Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παγκόσμια ημέρα γυναίκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παγκόσμια ημέρα γυναίκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας δεν είναι γιορτή ... είναι ΜΝΗΜΗ ενός αγώνα που συνεχίζει τις αέναες μάχες

Η 8η ΜΑΡΤΙΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΟΡΤΗ.
Υπάρχει για να θυμίζει τις αέναες μάχες ενός αγώνα στις βιοτεχνίες κάτεργα της Νέας Υόρκης που το 1908 ύψωσαν την φωνή τους, που συνεχίζεται ακόμα αδιάκοπος σε όλη την υφήλιο, σε χώρους εργασίας και κοινοβούλια, σε ανήλιαγα υπόγεια και πίσω από τις κουρτίνες.

Του Φώτη Βέργη

Η «Ημέρα της Γυναίκας» δε είναι απλά άλλη μια επετειακή ημέρα, που επιτάσσει μια προβλεπόμενη ευχή σε κάθε εκπρόσωπο του καλύτερου μισού του πληθυσμού του πλανήτη. Αν είστε άντρας, δεν είναι άλλη μια θεσμοθετημένη περίσταση να χαρίσετε μια αγκαλιά και ένα φιλί στην φίλη, στην αδερφή ή σε εκείνη την γυναίκα που είστε αρκετά τυχερός να στέκεστε δίπλα της και να έχει δεχτεί να μοιράζεστε τις ιστορίες των ημερών σας. Και, εν πάσει περιπτώσει, αυτό θα έπρεπε να το κάνετε κάθε μέρα, χωρίς να απαιτούνται τυπικές αφορμές ή η τυραννία μιας ημερολογιακής «γιορτής» – διαφορετικά, κάτι κάνετε λάθος!

Η 8η Μαρτίου δεν είναι γιορτή. Είναι καμπανάκι πως ο κόσμος παραμένει στρεβλός. Είναι υπενθύμιση. Υπάρχει για να θυμίζει τις αέναες μάχες ενός αγώνα που συνεχίζεται ακόμα αδιάκοπος σε όλη την υφήλιο, σε χώρους εργασίας και κοινοβούλια, σε ανήλιαγα υπόγεια και πίσω από τις κουρτίνες. Ενός αγώνα για το προφανές, για το αυτονόητο: πως δεν μπορεί να μιλάμε για ανθρωπότητα όταν το ένα μισό της δεν απολαμβάνει τον σεβασμό που του πρέπει. Όταν, σιωπηλά και πίσω από προσχήματα στο όνομα του κοινωνικά «πρέποντος» ή τρανταχτά και υπό τον πλέον επίσημο μανδύα, εκείνον της εκάστοτε εξουσίας, κρατικής η θρησκευτικής, οι γυναίκες τοποθετούνται στην «θέση τους», η οποία καταφανώς βρίσκεται ένα σκαλί χαμηλότερα από εκείνη του έτερου μισού μιας κοινωνικής πραγματικότητας χτισμένης επί αιώνες από άντρες.

Η «Ημέρα της Γυναίκας» υπάρχει για να θυμίζει τις ράφτρες στις βιοτεχνίες κάτεργα της Νέας Υόρκης που το 1908 ύψωσαν την φωνή τους, για πρώτη φορά οργανωμένες σε μικρές κινητοποιήσεις, πρωτόλεια διεκδικώντας εργασιακά δικαιώματα και για τις εργαζόμενες γυναίκες. Εκείνα τα κορίτσια, 16 με 25 ετών, στην συντριπτική τους πλειοψηφία μετανάστριες, δουλεύοντας σε άθλιες συνθήκες και για ψίχουλα, αφιέρωναν την ζωή τους στον βωμό της μαζικής παραγωγής υποκαμίσων, για πρώτη φορά διαθεσίμων ως βιομηχανικών προϊόντων προς τέρψη των αντρών καταναλωτών. Μέχρι που λίγους μήνες αργότερα, οι αντοχές τους στα πρώτα άγρια δείγματα ενός νεότευκτού βιομηχανικού καπιταλισμού έσπασαν.

Το φθινόπωρο του 1909 οι εργαζόμενοι στην βιομηχανία ενδυμάτων της Νέας Υόρκης, βρίσκονταν σε αναβρασμό. Οι εργοδότες, μεθυσμένοι από τον πλούτο που τους είχε αποφέρει η ιδέα της μαζικής παραγωγής, συνέχιζαν να περικόπτουν τους ήδη πενιχρούς μισθούς, να επεκτείνουν τα ωράρια και να επιβάλλουν απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, προκειμένου να διευρύνουν τα ήδη τεράστια περιθώρια κερδοφορίας τους. Δυο μήνες νωρίτερα, όταν οι εργάτριες της Triangle Shirtwaist είχαν επιχειρήσει να διαμαρτυρηθούν απεργώντας, η επιχείρηση είχε αντιδράσει προσλαμβάνοντας μπράβους και πόρνες για να επιτεθούν στους απεργούς, συνεπικουρούμενη από τις αστυνομικές δυνάμεις που συνδύασαν την βίαιη καταστολή με μαζικές συλλήψεις απεργών, συχνά χωρίς κανένα πρόσχημα. Στην μαζική συνέλευση που διοργανώθηκε τον Νοέμβρη του 1909, κι όπου συνέρρευσαν εργάτες και εργάτριες από διάφορα εργοστάσια και βιοτεχνίες της πόλης, επικρατούσε τώρα μούδιασμα. Και ενώ οι άντρες, λιγοστοί μεν, αλλά ακόμα στα ηνία των σχετικών Σωματείων, συνιστούσαν από την έδρα του Προεδρείου ψυχραιμία ή καθυστερούσαν με ατέρμονες αντιπαραθέσεις, διστάζοντας να πάρουν μια σαφή απόφαση, μια 15χρονη Εβραία μετανάστρια από την Ουκρανία, η Κλάρα Λέμλιχ (Clara Lemlich) σηκώθηκε από το ακροατήριο και απαίτησε να πάρουν οι απλοί εργάτες την κατάσταση στα χέρια τους και να κατέβουν σε γενική απεργία. Η πρότασή της προκάλεσε ενθουσιασμό στις συναδέλφους της και παρέκαμψε εντελώς τους άντρες αρχισυνδικαλιστές και τον δισταγμό τους.

