Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ονομασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ονομασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ: Ονομασία, Ιστορία, Συνθέτης, Δομή

Ο λαός της Πόλης, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
«Ο Ακάθιστος Ύμνος», ρωσική εικόνα του 14ου αιώνα. Στο κέντρο εικονίζεται η Παναγία, ενώ καθεμιά από τις μικρές περιφερειακές εικόνες αφορά τη διήγηση ενός από τους 24 «οίκους» του Ακάθιστου Ύμνου

Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε ορθόδοξος χριστιανικός ύμνος ο οποίος ψάλλεται από τους χριστιανούς πιστούς σε όρθια στάση. Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ένας ύμνος («Κοντάκιο») της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, (Βλ. Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή ΕΔΩ) τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).

Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Ονομασία
Ο ύμνος αυτός ονομάζεται «Ακάθιστος» από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Οι πιστοί έψαλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο και την ακολουθία της εορτής του Ευαγγελισμού, (Βλ. Ευαγγελισμός της Θεοτόκου ΕΔΩ) με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.


Φορητή εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνιώτισσας, 

που μετέφεραν οι Σταυροφόροι στον Άγιο Μάρκο  της Βενετίας 
το 1204
Ιστορία
Το έτος 626, και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγείτο εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνόμενων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Άρα, μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει») με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα όμως με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), (Βλ. Αναστήλωση των Εικόνων και Εικονομαχικές έριδες ΕΔΩ) δε θεωρείται απίθανο η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητος ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Η Θεοτόκος του Ακαθίστου, ρωσική εικόνα του 18ου αιώνα. 

Εικονίζεται η Θεοτόκος ένθρονος, με τον νεαρό Ιησού 
από πάνω της. Περιστοιχίζεται από προφήτες, οι οποίοι κρατούν 
ειλητάρια με τις προφητείες τους για την Ενσάρκωση. 
Στην αυθεντική εικόνα, περιφερειακά εικονίζονται περιστατικά 
της ζωής της Θεοτόκου
Συνθέτης
Ενώ είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ύμνος ψαλλόταν ως ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, εντούτοις το πρόβλημα της σύνθεσης του Κοντακίου του Ακάθιστου Ύμνου παραμένει μέχρι και σήμερα ένα από τα σημαντικότερα και δυσκολότερα φιλολογικά προβλήματα, καθώς οι μελετητές όχι μόνο δεν έχουν ακόμη καταλήξει στο ποιος, πότε και γιατί συνέθεσε τον ύμνο αυτό, αλλά οι γνώμες τους εμφανίζουν και μεγάλες αποκλίσεις.

Το ποιος και το πότε βεβαίως είναι αλληλένδετα, αλλά σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ' Οικουμενικής Συνόδου, (Βλ. Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος ΕΔΩ) επομένως η χρονολογία σύγκλησής της, το 431, αποτελεί μία σταθερά (terminus post quem), καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν συνετέθη νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527-565), (Βλ. Ιουστινιανός ΕΔΩ) πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626.

«Θεοτόκος Δεομένη», ρωσική εικόνα του 13ου αιώνα, με πρότυπο 

την περίφημη εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών
Η παράδοση όμως αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές (P. F. Krypiakiewicz, F. Doelger, H.-G. Beck, E. Wellesz, P. Maas, Σ. Ευστρατιάδης), οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στο Ρωμανό. Ένας άλλος ερευνητής, ο J. Grosdidier de Matons, θεωρεί ότι ένα κοντάκιο του Ρωμανού ακολουθεί τη μουσική και το μέτρο του α' οίκου του Ακαθίστου Ύμνου («Ἄγγελος πρωτοστάτης...»), πράγμα που κατ'αυτόν σημαίνει ότι ο Ρωμανός τουλάχιστον γνώριζε (αν δεν συνέγραψε ο ίδιος) τον Ύμνο. Τέλος, σε κώδικα του 13ου αιώνα υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Πλην όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά μεταρωμανικά στοιχεία. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, (Βλ. Κοίμηση της Θεοτόκου ΕΔΩ) και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι, πλησίασε την γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι δε ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728, που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626, στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Εξάλλου, υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου, οι οποίες έχουν κάποιες σοβαρές ενδείξεις. Η μία εκδοχή, η οποία υποστηρίζεται μεταξύ άλλων και από τον καθηγητή Βυζαντινής Φιλολογίας Ν. Β. Τωμαδάκη και τον O. Bardenhewer, αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715-730), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της Πόλης από τους Άραβες το 718, επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου (Incipit Hymnus de Sancta Dei Genetrice Maria, Victoriferus atque Salutatorius, a Sancto Germano Patriarcha Constantinopolitano).

