Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πέρσες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πέρσες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 626 μ.Χ.

Η Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 626 μ.Χ., από τους Σασσανίδες Πέρσες και τους Αβάρους, βοηθούμενοι από μεγάλους αριθμούς συμμάχων τους, Σλάβων, κατέληξε σε μια στρατηγική νίκη για τους Βυζαντινούς. Η αποτυχία της πολιορκίας έσωσε την αυτοκρατορία από την κατάρρευση, και σε συνδυασμό με άλλες νίκες που πέτυχε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος (610-641) το προηγούμενο έτος και το 627, το Βυζάντιο κατάφερε να επανακτήσει τα εδάφη του και τον τερματισμό των καταστροφικών Βυζαντινοπερσικών πολέμων με επιβολή ευνοϊκής συνθήκης και με σύνορα σταθερά.

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 626
που απεικονίζεται στις τοιχογραφίες της Μονής
Μολντοβίτα, Ρουμανία.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε πολυπόθητη πόλη από την ίδρυση της, λόγω σπουδαιότητας της γεωγραφικής της θέσης, ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, αλλά και την επαφή με σημαντικούς πολιτισμούς της εποχής. Ήταν στο σταυροδρόμι μεγάλων εμπορικών δρόμων στην ξηρά και στην θάλασσα. Επιπλέον, μέσα από πολλές κατακτήσεις και τις εκ νέου κατακτήσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο βυζαντινός κόσμος είχε έρθει σε πολλές επαφές με λαούς, συχνά εχθρικούς, που εποφθαλμιούσαν την υπεροχή της πόλης, όπως οι Βούλγαροι, οι Πέρσες, οι Οθωμανοί, αλλά και οι Ιταλοί, οι Νορμανδοί, χωρίς να παραλείψουμε και τους Σταυροφόρους. Από τις περιγραφές της Κωνσταντινούπολης κατά τον Μεσαίωνα, από τους Δυτικούς και τους Άραβες, αναφέρεται ότι η πόλη ήταν γεμάτη με πλούτη που προσέλκυσαν το φθόνο.
Κατά την διάρκεια της χιλιετούς ιστορίας της, η Κωνσταντινούπολη, ως κληρονόμος της παλαιάς πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της περίλαμπρης Ρώμης, είχε πάντα μια ιδιαίτερη αύρα. Κατά την διάρκεια της ιστορίας της έζησε τριάντα απόπειρες κατάκτησής της, από τις οποίες μόνο δύο κατέληξαν σε άλωση της Πόλης, το 1204 από τους Σταυροφόρους και το 1453 από τους Οθωμανούς.
*********************************
*********************
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Ίδρυση της Κωνσταντινούπολης ΕΔΩ

*********************************
*********************
Απεικόνιση της πολιορκίας από το Χρονικό
του Κωνσταντίνου Μανασσή.
ΚΛΙΚ ΓΙΑ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

(Α) Ιστορικό
Το 602 ο στρατηγός Φωκάς ανέτρεψε τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582-602), και καθιέρωσε μια βασιλεία τρόμου και ανικανότητας, οδηγώντας την αυτοκρατορία σε αναρχία. Θρησκευτικοί και διοικητικοί κακοί χειρισμοί άφησαν την αυτοκρατορία σε θλιβερή κατάσταση, όταν ο Σασσανίδης βασιλιάς Χοσρόης Β΄ (590 - 628) επιτέθηκε, χρησιμοποιώντας το πραξικόπημα ως πρόσχημα για πόλεμο. Αρχικά, ο πόλεμος πήγε καλά για τους Πέρσες, μέχρι που μόνο η Ανατολία παρέμεινε σε βυζαντινά χέρια. Αργότερα, ο Φωκάς ανατράπηκε από τον γιο του τότε Έξαρχου της Αφρικής, Ηράκλειο. Με περιορισμένη εμπειρία, ο Ηράκλειος άρχισε την αποκατάσταση του κράτους από τις καταστροφικές ενέργειες του Φωκά. Ωστόσο, παρά τις επιθέσεις του στη Μεσοποταμία ο Ηράκλειος δεν μπόρεσε να σταματήσει τους Πέρσες από το να πολιορκήσουν την Κωνσταντινούπολη, όπου από τη Χαλκηδόνα ήταν σε θέση να ξεκινήσουν την επίθεσή τους. Από τις 14 έως τις 15 Μάιος 626, έγιναν ταραχές στην Κωνσταντινούπολη κόντρα στον Ιωάννη Σεισμό επειδή ήθελε να ακυρώσει τις μερίδες ψωμί της σχολής της αυτοκρατορικής φρουράς και να αυξήσει το κόστος του ψωμιού σε 3-8 φόλλους. Ωστόσο, παρά την απομάκρυσή του υπήρξαν και άλλες αναταραχές στην πόλη.

(Β) Πολιορκία
Ο Χοσρόης, βλέποντας ότι χρειαζόταν μία αποφασιστική αντεπίθεση για να νικήσει τους Βυζαντινούς άφησε τον Σαχίν με 50.000 άνδρες στην Μεσοποταμία και την Αρμενία για να απασχολεί τον βυζαντινό στρατό, κι με ένα μικρότερο στρατό έφτασε και στρατοπέδευσε στα τείχη της Χαλκηδόνας, στην Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου. Ο Χοσρόης είχε συμμαχήσει με τον χαγάνο των Αβάρων, έτσι ώστε να ξεκινήσει μια συντονισμένη επίθεση κατά της Κωνσταντινουπόλεως τόσο από την ευρωπαϊκή όσο και την ασιατική πλευρά. Ο περσικός στρατός στρατοπέδευσε στη Χαλκηδόνα, ενώ οι Άβαροι με τους Σλάβους στην ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινούπολης όπου και κατέστρεψαν το υδραγωγείο του Ουάλη. Λόγω του βυζαντινού ναυτικού ελέγχου στο στενό του Βοσπόρου, όμως, οι Πέρσες δεν μπορούσαν να στείλουν στρατεύματα στην ευρωπαϊκή πλευρά για να βοηθήσουν τους σύμμαχους τους. Αυτό μείωσε την αποτελεσματικότητα της πολιορκίας, επειδή οι Πέρσες ήταν έμπειροι σε πολιορκίες. Επιπλέον, οι Πέρσες και οι Άβαροι είχαν δυσκολίες επικοινωνίας σε όλο τον φυλασσόμενο Βόσπορο, αν και αναμφίβολα, υπήρχε κάποια επικοινωνία μεταξύ των δύο δυνάμεων.

Η άμυνα της Κωνσταντινούπολης ήταν υπό την αρχηγία του Πατριάρχη Σέργιου και των πατρικίων. Κατόπιν ο Ηράκλειος χώρισε τον στρατό του σε τρία μέρη παρόλο που ο ίδιος έκρινε ότι η πόλη ήταν σχετικά ασφαλής, ο ίδιος ζήτησε ενισχύσεις στην Κωνσταντινούπολη για να ενισχύσει κυρίως το ηθικό των αμυνομένων. Ένα άλλο μέρος του στρατού ήταν υπό την αρχηγία του αδελφού του Θεοδώρου και στάλθηκε για να ασχοληθεί με τον Σαχίν, ενώ το τρίτο και μικρότερο μέρος θα παράμενε υπό τον έλεγχό του, με σκοπό μία επιδρομή στο Περσικό βασίλειο.

Στις 29 Ιουνίου 626, άρχισε μια συντονισμένη επίθεση κατά των τειχών. Μέσα στα τείχη, βρισκόταν 12.000 καλά εκπαιδευμένο Βυζαντινό ιππικό και πεζοί που με την βοήθεια των κατοίκων υπερασπίστηκαν την πόλη ενάντια στις δυνάμεις περίπου 80.000 Αβάρων και Σλάβων. Οι Πέρσες είχαν αφιχθεί στη Χαλκηδόνα πριν ανατραπεί ο Φωκάς. Παρά τις συνεχείς επιθέσεις στα τείχη με βολές πολιορκητικών μηχανών για ένα μήνα, το ηθικό ήταν υψηλό μέσα από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, λόγω του Πατριάρχη Σεργίου που με θρησκευτική θέρμη και πομπές, κατά μήκος των τειχών με την εικόνα της Παναγίας, κρατούσε ψηλά το ηθικό με την πεποίθηση ότι οι Βυζαντινοί ήταν υπό θεϊκή προστασία. Επιπλέον, οι κραυγές του πατριάρχη για το θρησκευτικό ζήλο ανάμεσα στην αγροτιά γύρω από την Κωνσταντινούπολη έγινε ολοένα και πιο αποτελεσματική από το γεγονός ότι αντιμετώπιζαν ειδωλολάτρες. Κατά συνέπεια, κάθε επίθεση ήταν μια καταδικασμένη προσπάθεια. Όταν ο στόλος των Αβαροσλάβων και ο περσικός στόλος βυθίστηκαν σε δύο διαφορετικές ναυμαχίες, οι επιτιθέμενοι τράπηκαν σε φυγή εγκαταλείποντας την πολιορκία προφανώς υπό την πεποίθηση ότι η θεϊκή παρέμβαση είχε κερδίσει για το Βυζάντιο.

Στις 7 Αυγούστου, ένας στόλος από περσικές σχεδίες με στρατεύματα διαπεραίωναν το Βόσπορο αλλά περικυκλώθηκαν και καταστράφηκαν από τον βυζαντινό στόλο. Οι Σλάβοι προσπάθησαν να επιτεθούν στα θαλάσσια τείχη από τον Κεράτιο κόλπο, ενώ ο κύριος όγκος των Αβάρων επιτέθηκαν τα χερσαία τείχη. Οι βυζαντινές γαλέρες κατέστρεψαν τις Σλαβικές βάρκες που κατευθύνονταν στα θαλάσσια τείχη, ενώ η Αβαρική επίθεση στα χερσαία τείχη από τις 6 έως τις 7 Αυγούστου απέτυχε. Με την είδηση ότι ο Θεόδωρος είχε τελεσίδικα θριαμβεύσει κατά του Σαχίν (υποτίθεται ότι η ήττα οδήγησε τον Σαχίν να πεθάνει από κατάθλιψη), οι Άβαροι υποχώρησαν στην βαλκανική ενδοχώρα μέσα σε δύο ημέρες, λύνοντας ουσιαστικά την πολιορκία. Ακόμα κι αν ο περσικός στρατός ακόμα στρατοπέδευσε στη Χαλκηδόνα, η απειλή για την Κωνσταντινούπολη είχε εκλείψει. Η άρση της πολιορκίας αποδόθηκε στη θεϊκή προστασία της Παναγίας, και γράφτηκε από άγνωστο συγγραφέα ο περίφημος Ακάθιστος Ύμνος (βλ. ονομασία ιστορία συνθέτης δομή Ακαθίστου Ύμνου ΕΔΩ), ενδεχομένως να τον έγραψε και ο Πατριάρχης Σέργιος ή ο Γεωργίος Πισιδίας.

Χάρτης των περιχώρων της Κωνσταντινούπολης 
κατά τους Βυζαντινούς χρόνους.
ΚΛΙΚ ΓΙΑ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
(Γ) Συνέπειες
Η αποτυχία της πολιορκίας ήρθε αμέσως μετά την είδηση της νίκης των Βυζαντινών, όπου ο αδελφός του Ηράκλειου, Θεοδώρος σημείωσε επίσης νίκη κατά του Πέρση στρατηγού Σαχίν. Έπειτα ο Περσικός στρατός εγκατέλειψε την Χαλκηδόνα και αποσύρθηκε στην Συρία, ακόμα, με την εξουδετέρωση των πιο ειδικευμένων στρατηγών του Χοσρόη, ο Ηράκλειος στέρησε από τον εχθρό του, μερικά από τα καλύτερα και πιο έμπειρα στρατεύματά του, διασφαλίζοντας παράλληλα τα πλευρά του, πριν την εισβολή του στην Περσία. Την επόμενη χρονιά, ο Ηράκλειος ηγήθηκε της εισβολής στη Μεσοποταμία για άλλη μια φορά, νικώντας ένα άλλο περσικό στρατό στη Νινευή. Στη συνέχεια, ο ίδιος βάδισε προς τον Κτησιφώντα, όπου Πέρσης βασιλιάς ανατράπηκε από έναν άλλο. Τελικά, με υπογραφή συνθήκης, οι Πέρσες ήταν υποχρεωμένοι να αποσύρουν όλες τις ένοπλες δυνάμεις τους και να επιστρέψουν στην Αίγυπτο και το Λεβάντε με τα αυτοκρατορικά εδάφη της Μεσοποταμίας και της Αρμενίας επέστρεψαν σε Βυζαντινά χέρια κατά τον χρόνο της προγενέστερης συνθήκη ειρήνης του 595. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, ούτε οι Πέρσες ούτε οι Βυζαντινοί θα ξαναπολεμήσουν πάλι μέχρι την αραβοισλαμική εισβολή έσπασε τη συμμαχία των δύο αυτοκρατοριών.
330Ίδρυση της πόλης
413Ολοκλήρωση των Θεοδοσιανών Τειχών
474Μεγάλη πυρκαγιά
532Στάση του Νίκα
537Ολοκλήρωση της Αγίας Σοφίας
626Πολιορκία από τους Άβαρους
674-78Α´ αραβική πολιορκία
717-18Β´ αραβική πολιορκία
1204Σταυροφορική άλωση
1261Επανάκτηση της πόλης
από τον Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγο
1453Οθωμανική άλωση

(Δ) Αξιολόγηση
Η πολιορκία του 626 απέτυχε γιατί οι Άβαροι δεν είχαν την υπομονή ή την τεχνολογία για να κατακτήσουν την πόλη. Αν και οι Πέρσες ήταν εμπειρογνώμονες στην πολιορκία, τα τείχη της Κωνσταντινούπολης αποδείχτηκε ότι μπόρεσαν να αντέξουν εύκολα τους πολιορκητικούς πύργους και τις άλλες μηχανές, εξαιτίας του ότι δεν θα μπορούσαν οι πολιορκητές να μετακινήσουν εξοπλισμό πολιορκίας στην ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου όπου οι Άβαροι και οι Σλάβοι σύμμαχοι τους είχαν αρχικά τοποθετηθεί. Επιπλέον, οι Πέρσες και οι Σλάβοι δεν είχαν αρκετά ισχυρό ναυτικό για να αγνοήσουν τα θαλάσσια τείχη και να δημιουργήσουν ένα κανάλι επικοινωνίας. Η έλλειψη των προμηθειών για τους Αβάρους τελικά τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την πολιορκία.


ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Η μάχη του Γρανικού

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 334 π.Χ. ο μακεδονικός στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου νικά τον Δαρείο Γ' της Περσίας στη μάχη του Γρανικού. Η τελική έκβαση της μάχης αυτής και η νίκη του Αλέξανδρου παρείχε στρατηγικής σημασίας πλεονέκτημα, ενώ έγινε ο προπομπός για την κατάκτηση της Μ. Ασίας και την προέλαση του Αλέξανδρου νότια, πριν αφυπνιστούν οι Πέρσες και ενεργοποιήσουν τον φοινικικό στόλο κατά της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας.
Το πέρασμα του Γρανικού, του Σαρλ Λε Μπρεν
Ως μάχη του Γρανικού εννοείται η πρώτη σύγκρουση του εκστρατευτικού σώματος του Αλέξανδρου Γ' Μακεδόνα (του Μεγάλου Αλεξάνδρου) που δόθηκε παρά τον Γρανικό ποταμό το 334 π.Χ. με συγκεντρωμένη στρατιωτική δύναμη της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών (των Περσών) γύρω από τη Ζέλεια της Φρυγίας στον Ελλήσποντο, με στρατηγό τον Αρσίτη, τον σατράπη της Φρυγίας και πολλούς επιφανείς Πέρσες, όπως ο Σπιθριδάτης, ο σατράπης της Λυδίας και της Ιωνίας, ο Φαρνάκης, ο αδελφός της γυναίκας του Δαρείου, ο Ατιζύης, ο Μιθριδάτης, και άλλοι.

Η τελική έκβαση της μάχης αυτής και η νίκη του Αλέξανδρου παρείχε στρατηγικής σημασίας πλεονέκτημα για την προέλαση του μακεδονικού σώματος και των Ελλήνων συμμάχων του στη Μικρά Ασία.

(Βλ. και Η πολιορκία της Αόρνου Πέτρας, η τελευταία πολιορκία του Μ.Αλεξάνδρου) ΕΔΩ

Προετοιμασίες για τη μάχη
Αν οι Πέρσες έστελναν έγκαιρα τον στόλο τους στον Ελλήσποντο, θα μπορούσαν πιθανώς εξαρχής να αποτρέψουν τον επερχόμενο κίνδυνο. Ωστόσο, φαίνεται πως στα πρώτα βήματα της μακεδονικής εκστρατείας οι Πέρσες έκαναν κάποια σφάλματα στρατηγικής. Όταν ο Αλέξανδρος αποβιβάστηκε στην Ασία, υπήρχε ήδη εκεί συγκεντρωμένη αξιόλογη περσική δύναμη. Επιπλέον ο Ρόδιος Μέμνων προσπάθησε να αποτρέψει τους Πέρσες ηγεμόνες από οποιαδήποτε μάχη, συμβουλεύοντάς τους να περιοριστούν στην Ασία σε απλή άμυνα και να ακολουθήσουν την τακτική της καμένης γης, καταστρέφοντας όσο είναι δυνατόν την περιοχή, παρεμβάλλοντας εμπόδια στην προέλαση του εχθρού. Τους συμβούλευσε, επίσης, να μεταφέρουν τον πόλεμο στην Ελλάδα, στέλνοντας με τον στόλο ισχυρή πεζική δύναμη αφενός για να προσβάλλουν τον Αλέξανδρο στην ίδια του τη χώρα, στηρίζοντας αφετέρου επανάσταση των Ελλήνων στην Ελλάδα κάτω από τις Θερμοπύλες. Ο Μέμνων, ωστόσο, δεν εισακούστηκε για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας και οι Πέρσες αποφάσισαν να περιμένουν τον Αλέξανδρο κοντά στις όχθες του Γρανικού ποταμού.

Όταν πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος ότι οι Πέρσες είχαν παραταχθεί, διέταξε τον στρατό του να προετοιμαστεί για μάχη εκ παρατάξεως με τον εχθρό. Φθάνοντας στον ποταμό, διαπίστωσε ότι ο περσικός στρατός κατείχε την απόκρημνη ανατολική του όχθη. Ο Γρανικός, μικρός ποταμός που πήγαζε στα όρη της Μικρής Φρυγίας, είχε πλάτος στο σημείο της μάχης από 20 έως 40 μέτρα. Τα λιωμένα χιόνια του Μαΐου έκαναν μεν το ρεύμα του ορμητικό αλλά το βάθος του ήταν μικρό και δε χρειαζόταν γεφύρωση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η απόκρημνη ανατολική όχθη του ποταμού, αυτή που κατείχαν οι Πέρσες, που δεν επέτρεπε την εύκολη πρόσβαση στους επιτιθέμενους.

Η παράταξη των αντίπαλων στρατευμάτων
Ο Παρμενίων συμβούλευσε τον Αλέξανδρο να αναβληθεί η μάχη. Ο Αλέξανδρος, θεώρησε, παρατηρώντας την περσική παράταξη ότι με μάχη εκ παρατάξεως είχε υπέρ του όλες τις πιθανότητες και αποφάσισε να μη δώσει οποιαδήποτε ευκαιρία οπισθοχώρησης στους Πέρσες για κατά τη διάρκεια της νύχτας. Σύμφωνα με τις εντολές του στο κέντρο της δύναμης βρίσκονταν οι έξι τάξεις της φάλαγγας με στρατηγούς τον Περδίκκα, τον Κοίνο, τον Αμύντα, τον Φίλιππο, τον Μελέαγρο και τον Κρατερό. Δεξιά της φάλαγγας ήταν παρατεταγμένοι οι υπασπιστές υπό τον Νικάνορα του Παρμενίωνα. Κατόπιν έρχονταν οι σαρισοφόροι, οι Παίονες και η ίλη των συμμάχων από την Απολλωνία υπό τον Σωκράτη, και όλων αυτών στρατηγός ο Αμύντας του Αρραβαiου. Μαζί τους ήταν συνταγμένοι οι υπόλοιποι σύμμαχοι, οι τοξότες και οι Αγριάνες ακοντιστές, όλοι υπό τον Φιλώτα, διαμορφώνοντας το δεξιό κέρας της παράταξης. Οι αριστερές πλευρές της φάλαγγας προστατεύονταν από τρεις διαφορετικές μοίρες του ιππικού. Πρώτοι συντάχθηκαν οι Θράκες υπό τον Αγάθωνα, κατόπιν οι σύμμαχοι ιππείς υπό τον Φίλιππο του Μενέλαου και τέλος οι Θεσσαλοί ιππείς υπό τον Κάλλα του Αρπάλου, διαμορφώνοντας το αριστερό κέρας. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος ανέλαβε τη στρατηγία της δεξιάς πτέρυγας, και έδωσε την αριστερή στον Παρμενίωνα.

Στην αντίπερα όχθη παρατάχθηκε κατά μήκος του ποταμού το περσικό ιππικό δεξιά οι Μήδοι και οι Βακτριανοί υπό τον Ρεομίθρη, αριστερά ο Μέμνων και οι γιοι του, μαζί με τον Αρσαμένη και τους ιππείς τους και στο μέσο οι Παφλαγόνες και οι Υρκανοί, υπό την αρχηγία του Αρσίτη και του Σπιθριδάτη. To περσικό, το ασιατικό και το ελληνικό πεζικό παρατάχθηκαν λίγο πιο πίσω, ως επιφυλακή, γιατί οι εχθροί ήθελαν κυρίως με το ιππικό να αντιταχθούν στη διάβαση του Αλέξανδρου. Η τακτική δύναμη των Περσών 20.000, περίπου, συγκροτείτο από ιππείς Μήδους, Βακτριανούς, Υρκανούς, Καππαδόκες και Παφλαγόνες ιππείς και άλλους τόσους έλληνες μισθοφόρους. Ως προς το πλήθος βέβαια το ιππικό ήταν υπέρτερο του ελληνικού, ενώ αντίθετα το πεζικό, συγκροτημένο κυρίως από έλληνες μισθοφόρους, ήταν κατώτερο του ελληνικού, τουλάχιστον κατά τον Αρριανό, σύμφωνα με τον οποίο το μεν ιππικό έφθανε συνολικά στους 20.000, το δε πεζικό άλλες 20.000• γιατί άλλοι, αναφέροντας απίθανα πράγματα, ανεβάζουν τους εχθρούς γύρω στους 110.000, ο δε Ιουστίνος και στους 600.000.
Χάρτης των εκστρατειών, με απεικόνιση της πορείας 
προς τον Γρανικό (κλικ για μεγέθυνση)

Η μάχη
Για κάμποση ώρα, σύμφωνα με την αφήγηση του Αρριανού τα αντίπαλα στρατεύματα στέκονταν σιωπηλά και αντιμέτωπα στις όχθες του ποταμού, γεμάτα αγωνία για το μέλλον. Οι Πέρσες περίμεναν να μπουν οι Μακεδόνες στο νερό, για να τους επιτεθούν καθώς θα προσπαθούσαν. Ο Αλέξανδρος πήδησε πάνω στ’ άλογο, κάλεσε τους άνδρες του να τον ακολουθήσουν και να δείξουν την παλικαριά τους και διέταξε να μπουν πρώτοι στο ποτάμι οι πρόδρομοι ιππείς, οι Παίονες υπό την ηγεσία του Αμύντα, του γιου του Αρραβαίου, ένα τάγμα πεζικού και πριν απ’ όλους η ίλη του Σωκράτη, που κατά τύχη οδηγούσε εκείνη την ημέρα ολόκληρο το ιππικό, υπό την ηγεσία του Πτολεμαίου, του γιου του Φίλιππου. Ο ίδιος μπήκε στο ποτάμι οδηγώντας τη δεξιά παράταξη κάτω από τους ήχους των σαλπίγγων και τις ιαχές προς τον Ενυάλιο Άρη. Προχωρούσαν λοξά, όπως τους τραβούσε το ρεύμα, για να μην πέσουν πάνω τους οι Πέρσες παραταγμένοι σε σειρά, καθώς θα έβγαιναν, αλλά να τους χτυπήσει ο ίδιος όσο γινόταν κατά μέτωπο.

Οι Πέρσες άρχισαν να ρίχνουν ακόντια στο σημείο όπου βγήκαν οι πρώτοι στρατιώτες του Αμύντα και του Σωκράτη. Εκείνοι που βρίσκονταν στο ψηλό σημείο της όχθης έριχναν μέσα στο ποτάμι κι όσοι βρίσκονταν χαμηλότερα κατέβαιναν μέσα στο νερό. Οι ιππείς συγκρούονταν, καθώς οι Μακεδόνες έβγαιναν από το ποτάμι και οι Πέρσες τους εμπόδιζαν. Οι πρώτοι πολεμούσαν με τα δόρατα και οι δεύτεροι έριχναν ακόντια. Οι Μακεδόνες σε τούτη την πρώτη επίθεση έχαναν χρόνο και είχαν αρκετές απώλειες, καθώς αμύνονταν από αβέβαιο σημείο στο ποτάμι και οι Πέρσες βρίσκονταν ψηλότερα. Σε αυτό το σημείο είχε παραταχθεί άλλωστε και το πλέον αξιόμαχο τμήμα του περσικού ιππικού. Μαζί του πολεμούσαν ο Μέμνων και τα παιδιά του. Οι πρώτοι Μακεδόνες που συγκρούστηκαν με τους Πέρσες πολέμησαν θαρραλέα, σώζοντας και τους υπόλοιπους που στράφηκαν προς τον επερχόμενο Αλέξανδρο. Εκείνος, οδηγώντας τη δεξιά παράταξη, επιτέθηκε πρώτος στους Πέρσες, στο σημείο που το ιππικό τους ήταν πυκνότερο και βρίσκονταν οι ηγεμόνες τους. Στο μεταξύ, οι μακεδονικές φάλαγγες περνούσαν σχετικά εύκολα πια, η μια μετά την άλλη. Παρά το γεγονός ότι η μάχη διεξαγόταν πάνω στα άλογα, έμοιαζε περισσότερο με μάχη πεζικού. Τα άλογα συμπλέκονταν, οι στρατιώτες πολεμούσαν σώμα με σώμα, οι Μακεδόνες προσπαθούσαν να σπρώξουν τους Πέρσες από την όχθη στην πεδιάδα, οι Πέρσες προσπαθούσαν να εμποδίσουν τους Μακεδόνες να βγουν και να τους ρίξουν πάλι στο ποτάμι.
Η παράταξη των αντίπαλων στρατευμάτων κατά 
τη μάχη (κλικ για μεγέθυνση)

Έσπασε πάνω στη μάχη το δόρυ του Αλέξανδρου. Ζήτησε άλλο από τον Αρέτη, ένα νεαρό της βασιλικής ακολουθίας. Σε δύσκολη θέση εκείνος, γιατί είχε σπάσει και το δικό του δόρυ και πολεμούσε σκληρά με το σπασμένο, το έδειξε στον Αλέξανδρο και του φώναξε να ζητήσει άλλο. Τελικά κάποιος από τους συμμάχους, ο Κορίνθιος Δημάρατος του έδωσε το δικό του. Εκείνος το πήρε και μόλις είδε τον γαμπρό του Δαρείου, τον Μιθριδάτη, να προσπαθεί να τους εμβολίσει με ένα τμήμα ιππικού, έτρεξε ο ίδιος μπροστά από τους άλλους και τον διαπέρασε με το δόρυ του. Τότε ο Ροισάκης επιτέθηκε στον Αλέξανδρο και τον χτύπησε με την πάλα στο κεφάλι, σχίζοντας το κράνος του. Ο Αλέξανδρος τον σκότωσε, χτυπώντας τον στο στέρνο και διαπερνώντας με το δόρυ τον θώρακα του. Ο Σπιθριδάτης στο μεταξύ πλησίαζε τον Αλέξανδρο από πίσω κρατώντας υψωμένη την πάλα. Τον πρόλαβε, όμως, ο Κλείτος, ο επονομαζόμενος Μέλας και τον χτύπησε στον ώμο, κόβοντάς του το χέρι.

Οι Πέρσες και τα άλογά τους βάλλονταν από παντού. Τους χτυπούσαν τα δόρατα, τους έσπρωχναν οι ιππείς ανακατεμένοι με τους ψιλούς. Έτσι τράπηκαν σε φυγή, πρώτα στο σημείο όπου πολεμούσε ο Αλέξανδρος. Μόλις έσπασε το κέντρο, παρέλυσαν και οι δύο πτέρυγες και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Σκοτώθηκαν περίπου χίλιοι Πέρσες ιππείς. Η καταδίωξη δεν κράτησε πολύ, γιατί ο Αλέξανδρος στράφηκε εναντίον των μισθοφόρων. Το πυκνότερο τμήμα τους είχε κρατήσει την αρχική του θέση, γιατί η απρόσμενη εξέλιξη της μάχης τους έκανε να τα χάσουν. Ο Αλέξανδρος οδήγησε εναντίον τους τη φάλαγγα και διέταξε τους ιππείς να τους περικυκλώσουν. Τους κατέσφαξε μέσα σε λίγη ώρα. Δε σώθηκε κανένας, εκτός αν κάποιος τρύπωσε ανάμεσα στους νεκρούς. Περίπου δύο χιλιάδες πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Σκοτώθηκαν πολλοί ηγεμόνες των Περσών, ο Νιφάτης, ο Πετήνης, ο σατράπης της Λυδίας Σπιθριδάτης, ο ύπαρχος της Καππαδοκίας Μιθροβουζάνης, ο γαμπρός του Δαρείου Μιθριδάτης, ο γιος του άλλου Δαρείου (του γιου του Αρταξέρξη) Αρβουπάλης, ο κουνιάδος του Δαρείου Φαρνάκης, ο αρχηγός των μισθοφόρων Ωμάρης. Ο Αρσίτης κατέφυγε μετά τη μάχη στη Φρυγία, όπου αυτοκτόνησε θεωρώντας τον εαυτό του υπαίτιο της συμφοράς των Περσών.

