Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τραγουδίστρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τραγουδίστρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Σίρλεϊ Μπάσεϊ (Shirley Veronica Bassey) VIDEO

Η Σίρλεϊ Μπάσεϊ (Shirley Veronica Bassey, γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1937, στο Κάρντιφ της Ουαλίας, στο Ηνωμένο Βασίλειο) είναι Ουαλή τραγουδίστρια. Έγινε γνωστή για την ερμηνεία αγαπημένων τραγουδιών και σάουντρακ του Τζέιμς Μποντ (η πρώτη καλλιτέχνης στα χρονικά που τραγούδησε για τόσες ταινίες της συγκεκριμένης σειράς), στα έργα "Goldfinger", "Diamonds are for ever" και "Moonraker".










Από πατέρα Νιγηριανό και μητέρα Αγγλίδα, η Σίρλεϊ αναγκάσθηκε να εργασθεί από πολύ μικρή (14 ετών) σε ένα εργοστάσιο που παρήγαγε λουκάνικα. Το 1951 πρώτο-παρουσιάσθηκε στη μουσική σκηνή και πέντε χρόνια αργότερα (1956) δημιούργησε το πρώτο της σινγκλ, με τίτλο "Burn my candle". Οι πωλήσεις των 40 τουλάχιστον άλμπουμ της, άγγιξαν τον αστρονομικό αριθμό των 135.000.000 αντιτύπων παγκοσμίως.
Αγαπημένες ρήσεις
  • "Το χειροκρότημα του κοινού είναι καλύτερο από το sex"
  • "Οι άνδρες κάποια στιγμή σε εγκαταλείπουν, τα διαμάντια ποτέ"
Shirley Bassey Wembley 2006.jpg
Προσωπική ζωή
Η Μπάσεϊ παντρεύτηκε δυο φορές, με τον Κένεθ Χιουμ (από το 1961 έως το 1965) και τον Σέρτζιο Νόβακ (1968 έως το 1977), ενώ θρυλείται πως είχε μια σφοδρή ερωτική σχέση με τον ηθοποιό Πίτερ Φιντς, χωρίς κανείς από τους δυο να την επιβεβαιώσει ποτέ. Απέκτησε δυο κόρες, "αγνώστου πατρός", την Σάρον (που γεννήθηκε στα 1954) και τη Σαμάνθα (1963-1985, επίσημη εκδοχή η αυτοκτονία), τις οποίες αμφότερες υιοθέτησε ο Νόβακ. Στα 1971 η Μπάσεϊ υιοθέτησε το γιο μιας ανιψιάς της, ονόματι Μαρκ. Ο τελευταίος εξέδωσε αργότερα ένα βιβλίο σχετικά με την ερωτική της ζωή, με αφορμή οι σχέσεις τους να κλονισθούν σημαντικά. Η Μπάσεϊ έχει αποκτήσει και 5 εγγόνια. Τα τελευταία χρόνια ζει στο Μόντε Κάρλο.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Νίνα Σιμόν (video)

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1933
Το μεγαλοπρεπές της παρουσιαστικό και η επιβλητική της παρουσία πάνω στη σκηνή, χάρισαν στη Σιμόν τον τίτλο της "Αρχιέρειας της Σόουλ"

Η Νίνα Σιμόν (πραγματικό όνομα Γιουνίς Κάθλην Γουέημον, (21 Φεβρουαρίου 1933 - 21 Απριλίου 2003) ήταν τραγουδίστρια, στιχουργός και πιανίστρια. Αν και οι ειδικοί την κατατάσσουν στους καλλιτέχνες της τζαζ μουσικής, η ίδια δεν αποδέχτηκε ποτέ αυτήν την τυποποίηση. Από γενική άποψη το έργο της καλύπτει ένα ευρύ φάσμα, από τη μπλουζ, τη ρυδμ΄εν΄μπλουζ έως τη σόουλ μουσική. Η φωνή της χαρακτηρίζεται από πάθος, μεγάλες αναπνοές και τρέμουλο.