Η άλλη εκδοχή, που υποστηρίζεται μεταξύ άλλων από τον Θ. Δετοράκη, βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά το μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718, καθώς απεβίωσε το 752 ή 754.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις, θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο (K. Krumbacher, W. Christ, M. Paranikas, C. Del Grande και Αι. Χριστοφιλοπούλου), τον σύγχρονο με την πολιορκία Γεώργιο Πισίδη (J. M. Quercius), τον ιερό Φώτιο (Βλ. ι. Φώτιος ΕΔΩ) (Α. Παπαδόπουλος-Κεραμέας), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, κ.λ.π.

Βέβαιο είναι πάντως ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού, (Βλ. Ιωάννης Δαμασκηνός ΕΔΩ) ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.

Δομή
Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελείται από 24 «οίκους» (στροφές), οι οποίοι είναι δύο ειδών. Οι περιττοί (Α-Γ-Ε...), που είναι εκτενέστεροι, αποτελούνται από δεκαοκτώ στίχους. Οι πέντε πρώτοι περιλαμβάνουν τη διήγηση, οι δώδεκα επόμενοι αποτελούν τους χαιρετισμούς, οι οποίοι απευθύνονται προς την Θεοτόκο και ο δέκατος όγδοος είναι το εφύμνιο «χαίρε νύμφη Ανύμφευτε». Οι άρτιοι (Β-Δ-Ζ...), που είναι συντομότεροι, αποτελούνται μόνο από πέντε στίχους διήγησης και το εφύμνιο «Αλληλούια». Από τους άρτιους οίκους, οι περισσότεροι αναφέρονται στο Χριστό (Θ-Κ-Μ-Ξ-Π-Σ-Υ-Χ), και μερικοί στη Θεοτόκο (Β-Δ-Ζ-Ω).


Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος αναφερόταν και στο αρχικό του προοίμιο (Τό προσταχθέν μυστικῶς...»). Με πηγές του την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο Ακάθιστος Ύμνος περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Ο πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, (Βλ. Υπαπαντή ΕΔΩ) ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

ΣΤΑΣΙΣ Α'
γγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε (γ') καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν Κύριε, ἐξίστατο καὶ ἵστατο, κραυγάζων πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα·
Χαῖρε, δι' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει· χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις· χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς· χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα· χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον· χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις· χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Βλέπουσα ἡ Ἁγία, ἑαυτὴν ἐν ἁγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως· Τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται· ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις; κράζων· 
Ἀλληλούϊα.
Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι, ἡ Παρθένος ζητοῦσα, ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· Ἐκ λαγόνων ἀγνῶν, Υἱὸν πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν, λέξον μοι;. Πρὸς ἣν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλὴν κραυγάζων οὕτω·
Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις· χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον· χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός· χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα· χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χαῖρε, τὸ Φῶς ἀρρήτως γεννήσασα· χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν· χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε, πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω· καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως·
Ἀλληλούϊα.
χουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ· τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε! καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα· χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα,
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον· χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα.
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν, οἰκτιρμῶν· χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις· χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα· χαῖρε, παντὸς τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία· χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, πρὸς τὴν ἄγαμόν σε θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθῶν δέ σου τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος ἁγίου, ἔφη·
Ἀλληλούϊα.

