Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρωμαίοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρωμαίοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ: Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και οι "πρόγονοί" του

Από το Χριστόξυλο στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι ένα έθιμο ιδιαίτερα διαδεδομένο σε ολόκληρο τον πλανήτη. Κάθε χρόνο, κάθε σπίτι στήνει το δικό του δέντρο, ένα φυσικό ή τεχνητό έλατο, και το στολίζει με λαμπιόνια και πολύχρωμα στολίδια. Πότε, πώς και γιατί χρησιμοποιήθηκε σαν σύμβολο το χριστουγεννιάτικο δέντρο, που στολίζουμε κάθε χρόνο; Από πού προέρχεται το έθιμο; Πότε ήρθε στην Ελλάδα; Τι συμβολίζει το αστέρι στην κορυφή και τι η φάτνη στη ρίζα του; Γιατί σε κάποια μέρη στολίζουν «ένα καραβάκι»; Τι είναι το «χριστόξυλο»;

Οι πρόγονοι του Χριστουγεννιάτικου δέντρου μπορούν να αναζητηθούν στα ειδωλολατρικά έθιμα της λατρείας των δέντρων. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές η παράδοση να στολίζονται δέντρα ή κομμάτια δέντρων υπήρχε σε όλες τις θρησκείες από την αρχαιότητα. Τα δέντρα μεταφέρονταν μέσα στα σπίτια και οι άνθρωποι τα στόλιζαν, για να εξασφαλίσουν καλή σοδειά τον επόμενο χρόνο. Πολύ πριν από την έλευση του Χριστιανισμού φυτά και δέντρα, που παρέμεναν πράσινα όλο το χρόνο, είχαν ιδιαίτερη σημασία για τους ανθρώπους μέσα στο χειμώνα. Οι αρχαίοι λαοί κρεμούσαν αειθαλή κλαδιά πάνω από τις πόρτες και τα παράθυρά τους, γιατί πίστευαν ότι κάτι τέτοιο κρατάει μακριά μάγισσες, φαντάσματα, κακά πνεύματα και ασθένειες.

Πολλοί αρχαίοι πίστευαν ότι ο ήλιος ήταν ένας θεός και ότι ο χειμώνας ερχόταν κάθε χρόνο, επειδή ο θεός ήλιος είχε αρρωστήσει και ήταν αδύναμος. Γι αυτό και γιόρταζαν το ηλιοστάσιο, επειδή αυτό σήμαινε ότι επιτέλους ο θεός ήλιος θα γινόταν καλά. Το χειμερινό ηλιοστάσιο, η μικρότερη ημέρα και η μεγαλύτερη νύχτα του έτους, πέφτει στις 21 προς 22 Δεκεμβρίου. Τα αειθαλή κλαδιά υπενθύμιζαν στους ανθρώπους όλα τα πράσινα φυτά που φυτρώνουν πάλι, όταν ο ήλιος γίνεται ξανά δυνατός την άνοιξη και το καλοκαίρι.

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι λάτρευαν το θεό Ρα και τον παρίσταναν με κεφάλι γερακιού και ένα φλεγόμενο δίσκο στο στέμμα του. Στο ηλιοστάσιο οι Αιγύπτιοι γέμιζαν τα σπίτια τους με κλαδιά φοίνικα, που συμβόλιζαν γι’ αυτούς το θρίαμβο της ζωής επί του θανάτου. Στη Βόρεια Ευρώπη οι μυστηριώδεις Δρυίδες, ιερείς των αρχαίων Κελτών, διακοσμούσαν τους ναούς τους με αειθαλή κλαδιά ως σύμβολα της αιώνιας ζωής. Και οι άγριοι Βίκινγκ στη Σκανδιναβία πίστευαν ότι τα αειθαλή φυτά ήταν τα αγαπημένα του θεού του ήλιου.

Οι αρχαίοι Ρωμαίοι γιόρταζαν το ηλιοστάσιο με τα Σατουρνάλια, μία γιορτή προς τιμήν του Κρόνου (Saturn), θεού της γεωργίας και του τρύγου, και γνώριζαν ότι το ηλιοστάσιο σήμαινε πως σύντομα τα αγροκτήματα και τα περιβόλια θα γίνονταν πράσινα και γόνιμα. Για να γιορτάσουν μάλιστα το γεγονός, διακοσμούσαν τα σπίτια και τους ναούς τους με αειθαλή κλαδιά.