Ήταν η θρυαλλίδα της «Εξέγερσης των 20.000», της πρώτης μαζικής κλαδικής απεργίας που οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε από γυναίκες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία. Μέσα σε δυο μέρες, ένα πλήθος γυναικών, που υπολογίζεται μεταξύ 20.000 και 30.000, πλημμύρισε τους δρόμους της Νέας Υόρκης. Μέσα στον μήνα ενώθηκαν μαζί τους οι εργάτριες της Φιλαδέλφειας, σε μια κινητοποίηση που διήρκησε συνολικά δεκατέσσερις εβδομάδες. Δεν επρόκειτο για μια «απεργία γυναικών» που απαιτούσε μόνο την αναγνώριση και σε αυτές των δικαιωμάτων που απολάμβαναν οι άντρες. Ήταν απλά μια μαζική απεργία, όπου τύχαινε την πρωτοκαθεδρία να έχουν γυναίκες, λόγω της σύνθεσης του εργατικού πληθυσμού στον σχετικό κλάδο, η οποία διεκδικούσε την ισότιμη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών για όλους, ανεξαρτήτως του φύλου τους. Επιπλέον δε, ήταν η πρώτη ενέργεια που οδήγησε όχι μόνο στην είσοδο των γυναικών στο εργατικό κίνημα, αλλά στην πολιτικοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση τους, και συνδέθηκε με τον ευρύτερο αγώνα τους για ισότητα, ουσιαστική και τυπική, έναντι των ανδρών.

Η «Ημέρα της Γυναίκας» ορίστηκε αρχικά από το Αμερικανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα ως ημέρα τιμής και μνήμης για εκείνες τις γυναίκες που ξεσηκώθηκαν για να διεκδικήσουν δίκαιες απολαβές και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας. Τις ακολούθησαν οι 123 συνάδελφοί τους που, μαζί με 23 άντρες, το 1911 θα καίγονταν ζωντανές στην μεγάλη φωτιά του εργοστασίου της Triangle Shirtwaist, του ίδιου εργοστασίου από όπου είχε ξεκινήσει πριν δυο χρόνια το κίνημα που τώρα στέριωναν σαν γεφύρι οι νεκρές μάρτυρες. Η Δεύτερη Σοσιαλιστική Διεθνής είχε στο μεταξύ υιοθετήσει τον εορτασμό, προς τιμήν εκείνων και όλων όσων ακολούθησαν και ακολουθούν και θα ακολουθήσουν.

Ώσπου να γίνει πραγματικότητα το ελάχιστο, η αρχή της «ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία», και η ανισότητα στις απολαβές να πάψει να είναι ίδιον της υποτιθέμενα αξιοκρατικής, αλλά βαθιά υποκριτικής, ελεύθερης, δήθεν, καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς. Ώσπου να μην νοείται πια εργοδότης που θα επιτάσσει η εργαζόμενή του να δείξει λίγο σάρκα ακόμα για να βοηθήσει στις πωλήσεις ή που – αντίστροφα – θα της επιβάλλει με βίαιο πουριτανισμό να «μην προκαλεί» φορώντας φούστα πάνω από τον αστράγαλο. Ώσπου η πολιτεία θα έχει φροντίσει να αναγνωρίσει την προσφορά στα οικογενειακά βάρη ως εργασία άξια θεσμοθετημένης προστασίας, και θα διατηρεί ακμαίες τις αναγκαίες κοινωνικές δομές, στηρίζοντας τις μονογονεϊκές οικογένειες και αμβλύνοντας τα βάρη που αιώνες κοινωνικού αυτοματισμού έχουν ρίξει στους ώμους των γυναικών. Ώσπου αυτά ακριβώς τα αγκυλωμένα κοινωνικά μοντέλα θα καταρρεύσουν και τα «βάρη» θα είναι συνευθύνη και προσφορά μοιρασμένη ισότιμα, δίκαια και ελεύθερα «από εκείνον που μπορεί, σε εκείνον που το χρειάζεται».

Ώσπου να είναι αδιανόητο και σαν ιδέα ακόμα να εξακολουθεί να υπάρχει κάποιος φασίστας, όπως ο Πολωνός Ευρωβουλευτής Γιάνους Κόρβιν-Μίκκε, που θα πει με στεντόρεια σοβαρότητα αυτό που τόσοι άνδρες σκέφτονται: πως «φυσικά οι γυναίκες πρέπει να κερδίζουν λιγότερα σε σχέση με τους άντρες, γιατί είναι πιο αδύναμες, είναι μικρότερες, είναι λιγότερο έξυπνες και πρέπει να κερδίζουν λιγότερα – αυτό είναι όλο».

«Αυτό είναι όλο». «Αυτό» είναι η πηγή που γεννά τέρατα. Είναι η λογική που θέλει την γυναίκα αντικείμενο, για το κρεβάτι «του» ή για την κουζίνα «της», υπάκουη πουτάνα και θεοσεβούμενη μάνα πατριωτών μαζί. Που θέλει το «όχι» να σημαίνει «ναι» κατά το δοκούν. Που θέλει την σεξουαλική παρενόχληση και το διεστραμμένο παιχνίδι ισχύος που ενέχει να είναι ανδροπρεπής μαγκιά.

«Αυτό» είναι ο τρόπος σκέψης που υποθάλπει και εκλογικεύει την καταπίεση, την σωματική και ψυχολογική κακοποίηση, και την θρησκευτική και σεξουαλική βία που εξαπολύονται εις βάρος γυναικών σε ολόκληρο τον κόσμο κάθε ημέρα, κάθε στιγμή σε κάποια γωνιά του. Και ακόμα, είναι η λογική αυτή που βρίσκεται στην καρδιά της θλιβερής αλήθειας πως η δουλεία είναι ακόμα ζωντανή, καθώς η σύγχρονη βιομηχανία σάρκας παραμένει μια από τις πιο επικερδείς επιχειρήσεις στον πλανήτη, χάρη στην ζήτηση που δημιουργούν οι ορέξεις των ανδρών «καταναλωτών» της.

Και αυτά είναι επίσης που έρχεται να μας υπενθυμίσει η 8η Μαρτίου.

Και μαζί με αυτά, στα πιο καθημερινά μας, πως ο σεξισμός είναι ακόμα απτή πραγματικότητα. Και πιότερο ακόμα, πως πίσω από κλειστές πόρτες, ψεύτικα χαμόγελα και εικόνες ευτυχίας κάποιοι άντρες δίπλα μας, ίσως κάποιοι από εκείνους τους φαινομενικά ήσυχους νοικοκυραίους γείτονες, εξακολουθούν στρεβλά να εκλαμβάνουν την αγάπη, την υπομονή και την αφοσίωση ως ελευθέρας που οδηγεί στο σκοτάδι της οικιακής και ενδοοικογενειακής βίας.

Η 8 του Μάρτη, όμως, δεν είναι μια ημέρα για να θυμίζει μόνο δεινά και μάρτυρες, και το σκοτάδι απ’ όπου προσπαθούμε να βγούμε ακόμα. Υπάρχει και για να αφήνει να φανούν χαραμάδες φωτός, σιωπηλές ηρωίδες του παρόντος.