Βιογραφία
Η Σιμόν γεννήθηκε στην πόλη Τράιον της Νότιας Καρολίνας, ήταν το έκτο από τα οκτώ παιδιά πολυμελούς οικογένειας. Όπως πολλoί άλλοι Μαύροι τραγουδιστές, επηρεάστηκε όταν ήταν παιδί από την περίφημη μεσόφωνο του λυρικού ρεπερτορίου Μάριαν Άντερσον και άρχισε να τραγουδάει στην τοπική της εκκλησία, φανερώνοντας παράλληλα πλούσιο ταλέντο και ως πιανίστρια. Ένα περιστατικό εκείνης της περιόδου, συνέβαλε στη μετέπειτα ανάμειξή της στο κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα: στην πρώτη της δημόσια εμφάνιση στο πιάνο, σε ηλικία δέκα ετών, οι γονείς της, οι οποίοι είχαν πιάσει θέσεις στην πρώτη σειρά, υποχρεώθηκαν με τη βία να μετακινηθούν, για να καθίσουν Λευκοί.

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών μετακόμισε στη Φιλαδέλφεια της Πενσιλβάνια, όπου έδινε μαθήματα και συνόδευε στο πιάνο την ερμηνεία διαφόρων τραγουδιστών. Χάρις την οικονομική συνεισφορά δωρητών, άρχισε σπουδές πιάνου στην περίφημη σχολή Juilliard School of Music της Νέας Υόρκης. Ωστόσο, η έλλειψη πόρων την ανάγκασε να τα παρατήσει και να εγκαταλείψει το όνειρό της να γίνει η πρώτη Αφρο-αμερικανή σολίστας πιάνου. Αργότερα προσπάθησε να εισαχθεί στο ιδιαίτερα απαιτητικό Curtis Institute της Φιλαδέλφεια, αλλά απορρίφθηκε. Η ίδια πίστευε ότι αυτό έγινε λόγω της φυλετικής της καταγωγής.

Στη συνέχεια στράφηκε στη μπλουζ και την τζαζ μουσική. Το 1954 άρχισε να εμφανίζεται σε νυχτερινό κέντρο της Ατλάντικ Σίτυ με τα καλλιτεχνικό όνομα "Νίνα Σιμόν". Το "Νίνα" - στα ισπανικά "κορίτσι" - ήταν το παρατσούκλι που της κόλλησε ο φίλος της ενώ το "Σιμόν" προήλθε από το όνομα της Γαλλίδας ηθοποιού Σιμόν Σινιορέ. Άρχισε να γίνεται γνωστή στο ευρύτερο κοινό το 1959 ερμηνεύοντας σε διασκευή το "I Loves You Porgy" (από το μιούζικαλ Porgy And Bess) του Τζωρτζ Γκέρσουϊν, το οποίο ήταν και η μοναδική της επιτυχία που θα εισερχόταν στο αμερικανικό Top 40. Ακολούθησε το "My Baby Just Cares For Me" (το οποίο επανήλθε ως επιτυχία τη δεκαετία του 1980, όταν χρησιμοποιήθηκε σε τηλεοπτικές διαφημίσεις του αρώματος Chanel No. 5).

Κατά τη δεκαετία του 1960 η Σιμόν αναμείχθηκε στο κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα και ηχογράφησε μία σειρά στρατευμένων τραγουδιών, όπως τα "To Be Young, Gifted And Black" (που έγινε αργότερα μεγάλη επιτυχία σε εκτέλεση της Αρίθα Φράνκλιν) "Blacklash Blues", "Mississippi Goddam" (με αφορμή τη δολοφονία του Μαύρου αγωνιστή Μέντγκαρ Έβερς και την έκρηξη βόμβας σε εκκλησία, στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα, όπου σκοτώθηκαν τέσσερα Μαύρα παιδιά), "I Wish I Knew How It Would Feel To Be Free" και το "Pirate Jenny" του Κουρτ Βάιλ (από την Όπερα της Πεντάρας).