ΣΤΑΣΙΣ Β'
κουσαν οἱ ποιμένες τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα, θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον, ἐν τῇ γατρὶ Μαρίας βοσκηθέντα, ἣν ὑμνοῦντες εἶπον·
Χαῖρε, ἀμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ· χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον· χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῆ· χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα· χαῖρε, τῶν ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα· χαῖρε, λαμπρὸν τῆς χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ ᾍδης· χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Θεοδρόμον ἀστέρα θεωρήσαντες Μάγοι, τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ, καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν ἄνακτα, καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον, ἐχάρησαν Αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούϊα.
δον παῖδες Χαλδαίων, ἐν χερσί τῆς Παρθένου, τὸν πλάσαντα χειρί τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, εἰ καὶ δούλου ἔλαβε μορφήν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένη·
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ· χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα· χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς· χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας· χαῖρε, ἡ τοῦ βορβόρου ῥυομένη τῶν ἔργων.
Χαῖρε, πυρὸς προσκύνησιν παύσασα· χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάτουσα.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης· χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Κήρυκες θεοφόροι γεγονόντες οἱ Μάγοι, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα· ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμὸν καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν, ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη, μὴ εἰδότα ψάλλειν·
Ἀλληλούϊα.
Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ φωτισμὸν ἀληθείας, ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης, Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν· οἱ τούτων δὲ ῥυσθέντες ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων· χαῖρε, κατάπωσις τῶν δαιμόνων.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα· χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὸν δόλον ἐλέγξασα.
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν· χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωήν.
Χαῖρε, πύρινε στῦλε, ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει· χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφή τοῦ μάννα διάδοχε· χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας· χαῖρε, ἐξ ἧς ῥέει μέλι καὶ γάλα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Μέλλοντος Συμεῶνος τοῦ παρόντος αἰῶνος μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ, ἀλλ' ἐγνώσθης τούτῳ καὶ Θεὸς τέλειος· διόπερ ἐξεπλάγη σου τήν ἄρρητον σοφίαν, κράζων·
Ἀλληλούϊα.

ΣΤΑΣΙΣ Γ'
Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ὑμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις· ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός, καὶ φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἦν, ἄφθορον· ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτήν, βοῶντες·
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα· χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί· χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπτοναι πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις· χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις· χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας· χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες· διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεὸς ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος, βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος τοὺς Αὐτῷ βοῶντας·
Ἀλληλούϊα.
λος ἦν ἐν τοῖς κάτω, καί τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος· συγκατάβασις γὰρ θεϊκή, οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονε· καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου ἀκουούσης ταῦτα·
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα· χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα· χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπί τῶν Χερουβείμ· χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπί τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ ταναντία εἰς ταυτὸ ἀγαγοῦσα· χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνύσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις· χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη Παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλείς τῆς Χριστοῦ βασιλείας· χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων κατεπλάγη τὸ μέγα τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον· τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον· ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούϊα.
Ρήτορας πολυφθόγγους ὡς ἰχθύας ἀφώνους ὁρῶμεν ἐπὶ σοί, Θεοτόκε· ἀποροῦσι γὰρ λέγειν τὸ πὼς καὶ Παρθένος μένεις καὶ τεκεῖν ἴσχυσας· ἡμεῖς δὲ τὸ Μυστήριον θαυμάζοντες, πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον· χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφρους ἀσόφους δεικνύουσα· χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοῖ συζητηταὶ· χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα· χαῖρε, τῶν ἀλιέων τὰς σαγῆνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα· χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκάς τῶν θελόντων σωθῆναι· χαῖρε, λιμήν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ, πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε· καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός, δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος· ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας, ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούϊα.

ΣΤΑΣΙΣ Δ'
Τεῖχος εἶ τῶν Παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων· ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε Ποιητὴς Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρᾳ σου, καὶ πάντας σοὶ προσφωνεῖν διδάξας·
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως· χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς· χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα· χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως· χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων· χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
μνος ἅπας, ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ᾠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδέν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν, τοῖς σοὶ βοῶσιν·
Ἀλληλούϊα.
Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον· τὸ γὰρ ἄϋλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἠλίου· χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα· χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν· χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρητον, ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον· χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ῥύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν· χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας· χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι' ἑαυτοῦ, πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούϊα.
Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε· ἐν τῇ σῇ γὰρ οἰκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοι; πάντας·
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων,
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε,
Χαῖρε, τίμιον διάδημα, βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον, ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος· χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία· χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
 πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων Ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον (γ')· δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ῥύσαι συμφορὰς ἅπαντας· καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τοὺς σοὶ βοῶντας·
Ἀλληλούϊα.

