Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπογράφεται. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπογράφεται. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης ή Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ και επίσημα Γερμανοσοβιετική Συνθήκη

Υπογράφεται ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1939 το Σύμφωνο μη Επίθεσης μεταξύ του Υπουργού Εξωτερικών της Ναζιστικής Γερμανίας και του Υπουργού Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ τη Συνθήκη αυτή επικύρωσε το Ανώτατο Σοβιέτ στις 31 Αυγούστου. Στις 22 Ιουνίου του 1941 ο Χίτλερ παραβίασε το Σύμφωνο αυτό και επετέθη στην Σοβιετική Ένωση (Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα).
(Βλ. Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα ΕΔΩ)
Ο Μόλοτοφ (υπογράφοντας), ο Ρίμπεντροπ (με τα μαύρα πίσω από τον Μόλοτοφ)
και ο Στάλιν (δεξιά) στις 23 Αυγούστου 1939
Ο όρος Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης ή Σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ (επίσημα: Γερμανοσοβιετική Συνθήκη) χαρακτηρίζει το σύμφωνο μη επίθεσης που υπέγραψαν στις 23 Αυγούστου 1939 στη Μόσχα ο Υπουργός Εξωτερικών της ναζιστικής Γερμανίας (Βλ. Ναζιστική Γερμανία ΕΔΩ) Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ (Joachim von Ribbentrop) και ο Υπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ενώσεως, Βιατσεσλάβ Μιχάηλοβιτς Μόλοτοφ (Вячесла́в Миха́йлович Мо́лотов). Την συνθήκη αυτή επικύρωσε το Ανώτατο Σοβιέτ, οκτώ ημέρες μετά, στις 31 Αυγούστου.


Ι. Πολιτικές συνθήκες

Η ΕΣΣΔ είχε κάνει πρόταση συμμαχίας αλληλοβοήθειας με την Φινλανδία σε περίπτωση προσβολής από την ναζιστική Γερμανία, η οποία απορρίφθηκε. Οι δε Αγγλο-Γάλλοι είχαν ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις με τον Χίτλερ για εισβολή στη Σοβιετική Ένωση και την κατάπνιξη των Μπολσεβίκων και αυτό ήταν προσδοκία και των ΗΠΑ. Είναι χαρακτηριστικό πως μετά την υπογραφή του συμφώνου ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, πρωθυπουργός της Βρετανίας, δήλωσε πως οι ναζί «πρόδωσαν το αντι-Κομιντέρν σύμφωνο και τις αντι-Μπολσεβίκικες συμφωνίες», ενώ η αμερικανική εφημερίδα Νew York Herald Tribune έγραφε πως ο Χίτλερ «δεν κράτησε την υπόσχεσή του να είναι λιοντάρι προς ανατολάς και αρνάκι προς δυσμάς».

Από την πλευρά της ναζιστικής Γερμανίας, ο Χίτλερ, (Βλ. Αδόλφος Χίτλερ ΕΔΩ) ενώ σχεδίαζε επίθεση κατά της Πολωνίας, ήθελε να αποφύγει με κάθε τρόπο τον πόλεμο των δυο μετώπων, όπως υπήρξε για την Γερμανία ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος του 1914.

Υπό αυτές τι συνθήκες, υπεγράφη στις 23 Αυγούστου 1939 το Σύμφωνο μη Επίθεσης μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της ναζιστικής Γερμανίας. Κατόπιν αυτού, οι ναζί μπορούσαν να ασχοληθούν με την Πολωνία δίχως τον κίνδυνο να τους εμποδίσει η Σοβιετική Ένωση, ενώ η ΕΣΣΔ, η οποία γνώριζε καλά την επιθυμία του Χίτλερ να αποκτήσει «ζωτικό χώρο» για τους Γερμανούς στην ανατολική Ευρώπη για επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, κέρδισε χρόνο για να προετοιμάσει τον Κόκκινο Στρατό, την οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης καθώς επίσης να κάνει τις απαραίτητες μετεγκαταστάσεις πληθυσμού προς τα ενδότερα της χώρας και για την προστασία τους και για την προστασία των συνόρων από κοινότητες με επικινδυνότητα σύναψης συμμαχίας με τον εχθρό, ώστε να μπορεί να αντισταθεί σε πιθανή επίθεση των ναζιστικών δυνάμεων. Σύμφωνα με τον Ρεϊμόν Καρτιέ, ο μεν Στάλιν υπέγραψε το Σύμφωνο με στόχο να κερδίσει χρόνο και ο Χίτλερ με την εκ των προτέρων απόφαση "να το ξεσχίσει"

Εκ του αποτελέσματος φαίνεται πως αν το Σύμφωνο δεν είχε υπογραφεί, η ΕΣΣΔ θα είχε υποκύψει στα χιτλερικά στρατεύματα.

ΙΙ. Περιεχόμενο

Με τη συμφωνία αυτή οι δύο χώρες υποχρεώνονται να μην επιτεθεί η μία στην άλλη. Επίσης καθεμία πρέπει να μείνει ουδέτερη, αν η άλλη αναμιχθεί σε πόλεμο.

Το μυστικό συμπληρωματικό πρωτόκολλο
Λέγεται ότι υπήρξαν μυστικά προσαρτήματα στη συνθήκη αυτή, τα οποία προέβλεπαν ότι:
  • H Πολωνία θα χωριστεί μεταξύ των δύο χωρών με σύνορα τους ποταμούς Νάρεφ, Βιστούλα και Σαν.
  • Με εξαίρεση τη Λιθουανία οι βαλτικές χώρες και η Φινλανδία θα ανήκουν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής.
  • Οι γερμανικές μειονότητες της σοβιετικής σφαίρας (υπάρχουν στις βαλτικές χώρες, στη Βεσσαραβία και στην Μπουκοβίνα) θα πρέπει να την εγκαταλείψουν.
Ωστόσο αυτή η άποψη δεν είναι καθολικά αποδεκτή, αφού κάτι τέτοιο δεν τεκμηριώνεται από τα πρακτικά της συνάντησης και από τα αποχαρακτηρισμένα πλέον μυστικά έγγραφα της ναζιστικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Η έλλειψη στοιχείων καθιστούν μη αποδείξιμη την υποτιθέμενη συμφωνία, ενώ η υποτιθέμενη μυστικότητα που της προσδίδεται, θεωρείται ότι έχει σκοπό να «ισορροπήσει» τα πράγματα κατά των Σοβιετικών, κάνοντάς την και μη διαψεύσιμη.


