Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύμβολα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύμβολα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Οι γρύπες ως σύμβολα του επέκεινα

... τους συναντούμε μέχρι σήμερα ... σε αναθηματική πλάκα από τον Πόρο και πιο συγκεκριμένα στον προαύλιο χώρο του Μοναστηρίου «Ζωοδόχου Πηγής» όπου βρίσκεται ο τάφος του Υδραίου Ναυάρχου Τομπάζη.


Ο Γρύπας ήταν τέρας της Ελληνικής μυθολογίας. Είχε σώμα λιονταριού ή αλόγου, κεφάλι και φτερά αετού. Επίσης σε μερικές αναπαραστάσεις του φαίνεται πως έχει και ουρά φιδιού. Ο Γρύπας συμβολίζει τον ήλιο, τον ουρανό, το φως της αυγής που γίνεται χρυσαφένιο, Επίσης, συμβολίζει τις δυνάμεις του αετού και του λιονταριού. ‘Όταν εμφανίζεται ως φύλακας θησαυρών σχετίζεται με την επαγρύπνηση και εκδίκηση. Στην Ανατολή ο Γρύπας συμβολίζει την σοφία και την φώτιση. Στην Ελλάδα ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα σαν ηλιακό σύμβολο, στην Αθηνά σαν σοφία και στην Νέμεση σαν εκδίκηση.

Ο μύθος του θεωρείται ότι προέρχεται από την Μεσοποταμία. Πιθανότατα η γέννηση του μύθου ανάγεται στην εποχή της πρώτης ανακάλυψης απολιθωμάτων δεινοσαύρων από τον προϊστορικό άνθρωπο. Η ράχη του ήταν σκεπασμένη με φτερά και τα νύχια στα λιονταρίσια πόδια του ήταν δυνατά και γαμψά σαν του αετού. Είναι ένα φτερωτό θηρίο με κεφάλι και νύχια αετού και σώμα λιονταριού ή αλόγου. Ο αρσενικός Γρύπας δεν έχει φτερά σε αντίθεση με το θηλυκό. 

Στην Εραλδική τέχνη εμφανίζεται δίχως φτερά. Συμβολίζει τον ήλιο, τον ουρανό, το φως της αυγής που γίνεται χρυσαφένιο. Επίσης, συμβολίζει τις δυνάμεις του αετού και του λιονταριού. ‘Όταν εμφανίζεται ως φύλακας θησαυρών σχετίζεται με την επαγρύπνηση και εκδίκηση. Στην Ανατολή ο Γρύπας συμβολίζει την σοφία και την φώτιση. Στην Ελλάδα ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα σαν ηλιακό σύμβολο, στην Αθηνά σαν σοφία και στην Νέμεση σαν εκδίκηση.

Οι γρύπες του σφραγιστικού δακτύλιου της αρχαίας Άνθειας είναι ιππόγρυπες.
Ο Ιππόγρυπας είναι μισός άλογο και μισός Γρύπας. Τα φτερά του, τα μπροστινά του πόδια το κεφάλι και το ράμφος του ήταν σαν ενός Γρύπα. Ενώ σ’ όλα τ’ άλλα έμοιαζε με άλογο. ‘Οπως τα φτερωτά άλογα του Απόλλωνα, έτσι και ο Ιππόγρυπας είναι ηλιακό σύμβολο.Τον συναντάμε σε πολλές μυθολογίες. Το συναντάμε στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία & την Ελλάδα. Στην Αίγυπτο ήταν η προσωποποίηση του Ήλιου. Το μεσαίωνα ο ιππόγρυπας ήταν σύμβολο της αδυναμίας.

Σε Σκυθικά στολίδια έχουν βρεθεί ιππόγρυπες να επιτίθονται σε άλογα.
Σύμφωνα με το μύθο, οι Αριμασποί βρίσκονται σε συνεχή πάλη με τους γρύπες για το χρυσό. Η χώρα στην οποία ο Αριστέας και ο Ηρόδοτος τοποθετούν τους Αριμασπούς αναφέρεται αόριστα ως βορράς της Ευρώπης, στην άκρη της Οικουμένης, ενώ η μεταγενέστερη γραμματεία τούς τοποθετεί πέραν των Ριπαίων ορέων, στην Ασία. 

Για τον Ηρόδοτο, παρόλο που εκφράζει την επιφύλαξή του ως προς το να ήταν μονόφθαλμα όντα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για πραγματικές φυλές. Με παρόμοιο τρόπο τούς αντιμετωπίζει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ενώ στα σχόλια στον Πίνδαρο βρίσκουμε και το όνομα του βασιλιά-γενάρχη τους, του Αριμασπού. Ο Ευστάθιος, για τον οποίο οι Αριμασποί είναι «έθνος σκυθικόν», προσπαθεί με λογικό τρόπο να εξηγήσει τη μονοφθαλμία τους, συσχετίζοντάς τη με την εξάσκηση στην τοξοβολία, η οποία τους αναγκάζει να κλίνουν το ένα τους μάτι για να στοχεύσουν. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Διονύσιος ο Περιηγητής τούς ονομάζει «αρειμανείς» ή «αρειμανίους». Ωστόσο, στο μεγαλύτερο μέρος τους η ελληνική και η λατινική γραμματεία επαναλαμβάνουν τις πληροφορίες του Ηροδότου, προσθέτοντας ενίοτε σε αυτές κάποιες καθαρά διακοσμητικές λεπτομέρειες.

Οι γρύπες στη λογοτεχνία και την τέχνη

Τη μορφή του γρύπα την επεξεργάστηκαν στην αρχαία Ελλάδα τόσο λογοτεχνικά όσο και εικαστικά. Ξεκινώντας από την πρώτη αναφορά τους από τον Αριστέα, στη διάρκεια της Αρχαιότητας οι γρύπες μετατράπηκαν σε εχθρικά προς τους ανθρώπους τέρατα, τα οποία διέθεταν σώμα λέοντος ή ίππου και κεφαλή και φτερά αετού.

Αρκετά περίπλοκη είναι και η εικαστική εξέλιξη του γρύπα. Θεωρείται ότι η μορφή του εμφανίστηκε στην Ανατολή. Στην Ελλάδα ο γρύπας, ως ον που συνδυάζει τα χαρακτηριστικά πτηνού και τετράποδου ζώου, εμφανίστηκε κατά την Κρητομινωική περίοδο και είναι γνωστός από τις παραστάσεις από την Κνωσό την Πύλο και την Άνθεια. Όμως οι παραστάσεις των κρητομινωικών γρυπών και των ιππογρυπών της Άνθειας είναι αρκετά διαφορετικές από τις παραστάσεις τους στην αρχαϊκή και την κλασική τέχνη. 