Τον 4ο αιώνα μ.Χ. η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε ως η μέρα της Γέννησης του Χριστού και ταυτόχρονα ως πρώτη μέρα του χρόνου. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι τα Χριστούγεννα γιορτάζονταν στη Ρώμη στις 25 Δεκεμβρίου από το 336. Στα Σατουρνάλια οι Ρωμαίοι στόλιζαν διαφόρων ειδών δέντρα με κεριά και άλλα στολίδια (πιθανότητα καρύδια, φαγώσιμα κ.λ.π.).

Η αρχή του εθίμου του χριστουγεννιάτικου δέντρου τοποθετείται στις αρχές του 8ου αι. μ.Χ. και έχει τις ρίζες του στη Γερμανία, σε προχριστιανικούς πολιτισμούς. Την περίοδο αυτή ο Άγιος Βονιφάτιος εξαπλώνει το χριστιανισμό στη Φραγκική αυτοκρατορία και στην προσπάθειά του να εκχριστιανίσει τις γερμανικές φυλές εισάγει την έννοια της Αγίας Τριάδας. Σύμφωνα με την αγγλική παράδοση ο Άγγλος ιερομόναχος παρευρίσκονταν σε μια τελετή παγανιστών, οι οποίοι σύμφωνα με την παράδοση επρόκειτο να θυσιάσουν ένα παιδί κάτω από μια βελανιδιά. Ο ιερομόναχος θέλοντας να σώσει το παιδί και να σταματήσει την τελετή έδωσε μια γροθιά στη βελανιδιά. Αμέσως ξεπήδησαν φλόγες και τύλιξαν το δέντρο. Το δέντρο αυτό ήταν το δέντρο της ζωής και αναπαριστούσε τη ζωή του Χριστού. Έτσι αντικαθιστά τη βελανιδιά, που λάτρευαν οι αρχαίες Γερμανικές φυλές, με το έλατο, που έγινε χριστιανικό και χριστουγεννιάτικο σύμβολο, λόγω του κωνοειδούς, τριγωνικού σχήματός του. Το έλατο έγινε εύκολα αποδεκτό από τους χριστιανούς σαν σύμβολο χριστιανικό και ειδικότερα σαν σύμβολο των Χριστουγέννων.

Στους Γερμανούς αποδίδεται και η έναρξη της παράδοσης του χριστουγεννιάτικου δέντρου, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Ο μύθος λέει ότι στις αρχές του 16ου αιώνα στη Γερμανία συνδύασαν δύο έθιμα. Το πρώτο ήταν το δέντρο του Παραδείσου, ένα έλατο διακοσμημένο με μήλα, που συμβόλιζε το Δέντρο της Γνώσης στον Κήπο της Εδέμ. Το δεύτερο έθιμο ήταν το Φως των Χριστουγέννων, ένα μικρό πλαίσιο σε σχήμα πυραμίδας διακοσμημένο με γυάλινες σφαίρες, χρυσόχαρτο και ένα κερί στην κορυφή, που ήταν το σύμβολο της γέννησης του Χριστού.

Οι ευσεβείς χριστιανοί έβαλαν διακοσμημένα δέντρα στα σπίτια τους αλλάζοντας τα μήλα με χρυσές σφαίρες από χαρτί και με το Φως τοποθετημένο στην κορυφή του δέντρου δημιούργησαν το δέντρο που γνωρίζουμε σήμερα. Όταν τα δέντρα ήταν λιγοστά, έφτιαχναν πυραμίδες από ξύλο και τις διακοσμούσαν με κλαδιά και κεριά. 

Φυσικά στο πέρασμα των αιώνων το νόημα του χριστουγεννιάτικου δέντρου πήρε αναρίθμητες μορφές. Αρχικά το δέντρο-σύμβολο άρχισε να γεμίζει με διάφορα χρήσιμα είδη καθημερινής χρήσης, για να συμβολίσει την ευτυχία, που κρύβει για τον άνθρωπο η γέννηση του Χριστού. Σύμφωνα με ερευνητές τα πρώτα στολίδια ήταν συσκευασμένα φαγητά, είδη ρουχισμού ή άλλα χρήσιμα είδη, που στο πέρασμα των χρόνων και με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου εξελίχθηκαν μόνο σε διακοσμητικά αντικείμενα.