ΙΙΙ. Συνέπειες

Ο Χίτλερ, με την υπόσχεση ουδετερότητας εκ μέρους της ΕΣΣΔ, εξασφάλιζε ελευθερία κινήσεων όσον αφορά τον πόλεμο που προετοίμαζε κατά της Πολωνίας. Παράλληλα, όμως, προσέφερε στους Σοβιετικούς την δυνατότητα να εξοπλιστούν, αφού μέχρι τον Ιούνιο του 1941 είχαν καταφέρει, με ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα στρατιωτικοποίησης, να ανανεώσουν ένα τμήμα του διαλυμένου από τις εκκαθαρίσεις στρατού τους. Έτσι αποδεικνύεται πως το Γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης τελικώς βοήθησε τους Σοβιετικούς να αποκρούσουν την Γερμανική επίθεση, αφού τους αντιμετώπισαν μετά τις εκστρατείες τους στην Γαλλία και τα Βαλκάνια.
Ο Μολότωφ με τον Χίτλερ στη Γερμανική καγκελαρία, εφημερίδα Πράβδα, 18 Νοεμβρίου 1940
Με το άνοιγμα του ως σήμερα απόρρητου φακέλου των εγγράφων της Συμφωνίας του Μονάχου γίνεται, επίσης, σαφέστερη η αιτία για την οποία η ΕΣΣΔ υπέγραψε το Σύμφωνο μη Επίθεσης με την Ναζιστική Γερμανία.

Λίγες μέρες μετά την έναρξη του Πολέμου (αρχές Σεπτεμβρίου 1939) η Πολωνία είχε νικηθεί, αφού της ήταν αδύνατο να αποκρούσει, με τα στρατεύματα και τον εξοπλισμό που διέθετε, τις ναζιστικές δυνάμεις. Μετά την κατάρρευση του Πολωνικού στρατού, εισέβαλαν από τα ανατολικά οι Σοβιετικοί, αντιμετωπίζοντας μηδαμινή αντίσταση. Έτσι η Πολωνία χωρίστηκε σε ένα κομμάτι κατεχόμενο από τη ναζιστική Γερμανία και ένα προστατευόμενο από τον Κόκκινο Στρατό. Βάσει, όμως, μιας -επίσης μη καθολικά αποδεκτής ότι έγινε- συμφωνίας της 28ης Σεπτεμβρίου, με την οποία τροποποιήθηκε το Σύμφωνο μη Επίθεσης, η Λιθουανία πέρασε στην σοβιετική σφαίρα επιρροής, ενώ η Γερμανία έλαβε ως αντάλλαγμα μεγαλύτερο μέρος της κατακτημένης Πολωνίας (μέχρι τον ποταμό Μπουγκ). Το 1940 η Σοβιετική Ένωση κατέκτησε τμήματα της Ρουμανίας (Βεσσαραβία και βόρεια Βουκοβίνα, η οποία σήμερα ανήκει στην Ουκρανία). Επίσης εισέβαλε και στις βαλτικές χώρες Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία, που ενσωματώθηκαν στην Σοβιετική Ένωση.

Στις 22 Ιουνίου του 1941 ο Χίτλερ παραβίασε το Σύμφωνο αυτό και επετέθη στην Σοβιετική Ένωση (Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα).

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών, η καταστρατήγησή της και η αποδοχή της Γερμανίας για "πολεμική ενοχή"

Υπογράφεται ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1919 η Συνθήκη των Βερσαλλιών στο Παρίσι, τερματίζοντας επίσημα τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο μεταξύ της Αντάντ και της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Η Συνθήκη όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών. Η Γερμανία αποδεχόμενη το άρθρο της «πολεμικής ενοχής», αποδεχόταν να πληρώσει αποζημιώσεις και συμφωνούσε ότι ήταν ο υπεύθυνος για την έκρηξη του πολέμου.
Τελετή υπογραφής στην αίθουσα των κατόπτρων, στις Βερσαλλίες

Γενικά
Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, που έλαβαν χώρα στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η συνθήκη υπεγράφη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου 1918 του δάσους της Κομπιένης. Παρότι υπήρχαν πολλές διατάξεις στη Συνθήκη, μία από τις πιο σημαντικές όριζε ότι η Γερμανία αποδεχόταν την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του πολέμου και, σύμφωνα με τα άρθρα 231-248, αποδεχόταν να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις σε διάφορες χώρες. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους συμμάχους άρχισαν στις 18 Ιανουαρίου στην Αίθουσα των Κατόπτρων του Ανακτόρου των Βερσαλλιών. Εβδομήντα αντιπρόσωποι από είκοσι έξι έθνη διαπραγματεύθηκαν τους όρους της Συνθήκης. Η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Ρωσία αποκλείστηκαν από τις διαπραγματεύσεις. Αλλά τον πιο σημαντικό ρόλο για τη συγγραφή των όρων της συνθήκης είχαν οι τακτικές διαβουλεύσεις των «Δέκα Μεγάλων», που περιελάμβαναν τους επτά κύριους νικητές (ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία, Βέλγιο και Σερβία). Αργότερα η Ρωσία και άλλες πέντε χώρες εγκατέλειψαν τις διαβουλεύσεις, οπότε έμειναν μόνο οι «Τέσσερις Μεγάλοι». Αφού αποχώρησε και η Ιταλία, οι τελικοί όροι καθορίστηκαν από τους «Τρεις Μεγάλους»: ΗΠΑ, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία.

Εξώφυλλο της Αγγλικής έκδοσης
Στις 29 Απριλίου η Γερμανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του Υπουργού Εξωτερικών Κόμητος Ούλριχ φον Μπρόκντορφ-Ράντζαου (Ulrich Graf von Brockdorff-Rantzau) έμαθε, επιτέλους, τους όρους της ειρήνης. Αυτοί περιελάμβαναν την απώλεια εδαφών, την απώλεια όλων των αποικιών και τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας. Καθώς δεν επιτρεπόταν στη γερμανική αντιπροσωπεία να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις, η Γερμανική κυβέρνηση δημοσίευσε έγγραφη διαμαρτυρία για τους, κατά τη γνώμη της, άδικους όρους, και σύντομα αποχώρησε από τις διεργασίες του συνεδρίου. Στις 20 Ιουνίου, δημιουργήθηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Γκούσταφ Μπάουερ, αφού παραιτήθηκε ο Φίλιπ Σάιντεμαν. Η Γερμανία τελικά συμφώνησε με τους όρους με 237 ψήφους υπέρ και 138 κατά στις 23 Ιουνίου.

Στις 28 Ιουνίου 1919 ο Χέρμαν Μύλλερ, ο νέος Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, και ο Υπουργός Μεταφορών, Γιοχάνες Μπελλ (Johannes Bell) συμφώνησαν να υπογράψουν τη Συνθήκη, που επικυρώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών στις 10 Ιανουαρίου 1920. Στη Γερμανία η Συνθήκη προκάλεσε σοκ και αισθήματα ταπείνωσης, γιατί πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν άδικο να επωμιστεί μόνον η Γερμανία και οι σύμμαχοί της την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου. Οι «Τρεις Μεγάλοι» που διαπραγματεύθηκαν τη συνθήκη ήταν ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Λόυντ Τζωρτζ (Lloyd George), ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ (Georges Clemenceau) και ο Aμερικανός Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον (Woodrow Wilson). Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Βιτόριο Ορλάντο (Vittorio Orlando) διαδραμάτισε δευτερεύοντα ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Η Γερμανία δεν συμμετείχε καθόλου σε αυτές. Στις Βερσαλλίες ήταν δύσκολο να αποφασιστεί μία κοινή θέση, γιατί οι επιδιώξεις των διαφόρων χωρών συγκρούονταν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας «δυσχερής συμβιβασμός».