Σύγχρονη ακολουθία (Χαιρετισμοί)
Παλιότερα ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν. Δεν διασώθηκε όμως μέχρι τις μέρες μας ο τρόπος μελωδικής του εκτέλεσης, για το λόγο αυτό ψάλλεται μόνο το προοίμιο σε ήχο πλάγιο δ'.


Κατά την ακολουθία των Χαιρετισμών, ψάλλεται αρχικά ο «Κανόνας» (τα Τροπάρια των Χαιρετισμών), με εννέα ωδές, οι ειρμοί των οποίων είναι:

Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος...
Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε...
Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ ἐπὶ θρόνου Θεότητος...
Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου...
Τὴν θείαν ταύτην καὶ πάντιμον...
Οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες...
Παῖδας εὐαγεῖς ἐν τῇ καμίνῳ...
Ἅπας γηγενής σκιρτάτω τῷ πνεύματι...

Ακολουθεί η απαγγελία των οίκων του Ακαθίστου ύμνου, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έχει σωθεί ο τρόπος μελωδικής του εκτέλεσης. Ο ιερέας στέκεται στο μέσο του ναού, εκεί που παλιά βρισκόταν ο άμβωνας, και από τον οποίο ψαλλόταν το κοντάκιο. Εκεί, μπροστά σε μια εικόνα της Παναγίας απαγγέλλει τους οίκους.

Τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής απαγγέλλει από 6 οίκους, δηλαδή την πρώτη Παρασκευή (Α΄ Χαιρετισμοί) (Βλ. Α΄ Κυριακή Νηστειών ΕΔΩ) τους Α-Ζ, τη δεύτερη (Β΄ Χαιρετισμοί)  τους Η-Μ, την τρίτη (Γ΄ Χαιρετισμοί) (Βλ. Γ΄ Κυριακή Νηστειών ΕΔΩ) τους Ν-Σ, την τέταρτη (Δ΄ Χαιρετισμοί) (Βλ. Δ΄ Κυριακή Νηστειών ΕΔΩ) τους Τ-Ω και την πέμπτη Παρασκευή (Ακάθιστος Ύμνος) όλους μαζί.

Στην Κωνσταντινούπολη
Στην Κωνσταντινούπολη, την γ΄ στάση των Χαιρετισμών, δηλαδή την γ΄ Παρασκευή των Νηστειών, συνηθίζεται να πηγαίνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης με τους πατριαρχικούς χορούς στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και να απαγγέλλει εκεί τους οίκους του Ακαθίστου. Η παράδοση αυτή θεωρείται απότιση τιμής στη μνήμη των γεγονότων του 626, δηλαδή της σωτηρίας της Πόλης με και της πρώτης ψαλμώδησης του Ύμνου. Ο ιστορικός αυτός συμβολισμός προσδίδει λαμπρότητα και συναισθηματική φόρτιση στην ακολουθία, την οποία παρακολουθούν κάθε χρόνο πολλοί χριστιανοί από όλα τα μέρη της Πόλης.

Εικόνες του Ακαθίστου
Κατά καιρούς έχουν αγιογραφηθεί διάφορες εικόνες με θέμα τον Ακάθιστο Ύμνο, στις οποίες παρουσιάζεται η Παναγία και γύρω της μικρές εικόνες που αναφέρονται σε κάθε οίκο του ύμνου. Υπάρχουν επίσης τοιχογραφίες με το θέμα αυτό σε διάφορους ναούς. Από τις φορητές εικόνες, οι πιο γνωστές σήμερα είναι οι παρακάτω:

Μονή Διονυσίου
Στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους φυλάσσεται η εικόνα της Παναγίας των Χαιρετισμών (ή Μυροβλήτισσας). Πρόκειται για μια μικρή και δυσδιάκριτη φορητή εικόνα, η οποία κατά την παράδοση είναι αυτή, μπροστά στην οποία εψάλλη για πρώτη φορά ο ύμνος από τον Πατριάρχη Σέργιο. Αυτό γράφει και αργυρή πλάκα στο πίσω μέρος της. Η παράδοση αναφέρει θαύματα που σχετίζονται με την εικόνα αυτή. Φυλάσσεται σε ομώνυμο παρεκκλήσιο και εκεί διαβάζονται οι Χαιρετισμοί επί καθημερινής βάσης.

