έσκαψαν δεν βρήκαν τίποτε. Τότε λοιπόν επέστρεψαν κλαίγοντας θερμά για τη στέρηση τέτοιου ποιμένος.

Από το γεγονός αυτό δημιουργήθηκε η άποψη ότι τελικά δεν πέθανε αλλά ότι αναλήφθηκε, όπως ο Ηλίας και ο Ενώχ. Η Εκκλησία μας, λοιπόν, δέχεται ότι στον αγαπημένο μαθητή του Κυρίου συνέβη ότι και με την Παναγία μητέρα Του. Δηλαδή, ο Ιωάννης ναι μεν πέθανε και ετάφη, αλλά μετά τρεις ημέρες αναστήθηκε και μετέστη στην αιώνια ζωή, για την οποία ο ίδιος λέει σχετικά: "Ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴν ζωήν, ὁ μὴ ἔχων τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὴν ζωὴν οὐκ ἔχει" (Α' επιστολή Ιωάννου, ε' 12). Εκείνος, δηλαδή, που είναι ενωμένος μέσω της πίστης με το Χριστό και τον έχει δικό του, έχει την αληθινή και αιώνια ζωή. Εκείνος, όμως, που δεν έχει τον Υιό του Θεού, να έχει υπ’ όψιν του πως δεν έχει και την αληθινή και αιώνια ζωή.

Ο Ιωάννης πέθανε σε βαθιά γεράματα το 105 με 106 μ.Χ. Μας διδάσκει όμως και σήμερα με το παράδειγμά του και με τα πέντε θεόπνευστα βιβλία του. ΟΙωάννης επειδή αποκάλεσε τον Υίό του Θεού «Λόγο», πρώτος αυτός ονομάστηκε από την Εκκλησία μας «Θεολόγος». Στην αγιογραφία εικονίζεται με έναν αετό κοντά στο κεφάλι του. Η μνήμη του Αποστόλου Ιωάννου εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου. Η εορτή της 8ης Μαϊου, συνδέεται με την ανάδυση θαυματουργικής κόνεως (σκόνης) από τον τάφο του Ευαγγελιστού, μέσω της θαυματουργικής επενέργειας του Αγίου Πνεύματος, που οι ντόπιοι την αποκαλούσαν «επίγειο μάνα».
Η Σύναξη του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου, ετελείτο στον περιφανή ναό του, ο οποίος βρισκόταν στον τόπο που ονομάζεται Έβδομον, στο σημερινό Μακροχώρι της Κωνσταντινουπόλεως. Για το ναό αυτό στον Έβδομον, που υπήρχε κατά τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., γνωρίζουμε σχετικά από τον Σωκράτη τον Σχολαστικό. Κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ. ο ναός του Θεολόγου ήταν κατεστραμμένος, ίσως εξαιτίας σεισμών ή καιρικών επηρειών, και γι αυτό τον ανήγειρε εκ βάθρων ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Μακεδών.


ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΟΝΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΚΠΟΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
Στις 8 Μαΐου εορτάζεται η ανάδυση θαυματουργικής κόνεως (σκόνης) από τον τάφο του Ευαγγελιστού, μέσω της θαυματουργικής επενέργειας του Αγίου Πνεύματος, που οι ντόπιοι την αποκαλούσαν «επίγειο μάνα».
 Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, αφού, ύστερα από θείο φωτισμό, προέβλεψε ότι επρόκειτο να μεταστεί από την παρούσα ζωή στην αιώνια και ατελεύτητη, παρέλαβε τους μαθητές του και βγήκε έξω από την Έφεσο. Εκεί σε ένα σημείο υπέδειξε να ανοιχτεί τάφος. Μόλις έγινε αυτό, μπήκε μέσα ζωντανός και κοιμήθηκε με ειρήνη. Ο τάφος αυτός εφεξής έγινε πηγή ιαμάτων.

 
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
Θεολογία

Το Ευαγγέλιο και οι επιστολές του Ιωάννη απαρτίζουν μία θεολογική συλλογή, την οποία τη χαρακτηρίζει η κυριαρχία του Λόγου. Η βασική αρχή που διέπει τη χριστολογία του Ιωάννη είναι πως ο Χριστός μόνος φανερώνει το Θεό και εξηγεί τα περί Θεού (Ιω. 1, 18). Απώτερος σκοπός των "σημείων" Του, είναι να πιστέψει ο κόσμος ότι είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού (Ιω. 20, 31). Ο Χριστός μπορεί και αποκαλύπτει το Θεό, διότι είναι ο Λόγος του.