Ένας νέος τύπος γρύπα εισήχθηκε στην ελληνική τέχνη στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. από τη Μέση Ανατολή, αρχικά στα νησιά του Αιγαίου και από εκεί στην ηπειρωτική Ελλάδα. Σε αυτόν ανήκουν οι αρχαϊκές χάλκινες προτομές γρύπα και οι πολυάριθμες σχετικές παραστάσεις του στη γραπτή κεραμική της ανατολίζουσας τεχνοτροπίας, στα νομίσματα και σε έργα μικροπλαστικής. 
Οι αρχαϊκοί γρύπες έχουν ανοιχτό ράμφος, χαίτη και κέρας και μόνο στα Κλασικά χρόνια διαμορφώνεται ο συνήθης σε εμάς τύπος γρύπα, με ρεαλιστική απόδοση των χαρακτηριστικών αετού και λέοντα. Η μορφή του γίνεται σταθερό θέμα πολλαπλών παραστάσεων στα έργα τέχνης, στη γλυπτική, στα νομίσματα, σε διάφορα άλλα αντικείμενα και στα γραπτά αγγεία. Ιδιαίτερα συχνά συναντάμε το γρύπα σε παραστάσεις στα αττικά αγγεία της λεγόμενης τεχνοτροπίας του Κερτς, κυρίως του 4ου αι. π.Χ., όπου συνήθως συνοδεύει τις παραστάσεις Αμαζόνων, του Απόλλωνα και του Διονύσου.

Οι γρύπες ως μυθολογικό στοιχείο
Η ελληνική μυθολογία συνδέει τους γρύπες με διάφορους θεούς. Στον Αισχύλο είναι τα σκυλιά του Δία, στο Νόννο είναι τα ζώα της Νέμεσης, ενώ στα έργα τέχνης ο γρύπας συχνά συνδέεται με το Διόνυσο. Αλλά ισχυρότερη είναι η σχέση του γρύπα με τον Απόλλωνα, με τον οποίο συνδέεται μέσω του δηλιακού μύθου για τους Υπερβορείους. Είναι οι γρύπες που φέρουν την άμαξα του θεού κατά το ταξίδι του προς τους Υπερβορείους. Έτσι και οιιππόγρυπες του σφραγιστικού δακτυλίου φέρουν την άμαξα των θεοτήτων της Άνθειας. Ως επιφάνειος ο Απόλλωνας καλπάζει πάνω σε γρύπα. Στην αρχαία Ελλάδα ο γρύπας νοούνταν ως ηλιακό σύμβολο, αλλά η σχέση του με τον ορυκτό χρυσό τού προσδίδει χθόνια χαρακτηριστικά.

Εξαιρετικά δημοφιλείς ήταν οι παραστάσεις των γρύπων στη Σκυθία, όπου η μορφή τους έφτασε μέσω δύο οδών· από την Ανατολή και από τις ελληνικές αποικίες του βορείου Ευξείνου. Οι γρύπες αποδείχθηκαν στενά συνδεδεμένοι με τη σκυθική μυθολογία, όπου αντιπροσώπευαν το χθόνιο στοιχείο.


Ξεκινώντας από τον 5ο αι. π.Χ., η εικαστική μορφή του γρύπα στην αρχαία ελληνική τέχνη συχνά συνδέεται με τους Αριμασπούς και κατά τον 4ο αι. π.Χ. η πάλη τους γίνεται σταθερό θέμα της αττικής αγγειογραφίας στα αγγεία της τεχνοτροπίας του Κερτς. Στους συγγραφείς συναντάμε μια παράλληλη εκδοχή του μύθου για τους Αριμασπούς και τους γρύπες. Πρόκειται για την ιστορία για τα μυρμήγκια, από τα οποία οι Ινδοί κλέβουν το χρυσό. Στον Κτησία τα μυρμήγκια μετατρέπονται σε γρύπες και σε ολοκληρωμένη μορφή στο Σολινό. Ο μύθος αυτός θυμίζει πλέον έντονα την εκδοχή με τους Αριμασπούς. Οι ίδιοι οι αρχαίοι παρατηρούσαν αυτή την ομοιότητα.

Η ερμηνεία του μύθου της πάλης των Αριμασπών με τους γρύπες είναι εξαιρετικά δύσκολη. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίζεται ως λογοτεχνικό θέμα, όπου οι ήρωες τοποθετούνται σε άγνωστα μέρη της γης και χάρη της μυθοπλαστικής φαντασίας αποκτούν φανταστικά χαρακτηριστικά. Όπως συμβαίνει πολλές φορές, και αυτός ο μύθος μπορεί να βασίζεται σε κάποια πραγματικά στοιχεία.

Έτσι, μερικοί ερευνητές τον ερμηνεύουν κυριολεκτικά και πιστεύουν ότι πίσω από τις φανταστικές λεπτομέρειες κρύβεται ένας πραγματικός αρχαίος λαός, οι Αριμασποί. Υπάρχει και η άποψη ότι και οι αναφερόμενοι από τον Αριστέα και τον Ηρόδοτο γρύπες ήταν όχι φανταστικά όντα αλλά η ονομασία ενός αρχαίου λαού, που, λόγω της ομοιότητας του μύθου για τους γρύπες του βορρά και της Ινδίας, μετατράπηκε στη λογοτεχνική παράδοση σε φανταστικά τέρατα. 

Οι άκρως αόριστες πληροφορίες για τον τόπο κατοικίας των Αριμασπών επιτρέπουν στους ερευνητές να τους τοποθετούν σε διάφορες περιοχές, ανάμεσα στα Ουράλια όρη και το Αλτάι στη Σιβηρία, δηλαδή στην περιοχή όπου κατοικούσαν σιβηροσκυθικές φυλές. Γι’ αυτό το λόγο και η ονομασία Αριμασποί ερμηνεύεται ως προερχόμενη από το αρχαιοϊρανικό aspa, που σημαίνει ίππος.


Άλλη άποψη υπογραμμίζει πρωτίστως το μυθικό στοιχείο του μοτίβου και βλέπει εδώ τη μεταφορά στην αρχαία ελληνική παράδοση ενός στοιχείου της σκυθικής ή, μέσω αυτής, μιας αρχαιότερης μυθολογικής παράδοσης. Οι γρύπες, με βάση την ανάλυσή τους στα έργα της σκυθικής τέχνης, ερμηνεύονται ως η προσωποποίηση του επέκεινα κόσμου. 

Η δε πάλη των Αριμασπών με τους γρύπες σε αυτή την περίπτωση αποκτά έννοια συμβολική, εκφράζοντας την ιδέα των εμποδίων που συναντάει η ψυχή στο δρόμο προς το βασίλειο των νεκρών ή την πάλη του Άνω και του Κάτω Κόσμου για την κατοχή της θεϊκής ύλης, η οποία αντιπροσωπεύεται από το χρυσό. 

