Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Το σκάνδαλο Κοσκωτά, η Δίκη και η Ετυμηγορία (VIDEO)

3 Φεβρουαρίου 1989: Το σκάνδαλο Κοσκωτά παίρνει νέα τροπή, όταν ο προσωπικός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, Γιώργος Λούβαρης, παραπέμπεται για κακούργημα, ως παραλήπτης μεγάλου ποσού, που υπεξαιρέθηκε.


Το Σκάνδαλο Κοσκωτά αφορούσε ένα μεγάλο πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο το οποίο κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1990. Παράλληλα σηματοδότησε, κυρίως, τον αγώνα για τον έλεγχο των Μ.Μ.Ε. και των τραπεζών. Κεντρικό πρόσωπο του σκανδάλου υπήρξε ο τραπεζίτης Γιώργος Κοσκωτάς, πλην όμως ενεπλάκησαν σ΄ αυτό και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Παραπέμφθηκαν σε δίκη ο Ανδρέας Παπανδρέου, πρώην Πρωθυπουργός, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, τέως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο Μένιος Κουτσόγιωργας, πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης, ο Δημήτρης Τσοβόλας, πρώην Υπουργός Οικονομικών και ο Γιώργος Πέτσος, πρώην Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας. Από αυτούς, ο Ανδρέας Παπανδρέου κρίθηκε αθώος σε όλες τις κατηγορίες, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης δεν δικάστηκε γιατί είχε ήδη εκλεγεί Ευρωβουλευτής και το Ευρωκοινοβούλιο δεν ήρε την ασυλία του, ενώ ο Μένιος Κουτσόγιωργας πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της δίκης. Ο Δημήτρης Τσοβόλας και ο Γιώργος Πέτσος κρίθηκαν ένοχοι για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Οι ποινές τους ήταν 2,5 χρόνια (εξαγοράσιμη) για τον πρώτο και 10 μήνες με αναστολή για τον δεύτερο, με αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων και των δύο, για τρία και δύο χρόνια αντίστοιχα. Η ολοκληρωτική αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1992 επιβεβαίωσε το κύρος του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ, και η επιστροφή του στην εξουσία το 1993 ερμηνεύθηκε ως προσωπικός θρίαμβος ενάντια στους κατηγόρους του. Αντίθετα, η απόφαση της ηγεσίας της Αριστεράς να συμπράξει με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη οδήγησε στην εκλογική καθίζησή της, και η περίοδος συγκυβέρνησης είναι γνωστή ως «βρώμικο '89».

Η δίκη ξεκίνησε τον Απρίλο του 1991. Νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο του 1990, ο Μένιος Κουτσόγιωργας είχε κριθεί προφυλακιστέος και είχε οδηγηθεί στις φυλακές Κορυδαλλού, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους που παρέμειναν ελεύθεροι. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε να εμφανιστεί στη δίκη και δεν πήγε ούτε μία φορά στο δικαστήριο. Επίσης αρνήθηκε να ορίσει συνηγόρους υπεράσπισής του. Αυτή η κίνηση τον βοήθησε να κερδίσει τις εντυπώσεις στο επικοινωνιακό επίπεδο, παρότι οι δικαστές είχαν δικαίωμα να διατάξουν την βίαιη προσαγωγή του στο δικαστήριο, κάτι το οποίο τελικά δεν έπραξαν. Αντίθετα, οι Μένιος Κουτσόγιωργας, Δημήτρης Τσοβόλας και Γιώργος Πέτσος έδωσαν κανονικά το παρόν στη δίκη, με τον Τσοβόλα να έρχεται συχνά σε έντονη αντιπαράθεση με τους δικαστές.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO

Τα περιστατικά

Επιχειρηματικές δραστηριότητες και διαπλοκή
Η αφετηρία του σκανδάλου ήταν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του Γιώργου Κοσκωτά. Ο Κοσκωτάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953, με καταγωγή από τον Ασπρόπυργο Αττικής. Το 1970 μετανάστευσε στην Αμερική και επέστρεψε στην Ελλάδα στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Το 1979, επί κυβερνήσεως Καραμανλή, ανέλαβε Διευθυντής του Συναλλάγματος στην Τράπεζα Κρήτης, παρ'ότι ήταν μόλις 25 ετών. Έγινε γνωστός στο πανελλήνιο στις αρχές της δεκαετίας του '80. Το νεαρό της ηλικίας του, η γιγάντια περιουσία του και η χαρακτηριστική του εμφάνιση τον έκαναν γνωστό ακόμη και στους τουρίστες που επισκέπτονταν τη χώρα. Ο Κοσκωτάς αγόρασε το 1982 τον δημοσιογραφικό και εκδοτικό οργανισμό «Γραμμή Α.Ε.» από τον Παύλο Μπακογιάννη, και το 1984 αγόρασε το 56% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κρήτης (αργότερα έφτασε να κατέχει το 82%), έναντι του ποσού του 1 δισεκατομμυρίου δραχμών. Μαζί με άλλες επιχειρήσεις τις οποίες είχε ενσωματώσει στις κύριες, γινόταν εργοδότης σε περίπου 4.000 εργαζόμενους. Το 1986 είχε επιχειρήσει και την αγορά της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδας, όμως λόγω αντιδράσεων από τον Τύπο, η κυβέρνηση δεν επέτρεψε τελικά στην πώλησή της. Το 1987 προχώρησε στην αγορά από τον εφοπλιστή Σταύρο Νταϊφά της ΠΑΕ Ολυμπιακός.

Η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν άργησε να ενισχύσει τις σχέσεις της με τον ραγδαία ανερχόμενο επιχειρηματία. Οι καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης αυξήθηκαν κατακόρυφα με χρήματα των ΔΕΚΟ (συνολικού ύψους 13 δισεκατομμυρίων το 1988), ενώ πολλοί ανώτατοι αξιωματούχοι του ελληνικού δημοσίου ήταν και επίσημοι συνεργάτες του. Στο μεταξύ οι ευνοϊκές ρυθμίσεις που εξασφάλιζε για τους πελάτες του, διόγκωσαν τις καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης στα 76,5 δισεκατομμύρια δραχμές.

Από την εκδοτική πλευρά της «Γραμμής Α.Ε.», ο Κοσκωτάς είχε στήσει έναν τυποεκδοτικό κολοσσό, ο οποίος εξέδιδε μία καθημερινή εφημερίδα («24 Ώρες») και 6 περιοδικά, ενώ εξαγόρασε άλλες τρεις αντι-κυβερνητικές εφημερίδες, την «Βραδυνή», την «Εβδόμη» και την ιστορική «Καθημερινή» από την Ελένη Βλάχου το 1986, την οποία έστρεψε πολιτικά προς το ΠΑΣΟΚ. Ταυτόχρονα εκδήλωσε ενδιαφέρον και για την αγορά της «Ελευθεροτυπίας». Η επέκταση αυτή στο χώρο του Τύπου, υπήρξε και το κομβικό σημείο της ανεξέλεγκτης πορείας του. Η κυβέρνηση έβλεπε στο πρόσωπό του έναν πανίσχυρο εκδότη που θα της παρείχε στήριξη, με αντάλλαγμα την πολιτική κάλυψη των δραστηριοτήτων του.

Οι πρώτες αντιδράσεις
Οι εκδότες των υπόλοιπων μεγάλων ελληνικών εφημερίδων νιώθωντας τεράστια απειλή από τον Γιώργο Κοσκωτά, ξεσηκώθηκαν εναντίον του και άρχισαν να καταγγέλουν ότι τα χρήματα που αφειδώς ξόδευε ήταν προϊόν ύποπτων συναλλαγών. Τον Οκτώβριο του 1987 άρχισαν να έρχονται στο φως αποκαλύψεις για το παρελθόν του Κοσκωτά (πλαστογραφίες, φορολογικά αδικήματα, παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος κλπ.) Στις καταγγελίες, η κυβέρνηση αρνούταν να κινήσει διαδικασίες για φορολογικό έλεγχο.

Εμπλοκή Μένιου Κουτσόγιωργα
Μια από τις σημαντικότερες πτυχές του σκανδάλου Κοσκωτά ήταν η εμπλοκή του αντιπροέδρου της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ Μένιου Κουτσόγιωργα, ο οποίος έχασε την ζωή του στο Είδικό Δικαστήριο. Ο Κουτσόγιωργας συνδεόταν με τον στενό συνεργάτη του Κοσκωτά Ιωάννη Ματζουράνη ο οποίος προερχόταν από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην οποία είχε διατελέσει Γενικός Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου. Το φθινόπωρο του 1988 ανοίχτηκε μέσω του Ματζουράνη ένας τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα του Κουτσόγιωργα στην Ελβετία . Στη συνέχεια, λίγες εβδομάδες πριν τοποθετηθεί επίτροπος στην Τράπεζα Κρήτης, ο Ματζουράνης μετέφερε 1,200,000 δολάρια στον λογαριασμό του Μένιου Κουτσόγιωργα. Ο Ματζουράνης υποστήριξε ότι η κατάθεση έγινε εν γνώσει του Κουτσόγιωργα ενώ ο Κουτσόγιωργας υποστήριξε ότι παγιδεύτηκε από τους Κοσκωτά/Ματζουράνη και ότι δεν είχε γνώση για το συγκεκριμένο έμβασμα. Ο Κουτσόγιωργας λίγες εβδομάδες μετά, έδωσε εντολή να επιστραφεί όλο το ποσό πίσω στον λογαριασμό του Ματζουράνη από τον οποίο εμβάστηκε και έκλεισε τον λογαριασμό. Η υπόθεση αυτή γνωστοποιήθηκε έξι μήνες μετά από συνέντευξη του Κοσκωτά στο περιοδικό ΤΙΜΕ όταν ήταν πλέον φυλακισμένος στις ΗΠΑ. Ο Ματζουράνης όταν κλήθηκε από την δικαιοσύνη κατέθεσε ότι τα χρήματα ήταν αντικείμενο δωροδοκίας σε σχέση με τον Ν. 1806/88 (Κουτσονόμος) που είχε ψηφιστεί στις αρχές Αυγούστου 1988 και θα παρείχε κάποια προνόμια στο Κοσκωτά σε σχέση με τον έλεγχο της Τράπεζα Κρήτης. Η κατάθεση του Ματζουράνη επέφερε ευνοϊκή νομική μεταχείριση για τον ίδιο και καίριο πολιτικό πλήγμα για τον Κουτσόγιωργα. Ο στενός σύμβουλος του μετέπειτα πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στρατηγός Γρυλλάκης γράφοντας για αυτά τα γεγονότα στο βιβλίο του, αναφέρει ότι ο Ματζουράνης συμφώνησε να καταθέσει και να δώσει στοιχεία εναντίον του Κουτσόγιωργα μετά απο συνεννόηση μαζί του και με στελέχη της ΝΔ που του παρείχαν υποσχέσεις για ευνοϊκή νομική μεταχείριση και αμοιβή 20 εκατομμύρια δραχμές. Ο Κουτσόγιωργας κατά τη διάρκεια της δίκης υποστήριξε ότι ο Ν 1806/88 (Κουτσονόμος) δεν επηρέαζε τις ελεγκτικές δυνατότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Στα πλαίσια της δίκης αναδείχτηκε ότι κύρια ευθύνη για το σκάνδαλο της Τράπεζας Κρήτης είχε η διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδας που δεν έκανε τους απαραίτητους ελέγχους την κρίσιμη περίοδο 1985-1988. Σημαντικό ρόλο εκείνη την περίοδο όσο αφορά την διαμόρφωση του πολιτικού κλίματος έπαιξαν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για τα οποία έγινε κριτική στο κατά πόσο τηρούσαν τις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας στην κάλυψη των γεγονότων καθώς πολλές φορές έδωσαν την εντύπωση ότι επιτελούσαν ρόλο δημοσιογράφου, εισαγγελέα και δικαστή μαζί. 