Μετά τη μάχη
Από τους Μακεδόνες κατά την πρώτη επίθεση σκοτώθηκαν είκοσι πέντε σύμμαχοι. Ο Αλέξανδρος ανέθεσε στον Λύσιππο, τον μόνο γλύπτη που είχε το δικαίωμα να κάνει και τη δική του προτομή, να τους φτιάξει χάλκινες προτομές, οι οποίες στήθηκαν στο Δίο. Σκοτώθηκαν ακόμη περίπου εξήντα ιππείς και τριάντα πεζοί. Ο Αλέξανδρος τους έθαψε την επόμενη μέρα με τα όπλα τους και άλλα κτερίσματα. Απάλλαξε ακόμη τους γονείς και τα παιδιά τους, που βρίσκονταν στην πατρίδα, από τους φόρους για τη γη και την περιουσία τους, καθώς και από άλλες προσωπικές υπηρεσίες. Φρόντισε ιδιαίτερα τους πληγωμένους• τους επισκέφτηκε όλους, εξέτασε τα τραύματά τους, τούς ρώτησε πού πληγώθηκαν και τους άφησε να διηγηθούν τα κατορθώματά τους και να περηφανευτούν για αυτά. Έθαψε ακόμα τους αρχηγούς των Περσών και τους έλληνες μισθοφόρους, που πολέμησαν στο πλευρό των βαρβάρων. Όσους απ’ αυτούς έπιασε αιχμαλώτους τους έστειλε αλυσοδεμένους στη Μακεδονία σε καταναγκαστικά έργα, γιατί όντας Έλληνες και παραβιάζοντας τις κοινές αποφάσεις των Ελλήνων πολέμησαν στο πλευρό των βαρβάρων. Ακόμη, έστειλε στην Αθήνα τριακόσιες περσικές πανοπλίες ως αφιέρωμα στην Ακρόπολη. Διέταξε μάλιστα να γραφεί το παρακάτω επίγραμμα:

«Αλέξανδρος ο Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασία κατοικούντων».

Συνέπειες
Η πρώτη και στρατηγικής σημασίας νίκη του Αλέξανδρου έγινε ο προπομπός για την κατάκτηση της Μ. Ασίας και την προέλαση του Αλέξανδρου νότια, πριν αφυπνιστούν οι Πέρσες και ενεργοποιήσουν τον φοινικικό στόλο κατά της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.)

Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε,
ἐλευθεροῦτε πατρίδ', ἐλευθεροῦτε δὲ
παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων:
νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.
Ο ελληνικός στόλος, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 480 π.Χ., με επιφαλής τον Ευρυβιάδη και τον Θεμιστοκλή, νικά τον περσικό στόλο του Ξέρξη Α' στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας (αρχαία ελληνικά Ναυμαχία τῆς Σαλαμῖνος) διεξήχθη στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ, στα Στενά της Σαλαμίνας (στον Σαρωνικό Κόλπο, κοντά στην Αθήνα) μεταξύ της συμμαχίας των ελληνικών πόλεων-κρατών και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας αποτέλεσε την σημαντικότερη σύγκρουση και την αρχή του τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα, η οποία ξεκίνησε το 480 π.Χ.

Αρχικά, οι Έλληνες σχεδίαζαν να σταματήσουν τους Πέρσες στις Θερμοπύλες και στο Αρτεμίσιο (ξηρά και θάλασσα αντίστοιχα). Στη μάχη των Θερμοπυλών, οι Πέρσες εξολόθρευσαν τους Έλληνες, χάρη στην προδοσία του Εφιάλτη. Στο Αρτεμίσιο, ο συμμαχικός στόλος έχασε περίπου τα μισά πλοία του, ενώ ο περσικός στόλος έχασε το 1/4 των πλοίων του. Μόλις οι Σύμμαχοι πληροφορήθηκαν για την καταστροφή στις Θερμοπύλες αποφάσισαν να υποχωρήσουν. Αυτό επέτρεψε στους Πέρσες να καταλάβουν τη Βοιωτία και την Αττική.

Οι Πελοποννήσιοι ήθελαν να σταματήσουν τον περσικό στόλο στον Ισθμό της Κορίνθου. Παρ' όλ' αυτά, ο Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στη Σαλαμίνα, ελπίζοντας ότι μια νίκη θα εμπόδιζε τους Πέρσες να εισβάλουν στην Πελοπόννησο. Ο Θεμιστοκλής ανάγκασε τον Ξέρξη να επιτεθεί στα Στενά της Σαλαμίνας, όπου η αριθμητική υπεροχή των Περσών ήταν άχρηστη και προβληματική. Στη ναυμαχία, ο ελληνικός στόλος πέτυχε μια σημαντική νίκη, αφού κατέστρεψε 300 περσικά πλοία.

Μετά τη ναυμαχία, ο Ξέρξης, μαζί με ένα μεγάλο μέρος του στρατού, επέστρεψε στην Ασία, ενώ για την υποταγή της Ελλάδος παρέμεινε ο Μαρδόνιος με τον υπόλοιπο περσικό στρατό. Αλλά το 479 π.Χ. οι Πέρσες υπέστησαν σοβαρή ήττα στις Πλαταιές και στη Μυκάλη και σταμάτησαν τις επιθέσεις τους στην ηπειρωτική Ελλάδα. Λίγο αργότερα, οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, αν οι Πέρσες νικούσαν στη Σαλαμίνα, θα είχε σταματήσει η ανάπτυξη της Ελλάδος, και κατά συνέπεια ο δυτικός πολιτισμός δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα. Γι' αυτό, η ναυμαχία της Σαλαμίνας θεωρείται από τις πιο σημαντικές μάχες στην ανθρώπινη ιστορία.

Ι. Πηγές

Κύρια πηγή για τους Περσικούς πολέμους αποτελεί ο Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος. Ο Ηρόδοτος, γνωστός ως «Πατέρας της Ιστορίας», γεννήθηκε το 484 π.Χ. στην Αλικαρνασσό της Μικράς Ασίας, η οποία εκείνη την περίοδο βρισκόταν υπό περσική κατοχή. Έγραψε το έργο «Ιστορίαι» γύρω στα 440-430 π.Χ, προσπαθώντας να ανακαλύψει τις πραγματικές αιτίες των Περσικών πολέμων, οι οποίοι ολοκληρώθηκαν το 450 π.Χ. Η μέθοδος του Ηροδότου αποτελούσε καινοτομία και σύμφωνα με μερικούς ιστορικούς, ο Ηρόδοτος έχει εφεύρει την ιστορία που ξέρουμε. Κατά τον Παπαρρηγόπουλο: «Ο Ηρόδοτος είναι ο δημιουργός της αληθούς ιστορικής τέχνης...πρώτος ενόησεν ότι η ιστορία δεν είναι απλούς πραγμάτων κατάλογος, αλλά και η τεχνική των πραγμάτων τούτων συναρμολογία και η εξήγησις του χαρακτήρος αυτών». Κατά τον Τομ Χόλλαντ: «Για πρώτη φορά, ένας ιστορικός αποφάσισε να αποκαλύψει τα αίτια ενός πολέμου, ο οποίος έληξε πρόσφατα, χωρίς να καταγράφει μύθους, αλλά αιτίες, τις οποίες θα μπορούσαμε να ελέγξουμε προσωπικά».

Ο Θουκυδίδης είχε αμφισβητήσει το έργο του Ηροδότου, καθώς η προσωπική άποψη του τελευταίου εμφανιζόταν συχνά στο έργο του. Παρ' όλ' αυτά, ο Θουκυδίδης αποφάσισε να ξεκινήσει το έργο του εκεί όπου ο Ηρόδοτος σταμάτησε (στην πολιορκία της Σηστού) αλλά σταμάτησε την προσπάθεια, επειδή πίστευε ότι το έργο του Ηροδότου δεν χρειαζόταν επανεγγραφή ή διορθώσεις, γιατί ήταν ακριβές. Η αξιοπιστία του Ηροδότου έχει αμφισβητηθεί και από άλλους ιστορικούς. Ο Παυσανίας, στα Φωκικά, αναφέρεται στην περιγραφή του Ηροδότου για τη μάχη των Θερμοπυλών, όπου ο δεύτερος καταγράφει ότι οι Θηβαίοι παραδόθηκαν, όπως και 80 Μυκηναίοι. Ο Πλούταρχος, στο έργο Περί της Ηροδότου κακοηθείας (αν όντως το έγραψε αυτός), κατηγορεί τον Ηρόδοτο επειδή ο τελευταίος ζήτησε χρήματα από τους Θηβαίους, και επειδή δεν τα έλαβε, έγραψε ότι οι Θηβαίοι δείλιασαν και παραδόθηκαν. Οπωσδήποτε οι κατηγορίες που εκτοξεύει το σύγγραμμα αυτό κατά του Ηρόδοτου κάθε άλλο παρά σοβαρές είναι. Την περίοδο της Αναγέννησης, παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι συνέχιζαν να διαβάζουν το έργο του Ηροδότου, ο ιστορικός είχε κακή φήμη. Παρ' όλ' αυτά, τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαίωσαν τα γραφόμενα του Ηροδότου και αποκατέστησαν τη φήμη και την αξιοπιστία του, ειδικά ως προς τα γεγονότα που εξέτασε αυτοπροσώπως. Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν το έργο του αξιόπιστο, αλλά έχουν αμφιβολίες για τους αριθμούς των νεκρών και τις ημερομηνίες των μαχών.

Ο ιστορικός Διόδωρος Σικελιώτης έγραψε τον 1ο αιώνα π.Χ. τη Βιβλιοθήκη Ιστορική. Θεωρείται ότι ο Ηρόδοτος και ο Έφορος ο Κυμαίος αποτελούν τις πηγές του Διόδωρου. Η μάχη περιγράφεται με λιγότερες λεπτομέρειες από σειρά αρχαίων ιστορικών, όπως ο Πλούταρχος και ο Κτησίας, ενώ αποτελεί το θέμα των Περσών του Αισχύλου. Αρχαιολογικά ευρήματα, όπως η δελφική Στήλη των Όφεων, υποστηρίζουν τα αναφερόμενα από τον Ηρόδοτο.

ΙΙ. Υπόβαθρο

Η Αθήνα και η Ερέτρια υποστήριξαν τους Ίωνες στον αγώνα τους κατά των Περσών (499-494 π.Χ). Σύμφωνα με τους ιστορικούς, ο Δαρείος ήταν σφετεριστής, και πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στους πολέμους εναντίον των εξεγερμένων υποτελών του. Η εξέγερση αυτή απείλησε τη σταθερότητα της αυτοκρατορίας του Δαρείου, γι' αυτό και ορκίστηκε να εκδικηθεί όσες πόλεις συμμετείχαν - έβλεπε επίσης την ευκαιρία να επεκταθεί στη Δύση. Το 492 π.Χ, οι Πέρσες, με αρχηγό τον Μαρδόνιο, ανακατέλαβαν τη Θράκη και ανάγκασαν τους Μακεδόνες να συμμαχήσουν μαζί τους.

Το 491 π.Χ, ο Δαρείος απαίτησε την παράδοση όλων των ελληνικών πόλεων. Πολλές από αυτές παραδόθηκαν - ο Ηρόδοτος αναφέρεται στην παράδοση των Αιγινητών, που μετέπειτα κατηγορήθηκαν από τους Σπαρτιάτες για προδοσία. Οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να παραδοθούν στους Πέρσες. Τότε, το 490 π.Χ, ο Δαρείος ξεκίνησε νέα εκστρατεία, με αρχηγούς τον Δάτη και τον Αρταφέρνη, οι οποίοι κατάφεραν να καταλάβουν τη Νάξο, τις Κυκλάδες και την Ερέτρια. Αλλά, η επέκτασή τους σταμάτησε και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Ασία χάρη στη νίκη των Αθηναίων και των Πλαταιέων στον Μαραθώνα.

Χάρτης του ελληνικού κόσμου κατά τη διάρκεια
της μάχης
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Ο Δαρείος άρχισε να συγκεντρώνει μεγάλο στρατό για να επιτεθεί ξανά στην Ελλάδα, αλλά τα σχέδια του αναβλήθηκαν λόγω της εξέγερσης στην Αίγυπτο. Ένα χρόνο μετά ο Δαρείος πέθανε και στον θρόνο ανέβηκε ο γιος του Ξέρξης Α'. Ο Ξέρξης ανακατέλαβε την Αίγυπτο και άρχισε ξανά τις προετοιμασίες για εισβολή στην Ελλάδα. Καθώς η εισβολή θα ήταν μεγάλης κλίμακας, ο Ξέρξης χρειαζόταν πολύ χρόνο για συγκεντρώσει στρατό και υλικά αγαθά. Αποφάσισε ότι ο Ελλήσποντος έπρεπε να γεφυρωθεί για να επιτρέψει στον στρατό του να περάσει στην Ευρώπη, και ότι ένα κανάλι πρέπει να ανοιχθεί στον ισθμό του Όρους Άθως. Η πραγματοποίηση αυτών των στόχων ήταν πάρα πολύ δύσκολη, όπως είναι και για τα σύγχρονα κράτη. Στις αρχές του 480 π.Χ, οι ετοιμασίες τελείωσαν, και ο στρατός που συγκέντρωσε ο Ξέρξης στις Σάρδεις βάδισε στην Ευρώπη, περνώντας από τον Ελλήσποντο δια μέσου δύο τεχνητών γεφυρών.

Στα μέσα της δεκαετίας του 480 π.Χ, οι Αθηναίοι ξεκίνησαν τις προετοιμασίες για πιθανό πόλεμο κατά των Περσών. Το 482 π.Χ, ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να δημιουργήσουν ένα στόλο από τριήρεις, λέγοντας τους ότι πρόκειται να επιτεθεί στην Αίγινα. Ωστόσο, οι Αθηναίοι δεν κατείχαν τον απαραίτητο αριθμό στρατιωτών για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες - συνεπώς, χρειάζονταν μια συμμαχία από ελληνικές πόλεις-κράτη. Το 481 π.Χ, ο Ξέρξης έστειλε πρεσβευτές σε όλες τις ελληνικές πόλεις-κράτη, με εξαίρεση την Αθήνα και τη Σπάρτη, ζητώντας γη και ύδωρ. Η Σπάρτη και Αθήνα έλαβαν την υποστήριξη μερικών ελληνικών πόλεων, και το ίδιο έτος, στην Κόρινθο, συγκλήθηκε συνέδριο, όπου και δημιουργήθηκε η ελληνική συμμαχία. Το κάθε μέλος της συμμαχίας είχε την δυνατότητα να στέλνει αγγελιαφόρους στις υπόλοιπες πόλεις-μέλη, ζητώντας στρατό για αμυντικούς σκοπούς. Σύμφωνα με τους σύγχρονους ιστορικούς, αυτό αποτελεί αξιοσημείωτο, καθώς οι εμφύλιες συρράξεις μεταξύ των Ελλήνων, εκείνη την περίοδο, συνεχίζονταν.