Μονή Χιλανδαρίου
Στο Καθολικό της μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους φυλάσσεται η εικόνα της Θεοτόκου του Ακαθίστου Ύμνου. Κατά την παράδοση, το έτος 1837 ξέσπασε πυρκαγιά, κατά τη διάρκεια της οποίας οι μοναχοί έψαλλαν τον Ακάθιστο Ύμνο και η εικόνα παρέμεινε άθικτη. Το γεγονός αυτό εορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 12 Ιανουαρίου.

Μονή Ζωγράφου
Στην Μονή Ζωγράφου του Αγίου Όρους φυλάσσεται η Παναγία του Ακαθίστου ή Προαναγγελόμενη. Κατά την παράδοση, μπροστά της ένας γέροντας διάβαζε καθημερινά τον Ακάθιστο Ύμνο μέχρι που κάποια μέρα η εικόνα μίλησε και προανήγγειλε (εξού και Προαναγγελόμενη) ότι πλησιάζουν λατινόφρονες στο μοναστήρι.

Επιδράσεις στη λαϊκή γλώσσα
Ορισμένες εκφράσεις της ακολουθίας των Χαιρετισμών έχουν περάσει στη λαϊκή γλώσσα και χρησιμοποιούνται ως καθημερινές εκφράσεις. Οι πιο γνωστές είναι:
  • Απορώ και εξίσταμαι: λέγεται όταν κάποιος θέλει να εκφράσει ιδιαίτερη έκπληξη και απορία για κάτι.
  • Χαίρε βάθος αμέτρητο: λέγεται για κάτι το οποίο είναι παράλογο ή εξαιρετικά δύσκολο να εξηγηθεί.
ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: Προέλευση ονομασίας των 12 μηνών του χρόνου


Από που πήραν τα ονόματα τους οι 12 μήνες του χρόνου




ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ: Ο πρώτος μήνας του χρόνου πήρε το όνομά του από τον θεό των Ρωμαίων, τον Ιανό (Janus). Ο Ιανός ήταν θεός με δύο πρόσωπα, τα οποία κοίταζαν σε αντίθετες κατευθύνσεις, γι αυτό τον αποκαλούσαν και…Janus bifrons δηλαδή διπρόσωπο Ιανό. Τα δυο του πρόσωπα συμβόλιζαν την αρχή και το τέλος, τη νιότη και το γήρας, την είσοδο και την έξοδο. Γι αυτό και του αφιέρωσαν τον Ιανουάριο που σαν πρώτος μήνας του χρόνου, κοίταζε προς τον προηγούμενο χρόνο και προς τον επόμενο.

Φεβρουάριος
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ: Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό ρήμα februare που σημαίνει καθαρίζω, εξαγνίζω. Ήταν αφιερωμένος στο θεό του Άδη Φέβρουο και στους νεκρούς γι αυτό και στη διάρκεια του οι Ρωμαίοι διοργάνωναν τελετές καθαρμών και εξαγνισμών. Με το παλαιότερο ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο τελευταίος μήνας του χρόνου και οι άνθρωποι έπρεπε να μπουν στον καινούργιο χρόνο καθαροί και αμόλυντοι. Με την καθιέρωση του Ιουλιανού ημερολογίου το 46 π.Χ. περιορίστηκαν οι ημέρες του από 30 σε 29 και την εποχή του αυτοκράτορα Αύγουστου του αφαιρέθηκε άλλη μια μέρα η οποία προστέθηκε στον Αύγουστο και έτσι έχει 28 ημέρες, και 29 κάθε τέσσερα χρόνια, οπότε το έτος αντί 365 ημέρες έχει 366 και ονομάζεται δίσεκτο από το bis sextus (δις έκτη) δηλαδή δύο φορές η 24η του μήνα που ήταν η έκτη μέρα πριν από τις Καλένδες του Μαρτίου. Εμείς, τον λέμε Φλεβάρη επειδή τότε ανοίγουν οι φλέβες της γης, δηλαδή αναβρύουν πολλά νερά, τον λέμε και Κουτσοφλέβαρο, επειδή έχει λιγότερες μέρες.