Στην κορυφή του συνήθως τοποθετείται ένα αστέρι, που συμβολίζει το αστέρι της Βηθλεέμ ή ένας άγγελος, που συμβολίζει τις στρατιές των αγγέλων. Στο κάτω μέρος του δένδρου τοποθετείται μία φάτνη, που αναπαριστά το στάβλο, όπου γεννήθηκε ο Θεάνθρωπος. Στη διάρκεια του 17ου αι. συναντάμε τα δένδρα μπροστά στα σπίτια, διακοσμημένα με φαγώσιμα, ρούχα και άλλα είδη, που συμβολίζουν τα θεία δώρα. Αργότερα το δένδρο πήρε και τη θέση της “Δωροθήκης”, του χώρου δηλαδή όπου τοποθετούσαν οι συγγενείς και φίλοι τα δώρα τους ο ένας για τον άλλο.

Μαρτίνος Λούθηρος
Μαρτίνος Λούθηρος
Τα πολυάριθμα λαμπιόνια, που στις μέρες μας κοσμούν το χριστουγεννιάτικο δέντρο, αντικατέστησαν τα αναμμένα κεριά που παλαιότερα τοποθετούνταν. Ο Μαρτίνος Λούθηρος, Προτεστάντης μεταρρυθμιστής του 16ου αιώνα, ήταν ο πρώτος που έβαλε αναμμένα κεριά στο δέντρο. Περπατώντας προς το σπίτι του ένα χειμωνιάτικο βράδυ θαύμασε τη λάμψη των άστρων μέσα από τα δέντρα. Για να αναπαραστήσει το σκηνικό και για την οικογένειά του, έστησε ένα δέντρο στο κεντρικό δωμάτιο του σπιτιού του και κρέμασε πάνω στα κλαδιά του αναμμένα κεριά.

Το έθιμο του φωτισμού του δένδρου με κεριά γινόταν αιτία για πολλά ατυχήματα. Έτσι, μέχρι να εφευρεθούν τα ηλεκτρικά φωτάκια, οι προνοητικοί είχαν και έναν κουβά νερό κάτω από το δέντρο για τον κίνδυνο πυρκαγιάς. Το 1882 το πρώτο ηλεκτρικά φωτισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο του κόσμου στολίσθηκε στη Νέα Υόρκη, στην κατοικία του Έντουαρτ Τζόνσον, συναδέλφου του εφευρέτη του ηλεκτρικού λαμπτήρα Τόμας Έντισον.

Στην Ελλάδα πρόδρομος του χριστουγεννιάτικου δέντρου ήταν το παραδοσιακό Χριστόξυλο ή Δωδεκαμερίτης. Χριστόξυλο ονομάζεται το πρώτο ξύλο που θα καεί στο τζάκι την παραμονή των Χριστουγέννων. Κάθε Χριστούγεννα ο πατέρας ή ο παππούς κάθε οικογένειας ψάχνει στα δάση ή στα χωράφια ένα μεγάλο γερό κούτσουρο από πεύκο ή ελιά κυρίως, που θα μπει στο τζάκι, αφού καθαριστεί επιμελώς το τζάκι και η καμινάδα του. Σε κάποιες περιοχές το χριστόξυλο προέρχεται από δέντρο με αγκάθια, όπως η αγριαχλαδιά (γκορτσιά).

Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους. Το βράδυ της παραμονής, λοιπόν, άναβαν το χριστόξυλο με την οικογένεια μαζεμένη γύρω από το τζάκι. Από εκείνη τη στιγμή μέχρι τα Άγια Θεοφάνια η φωτιά δεν πρέπει να σβήσει, γιατί συμβολίζει τη φωτιά που ζέσταινε το νεογέννητο Χριστό. Έτσι κρατούσαν μακριά από το σπίτι – όπως πίστευαν- τους καλικάντζαρους, ενώ τη στάχτη που μάζευαν έως τα Φώτα τη σκόρπιζαν γύρω από το σπίτι, στα χωράφια και τους στάβλους, γιατί πίστευαν ότι διώχνει το κακό!

Υπάρχει όμως σε πολλά μέρη και μια παραλλαγή του χριστόξυλου, που λέγεται το πάντρεμα της φωτιάς, επειδή αποτελείται από δύο ή τρία ξύλα και όχι ένα. Τα κούτσουρα αυτά έχουν και τους συμβολισμούς τους. Το πρώτο κούτσουρο συμβολίζει το νοικοκύρη, γι αυτό πρέπει να είναι από δέντρο με αρσενικό όνομα π.χ. ο πλάτανος. Το δεύτερο συμβολίζει τη νοικοκυρά του σπιτιού και το ξύλο προέρχεται από δέντρο θηλυκού ονόματος π.χ. η κερασιά. Στις περιοχές που χρησιμοποιούν και τρίτο ξύλο είναι για τον κουμπάρο και είναι από δέντρο διαφορετικό από τα δυο πρώτα. Αυτά τα ξύλα πίστευαν ότι διώχνουν το κακό και τους καλικάντζαρους, γι αυτό η στάχτη τους σκορπιζόταν επίσης γύρω από το σπίτι και στα χωράφια. Η διαδικασία είναι η ίδια με το χριστόξυλο. Από την παραμονή των Χριστουγέννων έως τα Θεοφάνια έπρεπε να είναι αναμμένη η φωτιά. Τοποθετούσαν τα ξύλα σταυρωτά και πάνω στη φωτιά έριχναν κρασί και λάδι, ενώ σε κάποια μέρη έριχναν φυτά που κάνουν θόρυβο όταν καίγονται, για να διώχνουν τα κακά πνεύματα.