Το Συμβούλιο των Τεσσάρων
Οι όροι
Η συνθήκη όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, γεγονός μείζονος σημασίας για τον Αμερικανό Πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον. Η Κοινωνία των Εθνών επρόκειτο να διαιτητεύει τις διεθνείς διαφορές και έτσι να αποφεύγει μελλοντικούς πολέμους. Μόνο τρία από τα δεκατέσσερα σημεία του Ουίλσον πραγματοποιήθηκαν, αφού ο αμερικανός Πρόεδρος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τον Κλεμανσώ, τον Λόυντ Τζωρτζ και τον Ορλάντο σε μερικά σημεία για να επιτύχει την έγκρισή τους, προκειμένου να ιδρυθεί το δέκατο τέταρτο σημείο, η Κοινωνία των Εθνών. Η καθιερωμένη άποψη είναι ότι ο Κλεμανσώ ήταν αυτός που διεκδικούσε με περισσότερη εμπάθεια την εκδίκηση σε βάρος της Γερμανίας, καθώς μεγάλο μέρος του πολέμου διαδραματίστηκε στη βορειοανατολική Γαλλία με καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα. Αυτή η συνθήκη θεωρήθηκε υπέρμετρα αυστηρή καθώς έριχνε όλο το βάρος της ευθύνης στους ώμους της Γερμανίας. Όμως, πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν αυτή την άποψη υπεραπλουστευτική. Η Γερμανία έχασε τα παρακάτω εδάφη:
  • Αλσατία-Λωραίνη (Alsace-Lorraine). H Γερμανία είχε κερδίσει αυτά τα εδάφη σύμφωνα με την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στις Βερσαλλίες στις 26 Φεβρουαρίου 1871, και με τη συνθήκη της Φρανκφούρτης στις 10 Μαΐου 1871. Τα εδάφη αυτά επανήλθαν υπό γαλλική κυριαρχία χωρίς δημοψήφισμα ήδη από την ημέρα της ανακωχής στις 11 Νοεμβρίου 1918. (έκταση: 14.522 χμ², πληθυσμός 1.815.000(1905).
  • Βόρειο Σλέσβιγκ (γερμ.Schleswig), περιλαμβανομένων των γερμανικών πόλεων Τόντερν (Tondern), Απενράντε (Apenrade), Ζόντερμπουργκ (Sonderburg), Χάντερσλέμπεν (Hadersleben) και Λύγκουμ (Lügum) στο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν (γερμ. Schleswig-Holstein). Ενσωματώθηκαν στην Δανία μετά από δημοψήφισμα (έκταση: 3.984 χμ², πληθυσμός 163.000 (1920)).
  • Οι πρωσικές επαρχίες του Πόζεν (Posen, σήμ. Πόζναν) και της Δυτικής Πρωσίας, που είχαν προσαρτηθεί με τον Διαμερισμό της Πολωνίας (1772-1795), αποδόθηκαν στην νεοδημιουργηθείσα Πολωνία. Τα εδάφη είχαν ήδη απελευθερωθεί από τον αυτόχθονα πολωνικό πληθυσμό κατά τη Μεγάλη Εξέγερση της Πολωνίας του 1918-9. (έκταση 53.800 χμ², πληθυσμός (1931): 4.224.00 κάτοικοι, περιλαμβάνοντας 510 χμ² και τους 26.000 κατοίκους της Άνω Σιλεσίας).
Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών

Η Δυτική Πρωσία αποδόθηκε στην Πολωνία για να έχει διέξοδο στη θάλασσα, παρότι η περιοχή είχε σημαντικό γερμανικό πληθυσμό. Έτσι, δημιουργήθηκε ο λεγόμενος Πολωνικός Διάδρομος ή Διάδρομος του Ντάντσιχ.
  • Η περιοχή Hlučínsko Hulczyn της Άνω Σιλεσίας παραχωρήθηκε στην Τσεχοσλοβακία (έκταση 316 ή 333 χμ², πληθυσμός: 49.000 κάτοικοι)
  • Το ανατολικό τμήμα της Άνω Σιλεσίας στην Πολωνία (έκταση 3.214 χμ², πληθυσμός: 965.000 κάτοικοι), παρότι το 60% ψήφισε υπέρ της Γερμανίας στο δημοψήφισμα.
  • Οι γερμανικές πόλεις Όϊπεν (Eupen) και Μαλμεντύ (Malmedy) με τις γύρω περιοχές παραχωρήθηκαν στο Βέλγιο.
  • Η περιοχή του Ζόλνταου (Soldau) στην Ανατολική Πρωσία (σταθμός του τρένου στη διαδρομή Βαρσοβία-Γκντανσκ) στην Πολωνία (έκταση 492 χμ²)
  • Το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Πρωσίας με την πόλη Μέμελ (στα γερμανικά η περιοχή ονομάζεται Memelland) πέρασε υπό γαλλικό έλεγχο, ενώ αργότερα έγινε τμήμα της Λιθουανίας χωρίς δημοψήφισμα.
  • Η Βάρμια (Warmia) και η Μαζουρία (Masuria) αποδόθηκαν στην Πολωνία.
  • Η περιοχή του Σάαρ πέρασε υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών για 15 χρόνια, στη συνέχεια θα ακολουθούσε δημοψήφισμα, με το οποίο οι κάτοικοι θα επέλεγαν αν η περιοχή θα αποδιδόταν στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Για αυτό το διάστημα η Γαλλία είχε δικαίωμα να εξορύσσει τον άνθρακα.
  • Το λιμάνι του Ντάντσιχ (γερμ. Danzig, πολ. Gdańsk), με το δέλτα του ποταμού Βιστούλα στη Βαλτική δημιούργησε την Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών. (έκταση: 1.893 χμ² , πληθυσμός: 408.000 κάτοικοι (1929))
Οι γερμανικές αποικίες περιήλθαν υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών: η Γερμανική Ανατολική Αφρική στη Βρετανία, η Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική στη Νότιο Αφρική, το Καμερούν και το Τόγκο στη Βρετανία και τη Γαλλία, η Γερμανική Σαμόα στη Νέα Ζηλανδία, η Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία, τα νησιά Μάρσαλ και τα νησιά του Ειρηνικού βόρεια του Ισημερινού στην Ιαπωνία.