Την ίδια περίοδο υπήρξε και μια άλλη υπόθεση που αφορούσε κίνηση χρημάτων προς τον αρχηγό της ΝΔ. Κ. Μητσοτάκη. Ο αρχηγός της ΝΔ. Κ. Μητσοτάκης είχε εισπράξει εκατομμύρια δολάρια από τον εφοπλιστή Αριστείδη Αλαφούζο την περίοδο 1988-1991. Αυτή η υπόθεση όμως είχε πολύ διαφορετική εξέλιξη σε ό,τι αφορά την δικαστική της αντιμετώπιση και την αντιμετώπιση της από τα ΜΜΕ γενικότερα σε σχέση με την περίπτωση Κουτσόγιωργα και του σκανδάλου Κοσκωτά. Αυτή η διαφορά αντιμετώπισης αποδόθηκε στον ανταγωνισμό πολιτικών και εκδοτικών συμφερόντων και ήταν ένας από τους λόγους που οι δικαστικές διώξεις κατά μελών των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ κρίθηκαν από μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης ως πολιτικές.

Εισαγγελική έρευνα και «Κουτσονόμος»
Υπό το βάρος των συνεχών αποκαλύψεων, τον Ιούλιο του 1988 ο εισαγγελέας εφετών Δημήτρης Τσεβάς διέταξε έλεγχο στην Τράπεζα Κρήτης. Κι ενώ διατάχθηκε τοποθέτηση προσωρινού επιτρόπου και άρση τραπεζικού απορρήτου προκειμένου να διεξαχθεί η έρευνα, ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και Υπουργός Δικαιοσύνης Μένιος Κουτσόγιωργας έφερε τροπολογία στη Βουλή, η οποία άφηνε προνομιακά περιθώρια στον υπό εξέταση επιχειρηματία Γιώργο Κοσκωτά. Επρόκειτο για τον αποκαλούμενο «Κουτσονόμο» (Νόμος 1806/1988), για τον οποίο όπως τεκμηριωμένα αποκαλύφθηκε αργότερα, το αντάλλαγμα γι αυτόν τον νόμο ήταν η κατάθεση 2 εκατομμυρίων δολαρίων στο όνομα του Μένιου Κουτσόγιωργα σε ελβετική τράπεζα. Το γεγονός αυτό σήμανε το πολιτικό τέλος του πανίσχυρου υπουργού του ΠΑΣΟΚ. Οι αντιδράσεις σε βάρος του ήταν τόσο έντονες από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, που ούτε του επετράπη από το κόμμα του να κατέλθει ως υποψήφιος στις επερχόμενες εκλογές του 1989, ενώ πλήθαιναν οι φωνές που απαιτούσαν και τη διαγραφή του από το ΠΑΣΟΚ.

Το πόρισμα της έρευνας
Τα ευρήματα του επιτρόπου Σπύρου Παπαδάτου ήταν κόλαφος για τον Κοσκωτά. Αποκαλύφθηκε ότι ο Κοσκωτάς (που πλέον αποκτά το προσωνύμιο «Μεγαλοαπατεώνας») είχε κάνει συνολική υπεξαίρεση από την Τράπεζα Κρήτης του ποσού των 33,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Η υπεξαίρεση των καταθέσεων είχε ξεκινήσει από την εποχή ακόμα που ήταν υπάλληλος στην Τράπεζα. Με τα χρήματα αυτά αγόρασε όλες τις επιχειρήσεις του αλλά και δωροδοκούσε δημόσια πρόσωπα.

Πούλησε στη συνέχεια την Τράπεζα Κρήτης στον όμιλο Αρφάνη - Χιόνη, την «Γραμμή Α.Ε.» στον Γιάννη Αλαφούζο και την ΠΑΕ Ολυμπιακός στον Αργύρη Σαλιαρέλη. Ο τελευταίος τον βοήθησε να διαφύγει από την Ελλάδα, αρχικά στη Βραζιλία και στη συνέχεια στις ΗΠΑ, όπου όμως συνελήφθη και κρατήθηκε στις φυλακές του Σάλεμ. Εκδόθηκε στην Ελλάδα δύο χρόνια αργότερα. Αποφυλακίστηκε στις 16 Μαρτίου 2001, έχοντας εκτίσει τα 3/5 της ποινής του.

Συγκυβέρνηση και «βρώμικο '89»
Μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 1989, η Νέα Δημοκρατία και ο Ενιαίος Συνασπισμός (στον οποίο μετείχε και η ανανεωτική Αριστερά και άλλες μικρότερες οργανώσεις της) συναποφάσισαν τον σχηματισμό βραχύβιας κυβέρνησης, με κύριο σκοπό την «κάθαρση» από τα πολιτικά σκάνδαλα (το σκάνδαλο Κοσκωτά ήταν μόνο ένα από τα σκάνδαλα για τα οποία κατηγορήθηκε το ΠΑΣΟΚ). Η απόφαση των δύο κομμάτων να κινήσουν διαδικασίες ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής χαρακτηρίστηκε από πολλούς (κυρίως προερχόμενους από τους κόλπους του ΠΑΣΟΚ) ως «βρώμικο '89». Αυτό επέφερε μεγάλη όξυνση στην πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ιδρυτής της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής φέρεται να δήλωσε ότι «οι πρωθυπουργοί δεν πηγαίνουν στη φυλακή, πηγαίνουν στο σπίτι τους». Το κύριο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης πάντως, επικεντρώθηκε στην τύχη των πολιτικών προσώπων που εμπλέχθηκαν στο σκάνδαλο και όχι στην τύχη του προσώπου που έφερε το όνομά του, του Γιώργου Κοσκωτά.

Σκάνδαλο Κοσκωτά και 17 Νοέμβρη
Το όλο νοσηρό κλίμα ως απόρροια του σκανδάλου, κορυφώθηκε δραματικά με την δολοφονία από την Οργάνωση 17 Νοέμβρη του Παύλου Μπακογιάννη, βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας και γαμπρού του προέδρου της Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (26 Σεπτεμβρίου 1989) και την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του κατηγορούμενου βουλευτή και υπουργού του ΠΑΣΟΚ, Γιώργου Πέτσου (8 Μαΐου 1989). Στις προκηρύξεις της (με τίτλους «Άρχισε η κάθαρση» και «Να χτυπήσουμε τους κλέφτες και πουλημένους πολιτικούς» αντίστοιχα), η οργάνωση κατονόμαζε τα θύματά της ως συνενόχους του Σκανδάλου. Νωρίτερα (11 Νοεμβρίου 1988) με προκήρυξή της (με τίτλο «Κλεφτοκοτάδες, μεγαλοαπατεώνες και ταρτούφοι») κατηγόρησε ολόκληρο το πολιτικοικονομικό σύστημα της Ελλάδας ως υπεύθυνο της εκτροφής σκανδάλων τύπου Κοσκωτά.

Παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο
Στις 18 Ιουλίου 1989 (μία εβδομάδα μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Τζαννετάκη), η βουλή αποφάσισε τη σύσταση ειδικής προανακριτικής επιτροπής προκειμένου να διαπιστωθεί η ενοχή ή μη των Ανδρέα Παπανδρέου, Μένιου Κουτσόγιωργα, Δημήτρη Τσοβόλα, Γιώργου Πέτσου και Παναγιώτη Ρουμελιώτη. Με βάση το πόρισμα αυτής της επιτροπής, στις 27 Σεπτεμβρίου 1989 (μία μέρα μετά τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη) η βουλή αποφάσισε μετά από μυστική ψηφοφορία την παραπομπή και των 5 πολιτικών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο.

Συγκεκριμένα και επί συνόλου 295 παρόντων βουλευτών (απουσιάζαν από πλευράς Νέας Δημοκρατίας οι Γιώργος Σουφλιάς, Απόστολος Ανδρεουλάκος και φυσικά ο δολοφονηθείς την προηγούμενη μέρα Παύλος Μπακογιάννης χωρίς να έχει ακόμα αναπληρωθεί η έδρα του, από πλευράς ΠΑΣΟΚ ο πρόεδρος Ανδρέας Παπανδρέου, καθώς και ο ανεξάρτητος Μουσουλμάνος Αχμέτ Σαδίκ), η ψηφοφορία ανέδειξε τα εξής αποτελέσματα:

Ανδρέας Παπανδρέου (τέως Πρωθυπουργός):
  • Για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος: 166 υπέρ της παραπομπής
  • Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: 165 υπέρ της παραπομπής
  • Για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια σε βαθμό κακουργήματος: 165 υπέρ της παραπομπής

Μένιος Κουτσόγιωργας (πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης):
  • Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 238 υπέρ της παραπομπής
  • Για υπόθαλψη εγκληματία σε βαθμό κακουργήματος: 235 υπέρ της παραπομπής
  • Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: 247 υπέρ της παραπομπής
  • Για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια σε βαθμό κακουργήματος: 240 υπέρ της παραπομπής.

Δημήτρης Τσοβόλας (τέως Υπουργός Οικονομικών):
  • Για απιστία περί την υπηρεσία: 168 υπέρ της παραπομπής
  • Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 168 υπέρ της παραπομπής
  • Γιώργος Πέτσος (τέως Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας):
  • Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 219 υπέρ της παραπομπής
  • Για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος: 204 υπέρ της παραπομπής
  • Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: 222 υπέρ της παραπομπής

Παναγιώτης Ρουμελιώτης (τέως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας):
  • Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 170 υπέρ της παραπομπής

Από τα αποτελέσματα της μυστικής ψηφοφορίας και με βάση την κατανομή της κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων, προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα:

  • Για τους Ανδρέα Παπανδρέου και Δημήτρη Τσοβόλα υπήρξαν σαφείς διαρροές από πλευράς Νέας Δημοκρατίας και Ενιαίου Συνασπισμού, καθώς κάποιοι βουλευτές των δύο κομμάτων δεν πείστηκαν για τυχόν ενοχή τους και ψήφισαν είτε κατά της παραπομπής, είτε λευκό.
  • Αντίθετα, για τους Μένιο Κουτσόγιωργα και Γιώργο Πέτσο, περίπου οι μισοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ψήφισαν υπέρ της παραπομπής τους. Ειδικά για τον Μένιο Κουτσόγιωργα και την κατηγορία της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), σχεδόν τα 2/3 της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ πείστηκαν για την ενοχή του και ψήφισαν υπέρ της παραπομπής του.