Στη νεότερη Ελλάδα το χριστουγεννιάτικο δέντρο εισήγαγαν οι Βαυαροί. Το 1833 στολίστηκε το πρώτο δέντρο στο Ναύπλιο, για να κοσμήσει το παλάτι του Όθωνα και τον επόμενο χρόνο στην Αθήνα, όπου οι κάτοικοι έκαναν ουρές για να το θαυμάσουν. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στόλιζαν όλα τα σπίτια της χώρας.
Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στον Πόντο

Το δέντρο αντικατέστησε το παραδοσιακό καραβάκι, που ταιριάζει περισσότερο στο νησιωτικό χαρακτήρα του λαού μας και σε κάποια νησιά της χώρας διατηρείται ακόμα. Στη Λέσβο το χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν είναι από έλατο, αλλά από κλαδί ελιάς, το οποίο το στολίζουν με χρυσωμένα πορτοκάλια, καρύδια και διάφορα παιχνίδια. Πολλές φορές όμως αντί για κλαδί ελιάς στολίζουν ξύλινα καραβάκια. Στη Χίο την παραμονή της Πρωτοχρονιάς υπάρχει ένα έθιμο, τα αγιοβασιλιάτικα καραβάκια. Όποιες ενορίες επιθυμούν κατασκευάζουν, με βάση μια μακέτα, πολεμικά ή εμπορικά πλοία σε σμίκρυνση. Αυτά συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς την ποιότητα κατασκευής και την ομοιότητα με τα πραγματικά πλοία, ενώ οι ομάδες, που αποτελούν το πλήρωμα κάθε πλοίου, τραγουδούν κάλαντα.

Το έθιμο του Χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι συνυφασμένο με την νέο-ελληνική παράδοση, αλλά και με το κλίμα των εορτών των Χριστουγέννων παγκοσμίως. Η χρήση του έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, ως μέσο για να στολίσουμε το σπίτι μας ή το χώρο εργασίας, αλλά δεν πρόκειται για ένα «ξενόφερτο έθιμο». Αποτελεί ένα έθιμο για πολλούς χριστιανικούς λαούς σε όλο τον κόσμο, αλλά υπάρχουν αναφορές που το συνδέουν με τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ως προσπάθεια τόνωσης ενός νέου συμβόλου και ως απάντηση σε πολλά ειδωλολατρικά πρότυπα. Ειδικά στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου ένα δέντρο αειθαλές και καταπράσινο πάντα συνδέεται με την καλοτυχία. Παράλληλα με τη δημιουργία παραμυθιών και άλλων εκδόσεων ενισχύθηκε η παρουσία του δέντρου. Σήμερα, περισσότερα από 72 εκατομμύρια δέντρα στολίζονται κάθε Χριστούγεννα σε όλο το χριστιανικό κόσμο και από αυτά 35 εκατομμύρια είναι αληθινά δέντρα, ενώ 37 εκατομμύρια είναι ψεύτικα.

Αλέξης Τότσικας
Φιλόλογος – Συγγραφέας

ΠΗΓΗ: http://argolikivivliothiki.gr/

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ: Το έθιμο της βασιλόπιτας στο πέρασμα του χρόνου

Βασιλόπιτα: ένα Ελληνικό έθιμο

Η βασιλόπιτα είναι ένα πρωτοχρονιάτικο έθιμο, που τηρείται σε όλα τα ορθόδοξα χριστιανικά σπίτια και κυρίως στα ελληνικά. Κανένα από τα ετήσια έθιμα δεν τηρείται τόσο απαράβατα από τους Νεοέλληνες, όπου κι αν βρίσκονται στα πέρατα του κόσμου, και δεν έχει τόσο βαθιές ρίζες στο χρόνο, όσο η βασιλόπιτα της πρωτοχρονιάς. Γιατί ανέκαθεν με το κρυμμένο «φλουρί» της συμβολίζει την εύνοια της τύχης, που θα φανερώσει τον τυχερό του χρόνου.