Η έννοια του Λόγου εδώ λαμβάνεται τόσο από την ελληνική φιλοσοφία, όσο και από τη ιουδαϊκή παράδοση αφού ήδη την είχε χρησιμοποιήσει ο Φίλων ο Ιουδαίος. Η έννοια όμως λαμβάνει μία τελείως διαφορετική διάσταση καθώς στην περίπτωσή του δεν είναι απλώς μία ανυπόστατη δύναμη του Θεού, όπου χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η συστατική και θεραπευτική θεία δύναμη των όντων, όπως στην περίπτωση του Φίλωνα. Διαφοροποίηση μάλιστα υπάρχει και από την έννοια της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, όπου εκεί κατανοείται ως συνεκτική δύναμη του κόσμου και του ανθρώπου με το θεό. Την έννοια του λόγου τη βλέπουμε επίσης στον Πλάτωνα, που την θεωρεί ως θεμελιακό στοιχείο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, στον Αριστοτέλη, που υπογραμμίζεται πως η κατάκτηση του λόγου είναι ανθρώπινο ίδιον και συνάμα θεμέλιο της αρετής και της ευδαιμονίας και τη Στοά που είχε ανθρωπολογικό και κοσμολογικό περιεχόμενο.

Έτσι λοιπόν η θεολογία της έννοιας του Λόγου λαμβάνει μία νέα διάσταση που έχει ένα νέο σαφές θεολογικό περιεχόμενο. Ο Λόγος είναι ο Ιησούς Χριστός, ο δημιουργός του σύμπαντος, το φως και η ζωή της ανθρωπότητας, ο οποίος ενανθρωπίστηκε για τη σωτηρία του κόσμου. Ο τίτλος Λόγος βέβαια έχει περιορισμένη χρήση στη γραμματεία του Ιωάννη αφού περιορίζεται στον πρόλογο του ευαγγελίου του, μία φορά στην πρώτη επιστολή του (1,1) και μία φορά στην Αποκάλυψη (19,13):

"ΕΝ ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. Ην τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. ᾿Ιωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγε λέγων· οὗτος ἦν ὃν εἶπον, ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο. Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο." (Ιω. 1, 1-18).

Ο Ιωάννης σε αυτό το ομολογιακό κείμενο αναφέρει πως ο Λόγος είναι προαιώνιος και θείος, ότι είναι ο δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Ο Ιησούς Χριστός είναι η ζωή και το φως και είναι σαφώς Θεός. Ο κόσμος λοιπόν ήλθε σε ύπαρξη δια μέσω του Λόγου. Ο κόσμος όμως αν και ήλθε σε ύπαρξη δια του Λόγου δεν είχε συνείδηση του γεγονότος αυτού και της δυνάμεως αυτού (ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω) και μάλιστα ο ίδιος ο λαός του τον αρνήθηκε (ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον).
Ο Λόγος αυτός ενσαρκώθηκε, σε μία συγκλονιστική ενοίκηση, απτή και ορατή (εθεασάμεθα τη δόξα αυτού). Σαφής είναι ο στόχος του Ιωάννη εδώ, να αποκρούσει κάθε τάση δοκητισμού. Η έλευση μάλιστα του Ιησού συνιστά πλήρωση του αποκαλυπτικού έργου του Θεού όπως δόθηκε στο Μωϋσή. Τελειώνει μάλιστα με μία εκπληκτική δήλωση. Το Θεό κανείς δεν είδε ποτέ αναφέρει ο Ιωάννης. Είναι ακατάληπτος και αόρατος, αλλά γίνεται γνωστός με τη θεία ενανθρώπηση του Λόγου. Ο Λόγος ως μονογενής υιός, που είναι θεός και υπάρχει στους κόλπους του Πατρός, είναι ο μόνος ικανός να Τον φανερώνει και να Τον εξηγεί.