Η δίκη
Η δίκη για το Σκάνδαλο Κοσκωτά (η οποία αποκλήθηκε «Δίκη του Αιώνα») ξεκίνησε στις 11 Μαρτίου 1991, καθώς τη μέρα εκείνη συγκλήθηκε για πρώτη φορά το Ειδικό Δικαστήριο υπό την προεδρία του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλη Κόκκινου και άλλων 12 τακτικών δικαστών (Αρεοπαγιτών και προέδρων εφετών). Ως εισαγγελείς ορίστηκαν τρεις νομικοί βουλευτές (Νίκος Κατσαρός και Κώστας Κωνσταντινίδης από πλευράς Νέας Δημοκρατίας και Νίκος Κωνσταντόπουλος από πλευράς Συνασπισμού). Διεξήχθησαν 142 συνεδριάσεις και κατέθεσαν συνολικά 109 μάρτυρες. Επρόκειτο για την πρώτη και μοναδική ως τώρα δίκη στην Ελλάδα η οποία προβλήθηκε σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση και βρέθηκε για μεγάλο διάστημα στο επίκεντρο της πολιτικής επικαιρότητας.

Από τους 5 παραπεμφθέντες για τη δίκη, δεν δικάστηκε τελικά ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης ο οποίος είχε ήδη εκλεγεί Ευρωβουλευτής στις Ευρωεκλογές του 1989, με συνέπεια να τον καλύπτει η ευρωβουλευτική ασυλία, η οποία δεν άρθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ένα μήνα μετά την έναρξη της δίκης (11 Απριλίου 1991) η διαδικασία σημαδεύτηκε από το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη ο Μένιος Κουτσόγιωργας τη στιγμή που είχε το λόγο εντός της αίθουσας, ο οποίος και εξέπνευσε στο νοσοκομείο μία εβδομάδα αργότερα. Δεδομένου ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ουδέποτε εμφανίστηκε στο δικαστήριο, η δίκη συνεχίστηκε με παρόντες μόνο τους δύο από τους πέντε αρχικά παραπεμφθέντες (Δημήτρη Τσοβόλα και Γιώργο Πέτσο). Μάλιστα μεταξύ του πρώτου και του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου, οι διενέξεις και αντεγκλήσεις υπήρξαν συχνές και έντονες.

Κατά τη διάρκεια της δίκης και ειδικά μετά τον θάνατο του Μένιου Κουτσόγιωργα, η κατάθεση του οποίου θα ήταν εξαιρετικά κρίσιμη για την έκβαση της διαδικασίας, τα στοιχεία αποδείχτηκαν σε γενικές γραμμές ανεπαρκή για να στηρίξουν το κατηγορητήριο. Αρκετοί από τους μάρτυρες κρίθηκαν αναξιόπιστοι, ενώ άλλοι περιορίστηκαν στις πολιτικές και όχι ποινικές ευθύνες των κατηγορουμένων.

Η ετυμηγορία
Δέκα μήνες μετά την έναρξη της δίκης, τις πρώτες πρωινές ώρες της 17ης Ιανουαρίου 1992, το Ειδικό Δικαστήριο ύστερα από διάσκεψη περίπου 15 ωρών εκδίδει την απόφασή του για το Σκάνδαλο Κοσκωτά. Η απόφαση για τους τρεις εναπομείναντες κατηγορούμενους:

Ανδρέας Παπανδρέου (πρώην Πρωθυπουργός):
  • Για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (για τις καταθέσεις των ΔΕΚΟ στην Τράπεζα Κρήτης και τη ρύθμιση των χρεών του επιχειρηματία Σωκράτη Καλκάνη): Αθώος με ψήφους 7 υπέρ και 6 κατά.
  • Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: Αθώος με ψήφους 10 προς 3
  • Για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια σε βαθμό κακουργήματος: Αθώος με ψήφους 8 προς 5

Δημήτρης Τσοβόλας (πρώην Υπουργός Οικονομικών):
  • Για απιστία περί την υπηρεσία και για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών (για τη ρύθμιση των χρεών των Γιώργου Κοσκωτά και Σωκράτη Καλκάνη): Ένοχος. Ποινή: Φυλάκιση 2 1/2 ετών (εξαγοράσιμη προς 1.000 δραχμές τη μέρα) και τριετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Γιώργος Πέτσος (πρώην Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας):
  • Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών (για παράνομη έκδοση άδειας για την ανέγερση κτηρίων της «Γραμμής Α.Ε.» του Γιώργου Κοσκωτά στην Παλλήνη): Ένοχος. Ποινή: Φυλάκιση 10 μηνών με διετή αναστολή και διετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (για τις καταθέσεις των ΕΛΤΑ στην Τράπεζα Κρήτης): Αθώος
  • Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: Αθώος λόγω αμφιβολιών

Ο Δημήτρης Τσοβόλας εξαγόρασε την ποινή του (κατέθεσε μέσω του συνηγόρου του το ποσό του 1.524.450 δραχμών), ενώ παράλληλα λόγω της στέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων εξέπεσε του βουλευτικού του αξιώματος. Και οι 19 επιλαχόντες του ψηφοδελτίου αρνήθηκαν να τον αντικαταστήσουν (απόφαση του ΠΑΣΟΚ), με αποτέλεσμα να διεξαχθεί επαναληπτική ψηφοφορία στην εκλογική περιφέρεια της Β' Αθήνας (5 Απριλίου 1992) και την έδρα κατέκτησε ο Γεώργιος - Αλέξανδρος Μαγκάκης.

Το σκεπτικό της αθώωσης Ανδρέα Παπανδρέου

Για την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώθηκε με την οριακή πλειοψηφία των 7–6 ψήφων. Επιγραμματικά, το σκεπτικό της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου για την συγκεκριμένη κατηγορία, συνοψίζεται στα ακόλουθα:

Το σκεπτικό όσων ψήφισαν αθώωση
(...) Το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός προκάλεσε με οποιονδήποτε τρόπο την απόφαση των διοικητών των ΔΕΚΟ να τελέσουν τις εν λόγω πράξεις οι οποίες τους αποδίδονται, αλλά και ούτε συνήργησε με οποιονδήποτε τρόπο στις πράξεις αυτές. (...) Εξάλλου οι εκδότες που κατέθεσαν αόριστα ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου υπέχει και ποινικές ευθύνες, απάντησαν σε σχετικές ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν ότι δεν έχουν συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος είχε δώσει εντολές σε διοικητές δημοσίων επιχειρήσεων να καταθέσουν τα διαθέσιμα κεφάλαια αυτών στην Τράπεζα Κρήτης. Πέραν όμως αυτών, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο πρώην πρωθυπουργός είχε γνώση των υπεξαιρέσεων που διέπραττε ο Γεώργιος Κοσκωτάς κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από 19 Ιανουαρίου 1988 έως 19 Οκτωβρίου 1988, όταν υπεξαιρούσε τις καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης (...)

Το σκεπτικό όσων ψήφισαν ενοχή
(...) Ο πρώτος των κατηγορουμένων ως πρωθυπουργός της Ελλάδας και κατά το από 11 Ιουνίου 1987 έως 19 Οκτωβρίου 1988 κρίσιμο χρονικό διάστημα, είχε την αυτονόητη υποχρέωση και πρώτιστο καθήκον κατά τις διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου να κατευθύνει τις ενέργειες της κυβέρνησης, να συντονίζει την κυβερνητική πολιτική σε όλους τους τομείς και να εποπτεύει για την εφαρμογή των νόμων προς το συμφέρον του κράτους και των πολιτών. Είχε ακόμη τη δυνατότητα ως πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ να πληροφορηθεί αμέσως το ποιόν και τη δράση του Γεωργίου Κοσκωτά. Γιατί δεν είναι νοητό ένας πρωθυπουργός της ευφυίας του πρώτου να μην θέλησε να πληροφορηθεί ποιος είναι ο Γεώργιος Κοσκωτάς, όταν ο Τύπος και όλοι οι Έλληνες διερωτώντο πώς ένας τόσο νέος είχε τη δυνατότητα να αγοράζει μία Τράπεζα και να δημιουργεί συνεχώς νέες επιχειρήσεις, αλλά και να στέλνεται με κυβερνητική εισήγηση στις ΗΠΑ προκειμένου να συναντηθεί με τον Πρόεδρο και άλλους αξιωματούχους των ΗΠΑ. (...)

Ο Γεώργιος Κοσκωτάς όμως παρ' όλα αυτά, απολάμβανε της πλήρους υποστήριξης και κάλυψης της πολιτικής εξουσίας. Είχε τη δυνατότητα να προσφωνεί και να προσφωνείται από τον πρωθυπουργό της χώρας του με δηλωτικές οικειότητας φράσεις, είχε τη δυνατότητα να βλέπει τον πρωθυπουργό κατ' ιδίαν στην οικία του σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία είχε αρχίσει να πείθεται για τη δράση του. Και ακόμα, να έχει την προστασία του, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι η πρωθυπουργική γραμματεύς παρενέβη υπέρ αυτού κατ' εντολή του Ανδρέα Παπανδρέου και υποχρέωσε τον υφυπουργό Γεώργιο Πέτσο να δεχτεί τον Κοσκωτά και να τον εξυπηρετήσει (...)

Δηλώσεις μετά τη δίκη
Μετά την έκδοση της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου, έγιναν επιγραμματικά οι ακόλουθες δηλώσεις:

  • Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (Πρωθυπουργός): «Κανένα σχόλιο δεν κάνει η κυβέρνηση για τη δίκη. Η δικαιοσύνη απεφάνθη, το θέμα έληξε».
  • Ανδρέας Παπανδρέου (αθωωθείς πρώην Πρωθυπουργός και αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης): «Στόχος τους ήταν η δική μου πολιτική και ηθική εξόντωση, η διάλυση του ΠΑΣΟΚ και ο κατακερματισμός της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Απέτυχαν οικτρά με τη δεκάμηνη δημόσια διαδικασία. Η αλήθεια εκδικήθηκε τους σκευωρούς».
  • Μαρία Δαμανάκη (Πρόεδρος του Συνασπισμού, από τον οποίο είχε ήδη αποχωρήσει το ΚΚΕ): «Ο Συνασπισμός θα ήθελε μία άλλη απόφαση. Θα ήμασταν ευτυχέστεροι αν υπήρχε μία άλλη απόφαση σε σχέση με την περίπτωση του Δημήτρη Τσοβόλα».
  • Δημήτρης Τσοβόλας (καταδικασθείς πρώην Υπουργός Οικονομικών): «Θέτω στον αρμόδιο εισαγγελέα και τις αρχές τον εαυτό μου στη διάθεσή τους, για να εκτελέσουν αυτή την αλλοπρόσαλλη και προσβλητική για το κοινοβούλιο και τους δημοκρατικούς θεσμούς απόφαση της πλειοψηφίας του Ειδικού Δικαστηρίου».