Επίσης, στη Συνθήκη περιλαμβανόταν ο όρος ότι η Γερμανία αναγνωρίζει και σέβεται την ανεξαρτησία της Αυστρίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 156 οι γερμανικές κτήσεις στο Σανντόνγκ (Shandong) της Κίνας μεταβιβάζονταν στην Ιαπωνία αντί να επιστραφούν στην Κίνα. Οι Κινέζοι εξοργίστηκαν με αυτήν την διάταξη και πραγματοποίησαν διαδηλώσεις, ενώ δημιουργήθηκε το λεγόμενο κίνημα της 4ης Μαρτίου, που συνέβαλε στην άρνηση της Κίνας να υπογράψει την συνθήκη. Η Κίνα ανακοίνωσε το τέλος του πολέμου με την Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1919 και υπέγραψε χωριστή συνθήκη με τη Γερμανία το 1921. Πέρα από τις εδαφικές παραχωρήσεις, η συνθήκη όριζε επίσης τα εξής:
  • Οι Γερμανοί έχασαν τα προνόμια και τα εμπορικά τους δικαιώματα στην Κίνα, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή.
  • Αποστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας και του νησιού Ελιγολάνδη (Heligoland).
  • Ο γερμανικός στρατός περιοριζόταν σε 100.000 άνδρες χωρίς υποβρύχια και εναέριες δυνάμεις, ενώ απαγορευόταν η χρήση βαρέος πυροβολικού και θωρακισμένων αρμάτων καθώς και χημικών όπλων. Απαγορευόταν, επίσης, η ναυπήγηση πολεμικών σκαφών εκτοπίσματος άνω των 10.000 κόρων.
  • Στρατιωτική κατοχή από τους Συμμάχους της δυτικής όχθης του Ρήνου, της Κολωνίας, του Κόμπλεντς και του Μάιντς από τον Ιανουάριο του 1920.
  • Η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ θεωρούνταν άκυρη. Η Γερμανία έπρεπε να εκκενώσει τα εδάφη που ανήκαν στις Βαλτικές χώρες καθώς και όλα τα υπόλοιπα κατεχόμενα εδάφη.
  • Ο Κανονισμός της Κοινωνίας των Εθνών ήταν ενσωματωμένος στην συνθήκη.
  • Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η Γερμανία αποδεχόταν το άρθρο της «πολεμικής ενοχής», αποδεχόταν να πληρώσει αποζημιώσεις και συμφωνούσε ότι ήταν ο υπεύθυνος για την έκρηξη του πολέμου.
Οι αιρετικές απόψεις του Τζων Κέυνς
Ο Τζων Κέυνς πήγε στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης ως αναπληρωτής του Υπουργού Οικονομικών στο Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο και μολονότι κατείχε επίσημη θέση, δεν είχε την εξουσία να παρέμβει άμεσα στα τεκταινόμενα. Ο Κέυνς θεωρούσε τη Συνδιάσκεψη ως απερίσκεπτη διευθέτηση πολιτικών μνησικακιών με πλήρη αδιαφορία για το πιεστικό πρόβλημα των καιρών- την αναγέννηση της Ευρώπης σ΄ένα ενιαίο και λειτουργικό σύνολο:

Το Συμβούλιο των Τεσσάρων δεν έδωσε καμμία σημασία σ΄ αυτά τα ζητήματα, καθώς άλλα είχαν στο νου τους: Ο Κλεμανσώ πως να συντρίψει την οικονομική ζωή του εχθρού του, ο Λόυντ Τζορτζ πως να κλείσει μια συμφωνία για να επιστρέψει με κάτι που θα γινόταν αποδεκτό για μια εβδομάδα, ο Πρόεδρος πως να μη κάνει τίποτε που δεν θα ήταν δίκαιο. Είναι εκπληκτικό το γεγονός, ότι τα θεμελιώδη προβλήματα μιας Ευρώπης που λιμοκτονούσε και διαλυόταν μπρος στα μάτια τους, ήταν το μόνο ζήτημα που δεν ήταν ικανό να διεγείρει το ενδιαφέρον των Τεσσάρων. Οι αποζημιώσεις ήταν η μόνη τους παρέκκλιση προ το χώρο της οικονομίας και τις προσέγγισαν σαν να ήταν πρόβλημα θεολογικό, πολιτικό, ψηφοθηρικό και, εν πάση περιπτώσει, από κάθε άλλη άποψη εκτός απ΄ αυτή που αφορούσε το οικονομικό μέλλον των Κρατών των οποίων το μέλλον διαχειρίζονταν.
Οι άνθρωποι δεν είναι πάντοτε διατεθειμένοι να πεθάνουν ήσυχα. Διότι η λιμοκτονία, που σε ορισμένους φέρνει λήθαργο και την ανημπόρια της απόγνωσης, σε άτομα διαφορετικού ταμπεραμέντου προξενεί τη νευρική αστάθεια της υστερίας και τρελή απόγνωση. Κι αυτοί στην απελπισία τους μπορεί να ανατρέψουν τα υπολείμματα οργάνωσης και να καταποντίσουν τον ίδιο τον πολτισμό στη προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν όπως μπορούν τις κυρίαρχες ανάγκες του ατόμου.
—Τζων Κέυνς

«Πρέπει να έχουν περάσει εβδομάδες χωρίς να έχω γράψει σε κανένα», έγραφε στη μητέρα του το 1919, «αλλά ήμουν εντελώς εξαντλημένος, εν μέρει από τη δουλειά και εν μέρει από την κατάθλιψη για τη μοχθηρία που με περιβάλλει. Ποτέ δεν έχω νιώσει τόσο δυστυχισμένος όσο τις περασμένες δύο-τρεις εβδομάδες· η Συνθήκη ειρήνης είναι παράλογη και ανεφάρμοστη και δεν θα φέρει παρά δυστυχία.»

Η διαμάχη σχετικά με τις αποζημιώσεις
Τα οικονομικά προβλήματα που προέκυψαν λόγω της αποπληρωμής και η γερμανική οργή για τους όρους της Συνθήκης αναφέρονται συχνά ως δύο από τους πλέον αποφασιστικούς λόγους που οδήγησαν στην κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την άνοδο του Χίτλερ και, τελικά, την έκρηξη του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου. Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε από πολλούς ιστορικούς καθώς και από διανοούμενους διεθνούς φήμης όπως ο Τζων Κέυνς και ο Μπέρτραντ Ράσελ.

Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι ιστορικοί διαφώνησαν με αυτή την άποψη. Η Μάργκαρετ Μακ Μίλλαν έγραψε ότι: «...από την αρχή, η Γαλλία και το Βέλγιο επιχειρηματολογούσαν ότι τα αιτήματα για την αποκατάσταση των άμεσων ζημιών θα έπρεπε να λάβουν προτεραιότητα έναντι της διανομής των λοιπών αποζημιώσεων. Το Βέλγιο είχε λεηλατηθεί πλήρως. Στο βιομηχανοποιημένο Βορρά της Γαλλίας, οι Γερμανοί έπαιρναν ό,τι επιθυμούσαν και κατέστρεφαν τα υπόλοιπα. Ακόμα και όταν υποχωρούσαν, το 1918, οι γερμανικές δυνάμεις βρήκαν τον χρόνο να ανατινάξουν μερικά από τα πιο σημαντικά ορυχεία άνθρακα της Γαλλίας.» Το άρθρο 231 της Συνθήκης (το επονομαζόμενο «άρθρο της πολεμικής ενοχής») όριζε ότι η Γερμανία ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για όλες τις «απώλειες και ζημίες» που είχαν υποστεί οι Σύμμαχοι στη διάρκεια του πολέμου και έθετε τη βάση των αποζημιώσεων. Τον Ιανουάριο του 1921 το συνολικό ποσό που αποφασίστηκε από τη Διασυμμαχική Επιτροπή Αποζημιώσεων ορίστηκε στα 269 εκατομμύρια χρυσά μάρκα (2.970 χρυσά μάρκα αντιστοιχούσαν σε ένα γραμμάριο καθαρού χρυσού), περίπου £6.6 δισεκατομμύρια η $32 δισεκατομμύρια. Η Γερμανία θα έπρεπε να πληρώνει μέχρι το 1984. Πολλοί οικονομολόγοι έκριναν το ποσό υπερβολικό. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, το ποσό περιορίστηκε στα 132 δισεκατομμύρια μάρκα, που παρέμενε αστρονομικό σύμφωνα με τους περισσότερους Γερμανούς παρατηρητές, τόσο λόγω του ύψους του ποσού όσο και γιατί η Γερμανία θα έπρεπε να πληρώνει μέχρι το 1984.