Εδώ λοιπόν φανερώνεται η θεία υπόσταση του Λόγου, προκειμένου να αναφερθεί η υπόσταση του προαιώνιου Υιού του Θεού. Στόχος τελικά του Ιωάννη, στη χρήση αυτού του όρου είναι να κατασταθεί σαφές ότι ο εναθρωπήσας Λόγος και ο προαιώνιος Λόγος και Υιός του Θεού, ο οποίος ενήργησε ποικιλοτρόπως κατά την Παλαιά Διαθήκη για το σχέδιο της θείας οικονομίας, είναι ο ίδιος. Ο Λόγος αυτός ο οποίος έχει άναρχη ύπαρξη προς τον Πατέρα, είναι ο Μεσσίας, τον οποίον είδαν και άκουσαν οι μαθητές Του. Είναι αυτός που θα έρθει με δόξα για να δώσει τέλος στην ανθρώπινη τραγωδία (Αποκ. 19, 11-16).
Ο Ιησούς κατά τον Ιωάννη είναι Θεός (Ιω. 1, 1) και αυτή η θεότητα σφραγίζεται από την ιδιάζουσα σχέση με τον πατέρα του (Ιω. 5, 19-23). Μάλιστα το γεγονός ότι ο υιός έχει επιφορτιστεί με την ευθύνη να επιτελέσει το έργο του Πατρός είναι δείγμα της ισότητάς του με τον Πατέρα, ενώ επιβεβαιώνεται και από το ότι όποιος πιστέψει σε αυτόν θα βρει ζωή αιώνιο, ενώ όποιος απειθεί "ουκ όψεται ζωήν" (Ιω. 3, 35). Ο Υιός μάλιστα είναι ανενδεής και παντογνώστης (Ιω. 16, 30), στον οποίο ο Πατέρας έδωσε κάθε δύναμη (3, 35). Ο ίδιος είναι παντοδύναμος καθώς δεν είναι απλώς δημιουργός του παντός, αλλά γνωρίζει τα παρελθόντα (4, 17), την εσωτερική κατάσταση ων ανθρώπων (2, 24-25) να διακρίνει καταστάσεις από μακριά (1, 42. 47-50).

Ο Ιησούς δεν κάνει απλή διδασκαλία, αλλά ανοίγει το δρόμο για την ένωση και την κοινωνία με το Θεό. Αυτή λοιπόν η σχέση πραγματώνεται με τα μυστήρια, όπως ακριβώς μυστηριακή ήταν και η θεία ενσάρκωση. Το βάπτισμα έχει θεμέλιο την ενσάρκωση (3, 1-15) που ανοίγει τη θύρα της βασιλείας του ουρανού (3, 5), ενώ η Θεία Ευχαριστία είναι το νέο μάννα που θρέφει το νέο Ισραήλ. Ο άρτος αυτός είναι ο ίδιος ο Ιησούς, άρτο τον οποίο αν δε φάει ο κόσμος δε θα βρει αιώνια ζωή (6, 30-58), ενώ όποιος δε φάει από τη σάρκα Του δε θα έχει μέσα του τον Κύριο (6, 56) και άρα δεν επιτυγχάνεται αυτή η μυστική ένωση. Εδώ ο ευαγγελιστής μιλά για τα μυστήρια ως μία κατάσταση που πραγματώνει τη σχέση ανθρώπου και Θεού.

Στη θεολογία του Ιωάννη  το ευαγγέλιο ταυτίζεται με τον Ιησού και η υποστατικότητα αυτού τονίζεται με την έννοια του "εγώ ειμί". Η φράση είναι σαφώς βιβλική καθότι ο Θεός διαβεβαίωσε τον Μωυσή στη βάτο ότι "εγώ ειμί ο ων" (Έξοδος 3, 14). Επίσης δηλώνει και στον ισραηλιτικό λαό πως "Εγώ ειμί ο θεός, και ουκ εστίν άλλος" (Ησαΐας 45,22). Εδώ λοιπόν ο Θεός ομιλεί με υποστατικό τρόπο. Και ο Θεός που ομιλεί δεν είναι άλλος από τον άσαρκο Λόγο, που φανερώνει και τον Πατέρα. Ο Ιωάννης μας αναφέρει με σαφήνεια περισσότερες από δέκα ομολογίες του Κυρίου ο οποίος αναφέρει επίσης το"εγώ ειμί" (Ιω. 4, 25-26. 6, 35. 8, 12. 8, 24. 8, 28. 10, 7-9 κ.α.). Από τις δηλώσεις αυτές είναι φανερό ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός Λόγος ο οποίος "Ο ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν·" (Α΄ Ιωάννου 1, 1-2).