Όπως εκείνες τις γυναίκες που κουβαλώντας σε μπόγους τα μωρά τους διασχίζουν ποτάμια και πελάγη, σύνορα χαρακιές στο σώμα του πλανήτη, πολεμώντας ως την τελευταία τους ανάσα να τα κρατήσουν στεγνά, ζεστά και ασφαλή. Που τα αγκαλιάζουν στοργικά όπως στέκονται στωικές για ώρες, σε μια ουρά ατελειώτη, για ένα μήλο και ένα πλαστικό κουπάκι φασόλια. Η δική τους μερίδα είναι των παιδιών τους. Και το μήλο ίσως το κάνουν για λίγο παιχνίδι, μήπως σχηματιστεί ξανά ένα χαμόγελο σε κάποιο μικρό πρόσωπο.

Και όπως εκείνες, οι άλλες, γερόντισσες σε νησιά και χωριουδάκια ξεχασμένα, που αυτά τα ίδια τα παιδιά θα τα φροντίσουν σαν να ήταν δικά τους παιδιά, δικά τους εγγόνια. Παιδιά δικά τους. Δικά μας. Του κόσμου.

Τελικά, την «Ημέρα της Γυναίκας» οι γυναίκες δεν θέλουν λουλούδια, δωράκια και αγκαλιές.

Δεν ψάχνουν προστασία ούτε ζητιανεύουν την παρέμβαση κάποιου θεσμικού πατερούλη.

Δεν ζητούν ευγενικά να τους αποδώσουν οι άρχοντες νέα δικαιώματα.

Απαιτούν.

Απαιτούν να τους αναγνωριστούν τα δικαιώματα που αυτονόητα ήδη θα έπρεπε να απολαμβάνουν. Απαιτούν τυπική ισονομία και ουσιαστική ισότητα.

Απαιτούν το προφανές. Μάχονται για έναν κόσμο όπου για τα προφανή και τα αυτονόητα δεν θα απαιτούνται κείμενα και λόγοι, επετειακές ημέρες, αγώνες.

Βλέπεις, σε αυτό το ανάποδο σύμπαν που έχουμε χτίσει, τα απλά, αυτονόητα και προφανή είναι που είναι δύσκολα και προϋποθέτουν να παλέψεις για να τα κατακτήσεις. Ώσπου μια μέρα, να μην χρειάζονται επετειακές ημέρες για να μας τα θυμίζουν. Ώσπου μια μέρα να έχει γίνει τουλάχιστον η πιο αυτονόητη αρχή από όλες.

Αν λοιπόν θελήσετε σήμερα, χάριν της «επετείου», να κάνετε μια αγκαλιά σε εκείνες με τις οποίες μοιράζεστε τον πλανήτη, εντάξει, κάντε το.
Μετά όμως πάρτε το χέρι τους και χωθείτε μαζί ξανά στην μάχη. Για τα αυτονόητα.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 


Κλάρα Τσέτκιν, υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών (Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας - 8 Μαρτίου)

Α Φ Ι Ε Ρ Ω Μ Α 
ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
"Η Κλάρα Τσέτκιν, ήταν επιφανής παράγοντας του Γερμανικού και του Παγκόσμιου Κομμουνιστικού Κινήματος. Ηταν επικεφαλής του προλεταριακού κινήματος των γυναικών της Γερμανίας και δούλεψε στις διεθνείς σοσιαλιστικές οργανώσεις των γυναικών, ενώ από το 1921 ήταν μέλος του προεδρείου της Εκτελεστικής Επιτροπής της Γ' Κομμουνιστικής Διεθνούς και επικεφαλής της Διεθνούς Γραμματείας Γυναικών της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Με δική της πρόταση, στη Β` Διεθνή Συνδιάσκεψη των σοσιαλιστριών γυναικών, στην Κοπεγχάγη το 1910, καθιερώθηκε η 8η του Μάρτη, ως Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας. Και καθιερώθηκε στη μνήμη των εργατριών από τα υφαντουργεία και τα ραφτάδικα της Νέας Υόρκης, η κινητοποίηση των οποίων στις 8 του Μάρτη 1857 πνίγηκε στο αίμα." 
(Συνομιλία με τον Λένιν για το «ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΖΗΤΗΜΑ», από το Σημειωματάριο, Μάρτης 2002).

Zetkin Clara.jpg

Η Κλάρα Γιοζεφίνε Τσέτκιν, το γένος Άισνερ, (γερμαν.: Clara Josephine Zetkin-Eißner, 5 Ιουλίου1857 Βίντεραου, Βασίλειο της Σαξονίας - 20 Ιουνίου 1933 Αρχαγγέλσκοε, Περιφέρεια Μόσχας, Σοβιετική Ένωση) ήταν Γερμανίδα σοσιαλίστρια πολιτικός, ακτιβίστρια και υπέρμαχη των δικαιωμάτων των γυναικών. Μέχρι το 1917 ήταν μέλος στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας και σημαντική εκπρόσωπος της επαναστατικής Μαρξιστικής φράξιας του. Το 1917 εντάχθηκε στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Kόμμα της Γερμανίας (USPD) . Στο USPD άνηκε στην αριστερή του πτέρυγα, τους Σπαρτακιστές. Στη συνέχεια ήταν ένα από τα σημαίνοντα μέλη του Κομμουνιστικού κόμματος Γερμανίας (KPD). Στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν αντιπρόσωπος στο Ράιχσταγκ για το KPD από το 1920 έως το 1933 και το 1932 προεδρεύων του Κοινοβουλίου ως η αρχαιότερη βουλευτής.

Σε διεθνές επίπεδο ανήκε ως μέλος του Διεθνούς Εργατικού Συνεδρίου του 1889 στο Παρίσι, στους ιδρυτές της Δεύτερης Διεθνούς του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος. Στον τομέα του διεθνισμού θεωρείται ως μία από τους εμπνευστές της παγκόσμιας ημέρας της γυναίκας. Ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του KPD ήταν από το 1921 έως το 1933 μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όπου ήταν ανάμεσα στη μειονότητα των επικριτών της θέσης του Στάλιν (βλ. Στάλιν ΕΔΩ) περί σοσιαλφασισμού .

Ι. Βιογραφία

Γεννήθηκε στο 1857 στο χωριό Βίντεραου της Σαξονίας. Μητέρα της ήταν η Ζοσεφίνε Βιτάλε, της οποίας ο πατέρας, Ζαν Ντομινίκ σημαδεύτηκε από την γαλλική Επανάσταση , και τη συμμετοχή του στους Ναπολεόντειους Πολέμους και πατέρας της ο Γκότφριντ Άισνερ, γιος ενός εργάτη και δάσκαλος του χωριού. Η μητέρα της ήταν σε επαφή με πρωτοπόρους του γυναικείου κινήματος που αναπτύχθηκε την εποχή εκείνη (της μεσαίας τάξης), ιδιαίτερα με τη Λουίζ Όττο Πέτερς και την Αουγκούστε Σμιττ. διάβαζε βιβλία της Γεωργίας Σάνδης, και ίδρυσε στο Βίντεραου ένα γυναικείο γυμναστικό σύλλογο. Η οικογένεια μετακόμισε το 1872 στη Λειψία, για να προσφέρουν στα παιδιά τους μια καλύτερη εκπαίδευση.