Οι Αριμασποί νοούνται ως οι φύλακες των συνόρων της χώρας της ευδαιμονίας. Να θυμηθούμε ότι οι Αριμασποί του Αριστέα και του Ηροδότου ήταν γείτονες των Υπερβορείων, ενός εξιδανικευμένου λαού, συνδεδεμένου στην ελληνική μυθολογική παράδοση, μέσω του Απόλλωνα, με τη λατρεία του Ηλίου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Απόλλωνας κάνει το ταξίδι του στη χώρα τους πετώντας πάνω σε γρύπα, ένα δαμασμένο τέρας του κόσμου των νεκρών.

Όποια ερμηνεία του θέματος κι αν επιλέξουμε, την κυριολεκτική ή την καθαρά μυθολογική, και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα στοιχείο που τις ενώνει. Ο μύθος για την πάλη των Αριμασπών με τους γρύπες αντανακλά τις μυθολογικές αντιλήψεις των αρχαίων ιρανόφωνων φυλών της Ασίας και του βορείου Ευξείνου, οι οποίες εισήχθηκαν στην ελληνική κοσμολογία και την εικαστική παράδοση μετά τη γνωριμία των Ελλήνων με το σκυθικό κόσμο.

Το ταξίδι του Μ.Αλεξάνδρου στους ουρανούς
Ο Μέγας Αλέξανδρος ταξιδεύει στους ουρανούς με τη βοήθεια δύο γρυπών. Παράσταση στην Pala d' Oro
Ο Μέγας Αλέξανδρος ταξιδεύει στους ουρανούς με τη βοήθεια δύο γρυπών. Παράσταση στην Pala d’ Oro
Η Pala d’ Oro φέρει και παράσταση ανθρώπου που φορά βασιλικό στέμμα ανάμεσα σε δύο γρύπες και που δεν είναι τίποτα άλλο παρά αναπαράσταση του φανταστικού ταξιδιού του μεγάλου Αλέξανδρου στους ουρανούς, όπως αυτό έχει περιγραφεί στο Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου του Ψευδο-Καλλισθένη.Σύμφωνα με μία από τις περιγραφές αυτών των φανταστικών περιπετειών του, ο Αλέξανδρος κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη χώρα των Μακάρων επιχείρησε να εξερευνήσει τους ουρανούς και για τον σκοπό αυτόν διέταξε να συλλάβουν δύο τεράστια όρνεα της περιοχής (γρύπες) τα οποία:

απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και  πετάει στον ουρανό
Απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και να πετάει στον ουρανό

4
απεικόνιση του Αλέξανδρου να πετάει στον ουρανό
“… προσέταξεν μη φαγείν βρώματα μέχρι τριών ημερών· τη δε τρίτη ημέρα προσέταξε κατασκευασθήναι ξύλον όμοιον ζυγώ και τούτο προσδεθήναι εν τοις τραχήλοις αυτών. Είτα ελθών αυτός εν τω μέσω του ζυγού εκράτησε το δόρυ ωσεί πήχυν το μήκος, έχον επάνω ήπαρ. Ευθύς ουν αναπτάντα τα όρνεα του φαγείν το ήπαρ, ανήλθε μετ’ αυτών ο Αλέξανδρος εν τω αέρι εις ύψος. Πάνυ δε έτρεμε διά την του αέρος ψυχρότητα την εκ των ορνέων εκείνων γεγενήμενην. Είτ’ ευθύς συναντά αυτόν πετεινόν ανθρωπόμορφον, και λέγει αυτώ: Αλέξανδρε, τα επίγεια μη γινώσκων, πώς τα ουράνια καταλάβειν επιζητείς; Υπόστρεψον ουν διά τάχους επί την γην, μήπως όρνεοις τούτοις κατάβρωμα γενήση.”.

απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και πετάει στον ουρανό

απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και πετάει στον ουρανό
Απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και να πετάει στον ουρανό
Η απεικόνιση της μεταφοράς του άρματος που σύρεται από ιππόγρυπες , των θεοτήτων της Άνθειας, μεταφέρθηκε διαχρονικά και ενσωματώθηκε στις θρησκείες , στους μεταγενέστερους μύθους της ανθρωπότητας και στους σημερινές μαγικούς κόσμους . 

Γρύπες συναντάμε επίσης σε απεικονήσεις χρυσών δακτυλιδιών σε θαλαμωτούς τάφους της Ομηρικής ΑΝΘΕΙΑΣ (11 χλμ. περίπου ΒΔ της Καλαμάτας). Εκεί βρίσκονται Μυκηναϊκά νεκροταφεία Μεσοελλαδικοί τύμβοι, -2200, ένας Βασιλικού μεγέθους Θολωτός τάφος, -1600, και συστάδα 25 μνημειωδών θαλαμωτών τάφων, -1400.



Αριστερά κάτω: Χρυσό δαχτυλίδι, με ανάγλυφη παράσταση άρματος, που σύρεται από γρύπες. Πάνω του στέκονται δύο ανθώπινες μορφές, οι οποίες κρατούν τα ηνία. Ανάμεσα στα πόδια των γρυπών και πάνω από τα φτερά τους απεικονίζονται δύο φοινικόδεντρα. Μπροστά από τους γρύπες υπάρχει άλλο δέντρο που έχει έξι μεγάλα φύλλα με οδοντωτό περίγραμμα, θέμα εμπνευσμένο από τη μινωική Κρήτη. Δεξιά κάτω: Χρυσός σφραγιστικός δακτύλιος, με φυσιοκρατική σκηνή.


Γρύπες συναντούμε επίσης και στην νεότερη Ελληνική παράδοση. Στην φωτογραφία που ακολουθεί βλέπουμε αναθηματική πλάκα από τον Πόρο και πιο συγκεκριμένα από τον προαύλιο χώρο του Μοναστηρίου «Ζωοδόχου Πηγής» όπου βρίσκεται ο τάφος του Υδραίου Ναυάρχου Τομπάζη. Στην αναθηματική πλάκα υπάρχει ανάγλυφη επίστεψη σε μορφή αετώματος, που στο κέντρο της υπάρχει ένας θυρεός, ενώ ένθεν και ένθεν αυτού, υπάρχουν αντικριστοί δύο «Γρύπες». Παρατηρήστε πως στις δύο απολήξεις του αετώματος υπάρχουν δύο κεφάλια που μοιάζουν με κεφάλια από ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ με κόμμωση και πλεξούδες ... 


Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Ο Λευκός Πύργος, ένα από τα πιο γνωστά κτίσματα-σύμβολα των ελληνικών πόλεων

Ο Λευκός Πύργος Θεσσαλονίκης


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης είναι ένας οχυρωματικός πύργος του 15ου αιώνα, που χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια σαν κατάλυμα φρουράς Γενιτσάρων και σαν φυλακή θανατοποινιτών. Είναι ένα από πιο γνωστά κτίσματα-σύμβολα πόλεων στην Ελλάδα. Είναι μια κυλινδρική κατασκευή με ύψος 33,9 μ., περίμετρο 70 μ. και διάμετρο 22,7 μ. Έχει 6 ορόφους, που επικοινωνούν με εσωτερική σκάλα, που ελίσσεται κοχλιωτά και σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο. Έτσι, σε κάθε όροφο υπάρχει μια κεντρική κυκλική αίθουσα με διάμετρο 8,5 μ, με την οποία επικοινωνούν μικρότερα τετράπλευρα δωμάτια, ανοιγμένα στο πάχος του εξωτερικού τοίχου. Ο 6ος όροφος έχει μόνον κεντρική αίθουσα κι έξω από αυτήν ένα δώμα με θέα το τοπίο γύρω από τον πύργο. Η ύπαρξη αφοδευτηρίων, τζακιών και καπναγωγών δείχνει ότι ο πύργος προοριζόταν όχι μόνο σαν αμυντικό έργο, αλλά και για στρατιωτικό κατάλυμα.

Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ 
Η Θεσσαλονίκη τοπογραφικά συχνά οριζόταν από τους πολλούς χείμαρρους της. Ένας τέτοιος ξεκινούσε από ένα λατομείο στον Άγιο Παύλο, ανατολικά του οποίου υπάρχει σήμερα το νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας και συνεχίζοντας παράλληλα με την οδό Εθνικής Άμυνας κατέληγε, μέσω των προσχώσεων, στη δημιουργία ενός μικρού ακρωτηρίου. Πάνω σ’ αυτό το ακρωτήριο πιθανολογείται ότι υπήρχε κάποιος μικρός οχυρωματικός πύργος ήδη από το 1185, έργο Βυζαντινών, αν και υπάρχουν αμφιβολίες για το αν ο πύργος του 1185 βρίσκονταν στο ακρωτήρι ή πιο δυτικά, περίπου στο ύψος του Βασιλικού Θεάτρου. Άλλοι πιστεύουν ότι δεν είναι ο χείμαρρος της Ευαγγελίστριας υπεύθυνος για το ακρωτήρι, αλλά ο χείμαρρος που περνούσε ανατολικά από το εβραϊκό νεκροταφείο και διακλαδιζόταν στο Goz Dere (Λάκκο του Ματιού) και στο Kirishane (Χορδοποιείο). Υπάρχει όμως μια κοινή συμφωνία για την προσχωματική φύση του ακρωτηρίου και των δυο ορμίσκων που διέθετε, που αποτέλεσαν τη φυσική τοποθεσία όπου δημιουργήθηκε ο Πύργος. Άλλωστε αυτή η λειτουργία διατηρήθηκε και τους μετέπειτα αιώνες με τη λειτουργία της τεχνητής αποβάθρας, όταν οι προσχώσεις αλλοίωσαν τον φυσικό του χαρακτήρα.


Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ
Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, έγιναν προσθήκες και τροποποιήσεις στα τείχη της πόλης. Μια σειρά οχυρωματικών έργων δημιούργησαν νέα φρούρια στην πόλη και στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητας εντάσσεται η δημιουργία του Λευκού Πύργου, μαζί με το Επταπύργιο και τον Πύργο Τριγωνίου (χρονολογείται τον 16ο αιώνα). Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς χτίστηκε, στη θέση του βυζαντινού πύργου που προϋπήρχε και ο οποίος συνέδεε το ανατολικό τμήμα της οχύρωσης της πόλης (σώζεται και σήμερα), με το θαλάσσιο (κατεδαφίστηκε το 1867).

Σύμφωνα με μία εκδοχή, η χρονολογία κατασκευής του Πύργου τοποθετείται περί το 1450-1470, λίγο μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους (1430) και πρόκειται για ένα από τα πιο πρώιμα δείγματα οθωμανικής οχυρωματικής που λαμβάνει υπόψη της το πυροβολικό.
Κυριότερη πηγή για το έτος δημιουργίας είναι μια υπέρθυρη μαρμάρινη επιγραφή που υπήρχε στην είσοδο του εξωτερικού περιβόλου, που πρώτος ανέφερε ο περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή. Η επιγραφή αυτή δεν υπάρχει σήμερα κι άλλοι λένε ότι σβήστηκε από τον Σουλτάνο Χαμίντ, ενώ άλλοι από την ελληνική διοίκηση το 1937. Ανάλογα με τον μεταφραστή (υπάρχουν μικρές διαφορές), στην επιγραφή διαβάζαμε με αραβική γραφή: «Κτισθέν κατά διαταγή του λέοντος των ανδρείων Σουλεϊμάν, έγινε ο λέων όλων των φρουρίων. Με τα λεανταροπρόσωπα δρακόντεια πυροβόλα γύρω του, αρμόζει να ονομαστεί το φρούριο αυτό λιοντάρι των οχυρών. Έτος 942 της Εγίρας του Προφήτου». Με άλλα λόγια ο πύργος κτίσθηκε από τον Σουλεϊμάν τον Νομοθέτη (ή Μεγαλοπρεπή) το έτος 942 της Εγίρας, δηλαδή το 1535 μ.Χ., αν και η επιγραφή πολύ πιθανόν να αναφερόταν στη χρονολογία κατασκευής του περιβόλου και όχι του ίδιου του Πύργου.

Μια άλλη χρονολογία που αναφέρεται είναι το 974 της Εγίρας, δηλαδή το 1566 μ.Χ. Χρονολόγηση κορμών ξύλου που χρησιμοποιήθηκαν στο Λευκό Πύργο για τα ξύλινα υποστηρίγματα έδειξε ότι είναι βαλανιδιές της Πίνδου κομμένες περίπου τον 15ο αιώνα, αλλά υπάρχει πιθανότητα οι κορμοί αυτοί να χρησιμοποιήθηκαν σε εκτεταμένη επισκευή του μνημείου. Όλα αυτά φανερώνουν τις δυσκολίες στη χρονολόγηση μνημείων της οθωμανικής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής της εποχής της Αναγέννησης.
Παλιότερα πίστευαν ότι ήταν έργο Ενετών τεχνιτών, κάτι που έχει πια απορριφθεί οριστικά από τη σύγχρονη ιστοριογραφία. Η πεποίθηση αυτή διαψεύδεται και από μια άλλη εσωτερική επιγραφή που αναφέρει για μια μεγάλη ανακατασκευή (με υποχρεωτική συμμετοχή του λαού), το 1619. Άλλωστε, η τοιχοδομία συνάδει με άλλες οθωμανικές κατασκευές της περιόδου για τις οποίες έχουμε περισσότερες πληροφορίες.

Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι αρχιτέκτονας του Πύργου ήταν ο Μιμάρ Σινάν, ο διάσημος αρχιτέκτονας του Σουλεϊμάν, λόγω της ομοιότητας με ανάλογο πύργο στη Valona (Αυλώνα) της Αλβανίας που κτίστηκε τη δεκαετία του 1530. Πολύ πιθανόν όμως αυτό να αποτελεί απλή φήμη, επειδή δεν έχουμε κάποια σχετική μαρτυρία, ενώ συνολικά στον Σινάν αποδίδονται εκατοντάδες έργα.

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ
Αρχικά ο Πύργος χτίσθηκε χωρίς το περίφημο περιτοίχισμα του. Αντίθετα είχε μια κωνική μολυβδαίνια σκεπή και ανάμεσα στις σημερινές πολεμίστρες ξεπρόβαλλαν τα κανόνια που έλεγχαν τον Θερμαϊκό Κόλπο και έριχναν βλήματα «40 οκάδων σε μήκος 8 μιλίων». Πολύ πιθανόν, η υπέρθυρη μαρμάρινη επιγραφή στην είσοδο του εξωτερικού περιβόλου να αναφέρονταν μάλλον στο πυροβολοστάσιο, που ήταν η κύρια αποστολή του. Ο ίδιος ο Πύργος είναι κυλινδρικός με ύψος 33,9 μ., περίμετρο 70 μ. και διάμετρο 22,7 μ. Έχει ισόγειο και 6 ορόφους, που επικοινωνούν με εσωτερική σκάλα μήκους 120 μ., που ελίσσεται κοχλιωτά και σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο, αφήνοντας στο κέντρο έναν κυκλικό πυρήνα διαμέτρου 8,5 μ. Έτσι, σε κάθε όροφο σχηματίζεται μια κεντρική κυκλική αίθουσα, με την οποία επικοινωνούν μικρότερα τετράπλευρα δωμάτια, ανοιγμένα στο πάχος του εξωτερικού τοίχου. Ο τελευταίος όροφος έχει μόνο την κεντρική αίθουσα και έξω από αυτήν δημιουργείται ένα δώμα, που προσφέρει εξαιρετική θέα του γύρω τοπίου της πόλης και της θάλασσας.

Γύρω από τον πύργο υπήρχε χαμηλός οκταγωνικός περίβολος (προτείχισμα), που δεν γνωρίζουμε το πότε χτίσθηκε, αλλά γνωρίζουμε τη μορφή του. Είχε σχήμα οκταγώνου, ύψος περίπου 5 μέτρα και είχε 3 οκταγωνικούς πυργίσκους σε 3 ακμές του, εξοπλισμένοι και αυτοί με τηλεβόλα. Αυτός ο περίβολος χρησίμευε κυρίως για να προστατεύει τον Πύργο από τη θάλασσα, αλλά θεωρείται πιθανή η χρήση του και για την τοποθέτηση βαρέων πυροβόλων, που θα έλεγχαν την ακτογραμμή και το λιμάνι. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στρέφονταν προς την πόλη, ενώ ο Πύργος βασιζόταν στο ίδιο του το μέγεθος για άμυνα προς το εξωτερικό. Ο περίβολος αυτός κατεδαφίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Υπήρχε κι ένας ακόμη διώροφος πυργίσκος και διάφορα άλλα κτίσματα στο εσωτερικό. Η είσοδος του περιτοιχίσματος, από το βορρά και σε ευθεία με την είσοδο του Πύργου, λεγόταν Πύλη του Ντιβάν Χανέ. Μερικές πηγές αναφέρουν το διοικητή των γενίτσαρων ως Divan Efendi, ενώ άλλες με τον τίτλο αυτόν αναφέρουν το διοικητή της Ακρόπολης, δηλαδή του συγκροτήματος του Επταπυργίου (γνωστού και ως Kucuk Selanik, μικρή Θεσσαλονίκη). Αυτό είναι ενδεικτικό της πολυπολικότητας της οθωμανικής εξουσίας και των ανταγωνισμών μεταξύ γενίτσαρων και κεντρικής εξουσίας. Ο Πύργος διέθετε κι άλλες συμπληρωματικές κατασκευές, απαραίτητες για τη λειτουργία του ως κατάλυμα, όπως τζάκια και αφοδευτήρια, μέσα στο κυρίως κτίσμα και αποθήκες, δεξαμενές νερού, έξω από το κυρίως κτίσμα.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Στην αρχή λοιπόν, ονομαζόταν «Πύργος του Λέοντος», όπως αναφέρει η τουρκική επιγραφή του 1535. Από τον 17ο αιώνα και μετά ονομαζόταν ανεπίσημα «Φρούριο της Καλαμαριάς» (Kelemeriye Kal’asi) και «Πύργος των Γενιτσάρων». Καλαμαριά λεγόταν παλιά η περιοχή του σημερινού Ευκλείδη, μέχρι την παραλία.
Μέχρι το 1826 χρησιμεύει σαν φρούριο (όπου σταθμεύει το μεγαλύτερο μέρος της φρουράς των Γενίτσαρων) και ως φυλακή, αλλά μόνο συμπληρωματικά για τις ανάγκες των ίδιων των γενίτσαρων. To φρούριο της Καλαμαριάς, που αναφέρει ο Εβλιγιά Τσελεμπή, διέθετε κι ένα διώροφο πυργίσκο που λειτουργούσε ως mescid (τζαμί χωρίς μιναρέ). Επίσης γνωρίζουμε ότι διέθετε τον Mahmud Aga Zeviye (τον τεκέ του Μαχμούντ Αγά),[1] επειδή οι γενίτσαροι είχαν μια ιδιαίτερη σχέση με το τάγμα των Μπαταχτσήδων, αν και ο συγκεκριμένος συνδεόταν μάλλον με τους Kadiri. Το ανώνυμο αυτό τέμενος, που επέζησε τουλάχιστον μέχρι το 1906, κατεδαφίστηκε από τις ίδιες τις οθωμανικές αρχές της πόλης.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι γενίτσαροι είχαν μετατραπεί, από ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα, σ’ ένα ημιαυτόνομο και ανεξέλεγκτο τάγμα, που μέχρι τον 18ο αιώνα είχε μετατραπεί σε ένοπλη τάξη εμπόρων, στρατιωτών, που παράλληλα υποχρέωναν σε καταβολή προστασίας, ανεξαρτήτως θρησκεύματος κι ουσιαστικά έλεγχαν τις αγορές δέρματος, τροφίμων και τσόχας. Η Θεσσαλονίκη ήταν ένα σημαντικό κέντρο με περίπου 6.000 γενίτσαρους, οργανωμένους σε 3 ορτάδες. Η παράλογη βία και απληστία τους προς τους κατοίκους της πόλης, ανεξαρτήτως θρησκείας και η δημιουργία δομών παράλληλων με το οθωμανικό κράτους ήταν μόνιμη πληγή σε κάθε Σουλτάνο. Άλλωστε, όλες οι θρησκευτικές ομάδες της πόλης τονίζουν ότι αυτές ήταν ο ιδιαίτερος στόχος των γενίτσαρων.
Αποκαλυπτικό είναι ότι τις περισσότερες πληροφορίες για τις συνθήκες κράτησης έχουμε από τον φιλέλληνα δικαστή Χαϊρουλάχ, που φυλακίστηκε ο ίδιος λόγω των προσπαθειών του να θέσει τέρμα στις σφαγές των γενίτσαρων, το 1821, μετά την επανάσταση στη Χαλκιδική. Τελικά στις 16 Ιουνίου 1826, ο Μαχμούντ ο Β' διατάζει την εξόντωση τους και με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη οργανώνεται η εξόντωση τους σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Περίπου 3.000 επιβιώνουν και συλλαμβάνονται μετά από σκληρές μάχες με τον οθωμανικό στρατό και μεταφέρονται στον Πύργο όπου κι εκτελούνται μαζικά.
Μετά τη διάλυση του τάγματος των Γενίτσαρων, ο Πύργος αποκτά το όνομα «Kanli Kule», δηλαδή «Πύργος του Αίματος», που διατηρήθηκε λόγω της μετέπειτα χρήσης του Πύργου σαν φυλακή και τόπο εκτελέσεων, που κοινοποιούνταν με έναν κανονιοβολισμό. Με την πάροδο του χρόνου ο ρόλος του Πύργου άλλαξε και από προστασία από εξωτερικές απειλές, έγινε μέρος του σχεδίου ελέγχου της ίδιας της πόλης. Η ύπαρξη του περιβόλου, μόνο προς τη μεριά της πόλης, επιβεβαιώνει τη σοβαρότητα των ταραχών που ξεσπούσαν στην πόλη μέχρι και τον 18ο αιώνα, λόγω επισιτιστικών προβλημάτων. Μάλιστα όπως ισχυρίζονται ορισμένοι ιστορικοί, ο Πύργος των Γενίτσαρων ήταν ένα αντίβαρο στην εξουσία του νόμιμου Οθωμανού διοικητή της πόλης που η έδρα του ήταν στο Γεντί Κουλέ.