Το 1961, η Νίνα Σιμόν ηχογράφησε μια εκτέλεση του παραδοσιακού τραγουδιού "House Of The Rising Sun", ένα τραγούδι το οποίο αργότερα ηχογράφησε και ο Μπομπ Ντίλαν, ενώ έγινε μεγάλη επιτυχία από τους Animals. Στα τραγούδια για τα οποία είναι διάσημη περιλαμβάνονται το "I Put A Spell On You" (η αυθεντική εκτέλεση είναι του 'Screamin' Jay Hawkins), το "Here Comes The Sun" των Beatles, και το "Four Women". Η Σιμόν ήταν πολυδιάστατη ως καλλιτέχνης και αυτό ήταν έκδηλο στο σύνολο της μουσικής της, που συχνά είχε την απλότητα της παραδοσιακής μουσικής. Σε μία και μόνη συναυλία, μπορούσε με ευκολία να περνάει από γκόσπελ ήχους σε μπλουζ και τζαζ, και από κομμάτια όπως το "For All We Know", σε κομμάτια εμποτισμένα με κλασσικές ευρωπαϊκές επιρροές. Στην κινηματογραφική επιτυχία του Νόρμαν Τζούισον, "The Thomas Crown Affair" του 1968, με πρωταγωνιστές τον Στιβ Μακ Κουίν και τη Φέη Ντάναγουεϊ, ξεχώριζε το τραγούδι"Sinner Man" και έφερε τη μουσική της Νίνα Σιμόν κοντά σε ένα ευρύτερο κοινό.

Το 1971, η Σιμόν έφυγε από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά από διαφορές που είχε με ατζέντηδες, δισκογραφικές εταιρίες αλλά και τις φορολογικές Αρχές, επικαλούμενη ως αιτία το ρατσισμό. Έτσι, επιστρέφοντας το 1978, συνελήφθη για φοροδιαφυγή, αφού είχε αρνηθεί να καταβάλει φόρους αρκετών ετών, ως διαμαρτυρία για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Έζησε σε διάφορες χώρες της Καραϊβικής, της Αφρικής και της Ευρώπης, συνεχίζοντας τις εμφανίσεις και μετά τα εξήντα της. Τη δεκαετία του 1980 εμφανιζόταν τακτικά στο τζαζ κλαμπ Ronnie Scott's στο Λονδίνο.

Στη μουσική βιομηχανία είχε αποκτήσει τη φήμη ανθρώπου δύσκολου στη συνεννόηση και με εκρηκτικό χαρακτήρα, χαρακτηρισμός για τον οποίο η ίδια διαφωνούσε σθεναρά. Είναι χαρακτηριστικό ένα περιστατικό που συνέβη το 1995, όταν έριξε εναντίον του γιου ενός γείτονά της με αεροβόλο όπλο, επειδή γελούσε και την εμπόδιζε να αυτοσυγκεντρωθεί. Αν και η παρουσία της επί σκηνής είχε κάπως απόμακρο και αλαζονικό ύφος, στα μετέπειτα χρόνια η Σιμόν έδειχνε να απολαμβάνει ιδιαίτερα να επικοινωνεί με το ακροατήριο, με διηγήσεις συχνά χιουμοριστικών περιστατικών από την καριέρα της και τη μουσική και ερμηνεύοντας κομμάτια κατά παραγγελία των θαυμαστών της. Το μεγαλοπρεπές της παρουσιαστικό και η επιβλητική της παρουσία πάνω στη σκηνή, χάρισαν στη Σιμόν τον τίτλο της "Αρχιέρειας της Σόουλ".

Κινηματογραφικές ταινίες όπως το "Point Of No Return" του 1993, το "Romeo And Juliet" του 1996 και το "The Thomas Crown Affair" του 1999 (ριμέικ της ταινίας του 1968), περιλάμβαναν μερικά από τα τραγούδια της, παρουσιάζοντας στη νεότερη γενιά την εκφραστική μουσική της.