Η Κλάρα Τσέτκιν το 1897.
1. Πολιτική συμμετοχή στην πρώιμη σοσιαλδημοκρατία
Στη Λειψία σπούδασε για να γίνει δασκάλα και από το 1874 είχε επαφές με τις γυναικείο και εργατικό κίνημα. Η Κλάρα Έισνερ εντάχθηκε το 1878, στο Σοσιαλιστικό Εργατικό κόμμα της Γερμανίας που το 1890 μετονομάστηκε σε Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Γερμανίας (SPD). Λόγω της αντισοσιαλιστικής νομοθεσίας (1878-1890) που απαγόρευε τις σοσιαλιστικές δράσεις έξω από τα τοπικά κοινοβούλια και το Ράιχσταγκ, κατέφυγε εξόριστη το 1882 αρχικά στη Ζυρίχη και στη συνέχεια στο Παρίσι. Εκεί πήρε το όνομα του συντρόφου της, του Ρώσου επαναστάτη Οσίπ Τσέτκιν , με τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Μάξιμ (1883-1965) και τον Κόστια (1885-1980).

Το 1889 στο διεθνές Εργατικό Συνέδριο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ίδρυση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς.

Το φθινόπωρο του 1890, επέστρεψε με την οικογένειά της στη Γερμανία και εγκαταστάθηκαν στο Σίλλενμπουχ κοντά στη Στουτγάρδη . Εκεί εργάστηκε ως μεταφράστρια στον εκδοτικό οίκο του σοσιαλδημοκράτη Dietz και από το 1892, ως εκδότρια του γυναικείου περιοδικού Η Ισότητα.

Μετά το θάνατο του Οσίπ Τσέτκιν παντρεύτηκε το 1899 όντας 42 ετών τον 24χρονο ζωγράφο Φρήντριχ Ζούντελ από το Βιέρνσχαιμ. Μετά από αυξανόμενη αποξένωση πήραν διαζύγιο το 1927 και την ίδια χρονιά ο Ζούντελ παντρεύτηκε την Πόλα Μπος, κόρη του βιομηχάνου Ρόμπερτ Μπος.

Το 1907 η Κλάρα Τσέτκιν γνωρίστηκε με τον Ρώσο κομμουνιστή Λένιν (βλ. Λένιν ΕΔΩ) στα πλαίσια του Διεθνές Σοσιαλιστικού Συνεδρίου της Στουτγάρδης και έκτοτε διατήρησαν μια μακροχρόνια φιλία. 

Μαζί με την έμπιστη της φίλη και συναγωνίστρια, Ρόζα Λούξεμπουργκ, άνηκε στην αριστερή επαναστατική πτέρυγα του SPD και μαζί της στην αρχή του 20ου αιώνα τάχθηκαν εναντίον των ρεβιζιονιστικών θέσεων του Έντουαρντ Μπέρνσταϊν.

2. Υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών
Η Τσέτκιν (τρίτη από αριστερά) στο Gasthof zum Löwen στο Bendlikon της Ζυρίχης το 1893, μαζί με την οικογένεια Μπέμπελ και άλλους εξέχοντες εκπροσώπους του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος (από αριστερά προς δεξιά: ο Δρ Simon –γαμπρός της οικογένειας Μπέμπελ– Φρίντα Simon-Μπέμπελ, Κλάρα Τσέτκιν, Φρίντριχ Ένγκελς, Τζούλι Μπέμπελ, Αύγουστος Μπέμπελ, Ernst Schattner, Ρεγκίνε Μπέρνσταϊν, Έντουαρντ Μπέρνσταϊν (εν μέρει κομμένος)
Μία από τις πολιτικές προτεραιότητες ήταν η γυναικεία πολιτική. Για το σκοπό αυτό στο ιδρυτικό Συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς στις 19 Ιουλίου το 1889 εκφώνησε μια ομιλία στην οποία άσκησε κριτική στις απαιτήσεις του αστικού γυναικείου κινήματος για το δικαίωμα ψήφου, την ελεύθερη επιλογή επαγγέλματος και ειδικές προστατευτικές νομοθεσίες για την εργασία των γυναικών, τις οποίες απαιτούσαν η Ελένα Λάνγκε και η Μίνα Κάουερ να γίνουν εντός των πλαισίων του συστήματος:

"Δεν αναμένουμε την πλήρη απελευθέρωση μας από την είσοδο των γυναικών σε αυτό που ονομάζουμε ελεύθερο εμπόριο, ούτε από την απονομή πολιτικών δικαιωμάτων, παρόλο που η απαίτηση για αυτά τα δικαιώματα είναι φυσική και δίκαιη. Οι χώρες στις οποίες υπάρχει το υποτιθέμενο καθολικό, ελεύθερο και άμεσο δικαίωμα ψήφου, μας δείχνουν πόσο μικρή είναι η πραγματική του αξία. Το δικαίωμα ψήφου χωρίς οικονομική ελευθερία δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια αλλαγή χωρίς αξία. Αν η κοινωνική απελευθέρωση βασιζόταν στα πολιτικά δικαιώματα, δε θα υπήρχε κοινωνικό ζήτημα στις χώρες με καθολικό δικαίωμα ψήφου. Η απελευθέρωση του γυναικείου φύλου, καθώς και ολόκληρης της ανθρώπινης φυλής, θα είναι το αποτέλεσμα της απελευθέρωσης της εργασίας από το κεφάλαιο. Μόνο στη σοσιαλιστική κοινωνία θα έχουν οι γυναίκες και οι εργάτες την πλήρη κατοχή των δικαιωμάτων τους."

Η Τσέτκιν θεωρούσε την έλλειψη ισότητας των φύλων ως δευτερεύουσα σε σχέση με τις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, εξαιτίας των οποίων υποτασσόταν στην κυρίαρχη αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η μετατόπιση της επίσημης πολιτικής χειραφέτησης των γυναικών για μετά την Επανάσταση βάθυνε τις συγκρούσεις εντός του γερμανικού γυναικείου κινήματος πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και οδήγησε σε παρατεταμένες διενέξεις με άλλες, πιο μετριοπαθείς πρωταγωνίστριες εντός του σοσιαλδημοκρατικού γυναικείου κινήματος, όπως η Λιλή Μπράουν και η Λουίζ Ζιτζ.