Το 1921 ο Καρλ Μέλχιορ (γερμ. Κarl Melchior) στρατιωτικός και Γερμανός επενδυτής της "M. M. Warburg & Co", που ήταν μέλος της γερμανικής αντιπροσωπείας, θεώρησε σκόπιμο να αποδεχτεί η Γερμανία το βάρος αστρονομικών αποζημιώσεων. Όπως είπε: «Μπορούμε να τα καταφέρουμε τα δύο-τρία πρώτα χρόνια με δάνεια από το εξωτερικό. Μετά από αυτό το διάστημα, τα ξένα κράτη θα έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτές οι αποζημιώσεις μπορούν να πληρωθούν μόνο με τεράστιες γερμανικές εξαγωγές και ότι αυτές οι εξαγωγές θα καταστρέψουν το εμπόριο στην Αγγλία και την Αμερική, οπότε οι ίδιοι οι πιστωτές θα πιέσουν για μετατροπή των όρων.» Το 1924 το σχέδιο Dawes άλλαξε τις γερμανικές πληρωμές αποζημιώσεων. Τον Μάιο του 1929 το σχέδιο Young περιόρισε ακόμη περισσότερο τις γερμανικές πληρωμές στα 112 δισεκατομμύρια χρυσά μάρκα (US $26,350,000,000) και για περίοδο 59 ετών (1988). Επιπλέον, το σχέδιο Young διαίρεσε την ετήσια πληρωμή (δύο εκατομμύρια χρυσά μάρκα, US$ 473 εκατομμύρια) σε δύο μέρη: ένα «απαραβίαστο» μέρος, που ισοδυναμούσε με το ένα τρίτο και ένα που επιδεχόταν αναβολής και που ισοδυναμούσε με τα δύο τρίτα. Παρόλ' αυτά, το Κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, τον Οκτώβριο του 1929, και η μεγάλη οικονομική κρίση που ακολούθησε ανάγκασαν τους Συμμάχους να θέσουν μορατόριουμ πληρωμών για το 1931-2, κατά τη διάρκεια του οποίου η Συνδιάσκεψη της Λωζάννης ψήφισε υπέρ της κατάργησης των αποζημιώσεων. Μέχρι τότε, η Γερμανία είχε πληρώσει μόνο το ένα όγδοο του ποσού που απαιτούνταν από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Εν τούτοις, η Συμφωνία της Λωζάννης προϋπέθετε ότι οι ΗΠΑ θα συμφωνούσαν επίσης στην παύση των πληρωμών των δανείων που όφειλαν οι δυτικές κυβερνήσεις. Το σχέδιο τελικά απέτυχε γιατί το Κογκρέσο των ΗΠΑ διαφώνησε με την παύση των πληρωμών, αλλά όπως και να έχει, οι Γερμανοί σταμάτησαν πλέον στην πράξη να πληρώνουν αποζημιώσεις. Εκ πρώτης όψεως, η πληρωμή των αποζημιώσεων μοιάζει αδύνατη. Όμως, σύμφωνα με τον Γουίλιαμ Κέιλορ (William R. Keylor), στοVersailles and International Diplomacy, «η αύξηση της φορολογίας και ο περιορισμός της κατανάλωσης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης θα είχε δημιουργήσει το απαραίτητο πλεόνασμα εξαγωγών για τη δημιουργία ξένου συναλλάγματος και την πληρωμή των αποζημιώσεων.» Όμως προφανώς, μια τέτοια πολιτική θα είχε δημιουργήσει μια δυσχερή πολιτική κατάσταση. Στο American Reparations to Germany 1919-33, ο Στέφεν Σούκερ (Stephen Schuker) θεωρεί ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης κατέληξε να μην πληρώνει καθόλου καθαρές αποζημιώσεις, παίρνοντας αμερικανικά εμπορικά δάνεια για να πληρώνει για τις αποζημιώσεις, προτού τελικά τις αποκηρύξει πλήρως στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Η Γαλλία είχε υποστεί πολύ σημαντικές απώλειες κατά τη διάρκεια του πολέμου (περίπου 1.24 εκατομμύρια στρατιώτες και 40.000 πολίτες νεκροί), ενώ η βορειοανατολική Γαλλία υπήρξε ένα από τα επίκεντρα των πολεμικών συγκρούσεων. Η Γαλλία επιθυμούσε τον έλεγχο των γερμανικών εργοστασίων. Με αυτή την επιδίωξή του ο Κλεμανσώ απλώς εξέφραζε τις απαιτήσεις της γαλλικής κοινής γνώμης. Ο άνθρακας της βιομηχανικής περιοχής του Ρουρ μεταφερόταν στη Γαλλία σιδηροδρομικώς. Ο γαλλικός στρατός κατέλαβε γερμανικές πόλεις με στρατηγική σημασία όπως το Gau Algesheim, αφήνοντας τους κατοίκους άστεγους. Οι υπάλληλοι των γερμανικών σιδηρόδρομων σαμποτάριζαν τη μεταφορά άνθρακα στη Γαλλία. Περίπου 200 Γερμανοί σιδηροδρομικοί υπάλληλοι εκτελέστηκαν για σαμποτάζ από τους Γάλλους.

Οι προθέσεις του Κλεμανσώ ήταν απλές και σαφείς: αυστηρές αποζημιώσεις και η αποδυνάμωση του γερμανικού στρατού σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι ποτέ ξανά σε θέση να εισβάλει στη Γαλλία. Ο Κλεμανσώ επίσης επιθυμούσε να καταστρέψει συμβολικά την παλιά, μιλιταριστική Γερμανία με το να ζητά να απαγορευτεί στους προπολεμικούς πολιτικούς να επιστρέψουν στα δημόσια πράγματα και να απαιτεί τον απαγχονισμό του Κάιζερ (ο οποίος στο μεταξύ είχε παραιτηθεί και ζούσε στην Ολλανδία). Επιθυμούσε επίσης να προστατεύσει τις μυστικές συμφωνίες και να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στη Γερμανία, ώστε η Γαλλία να ελέγχει τις εισαγωγές και τις εξαγωγές της.

Η Γαλλία θεωρούσε άλλωστε ότι η Γερμανία έπρεπε να τιμωρηθεί και εδαφικά. Προφανώς επιδίωκε την επιστροφή της Αλσατίας-Λωραίννης αλλά και την αποστρατιωτικοποίηση του Ρήνου. Επιπλέον, οι γερμανικές αποικίες έπρεπε να διανεμηθούν στους νικητές. Ο Κλεμανσώ, που είχε το παρατσούκλι ο «Τίγρης» (γαλλ. le tigre), ήταν αναμφίβολα ο πιο ριζοσπαστικός από τους «Τέσσερις Μεγάλους».