Πού όμως πρέπει να αναζητήσουμε τη ρίζα του ωραίου εθίμου της πρωτοχρονιάτικης βασιλόπιτας; Ο ελληνικός λαός είναι φορέας και δημιουργός ενός θαυμαστού πολιτισμού, ο οποίος έχει τις ρίζες του στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν, αλλά και στο χριστιανικό Βυζάντιο. Γι’ αυτό και όλα τα έθιμά μας έχουν την αρχαιοελληνική, αλλά και τη χριστιανική ερμηνεία τους.

Οι Λαογράφοι αναζητούν τη ρίζα του εθίμου στην αρχαιοελληνική παράδοση. Από τα πανάρχαια χρόνια σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης, από τότε που έμαθαν να κατασκευάζουν αλεύρι οι άνθρωποι, αφιέρωναν στα πνεύματα της βλάστησης μικρά ψωμάκια ως εξιλαστήρια ή ευχαριστήρια προσφορά. 

Οι Αρχαίοι Έλληνες προσέφεραν στους θεούς σε κάθε μεγάλη καμπή του χρόνου ή της ζωής τους «εορταστικούς άρτους». Κάθε Αθηναίος στρατιώτης, πριν ξεκινήσει για τον πόλεμο, αφιέρωνε στον Άρη, το θεό του πολέμου, τρία ψωμάκια. Ένα για να πάει καλά, ένα για να νικήσει και το τρίτο για να γυρίσει γερός και αρτιμελής. Οι κυνηγοί, για να έχουν πλούσιο κυνήγι αφιέρωναν παρόμοια ψωμάκια στη θεά Άρτεμη, την προστάτιδα του κυνηγιού. Οι θεριστάδες της γης αφιέρωναν αρτίδια στη θεά Δήμητρα, που τα ονόμαζαν «θαλύσια αρτίδια» στη γιορτή της συγκομιδής και απλώς «άρτους» ή «πλακούντες» στη γιορτή των Θεσμοφορίων.

Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τις συνήθειες των Αρχαίων Ελλήνων. Στα Σατουρνάλια, γιορτή των Ρωμαίων αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους, ο οποίος αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο και τον θεωρούσαν θεό της γονιμότητας, καθιέρωσαν τυπικές θυσίες και διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων, υπαίθριες αγορές και τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους. Στη γιορτή αυτή αντιστρέφονταν οι ρόλοι ανάμεσα σε δούλους και ιδιοκτήτες και οι δούλοι δεν τιμωρούνταν, αν χλεύαζαν τους κυρίους τους. Αυτό οδηγούσε σε ξέφρενο γλέντι, άφθονη οινοποσία και ακολασίες. Γι’ αυτό και ο Χριστιανισμός θεώρησε τη λέξη «σατουρνάλια» ταυτόσημη με τα «όργια». Ανάμεσα στα έθιμα της γιορτής ήταν και η συνήθεια να ζυμώνουν πλακούντες, που στη συνέχεια τους έτρωγαν, για να πάρουν δύναμη. Οι πλακούντες ήταν οι μακρινοί πρόγονοι των πιτών και των κέικ. Η ζύμη τους ήταν παρόμοια με τη ζύμη των ψωμιών, αλλά ήταν εμπλουτισμένη με γάλα, λίπος, μυρωδικά, μπαχαρικά κ.α.

Οι Ρωμαίοι είναι οι πρώτοι που καθιέρωσαν στους πλακούντες εκείνους το μεταλλικό νόμισμα για υγεία και καλοχρονιά. Πρόσθεταν μάλιστα και μικρό κομμάτι πάπυρο, που αν τύχαινε σε δούλο του σπιτιού, του χάριζαν την ελευθερία. Οι Φράγκοι τα επόμενα χρόνια παρέλαβαν από τους ρωμαίους το έθιμο και πρόσθεσαν την ανακήρυξη ως «Βασιλιά της βραδιάς» εκείνου, που θα έβρισκε το τυχερό κομμάτι με το νόμισμα. Σύμφωνα με άλλο έθιμο έβαζαν στην πίτα φασόλι αντί νομίσματος και αυτόν που το έβρισκε τον αποκαλούσαν «φασουλοβασιλιά».