Η Τσέτκιν ήταν από το 1891 έως το 1917 εκδότρια της γυναικείας εφημερίδας του SPD, Η Ισότητα, στο προγραμματικό αρχικό τεύχος της οποίας στράφηκε και πάλι εναντίον της μεταρρυθμιστικής ιδέας της προσπάθειας για νομική ισότητα με τους άνδρες εντός των πλαισίων του καπιταλισμού:

Η Κλάρα Τσέτκιν (αριστερά) με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ το 1910
" Η Ισότητα [...] βασίζεται στην πεποίθηση ότι η τελική αιτία της πανάρχαιας χαμηλής κοινωνικής θέσης του γυναικείου φύλου δε βρίσκεται στους νόμους που θεσπίζονται από τους άντρες, αλλά στις συνθήκες της ιδιοκτησίας που προκαλούνται από τις οικονομικές συνθήκες. Αν σήμερα αλλάζαμε ολόκληρη τη νομοθεσία μας στο βαθμό που το γυναικείο φύλο θα τοποθετούταν επί ίσοις όροις με το αρσενικό, δε θα παρέμενε τίποτα παραπάνω στη μεγάλη μάζα των γυναικών [...] από την κοινωνική δουλεία της σκληρότερης μορφής: την οικονομική τους εξάρτηση στους εκμεταλλευτές τους."

Αργότερα, αναθεώρησε αυτή την άκαμπτη στάση της και δέχθηκε τη θέση για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, η οποία ήταν από το 1891 κεντρικό κομμάτι του προγράμματος του SPD.

Το 1907 η διοίκηση της νεοσύστατης Γραμματείας γυναικών δόθηκε στο SPD. Στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο", τον Αύγουστο του 1907 στη Στουτγκάρδη, αποφασίστηκε η ίδρυση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς Γυναικών, με διεθνή γραμματέα τη Κλάρα Τσέτκιν. Στο δεύτερο διεθνές σοσιαλιστικό συνέδριο γυναικών στις 27 Αυγούστου 1910 στην Κοπεγχάγη, καθιέρωσε την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας, παρά την αντίθετη θέληση των ανδρών συναδέλφων της, μαζί με την Κάτε Ντούνκερ, που θα εορταζόταν για πρώτη φορά το επόμενο έτος, στις 19 Μαρτίου 1911 (από το 1921 εορτάζεται στις 8. Μαρτίου).

3. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου
Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, μαζί με τον Καρλ Λίμπκνεχτ, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ (βλ. Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ ΕΔΩ) και σχετικά λίγους άλλους σημαίνοντες πολιτικούς του SPD απέρριψε την πολιτική ανακωχής του κόμματος της με την κυβέρνηση όσο διαρκούσε ο πόλεμος. Οργάνωσε δραστηριότητες κατά του πολέμου και μια από αυτές ήταν η οργάνωση το 1915 στη Βέρνη του διεθνούς συνεδρίου Σοσιαλιστριών Γυναικών εναντίον του πολέμου. Σε αυτό το πλαίσιο, το πασιφιστικό φυλλάδιο με τίτλο "Γυναίκες του εργαζόμενου λαού!" που συντάχθηκε από αυτήν οδήγησε εκτός της Ελβετίας στο να την καταζητήσει η αστυνομία. Στα χρόνια του πολέμου, εξαιτίας της αντιπολεμικής της δράσης φυλακίστηκε αρκετές φορές.

Η Τσέτκιν (πρώτη σειρά, στο κέντρο της εικόνας τέταρτη από
αριστερά) το 1921 ως αντιπρόσωπος του ΚΚΓ στο 3ο
παγκόσμιο Συνέδριο της Κομιντέρν, δίπλα στη Τσέτκιν
στα δεξιά η Αλεξάνδρα Κολλοντάι.
4. Από το SPD στο KPD
Από το 1916 συμμετείχε στην επαναστατική αντιπολιτευτική πτέρυγα του SPD, της Διεθνούς Ομάδας ή Ομάδας Σπάρτακος που ιδρύθηκε αρχικά από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, και στις 11 Νοεμβρίου 1918 μετονομάστηκε σε Ένωση Σπάρτακος. Το 1917 εντάχθηκε στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Kόμμα της Γερμανίας (USPD) αμέσως μετά την ίδρυσή του. Αυτό το νέο αριστερό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα είχε διασπαστεί από το SPD για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στη φιλοπολεμική στάση του κόμματος, αφού οι περισσότεροι από όσους ήταν ενάντιοι στον πόλεμο είχαν διαγραφεί από την κοινοβουλευτική ομάδα και το κόμμα. Μετά τη Νοεμβριανή Επανάσταση, ιδρύθηκε στις 1 Ιανουαρίου 1919 το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD) με βάση την Ένωση Σπάρτακος και άλλες αριστερές επαναστατικές ομάδες. Η Τσέτκιν έγινε και αυτή μέλος. 

Από το 1919 έως το 1920 η Τσέτκιν ήταν μέλος της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης της Βυρτεμβέργης, και μια από τις πρώτες 13 γυναίκες μέλη του Κοινοβουλίου. Από τις 25 Ιουλίου 1919 συμμετείχε στην ειδική Επιτροπή για τη σύνταξη νομοσχεδίου για τη φροντίδα των νέων. Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1919 καταψήφισε τη θέσπιση του Συντάγματος της Ελεύθερης Λαϊκής Δημοκρατίας της Βυρτεμβέργης.

Από το 1920 έως το 1933, εκπροσωπούσε το KPD στο Ράιχσταγκ, στα χρόνια της Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Από το 1919 εξέδιδε το περιοδικό Η Κομμουνίστρια . Από το 1921 μέχρι το θάνατό της ήταν Πρόεδρος της Διεθνούς Εργατικής Βοήθειας. Στο KPD ήταν ως το 1924 μέλος του Κεντρικού Γραφείου, και από το 1927 ως το 1929 της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Επιπλέον, από το 1921 έως το 1933 ήταν μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το 1925 εκλέχτηκε πρόεδρος της Κόκκινης Βοήθειας Γερμανίας (Rote Hilfe).

Στο KPD η Τσέτκιν κατείχε αρκετές θέσεις κατά τη διάρκεια της πολιτικής της δραστηριότητας, όταν οι κυρίαρχες εσωκομματικές πτέρυγες αλλάξαν αρκετές φορές, και διατηρούσε μια σημαντική επιρροή στο κόμμα. Γνωστοί ιστορικοί όπως ο Heinrich August Winkler θεωρούν ότι άνηκε μάλλον στη "δεξιά" πτέρυγα του κόμματος, κυρίως, επειδή παρά τη συμμετοχή της στην Κομμουνιστική Διεθνή, διαφώνησε κριτικά με τις ιδεολογικές απαιτήσεις της Διεθνούς και της Σοβιετικής Ένωσης.