Ο Πατήρ έστειλε τον Λόγο και δεν τον άφησε μόνο (8, 29). Τον απέστειλε ως μονογενή του υιό για να πιστέψει ο κόσμος και να σωθεί (3, 16-17). Ο Υιός είναι συνδημιουργός του κόσμου αφού ο Υιός ποιεί όσα ο πατήρ ποιεί (5, 19). Ο Πατέρας μάλιστα "πάντα έδωκεν τη χειρί αυτού" (3, 35) και είναι συναΐδιοι (1, 1-2). Ο Πατήρ τελικά δοξάζεται εν τω Υιώ (14, 13) και το αντίθετο (17, 22) και γι αυτό και στο πρόσωπο του Ιησού οι άνθρωποι βλέπουν τον Πατέρα που είναι και οι δύο αχώριστοι.

Αναφέρει χαρακτηριστικά ο ευαγγελιστής στο στόμα του Κυρίου:
"ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα" (14, 9)
"πιστεύετέ μοι οτι εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί" (14, 11).
"εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν" (10, 30).
Γι αυτο και:
"ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἔχει τὴν μαρτυρίαν ἐν αὐτῷ· ὁ μὴ πιστεύων τῷ Θεῷ ψεύστην πεποίηκεν αὐτόν, ὅτι οὐ πεπίστευκεν εἰς τὴν μαρτυρίαν ἣν μεμαρτύρηκεν ὁ Θεὸς περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ. καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ μαρτυρία, ὅτι ζωὴν αἰώνιον ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός, καὶ αὕτη ἡ ζωὴ ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ ἐστιν. ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴν ζωήν· ὁ μὴ ἔχων τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὴν ζωὴν οὐκ ἔχει." (Α΄ Ιωάννη 5, 10-12).

Η κοινωνία Πατρός και Υιού έχει πολύ σπουδαία σημασία διότι η αιώνια ζωή συντελείται στους κόλπους της θείας ενότητας κατά τον Ιωάννη (Α΄ Ιωάννου 2, 24-25). Η βάση λοιπόν όλης της Ιωάννειας θεολογίας στηρίζεται στο ότι ο Πατέρας και ο Υιός κατά την ουσία και το έργο είναι ένα. Γι αυτό και ο Ευαγγελιστής μας επισημαίνει πως:
"Καὶ ἡμεῖς τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν ὅτι ὁ πατὴρ ἀπέσταλκε τὸν υἱὸν σωτῆρα τοῦ κόσμου. ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ.".

Σύμφωνα με τον Ιωάννη ο Ιησούς έχει αποσταλεί από τον Πατέρα στον κόσμο όχι για να επιτελέσει το ίδιο έργο, αλλά για να τελειώσει το κοινό τους έργο (10, 36). Είναι λοιπόν απεσταλμένος του Πατρός και τίποτα δεν επιτελεί αφ εαυτού, καθώς ποιεί όσα διδάχτηκε από τον πατέρα (2, 28). Ο Υιός είναι αυτός ο οποίος επιτελεί τα έργα το Πατρός ανταποκρινόμενος σε μια μοναδική αποστολή, κάτι το οποίο αποδεικνύει την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους. Εν συνεχεία, μετά τη δική του αποστολή, ο ίδιος θα ζητήσει από τον Πατέρα να στείλει το παράκλητο Πνεύμα (14, 16-17) για να ολοκληρώσει το έργο, όπου θα μείνει με την ανθρωπότητα στον αιώνα.


Πνευματολογία

Όταν ο Κύριος θα απέλθει, θα αποσταλεί ο παράκλητος, για να μείνει ανάμεσά τους "καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ' ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα" (14, 16-17). Το Πνεύμα κατά τον Ιωάννη είναι πρόσωπο, το οποίο διακρίνεται από τον Υιό και τον πατέρα "ἀλλ' ἐγὼ τὴν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν· συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω. ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς·" (16, 7).
Όπως ο Υιός εστάλη από τον πατέρα έτσι και ο παράκλητος θα εκπορευθεί από τον Πατέρα (15, 26). Το Πνεύμα αυτό έχει υπόσταση και είναι το πνεύμα της αληθείας (14, 17) γιατί κατά την ουσία του είναι αλήθεια. Όπως ο Υιός είναι αλήθεια και το Πνεύμα είναι αλήθεια, αλλά συγχρόνως ο Υιός και το Πνεύμα διδάσκουν (7, 14. 14, 26), μαρτυρούν (8, 14. 15, 26), κρίνουν και ελέγχουν τον κόσμο για να τον οδηγήσουν στη σωτηρία (3, 17-20. 16, 7-11). Ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα εκφράζουν και επιτελούν τα έργα του Πατρός (14, 10. 16, 13).
Ακριβώς λοιπόν μέσα από αυτές τις περικοπές διακρίνεται πως ενώ υπάρχει υποστατική διάκριση, υπάρχει ταυτότητα ενεργειών. Η ενέργεια τελικά των τριών προσώπων είναι μία. Γι αυτό και με την έλευση του Αγίου Πνεύματος έρχεται ο ίδιος ο Χριστός, όπως ακριβώς με την παρουσία του Χριστού είναι συγχρόνως δεδομένη και η παρουσία του Πατρός (14, 10-11).
Το Πνεύμα αυτό δοξάζει τον Υιό και χαριτώνει τους Αποστόλους για να συνεχίσουν το αγιαστικό έργο του Σωτήρα (20, 22-23). Η είσοδος μάλιστα στη βασιλεία των ουρανών είναι έργο του Πνεύματος, αφού όποιος δε γεννηθεί άνωθεν, δηλαδή εν Πνεύματι Αγίω δεν θα εισέλθει στη βασιλεία (3, 5), γι αυτό και το πνεύμα είναι ζωή (6, 63).