Παντρεύτηκε και χώρισε δύο φορές. Ο πρώτος της γάμος, το 1958, με τον Ντον Ρος διήρκεσε μόλις ένα χρόνο. Το 1960 ήταν η σειρά του Άντυ Στρουντ, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, τη Λίζα. Ωστόσο, θα πάρουν διαζύγιο το 1970.

Το 1993, εγκαταστάθηκε κοντά στο Αιξ-αν-Προβάνς, στη νότια Γαλλία. Απεβίωσε στον ύπνο της, στο Καρρύ-λα-Ρουέτ το 2003. Η αυτοβιογραφία της Σιμόν με τίτλο I Put A Spell On You (ISBN 0-306-80525-1) εκδόθηκε το 1992.

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1963 "έφυγε" η Εντίθ Πιάφ, πτωχή, αφήνοντας όμως τεράστια ιστορία

«Heaven Have Mercy», το τραγούδι - θρήνος της Εντίθ Πιάφ
Εντίθ Πιαφ

Η Εντίθ Πιάφ (γαλλικά: Édith Piaf, προφορά ΔΦΑ: [eˈdit pjaf], (ορθή απόδοση ονόματος Εντίτ Πιάφ), Παρίσι, 19 Δεκεμβρίου 1915 – Παρίσι, 10 Οκτωβρίου 1963, το πραγματικό της όνομα ήταν Εντίθ Τζοβάνα Γκασιόν, Édith Giovanna Gassion) και ήταν Γαλλίδα τραγουδίστρια, ίσως η πιο σημαντική παρουσία στη γαλλική σκηνή των βαριετέ. Τραγούδια όπως το La vie en rose (1946) και το Non, je ne regrette rien (1960), εκτόξευσαν τη φήμη της και την κατέστησαν την πιο δημοφιλή τραγουδίστρια της Γαλλίας.


Τα πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1915, κάτω από μια λάμπα υγραερίου. Ο πατέρας της, Λουί Αλφόνς Γκασσιόν, ήταν ακροβάτης του δρόμου και η μητέρα της, Ανιτά Μεγιάρ (Anita Maillard), ήταν λυρική τραγουδίστρια, γνωστή με το ψευδώνυμο Line Marsa. Λίγες εβδομάδες μετά τη γέννησή της την εγκατέλειψε και η μικρή Εντίθ περνάει τα πρώτα της χρόνια πρώτα κοντά στη μητρική της γιαγιά. Το 1917 ο πατέρας της, που εργαζόταν ως ακροβάτης στο τσίρκο Ciotti, την πήγε στη δική του μητέρα, η οποία ζούσε στο Μπερνέ (Bernay) της Νορμανδίας και ήταν ιδιοκτήτρια ενός οίκου ανοχής. Το 1919 η Εντίθ αρρωσταίνει από κάποια πάθηση στον εγκέφαλο και τυφλώνεται. Μετά από δύο χρόνια όμως θεραπεύεται χωρίς τη βοήθεια γιατρού και η όρασή της επανέρχεται. Ήταν επτά ετών όταν ο πατέρας της άρχισε να την παίρνει μαζί του στις περιοδείες που έκανε με το τσίρκο και γυρνά μαζί του όλη τη Γαλλία. Στα δέκα της η Εντίθ άρχισε να τραγουδάει στους δρόμους. Αν και ο πατέρας της ήθελε να την κάνει ακροβάτη, γρήγορα κατάλαβε πως η κόρη του είχε «όλο το ταλέντο στο λαιμό και καθόλου στο κορμί» – όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος.