Το επίσημο όνομά του σαν Πύργος του Λέοντος και το ανεπίσημο σαν Kanli Kule συνυπήρχαν μέχρι το 1891. Το σύγχρονο όνομά του το πήρε όταν ένας Εβραίος κρατούμενος, ο Νατάν Γκιντιλί (Nathan Guidili), καταδικασμένος για ένα ερωτικό έγκλημα, τον ασβεστώνει, το 1891, με αντάλλαγμα τη μείωση της ποινής του και άρα την απελευθέρωση του. Ο λόγος δεν είναι γνωστός. Η λαϊκή εκδοχή λέει ότι ήταν επιθυμία του Σουλτάνου για να φανεί ότι κάτι αλλάζει μετά τη Συνθήκη του Αγ. Στεφάνου ή με το τέλος του Tanzimat. Πιο πιθανό είναι να συνδέεται με την απόφαση για χρησιμοποίηση μόνο του Γεντί Κουλέ, σαν φυλακές της πόλης, την έναρξη της κατεδάφισης του περιβόλου και μια συνειδητή προσπάθεια αποσύνδεσης του Πύργου από το αιματηρό παρελθόν του.

Από διάφορες πηγές μαθαίνουμε ότι σύντομα ο πύργος από Kanli-Kule (όνομα με το οποίο ο χριστιανικός πληθυσμός συνεχίζει να τον αναφέρει μέχρι το 1912) μετονομάζεται σε Beyaz-Kule, δηλαδή Άσπρος Πύργος. Δεν υπάρχουν όμως πηγές που να υποστηρίζουν ότι η υιοθέτηση του Torre Blanca από την εβραϊκή κοινότητα οδήγησε στην υιοθέτηση του ονόματος και από τις άλλες μειονότητες, Ορθόδοξους και Μουσουλμάνους, αν και οι Έλληνες της πόλης ήξεραν λαντίνο (Ισπανοεβραϊκά) για να μπορούν να κινούνται στην πόλη. Πολλές περιοχές της πόλης ήταν γνωστές αποκλειστικά από τα εβραϊκά τους ονόματα, μέχρι και το 1943, όταν ο Δήμος πήρε την πρωτοβουλία και μετονόμασε όλα τα εβραϊκά τοπωνύμια, εκμεταλλευόμενος τις εκτοπίσεις των Εβραίων στο Άουσβιτς. Πάντως, η χρήση του Λευκός, αντί του Άσπρος, μοιάζει με επίσημη μετάφραση και όχι με αυθόρμητη λαϊκή ονοματοδοσία.[2]
ΝΕΩΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Το 1905 μπαζώνεται ο ανατολικός ορμίσκος και σε συνδυασμό με την κατεδάφιση του περιτειχίσματος, δημιουργείται η Πλατεία Προόδου, στην περιοχή της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών και οι κήποι του Torre Blanca. Ο Λευκός Πύργος συνεχίζει να ασβεστώνεται τακτικά, ειδικά με την ευκαιρία της επίσκεψης του Σουλτάνου το 1911, όταν και ολοκληρώνεται η καταστροφή του περιτειχίσματος κατεδαφίζονται το τζαμί κι ο τεκές για να είναι άνετο το πέρασμα της πομπής. Ο Πύργος κι οι κήποι αποτέλεσαν το επίκεντρο της κοσμικής και πολιτικής δράσης της Θεσσαλονίκης: Από την παρέλαση του Ελληνικού στρατού το 1912, τη συγκέντρωση των οπαδών της Εθνικής Άμυνας το 1916, τα ζέπελιν που καταρρίφθηκαν στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, το θίασο νάνων της Κωνσταντινούπολης του 1921, την αναβίωση του Πύργου ως φυλακή Τούρκων αιχμαλώτων, μετά την απόβαση στη Σμύρνη κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, το πρώτο τραμ το 1927, τη γιορτή του Προσφυγικού Φοίνικα το 1929, μέχρι και τη χρησιμοποίησή του από τους Ναυτοπροσκόπους το 1934. Η βαφή του Πύργου με βαφή παραλλαγής κατά τον Β' Παγκοσμίου Πολέμου αποτέλεσε μια επιπλέον σελίδα στις χρωματικές αλλαγές του κτιρίου.
Μετά την απελευθέρωση της πόλης (1912), το μνημείο περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο και έως το 1983 φιλοξένησε την αεράμυνα της πόλης, το εργαστήριο Μετεωρολογίας του Πανεπιστημίου. Τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Λευκός Πύργος στέγαζε το κέντρο διαβιβάσεων των Συμμάχων, ενώ το 1916 χρησιμοποίησαν έναν όροφό του για τη φύλαξη αρχαιοτήτων από αρχαιολογικές εργασίες, στη ζώνη ευθύνης του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος.
Από το 1983 έως το 1985 η Αρχαιολογική Υπηρεσία συντήρησε και αναστήλωσε το μνημείο και το διαμόρφωσε σε εκθεσιακό χώρο. Από το 1985 έως το 1994 λειτούργησε η μόνιμη έκθεση «Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Τέχνη». Το 1994, άνοιξε το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και τα εκθέματα άρχισαν να μεταφέρονται σταδιακά σ’ αυτό. Το 2001, παρουσιάστηκε στο Λευκό Πύργο η έκθεση «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο», στο πλαίσιο του δικτύου τριών εκθέσεων με το γενικό τίτλο: «Ώρες Βυζαντίου, Έργα και Ημέρες στο Βυζάντιο». Το 2002 παρουσιάστηκε έκθεση έργων του ζωγράφου και συντηρητή αρχαιοτήτων Φώτη Ζαχαρίου με τον τίτλο «Άθως: Αποτυπώσεις και Μνήμες». Ανήκει διοικητικά στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού κι από το 2006 λειτουργεί μόνιμα ως Μουσείο Πόλης της Θεσσαλονίκης.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ[1] Ο τεκές αποτελούσε ησυχαστήριο των δερβίσηδων, οι οποίοι ήταν παρακλάδι του σουνίτικου Ισλάμ. Οι τεκέδες ήταν μυστικιστικά κέντρα προσβάσιμα στο λαό, που ορισμένα δέχονταν και Χριστιανούς ως μέλη τους.
[2] Δεν είναι η πρώτη φορά που αυτό θα συνέβαινε στα Βαλκάνια ή στην ίδια τη Θεσσαλονίκη. Το όνομα Αγία Σοφία είχε διατηρηθεί τόσο από το τζαμί Aya Sofia Cami'i, όσο κι από την ομώνυμη εβραϊκή συνοικία. Αντίστοιχα το τουρκικό λουτρό στη θέση Λουλουδάδικα, ονομάζεται από τον λαό Yahudi Hamam, δηλαδή εβραϊκό χαμάμ, γιατί βρισκόταν μέσα στην εβραϊκή συνοικία Kulhan.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ: Η αρχιτεκτονική και τα σύμβολα του ιστορικού Γαλατά μέσα από φωτογραφίες που συγκλονίζουν