Κινήσεις στη ναυμαχία της Σαλαμίνας
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Το 480 π.Χ, συγκλήθηκε νέο συνέδριο. Μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλία πρότεινε στους Έλληνες να σταματήσουν τον Ξέρξη στα Στενά των Τεμπών. Ωστόσο, οι Πέρσες έμαθαν από τον Αλέξανδρο Α' της Μακεδονίας ότι η κοιλάδα θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του Περάσματος του Σαρανταπόρου, και λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του περσικού στρατού, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Λίγο αργότερα, έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο. Οι Έλληνες αποφάσισαν να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, από όπου ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα και όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο. Ωστόσο, οι πόλεις της Πελοποννήσου, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, σχεδίαζαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά των Αθηναίων θα έφευγαν μαζικά στην Τροιζήνα.

Στις Θερμοπύλες, οι Έλληνες αντιστάθηκαν κατά των Περσών για τρεις ημέρες, πριν περικυκλωθούν από τους τελευταίους, λόγω της προδοσίας του Εφιάλτη. Οι Σπαρτιάτες και οι Θεσπιείς παρέμειναν στο πεδίο της μάχης, ενώ οι υπόλοιποι σύμμαχοι αποχώρησαν. Η ναυμαχία του Αρτεμισίου, σε αυτό το σημείο, βρισκόταν σε αδιέξοδο - ωστόσο, όταν έγινε γνωστό το αποτέλεσμα της μάχης των Θερμοπυλών, οι Αθηναίοι υποχώρησαν.


ΙΙΙ. Πρελούδιο

Ο Θεμιστοκλής, μετά την ήττα στις Θερμοπύλες, προσπάθησε να πείσει τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πόλη τους, καθώς προέβλεψε την καταστροφή της. Οι Αθηναίοι έφυγαν από την πόλη και πήγαν στη Σαλαμίνα, στην Αίγινα και στην Τροιζήνα. Ο Θεμιστοκλής κατάφερε να πείσει τους Αθηναίους, επικαλούμενος τον χρησμό της Πυθίας, ο οποίος έλεγε ότι οι Αθηναίοι θα σωθούν σε ξύλινα τείχη, δηλαδή στις τριήρεις, όπως το ερμήνευσε ο Θεμιστοκλής. Όσοι άνδρες ήταν σε θέση να πολεμήσουν μπήκαν στις τριήρεις, ενώ στην Αθήνα έμειναν λίγοι γέροι και άρρωστοι.

Ο στόλος των Ελλήνων κατευθύνθηκε στη Σαλαμίνα, με σκοπό να βοηθήσει την εκκένωση της Αττικής. Ο Θεμιστοκλής, παράλληλα, έστειλε επιγραφές στους Ίωνες να μην πολεμήσουν κατά των Ελλήνων:

"ἄνδρες Ἴωνες, οὐ ποιέετε δίκαια ἐπὶ τοὺς πατέρας στρατευόμενοι καὶ τὴν Ἑλλάδα καταδουλούμενοι. ἀλλὰ μάλιστα μὲν πρὸς ἡμέων γίνεσθε· εἰ δὲ ὑμῖν ἐστι τοῦτο μὴ δυνατὸν ποιῆσαι, ὑμεῖς δὲ ἔτι καὶ νῦν ἐκ τοῦ μέσου ἡμῖν ἕζεσθε καὶ αὐτοὶ καὶ τῶν Καρῶν δέεσθε τὰ αὐτὰ ὑμῖν ποιέειν. εἰ δὲ μηδέτερον τούτων οἷόν τε γίνεσθαι, ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἀναγκαίης μέζονος κατέζευχθε ἢ ὥστε ἀπίστασθαι, ὑμεῖς δὲ ἐν τῷ ἔργῳ, ἐπεὰν συμμίσγωμεν, ἐθελοκακέετε μεμνημένοι ὅτι ἀπ᾽ ἡμέων γεγόνατε καὶ ὅτι ἀρχῆθεν ἡ ἔχθρη πρὸς τὸν βάρβαρον ἀπ᾽ ὑμέων ἡμῖν γέγονε".

μετάφραση: Άνδρες της Ιωνίας, δεν είναι δίκαιο να πολεμάτε εναντίον των πατέρων σας και να υποδουλώνετε την Ελλάδα. Θα ήταν καλύτερο για εσάς να πολεμάτε στο πλευρό μας. Αλλά αν αυτό δεν είναι δυνατό, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της μάχης να μείνετε στην άκρη και να πείσετε τους Κάρες να κάνουν το ίδιο. Αλλά αν δεν μπορείτε να κάνετε ούτε το ένα ούτε το άλλο, αν αποφασίσετε να μείνετε με το πλευρό της μεγαλύτερης δύναμης, όταν θα έρθουμε στα χέρια, να ενεργήσετε ως δειλοί και να θυμάστε ότι είμαστε το ίδιο αίμα και ότι η αιτία της εχθρότητας με τους βάρβαρους προήλθε από εσάς.


Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν τη Βοιωτία, τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, ενώ αργότερα κινήθηκαν για να καταλάβουν την άδεια Αθήνα. Στη Σαλαμίνα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης και οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι επέμεναν να προστατεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου, καταστρέφοντας τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω από αυτό.

Ο Θεμιστοκλής, από την άλλη, επέμενε ότι ο ελληνικός στόλος έπρεπε να μείνει στη Σαλαμίνα για να πολεμήσει. Στο συμβούλιο που συγκλήθηκε πριν τη ναυμαχία, ο Θεμιστοκλής διέκοπτε συνέχεια τον ναύαρχο των Κορινθίων, Αδείμαντο. Ο Ευρυβιάδης, τότε, του είπε ότι αυτούς που ξεκινούν πριν το σύνθημα τους ραπίζουν, ενώ ο Θεμιστοκλής του απάντησε ότι αυτοί που ξεκινούν πολύ μετά το σύνθημα δεν παίρνουν ποτέ βραβείο. Ο Ευρυβιάδης προσπάθησε να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή, ο οποίος απέφυγε το χτύπημα και είπε την γνωστή φράση πάταξον μέν, ἄκουσον δέ. Τότε ο Ευρυβιάδης ηρέμησε.

Ο Αδείμαντος πίστευε ότι ο ελληνικός στόλος έπρεπε να σταματήσει τους Πέρσες στον Ισθμό της Κορίνθου. Ο Θεμιστοκλής θύμισε στους συμμάχους τη ναυμαχία του Αρτεμισίου λέγοντας ότι η ναυμαχία σε κλειστό χώρο θα λειτουργούσε προς όφελος τους. Ο Αδείμαντος όμως αποκάλεσε απάτριν τον Θεμιστοκλή, επειδή ο Ξέρξης είχε κάψει την Αθήνα. Οργισμένος, ο Θεμιστοκλής δήλωσε ότι οι Αθηναίοι είχαν την πατρίδα τους στις 200 τριήρεις που έφεραν στη Σαλαμίνα, προειδοποιώντας τους Έλληνες ότι οι Αθηναίοι μπορούσαν να μεταβούν στην Ιταλία, όπου θα έβρισκαν καλύτερη πατρίδα και οι Έλληνες θα θυμηθούν τα λόγια του γιατί θα μείνουν χωρίς στόλο. Ο Ευρυβιάδης υποχώρησε αλλά οι άλλοι στρατηγοί, βλέποντας την Αθήνα να καίγεται και τον εχθρικό στόλο να βρίσκεται στο Φάληρο, ετοιμάζονταν να πλεύσουν στον Ισθμό της Κορίνθου.

Τη νύχτα, ο Θεμιστοκλής έστειλε στο περσικό στρατόπεδο τον Σίκιννο, για να πει στους Πέρσες ότι μερικοί Έλληνες σκόπευαν να φύγουν από τη Σαλαμίνα και ότι ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να τους περικυκλώσουν και να τους καταστρέψουν. Ο Θεμιστοκλής ζήτησε επίσης από τον Σίκιννο να πει στον Ξέρξη ότι οι Πέρσες θα επικρατούσαν στον πόλεμο, όχι οι Έλληνες.


IV. Δυνάμεις

Ελληνικός στόλος
Ελληνική τριήρης
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο συμμαχικός στόλος είχε 378 τριήρεις, και αναφέρει τον αριθμό των πλοίων που έστειλε κάθε πόλη-κράτος (όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα). Παρ' ολ' αυτά, σύμφωνα με τις προσθέσεις, οι Έλληνες διέθεταν 366 πλοία. Δεν αναφέρεται ρητά ότι όλες οι 378 τριήρεις πολέμησαν στη Σαλαμίνα (ἀριθμὸς δὲ ἐγένετο ὁ πᾶς τῶν νεῶν, πάρεξ τῶν πεντηκοντέρων, τριηκόσιαι καὶ ἑβδομήκοντα καὶ ὀκτώ) και επίσης λέει ότι οι Αιγινήτες συμμετείχαν με 30 τριήρεις (νησιωτέων δὲ Αἰγινῆται τριήκοντα παρείχοντο). Ο ιστορικός Macaulay πιστεύει ότι η διαφορά αφορά τη φρουρά που έπλευσε από την Αίγινα. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, δύο περσικά πλοία αυτομόλησαν στους Έλληνες, ένα πριν τη ναυμαχία του Αρτεμισίου και ένα πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, άρα ο συνολικός στόλος πρέπει να είναι 380 πλοία.

Σύμφωνα με τον Αισχύλο, ο οποίος συμμετείχε στη ναυμαχία, ο ελληνικός στόλος είχε 310 τριήρεις. Ο Κτησίας ισχυρίζεται ότι ο αθηναϊκός στόλος είχε μόνο 110 τριήρεις, αριθμός ο οποίος συνδέεται με τον αριθμό του Αισχύλου. Σύμφωνα με τον Υπερείδη, ο ελληνικός στόλος είχε μόνο 220 πλοία. Ο στόλος ήταν, στην πραγματικότητα, υπό την ηγεσία του Θεμιστοκλή, αλλά τυπικά ήταν υπό τη διοίκηση του Σπαρτιάτη Ευρυβιάδη, όπως είχε συμφωνηθεί στο συμβούλιο του 481 π.Χ. Αν και ο Θεμιστοκλής προσπάθησε να διεκδικήσει την αρχηγία του στόλου, οι αντίζηλες των Αθηναίων ναυτικές δυνάμεις (Κορίνθιοι, Αιγινήτες, Μεγαρείς) είχαν αντίρρηση και για συμβιβαστική λύση η ηγεσία του στόλου δόθηκε στη Σπάρτη, αν και δεν είχε ναυτική παράδοση.

ΠόληΑριθμός
πλοίων
ΠόληΑριθμός
πλοίων
ΠόληΑριθμός
πλοίων
Αθήνα[180Κόρινθος40Αίγινα30
Χαλκίδα20Μέγαρα20Σπάρτη16
Σικυώνα15Επίδαυρος10Ερέτρια7
Αμβρακία7Τροιζήνα5Νάξος4
Λευκάδα3Ερμιόνη3Στύρα2
Κύθνος1 (1)Κέα2Μήλος(2)
Σίφνος(1)Σέριφος(1)Κρότωνας1
Σύνολο366 ή 378[1] (5)
Οι αριθμοί στην παρένθεση αναφέρονται σε πεντηκοντόρους, ενώ τα υπόλοιπα είναι τριήρεις.

Περσικός στόλος
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο περσικός στόλος είχε 1.207 τριήρεις. Ωστόσο, από αυτά τα πλοία, το 1/3 χάθηκε στη Μαγνησία, λόγω καταιγίδας, περισσότερα από 200 χάθηκαν στην Εύβοια,, ενώ τουλάχιστον 50 πλοία καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας του Αρτεμισίου. Ο Ηρόδοτος ισχυρίζεται ότι αυτές οι απώλειες αντικαταστάθηκαν στο σύνολο τους, αλλά νωρίτερα αναφέρει ότι οι κάτοικοι της Θράκης (και των κοντινών περιοχών) πρόσφεραν στους Πέρσες 120 πλοία. Ο Αισχύλος συμφωνεί με τον Ηρόδοτο, και αναφέρει ότι 207 πλοία ήταν γρήγορα. Ο Διόδωρος Σικελιώτης και ο Λυσίας ισχυρίζονται ότι 1.200 πλοία του περσικού στόλου συναθροίστηκαν στον Δορίσκο, την άνοιξη του 480 π.Χ. Ο αριθμός των 1.207 (μόνο για την αρχή) δίνεται επίσης από τον Έφορο, καθώς ο δάσκαλος του Ισοκράτης ισχυρίζεται ότι συναθροίστηκαν 1.300 πλοία στη Δορίσκο και 1.200 στη Σαλαμίνα. Ο Κτησίας δίνει άλλο αριθμό, χίλια πλοία, καθώς ο Πλάτωνας αναφέρει ότι οι Πέρσες είχαν χίλια πλοία και περισσότερα.

Ο αριθμός των 1.207 περσικών πλοίων εμφανίστηκε πολύ νωρίς στις ιστορικές αναφορές (472 π.Χ), και οι Έλληνες φαίνεται πραγματικά να πίστευαν ότι αντιμετώπισαν τόσα πολλά πλοία. Εξαιτίας της συνοχής στις αρχαίες πηγές, μερικοί σύγχρονοι ιστορικοί συμφωνούν ότι οι Πέρσες είχαν 1.207 πλοία - άλλοι δεν δέχονται αυτό τον αριθμό, αναφέροντας ότι μοιάζει περισσότερο με παραπομπή στον ελληνικό στόλο στην Ιλιάδα, και γενικά θεωρείται ότι οι Πέρσες μπορούσαν να έχουν μόνο περίπου 600 πολεμικά πλοία στο Αιγαίο. Ωστόσο, πολύ λίγοι φαίνεται να δέχονται ότι στη Σαλαμίνα συμμετείχαν τόσα περσικά πλοία - ο πιο σωστός, κατά τους περισσότερους, αριθμός είναι περίπου 600-800 περσικά πλοία. Αυτός επίσης είναι ο αριθμός που δίνεται αν προσθέσουμε τον αριθμό των περσικών πλοίων μετά το Αρτεμίσιο (~550) και των ενισχύσεων (120), που αναφέρονται από τον Ηρόδοτο.