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η "κηδεμονία" της Ελλάδας από τις Μεγάλες Δυνάμεις (1897-1899)

Οι όροι συμφωνίας τερματισμού του πολέμου του 1897 και η επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην Ελλάδα (1897-1899)
Η Ελλάδα υπό την κηδεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων
γράφει ο κ.Κωνσταντίνος Λινάρδος

Από την επομένη της ανακωχής και έχοντας τον αέρα του νικητή , η Οθωμανική κυβέρνηση έθεσε ως βασικά αιτήματα της , την επιστροφή της Ελλάδας στα σύνορα του 1831(Λαμία) , τον περιορισμό των δικαιωμάτων των Ελλήνων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας , την πληρωμή από την Ελλάδα πολεμικής αποζημίωσης 10.000.000 τουρκικών λιρών και την διατήρηση του τουρκικού στρατού στη Κρήτη. Όμως οι μεγάλες δυνάμεις (που είχαν εξουσιοδοτηθεί εν λευκώ από την ελληνική πλευρά να καθορίσουν τους όρους συμφωνίας) ξεκαθάρισαν ότι θέμα περιορισμού δικαιωμάτων των Ελλήνων υπηκόων του Οθωμανικού κράτους αλλά και μεταβολή των συνόρων δεν τίθεται προς συζήτηση και ότι θα ήταν καλό η Οθωμανική κυβέρνηση να μην αντιταχθεί στις αποφάσεις αυτές …

Για τους ισχυρούς ήταν ακόμη σημαντικό να μην διαταραχθούν οι διεθνείς πολιτικές ισορροπίες , γεγονός πολύ ευνοϊκό για την Ελλάδα που με την αφροσύνη της κινδύνευε να μπει σε μεγάλες περιπέτειες …Τελικά για στρατηγικούς λόγους , θα αποφασισθεί ορισμένα ορεινά περάσματα στα σύνορα (περίπου 400 τχλμ ) και ένα χωριό (η Κουτσούφλιανη στο νομό Τρικάλων ) να περάσουν από Ελληνικά σε Οθωμανικά χέρια. Η Οθωμανική κυβέρνηση που επισήμως θα αποδεχθεί την διαρρύθμιση αυτή , θα προσπαθήσει με διάφορες προφάσεις αλλά και πονηρές προτάσεις να πετύχει κάτι καλύτερο , που όμως θα πέσουν στο κενό… Οι μεγάλες δυνάμεις θα ξεκαθαρίσουν στην Οθωμανική κυβέρνηση ότι τα στρατεύματα της θα μπορούσαν να παραμείνουν στην Θεσσαλία , μόνο έως ότου η Ελλάδα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της , απορρίπτοντας διάφορες προτάσεις της , όπως του να της επιστραφεί η Θεσσαλία και σε αντάλλαγμα να παραχωρηθεί στην Ελλάδα η Κρήτη (εφημερίδα Σκριπ, φύλλο 24ης Μαρτίου 1898).

Έτσι τα τουρκικά στρατεύματα με μισή καρδιά και αφού φρόντισαν να προβούν σε διάφορες καταστροφές μαζεύοντας και την ετήσια σοδειά , θα αποχωρήσουν τελικά το καλοκαίρι του 1898 από το ελληνικό έδαφος ... Στο θέμα της Κρήτης που ήταν και η επίσημη αφορμή του πολέμου, επίσης υπήρχε θετική εξέλιξη για την Ελλάδα . Ήδη τον Οκτώβριο του 1897 οι Κρητικοί θα αποδέχονταν κατά πλειοψηφία επίσημα και με υπογεγραμμένο ψήφισμα από 88 πληρεξούσιους, την αυτονομία.
(Πολιτική ιστορία Γεωργίου Ασπρέα 1830-1912, Τόμος Β’ Σελ.282-283). 

Το γεγονός αυτό έλυσε τα χέρια των μεγάλων δυνάμεων που ουσιαστικά ανάγκασαν και την Οθωμανική πλευρά να αποδεχτεί τις προτάσεις τους. Το νησί θα παρέμενε αυτόνομο υπό την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου όμως ο τουρκικός στρατός θα αποχωρούσε και η ανώτατη διοίκηση (αρμοστεία) θα δινόταν σε μη Οθωμανό υπήκοο. Η απόφαση αυτή πάρθηκε κυρίως γιατί οι ξένες δυνάμεις αντιλαμβάνονταν ότι η Κρήτη θα μπορούσε και στο μέλλον να είναι παράγοντας αποσταθεροποίησης και λόγω της χλιαρής αντίδρασης της Οθωμανικής κυβέρνησης το πέτυχαν εύκολα. Έτσι τόσο ο Οθωμανός διοικητής όσο και τα τουρκικά στρατεύματα αποχώρησαν τον Νοέμβριο του 1898 και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους αποβιβάστηκε ως πρώτος αρμοστής ο πρίγκιπας Γεώργιος (δευτερότοκος υιός του Βασιλιά Γεωργίου Α`). Μετά το γεγονός αυτό η ένωση φαινόταν ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί με την πρώτη ευκαιρία, όπως και έγινε το 1913. 

Το θέμα όμως που έκαιγε τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις ήταν αυτό της ρύθμισης και πληρωμής των χρεών της Ελλάδας που είχε σταματήσει το 1893 λόγω της χρεοκοπίας της χώρας και που παρά τις διαπραγματεύσεις δεν είχε βρεθεί λύση…Οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις επέβαλλαν τελικά στην Ελλάδα να δώσει αποζημίωση στην Οθωμανική αυτοκρατορία 4.000.000 τουρκικές λίρες (95.000.000 γαλλικά φράγκα) , αλλά πώς να πληρώσει η ευρισκόμενη σε χρεωκοπία Ελλάδα που σημειωτέον θα έπρεπε να πληρώσει και τα έξοδα που δημιούργησε ο πόλεμος ;
{(Η Κυβέρνηση Ζαΐμη κατέθεσε απολογισμό για τα έξοδα πολέμου που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ανέρχονταν σε 159.956.770 δραχμές πλην των ζημιών που είχαν προκύψει στη Θεσσαλία εξαιτίας του πολέμου).
(Πολιτική ιστορία Γεωργίου Ασπρέα 1830-1912, Τόμος Β’ Σελ.279)}.

Άρα θα έπρεπε να καταφύγει στην σύναψη νέου δανείου , όμως οι διεθνείς οικονομικοί κύκλοι απέκλειαν κάθε συζήτηση για το θέμα αυτό εάν πρώτα δεν γινότανε ρύθμιση για τα παλιά χρέη.
Δημήτριος Ράλλης

Η ελληνική πλευρά προσπάθησε να πετύχει ένα διακανονισμό των χρεών , όμως οι οικονομικοί κύκλοι που ήξεραν το αδιέξοδο στο οποίο βρισκόταν, θα αρνηθούν… Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1897 η ελληνική κυβέρνηση θα αναγκαστεί να δεχτεί τον διεθνή έλεγχο επί των εσόδων της , γεγονός που επέφερε και την οριστική υπογραφή της ειρήνης. Η Κυβέρνηση Ράλλη θα φέρει την υπογραφή της ειρήνης με τους επαχθείς οικονομικά όρους στη Βουλή. Οι βουλευτές μη μπορώντας να κάνουν και αλλιώς (ο Τουρκικός στρατός καραδοκούσε λίγο έξω από τη Λαμία…) θα την υπερψηφίσουν στις 18 Σεπτεμβρίου του 1897. Ο Δηλιγιάννης ως αρχηγός της αντιπολίτευσης (που όμως έλεγχε την πλειοψηφία των βουλευτών) θα αρνηθεί πάντως να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης και στη Κυβέρνηση…Έτσι με ψήφους 93 κατά , 30 υπέρ και 41 αποχές, η Κυβέρνηση θα αποδοκιμαστεί αναγκαζόμενη σε παραίτηση.


Ο Δηλιγιάννης ήλπιζε να επανέλθει ξανά στη Πρωθυπουργία , όμως οι μνήμες του πολέμου ήταν ακόμη πολύ νωπές (όπως και η οργή του κόσμου) , έτσι η εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης θα δοθεί στον 42χρονο Αλέξανδρο Ζαΐμη , στέλεχος μεν του Δηλιγιαννικού κόμματος αλλά άνθρωπο γενικότερης αποδοχής. Ο Δηλιγιάννης ήξερε ότι αν αρνιότανε , η χώρα θα πήγαινε σε νέες εκλογές και η καταψήφιση του κόμματος του θα ήταν βέβαιη…Έτσι θέλοντας και μη έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στον Ζαΐμη που άλλωστε ήταν και από τα εξέχοντα μέλη του κόμματος του. Ο Ζαΐμης φρόντισε να πλαισιώσει την Κυβέρνηση του με ανθρώπους ικανούς που παράλληλα θα τύχαιναν της λαϊκής επιδοκιμασίας προκειμένου όχι μόνο να υπερψηφιστεί ο ίδιος αλλά και να μπορέσει να ανταποκριθεί στις βαριές υποχρεώσεις που ανέκυπταν εξαιτίας του πολέμου. Έτσι υπουργός στρατιωτικών θα γίνει ο ήρωας του πολέμου Σμολένσκης , ενώ τα οικονομικά θα αναλάβει ο έως τότε διοικητής της Εθνικής τράπεζας Στέφανος Στρέιτ. Ο Πρωθυπουργός θα κρατήσει για τον εαυτό του και το υπουργείο εξωτερικών.

Η Κυβέρνηση θα πάρει ψήφο επιδοκιμασίας στις 23 Σεπτεμβρίου του 1897 ξεκινώντας αμέσως τις προσπάθειες για να επανέλθει η χώρα στους φυσιολογικούς της ρυθμούς αλλά και να κλείσει όλες τις εκκρεμότητες του πολέμου…Έτσι στις 22 Νοεμβρίου του 1897 θα υπογραφεί η οριστική συμφωνία ειρήνης με την Οθωμανική αυτοκρατορία , ενώ τον Μάρτιο του 1898 θα επέλθει και η οριστική συμφωνία για την εξόφληση του χρέους και το ύψος του δανείου. Η Ελλάδα υπό την εγγύηση των μεγάλων δυνάμεων θα έπαιρνε 170.000.000 χρυσά φράγκα ( με τόκο 2,5%) εκ των οποίων τα 150.000.000 αμέσως για την τακτοποίηση των υποχρεώσεων της. (Πολιτική ιστορία 1830-1920 , Σπύρου Μαρκεζίνη , Τόμος Β’ , Σελ.350).