Η Κλάρα Τσέτκιν (αριστερά) το 1930, πηγαίνοντας στην εκλογή του Προέδρου του Ράιχσταγκ
Έτσι το 1921, μετά την προσωρινή ενοποίηση του KPD με την αριστερή πτέρυγα του USPD με την ονομασία Ενωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (VKPD), μαζί με τον Πωλ Λεβί, επικεφαλή του κόμματος από τον Μάρτιο του 1919 έως τον Φεβρουάριο του 1921, διαφώνησαν με τις θέσεις του επικεφαλή της Κομιντέρν, Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, που υποστήριζε μια επιθετική στρατηγική πραξικοπηματισμού. Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής που υποστηρίχθηκε από την πλειοψηφία του KPD έγινε η εργατική εξέγερση του Μαρτίου στην επαρχία της Σαξονίας, η οποία πνίγηκε στο αίμα με περισσότερους από εκατό νεκρούς. Σε αντίθεση όμως με τους προέδρους του κόμματος Λεβί και Ερνστ Ντέουμιγκ παρέμεινε στη συνέχεια στο KPD και δεν εντάχθη στην Κομμουνιστική Ένωση Εργατών (CISA).

Στις 21 Ιανουαρίου του 1923, λίγο μετά την έναρξη της κατοχής του Ρουρ από Γαλλικά και Βελγικά στρατεύματα, επειδή η Γερμανία δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις τις για πολεμικές αποζημιώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών (βλ. Συνθήκη Βερσαλλιών ΕΔΩ) του 1919, η Τσέτκιν, σε ένα άρθρο με τον τίτλο Για την Πατρίδα, επιτέθηκε στην μεγαλοαστική τάξη για την "προδοσία" της η οποία ήταν υπεύθυνη για την κρίση και την επιδείνωση της κατάστασης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, λόγω του υπερπληθωρισμού και των αποζημιώσεων. "Για την απελευθέρωση της γερμανικής Πατρίδας", καλούσε υπέρ της ανατροπής της κυβέρνησης του Βίλχελμ Κούνο και το σχηματισμό μιας εργατικής κυβέρνησης. Αυτός το εθνικιστικό ύφος, για το οποίο η Τσέτκιν κατηγορήθηκε από μερικά μέλη του κόμματος ότι επιδίωκε την ανατροπή των αστικών κομμάτων με εθνικά συνθήματα, διορθώθηκε δύο μέρες αργότερα το κόμμα. Με το Σύνθημα "Χτυπάμε τον Πουανκαρέ στο Ρουρ και τον Κούνο στο Σπρέε", το KPD καλούσε υπέρ της αλληλεγγύης των προλετάριων σε Γερμανία και Γαλλία, επιβεβαιώνοντας έτσι το διεθνιστικό προσανατολισμό του κόμματος.

Τον Ιούνιο του 1923 προκάλεσε αίσθηση στη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν στη Μόσχα, με τις θέσεις της για την ταξική φύση του φασισμού, που το προηγούμενο έτος είχε καταλάβει την εξουσία στην Ιταλία. Αντιτάχθηκε κατηγορηματικά στην επικρατούσα σε πολλούς Μαρξιστές άποψη ότι η δικτατορία του Μουσολίνι έπρεπε να κατανοηθεί απλά ως αστική Τρομοκρατία και φοβική αντίδραση των καπιταλιστών απέναντι στην απειλή της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στην πραγματικότητα, ο φασισμός είχε ...

"[...] μια άλλη ρίζα. Είναι η στασιμότητα, η αργή μετάβαση της παγκόσμιας επανάστασης εξαιτίας της προδοσίας των ρεφορμιστών ηγετών του εργατικού κινήματος. Μεγάλο μέρος των προλεταριοποιημένων και των απειλούμενων με προλεταριοποίηση μικροαστικών και μεσοαστικών τάξεων, των δημοσίων υπαλλήλων και των αστών διανοουμένων είχε αντικαταστήσει την ψυχολογία του πολέμου με μια κάποια συμπάθεια για τον ρεφορμιστικό σοσιαλισμό. Ήλπιζαν για ρεφορμιστικό σοσιαλισμό παγκόσμια χάρη στη "Δημοκρατία". Αυτές οι προσδοκίες διαψεύστηκαν πικρά. [...] Έτσι, δεν έχασαν μόνο την πίστη προς τους ρεφορμιστές ηγέτες αλλά προς τον ίδιο το σοσιαλισμό."

Τους Ναζί (βλ. ναζιστική δικτατορία ΕΔΩ) τους θεωρούσε "τιμωρία" για τη συμπεριφορά της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στη Νοεμβριανή Επανάσταση.

Τον Απρίλιο του 1925 η Τσέτκιν επιτέθηκε σε μια άλλη συνάντηση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν στη Μόσχα στην τρέχουσα ηγεσία του KPD της Ρουτ Φίσερ και του Αρκάντι Μάσλοβ, τους οποίους κατηγόρησε για σεκταριστική πολιτική. Έτσι βοήθησε να γίνει η εκδίωξη τους. Τους διαδέχθηκε το φθινόπωρο του 1925 ο Έρνστ Τέλμαν που υποστηριζόταν από τον Στάλιν.

Η Τσέτκιν απέρριψε κατηγορηματικά την κοινοβουλευτική δημοκρατία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία περιέγραφε ως ταξική δικτατορία της μπουρζουαζίας. Ταυτόχρονα ήταν αντίθετη με τη θέση του Στάλιν περί σοσιαλφασισμού που εμπόδιζε μια συμμαχία με τη Σοσιαλδημοκρατία εναντίον του Ναζισμού. Ως αρχαιότερο μέλος του γερμανικού Ράιχσταγκ, προήδρευσε στην εναρκτήρια συνεδρίαση στις 30 Αυγούστου του 1932, "με την ελπίδα ότι θα βιώσω την ευτυχία, παρά τη σημερινή μου αναπηρία, να κηρύξω την έναρξη ως γηραιότερο μέλος του Σοβιετικού Συμβουλίου της Σοβιετικής Γερμανίας." Παρά την προηγούμενη εκλογική επιτυχία του κομμουνιστικού κόμματος, αναγνώρισε τον κίνδυνο που προερχόταν από την τότε ισχυρότερη παράταξη στο Ράιχσταγκ, το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (βλ. ναζιστικό Κόμμα ΕΔΩ) και στον ίδιο λόγο κάλεσε για αντίσταση ενάντια στους Εθνικοσοσιαλιστές:

Η Κλάρα Τσέτκιν , γύρω στο 1930, σε ηλικία 73 ετών
„Μπροστά σε αυτή την επιτακτική ιστορική αναγκαιότητα, όλοι οι λόγοι που μας αναστέλλουν και μας διαιρούν, όπως πολιτικές, συνδικαλιστικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές απόψεις, πρέπει να κατέχουν υποδεέστερη θέση.“ –

Εναρκτήρια ομιλία ως Πρόεδρος του Ράιχσταγκ τον Αύγουστο του 1932

5. Νέα εξορία και θάνατος
Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Αδόλφο Χίτλερ (βλ. Αδόλφος Χίτλερ ΕΔΩ) και τον αποκλεισμό των Κομμουνιστών από το Ράιχσταγκ, εξαιτίας της πυρπόλησης του Ράιχσταγκ το 1933, πήγε ξανά, για τελευταία φορά στη ζωή της, στην εξορία στη Σοβιετική Ένωση, όπου ήδη από το 1924 έως το 1929 είχε τον κύριο τόπο κατοικίας της. Σύμφωνα με τη Μαίρη Ρις, αντιπρόσωπο του KPD στο Ράιχσταγκ, η οποία την επισκέφτηκε με δυσκολία, ήταν ήδη πολιτικά απομονωμένη. Πέθανε λίγο αργότερα στις 20 Ιουνίου 1933, σε ηλικία σχεδόν 76 χρονών. Οι στάχτες της θάφτηκαν στη νεκρόπολη στο Κρεμλίνο στη Μόσχα . Ο Στάλιν μετέφερε ο ίδιος το δοχείο με τις στάχτες για την κηδεία.

ΙΙ. Διακρίσεις

Η Κλάρα Τσέτκιν διακρίθηκε το 1927 με το Τάγμα της Κόκκινης Σημαίας, και το 1932 με το Τάγμα του Λένιν.

Η Τσέτκιν ήταν ένας από τους ιστορικούς ηγέτες της προπαγάνδας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας, ιδιαίτερα για το ρόλο της ως υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών και ως σύμμαχος της Σοβιετικής Ένωσης.
  • Η ΛΔΓ ίδρυσε στο σπίτι όπου έζησε από το 1929 έως το 1932 στο Birkenwerder, βόρεια του Βερολίνου, ένα Μουσείο για τη ζωή της, το οποίο υπάρχει ακόμα και σήμερα.
  • Από το 1971 το χαρτονόμισμα των 10 Μάρκων της ΛΔΓ είχε το πορτραίτο της.
  • Ένα σημαντικός πολιτιστικός χώρος του εργατικού κινήματος της Στουτγάρδης, φέρει το όνομα "Clara-Zetkin-Haus".
  • Η αίθουσα της αριστερής παράταξης στη Βουλή πήρε το όνομά της.
  • Δρόμοι και σχολεία φέρουν το όνομά της. Στο Βερολίνο, από το 1951 η παράλληλη οδός της κεντρικής λεωφόρου προς το Ράιχσταγκ, έφερε το όνομά της μέχρι το 1995 που πήρε το προηγούμενο όνομα Dorotheenstraße.
  • Στον τόπο γέννησης της, το παλιό σχολείο όπου έζησε μέχρι την ηλικία των 15 με τους γονείς της είναι επίσης μουσείο
  • Η Ένωση Γυναικών Μεταλλεργατριών στο Χάιντενχαϊμ δίνουν από το 2007, ανα δύο χρόνια, στις 8 Μαρτίου, στη Διεθνής ημέρα της γυναίκας, το βραβείο Κλάρα Τσέτκιν σε μια γυναίκα που έχει προσφέρει μια "αξιόλογη συμβολή στην γυναικεία εργασία" (π.χ. το 2009 το έλαβε η Αντρέα Υψηλάντη).
  • Από το 2011, το κόμμα Η Αριστερά δίνει το γυναικείο βραβείο Κλάρα Τσέτκιν " για να τιμήσει τα εξαιρετικά επιτεύγματα των γυναικών στην κοινωνία και την πολιτική".
  • Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας το 2012, ο Γκρέγκορ Γκύσι πρότεινε στον πρόεδρο της Βουλής Νόρμπερτ Λάμμερτ , το κτίριο της Μπούντεσταγκ στη Wilhelmstrasse 65 να λάβε το όνομα της Τσέτκιν.

Το Μουσείο Κλάρα Τσέτκιν στο Birkenwerder

Η Κλάρα Τσέτκιν -μνημείο στο Πάρκο του Βερολίνου


Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η 8 Μάρτη δεν είναι γιορτή

Το 1910 η Γερμανίδα σοσιαλίστρια Κλάρα Tσέτκιν, διεθνής αγωνιστική φυσιογνωμία του εργατικού και γυναικείου κινήματος, για να τιμήσει τους μεγαλειώδεις αγώνες των γυναικών εργατριών της Νέας Υόρκης και να πολιτικοποιήσει παραπέρα τους στόχους του γυναικείου κινήματος, πρότεινε στη Δεύτερη Διεθνή Διάσκεψη Σοσιαλιστριών στην Κοπεγχάγη της Δανίας να καθιερωθεί η 8 του Mάρτη ως παγκόσμια μέρα της γυναίκας. Η πρόταση έγινε δεκτή. 
tsetkin
Κλάρα Τσέτκιν (1857-1933)

150105g eikona

Είχαν προηγηθεί: Στις 8 του Mάρτη του 1857 στη Νέα Υόρκη των HΠA οι γυναίκες που δούλευαν στα εργοστάσια υφαντουργίας και ιματισμού ξεσηκώθηκαν. Έκαναν την πρώτη καταγεγραμμένη στην ιστορία απεργία γυναικών εργαζομένων, διαδήλωσαν για τη μείωση των ωρών εργασίας σε 10 ώρες (μέχρι τότε ήταν 16), για ίσα μεροκάματα με τους άνδρες και για ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς και ζωής. Η συγκέντρωση και διαδήλωση τότε πνίγηκε στο αίμα. Δύο χρόνια αργότερα, πάλι το Mάρτη, ξανά οι «εργάτριες ρούχων» οργάνωσαν την πρώτη εργατική ένωση προσπαθώντας να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και να κερδίσουν μερικά βασικά δικαιώματα στο χώρο εργασίας τους. Στις 22 Νοέμβρη 1909, στη Νέα Υόρκη, μετά από 11 εβδομάδες απεργιών περιορισμένων σε συγκεκριμένες βιοτεχνίες, χιλιάδες εργάτες και εργάτριες υφαντουργίας συγκεντρώθηκαν στο Cooper Union, για να αποφασίσουν αν θα κλιμακώσουν τις κινητοποιήσεις. 