V. Στρατηγική και τακτική

Οι Πέρσες, σύμφωνα με τους σύγχρονους ιστορικούς, είχαν σκοπό να καταλάβουν, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, την Ελλάδα, έχοντας φέρει μεγάλες δυνάμεις. Από την άλλη, οι Έλληνες αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες σε στενούς χώρους, όπου δεν θα ήταν χρήσιμη η αριθμητική υπεροχή τους. Ο Ξέρξης δε φανταζόταν τέτοια αντίσταση, για αυτό περίμενε τέσσερις μέρες να διασκορπιστούν οι Έλληνες στις Θερμοπύλες. Ο χρόνος ήταν ζωτικής σημασίας παράγων για τους Πέρσες, καθώς δεν μπορούσαν να συντηρούν τον στρατό τους για πολύ καιρό, και ο Ξέρξης επιθυμούσε να επιστρέψει γρήγορα στην Περσία. Η μάχη των Θερμοπυλών απέδειξε ότι η μετωπική επίθεση κατά των Ελλήνων ήταν άχρηστη, και ότι, με τους Σύμμαχους στον Ισθμό, η κατάληψη της Ελλάδος από την ξηρά ήταν σχεδόν απίθανη. Όμως, η μάχη των Θερμοπυλών απέδειξε επίσης ότι οι Έλληνες καταστρέφονταν όταν οι Πέρσες τους υπερφαλάγγιζαν. Για να καταστρέψει τους σύμμαχους στον Ισθμό, έπρεπε να πετύχει σοβαρή νίκη σε ναυμαχία, κάτι που θα του έδινε την ευκαιρία να τελείωσει γρήγορα και νικηφόρα τον πόλεμο. Από την άλλη, οι Έλληνες θα απέφευγαν την καταστροφή μόνο αν περικύκλωναν και κατέστρεφαν τον περσικό στόλο, όπως ήλπιζε ο Θεμιστοκλής.

Οι Πέρσες, σύμφωνα με τους σύγχρονους ιστορικούς, δεν έπρεπε να είχαν πολεμήσει στη Σαλαμίνα, καθώς θα είχαν τακτικό μειονέκτημα. Ο Ηρόδοτος, στο βιβλίοΟυρανία, αναφέρεται στο συνέδριο που έγινε πριν την ναυμαχία της Σαλαμίνας, στο οποίο μόνο η Αρτεμισία τάχθηκε κατά της ιδέας για ναυμαχία στην Σαλαμίνα, λέγοντας τα εξής:

Αυτή είναι η συμβουλή μου για σένα: μην δώσεις μάχη στη θάλασσα. Οι άνδρες τους είναι ανώτεροι από τους δικούς μας στη θάλασσα όπως οι άνδρες είναι ανώτεροι των γυναικών [...] Θα πρέπει να σου εξηγήσω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα για τον αντίπαλο. Αν δεν επιτεθείς αλλά κρατήσεις τον στόλο στην ακτή, ή αν επιτεθείς στην Πελοπόννησο, δέσποτα, θα πετύχεις τους στόχους σου χωρίς κόπο. Δεν θα μπορέσουν οι Έλληνες να σου αντισταθούν πολύν καιρό, θα σκορπιστούν και θα γυρίσουν στις πόλεις τους. Δεν έχουν προμήθειες σε αυτό το νησί, όπως με πληροφόρησαν, ούτε είναι φυσικό, αν στείλεις στρατό στην Πελοπόννησο, να μείνουν εδώ όσοι κατάγονται από εκεί ούτε να ναυμαχήσουν για τους Αθηναίους. Αν όμως αποφασίσεις να δώσεις ναυμαχία, φοβάμαι ότι θα κακοπάθει ο στόλος αλλά και ο στρατός συγχρόνως.

Οι Πέρσες είχαν αρκετά πλοία για να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες στη Σαλαμίνα και να στείλουν ένα μικρό στόλο στην Πελοπόννησο. Παρ' ολ' αυτά, οι δύο πλευρές αποφάσισαν να δώσουν μια ναυμαχία, με την ελπίδα να αλλάξουν αποφασιστικά την πορεία του πολέμου.

Οι Πέρσες είχαν πλεονέκτημα, λόγω αριθμητικής υπεροχής και περισσότερων ποιοτικών πλοίων. Οι Πέρσες, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, είχαν καλύτερους ναυτικούς - τα περισσότερα αθηναϊκά πλοία (και κατ' επέκταση το μεγαλύτερο μέρος του στόλου) είχαν δημιουργηθεί πρόσφατα και τα πληρώματα τους δεν ήταν έμπειρα. Η πιο κοινή θαλάσσια τακτική στην Μεσόγειο αυτό τον καιρό ήταν ο εμβολισμός (οι τριήρεις ήταν εξοπλισμένες με ένα έμβολο), ή η χρησιμοποίηση οπλιτών (επιβατών, όπως οι σημερινοί πεζοναύτες). Οι Πέρσες και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν έναν ελιγμό που ήταν γνωστός ως «διέκπλους». Κατά τον ελιγμό αυτόν, το πλοίο εισχωρούσε σε κενό μεταξύ πλοίων της εχθρικής παράταξης και έστρεφε απότομα, εμβολίζοντας το εχθρικό πλοίο στα πλευρά. Οι Πέρσες είχαν αρκετά έμπειρους ναυτικούς για τον ελιγμό αυτό, αλλά οι Έλληνες είχαν σχεδιάσει μια τακτική για να τον εξουδετερώσουν.

Υπήρξαν πολλές συζητήσεις σχετικά με το αξιόμαχο του ελληνικού και του περσικού στόλου. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι τα ελληνικά πλοία ήταν βαρύτερα, άρα και λιγότερο ευέλικτα. Σύμφωνα με σύγχρονους ιστορικούς, τα ελληνικά πλοία ήταν βαρύτερα εκ κατασκευής ή δεν είχαν στεγνώσει από τον χειμώνα. Άλλοι αναφέρουν ότι το μεγάλο βάρος των ελληνικών πλοίων προερχόταν από το βάρος των οπλιτών (επιβατών), είκοσι από τους οποίους φαίνεται να ζύγιζαν (με τον εξοπλισμό τους) δύο τόνους. Το μεγάλο βάρος θα μείωνε τις πιθανότητες των Ελλήνων να αποκρούσουν τον διέκπλουν. Παρ' ολ' αυτά, φαίνεται ότι οι Έλληνες είχαν περισσότερους από το κανονικό οπλίτες, γιατί η κύρια τακτική τους ήταν η επιβίβαση (ρεσάλτο). Πράγματι, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν βύθιζαν πλοία στο Αρτεμίσιο, αλλά τα αιχμαλώτιζαν. Μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών διατυπώθηκε η άποψη ότι το μεγάλο βάρος των ελληνικών πλοίων τους επέτρεψε να αντέξουν τους ισχυρούς ανέμους στις ακτές της Σαλαμίνας και να αποφύγουν τον εμβολισμό ή μάλλον τις συνέπειές του.

Οι Πέρσες μπορούσαν να νικήσουν τον ελληνικό στόλο σε ναυμαχία στον ανοικτό χώρο, λόγω αριθμητικής υπεροχής και μεγαλύτερης ναυτικής εμπειρίας, ενώ οι Έλληνες μπορούσαν να νικήσουν τους Πέρσες μόνο σε στενό χώρο, όπου η αριθμητική υπεροχή των Περσών θα τους προκαλούσε προβλήματα. Η ναυμαχία του Αρτεμισίου έδειξε στους Έλληνες ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες, αλλά χρειάζονταν πιο στενό χώρο από ότι το Αρτεμίσιο. Σύμφωνα με τον Lazenby (Λάζενμπι), οι Πέρσες επιτέθηκαν στη Σαλαμίνα επειδή ήταν σίγουροι για την νίκη τους και επειδή έπεσαν στην παγίδα του Θεμιστοκλή.


VI. Μάχη

ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Ο Τομ Χόλλαντ αναφέρει ότι η ναυμαχία της Σαλαμίνας δεν περιγράφτηκε καλά από τις αρχαίες πηγές και είναι αδύνατο κάποιος από τους συμμετέχοντες (πλην του Ξέρξη) να έχει πλήρη εικόνα της μάχης.

Παρατάξεις
Όπως αναφέρει ο Διόδωρος, οι Αθηναίοι παρατάχθηκαν στα αριστερά, με τους Σπαρτιάτες (μαζί με τους Αιγινήτες και τους Μεγαρείς) στα δεξιά. Ο ελληνικός στόλος φαίνεται να διαμορφώθηκε σε δύο τάξεις, λόγω του πολύ στενού χώρου. Ο Ηροδότος αναφέρει ότι ο ελληνικός στόλος εκτείνεται σε γραμμή από τον βορρά στον νότο (από τον σημερινό Άγιο Γεώργιο μέχρι την Κυνόσουρα). Ο Διόδωρος αναφέρει ότι ο ελληνικός στόλος παρατάχθηκε από την ανατολή ως τη δύση, από την Σαλαμίνα μέχρι το Αιγάλεω Όρος - θεωρείται λανθασμένο καθώς η περιοχή (Αιγάλεω Όρος) ήταν υπό την κατοχή των Περσών.

Ο περσικός στόλος, το απόγευμα πριν τη ναυμαχία, στάλθηκε να κλείσει την έξοδο από τα στενά. Ο Ηρόδοτος πιστεύει ότι οι Πέρσες εισήλθαν στα Στενά της Σαλαμίνας το σούρουπο, περιμένοντας τους Έλληνες να βγούν, έτσι ώστε να τους καταστρέψουν. Μερικοί σύγχρονοι ιστορικοί συμφωνούν με αυτή την άποψη, ενώ άλλοι δηλώνουν ότι οι Πέρσες δεν μπορούσαν να κάνουν ελιγμούς σε στενό χώρο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Υπάρχουν δύο θεωρίες - είτε οι Πέρσες έκλεισαν την έξοδο από τα στενά και εισήλθαν στα στενά με την ανατολή του ήλιου είτε παρατάχθηκαν στα στενά την νύχτα. Οι Πέρσες περιέστρεψαν τον στόλο τους από την άκρη της Κυνόσουρας, έτσι ώστε από μια αρχική προσέγγιση ανατολής-δύσης (εμποδίζοντας την έξοδο), να έρθουν γύρω από μια ευθυγράμμιση βορρά-νότου (δείτε το διάγραμμα). Ο περσικός στόλος φαίνεται να διαμορφώθηκε σε 3 τάξεις των πλοίων (σύμφωνα με τον Αισχύλο) - με τους Φοίνικες στα δεξιά (Αιγάλεω Όρος), τους Ίωνες στα αριστερά και τους υπόλοιπους στο κέντρο.

Ο Διόδωρος δηλώνει ότι ο Ξέρξης έστειλε τους Αιγύπτιους να κλείσουν τον δίαυλο μεταξύ Σαλαμίνας και Μεγάρων. Αν ο Ξέρξης σκόπευε να παγιδεύσει τους Έλληνες, αυτή η κίνηση θα προκαλούσε αίσθηση (ειδικά όταν δεν περίμενε να ναυμαχήσει με τους Έλληνες). Παρόλα αυτά, ο Ηρόδοτος δεν αναφέρει κάτι τέτοιο (πιθανώς παραπέμπει στην παρουσία των Αιγυπτίων στην κύρια μάχη), με μερικούς σύγχρονους ιστορικούς να απορρίπτουν τη θεωρία αυτή, ενώ άλλοι να τη δέχονται. Ο Ξέρξης επίσης έστειλε λίγο στρατό στην Ψυττάλεια, με σκοπό να σκοτώσει όσους Έλληνες κατέληγαν εκεί.

Πρώτη φάση
Δεδομένου ότι οι Πέρσες αποφάσισαν να μην επιτεθούν στους Έλληνες μέχρι την ανατολή του ηλίου, είχαν αυτοί την ευκαιρία, αφού δεν σκέφτονταν να διαφύγουν, να προετοιμαστούν τη νύχτα. Μετά τον λόγο του Θεμιστοκλή, οι ναύτες επιβιβάστηκαν και τα πλοία ήταν έτοιμα. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, την αυγή, όταν οι Έλληνες μπήκαν στα πλοία τους, οι Πέρσες τους επιτέθηκαν. Αν οι Πέρσες εισήλθαν στα στενά κατά το ξημέρωμα, οι Έλληνες είχαν χρόνο να πάρουν τις θέσεις τους.

Ο Αισχύλος δηλώνει ότι όταν οι Πέρσες εισήλθαν στα στενά, πριν δούν τον ελληνικό στόλο, είχαν ακούσει το πολεμικό τραγούδι των Ελλήνων, τον παιάνα:

Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε,
ἐλευθεροῦτε πατρίδ', ἐλευθεροῦτε δὲ
παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων:
νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.

Εμπρός, γιοί των Ελλήνων,
Ελευθερώστε την πατρίδα,
Ελευθερώστε τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας,
Τους βωμούς των θεών των πατέρων σας
Και τους τάφους των προγόνων σας:
Τώρα είναι ο αγώνας για τα πάντα.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον ισχυρισμό των Αθηναίων, ότι στην αρχή της μάχης οι Κορίνθιοι ύψωσαν τα πανιά τους και υποχώρησαν στα βόρεια και ότι επέστρεψαν όταν είχαν όλα τελειώσει - παρ' ολ' αυτά, οι υπόλοιποι Έλληνες δεν πίστεψαν τους Αθηναίους. Σύμφωνα με τον Χόλλαντ, οι Κορίνθιοι κατευθύνθηκαν στα βόρεια για να ελέγξουν αν υπήρχε εκεί ο αιγυπτιακός στόλος. Από την άλλη, φαίνεται ότι η υποχώρηση των Κορινθίων οδήγησε τους Πέρσες σε επίθεση.

Εκείνη τη στιγμή, φαίνεται ότι οι Πέρσες αποδιοργανώθηκαν, ενώ ήταν φανερό ότι οι Έλληνες ήταν έτοιμοι για επίθεση. Αλλά, αντί να επιτεθούν, οι Έλληνες υποχώρησαν. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, αυτό έγινε για να παραταχθούν σε καλύτερη θέση και για να κερδίσουν χρόνο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Έλληνες, καθώς υποχωρούσαν, είδαν μια γυναίκα που τους έλεγε ὦ δαιμόνιοι, μέχρι κόσου ἔτι πρύμνην ἀνακρούεσθε (μετ. ω δαιμόνιοι, μέχρι που σκοπεύετε να φθάσετε με τα πλοία σας;).

Ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης έδωσε το σήμα για επίθεση. Στην αρχή, ένα ελληνικό πλοίο, με ένα απλό χτύπημα, διέλυσε το πιο κοντινό περσικό πλοίο. Οι Αθηναίοι δήλωσαν ότι ήταν το πλοίο του Αμεινία, Αθηναίου από την Παλλήνη, αν και οι Αιγινήτες ισχυρίστηκαν ότι ήταν ένα από τα δικά τους πλοία. Τότε, τα ελληνικά πλοία επιτέθηκαν.

Κύρια μάχη
Η Ναυμαχία στη Σαλαμίνα
(Die Seeschlacht bei Salamis),
του 
Γερμανού Βίλχελμ φον Κάουλμπαχ
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Οι λεπτομέρειες της μάχης είναι πρόχειρες, ενώ κανένας από τους συμμετέχοντες δεν θα μπορούσε να δει τι γινόταν σε ολόκληρο το πεδίο της μάχης, πλην του Ξέρξη και των στρατηγών του. Είναι γνωστό ότι οι ελληνικές τριήρεις είχαν μεγάλο έμβολο στο μπροστινό μέρος, έτσι ώστε να καταστρέφουν τα εχθρικά πλοία. Αν ο εμβολισμός δεν έφερνε το επιθυμητό αποτέλεσμα, τότε ξεκινούσε μάχη μεταξύ των στρατιωτών που υπήρχαν στα πλοία Οι Έλληνες είχαν οπλίτες με βαρύ οπλισμό, ενώ οι Πέρσες φαίνεται να είχαν οπλίτες με ελαφρύτερο οπλισμό.