Η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση συνέδεσε αυτό το έθιμο με την ανάμνηση ενός γεγονότος, που συνέβη στην πόλη Καισαρεία της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασία, όπου επίσκοπος ήταν ο Μέγας Βασίλειος. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν δεσπότης της Καισάρειας και ζούσε βοηθώντας κάθε φτωχό και ανήμπορο. Υπάρχουν μάλιστα δύο παραδόσεις για το έθιμο αυτό.

Η πρώτη λέει ότι ο ίδιος ο Άγιος Βασίλειος σκέφτηκε το τέχνασμα αυτό, θέλοντας να προσφέρει χαρά χωρίς να ακούει ούτε ένα ευχαριστώ. Ήθελε να βλέπει τα πρόσωπα των ανθρώπων να φωτίζονται από χαρά. Τι έκανε λοιπόν; Έπαιρνε λίρες, τις έβαζε μέσα στις πίτες και τις μοίραζε στους φτωχούς. Έπειτα καθώς έτρωγαν τις πίτες, έβρισκαν το δώρο του Αγίου Βασιλείου και περνούσαν όμορφα τις γιορτές. Έτσι διατηρήθηκε η παράδοση να βάζουμε και εμείς φλουρί για να τιμήσουμε τον Άγιο Βασίλειο και προς τιμήν του ονομάσαμε την πίτα, βασιλόπιτα.

Η δεύτερη παράδοση έχει να κάνει με μία ιστορία που συνέβη στα χρόνια του Μεγάλου Βασιλείου, τον 4ο αιώνα μ.Χ. στην πόλη Καισάρεια. Κάποια χρονιά έπεσε μεγάλη σιτοδεία στη χώρα, η γη δεν κάρπισε και ο κόσμος πεινούσε. Ο σκληρός όμως Έπαρχος Ελβίνιος ζητούσε οπωσδήποτε το φόρο της «δεκάτης» και απειλούσε με επιδρομή και λεηλασία την Καισάρεια. Τότε ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε από τους πλούσιους της πόλης και κάθε νοικοκύρη να προσφέρει ένα χρυσαφικό, για να τα παραδώσουν ως «λύτρα» στον Έπαρχο και να σώσουν την πόλη και τη ζωή τους. Έτσι μαζεύτηκε ένας ολόκληρος θησαυρός. Ο Άγιος πήγε και συνάντησε το σκληρό Έπαρχο, του εξιστόρησε το δράμα των ανθρώπων και του είπε ότι ως νομοταγείς πολίτες ήταν πρόθυμοι να εξοφλήσουν τους φόρους στερούμενοι χρυσά κειμήλια και αγαπημένα τους κοσμήματα. Με τη γλύκα του λόγου του μαλάκωσε την ψυχή του Έπαρχου και καταλάγιασε τόσο το θυμό του, ώστε αποφάσισε να χαρίσει τους φόρους και παρακάλεσε τον Ποιμενάρχη να επιστρέψει τον θησαυρό στο ποίμνιό του.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Μέγας Βασίλειος προσευχήθηκε και μετά παρουσίασε στο στρατηγό τα χρυσαφικά που είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως, που ο στρατηγός άνοιξε το σεντούκι και ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά, έγινε το θαύμα! Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και αμέσως μετά έναν καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους στρατιώτες του και σε ελάχιστο χρόνο ο κακός στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Κατά την παράδοση ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος με πλήθος Αγγέλων, που απομάκρυνε το στρατό του Έπαρχου και απάλλαξε την πόλη από την καταστροφή.

Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισαρείας, αλλά ο Μέγας Βασίλειος βρέθηκε σε δύσκολη θέση! Έπρεπε να επιστρέψει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και να πάρει ο καθένας το δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο, αφού δεν ήξερε τι ανήκε στον καθένα. Προσευχήθηκε λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεός τον φώτισε με μια ωραία ιδέα. Επειδή ο κόσμος πεινούσε, έδωσε εντολή και ετοιμάστηκαν τόσοι εορτάσιμοι άρτοι, όσες και οι οικογένειες, που είχαν προσφέρει τιμαλφή. Σε κάθε άρτο τοποθετήθηκε και από ένα χρυσό αντικείμενο και άφησε στη χάρη του Θεού να καθορίσει τί θα τύχαινε στον καθένα. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η έκπληξή τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη, όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό και έβρισκε μέσα το χρυσαφικό της! Από τότε η βασιλόπιτα με το «φλουρί», για τον τυχερό του χρόνου, καθιερώθηκε σαν έθιμο, που εορτάζεται την πρώτη μέρα του χρόνου στη γιορτή του Αγίου Βασιλείου.