Οι βρετανικές επιδιώξεις
Συχνά θεωρείται ότι ο Λόυντ Τζωρτζ εξέφραζε τη μέση οδό ανάμεσα στον ιδεαλιστή Ουίλσον και τον εκδικητικό Κλεμανσώ. Παρόλ’ αυτά, η στάση του υπήρξε πιο λεπτή απ’ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Η βρετανική κοινή γνώμη επιθυμούσε την τιμωρία της Γερμανίας όσο και η γαλλική. Επίσης, οι συντηρητικοί (που συμμετείχαν στην κυβέρνηση συνασπισμού) πίεζαν για σκληρή τιμωρία της Γερμανίας, ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος στο μέλλον, αλλά και για να διατηρηθεί η Βρετανική Αυτοκρατορία. Ο Βρετανός πρωθυπουργός κατόρθωσε να αυξήσει το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων, ζητώντας αποζημιώσεις για τις χήρες, τα ορφανά και τους άνδρες που έμειναν άνεργοι λόγω αναπηρίας. Επιπλέον, ήθελε να διατηρήσει και να αυξήσει τις βρετανικές αποικίες και τόσο αυτός όσο και ο Κλεμανσώ ένιωθαν άβολα με την αρχή της αυτοδιάθεσης του Αμερικανού Προέδρου, που αποτελούσε άμεση απειλή για τις αποικίες τους. Τέλος, όπως και ο Κλεμανσώ, υποστήριξε την διατήρηση των μυστικών συμφωνιών και την ιδέα του ναυτικού αποκλεισμού.

Εν τούτοις, ο Λόυντ Τζωρτζ κατανοούσε τους κινδύνους που μπορούσαν να προέλθουν από μια πικραμένη Γερμανία και θεωρούσε ότι μια λιγότερο σκληρή συνθήκη αύξανε μακροπρόθεσμα τις πιθανότητες για ειρήνη. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ήταν ότι η Γερμανία ήταν ο δεύτερος εμπορικός εταίρος της Βρετανίας και μία κατεστραμμένη γερμανική οικονομία θα ήταν καταστροφική για το βρετανικό εμπόριο. Επιπλέον, ο Λόυντ Τζωρτζ (όπως και ο Κλεμανσώ) αναγνώριζε ότι οι ΗΠΑ ήταν πλέον η νέα οικονομική υπερδύναμη και γι’ αυτό επιθυμούσε «να πάει με τα νερά της». Τέλος, η Βρετανία ήθελε να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αν οι επιθυμίες της Γαλλίας πραγματοποιούνταν, θα γινόταν αυτή η νέα ευρωπαϊκή υπερδύναμη και αυτό ήταν σαφώς αντίθετο με τα βρετανικά συμφέροντα.

Οι βρετανικές επιδιώξεις μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: α) υπεράσπιση των βρετανικών συμφερόντων μέσω της διατήρησης της βρετανικής ναυτικής υπεροχής, καθώς και τη διατήρηση και πιθανή επέκταση της αποικιακής αυτοκρατορίας β) μείωση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος και επιβολή αποζημιώσεων. γ) αποφυγή της δημιουργίας μιας "πικραμένης" Γερμανίας, που μακροπρόθεσμα θα εξελισσόταν και πάλι σε απειλή για την ειρήνη δ) να βοηθήσει τη Γερμανία να ανακάμψει οικονομικά ώστε να ξαναγίνει ο ισχυρός εμπορικός εταίρος της Βρετανίας.

Οι ΗΠΑ είχαν, γενικά, μια πιο ιδεαλιστική τάση, που ερχόταν σε έντονη αντίθεση με τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό και, κυρίως, με την γαλλική επιθυμία να καταβληθεί πλήρως η Γερμανία. Ο Πρόεδρος Ουίλσον παρουσίασε δεκατέσσερα σημεία, πάνω στα οποία θα έπρεπε να βασιστεί η μεταπολεμική ειρήνη. Στόχος του Αμερικανού Προέδρου ήταν «να κάνει τον κόσμο ασφαλή για την δημοκρατία».

Η καταστρατήγηση
Η Διεθνής αυτή συνθήκη από της εφαρμογής της, παρά τη σοβαρότητά της ως συνθήκη ειρήνης, κατέστη μία από τις χαρακτηριστικότερες παγκοσμίως. Καμία άλλη συνθήκη ή και απλό διπλωματικό έγγραφο στον κόσμο δεν υπέστη σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα τόσες μεταβολές, αναθεωρήσεις αλλά και αλλοιώσεις όσο αυτή.

Τελετή υπογραφής το 1919 στην αίθουσα των κατόπτρων, 
στις Βερσαλλίες
Συγκεκριμένα, το Ι μέρος αυτής μετεβλήθη λίγο αργότερα από τους Συμμάχους (της Αντάντ), προκειμένου να καταστεί δυνατή η εισδοχή της Γερμανίας στην Κοινωνία των Εθνών. Ακολούθως το V μέρος καταργήθηκε μονομερώς από την Γερμανία όταν ως κράτος - μέλος της ΚτΕ άρχισε τον επανεξοπλισμό της. Το VΙΙ μέρος ουδέποτε εφαρμόσθηκε σε όλη του την έκταση, όπως συνέβη και στη περίπτωση του Κάιζερ Γουλιέμου Β΄ όπου δεν καταδικάστηκε. Το δε VIII μέρος περί επανορθώσεων εγκαταλείφθηκε από τους ίδιους τους συμμάχους. Τα δε Χ και ΧΙ μέρη της εν λόγω συνθήκης που αφορούσε οικονομικούς όρους και αεροπλοΐα μετά από αρκετές αναθεωρήσεις - μεταβολές τελικά καταργήθηκαν από κοινού με τους συμμάχους στη μεγαλύτερη έκτασή τους. Το ΧΙΙ μέρος καταγγέλθηκε από την Γερμανία (μέλος της ΚτΕ) χωρίς καμία αντίδραση. Το XIV μέροςπερί εγγυήσεων εγκαταλείφθηκε εξ αρχής από τους Συμμάχους προς εξασφάλιση του εμπορίου.

Διευκρινίζεται ότι απ΄ όλες τις παραπάνω καταστρατηγήσεις μόνο όσα αφορούσαν τα V και ΧΙΙ μέρη καταγγέλθηκαν από την Γερμανία, όλες οι άλλες μεταβολές έγιναν με σιωπηρή παραχώρηση των Συμμάχων πριν την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στην εξουσία. Έτσι, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Αδόλφο Χίτλερ και το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα το 1933, στις 16 Μαρτίου 1935 εκδόθηκε Διάταγμα με το οποίο η στρατιωτική δύναμη της Γερμανίας αυξανόταν στις 36 μεραρχίες. Ήταν η πρώτη σαφέστατη καταστρατήγηση της Συνθήκης, χωρίς να υπάρξει καμία διαμαρτυρία από την άλλη πλευρά (στα πλαίσια της «Πολιτικής του Κατευνασμού»). Χαρακτηριστικά, το αμερικανικό περιοδικό The Nation στο τεύχος της 16 Μαρτίου 1935 είχε άρθρο με τίτλο «Η διάλυση της Συνθήκης των Βερσαλλιών» (The Liquidation of Versailles). Η Ναζιστική προπαγάνδα εξέδωσε το φυλλάδιο Versailles in Liquidation, με το οποίο προσπαθούσε να αιτιολογήσει την καταστρατήγηση της Συνθήκης από την Γερμανία κατά τα μέρη V και ΧΙΙ.