Εκκλησιολογία

Παρότι ο Ιωάννης στο ευαγγέλιο του δε χρησιμοποιεί τον όρο εκκλησία, αλλά περισσότερο από όλους τους ευαγγελιστές ενήμερος για την ύπαρξη και τη θέση της εκκλησίας, ως σώμα που λειτουργεί σε αντιδιαστολή με την κοινωνία των Ιουδαίων. Ο Χριστός για τον Ιωάννη είναι η απαρχή μια νέας κατάστασης, την οποία οι Ιουδαίοι απέρριψαν με αποτέλεσμα να μείνουν εκτός αυτής. Αντιθέτως όσοι πίστεψαν "τέκνα Θεού γενέσθαι" (1, 11-12). Η απιστία μεταλλάσσει τα τέκνα του Αβραάμ (8, 41-42) σε τέκνα διαβόλου (8, 44), ενώ αντίθετα όσοι πιστεύουν στον Κύριο γίνονται μαθητές του και μέτοχοι της αλήθειας (8, 31-32).
Στη νέα πραγματικότητα τα μυστήρια συνδέονται με ένα σαφή εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Το βάπτισμα και η Θεία Ευχαριστία ενσωματώνουν το μέλος στην εκκλησία και την νέα ζωή. Αυτή η νέα ζωή νοείται μόνο με ενσωμάτωση στο ίδιο το σώμα της εκκλησίας, που είναι και το σώμα του ζώντος Χριστού. Γι αυτό και μόνο η βρώση "σώματος και αίματος" οδηγούν τον άνθρωπο στην αιώνια ζωή, αφού όποιος φάει από τη σάρκα του Κυρίου θα ενωθεί με τον Κύριο, κατά τον τρόπο που κοινωνεί αυτός με τον πατέρα (6, 57). Στα ίδια πλαίσια πρέπει να κατανοούνται και οι παραβολές του Κυρίου. Οι παραβολές του καλού ποιμένα (10, 1-16) και της αμπέλου (15, 1-10) φανερώνουν τον τύπο της σχέσης του ιδρυτού της εκκλησίας και του ποιμνίου. Ο Κύριος είναι ο ποιμήν ο καλός που θα δώσει τη ζωή του υπέρ των προβάτων, ενώ ο Κύριος είναι και η άμπελος. Όποιος λοιπόν είναι εκτός της αμπέλου και άρα από το Χριστό, που συνεπάγεται την εκκλησία, αδυνατεί να βρει ζωή και να καρποφορήσει.