Στο θέατρο της ναυμαχίας, η πρώτη γραμμή μάχης των Περσών απωθήθηκε από τους Έλληνες, εμποδίζοντας την προώθηση της δεύτερης και της τρίτης γραμμής. Ο Θεμιστοκλής, παράλληλα, κατάφερε να χωρίσει στα δύο το δεξιό μέρος της παράταξης των Φοινίκων. Ο Αριαβίγνης (αδερφός του Ξέρξη) σκοτώθηκε στην αρχή της μάχης. Στο κέντρο, οι Έλληνες κατάφεραν να χωρίσουν τον περσικό στόλο στα δύο.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει, εκείνη τη στιγμή, την ιστορία της Αρτεμισίας. Το πλοίο της είχε βρεθεί κυνηγημένο από τον Αμεινία. Τότε, για να ξεφύγει, εμβόλισε το πλοίο του Δαμασιθύμου, βασιλιά των Καλυνδέων - αυτό έπεισε τους Αθηναίους ότι το πλοίο της Αρτεμισίας ήταν φιλικό. Ο Ξέρξης, ο οποίος παρακολουθούσε τη ναυμαχία από το Αιγάλεω Όρος, ρώτησε να μάθει ποιός είχε βυθίσει το πλοίο, το οποίο θεώρησε ελληνικό. Κάποιος του απάντησε πως αυτή που το βύθισε ήταν η Αρτεμισία. Τότε ο Ξέρξης είπε «οἱ μὲν ἄνδρες γεγόνασί μοι γυναῖκες, αἱ δὲ γυναῖκες ἄνδρες» (μετ. οι άνδρες μου έγιναν γυναίκες και οι γυναίκες άνδρες). Ορισμένοι Φοίνικες προσπάθησαν να κατηγορήσουν τους Ίωνες για δειλία πριν το τέλος της μάχης. Αλλά ο Ξέρξης διέταξε να αποκεφαλιστούν οι Φοίνικες επειδή είχαν κατηγορήσει τους πιο «ευγενείς» άνδρες του περσικού στόλου.

Ένας βασιλιάς κάθησε στο βραχώδες μέτωπο
Που κοιτούσε στη θαλασσογενημμένη Σαλαμίνα
Και τα πλοία, χιλιάδες, ακολουθούσαν,
Και άνδρες εθνών - όλοι ήταν δικοί του!
Τους αρίθμησε κατά τη θραύση της ημέρας-
Και όταν έδυσε ο ήλιος πού ήταν αυτοί;
— Λόρδος Βύρων στο Don Juan

Ακολούθησε η καταδίωξη και η καταστροφή του περσικού στόλου, ο οποίος υποχώρησε στο Φάληρο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Αιγινήτες τους έστησαν ενέδρα - μερικά περσικά πλοία κατευθύνθηκαν στο λιμάνι, στο Φάληρο, όπου βρίσκονταν ο περσικός στρατός. Ο Αριστείδης, μαζί με ένα σώμα οπλιτών, κατευθύνθηκε στην Ψυττάλεια, για να εξοντώσει όσους Πέρσες άφησε εκεί ο Ξέρξης.

Οι Έλληνες έχασαν 40 τριήρεις, ενώ οι Πέρσες φαίνεται να έχασαν 200 πλοία - είναι γνωστό ότι το επόμενο έτος είχαν 300 πλοία. Ο αριθμός των περσικών απωλειών εξαρτάται από τον αριθμό των περσικών πλοίων που θα δεχτούμε ότι βυθίστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν - ο Ηρόδοτος δηλώνει ότι πολλοί Πέρσες χάθηκαν επειδή δεν ήξεραν να κολυμπούν.


VII. Αποτελέσματα

Η Στήλη των Όφεων, στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης
σήμερα, ένα μνημείο για τη συμμαχία τους, το οποίο
δημιουργήθηκε από τους Σύμμαχους μετά τη νίκη στις 
Πλαταιές
Μετά τη ναυμαχία, ο Ξέρξης δοκίμασε να χτίσει γέφυρα απέναντι από τα στενά για να επιτεθεί στους Αθηναίους, αλλά απέτυχε. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται σε ένα πολεμικό συνέδριο μετά τη ναυμαχία, όπου ο Μαρδόνιος είπε:

Δέσποτα, μη λυπάσαι για αυτό που έγινε και μη το θεωρείς μεγάλη συμφορά. Δεν εξαρτάται από τα ξύλα ο αγώνας που θα μας τα δώσει όλα, αλλά από τους άνδρες και τα άλογα [...] Αν θέλεις, θα επιτεθούμε στην Πελοπόννησο, αν όχι, μπορούμε να περιμένουμε [...] Μη κάνεις τίποτα, Βασιλιά, που θα γελοιοποιήσει τους Πέρσες στους Έλληνες, γιατί δεν φάνηκαν οι Πέρσες δειλοί. Αν οι Φοίνικες και οι Αιγύπτιοι και οι Κύπριοι και οι Κύλικες φάνηκαν δειλοί, δεν φταίνε οι Πέρσες [...] Αν δεν θέλεις να μείνεις στην Ελλάδα, γύρισε πίσω με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού και άφησέ με υποδουλώσω την Ελλάδα για σένα με τριακόσιες χιλιάδες στρατού που θα διαλέξω εγώ.

Ο Ξέρξης, φοβούμενος ότι οι Έλληνες θα κατέστρεφαν τη γέφυρα του Ελλησπόντου, αποφάσισε να υποχωρήσει με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του - ο Μαρδόνιος έμεινε με τους στρατιώτες που διάλεξε. Ο Μαρδόνιος πέρασε τον χειμώνα στη Βοιωτία και στη Θεσσαλία, ενώ οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην πόλη τους.

Οι Αιγινήτες πήραν το αριστείο της ανδρείας. Για τον στρατηγό που αρίστευσε, οι στρατηγοί ψήφισαν πρώτα τον εαυτό τους και μετά τον Θεμιστοκλή. Οι Σπαρτιάτες έδωσαν στεφάνι ανδρείας στον Ευρυβιάδη και στον Θεμιστοκλή στεφάνι αριστείας στη σύνεση και στην επιτηδειότητα.

Το επόμενο έτος, ο Μαρδόνιος ανακατέλαβε την Αθήνα. Αλλά, οι Έλληνες, υπό την ηγεσία των Σπαρτιατών, αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν σε μάχη τον Μαρδόνιο, για αυτό βάδισαν για την Αττική. Ο Μαρδόνιος υποχώρησε στη Βοιωτία, για να δελεάσει τους Έλληνες να πολεμήσουν στις Πλαταιές. Στη μάχη των Πλαταιών, το ελληνικό πεζικό συνέτριψε τους Πέρσες, ενώ στη μάχη της Μυκάλης, ο ελληνικός στόλος πέτυχε σοβαρή νίκη επί του περσικού στόλου.


VIII. Σημασία

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας αποτελεί σημείο καμπής στους Περσικούς Πολέμους. Χάρη στη νίκη τους, οι Έλληνες κατάφεραν να επιβιώσουν, ενώ οι Πέρσες υπέστησαν σοβαρές υλικές ζημιές. Στις μάχες των Πλαταιών και της Μυκάλης, η απειλή για την κατάληψη της Ελλάδος διαλύθηκε και οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση. Στις επόμενες τρεις δεκαετίες, οι Αθηναίοι, χάρη στους πολέμους της Δηλιακής Συμμαχίας, κατάφεραν να απελευθερώσουν τη Θράκη, τη Μακεδονία, τα νησιά του Αιγαίου, την Ιωνία, και βοήθησαν τους Αιγύπτιους στην εξέγερση τους κατά των Περσών - αυτά τα γεγονότα μείωσαν το γόητρο των Περσών.

Οι μάχες στις Θερμοπύλες, στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα θεωρούνται σήμερα «θρυλικές», λόγω των δυσμενών συνθηκών για τους Έλληνες και της μεγάλης ανισότητας των δυνάμεων. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι η ναυμαχία της Σαλαμίνας είναι μια από τις πιο σημαντικές μάχες στην ιστορία. Για να υποστηρίξουν αυτή την άποψη, δηλώνουν ότι αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί στη ναυμαχία, η πιθανή κατάληψη της Ελλάδας από τους Πέρσες θα σταματούσε την ανάπτυξη του ελληνικού και του μετέπειτα δυτικού πολιτισμού. Αυτή η οπτική γωνία βασίζεται στην προϋπόθεση ότι το μεγαλύτερο μέρος του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, όπως η φιλοσοφία, η επιστήμη, η ατομική ελευθερία και η δημοκρατία έχουν τις ρίζες τους στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Παρόλα αυτά, ο Χόλλαντ υποστηρίζει ότι ο ελληνικός πολιτισμός μπορούσε να αναπτυχθεί και υπό την περσική κυριαρχία - και φέρνει ως παράδειγμα τους Ίωνες που είχαν διατηρήσει τον πολιτισμό τους, παρόλο που αυτός ο πολιτισμός δεν ήταν δημοκρατικός και στερείται πολλών χαρακτηριστικών (ατομική ελευθερία, δημοκρατία) για τα οποία φημίζεται ο αθηναϊκός πολιτισμός. Η πολιτιστική ακμή της Αθήνας σημειώθηκε αμέσως μετά τη νίκη στους Περσικούς Πολέμους.

Όσον αφορά τον στρατιωτικό τομέα, είναι δύσκολο να βγουν συμπεράσματα, λόγω της αβεβαιότητος για το τί πράγματι συνέβη. Οι Έλληνες επέλεξαν το χώρο όπου η αριθμητική υπεροχή των Περσών ήταν άχρηστη και προβληματική, αλλά αυτή τη φορά βασίστηκαν και στην άσκοπη επίθεση των Περσών. Πάντως, θεωρείται ότι το πιο σημαντικό μάθημα είναι η εξαπάτηση των Περσών από τον Θεμιστοκλή.


Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ - Η Μάχη του Μαραθώνα (VIDEO)

Ἑλλήνων προμαχοῦντες Ἀθηναῖοι Μαραθῶνι, χρυσοφόρων Μήδων ἐστόρεσαν δύναμιν
Ελληνική φάλαγγα

Η Μάχη του Μαραθώνα (αρχαία ελληνικά Μάχη τοῦ Μαραθῶνος), που διεξήχθη τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ, αποτελεί σύγκρουση μεταξύ των Ελλήνων (Αθηναίοι και Πλαταιείς) και των Περσών κατά την πρώτη εισβολή των Περσών στην Ελλάδα.
Μάχη του Μαραθώνα
Περσικοί Πόλεμοι
Ac.marathon.jpg
Το πεδίο της μάχης σήμερα
ΗμερομηνίαΑύγουστος/Σεπτέμβριος 490 π.Χ
ΤόποςΜαραθώνας
ΈκβασηΑποφασιστική νίκη των Ελλήνων, λήξη της πρώτης περσικής εισβολής στην Ελλάδα
Εμπλεκόμενες πλευρές
Αθήνα,
Πλαταιές
Περσική Αυτοκρατορία
Ηγετικά πρόσωπα
Μιλτιάδης,
Καλλίμαχος
Δάτης,
Αρταφέρνης
Δυνάμεις
9.000 – 10.000 Αθηναίοι,
1.000 Πλαταιείς
20.000 – 100.000 πεζοί και 1.000 ιππείς (σύγχρονες εκτιμήσεις)
600 πλοία, 200.000 – 600.000 πεζοί, και 10.000 ιππείς (αρχαίες πηγές)
Απώλειες
192 Αθηναίοι,
11 Πλαταιείς (Ηρόδοτος)
6.400 νεκροί
7 κατεστραμμένα πλοία (Ηρόδοτος)
Μετά την αποτυχία της Ιωνικής Επανάστασης, ο Δαρείος συγκέντρωσε μεγάλη δύναμη για να εκδικηθεί την Αθήνα και την Ερέτρια, οι οποίες είχαν βοηθήσει τους Ίωνες. Το 492 π.Χ, έστειλε δύναμη, υπό την ηγεσία του Μαρδόνιου αλλά ο περσικός στόλος καταστράφηκε από τρικυμία παραπλέοντας τον Άθω. Τελικά το 490 π.Χ., υπό τη διοίκηση του Δάτη και του Αρταφέρνη, ο περσικός στρατός κατέλαβε τις Κυκλάδες, κατέστρεψε την Ερέτρια και στρατοπέδευσε στον Μαραθώνα, όπου τους αντιμετώπισε μια δύναμη Αθηναίων και Πλαταιέων. Η μάχη έληξε με αποφασιστική νίκη των Ελλήνων - που οφειλόταν στην στρατιωτική ιδιοφυΐα του Μιλτιάδη - και οι Πέρσες αναγκάσθηκαν να φύγουν στην Ασία. Ο Δαρείος άρχισε να συγκεντρώνει και πάλι στρατό, αλλά πέθανε σε λίγο. Ο γιος του Ξέρξης επιχείρησε και εισέβαλε στην Ελλάδα (το 480 π.Χ), αλλά η εισβολή του έληξε με αποτυχία.Η μάχη του Μαραθώνα έδειξε στους Έλληνες ότι μπορούσαν να νικήσουν τους Πέρσες.

Κατά τους σύγχρονους ιστορικούς και μελετητές, η μάχη στον Μαραθώνα αποτελεί μια από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας - ο Edward Shepherd Creasy συμπεριλαμβάνει τη μάχη του Μαραθώνα στο έργο The Fifteen Decisive Battles of the World: from Marathon to Waterloo (Οι Δεκαπέντε πιο Αποφασιστικές Μάχες του Κόσμου: από τον Μαραθώνα στο Βατερλώ), ενώ ο Τζων Στιούαρτ Μιλ είχε δηλώσει ότι «η μάχη του Μαραθώνα αποτελεί σημαντικότερο γεγονός για τη βρετανική ιστορία από τη μάχη του Χάστινγκς». 

Πηγές

Κύρια πηγή για τους Περσικούς πολέμους αποτελεί ο Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος. Ο Ηρόδοτος, γνωστός ως «Πατέρας της Ιστορίας», γεννήθηκε το 484 π.Χ. στην Αλικαρνασσό της Μικράς Ασίας, η οποία εκείνη την περίοδο βρισκόταν υπό περσική κατοχή. Έγραψε το έργο «Ιστορίαι» γύρω στα 440-430 π.Χ, προσπαθώντας να ανακαλύψει τις πραγματικές αιτίες των Περσικών πολέμων, οι οποίοι ολοκληρώθηκαν το 450 π.Χ. Η μέθοδος του Ηρόδοτου αποτελούσε καινοτομία και σύμφωνα με μερικούς ιστορικούς, ο Ηρόδοτος έχει εφεύρει την ιστορία που ξέρουμε. Κατά τον Παπαρρηγόπουλο: «Ο Ηρόδοτος είναι ο δημιουργός της αληθούς ιστορικής τέχνης...πρώτος ενόησεν ότι η ιστορία δεν είναι απλούς πραγμάτων κατάλογος, αλλά και η τεχνική των πραγμάτων τούτων συναρμολογία και η εξήγησις του χαρακτήρος αυτών». Κατά τον Τομ Χόλλαντ: «Για πρώτη φορά, ένας ιστορικός αποφάσισε να αποκαλύψει τα αίτια ενός πολέμου, ο οποίος έληξε πρόσφατα, χωρίς να καταγράφει μύθους, αλλά αιτίες, τις οποίες θα μπορούσαμε να ελέγξουμε προσωπικά».