Τους ωραιότερους πλακούντες ζυμωμένους με μαγιά, αβγά, ελαφρό λίπος και ζάχαρη, λένε οι Λαογράφοι, τους παρασκεύαζαν οι Βυζαντινοί. Τους ονόμαζαν «πίτες», έβαζαν μέσα φλουρί κωνσταντινάτο και τους στόλιζαν με ζυμαρένιο σταυρό στο κέντρο και με το μονόγραμμα της Παναγίας και του Χριστού δεξιά και αριστερά. Αυτές τις πίτες τις συνέδεσαν με το θρύλο του Αγίου Βασιλείου και τις καθιέρωσαν ως αναπόσπαστο άρτυμα και έθιμο της πρωτοχρονιάς. Έτσι η βασιλόπιτα ξεκίνησε σαν αρχαιοελληνική λατρευτική ιερή συνήθεια, πέρασε μέσω των Ρωμαίων στο Βυζάντιο, όπου ενδύθηκε το χριστιανικό μανδύα, δέθηκε με τη γιορτή ενός από τους πιο προσφιλείς Αγίους της ελληνικής ορθοδοξίας, του Αγίου Βασιλείου, που τιμάται η μνήμη του την πρώτη Ιανουαρίου, και έφτασε στις μέρες μας ως το χαρακτηριστικότερο έθιμο της ελληνικής πρωτοχρονιάς.

Φλουρί Κωνσταντινάτο
Το έθιμο της βασιλόπιτας λοιπόν, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να μας θυμίζει την αγάπη και την καλοσύνη του Αγίου Βασιλείου. Στις μέρες μας βάζουμε μέσα στην πίτα ένα κέρμα, το φλουρί, πιστεύοντας ότι σε όποιον πέσει, αυτός θα είναι ο τυχερός και ευνομούμενος του νέου έτους! Οι συνταγές ποικίλλουν από περιοχή σε περιοχή, όπως βέβαια και το γούρι καλής τύχης, που μπαίνει στα τοπικά πρωτοχρονιάτικα ψωμιά, τις πίτες και τα κέικ. Σήμερα, το φλουρί- είτε πραγματικό νόμισμα είτε ψεύτικο- είναι αυτό που παίρνουν οι περισσότεροι από εμάς, όταν πετύχουν το τυχερό κομμάτι. Αλλά στο παρελθόν το γούρι μπορεί να ήταν ένα άσπρο κουμπί ή ένα κομμάτι κόκκινη κλωστή, ιδίως αν η οικογένεια ήταν φτωχή. Σε ορισμένες περιοχές έβαζαν βελανίδια και κομμάτια καλαμποκιού ή ακόμα και μικρά κλαδάκια από κάποια δέντρα.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι στο παρελθόν, κυρίως στη Δυτική Μακεδονία και στη Θράκη, όταν έρχονταν ο καιρός να μοιράσει ο πατέρας της μεγάλης πατριαρχικής οικογένειας το βιός του στους γιους, άφηνε στη χάρη του Αι-Βασίλη να κρίνει το τι έπρεπε να πάρει ο καθένας. Έτσι στη μεγάλη βασιλόπιτα τα «σημάδια» δεν έμπαιναν για ευχή, αλλά για «τάξιμο». Και τα κομμάτια της πίτας τη χρονιά εκείνη τα ονόμαζαν «φιλιά». Σε όποιου γιου το «φιλί» έπεφτε το νόμισμα, θα έπαιρνε το σπίτι. Σε όποιου το φασόλι, το ποτιστικό χωράφι. Το στάρι ,το ξερικό χωράφι. Η κληματόβεργα, το αμπέλι. Το άχυρο τα ζωντανά κ.λ.π.

Αλλά και η κοπή της βασιλόπιτας στο παρελθόν γίνονταν με αληθινή ιεροπρέπεια. Πρώτα ο νοικοκύρης την έστεφε τρεις φορές στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Έπειτα έκανε με κλειδί, με μαχαίρι ή με πιρούνι τρεις φορές το σημείο του σταυρού, για να κόβεται η κακογλωσσιά, να κλειδώνονται τα κακά στόματα ή να αποτρέπεται το κακό μάτι, και την ώρα ακριβώς που άλλαζε ο χρόνος, άρχιζε να ονοματίζει τα κομμάτια, με καθιερωμένη πάντα σειρά. Πρώτο ήταν του Αι-Βασίλη. Έπειτα του Χριστού και της Παναγίας, του σπιτιού και στη σειρά όλων των μελών της οικογένειας, κατά ηλικία, αρχίζοντας από τους μεγαλύτερους και καταλήγοντας στα παιδιά. Κομμάτι έκοβε και για τους φτωχούς. Και όταν τελείωνε το εορταστικό δείπνο η οικογένεια, ο νοικοκύρης κατέβαινε στο στάβλο, να ταΐσει την πίτα τους στα ζωντανά, ενώ την επαύριον θρυμμάτιζε και σκορπούσε ένα κομμάτι στα κτήματα και στα αμπέλια.