Συνέπεια όλων αυτών ήταν το 1938 από την συνθήκη αυτή ίσχυαν μόνο τα ΙΙ, ΙΙΙ και IV μέρη αυτής που αφορούσαν εδαφικές διαρρυθμίσεις του 1919. Ακολούθως με την ενσωμάτωση της Αυστρίας, την λεγόμενη Anschluss τον Μάρτιο του 1938, κατά παράβαση του άρθρου 80 δεν υπήρξε αντίδραση. Ομοίως και όταν διανεμήθηκε η Τσεχοσλοβακία κατά τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους δεν υπήρξε ουσιώδης αντίδραση. Τελικά όταν η Γερμανία, ένα χρόνο μετά, τον Μάρτιο του 1939 κατέλαβε την Μοραβία και την Βοημία, κατά παράβαση του άρθρου 81 και με την κατάληψη του Μέμελ τον ίδιο μήνα, κατά παράβαση του άρθρου 99, είχε πλέον ανατρέψει όλη την πολιτική κατάσταση και σύνθεση της κεντρικής ανατολικής Ευρώπης όπως είχε διαμορφωθεί από τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Το τελευταίο βήμα ήταν η πλήρης ανατροπή της συνθήκης την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 με την κήρυξη του πολέμου κατά της Πολωνίας, οπότε και σημειώνεται η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1992 υπογράφεται η Συνθήκη του Μάαστριχτ

Στην Ελλάδα η συνθήκη επικυρώθηκε από τη Βουλή. Υπέρ της συνθήκης τάχτηκαν τα κόμματα ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, Συνασπισμός και ΠΟΛΑΝ ενώ κατά της συνθήκης τάχθηκε μόνο το ΚΚΕ.



Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, επίσημα γνωστή ως Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρείται η σημαντικότερη και ιστορικότερη συνθήκη της Ευρωπαϊκής ηπείρου και η δεύτερη ομοίως σε παγκόσμια κλίμακα μετά εκείνης της ίδρυσης του ΟΗΕ. Ιστορικά δεν υπήρξε ποτέ στην παγκόσμια ιστορία παρόμοια συνθήκη με τόσο πλούσιο οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιεχόμενο, που να διατηρούσε ταυτόχρονα και το "ισότιμον" των συμμετεχόντων κρατών.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, που έλαβε το όνομά της από την πόλη Μάαστριχτ στην οποία υπεγράφη στις 7 Φεβρουαρίου του 1992, αποτελεί την τρίτη κατά σειρά θεμελιώδη συνθήκη με την οποία ολοκληρώθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύγχρονος θεσμός, ύστερα από τη Συνθήκη της Ρώμης και την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1986). Βέβαια στην εξέλιξη αυτή του θεσμού αυτού υπήρξαν και πολλές άλλες επιμέρους συνθήκες, που, αν και μη θεμελιώδεις, συνέβαλαν ουσιαστικά στην πορεία και την εξέλιξη της ΕΕ.

Εκ μέρους της Ελλάδας υπεγράφη από τον Υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά και τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας Ευθύμιο Χριστοδούλου.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ τροποποιήθηκε από μεταγενέστερες συνθήκες.
Στις 25 Μαρτίου 1957, συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα του Οράτιων και Κουριάτιων στο Καπιτώλιο της Ρώμης, οι εκπρόσωποι των έξι κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) υπογράφουν τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ ή Ευρατόμ).
Ιστορικό εξέλιξης
  • 1951 18 Απριλίου. Συνθήκη των Παρισίων (1951). Έξι Ευρωπαϊκές Χώρες (η τότε Δυτική Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, οι Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο) ιδρύουν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα - (ΕΚΑΧ).
  • 1957 25 Μαρτίου. Συνθήκη της Ρώμης (1957). Οι ίδιες παραπάνω Χώρες ιδρύουν και συγκροτούν την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) καθώς και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ), γνωστότερη ως ΕΥΡΑΤΟΜ.
  • 1962. Θεσπίζεται σε εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης της Ρώμης - 1957, η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) γνωστότερη ως Γεωργικό Ταμείο - FEOGA (που προκαλεί και την προσοχή της τότε ελληνικής Κυβέρνησης).
  • 1965 8 Απριλίου. Σύμβαση των Βρυξελλών - 1965 με την οποία και συγχωνεύονται τα όργανα των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και γίνονται κοινά και για τις τρεις (ιδιαίτερα το Συμβούλιο και η Επιτροπή).
  • 1968 Με την λήξη των προθεσμιών που ορίζονταν από την Συνθήκη της Ρώμης - 1957, πραγματοποιείται η Τελωνειακή Ένωση μεταξύ των παραπάνω έξι Χωρών μελών.
  • 1970 22 Απριλίου. Σύμβαση του Λουξεμβούργου - 1970. Πρόκειται για την 1η Σύμβαση καθορισμού προϋπολογισμού.
  • 1972 22 Ιανουαρίου. Συνθήκη των Βρυξελλών - 1972 δια της οποίας προσχωρούν στην ΕΟΚ το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία και η Ιρλανδία με έναρξη εφαρμογής από 1-1-1973.
  • 1975 Ιδρύεται το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, γνωστότερο ως "Περιφερειακό".
  • 1975 22 Ιουλίου Σύμβαση των Βρυξελλών - 1975 που αφορά την 2η Σύμβαση προϋπολογισμού και την ίδρυση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
  • 1976 20 Σεπτεμβρίου. Πράξη που αφορά την εκλογή των μελών της Συνέλευσης (του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) με καθολική ψηφοφορία.
  • 1979 Θέσπιση Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ) και της Ευρωπαϊκής νομισματικής μονάδας (ΕCU).
  • 1979 28 Μαΐου Συνθήκη των Αθηνών - 1979 δια της οποίας προσχωρεί η Ελλάδα από 1-1-1981.
  • 1985 Συνθήκη της Μαδρίτης Προσχώρηση της Ισπανίας με έναρξη εφαρμογής από 1-1-1986.
  • 1985 Συνθήκη της Λισαβόνας (1985) Προσχώρηση της Πορτογαλίας με έναρξη εφαρμογής από 1-1-1986.
  • 1985 Δεκέμβριος - Λουξεμβούργο. Διάσκεψη Κορυφής στο Λουξεμβούργο, όπου και εγκρίνεται το κείμενο της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης (ΕΕΠ). Η ΕΕΠ μαζί με τις σχετικές δηλώσεις υπογράφεται στο Λουξεμβούργο στις 17 Φεβρουαρίου του 1986 και στη Χάγη στις 28 Φεβρουαρίου 1986. Μετά την κύρωση αυτής ακολουθεί το πρώτο πακέτο Ντελόρ.
  • 1988 Ιούνιος. Σύνοδος Ανοβέρου. Συστήνεται τριμελής επιτροπή από τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ προκειμένου να καταρτισθεί ένα σχέδιο για τα τρία στάδια της Νομισματικής και Οικονομικής Ένωσης (ΟΝΕ).
  • 1989 Ιούνιος. Μαδρίτη. Σύνοδος Κορυφής. Εγκρίνεται το Σχέδιο Ντελόρ για την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων με έναρξη εφαρμογής το 1990.
  • 1989 Δεκέμβριος Στρασβούργο. Αποφασίζεται να συνέλθει διακυβερνητική διάσκεψη με κύριο σκοπό την προπαρασκευή της νέας συνθήκης για την ΟΝΕ.
  • 1990 Δεκέμβριος Ρώμη. Αποφασίζεται η ετοιμασία των σχεδίων των συνθηκών για την ΟΝΕ και την πολιτική ένωση μέχρι τη Σύνοδο του Μάαστριχτ στην Ολλανδία το 1991.
  • 1991 Ιούνιος, Λουξεμβούργο. Διεξάγονται συζητήσεις επί των προτεινομένων παραπάνω σχεδίων.
  • 1991 Δεκέμβριος. Στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας συνέρχεται το Συμβούλιο Κορυφής (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) και εγκρίνει το κείμενο της νέας Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
  • 1992 7 Φεβρουαρίου Σύνοδος Μάαστριχτ. Υπογράφεται η νέα Συνθήκη του Μάαστριχτ, στην οποια και ορίζεται ότι μέχρι το τέλος του 1992 θα πρέπει να έχει κυρωθεί απ΄ όλες τις Χώρες Μέλη, σύμφωνα με τα συνταγματικά για κάθε Χώρα Μέλος οριζόμενα.