Ο Θουκυδίδης είχε αμφισβητήσει το έργο του Ηροδότου, καθώς η προσωπική άποψη του τελευταίου εμφανιζόταν συχνά στο έργο του. Παρ' όλ' αυτά, ο Θουκυδίδης αποφάσισε να ξεκινήσει το έργο του εκεί όπου ο Ηρόδοτος σταμάτησε (στην πολιορκία της Σηστού) αλλά σταμάτησε την προσπάθεια, επειδή πίστευε ότι το έργο του Ηροδότου δεν χρειαζόταν επαναγραφή ή διορθώσεις, γιατί ήταν ακριβές. Η αξιοπιστία του Ηροδότου έχει αμφισβητηθεί και από άλλους ιστορικούς. Ο Παυσανίας, στα Φωκικά, αναφέρεται στην περιγραφή του Ηροδότου για τη μάχη των Θερμοπυλών, όπου ο δεύτερος καταγράφει ότι οι Θηβαίοι παραδόθηκαν, όπως και 80 Μυκηναίοι. Ο Πλούταρχος, στο έργο Περί της Ηροδότου κακοήθειας (αν όντως το έγραψε αυτός), κατηγορεί τον Ηρόδοτο επειδή ο τελευταίος ζήτησε χρήματα από τους Θηβαίους, και επειδή δεν τα έλαβε, έγραψε ότι οι Θηβαίοι δείλιασαν και παραδόθηκαν. Οπωσδήποτε οι κατηγορίες που εκτοξεύει το σύγγραμμα αυτό κατά του Ηρόδοτου κάθε άλλο παρά σοβαρές είναι. Την περίοδο της Αναγέννησης, παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι συνέχιζαν να διαβάζουν το έργο του Ηροδότου, ο ιστορικός είχε κακή φήμη. Παρ' όλ' αυτά, τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαίωσαν τα γραφόμενα του Ηροδότου και αποκατέστησαν τη φήμη και την αξιοπιστία του, ειδικά ως προς τα γεγονότα που εξέτασε αυτοπροσώπως. Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν το έργο του αξιόπιστο, αλλά έχουν αμφιβολίες για τους αριθμούς των νεκρών και τις ημερομηνίες των μαχών. Αρχαιολογικά ευρήματα, όπως η δελφική Στήλη των Όφεων, υποστηρίζουν τα αναφερόμενα από τον Ηροδότο.

Υπόβαθρο

Οι ρίζες της εχθρότητας Ελλήνων και Περσών βρίσκονται στην Ιωνική Επανάσταση. Οι Πέρσες, αν και η αυτοκρατορία τους ήταν σχετικά νέα, κατέπνιγαν βίαια τις επαναστάσεις των υποτελών τους - σύμφωνα με τους ιστορικούς, ο Δαρείος ήταν σφετεριστής, ο οποίος πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στους πολέμους εναντίον των εξεγερμένων υποτελών του. Πριν την Ιωνική Επανάσταση, ο Δαρείος κατέλαβε τη Θράκη και ανάγκασε τη Μακεδονία να συμμαχήσει μαζί του. Η Ιωνική Επανάσταση απείλησε τη σταθερότητα της Περσικής Αυτοκρατορίας, γι' αυτό και ο Δαρείος ορκίστηκε να τιμωρήσει τις ελληνικές πόλεις που συμμετείχαν σ' αυτή, όπως η Αθήνα και η Ερέτρια.
Χάρτης του ελληνικού κόσμου την περίοδο της μάχης
Η επανάσταση ξεκίνησε μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Νάξου από τον Μιλήσιο τύραννο Αρισταγόρα και τον Αρταφέρνη (πατέρα του Αρταφέρνη που συμμετείχε στη μάχη του Μαραθώνα). Ο Αρισταγόρας, προβλέποντας ότι θα πέσει στην δυσμένεια του Δαρείου κήρυξε τη Μίλητο δημοκρατία και το παράδειγμα του ακολούθησαν και άλλες ιωνικές πόλεις. Τότε, ο Αρισταγόρας πήγε στην Ελλάδα για να ζητήσει βοήθεια την οποία έδωσαν τελικά η Αθήνα και η Ερέτρια.

Από την Αθήνα στάλθηκαν είκοσι τριήρεις, ενώ άλλες πέντε στάλθηκαν από την Ερέτρια. Οι Έλληνες κατάφεραν να καταστρέψουν τις Σάρδεις, αλλά παρ' ολ' αυτά, ο ελληνικός στρατός καταστράφηκε. Η Ιωνική Επανάσταση έληξε με νίκη του περσικού στόλου το 493 π.Χ και αργότερα ο Δαρείος επέκτεινε την αυτοκρατορία του στο Ανατολικό Αιγαίο και στην Προποντίδα. Το 492 π.Χ, καθώς η Ιωνική Επανάσταση είχε λήξει, ο Δαρείος έστειλε στρατό, υπό την ηγεσία του Μαρδόνιου, ο οποίος ανάκτησε τη Θράκη και ανάγκασε τους Μακεδόνες να συμμαχήσουν με την Περσία - τελικά, όμως, ο περσικός στόλος καταστράφηκε λόγω θύελλας στο Όρος Άθως.
Ο Δαρείος Α΄ της Περσίας
Μετά από δύο έτη, ο Δαρείος - που είχε συμβούλους στην αυλή του τους εξόριστους από την Αθήνα Πεισιστρατίδες και τον επίσης εξόριστο βασιλιά της Σπάρτης Δημάρατο - έστειλε στρατό στην Ελλάδα, υπό την ηγεσία του Αρταφέρνη (γιο του σατράπη των Σαρδέων) και του Δάτη (Μήδου ναύαρχου), με διαταγές να καταλάβουν τις Κυκλάδες, να τιμωρήσουν τη Νάξο για την αντίσταση κατά των Περσών (πριν την Ιωνική Επανάσταση) και να τιμωρήσουν τις πόλεις της Αθήνας και της Ερέτριας. Αφού κατέλαβαν το Αιγαίο, οι Πέρσες επιτέθηκαν στην Ερέτρια. Παρά την αντίσταση της, ο Εύφορβος ο Αλκιμάχου και ο Φίλαγρος ο Κυνέου άνοιξαν τις πύλες της πόλης στους Πέρσες, οι οποίοι την κατέστρεψαν και έστειλαν πολλούς αιχμάλωτους στην Περσία. Τότε, οι Πέρσες κινήθηκαν προς την Αθήνα.

Πρελούδιο

Οι Πέρσες, αφού πέρασαν την Αττική, στρατοπέδευσαν στον Μαραθώνα (40 χιλιόμετρα από την Αθήνα) μετά από συμβουλή του Ιππία. Αρχηγός της αθηναϊκής δύναμης ήταν ο Μιλτιάδης, ο οποίος ήξερε καλά τις περσικές τακτικές, γι' αυτό και οι Αθηναίοι αποφάσισαν να κλείσουν τις δύο εξόδους των στενών του Μαραθώνα. Ταυτόχρονα, ο Φειδιππίδης, κήρυκας και δρομέας από την Αθήνα, στάλθηκε στη Σπάρτη για να ζητήσει βοήθεια, αλλά οι Σπαρτιάτες, επικαλούμενοι θρησκευτικούς λόγους, απάντησαν ότι θα στείλουν στρατό μετά την πανσέληνο. Μόνο χίλιοι οπλίτες από τις Πλαταιές έφθασαν στον Μαραθώνα για να βοηθήσουν τους Αθηναίους.

Για πέντε ημέρες, οι δύο στρατοί δεν αποφάσιζαν να επιτεθούν ο ένας στον άλλο. Τα πλευρά των Αθηναίων, όπως δηλώνει ο Κορνήλιος Νέπως, ήταν καλά προστατευμένα από τους ψηλούς λόφους. Κατά τον Τομ Χόλλαντ, αυτό εξυπηρετούσε τη στρατηγική των Αθηναίων, οι οποίοι περίμεναν την άφιξη των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι είχαν στη διοίκηση τους δέκα στρατηγούς, ένα από κάθε φυλή - πολέμαρχος ήταν ο Καλλίμαχος ο Αφιδναίος. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι κάθε ημέρα διοικούσε ένας στρατηγός - γι' αυτό, ο Μιλτιάδης αποφάσισε να επιτεθεί την ημέρα, κατά την οποία διοικητής του στρατού θα ήταν ο ίδιος. Κατά τους σύγχρονους ιστορικούς, οι Αθηναίοι θα διακινδύνευαν πολλά αν επετίθεντο πριν από την άφιξη των Σπαρτιατών.
Αναπαράσταση αγκυροβολημένων πλοίων
κατά τη Μάχη του Μαραθώνα
Ούτε οι Πέρσες ούτε οι Έλληνες ήθελαν να διακινδυνεύσουν μια μάχη. Παρ' ολ' αυτά, παραμένει άγνωστη η αιτία που οδήγησε τους Αθηναίους να επιτεθούν. Σύμφωνα με μια εκδοχή, οι Αθηναίοι είχαν μάθει από τους Ίωνες ότι οι Πέρσες απομάκρυναν τον ιππικό τους - αυτό αναφέρεται στο λεξικό «Σούδα»:

Δάτιδος ἐμβαλόντος εἰς τὴν Ἀττικὴν τοὺς Ἴωνας φασιν, ἀναχωρήσαντος αὐτοῦ, ἀνελθόντας ἐπἰ τὰ δένδρα σημαίνειν τοῖς Ἀθηναίοις ὡς εἶεν χωρὶς οἱ ἱππεῖς, καὶ Μιλτιάδην συνιέντα τὴν ἀναχώρησιν αὐτῶν συμβαλεῖν οὕτως καὶ νικῆσαι, ὅθεν καὶ τῆν παροιμίαν λεχθῆναι ἐπὶ τῶν τὴν τάξιν διαλυόντων.

Υπήρξαν πολλές παραλλαγές της θεωρίας αυτής, αλλά σύμφωνα με ιστορικούς, το περσικό ιππικό είχε μεταφερθεί στα πλοία, έτσι ώστε να επιτεθεί στην Αθήνα όσο το πεζικό θα αντιμετώπιζε τους Αθηναίους στον Μαραθώνα - αυτή η παραλλαγή βασίζεται στην αναφορά του Ηροδότου, ότι το περσικό πεζικό έπλευσε γύρω από το Σούνιο για να επιτεθεί στην Αθήνα. Κατά τον Λάνεζμπυ, οι Πέρσες βάδισαν για να επιτεθούν στους Αθηναίους, κάτι που οδήγησε στην αρχή της μάχης - αργότερα όμως, βλέποντας τους Πέρσες να προωθούνται, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να τους επιτεθούν. Δεν είναι σαφές ποια από τις δύο θεωρίες είναι η ορθότερη, παρ´ ολ´ αυτά είναι αποδεκτή κάποια δραστηριότητα των Περσών κατά την πέμπτη μέρα.

Ημερομηνία της μάχης

Έγιναν πολλές προσπάθειες για να βρεθεί η ακριβής ημερομηνία της μάχης. Κατά τους ιστορικούς, ο Ηρόδοτος χρονολογεί τα γεγονότα με το ηλιοσεληνιακό ημερολόγιο (συνδυασμός του ηλιακού και του σεληνιακού ημερολογίου). Κατά τον Philipp August Böckh, η μάχη διεξήχθη στις 12 Σεπτεμβρίου (κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο). Παρ' ολ' αυτά, φαίνεται ότι η κάθε ελληνική πόλη-κράτος είχε το δικό της ημερολόγιο - η ημερομηνία της μάχης εξαρτάται επίσης από την ημερομηνία που γιόρταζαν οι Σπαρτιάτες τα Κάρνεια. Θεωρείται πιθανό το γεγονός ότι το ημερολόγιο των Σπαρτιατών βρισκόταν κατά ένα μήνα πίσω από το αθηναϊκό, άρα η μάχη (κατά το σπαρτιατικό ημερολόγιο) διεξήχθη στις 12 Αυγούστου.

Δυνάμεις

Αθηναίοι: Ο Ηρόδοτος δεν αναφέρεται στο μέγεθος του αθηναϊκού στρατού - από την άλλη, ο Κορνήλιος Νέπως, ο Παυσανίας και ο Πλούταρχος δηλώνουν ότι οι Αθηναίοι διέθεταν 9.000 οπλίτες (και άλλους χίλιους από τις Πλαταιές), αν και ο Ιουστίνος αναφέρει ότι στη μάχη συμμετείχαν 10.000 Αθηναίοι και 1.000 Πλαταιείς. Αυτοί οι αριθμοί είχαν συγκριθεί μ' αυτούς που δίνει ο Ηρόδοτος για τη μάχη των Πλαταιών. Ο Παυσανίας περιγράφει επίσης ένα μνημείο προς τιμή των δούλων, οι οποίοι απελευθερώθηκαν λόγω της συνεισφοράς τους στον Μαραθώνα. Αυτοί οι αριθμοί είναι αποδεκτοί σήμερα.

Πέρσες: Κατά τον Ηρόδοτο, ο περσικός στόλος είχε 600 τριήρεις - δεν αναφέρει ωστόσο το μέγεθος του περσικού στρατού, αν και γράφει ότι ήταν πολύ καλά προετοιμασμένος. Ο Σιμωνίδης ο Κείος γράφει ότι οι Πέρσες διέθεταν 200.000 στρατιώτες - ο Κορνήλιος Νέπως γράφει ότι οι Πέρσες είχαν 200.000 άνδρες πεζικό και 10.000 άνδρες ιππικό (από αυτούς σχεδόν οι μισοί πολέμησαν στον Μαραθώνα, ενώ οι υπόλοιποι στάλθηκαν στο Σούνιο). Ο Πλούταρχος και ο Παυσανίας αναφέρουν, όπως και το λεξικό «Σούδα», ότι οι Πέρσες είχαν 300.000 στρατιώτες. Ο Πλάτωνας και ο Λυσίας αναφέρουν ότι οι Πέρσες είχαν 500.000 στρατιώτες - ο Ιουστίνος δηλώνει ότι οι Πέρσες διέθεταν 600.000 άνδρες. Κατά τους σύγχρονους ιστορικούς, οι Πέρσες διέθεταν από είκοσι με εκατό χιλιάδες άνδρες πεζικό και χίλιους ιππείς.