Επίσης καθορίστηκε και ο τρόπος με τον οποίο θα γινόταν η αποπληρωμή αυτού και των προηγούμενων δανείων που διασφάλιζε τους δανειστές των ξένων χωρών. Στην χώρα μας ουσιαστικά επιβλήθηκε διεθνής οικονομική επιτροπή (Δ.Ο.Ε.) με πρώτο πρόεδρο της τον Βρετανό Εδουάρδο Λω. Η Δ.Ο.Ε. πήρε υπό τον έλεγχο της τα μονοπώλια σε διάφορα σημαντικά προϊόντα , όπως πετρέλαιο, αλάτι , σπίρτα , τέλη χαρτοσήμου , φόρου κατανάλωσης καπνού, οινοπνεύματος , παιγνιόχαρτα και τους δασμούς από όλα τα τελωνεία της χώρας. Μάλιστα αν οι εισπράξεις από τα έσοδα αυτά δεν ήταν αρκετές τότε η ελληνική κυβέρνηση θα όφειλε να καλύψει την διαφορά από τα υπόλοιπα έσοδα του προϋπολογισμού …

Για την υπηρεσία του δημόσιου χρέους εκχωρήθηκαν στη Δ.Ο.Ε. οι ακόλουθες πηγές εσόδων:

ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΑ ΕΣΟΔΑ ΣΕ ΔΡΑΧΜΕΣ
1)
Μονοπώλια άλατος, πετρελαίου, σπίρτων


Σιγαροχάρτου , ναξίας σμύριδος
12.300.000
2)
Φόρος κατανάλωσης καπνού
6.600.000
3)
Τέλη χαρτοσήμου
10.000.000
4)
Δασμοί τελωνείου Πειραιώς
10.700.000

ΣΥΝΟΛΟ
39.600.000

Σε περίπτωση που δεν θα επαρκούσαν οι πρόσοδοι αυτές, προβλέπονταν επικουρικές εγγυήσεις:

ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΑ ΕΣΟΔΑ ΣΕ ΔΡΑΧΜΕΣ
1)Δασμοί τελωνείου Λαυρίου1.500.000
2)Δασμοί τελωνείου Πατρών2.400.000
3)Δασμοί τελωνείου Βόλου1.700.000
4)Δασμοί τελωνείου Κέρκυρας1.600.000

ΣΥΝΟΛΟ7.200.000
(Εκδοτική Αθηνών , Τόμος ΙΔ` Σελ. 164).
Θεόδωρος Δηλιγιάννης

Επίσης η Δ.Ο.Ε. θα είχε το δικαίωμα να εποπτεύει, να διορίζει ελεγκτές, αλλά και αν αντιλαμβάνεται ότι πάει να ξεγελαστεί να διενεργεί επιθεωρήσεις…Επιπροσθέτως οποιαδήποτε μετατροπή της συμφωνίας θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την συναίνεση και των έξι χωρών που ήταν μέλη της διεθνούς επιτροπής. Τελικά οι μεγάλες κερδισμένες θα είναι οι Βρετανία (Αγγλία) και Γαλλία , αφού οι Γερμανία και Αυστροουγγαρία θα αποπεμφθούν κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου (1914-18) , η Ρωσία θα αποχωρήσει μόνη της μετά την επικράτηση των κομμουνιστών στη χώρα το 1917, όπως και η Ιταλία που θα αποχωρήσει οικειοθελώς μετά το τέλος του πολέμου το 1919. Η Κυβέρνηση το Φθινόπωρο του 1897 θα συστήσει δωδεκαμελή επιτροπή (και με ανακριτικά δικαιώματα) βασικός σκοπός της οποίας θα ήταν η εξακρίβωση των αιτιών της επαίσχυντης ήττας …Παράλληλα σχηματίζονταν και επιτροπές που θα εξέταζαν παραλείψεις και λάθη τόσο σε στρατό και ναυτικό (με την δυνατότητα και αποτάξεων ή αποστρατειών) όσο και στις διοικητικές και δικαστικές αρχές του κράτους. 

Όμως παρά την καλή θέληση ορισμένων, οι επιτροπές δεν θα προσφέρουν κάτι ουσιαστικό όχι μόνο γιατί έλειπε η πολιτική βούληση, αλλά και γιατί οι περισσότεροι δεν θα μπορέσουν τελικά να απεγκλωβιστούν από τις μικροκομματικές και προσωπικές επιδιώξεις τους. Έτσι για σημαντικό χρονικό διάστημα θα υπάρχουν συνεχείς αντεγκλήσεις με εκατέρωθεν καταγγελίες για λάθη και ευθύνες με την κάθε πλευρά να παρουσιάζει διαφορετικό πόρισμα για τα γεγονότα , με αποτέλεσμα `` μια τρύπα στο νερό ``. 


* (Κάθε ομοιότητα με την λειτουργία αντίστοιχων επιτροπών εν έτη 2010-12 και το ανάλογο αποτέλεσμά τους τόσο για τις ευθύνες που οδήγησαν τη χώρα στην ουσιαστική χρεωκοπία όσο και για την αποσαφήνιση πολλών κακώς κειμένων στη χώρα, μάλλον δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαία...).

Στέφανος Σκουλούδης
Η Κυβέρνηση Ζαΐμη έχοντας πάντως ολοκληρώσει το έργο της προκήρυξε εκλογές για τις 7 Φεβρουαρίου 1899. Μάλιστα ο Ζαΐμης θα αποφασίσει τελικά να κατέβει και ο ίδιος ως επικεφαλής νέου κόμματος. Στις εκλογές εκτός του Ζαΐμη θα κατέβαιναν τόσο οι Δηλιγιάννης και Ράλλης αλλά για πρώτη φορά και ο Θεοτόκης ως άτυπος συνεχιστής του Τρικουπικού κόμματος. Ο θάνατος του Τρικούπη το 1896 είχε αφήσει ορφανό το Τρικουπικό κόμμα και οι μετέπειτα εξελίξεις του πολέμουάφησαν το ζήτημα αυτό σε εκκρεμότητα… Έτσι όταν τα πράγματα μπήκαν σε μία σειρά τέθηκε και το ζήτημα διαδοχής με τις υποψηφιότητες να είναι άτυπα τρεις , αυτή του Θεοτόκη και εκείνες του Στέφανου Δραγούμη και Στέφανου Σκουλούδη. Ο Θεοτόκης θα καταφέρει τελικά να υπερισχύσει στην κούρσα διαδοχής , τιθέμενος επικεφαλής του άτυπου Τρικουπικού κόμματος. Ο Θεοτόκης που θεωρείτο χρηστός πολιτικός θα καταφέρει να πετύχει μια εύκολη νίκη στις εκλογές (Οι Δηλιγιάννης και Ράλλης θα καταποντιστούν, ενώ για τον Ζαΐμη παρά την θετική εικόνα που είχε σχηματιστεί για αυτόν, υπήρχε ο φόβος της μετεκλογικής συνεργασίας με τον Δηλιγιάννη γεγονός καθοριστικό για εκείνον…) αναλαμβάνοντας καθήκοντα Πρωθυπουργού. 

Ενδεικτικό γεγονός του καταποντισμού των Δηλιγιάννη και Ράλλη μας δίνει η ψήφος των βουλευτών για την ανάδειξη του νέου προεδρείου της βουλής. Ο υποψήφιος του Θεοτόκη πήρε 128 ψήφους , ενώ οι υποψήφιοι του Δηλιγιάννη και Ζαΐμη πήραν 37 και 28 ψήφους αντίστοιχα. Βρέθηκαν ακόμη 31 λευκά ψηφοδέλτια (μεταξύ αυτών και εκείνο του Δραγούμη που θα δήλωνε πια ανεξάρτητος). Πλέον στις πλάτες του Θεοτόκη (κυρίαρχη πολιτική προσωπικότητα για την επόμενη δεκαετία) θα στηριζόταν η χώρα για να πετύχει την ανασύνταξη της …

ΠΗΓΗ: http://www.istorikathemata.com/

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Το άγνωστο Υπόμνημα του Winston Churchill για την Κύπρο το 1907

Winston Churchill και Κύπρος: Ένα άγνωστο κείμενο του 1907


γράφει ο κ. Πέτρος Στ. Μακρής-Στάϊκος

Ύστερα από μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε δύο Αυτοκρατορίες, την Βρετανική και την Τουρκική, στις 4 Ιουνίου του 1878 υπογράφεται στην Κωνσταντινούπολη η λεγόμενη Συνθήκη της Κύπρου. Το κείμενό της αποτελείται από δύο άρθρα, θα συμπληρωθεί δε στις 4 Ιουλίου με ένα παράρτημα έξη άρθρων. Η Συνθήκη αφορά την αμυντική συνεργασία των δύο χωρών έναντι της Ρωσίας, η οποία στον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο των ετών 1877-1878 έχει καταλάβει τις παληές αρμενικές επαρχίες της Adjara (όπου το λιμάνι του Batoum) του Ardahan και του Kars, προβλέπει δε (άρθρο Ι) ότι αν αυτή επιχειρήσει στο μέλλον να καταλάβει και άλλα οθωμανικά εδάφη, η Μ. Βρετανία δεσμεύεται να συνδράμει τον Σουλτάνο με την δύναμη των όπλων της.

Προκειμένου η Μ. Βρετανία να διευκολυνθεί στην εξασφάλιση εφοδίων για την εκπλήρωση της δέσμευσής της, ο Σουλτάνος (άρθρο ΙΙ) συναινεί να περιέλθει η Κύπρος υπό την κατοχή και την διοίκησή της. Το νησί θα αποδοθεί στην Τουρκία, εάν και όταν η Ρωσία της επιστρέψει τις παραπάνω επαρχίες (άρθρο VI του παραρτήματος). Τέλος, η Μ. Βρετανία (άρθρο III του παραρτήματος) υποχρεώνεται να καταβάλλει κάθε χρόνο στην Υψηλή Πύλη, ολόκληρο το περίσσευμα του εθνικού εισοδήματος της Κύπρου, ύστερα από την αφαίρεση των διοικητικών δαπανών. Το ποσό του, ύστερα από διαπραγματεύσεις, ορίζεται σε 92.799 λίρες στερλίνες, 11 σελίνια και τρεις πένες….