Ανθρωπολογία

Κατά τον Ιωάννη ο άνθρωπος βρίσκεται πάντα κάτω από τη θεία επίβλεψη. Ο σαρκωθείς Υιός άλλωστε έχει "εξουσία πάσης σαρκός" (17, 2). Η έλευσή Του στον κόσμο απέβλεπε στον επαναπροσανατολισμό του ανθρώπου, στην πνευματική αναγέννησή του. Έτσι ο Χριστός, ενώνοντας την θεϊκή φύση με την ανθρώπινη, την εμβολιάζει με τα στοιχεία της θείας φύσης, τα οποία υψώνουν τον άνθρωπο σε άλλο επίπεδο ύπαρξης.
Σύμφωνα με τον Ιωάννη, όσοι λαμβάνουν Αυτόν, τους δίδεται η εξουσία να κληθούν τέκνα του (1, 12). Αυτή η υιοθεσία όμως δεν εννοείται ως μία γέννηση εξ αίματος, αλλ εκ Θεού (1, 13) η οποία θέτει ως θεμέλιο την πίστη στον Χριστό (1, 12). Ο άνθρωπος λοιπόν μέσα από τη νέα γέννηση, το βάπτισμα, οδηγείται στη γνώση της αλήθειας που τον ελευθερώνει από την αμαρτία (8, 44). Εκτός λοιπόν της χριστιανικής ζωής ο άνθρωπος είναι δέσμιος της αμαρτίας. Η γέννηση κατά τον Ιωάννη προϋποθέτει την πίστη, τη γνώση της αλήθειας, αλλά και την αγάπη (Α΄ Ιωάννη 3, 14-18), τη δικαιοσύνη (Α΄ Ιωάννη 2, 29) και τα αγαθά έργα (Α΄ Ιωάννη 5, 2-3). Έτσι τελικά ο άνθρωπος στη θεολογία του Ιωάννη δεν είναι μία αυτοτελής οντότητα, αλλά μια οντότητα που προσδιορίζει τη ύπαρξη της σε σχέση με το πρόσωπο του Χριστού, γι αυτό και είναι βαθύτατα θεοκεντρική.


Εσχατολογία

Η εσχατολογία του Ιωάννη, όπως και κάθε τι στη θεολογία του, προσδιορίζεται από την εμφάνιση του Λόγου. Το έσχατο της ιστορίας για τον Ιωάννη είναι εδώ και τώρα, αλλά συγχρόνως το αναμενόμενο και προσδοκώμενο. Υπάρχει λοιπόν σύγκλιση του παρόντος και του εσχάτου. Έτσι αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κύριος: "ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται" (5, 25).

Ο Χριστός για τον Ιωάννη είναι η πηγή της ζωής, γι αυτό και όποιος ακούει τον Υιό μεταβαίνει από το θάνατο στη ζωή (5, 24-29) καθώς ο λόγος του είναι λόγος ζωής αιωνίου (6, 68). Η ζωή αυτή η αιώνιος όμως είναι συνέπεια της κρίσεως, αφού κρίση είναι το φως που ήλθε στον κόσμο (3, 19). Στην προσωπική ιστορία του κάθε πιστού, η υπέρβαση της κρίσεως πραγματώνεται με την μετάβαση στην εν Χριστώ ύπαρξη (5, 24). Θα υπάρξει όμως και η τελική κρίση του κόσμου. Αυτή θα είναι μία καθολική κρίση που θα οδηγήσει στη μέλλουσα και αιώνιο ζωή. Στο τέλος ο θρίαμβος της θεϊκής δύναμης είναι αναπόφευκτος. Οι περιγραφές είναι συγκλονιστικές, καθώς προηγείται της αιωνίου βασιλείας παγκόσμια κρίση. Η ανθρωπότητα στέκεται ενώπιον του θρόνου του Θεού, που τώρα εν δόξη εμφανίζεται στην ιστορία. Οι εγγραμμένοι στη βίβλο τη ζωής εισέρχονται στη βασιλεία των ουρανών, ενώ αντίθετα όσοι εκλείπουν, θα βρεθούν εκτός χάριτος. Οι δούλοι του αρνίου θα κοινωνούν μαζί Του και θα βλέπουν το πρόσωπό του: "καὶ ὄψονται τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν. καὶ νὺξ οὐκ ἔσται ἔτι, καὶ οὐ χρεία λύχνου καὶ φωτὸς ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτιεῖ αὐτούς, καὶ βασιλεύσουσιν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων" (Αποκ. 22, 1-5).


ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Ἀπόστολε Χριστῷ τῷ Θεῷ ἠγαπηπημένε, ἐπιτάχυνον, ῥῦσαι λαὸν ἀναπολόγητον, δέχεταί σε προσπίπτοντα, ὁ ἐπιπεσόντα τῷ στήθει καταδεξάμενος· ὃν ἱκέτευε, Θεολόγε, καὶ ἐπίμονον νέφος ἐθνῶν διασκεδάσαι, αἰτούμενος ἡμῖν εἰρήνην, καὶ τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον
Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τὰ μεγαλεῖά σου Παρθένε, τὶς διηγήσεται; βρύεις γὰρ θαύματα, καὶ πηγάζεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὡς θεολόγος καὶ φίλος Χριστοῦ.

ΠΗΓΗ: http://users.sch.gr/aiasgr/