Η καριέρα
Στα 15, έχοντας ανακαλύψει τη θαυμάσια φωνή της, εγκατέλειψε τον πατέρα της για να ζήσει στο Παρίσι, τραγουδώντας στους δρόμους. Στα 17 συναντά τον Λουί Ντυπόν (Louis Dupont), ζουν μαζί και σε ένα χρόνο, στις 11/2/1933, κάνουν ένα κοριτσάκι, τη Μαρσέλ, που όμως μετά από δύο χρόνια πεθαίνει από μηνιγγίτιδα. Εκείνη συνεχίζει να τραγουδά στους δρόμους της Πιγκάλ, όπου και γνωρίζει τον Λουί Λεπλέ (Louis Leplée), διευθυντή του πιο κομψού παρισινού καμπαρέ στα Ηλύσια Πεδία. Μαγεμένος από τη φωνή της, υπογράφει συμβόλαιο μαζί της και τη βαφτίζει «Môme Piaf» (μικρό σπουργίτι). Το 1935 της βγάζει και τον πρώτο της δίσκο. Λίγο αργότερα όμως ο μέντοράς της Λεπλέ δολοφονείται και η ίδια κατηγορείται πως γνωρίζει τον δολοφόνο αλλά δεν τον καταδίδει. Αν και αθωώθηκε με τη βοήθεια ενός νέου συντρόφου, του τραγουδοποιού Ρεμόν Ασό (Raymond Asso), που είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της, φεύγει για να ζήσει στην επαρχία αλλά επιστρέφει στο Παρίσι το 1937.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και τη γερμανική κατοχή, δίνει συναυλίες για αιχμαλώτους πολέμου. Εισάγει πλαστές άδειες εργασίας στα κέντρα κράτησης αιχμαλώτων και βοηθάει πολλούς Γάλλους φαντάρους να δραπετεύσουν. Γύρω στα 23 της είναι πια μια μεγάλη προσωπικότητα και γυρίζει την πρώτη της ταινία, που θριαμβεύει. Από τότε συνεχίζει μια πετυχημένη καριέρα και κάνει μια έντονη ζωή, δίπλα σε αρκετούς συντρόφους. Στα 30 της ερωτεύεται τον Υβ Μοντάν και αναλαμβάνει να στήσει την καριέρα του. Στα τέλη του 1945, γράφει μόνη της την τεράστια επιτυχία της La vie en rose, που στην αρχή περνά απαρατήρητη. Καθ’ όλη την καριέρα της γράφει περίπου 80 τραγούδια.

Το αλκοόλ
Γνωρίζει μεγάλες δόξες και στη Νέα Υόρκη, όπου ερωτεύεται τον βασιλιά του μποξ, Μερσέλ Σερντάν και ζουν ένα από τα πιο φημισμένα ρομάντσα της εποχής. Ο ξαφνικός θάνατος του Σερντάν σε αεροπορικό δυστύχημα, το 1949, βυθίζει την Πιάφ σε κατάθλιψη, που ποτέ δεν ξεπερνά πραγματικά. Το 1951 έχει δύο σοβαρά τροχαία, ενώ μετά το δεύτερο οι γιατροί της δίνουν για καιρό μορφίνη, στην οποία εθίζεται. Η Πιάφ την ανακατεύει μαζί με αλκοόλ, χειροτερεύοντας έτσι την ήδη κακή κατάσταση της υγείας της.

Το 1952, παντρεμένη με τον τραγουδιστή Ζακ Πιλ, στην πεντηκοστή τουρνέ της στην Αμερική, σε κάποια ρεσιτάλ της συνοδεύεται στο πιάνο από τον νεαρό τότε Ζιλμπέρ Μπεκώ. Εκείνη την εποχή ακολουθεί πολλές θεραπείες αποτοξίνωσης, μα οι ουσίες την έχουν καταβάλει. Παρ’ αυτά κάνει εξαιρετικές ηχογραφήσεις.