Ματιές στην αρχιτεκτονική και τα σύμβολα του Γαλατά

Υπάρχουν συνοικίες στην Πόλη που, μέσα από την παρατήρηση των κτιρίων τους, μας επιτρέπουν να διαπιστώσουμε τον ρόλο που διαδραμάτισαν στην Πόλη των περασμένων αιώνων. Μια τέτοια συνοικία είναι και αυτή του ιστορικού Γαλατά και οι συχνοί μου περίπατοι εκεί με ώθησαν σε μία ακόμη ανάρτηση με αρχιτεκτονικές αναφορές που όμως συνοδεύονται από πτυχές συμβολισμών, κρυφών και μή.
Το Karaköy παραμένει στις μέρες μας ακόμα υποβαθμισμένο, καίτοι στο μέλλον η εικόνα του θα μεταβληθεί σφόδρα προς το καλύτερο, λαμβάνοντας ίσως μερική από την αίγλη του παρελθόντος.

Το Κάρακιόι του παρελθόντος συναντά το τωρινό της εγκατάλειψης και της κακαισθησίας
Από τα μέσα του προπερασμένου αιώνα η Πόλη λειτούργησε ως μητρόπολη του εκσυγχρονισμού σε πάρα πολλά πεδία. Μερικά από αυτά ήταν το εμπορικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα και η καρδιά τους χτυπούσε εδώ στον Γαλατά. Όλα αυτά αποτυπώθηκαν αρχιτεκτονικά στα κτίρια που κατασκευάστηκαν εκείνη την περίοδο και που σίγουρα οι περισσότεροι περαστικοί αγνοούν στο σύντομο πέρασμα τους από τα σοκάκια που οδηγούν είτε προς το Μπέιογλου είτε προς την γέφυρα και την ιστορική χερσόνησο.
Το κυρήκειο του Ερμή ως επίκρανο. Σύμβολο του εμπορίου αλλά και έλλειψης διχόνοιας σε μια άλλοτε πολυεθνική Πόλη
Όταν ο καπιταλισμός άρχισε να ανθίζει στην Πόλη, η πλειοψηφία των μουσουλμάνων δεν μπόρεσε να ακουλουθήσει αυτές τις εξελίξεις. Είτε λόγω της προσκολλήσεως στην παράδοσή τους, είτε στην απορρόφηση των επιβολών του Ισλάμ, δεν εκπαιδεύονταν στις σύγχρονες εμπορικές και τραπεζικές τεχνικές, αφήνοντας στους ξένους το πεδίο δράσης. Εκτιμάται πως μόνο 3% των τραπεζιτών ήταν μουσουλμάνοι.
Διάκοσμος τράπεζας με κορινθιακούς κίονες, πανέμορφους γείσους και ανάγλυφες κορνίζες.
Από το χρηματοπιστωτικό παιχνίδι δεν έλειψαν οι Έλληνες και δίπλα στους αλλόεθνους τραπεζίτες, άντρες όπως οι Μαυρογορδάτος, Μπαλτατζής, Ράλλης και φυσικά ο Ζαρίφης διέπρεψαν στον τομέα αυτό. Μάλιστα οι τρείς τελευταίοι σε συνεργασία με τον εβραίο Camondo, τον αποκαλούμενο Ρότσιλντ της Ανατολίας, ίδρυσαν το 1864 μία από τις ισχυρότερες τράπεζες, την Societe Generalle de l'Empire Ottoman.


Όμορφα φουρούσια με ρόδακες διακοσμούν την πλειονότητα των κτιρίων στα ξεχασμένα σοκάκια
Τα ιδιωτικά αυτά ιδρύματα εκμεταλλεύτηκαν την εξάρτηση δανεισμού της οθωμανικής κυβέρνησης και λαμβάνοντας χρήματα από την Ευρώπη με τόκο 3% - 4%, τα δάνειζαν στην κυβέρνηση με 12% -18%. 
Από την στιγμή που η αυτοκρατορία είχε για πολλές δεκαετίες τόσο μεγάλες ανάγκες εξωτερικού δανεισμού και με τέτοιους όρους, ουσιαστικά είχε χρεωκοπήσει. Και η οικονομική χρεωκοπία και υποτέλεια πάντα συνοδεύεται από τρομερές επιπτώσεις που ξεφεύγουν από τα οικονομικά μεγέθη, αγγίζοντας θεσμικές, πολιτισμικές, ιδεολογικές και άλλες πτυχές, ενώ φτάνουν εώς και εδαφικές αποσπάσεις. Παρ'ότι έχουν περάσει σχεδόν 2 αιώνες, όλα αυτά αποτελούν ένα αρκετά καλό και επίκαιρο μάθημα για όσους επιθυμούν ιστορικά διδάγματα.
Κορνίζα με συνοδεία φύλλων ακάνθου και μαιάνδρου
Διάκοσμος με πολλές λεπτομέριες
Τα κτίρια των τραπεζών ήταν χτισμένα με διαφορετικούς τρόπους που αντικατόπτριζαν τον πολυεθνικό χαρακτήρα του Γαλατά αλλά και θέλοντας να τονίσουν την νέα εποχή που έδειχνε να "ξημερώνει" στην Πόλη και που δεν θα ήταν οθωμανική ή ισλαμική. Γι'αυτό και οι προσόψεις των κτιρίων έχουν έναν αναγεννησιακό και νεοκλασσικό ρυθμό ενώ οι πίσω όψεις οθωμανικά στοιχεία.
Οι προσόψεις των κτιρίων τόνιζουν με την αρχιτεκτονική τους...
την νέα εποχή...
...και την επικράτηση
Οι πίσω όψεις λιτές με χαρακτηριστικά όψιμης οθωμανικής αρχιτεκτονικής