Γενικά περιεχόμενα
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ στο σύνολό της περιλαμβάνει το Προοίμιο και 7 Τίτλους (λατιναριθμούμενους).
  • Ο Τίτλος Ι αφορά κοινές διατάξεις (ίδρυση Ευρωπαϊκής Ένωσης, θέση στόχων και σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου).
  • Ο Τίτλος ΙΙ αφορά διατάξεις για την τροποποίηση της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ε.Ο.Κ. ενόψει της ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρακτικά μετονομάστηκε η Ε.Ο.Κ. σε Ε.Κ. και προστέθηκαν οι σημαντικότατες διατάξεις περί Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης).
  • Ο Τίτλος ΙΙΙ αφορά διατάξεις για την τροποποίηση της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ε.Κ.Α.Χ..
  • Ο Τίτλος ΙV αφορά διατάξεις για την τροποποίηση της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ε.Κ.Α.Ε. (ΕΥΡΑΤΟΜ).
  • Ο Τίτλος V αφορά διατάξεις σχετικά με την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (πρόκειται για το δεύτερο πυλώνα του νέου συστήματος).
  • Ο Τίτλος VΙ αφορά διατάξεις σχετικά με τη συνεργασία στους τομείς της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων (πρόκειται για τον τρίτο πυλώνα του νέου συστήματος).
  • Ο Τίτλος VΙΙ που περιλαμβάνει τις τελικές διατάξεις.

Τα παραπάνω ακολουθούν 17 Πρωτόκολλα, τα περισσότερα από τα οποία προσαρτήθηκαν στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ε.Κ., και 33 Δηλώσεις. Η εν λόγω διάρθρωση έγινε προκειμένου να παρέχεται η ευχέρεια, οσάκις απαιτηθούν αλλαγές, τροποποιήσεις κ.λπ., να μην παρασύρουν κάθε φορά και τη μετατροπή ολόκληρης της Συνθήκης.

Προϋποθέσεις υιοθέτησης του ευρώ
Κάθε χώρα που επιθυμούσε να υιοθετήσει το νέο νόμισμα έπρεπε να πληροί τα λεγόμενα «Κριτήρια Σύγκλισης» που προέβλεπε η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Τα κριτήρια συμπεριλάμβαναν τέσσερις προϋποθέσεις:

  1. Οι ισοτιμίες του νομίσματος της κάθε χώρας πρέπει να παραμείνουν μέσα στη ζώνη που ορίζει ο Μηχανισμός Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ) για δύο τουλάχιστον χρόνια.
  2. Τα μακροπρόθεσμα επιτόκια δεν μπορούν να ξεπερνάνε κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες τα επιτόκια των τριών πιο αποδοτικών κρατών μελών.
  3. Ο πληθωρισμός πρέπει να είναι κάτω από μια τιμή αναφοράς (μέσα σε 3 χρόνια οι τιμές δεν πρέπει να ξεπερνάνε κατά περισσότερο από 1,5% τις αντίστοιχες του πιο αποδοτικού κράτους μέλους).
  4. Το δημόσιο χρέος πρέπει να είναι μικρότερο από το 60% του ΑΕΠ ή να βαίνει προς αυτόν το στόχο (δηλαδή μπορεί να είναι μεγαλύτερο το ποσοστό, αλλά να έχει πτωτική τάση και να τείνει προς αυτό) και τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μικρότερα από 3% του ΑΕΠ.

Τα κριτήρια αυτά τέθηκαν με απώτερο σκοπό την ομαλή ενοποίηση-σύγκλιση των κρατών μελών. Πριν τη συνθήκη είναι λογικό η κάθε χώρα να είχε τη δική της ανεξάρτητη οικονομία, ανάλογα με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), το Μέσο Εισόδημα και το καταναλωτικό προφίλ. Έτσι κρίθηκε απαραίτητο να τεθούν ορισμένα κριτήρια τα οποία θα εξασφάλιζαν την ομοιογένεια των χωρών.

Επικύρωση της συνθήκης από τα κράτη μέλη
Η συνθήκη του Μάαστριχτ επικυρώθηκε στις περισσότερες χώρες της ΕΕ από τα κοινοβούλια των κρατών, με εξαίρεση την Ιρλανδία, τη Γαλλία και τη Δανία, στις οποίες η συνθήκη τέθηκε σε δημοψήφισμα. Στη Γαλλία η συνθήκη επικυρώθηκε με ποσοστό μόλις 51% έναντι 49% που τάχτηκε κατά. Στη Δανία η συνθήκη απορρίφθηκε. Ύστερα όμως από τη συμφωνία του Εδιμβούργου, η οποία εξαιρούσε τη Δανία από τέσσερα σημεία της συνθήκης του Μάαστριχτ, ακολούθησε νέο δημοψήφισμα το οποίο υπήρξε θετικό. Στην Ελλάδα η συνθήκη επικυρώθηκε από τη Βουλή. Υπέρ της συνθήκης τάχτηκαν τα κόμματα ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, Συνασπισμός και ΠΟΛΑΝ ενώ κατά της συνθήκης τάχθηκε μόνο το ΚΚΕ.