Τα επόμενα δύο χρόνια μένει κλεισμένη σπίτι της σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, μα το 1955, μόλις μαθαίνει πως θα τραγουδήσει στο θέατρο Ολυμπιά, με αφάνταστη ενέργεια δίνει μια αψεγάδιαστη παράσταση. Χωρίζουν με τον Πιλ το 1956. Με μεγάλο ζήλο κάνει άλλη μια περιοδεία στην Αμερική και είναι πια μια διεθνής σταρ. Το 1958 ζει μια ακόμα έντονη σχέση δίπλα στον νεότερο τραγουδιστή και συνθέτη Ζωρζ Μουστακί, ο οποίος το 1959 συνθέτει γι αυτήν το τραγούδι Milord που κυκλοφόρησε το 1960 και λίγο αργότερα γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Άλλο ένα σοβαρό τροχαίο αποδυναμώνει περισσότερο την Πιάφ. Μετά από λίγους μήνες καταρρέει κατά τη διάρκεια κονσέρτου της σε κατάμεστη αίθουσα της Νέας Υόρκης.

Η ασθένεια
Σε ένα κονσέρτο στη Στοκχόλμη, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, καταρρέει επάνω στη σκηνή και η διάγνωση των γιατρών είναι ανίατος καρκίνος. Η Πιάφ δεν πτοείται και συνεχίζει να εμφανίζεται κάνοντας περιοδείες όπως και πριν, συνοδευόμενη όμως από μια νοσοκόμα που της χορηγεί μορφίνη για τους πόνους.

Το 1960 τραγουδά με επιτυχία το «Non, Je Ne Regrette Rien» («Όχι, δεν μετανιώνω για τίποτα») του Σαρλ Ντυμόν και συνεχίζει να θριαμβεύει τραγουδώντας, παρότι συχνά τρεκλίζει και παραπατά στη σκηνή. Το καλοκαίρι του 1961, γνωρίζει τον κατά πολύ νεότερό της, τελευταίο της έρωτα, τον Έλληνα Θεοφάνη Λαμπουκά, που τον βαπτίζει «Τεό Σαγαπό» και τον παντρεύεται τον Οκτώβριο του 1962 (στα 46 της εκείνη και 26 εκείνος). Εκείνο το καλοκαίρι παίρνει επίσης το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Charles Cros για το σύνολο της καριέρας της.

Ο θάνατος
Η Εντίθ Πιάφ σβήνει την ίδια μέρα με τον φίλο της Ζαν Κοκτώ στις 10 Οκτωβρίου 1963, μόλις στα 48 της χρόνια, στο Plascassier, κοντά στο Grasse από κίρρωση. Ο σύζυγός της μεταφέρει την ίδια ημέρα του θανάτου της τη σορό της στη «δική της πόλη», το Παρίσι. Ο τάφος της βρίσκεται στο παρισινό Κοιμητήριο Περ Λασαίζ.

Η Πιάφ έφυγε φτωχή, αφήνοντας στον τελευταίο σύζυγό της πολλά χρέη και μια τεράστια ιστορία. Μαζί με την καριέρα της ως τραγουδίστρια (ηχογράφησε πάνω από 200 τραγούδια) βοηθούσε και στην προώθηση νεαρών ταλέντων στη μουσική σκηνή της εποχής εκείνης. Είχε μεταξύ άλλων μεγάλη συμμετοχή στην προώθηση καλλιτεχνών, όπως Σαρλ Αζναβούρ, Ζιλμπέρ Μπεκώ, Έντι Κονσταντέν, Υβ Μοντάν, Ζωρζ Μουστακί, Ζακ Πιλ κλπ.

Για την Πιάφ
Πολλοί καλλιτέχνες επανεκτελούν τραγούδια της και επισκέπτονται το γλυπτό που στήθηκε προς τιμήν της στο Παρίσι, πάνω στην πλατεία που φέρει το όνομά της, λίγα μέτρα από το νοσοκομείο Τενό (Tenon), όπου γεννήθηκε. Στο Παρίσι υπάρχει επίσης μουσείο με το όνομά της («Musée Edith Piaf»), στο οποίο μπορεί κανείς να δει διάφορα προσωπικά αντικείμενα της καλλιτέχνιδας, όπως ένα από τα φορέματά της και τη συλλογή από πορσελάνες της.