O W.Churchill το 1905
Το 1907, ο Winston Spencer Churchill είναι 33 ετών, βουλευτής του Κόμματος των Φιλελευθέρων και κοινοβουλευτικός υφυπουργός Αποικιών. Με την ιδιότητά του αυτή, τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, επισκέπτεται την Κύπρο. Στον δρόμο της επιστροφής του στο Λονδίνο, συντάσσει υπόμνημα για την κατάσταση στο νησί, το οποίο, με τίτλο "Η κατάσταση της Κύπρου" (Condition of Cyprus) απευθύνει στον Sir Francis Hopwood, μόνιμο υφυπουργό Αποικιών, και στον Λόρδο Elgin, επικεφαλής του ίδιου υπουργείου. Το κείμενο του υπομνήματος βρίσκεται στα βρετανικά Εθνικά Αρχεία (TNA(PRO) CAB 37/89/33) και παρατίθεται εδώ αυτούσιο:


Sir F. Hopwood,
Lord Elgin,

Ανησυχώ για την κατάσταση στην Κύπρο, από την οποία μόλις έφυγα, ύστερα από μια σύντομη αλλά φορτωμένη επίσκεψη. Δεν είχα καταλάβει, ότι από την έναρξη της κατοχής μας, πριν από τριάντα χρόνια, αντλήσαμε από αυτό το νησί, εξαντλημένο όπως ήταν, ύστερα από 300 χρόνια τουρκικής κακοδιοίκησης, πάνω από 1.800.000 λίρες. Η εντύπωση που είχα σχηματίσει, ήταν πως η ζωή στην Κύπρο συνεχίζεται, λίγο-πολύ χάρις σε γενναία επιχορήγηση από το Θησαυροφυλάκειό μας. Οι μέθοδοι κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών ευνοούν αυτή την εικόνα, την οποία, όπως πιστεύω, έχουν σχεδόν όλοι. Η εικόνα, όμως, είναι τελείως εσφαλμένη. Με την Συνθήκη του 1878, υποχρεώσαμε την Κύπρο να πληρώνει, κάθε χρόνο, 92.800 λίρες στον Σουλτάνο, ως φόρο. Η Συνθήκη αυτή καταρτίσθηκε για τους δικούς μας σκοπούς. Θεωρήθηκε, τότε, ως μεγάλης στρατηγικής σημασίας το να έχουμε ένα οπλοστάσιο και μια στρατιωτική βάση στην Ανατολή, από όπου θα μπορούσαμε να παρακολουθούμε την Αίγυπτο και την Κωνσταντινούπολη. Όταν ορίσαμε το εν λόγω ποσό του φόρου, δεν ζητήσαμε την γνώμη των Κυπρίων. Ουδέποτε συμφώνησαν με αυτόν και υπολογίσθηκε στη βάση όσων δήλωσε η Τουρκία πως μπόρεσε να απομυζήσει από το νησί, με συνήθεις τουρκικές μεθόδους. Αδημονούσαμε, εντούτοις, να αποκτήσουμε το νησί και δεν είχαμε την πολυτέλεια -ή δεν μας ενδιέφερε- να σαστίσουμε με τους όρους, κυρίως διότι αφορούσαν τα συμφέροντα άλλων ανθρώπων και μόνον. Ανασκοπώντας αυτή την αρχική συναλλαγή, δεν μπορώ παρά να σκεφθώ πως υπήρξε ανάρμοστη. Δεν πιστεύω ότι θα έπρεπε ποτέ να συναινέσουμε στο να γίνουμε οι εισπράκτορες αυτού του μισητού και καταθλιπτικού φόρου, με τον οποίο ο Τούρκος συνέθλιψε και κατέστρεψε τόσες πολλές από τις υποτελείς του επαρχίες. Όμως, αυτή υπήρξε η μισή μόνον συναλλαγή.

Επετειακό γραμματόσημο για τα 40 χρόνια αγγλοκρατίας
Συμπτωματικά, τον ίδιο ακριβώς χρόνο που άρχισε η κατοχή μας στο νησί, ο Σουλτάνος αρνήθηκε την εξόφληση του τουρκικού χρέους του 1855, του οποίου η Μ. Βρετανία και η Γαλλία υπήρξαν συνεγγυήτριες, ενώ υπέγγυα ήταν τα έσοδα της Τουρκικής Αυτοκρατορίας. Tουλάχιστον εδώ, στην Κύπρο, υπήρχε ένα μέρος των εσόδων αυτών, που μπορούσαμε να κατάσχουμε. Έτσι, δεσμεύσαμε ολόκληρο τον φόρο και τον διοχετεύσαμε στην εξυπηρέτηση του ανεξόφλητου δανείου. Χωρίς αμφιβολία, από την δική μας πλευρά, τούτο υπήρξε ένας συμφέρων διακανονισμός. Υπήρξε όμως, μια έντιμη και ηθική πράξη; Δείτε τις συνέπειες: Η Κύπρος δεν ρωτήθηκε για τον φόρο προς την Τουρκία. Επιπλέον, ουδεμία είχε σχέση με την επέκταση της βρετανο-γαλλικής εγγύησης του δανείου του 1855 και, ακόμα περισσότερο, δεν ρωτήθηκε σχετικά. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εγγυήθηκαν το δάνειο του 1855 για λόγους υψηλής πολιτικής, ολοκληρωτικά άσχετους με την Κύπρο. Θα πρέπει να υποτεθεί πως, παραχωρώντας την εγγύηση, η Μ. Βρετανία έπραξε αποκλειστικά προς το βρετανικό συμφέρον. Ασφαλώς, η Μ. Βρετανία και ουδείς έτερος, έφερε την ευθύνη για το μερίδιό της σε περίπτωση υπερημερίας. Δεν είχε και δεν έχει περισσότερο δικαίωμα να κάνει την Κύπρο να συμμετάσχει στην εξόφληση αυτής της γνήσια βρετανικής υποχρέωσης, από ότι θα είχε στην περίπτωση της Κεϋλάνης ή οποιουδήποτε μικρού ανεξάρτητου κράτους που θα μπορούσε να υποτάξει με την δύναμη των όπλων. Όμως, αυτό έπραξε. Ο Τούρκος, ούτε μία δεκάρα δεν εισέπραξε από τον φόρο και, από την άποψη αυτή, η Συνθήκη του 1878, στην πραγματικότητα, ξεπεράσθηκε ολοκληρωτικά. Εντούτοις, η Κύπρος υποχρεώθηκε, έτσι κι αλλιώς, να πληρώσει. Τα χρήματα ήρθαν σ’εμάς και χρησιμοποιήθηκαν από εμάς για την κάλυψη του συνολικού τμήματος μιάς καθαρά βρετανικής υποχρέωσης.

Από την σκοπιά της Κύπρου, η υπόθεση φαίνεται πολύ άσχημη. Οι Κύπριοι βλέπουν πως τους δεσμεύσαμε να πληρώσουν στον Σουλτάνο έναν υπερβολικό φόρο. Βλέπουν πως έχουμε διάφορα δικά μας χρέη να εξοφλήσουμε. Και παρατηρούν πως, αντί να εκπληρώνουμε τον όρο της Συνθήκης, με τον οποίο δεσμεύθηκαν τόσο αντικανονικά, εμείς, έτσι κι’ αλλιώς, παίρνουμε τα χρήματά τους και τα κρατάμε για τους εαυτούς μας. Μπορούμε να αμφιβάλλουμε για τα αισθήματά τους; Είναι απολύτως αληθές, ότι κάτω από το βάρος που θέσαμε σ’αυτό το μικρό και πενόμενο νησί, ο κυπριακός λαός κατέρρευσε. Παρ’όλο που επιβλήθηκε η πιο σκληρή οικονομία, παρ’όλο που όλα τα δημόσια έργα παραμελήθηκαν και ολόκληρη η δημόσια διοίκηση περικόπηκε σε σημείο λιμοκτονίας, ουδέποτε πετύχαμε τίποτα παραπάνω από τον Σουλτάνο. Τους αποσπάσαμε ολόκληρο τον φόρο των 92.800 λιρών και, ως αποτέλεσμα, προχωρήσαμε στο να μεταχειριζόμαστε την Κύπρο, ωσάν να ήταν ένα μη οικονομικά αυτάρκες προτεκτοράτο. Τέθηκε υπό τον πλέον αυστηρό έλεγχο του Θησαυροφυλακείου. Το προϊόν όλων των οικονομιών της -παρ’όλη την αυτοθυσία των Κυπρίων- και κάθε περίσσευμα, όσο αξιοθρήνητα μικρό και να ήταν, τα κατάσχαμε στο τέλος κάθε οικονομικού έτους. 
Επετειακή εκδήλωση των Άγγλων στην Λευκωσία
Η διαφορά ανάμεσα στα ποσά που είχαν εισπραχθεί και, αθροιστικά, στην δαπάνη για την δημόσια διοίκηση και σε ολόκληρο τον φόρο, εμφανίζονταν, στη συνέχεια, ως επιχορήγηση και οι λογαριασμοί παρουσιάζονταν στην Βουλή, με τρόπο που έκανε οποιονδήποτε να υποθέτει ότι, στην πραγματικότητα, η Κύπρος ζούσε με βρετανικό χρήμα. Αυτή η εξοργιστική και ανήθικη τακτική διήρκεσε 27 χρόνια. Σ’αυτό το χρονικό διάστημα, πετύχαμε να αποσπάσουμε από το κατεστραμμένο νησί, 60.000 λίρες το χρόνο, κατά μέσο όρο, ή, περίπου, 1.600.000 λίρες, συνολικά.

Στις αρχές του 1906, το υπουργείο Αποικιών επέστησε την προσοχή του υπουργού των Οικονομικών (Chancellor of the Exchequer) σχετικά με την αξιοθρήνητη κατάσταση του νησιού, την αργή του πρόοδο, κάτω από την βρετανική κατοχή, τους ανυπόφορους οικονομικούς περιορισμούς, υπό τους οποίους τελούσε, και το αχρείο σύστημα, κατά το οποίο κάθε τοπικό οικονομικό περίσσευμα ή αποταμίευμα, διοχετεύονταν αποκλειστικά στην μείωση της συνολικής επιχορήγησης. Τότε ο υπουργός αποφάσισε -και επρόκειτο για φιλελεύθερη απόφαση- να δώσει αυτό που το Θησαυροφυλάκειο αποκαλεί μία "σταθερή επιχορήγηση 50.000 λιρών ετησίως", έτσι ώστε τα οικονομικά περισσεύματα και αποταμιεύματα, εγγυημένα πάνω σ’αυτή την βάση, να ρέουν προς όφελος του νησιού. Με άλλα λόγια, υποσχεθήκαμε στην Κύπρο, ότι δεν θα την υποχρεώσουμε να εισφέρει στην εξόφληση καθαρά βρετανικών χρεών, με περισσότερο από 42.800 λίρες ετησίως. Αυτό είναι το καθεστώς που ισχύει σήμερα, παρ’όλον ότι δεν πρέπει να λησμονείται πως πρόκειται για ρύθμιση που ισχύει για τρία χρόνια, εκτός και αν η γενναιοδωρία μας φθάσει πολύ μακριά.