Καθώς οι συνδικαλιστές ηγέτες, άντρες στην πλειοψηφία τους, εφιστούν την προσοχή στους κινδύνους που εγκυμονεί η κήρυξη γενικής απεργίας, ανεβαίνει ΣΤΟ Βήμα Η. νεαρή εργάτρια Κλάρα Λέμλικ, υποβασταζόμενη. Μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε μετά τον ξυλοδαρμό της από τραμπούκους κατά τη διάρκεια πικετοφορίας (ενώ είχε συλληφθεί 17 φορές στο διάστημα της απεργίας). Τα λόγια της μεταφράζονταν ταυτόχρονα στα αγγλικά και τα ιταλικά από τα γίντις, ξεσηκώνοντας τον ενθουσιασμό των εργατριών:. ». Άκουσα όλους τους ομιλητές και δεν διαθέτω πια άλλη υπομονή Είμαι εργάτρια, μια από όλες αυτές που απεργούν ενάντια στις αφόρητες συνθήκες Κουράστηκα να ακούω τους . ομιλητές να μιλούν με γενικότητες Εδώ ήρθαμε να αποφασίσουμε αν θα κατέβουμε σε απεργία ή όχι Εγώ προτείνω να κατέβουμε σε γενική απεργία -.! τώρα » Τα λόγια της ξεσήκωσαν τον ενθουσιασμό των γυναικών που ψήφισαν υπέρ της απεργίας και βγήκαν στο δρόμο-σε σύγκρουση με την αστυνομία, τους δικαστές, τους εργοδότες, αλλά συχνά, και τις ίδιες τις οικογένειές τους. Ήταν από μία από τις σκληρότερες απεργίες γυναικών, η γνωστή σαν «εξέγερση των 20.000″ εργατριών στις βιοτεχνίες ιματισμού της Νέας Υόρκης που διήρκησε από το Νοέμβρη του 1909 ως το Φλεβάρη του 1910. Μια ηρωική απεργία που κλιμακώθηκε εντάσσοντας και χιλιάδες εργάτες της υφαντουργίας και έγινε γενική απεργία στον κλάδο. 

Στην Ελλάδα, η πρώτη απεργία εργατριών έγινε στις 13 Απρίλη 1892 από τις υφάντριες του εργοστασίου Αδελφών Ρετσίνα, στο Πειραιά. Από τότε και στα επόμενα χρόνια οι εργαζόμενες γυναίκες πήραν μέρος σε πολλές κινητοποιήσεις και έδωσαν και θύματα στον αγώνα για τα εργασιακά δικαιώματα, αλλά και για την ισοτιμία των γυναικών. Πχ. το 1924 στην μεγάλη απεργία των καπνεργατών της Καβάλας, σκοτώθηκε Η. καπνεργάτρια Μαρία Χουσιάδου. 

Το 1926 στην απεργία στο εργοστάσιο ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ στο Αγρίνιο, ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ περιφρούρησης Της απεργίας ΗΤΑΝ ΚΑΙ Η εργάτρια Βασιλική Γεωργαντέλη (6 μηνών έγκυος), η οποία σκοτώθηκε στις 8 Αυγούστου 1926 από πυρά της αστυνομίας κατά τη διάρκεια πορείας των απεργών. Από τότε, η 8 Μάρτη έγινε μέρα για να τιμούμε τους αγώνες των γυναικών στο παρελθόν, και να συνεχίζουμε την πάλη μας σήμερα. Και σαν τέτοια «γιορτάζεται»: με ​​διαδηλώσεις, εκδηλώσεις και πορείες σε όλες τις χώρες του κόσμου. 

Αξίζει να θυμίζουμε, ότι ο πρώτος πραγματικός γιορτασμός της μέρας της Γυναίκας έγινε το 1917 στη Pωσία, όταν οι διαδηλώσεις των γυναικών σηματοδότησαν την επανάσταση του Φλεβάρη. Εκείνη τη μέρα, στις 8 του Mάρτη (23 Φλεβάρη με το παλιό ημερολόγιο), οι γυναίκες της Πετρούπολης κατέβηκαν σε απεργία στις βιοτεχνίες της κλωστοϋφαντουργίας, διεκδικώντας «ψωμί και ειρήνη» και βελτίωση της ζωής των γυναικών. 

Η Οκτωβριανή Επανάσταση μερικούς μήνες μετά «άνοιξε» μια νέα εποχή για τις γυναίκες: μεταξύ άλλων καθιερώθηκε νομικά η ισότητα ανδρών και γυναικών (και ο ίσος μισθός για ίση εργασία), το δικαίωμα να εκλέγουν ΚΑΙ να εκλέγονται, καταργήθηκε η πατρική και ανδρική εξουσία, αναγνωρίστηκε το αυτόματο διαζύγιο, οι εκτρώσεις έγιναν ελεύθερες και δωρεάν, η παροχή αντισύλληψης ήταν δωρεάν. Ταυτόχρονα αποποινικοποιήθηκε η ομοφυλοφιλία όπως και κάθε σεξουαλική προτίμηση ή πρακτική – «εφόσον δεν βλάπτονταν κανένας». Οργανώθηκαν κοινοτικά εστιατόρια, παιδικοί σταθμοί, πλυντήρια για να μειωθεί η εξάρτηση των γυναικών από τις «οικογενειακές δουλειές» που τις καθηλώνουν στο σπίτι. 

Μέσα σε μήνες πάρθηκαν μέτρα και αναγνωρίστηκαν δικαιώματα και αιτήματα, που για δεκάδες χρόνια ο καπιταλισμός αρνείται-ακόμα και σήμερα-στις γυναίκες. Αυτές οι κατακτήσεις έδιναν τη δυνατότητα στη γυναίκα της εργατικής τάξης να αποβάλει τα βάρη του νοικοκυριού και να «μπορεί να κυβερνά» μέσα από τη συμμετοχή της στα σοβιέτ. Αυτό άλλαξε τα μέχρι τότε δεδομένα για το κίνημα των γυναικών. Tο ζήτημα πια για τις γυναίκες δεν ήταν η κατάκτηση της ψήφου σε μια αστική κοινωνία, αλλά ήταν η απελευθέρωσή τους σε μια νέα κοινωνία χωρίς καταπίεση. Όμως, η αντεπανάσταση και η πλήρη επικράτηση του σταλινισμού στη δεκαετία του ’30 αντέστρεψε και πήρε πίσω τις περισσότερες από τις κατακτήσεις των γυναικών (όπως και όλων των άλλων). 
Σήμερα, που δεχόμαστε μια ολόπλευρη επίθεση σε όλα μας τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις, που αμφισβητούνται όλα όσα με αγώνες δεκαετιών καταφέραμε, είναι καλό να θυμόμαστε από που ερχόμαστε … Η ιστορία μας μπορεί να γίνει οδηγός αντίστασης και ανατροπής για το σήμερα.

ΠΗΓΗ: http://www.kar.org.gr