Το 2006 ο Ολιβιέ Νταάν (Olivier Dahan) γυρίζει τη ζωή της Γαλλίδας τραγουδίστριας σε ταινία με τίτλο La Môme («Το νεαρό κορίτσι»). Στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Ζωή σαν τριαντάφυλλο». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο της ταινίας, που εμφανίστηκε και στο Φεστιβάλ κινηματογράφου στο Βερολίνο, παίζει η Γαλλίδα ηθοποιός Μαριόν Κοτιγιάρ, ρόλο για τον οποίο κέρδισε το 2008 το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου.

Η ζωή της Εντίθ Πιάφ αποτέλεσε όμως περιεχόμενο και στις ταινίες του σκηνοθέτη Κλωντ Λελούς, με τίτλο Η Εντίθ και ο Μαρσέλ το 1983 (πρωταγωνιστεί η Evelyne Bouix) και Guy Casaril (με την Brigitte Ariel).

47 χρόνια μετά τον θάνατό της ο Αλέν Ντελόν, ο οποίος τη γνώριζε προσωπικά, συνέγραψε και ανέβασε μια μουσική παράσταση με τίτλο «Edith Piaf, Une Vie en Rose et Noir» («Εντίθ Πιαφ, μια ζωή σε ροζ και μαύρο»), η οποία στη παγκόσμια περιοδεία της ήρθε και στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη το 2010 και 2011 αντίστοιχα.

Μεγαλύτερες επιτυχίες

Τα τραγούδια Milord, Non, je ne regrette rien και La vie en rose έγιναν παγκοσμίως γνωστά.
1945 - La vie en rose
1945 - Les Trois Cloches
1949 - Hymne à l'amour
1951 - Padam... Padam...
1954 - Sous le ciel de Paris
1956 - Non, je ne regrette rien
1956- Heaven Have Mercy
1956 - Les amants d'un jour
1957 - La foule
1959 - Milord

«Heaven Have Mercy»
Το «Heaven Have Mercy» είναι ένα τραγούδι σε στίχους Rick French και μουσική M. Philippe Gérard. Το τραγούδι εκτελέστηκε από την Εντίθ Πιαφ το 1960 και ανήκει στην δισκογραφία της στην αγγλική γλώσσα.

Το «Heaven Have Mercy» μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα θρήνος για μια χαμένη αγάπη. Η τραγουδίστρια εξιστορείται ένα έρωτα με άδοξο τέλος. Το τραγούδι αρχίζει με μια πολύ λυπητερή μελωδία (σαν μια κηδεία) την οποία ο ακροατής αισθάνεται αμέσως με το δικό του τρόπο. Η ένταση της φωνής και η μουσική δημιουργεί την κατάλληλη ατμοσφαίρα.

Το τραγούδι μπορεί να χωριστεί σε 3 κομμάτια. Το πρώτο κομμάτι επιμαρτυρεί όλη την πικρία και την απώλεια την οποία βιώνει η τραγουδίστρια. Το ρεφρέν, το οποίο αποτελεί το δεύτερο μέρος, αποτυπώνει μια κραυγή η οποία επαναλαμβάνει τον τίτλο του τραγουδιού. Το τρίτο μέρος αλλάζει υφολογικά και η τραγουδίστρια θυμάται τις καλές στιγμές που είχε με τον αγαπημένο της (έχει πεθάνει στον πόλεμο). Έπειτα, η μουσική έχει το ύφος με το πρώτο μέρος και η Πιάφ αρχίζει να διηγείται όλα τα όνειρα τα οποία είχε κάνει με τον αγαπημένο της όπως να κάνουν ένα αγόρι με δικά του μάτια και δικιά της μύτη. Το τραγούδι τελειώνει με το ίδιο ρεφρέν ενώ η τραγουδίστρια σκέφτεται να πεθάνει.

Προτομή της Εντίθ Πιάφ στην Πολωνία
ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/wiki/

ΔΕΙΤΕ ΤΑ VIDEO
Heaven Have Mercy