Δεν υποτιμώ την ανακούφιση που παρέχεται έτσι. Είναι πραγματική, είναι αποτελεσματική και, όσο διαρκεί, θα υπάρξει αισθητή και ουσιαστική διευκόλυνση και βελτίωση στην κατάσταση. Μολοντούτο όμως, είναι ολοφάνερο πως δεν έχουμε κανένα δικαίωμα -με εξαίρεση την ανωτέρα βία- να εισπράξουμε, έστω μια δεκάρα από τον κυπριακό φόρο, προκειμένου να ανακουφιστούμε από τις δικές μας, νόμιμες υποχρεώσεις, όσο ατυχής και να ήταν ο τρόπος με τον οποίο συμφωνήθηκαν. Σπάνια θα δει κανείς θέαμα πιο απεχθές από την καταπίεση μιας μικρής κοινότητας από μία Μεγάλη Δύναμη, με σκοπό το χρηματικό όφελος. Και, αναμφισβήτητα, αυτό είναι το θέαμα που παρουσιάζει σήμερα, η εκ μέρους μας οικονομική μεταχείριση της Κύπρου. Το να αποσπούμε φόρο με εξαναγκασμό, από οποιαδήποτε κτήση ή από έδαφος που διοικείται υπό την αιγίδα του Στέμματος, είναι, κατά την άποψή μου, ανάξιο της Μ. Βρετανίας και τελεί ολοκληρωτικά σε διάσταση προς όλες τις αρχές της αποικιακής μας πολιτικής. Πέραν από τους ταχυδακτυλουργικούς λογαριασμούς, καταρτισμένους τεχνητά και με σοφιστεία, όσο επιτρέπει η ανθρώπινη ευφυΐα, ένα παραμένει το θεμελιώδες γεγονός: Η Κύπρος πληρώνει 42.800 λίρες ετησίως και η Μ. Βρετανία εισπράττει 42.800 λίρες ετησίως, για το δικό της όφελος, προκειμένου, δηλαδή, να εξοφλεί τμήμα των δικών της χρεών. Και αυτό, θα πω, συνιστά μια επονείδιστη κηλίδα στην αυτοκρατορική πολιτική.

Πόσο διαφορετική είναι η μοίρα της Κύπρου από εκείνην οποιουδήποτε άλλου νησιού ή προτεκτοράτου που διοικείται από το υπουργείο Αποικιών! Στα περισσότερα από αυτά δίνουμε μεγάλες επιχορηγήσεις -στην Σομαλία 75.000 λίρες το χρόνο- όλες οριστική απώλεια για μας, όλες καθαρό κέρδος για εκείνα. Είμαστε, συνήθως, ενθουσιασμένοι όταν τα βλέπουμε αυτοσυντηρούμενα. Από κανένα δεν αποσπούμε οποιαδήποτε πληρωμή, εκτός αν αυτή αποτελεί συνεισφορά στην δαπάνη για την τοπική φρουρά, από την οποία προστατεύονται και από την οποία κερδίζουν πολλά. Όμως, η Κύπρος που ήρθε στα χέρια μας κατεστραμμένη και εξουθενωμένη, ύστερα από 300 χρόνια φρικτής κακομεταχείρισης, η Κύπρος που όχι μόνον δεν έλαβε ούτε δεκάρα από εμάς, αλλά συντηρείται μόνη της και έχει συμβάλει στην πληρωμή των δικών μας χρεών με ποσό που ανέρχεται σήμερα σε 1.800.000 λίρες, αποσπασμένο από εκείνην με κόστος την δυστυχία και την αποτελμάτωση, επειδή δεν μπορεί (ορίστε μας!) να μας πληρώνει πάνω από 42.800 λίρες το χρόνο, η Κύπρος είναι στιγματισμένη ως πάμπτωχη κοινότητα που ζει με επιχορηγήσεις.

Η εικόνα της δυστυχίας δεν γίνεται λιγότερο φανερή, ούτε αν η Κύπρος θεωρηθεί ως μια επαρχία της Τουρκικής Αυτοκρατορίας, στην οποία έχουν παραχωρηθεί πολιτικά δικαιώματα, αντί αυτού που πράγματι είναι, δηλαδή ένα νησί για το οποίο είμαστε υπεύθυνοι και διοικείται ωσάν να ήταν βρετανική αποικία. Συγκρίνατε, αναλογικά, το ποσόν που αποσπούμε από την Κύπρο προς το συμφέρον μας, με τον φόρο που έχει επιδικασθεί -βάσει διεθνών συμφωνιών- στην Τουρκία, και εισπράττεται από την Αίγυπτο, από την Σάμο, από την Ρωμυλία και, πάνω απ’όλα, από την Κρήτη. Η Κρήτη καταβάλλει μόνον 5.000 λίρες ετησίως. Με βάση τα εθνικά τους εισοδήματα, το ποσό που η Κύπρος καταβάλλει κάθε χρόνο στην Μ. Βρετανία, αντιστοιχεί σε 34.000.000 λίρες, που θα πλήρωνε η Μ. Βρετανία ετησίως. Το πώς αυτός ο τόπος έχει κατορθώσει να ορθοποδήσει και να προοδεύσει, παρ’όλη την ειδεχθή αποστράγγιση, είναι αξιοθαύμαστο. Το γεγονός συνιστά ισχυρή απόδειξη, από την μια πλευρά των αρετών της βρετανικής διοίκησης και από την άλλη της εγγενούς αξίας του νησιού.

Ο Ντισραέλι φέρει στους ώμους του τον Σουλτάνο
Σε υπεράσπιση του ισχύοντος συστήματος, μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν φέρουμεπραγματική ευθύνη απέναντι στον λαό της Κύπρου, παρά μόνον μέσα στα πλαίσια της Συνθήκης του 1878. Και ότι, εάν και όταν η Ρωσία επιστρέψει στην Τουρκία το Kars και άλλα μέρη της Μικράς Ασίας, είμαστε συμβατικά δεσμευμένοι να επιστρέψουμε στον Σουλτάνο και την Κύπρο. Το επιχείρημα, εν όψει της εικονικής υπόσχεσης του Λόρδου Salisbury προς τους Κυπρίους, ότι το νησί ουδέποτε θα επιστραφεί στην Τουρκία, δεν έχει ιδιαίτερη αξία. Όμως, για να μιλήσω σοβαρά, είναι έντιμο να κακομαθαίνουμε τους νησιώτες με διπλωματικά μυθεύματα, υπό το κράτος μιας διεθνούς συνθήκης, την οποία και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έχουν ανοικτά παραβιάσει και αγνοήσει; Έχουμε, πλέον, μείνει για πολύ καιρό στην Κύπρο. Το επόμενο έτος θα είναι το τριακοστό από την επιβολή της κατοχής μας. Έχουμε αναλάβει εκεί πολλές συμβατικές υποχρεώσεις, οι γνωριμίες μας έχουν αυξηθεί και αυξάνονται καθημερινά. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε το νησί στην Τουρκία. Η Ευρώπη και η Βουλή των Κοινοτήτων, ουδέποτε θα επέτρεπαν τέτοια επιστροφή στο παρελθόν. Πρόκειται να την δώσουμε στην Ελλάδα; Δεν γνωρίζω να έχει εγερθεί τέτοιο ζήτημα και θα μου προκαλούσε βαθιά θλίψη, εάν επρόκειτο να τεθεί. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η ζωή των Μουσουλμάνων σ’αυτό στο νησί, που συνιστούν πάνω από το 1/5 του πληθυσμού και έχουν πάντοτε συμπεριφερθεί απέναντί μας με απόλυτη νομιμοφροσύνη και καλή συμπεριφορά, θα γινόταν ολοκληρωτικά ανυπόφορη και όλοι θα ήταν καταπιεσμένοι και χωρίς δικαιώματα, ακριβώς όπως υπέφεραν οι Έλληνες τον παλιό καιρό. Ποιά άλλη Δύναμις θα μπορούσε να ενδιαφερθεί;

Δεν θα με στενοχωρούσε το γεγονός ότι, εγκαταλείποντας την Κύπρο, θα πρέπει να λάβουμε μέτρα για την εκπλήρωση του χρέους μας, μέχρι το ποσό των 42.800 λιρών, ετησίως. Η άσκοπη, όμως, θυσία τόσης προσπάθειας από Βρετανούς αξιωματούχους, η άκαρπη απασχόληση τόσων ετών, η παραδοχή της αποτυχίας, είτε να ξαναζωντανέψουμε τον τόπο είτε να συμφιλιωθούμε με τον λαό του, θα αποτελούν ένα λυπηρό επεισόδιο στην βρετανική ιστορία και, δικαιολογημένα, δεν θα είναι αρεστά στην βρετανική κοινή γνώμη. Ο καθένας γνωρίζει, ότι, σήμερα, δεν υπάρχει πρόθεσή μας να αλλάξουμε το διεθνές καθεστώς της Κύπρου και ότι σκοπεύουμε να την κρατήσουμε υπό την κατοχή μας επ’αόριστον. Και με αυτό το δεδομένο, είναι, ασφαλώς, καιρός να εγκαταλείψουμε την θεωρία, ότι έχουμε μόνον περιορισμένη ευθύνη στο νησί και ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε στους Κυπρίους πράγματα τα οποία, ούτε στα όνειρά μας δεν θα τολμούσαμε να διαπράξουμε εις βάρος των συνυπηκόων μας, σε οποιοδήποτε τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ας αφήσουμε στο νησί της Κύπρου όλα τα έσοδα που εισπράττονται από την φορολόγηση των κατοίκων της, για την ανάπτυξή της και για την αποκατάσταση της φημισμένης ευμάρειάς της. Και ας επιλέξουμε το επόμενο έτος -αυτό της συμπλήρωσης τριάντα ετών κατοχής- γι’αυτή την πράξη δικαιοσύνης και επανόρθωσης.

Χάρτης των δημοσίων έργων και τηλεπικοινωνιών στην Κύπρο το 1905
Η παρούσα κατάστασις στο νησί είναι ιδιαίτερα απογοητευτική. Δεν εννοώ, πως δεν έχει βελτιωθεί σημαντικά υπό την διακυβέρνησή μας. Ούτε, ακόμα περισσότερο, ότι δεν είναι ασύγκριτα πιο καλή από ό,τι θα ήταν υπό τους Τούρκους. Και, βεβαίως, ούτε πως οι ίδιοι οι Κύπριοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, δεν παραδέχονται και δεν αναγνωρίζουν το γεγονός αυτό. Ωστόσο, μια βελτίωση με μέτρο την Τουρκία, δεν αποτελεί επαρκή και πρόσφορη υπεράσπιση της βρετανικής πολιτικής. Η οικονομική βελτίωση και ανόρθωση του νησιού έχουν αυξηθεί πολύ. Η ετήσια οικονομική αφαίμαξη που ανέρχεται, κατά μέσο όρο, μεταξύ 20 και 30% του συνολικού εισοδήματος, με τα ποσά της να έχουν διοχετευθεί εκτός του νησιού, χωρίς οποιοδήποτε ανταποδοτικό όφελος, και ο δαπανηρός χαρακτήρας της υψηλού επιπέδου βρετανικής διοίκησης, έχουν αποτρέψει σημαντικά κάθε μορφή ταχύρρυθμης ανόρθωσης. Ο ασθενής δεν πέθανε στα χέρια μας. Στην μακρά περίοδο της ανάρρωσης έχει, αργά αλλά σταθερά, δυναμώσει. Εάν όμως, η έμφυτη ενεργητικότητα της Κύπρου δεν απομαστευόταν χρόνο με τον χρόνο, το νησί θα ήταν εδώ και καιρό υγιές και ισχυρό. Και αν αύριο αφήσουμε αυτή την ενεργητικότητα ελεύθερη, η ευμάρεια της Κύπρου θα αποκατασταθεί σύντομα, χωρίς αυτό να στοιχίσει, έστω, μια δεκάρα στην Μ. Βρετανία και χωρίς να την αναγκάζουμε να εξεμεί τα μεγάλα ποσά που της έχουμε ήδη αποσπάσει.