Επιγραφή με γλώσσα της εποχής που κατάφερε να επιζήσει ως τις μέρες μας.
Η ολοένα και καλύτερη παρατήρηση των διαφόρων διακοσμήσεων άρχιζε να δημιουργεί παρομοιώσεις στην σκέψη μου, ταξιδεύοντάς την στα χρόνια του Βυζαντίου. Οι επιρροές του δεν έπαψαν να συνοδεύουν τις πτυχές της ζωής μας ποτέ.
Σε κτίσμα στα τέλη του 19ου αιώνα και με επιρροή απευθείας από το Βυζάντιο, θα μπορούσε κάλλιστα να περιγραφεί ως κιονόκρανο με λεβητοειδή ανάγλυφο διάκοσμο
Διάσκοσμος που μου θύμισε τις ορθομαρμαρώσεις σε βυζαντινούς ναούς. Εδώ με συνοδεία κιόνων.
Συνεχίζοντας την περιπλάνηση και παρατήρηση σε όλο και πιο απομακρυσμένα σοκάκια, ο αρχιτεκτονικός διάκοσμος λιγόστευε και την θέση του έπαιρναν σύμβολα θρησκειών, αιρέσεων και οργανώσεων, δείχνοντάς μου ότι το Καράκιοι θα συνεχίζει να απασχολεί τις περιηγήσεις μου για αρκετό καιρό ακόμα.
Συναγωγή σε ένα από τα σοκάκια του ιστορικού Γαλατά
Σύμβολα σε σχεδόν κάθε τοίχο κτιρίου
Κάτι σαν ήλιος ή λουλούδι
Λέοντας σε γείσο

Παρατηρώντας κάθε εκατοστό, οι Σταυροί όλο και πυκνώνουν

Διάκοσμος με φτερά παγωνιού. Σύμβολο πολλών θρησκειών και με πολλαπλούς συμβολισμούς
Το διαφορετικό καθεστώς που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο Karaköy, ο πολεθνικός χαρακτήρας και η παρουσία τόσων Ευρωπαίων αλλά και ο κύριος όγκος του εμπορίου και των τραπεζών τροφοδότησαν σίγουρα την εγκατάσταση αρκετών τεκτονικών στοών στην περιοχή. 
Σύμβολο με τεκτονικά χαρακτηριστικά σε ένα ξεχασμένο σοκάκι
Η παρουσία μασονικών στοιχείων φυσικά δεν λείπει και από τα τραπεζικά ιδρύματα, με αποκορύφωμα το κατάστημα της τράπεζας Zıraat, οι προσόψεις της οποίας είναι καλυμμένες με μασονικά σύμβολα.
Το άγαλμα του μασώνου Mithat Paşa με το σφυρί στο χέρι στην νότια πρόσοψη της τράπεζας ενώ ένα επίπεδο πιο κάτω υπάρχει το άγαλμα μια γυναίκας, πάλι με τεκτονικά εργαλεία στο χέρι και περιτριγυρισμένη από παιδιά. Το άγαλμα της dul kadın, δηλαδή της χήρας και γύρω της τα ορφανά, συμβόλιζει την αλληλοστήριξη των μασόνων, τόσο σφόδρα όσο και η στήριξη στις χήρες με ορφανά παιδιά.
Dul kadın ως σύμβολο του τεκτονισμού
Μασονικά σύμβολα στον Γαλατά που ελάχιστοι παρατηρούν
Το αρχιτεκτονικό κλίμα άρχισε να "βαραίνει" ακόμα περισσότερο αφού πιο πάνω υπάρχει ένας διάκοσμος που απεικονίζει έναν αετό με απλωμένα φτερά και περιτριγυρισμένο από φίδια να κάθεται στην γη η οποία στο ύψος του Ισημερινού φέρει 7 αστέρια. Παραδίπλα υπάρχει ακόμα ένας αετός που στέκει επιβλητικός και έτοιμος για επίθεση.

Άφησα πίσω μου τα φίδια, τους γύπες και τους συμβολισμούς τους και επέστρεψα πάλι στα καθημερινά σοκάκια, παρατηρώντας εκ νέου τους διάκοσμους και ρίχνοντας το βάρος της σκέψης μου στις κοινωνιολογικές και πολιτισμικές ανάγκες που ώθησαν τους ανθρώπους να υιοθετήσουν όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εκφράσεις στην αρχιτεκτονική τους.
Ενα αρχιτεκτονικό παρελθόν όλο καλαισθησία
Κρυφή πόρτα με διάκοσμο στον γεισίποδα
Παρατηρώντας τον τρόπο που είναι κατασκευασμένα τα φουρούσια, οι ρόδακες, οι άκανθοι, τα επίκρανα, οι γείσοι και οι γεισίποδες, κατάλαβα πως όλα αυτά δεν οφείλονται απλά σε μια μόδα ή έναν φτηνό μιμητισμό, Όπως τόσα πολλά άλλα πράγματα, έτσι και η αρχιτεκτονική εκδηλώνεται με τέτοιους τρόπους που δηλώνει, εκφράζει τις ανάγκες και τις προτεραιότητές μας. Φαίνεται οτι τους προηγούμενους αιώνες η έκφραση και η εκδήλωση των αναγκών και ιδιαιτεροτήτων ήταν περισσότερο στο προσκήνιο και σαφώς οι προτεραιότητες ήταν διαφορετικές από αυτές των ημερών μας. Καθ'οδόν για το σπίτι η όψη της σύγχρονης Πόλης έμοιαζε να επιβεβαιώνει τις σκέψεις μου.
Είσοδος πόρτας από άλλες εποχές
ΠΗΓΗ: http://tixamperiaapothnpolh2.blogspot.gr/2014/09/blog-post_21.html