Στρατηγική και τακτική

Ακόμα και αν οι Αθηναίοι συγκέντρωναν όλους τους διαθέσιμους οπλίτες στο Μαραθώνα, η αριθμητική υπεροχή των Περσών θα ήταν τουλάχιστον δύο προς ένα. Επιπλέον, αν τους συγκέντρωναν όλους στο Μαραθώνα, οι Πέρσες θα μπορούσαν να επιτεθούν στην Αθήνα χωρίς να συναντήσουν αντίσταση και μια πιθανή ήττα στον Μαραθώνα θα σήμαινε την καταστροφή της Αθήνας, καθώς δεν θα είχε στρατό για να αμυνθεί. Γι' αυτό οι Αθηναίοι αποφάσισαν να κλείσουν τις δύο εξόδους των στενών, όπου μπορούσαν να περιμένουν τους Σπαρτιάτες - αυτό θα δυσκόλευε τους Πέρσες να επιτεθούν στην Αθήνα.
Το περσικό πεζικό (πιθανόν οι Αθάνατοι)
Τοιχογραφία από το παλάτι του Δαρείου
στη Σούσα
Οι Πέρσες είχαν κυρίως ελαφρύ πεζικό, το οποίο δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει σε μετωπική επίθεση (όπως αποδείχθηκε στις Θερμοπύλες (480 π.Χ.) και στις Πλαταιές (479 π.Χ.) - γι' αυτό οι Πέρσες ήταν διστακτικοί και απρόθυμοι να επιτεθούν. Αν η απουσία του πέρσικου ιππικού οδήγησε σε αθηναϊκή επίθεση, σημαίνει ότι ένα μειονέκτημα για τους Αθηναίους (η πλαγιοκόπηση από το περσικό ιππικό) μετατρέπονταν σε ένα κύριο πλεονέκτημα - αλλά, είναι πιθανόν ότι οι Πέρσες επιτέθηκαν, γι' αυτό και οι Αθηναίοι αντέδρασαν. Η στατική αμυντική θέση, κατά τον Λάζενμπαι, είχε λίγη λογική για τους Έλληνες, καθώς οι οπλίτες ήταν περισσότερο δυνατοί σε μάχη σώμα με σώμα. Κατά μια άλλη εκδοχή, ίσως οι Πέρσες επιτέθηκαν επειδή έμαθαν (ή υποψιάστηκαν) για πιθανές ενισχύσεις από τη Σπάρτη - είτε κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να μείνουν στον Μαραθώνα για πάντα.

Μάχη

Η απόσταση μεταξύ των δύο στρατών ήταν λιγότερη από οκτώ στάδια (ή 1.5 χιλιόμετρα). Στο κέντρο της αθηναϊκής παράταξης βρίσκονταν στρατιώτες της Λεοντίδας φυλής (με αρχηγό τον Θεμιστοκλή) και της Αντιοχίδας φυλής (με αρχηγό τον Αριστείδη), οι οποίοι ήταν παραταγμένοι στις τάξεις των τεσσάρων, ενώ στα πλευρά βρίσκονταν οι υπόλοιπες φυλές και οι Πλαταιείς, οι οποίοι ήταν παραταγμένοι στις τάξεις των οκτώ. Η μεγάλη συμβολή του Μιλτιάδη στη νίκη αυτή ήταν ότι ενίσχυσε τις πτέρυγες της αθηναϊκής παράταξης εις βάρος του κέντρου της, πράγμα που επέτρεψε την περικύκλωση της περσικής παράταξης.

Οι Αθηναίοι επιτέθηκαν και έφτασαν κοντά στις περσικές γραμμές - ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Αθηναίοι ήταν οι πρώτοι Έλληνες που άντεξαν τους Μήδες, το όνομα των οποίων προκαλούσε τρόμο (Ἀθηναῖοι δὲ ἐπείτε ἀθρόοι προσέμιξαν τοῖσι βαρβάροισι, ἐμάχοντο ἀξίως λόγου. πρῶτοι μὲν γὰρ Ἑλλήνων πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν δρόμῳ ἐς πολεμίους ἐχρήσαντο, πρῶτοι δὲ ἀνέσχοντο ἐσθῆτά τε Μηδικὴν ὁρέοντες καὶ τοὺς ἄνδρας ταύτην ἐσθημένους· τέως δὲ ἦν τοῖσι Ἕλλησι καὶ τὸ οὔνομα τὸ Μήδων φόβος ἀκοῦσαι).

Η πρώτη φάση της μάχης (στα αριστέρα) και η δεύτερη (στα δεξιά)Η πρώτη φάση της μάχης (στα αριστέρα) και η δεύτερη (στα δεξιά)
Η πρώτη φάση της μάχης (στα αριστέρα) και η δεύτερη (στα δεξιά)
Τα αθηναϊκά πλευρά κατέστρεψαν τις περσικές γραμμές και περικύκλωσαν το ισχυρό κέντρο των Περσών - η μάχη έληξε με υποχώρηση του κέντρου των Περσών στα πλοία. Αρκετοί Πέρσες σκοτώθηκαν στους βάλτους, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσαν. Οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στα περσικά πλοία και κατάφεραν να καταστρέψουν επτά απ' αυτά. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Κυναίγειρο, αδερφό του Αισχύλου, ο οποίος προσπάθησε να τραβήξει μια περσική τριήρη, αλλά οι Πέρσες του έκοψαν το χέρι, με αποτέλεσμα να πεθάνει.

Κατά τον Ηρόδοτο, οι Πέρσες έχασαν 6.400 άνδρες στο πεδίο της μάχης, ενώ παραμένει άγνωστος ο αριθμός των νεκρών κατά την υποχώρηση. Στη μάχη σκοτώθηκαν 192 Αθηναίοι και 11 Πλαταιείς - σ' αυτή τη μάχη σκοτώθηκαν επίσης ο πολέμαρχος Καλλίμαχος και ο στρατηγός Στησίλεως ο Θρασύλεω.

Αποτελέσματα

Μετά τη μάχη, ο περσικός στόλος έπλευσε γύρω από το Σούνιο για να επιτεθεί στην Αθήνα - οι Αθηναίοι, καθώς κατάλαβαν ότι η πόλη τους βρισκόταν υπό απειλή, βάδισαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να φθάσουν νωρίτερα απ' ότι οι Πέρσες, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να υποχωρήσουν. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται στη συμμαχία των Περσών και των Αλκμεωνιδών - οι τελευταίοι είχαν δώσει ένα σήμα μετά τη μάχη. Αργότερα, στο πεδίο της μάχης είχαν φτάσει οι Σπαρτιάτες - βλέποντας τα πτώματα των Περσών αναγνώρισαν τη μεγάλη νίκη των Αθηναίων.
Τάφος των Μαραθωνομάχων
Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να θάψουν τους νεκρούς του Μαραθώνα κοντά στο πεδίο της μάχης. Στον τάφο των Αθηναίων, ο Σιμωνίδης έγραψε το παρακάτω επίγραμμα: Ἑλλήνων προμαχοῦντες Ἀθηναῖοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων ἐστόρεσαν δύναμιν = Αμυνόμενοι υπέρ των Ελλήνων οι Αθηναίοι στον Μαραθώνα, κατέστρεψαν τη δύναμη των χρυσοντυμένων Περσών.

Ο Δαρείος άρχισε να συγκεντρώνει μεγάλο στρατό για να επιτεθεί ξανά στην Ελλάδα, αλλά τα σχέδια του αναβλήθηκαν λόγω της εξέγερσης στην Αίγυπτο. Πέθανε σε λίγο και στον θρόνο ανέβηκε ο γιος του Ξέρξης Α'. Ο Ξέρξης ανακατέλαβε την Αίγυπτο και άρχισε ξανά τις προετοιμασίες για εισβολή στην Ελλάδα. Η δεύτερη επίθεση των Περσών ξεκίνησε το 480 π.Χ, με επιτυχίες στις Θερμοπύλες και στο Αρτεμίσιο, αλλά οι Έλληνες πέτυχαν νίκες στη Σαλαμίνα, στις Πλαταιές και στη Μυκάλη και ανάγκασαν τους Πέρσες να υποχωρήσουν.

Σημασία

Η μάχη του Μαραθώνα αποδείχθηκε πολύ σημαντική για τους Έλληνες. Η μάχη ήταν καθοριστική στιγμή στην ιστορία της αθηναϊκής δημοκρατίας, καθώς έδειξε τι μπορούσαν να πετύχουν με ενότητα και αυτοπεποίθηση - κατά τους σύγχρονους ιστορικούς, «η νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα έδωσε στους Έλληνες την ευκαιρία να επιζήσουν για τρεις αιώνες, όποτε και ανάπτυξαν αξιόλογο πολιτισμό, στη βάση του οποίου υπάρχει ο δυτικός πολιτισμός». Ο Τζων Στιούαρτ Μιλ είχε δηλώσει ότι «η μάχη του Μαραθώνα, ως γεγονός στη βρετανική ιστορία, είναι πιο σημαντική από τη μάχη του Χάστινγκς».
Κορινθιακή περικεφαλαία και κρανίο,
ανήκοντα σε Αθηναίο στρατιώτη
που πολέμησε στον Μαραθώνα
Φαίνεται ότι ο Αθηναίος τραγικός ποιητής Αισχύλος θεωρεί ότι η συμμετοχή του στον Μαραθώνα ήταν το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή του -ανώτερο κι απ' την Ορέστεια και τους Πέρσες του- δεδομένου ότι έγραψε το παρακάτω επίγραμμα: Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποικαὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος = Αυτός ο τάφος στην καρποφόρα Γέλα τον Αθηναίο Αισχύλο του Ευφορίωνα σκεπάζει. Για την ξακουστή παλληκαριά του το άλσος του Μαραθώνα θα πει, και οι μακρομάλληδες Μήδοι, που καλά την ξέρουν.

Όσον αφορά τον στρατιωτικό τομέα, το μεγαλύτερο μάθημα για τους Έλληνες ήταν η δύναμη των οπλιτών - αυτοί θα έπαιζαν μεγάλο ρόλο και στις εμφύλιες συρράξεις των Ελλλήνων. Παρ' ολ' αυτά, ο σχηματισμός φάλαγγας ήταν ευάλωτος στο ιππικό, αλλά καθώς στον Μαραθώνα το περσικό ιππικό έλειπε, η φάλλαγα αποδείχθηκε θανατηφόρο όπλο.

Κληρονομιά

Θρύλοι για τη μάχη

Ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους της μάχης αποτελεί η πορεία του Φειδιππίδη από την Αθήνα στη Σπάρτη. Κατά τη διάρκειας της πορείας, ο δρομέας πέτυχε στον δρόμο του τον θεό Πάνα - ο θεός τον ρώτησε γιατί οι Αθηναίοι δεν τον τιμούσαν. Ο δρομέας απάντησε ότι οι Αθηναίοι θα τον τιμούσαν απ' εδώ και πέρα. Ο Πάνας είχε προκαλέσει τον πανικό στους Πέρσες κατά τη διάρκειας της μάχης - προς τιμή αυτού, οι Αθηναίοι έφτιαξαν ένα τέμενος στα βόρεια της Ακρόπολης.
Άγαλμα του Πάνα
Μουσείο Καπιτολίνε, Ρώμη
Μετά τη νίκη, η γιορτή της Αγροτέρας Αρτέμιδος πήρε νέα μορφή - πριν τη μάχη, οι Αθηναίοι ορκίστηκαν να θυσιάζουν ένα αριθμό αιγών ίσο με τον αριθμό των νεκρών Περσών. Αλλά, λόγω του μεγάλου αριθμού νεκρών Περσών, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να προσφέρουν πενήντα αίγες κάθε χρόνο - ο Ξενοφών αναφέρει ότι, ενενήντα χρόνια μετά τη μάχη, αυτή η παράδοση συνεχίζονταν. Κατά τον Πλούταρχο, οι Αθηναίοι είχαν δει το φάντασμα του Θησέα, το οποίο τους οδήγησε κατά των Περσών - αυτή η σκηνή απεικονίζεται στην τοιχογραφία της Ποικίλης Στοάς. Ο Παυσανίας επίσης γράφει:
"συνέβη δὲ ὡς λέγουσιν ἄνδρα ἐν τῇ μάχῃ παρεῖναι τὸ εἶδος καὶ τὴν σκευὴν ἄγροικον· οὗτος τῶν βαρβάρων πολλοὺς καταφονεύσας ἀρότρῳ μετὰ τὸ ἔργον ἦν ἀφανής· ἐρομένοις δὲ Ἀθηναίοις ἄλλο μὲν ὁ θεὸς ἐς αὐτὸν ἔχρησεν οὐδέν, τιμᾶν δὲ Ἐχετλαῖον ἐκέλευσεν ἥρωα". = Μερικοί είδαν ένα άνδρα που έμοιαζε αγροίκος. Αυτός είχε σκοτώσει πολλούς βαρβάρους με το άροτρο και μετά εξαφανίστηκε. Οι Αθηναίοι είχαν ζητήσει τη συμβολή ενός μαντείου και ο θεός τους είπε να τιμούν τον Εχετλαίον ως ήρωα.

Κατά τον Κλαύδιο Αιλιανό, ένας οπλίτης έφερε τον σκύλο του στο στρατόπεδο και ο σκύλος είχε επιτεθεί, μαζί με τον κύριό του, στους Πέρσες. Αυτή η σκηνή απεικονίζεται στην τοιχογραφία της Ποικιλής Στοάς.

Μαραθώνιος

Κατά τον Ηρόδοτο, ο Φειδιππίδης έτρεξε την απόσταση 40 μίλιων, από την Αθήνα μέχρι τη Σπάρτη, μέσα σε δύο μέρες. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Φειδιππίδης έτρεξε στην Αθήνα μετά τη μάχη, φώναξε τη λέξη «Νενικήκαμεν» (Νικήσαμε!) και ξεψύχησε. Αυτή η ιστορία συναντιέται στο έργο Στη δόξα της Αθήνας (1ος αιώνας μ.Χ) του Πλούταρχου, το οποίο αποτελείται από αποσπάσματα του χαμένου έργου του Ηρακλείδη του Ποντικού - εκεί ο δρομέας αναφέρεται ως Θέρσιππος και Ευκλής. Από την άλλη, ο Λουκιανός δηλώνει ότι ο δρομέας ονομαζόταν Φιλιππίδης και όχι Φειδιππίδης.
Μαραθώνιος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896
Το 1894 άρχισε η ανάπτυξη της ιδέας των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, με τους διοργανωτές να ψάχνουν ένα άθλημα που θα θύμιζε τη δόξα της Αρχαίας Ελλάδας, γι' αυτό και ο Μισέλ Μπρεάλ πρότεινε να συμπεριληφθεί ο μαραθώνιος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 - μαζί του συμφώνησαν ο Πιερ ντε Κουμπερτέν και οι Έλληνες. Το άθλημα έγινε πολύ δημοφιλές και πολλές μεγάλεις πόλεις άρχισαν να διοργανώνουν τον δικό τους μαραθώνιο - η απόσταση που τελικά καθορίστηκε είναι 42,195 χιλιόμετρα.


ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO του History Channel 

Ψηφιακή αναπαράσταση της Μάχης του Μαραθώνα