Η Βασιλόπιτα κατά το ελληνικό έθιμο κόβεται και σήμερα σε οικογενειακή συγκέντρωση αμέσως με τον ερχομό του νέου έτους κυρίως μετά από το φαγοπότι της βραδιάς και ακολουθεί χαρτοπαιξία «για το καλό του καινούργιου χρόνου». Έτσι στις 12.00 ακριβώς τα μεσάνυχτα με την αλλαγή του έτους σβήνουν τα φώτα και μετά από ένα λεπτό ξανανάβουν και εύχονται όλοι «χρόνια πολλά» και «ευτυχισμένο το νέο έτος». Τότε η νοικοκυρά του σπιτιού φέρνει τη Βασιλόπιτα στο τραπέζι και ο νοικοκύρης, αφού τη σταυρώσει με το μαχαίρι τρεις φορές, αρχίζει να την κόβει σε τριγωνικά κομμάτια, που τα προσφέρει σε κάθε παριστάμενο μέλος της οικογένειας, φίλους και συγγενείς με πρώτο το κομμάτι του Χριστού, της Παναγίας και του Άι Βασίλη και κατόπιν του σπιτιού, του σπιτονοικοκύρη, της σπιτονοικοκυράς και των υπόλοιπων παρισταμένων κατά τάξη συγγένειας και ηλικία με τελευταίο το κομμάτι του φτωχού, χωρίς βέβαια να λησμονούνται και τα πρόσωπα της οικογένειας, που για διάφορους λόγους δεν παρίστανται. Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να κοπεί κομμάτι «για την εταιρεία», «για το μαγαζί» κ.λ.π..

Το κόψιμο της Βασιλόπιτας γίνεται και τις άλλες μέρες του «Δωδεκαήμερου» των εορτών. Ο Νεοέλληνας ως μέλος μιας οικογένειας, ενός Συλλόγου ή μιας κοινωνίας οργανωμένων ατόμων, δεν εννοεί αλλαγή του χρόνου, χωρίς την κοπή της βασιλόπιτας. Υπουργεία, γραφεία και σύλλογοι μπορεί να κόβουν βασιλόπιτες μέχρι και το Φεβρουάριο.

Σήμερα βέβαια σε πολλές περιπτώσεις την έχουμε προσαρμόσει στα γαστρονομικά αστικά δεδομένα της καταναλωτικής κοινωνίας και την έχουμε μετατρέψει σε ένα ευωδιαστό αρτογλύκισμα πολυτελείας – τσουρέκι κατά προτίμηση – για το οποίο τη λύση δίνει το ζαχαροπλαστείο. Υπάρχουν όμως ακόμα άξιες Ελληνίδες νοικοκυρές, που με θρησκευτική ευλάβεια επιμένουν να την παρασκευάζουν με τον παραδοσιακό τρόπο. Έτσι όπως τον έμαθαν από τη μάνα τους, με συνταγή που και εκείνη είχε διδαχθεί από τη δική της μάνα, συνεχίζοντας παράδοση αιώνων. Οι εξαιρετικές ιδιότητες, που αποδίδονταν κάποτε στη βασιλόπιτα, συνετέλεσαν, ώστε η ετοιμασία της να γίνεται με συμβολική τελετουργία και να συνοδεύεται συχνά από πράξεις αναλογικής μαγείας. Γιατί στη συλλογική συνείδηση του λαού μας η βασιλόπιτα ήταν κάποτε πρωτοχρονιάτικο σύμβολο με εξαιρετικές ιδιότητες, καθοριστικές για την τύχη των ανθρώπων, των ζωντανών και των άλλων περιουσιακών στοιχείων της ελληνικής οικογένειας. Γι’ αυτό και ο τρόπος παρασκευής της ακόμα εξασφάλιζε την καλοχρονιά. Και τέτοιες δοξασίες δύσκολα ξεριζώνονται από την ψυχή του λαού.

Αλέξης Τότσικας
Φιλόλογος – Συγγραφέας