Στο μεταξύ, ωστόσο, κάθε αναγκαίο έργο έχει παραλύσει. Εκπαίδευση, γέφυρες, λιμάνια, δρόμοι, όλα έχουν παραλύσει. Εκπαίδευση, γέφυρες, λιμάνια, δρόμοι, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων που αγωνίζονται και σχεδόν λιμοκτονούν, η ανάπτυξη της γεωργίας (που περιλαμβάνει βαμβάκι και μετάξι) η κατασκευή των απόλυτα δικαιολογημένων και επειγόντως αναγκαίων διακλαδώσεων της σιδηροδρομικής γραμμής Αμμοχώστου-Μόρφου, που λειτουργεί σήμερα και, πάνω απ’όλα, η απίστευτα παραμελημένη αναδάσωση του νησιού -σ’αυτήν στηρίζονται η ομορφιά και η άνεση της ζωής, η συχνότητα των βροχοπτώσεων και η προμήθεια καύσιμης ύλης- όλα, μα όλα, είναι περιορισμένα μέσα σε αυταρχικά και αφύσικα όρια.

Όπου υπάρχει οικονομική αδικία, θα υπάρξει και πολιτική δυσφορία. Όπου μια κοινωνία χρησιμοποιεί μιάν άλλη σαν αγελάδα για άρμεγμα, θα υπάρξουν αναπότρεπτα, έχθρα και διάσταση. Είναι ανώφελο για την Δύναμη που εισπράττει φόρο, να αναζητά ευγνωμοσύνη από τον λαό που τον πληρώνει, χωρίς την θέλησή του, όσο έντιμη και αποτελεσματική και να είναι η σημερινή διακυβέρνησή της. Οι Κύπριοι γνωρίζουν ότι βγάζουμε χρήματα από αυτούς. Γνωρίζουν ότι, πέραν από τους μισθούς των Βρετανών αξιωματούχων, των επιφορτισμένων με τη διοίκηση του νησιού, υπάρχει η ετήσια πληρωμή ενός τεράστιου ποσού που πρέπει να καταβληθεί σε μια Δύναμη, στην άλλη πλευρά της θάλασσας, και ότι είναι η απόσπαση αυτού του ποσού που, χρόνο με τον χρόνο, εμποδίζει εκείνη ή την άλλη δραστηριότητα ή απόλαυση, που έχουν τόσο ανάγκη και ολόψυχα επιθυμούν. Γνωρίζουν πως ζούμε εις βάρος τους και ότι, παρ’όλο τον πλούτο μας, είμαστε έτοιμοι να χρησιμοποιήσουμε την δύναμή μας προκειμένου να στύψουμε κάθε χρόνο το νησί, για να αποσπάσουμε αυτό που για κείνους αποτελεί έναν φόρο που τους τραυματίζει και τους σακατεύει.

Γελοιογραφία για τη Συνθήκη της Κύπρου.
Δεξιά ο Ντισραέλι.

Και ενώ η κατάσταση αυτή συνεχίζεται, όλα τα επιτεύγματα της βρετανικής διοίκησης, όλη η δεξιότητα και η αφοσίωσή της, ακόμα και αν συγκριθούν με την πάλαι ποτέ τουρκική τυραννία, δεν πετυχαίνουν να έχουν οποιαδήποτε απήχηση στις καρδιές του λαού. Όπου και να πήγα, έγινα δεκτός από τον ελληνικό πληθυσμό -αποτελεί τα 4/5 του νησιού- με ελληνικές σημαίες και με ελληνικά τραγούδια, με παθιασμένες εκκλήσεις στην μεγαλοψυχία και την φιλελεύθερη παράδοση της Μ. Βρετανίας, προκειμένου να τους επιτρέψουμε να ενωθούν με την Ελλάδα και να τους "απελευθερώσουμε". Και αν οι μουσουλμάνοι διαμαρτύρονται γι’αυτές τις διαδηλώσεις που κάθε χρόνο γίνονται όλο και πιο βίαιες, τούτο οφείλεται στο ότι γνωρίζουν πως η ένωση με την Ελλάδα θα αποτελέσει την καταστροφή τους και όχι στο ότι δεν νοιώθουν και αυτοί την οικονομική πίεση, υπό τις σημερινές συνθήκες. Τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχίσουν έτσι. Είναι μάταιο, να περιφέρονται οι Βρετανοί επισκέπτες του νησιού, παραπονούμενοι για την κυπριακή "αγνωμοσύνη". Κοιτάξτε πίσω από το σύμπτωμα. Αγγίξτε την αιτία.

Αξίζει τον κόπο να μετατρέψουμε την Κύπρο σε επιτυχία μας. Πολιτικά, είναι μια από τις χώρες, όπου οι βρετανικές μέθοδοι, ούτως ειπείν, δικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρώπης. Μια μεγάλη και τρανή επιτυχία στην Κύπρο, όπως στην Αίγυπτο, θα προσθέσει στα μάτια του κόσμου, μεγαλείο -ακόμα και ακτινοβολία- στο βρετανικό όνομα. Η αποτυχία, αντίστοιχα, συνεπάγεται δυσφήμηση και ανυποληψία. Αλλά, από καθαρά υλική άποψη, αξίζει τον κόπο να μετατρέψουμε την Κύπρο σε επιτυχία μας, κάτι εύκολο στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας. Παρατηρώ ότι δαπανούμε περίπου 80.000 λίρες το χρόνο στο προτεκτοράτο της Σομαλίας, ποσό το οποίο είναι, σχεδόν τελείως, αντιπαραγωγικό. Ακόμα και σε άλλες χώρες που ζουν από επιχορηγήσεις, υπάρχουν στοιχεία αμφιβόλου αποτελέσματος. Η Κύπρος αποτελεί μια βεβαιότητα. Γνωρίζουμε πως το νησί, όχι μόνον είναι ήδη αυτοσυντηρούμενο αλλά και ικανό να συνεισφέρει ένα σεβαστό ποσό για τις ανάγκες μας.

Η Αγγλική αποικιακή σημαία της Κύπρου
Γνωρίζουμε ότι τον δέκατο πέμπτο αιώνα, με μη επιστημονικές μεθόδους παραγωγής, ο πληθυσμός της Κύπρου υπερέβαινε το 1.000.000 κατοίκους, ή περισσότερο από τέσσερις φορές παραπάνω από τον σημερινό, και ότι μία μόνον πλούσια πόλις, η Σαλαμίς -σήμερα ένα μελαγχολικό ερείπιο- κάποτε είχε 250.000 κατοίκους. Δεν υπάρχει θέμα δημιουργίας αλλά αναβίωσης. Και αν επιτραπεί, τα έσοδα του νησιού να διοχετεύονται στα δημόσια έργα και στην επιστημονική οργάνωση, η αναβίωση αυτή, σίγουρα θα πραγματοποιηθεί με απρόσμενη ταχύτητα. Η Μ. Βρετανία, όχι μόνον θα αναγνωρισθεί για ένα ακόμα καλό έργο αποκατάστασης, αλλά θα εισπράξουμε και μια πιο υλική αμοιβή, με την διατήρηση μιας πολύτιμης περιοχής για τις βρετανικές διοικητικές ικανότητες και με την σταθερή ανάπτυξη εμπορικών επαφών. Το εάν η αλλαγή που προτείνω θα έχει ως αποτέλεσμα να εξανεμισθούν οι βλέψεις για ελληνική εθνική ενότητα, αυτές που έχουν αρχίσει να προκαλούν τόση αναταραχή και θα προκαλέσουν περισσότερη, δεν είμαι σε θέση να το πω. Όμως, σε κάθε περίπτωση, με την άρση της αδικίας του φόρου, τα οικονομικά συμφέροντα των Κυπρίων θα συνταχθούν με την δική μας πλευρά. Και, χωρίς να επιθυμώ να υποτιμήσω την ειλικρίνειά τους, θα εναπέθετα πολλά στην λύση αυτή.


Εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να έχουμε κάνει το καθήκον μας και να έχουμε απαλλαγεί από αυτή την κατάσταση που ηθικά, πολιτικά και οικονομικά είναι αδικαιολόγητη. Αποφεύγω σκόπιμα την αναφορά στις λεπτομέρειες της νέας ρύθμισης. Πιστεύω, εντούτοις, ότι το επόμενο έτος, οπότε συμπληρώνονται 30 χρόνια κατοχής μας, θα πρέπει να θεωρηθεί σαφώς, ως το έτος για το γεγονός. Τολμώ να πω, ότι οι Κύπριοι θα μπορούσαν να παρακινηθούν να ψηφίσουν, μιά για πάντα, ένα ετήσιο ποσό που δεν θα υπερβαίνει τις 10.000 λίρες, ως επιστροφή αξίας από την βρετανική προστασία. Όμως αυτή η εισφορά θα πρέπει να είναι αυτόβουλη. Τείνω προς την άποψη, ότι το εισοδηματικό κεφάλαιο θα πρέπει να διοχετεύεται για τοπικούς σκοπούς, χωρίς όμως, να θέλω να μειώσω τον υφιστάμενο έλεγχο του κυβερνήτη σε ολόκληρο το φάσμα της πολιτικής και της οικονομίας. Ει δυνατόν, δεν πρέπει να απομακρυνθούμε από τις διατάξεις της Συνθήκης του 1878. Ο φόρος μπορεί είτε να εισπράττεται και να επιστρέφεται εξωλογιστικά, μέσω μιας αντίστοιχης επιχορήγησης, ή, διαφορετικά, η επιχορήγηση, απλά, θα καταργηθεί. Το νησί θα αναγνωρισθεί ως αυτοσυντηρούμενο και η επιβάρυνσή μας για την εξυπηρέτηση του δανείου του 1855 θα αυξηθεί κατά 35.000 λίρες, περίπου, ετησίως. Αυτό είναι το αγκάθι. Όμως, αδυνατώ να αντιληφθώ, γιατί εμείς έχουμε περισσότερο δικαίωμα από οποιονδήποτε άλλο, να αρνούμεθα την εκπλήρωση του τμήματος της οφειλής μας ή να την μεταθέτουμε δια της βίας σε άλλους.
19 Οκτωβρίου 1907 W.S. C.


Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή: Όταν το 1914 η Τουρκία τάσσεται στο πλευρό της Γερμανίας και των συμμάχων της, η Μ. Βρετανία ακυρώνει, μονομερώς, την Συνθήκη του 1878 και προσαρτά το νησί, ενώ το 1923, με την Συνθήκη της Λωζάνης, η Τουρκία παραιτείται από όλα τα εδαφικά της δικαιώματα σ’αυτό. Δύο χρόνια αργότερα, το 1925, η Κύπρος ανακηρύσσεται, επίσημα, βρετανική αποικία. Όσο για τον φόρο, το 1927 η βρετανική κυβέρνηση αυξάνει την επιχορήγηση μέχρι το ποσό του, υπό τον όρο όμως, ότι η Κύπρος θα καταβάλλει 10.000 λίρες το χρόνο, ως "αμυντική δαπάνη"….