Μάρτιος
ΜΑΡΤΙΟΣ: Κατά το αρχαίο ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου και ονομαζόταν Primus. Μετά το 46 π.Χ. ονομάστηκε Μάρτιος, έγινε ο τρίτος μήνας του χρόνου, αφιερωμένος στον θεό Μαρς που αρχικά ήταν ο θεός της γονιμότητας και των αγρών αλλά αργότερα ταυτίστηκε με τον Άρη θεό του πολέμου. Ήταν πατέρας του Ρέμου και του Ρωμύλου και γενάρχης των Ρωμαίων. Είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης και στις 21 Μαρτίου είναι η εαρινή ισημερία. Οι Έλληνες του έχουν δώσει πολλά ονόματα, όπως «ανοιξιάτης» επειδή φέρνει την άνοιξη, «γδάρτης», «παλουκοκαύτης» και «πεντάγνωμος» επειδή ο καιρός είναι άστατος, «βαγγελιώτης» από τη γιορτή του Ευαγγελισμού, «πενταγιόματο» (δηλ. πέντε γεύματα) στην ορεινή Πελοπόννησο. Την 1η του Μάρτη, τα παιδιά δένουν στο χέρι τους το «μάρτη» ή «μαρτιά» ένα κορδόνι από κόκκινη και άσπρη κλωστή, για να μη τα κάψει ο μαρτιάτικος ήλιος.

Απρίλιος
ΑΠΡΙΛΙΟΣ: Είναι ο τέταρτος μήνας του χρόνου. Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό ρήμα aperio που σημαίνει «ανοίγω» γιατί τότε ανοίγει ο καιρός και ανθίζουν τα λουλούδια. Ήταν αφιερωμένος στην θεά Αφροδίτη. Τον λέμε Ανοιξιάτη, Λαμπριάτη από τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα και Αϊγιωργίτη από την γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Την Πρωταπριλιά συνηθίζουμε να λέμε αθώα ψέματα και να κάνουμε ανώδυνες φάρσες, ένα έθιμο που μας έχει έρθει από τη δυτική Ευρώπη και που έγινε περισσότερο γνωστό περί το 1880 μέσω της «Εφημερίδας» του Κορομηλά.


Μάιος
ΜΑΪΟΣ: Ο πέμπτος μήνας του χρόνου πήρε το όνομά του από την ρωμαϊκή θεότητα Maja (Μάγια). Το όνομα Maja προήλθε από τη λέξη Μαία (τροφός) τη μητέρα του θεού Ερμή στον οποίο ήταν αφιερωμένος.Είναι ο μήνας των λουλουδιών και την 1η Μαΐου πλέκουμε στεφάνια με λουλούδια και τα κρεμάμε στις εξώπορτες μέχρι τις 24 Ιουνίου που τα καίμε στις φωτιές του Άι- Γιάννη. Η Πρωτομαγιά έχει χαρακτηριστεί ως παγκόσμια ημέρα αργίας και διεκδικήσεων των εργατών γι αυτό την ονομάζουμε και «Εργατική Πρωτομαγιά». Τη 2η Κυριακή του Μαΐου είναι η «Γιορτή της Μητέρας». Κατά το τριήμερο 21-23 γίνονται «Τα Αναστενάρια» προς τιμή των Αγίων Κωνασταντίνου και Ελένης. Στο τελετουργικό τους περιλαμβάνουν εκστατικούς χορούς, πομπικές περιφορές εικονισμάτων αλλά κυρίως πυροβασία δηλαδή περπάτημα πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Τον λένε και Κερασάρη γιατί τότε βγαίνουν τα κεράσια.


Ιούνιος
ΙΟΥΝΙΟΣ: Ο έκτος μήνας του έτους, ήταν αφιερωμένος από τους Ρωμαίους στη θεά Juno (Ήρα), σύζυγο του Jupiter (Δίας), προστάτιδα του οίκου και του γάμου. Κατά μία άλλη εκδοχή, πήρε το όνομά του από τον Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο. Αυτός ανέτρεψε τον βασιλιά Ταρκύνιο τον Υπερήφανο το 510 π.Χ., εγκαθίδρυσε τον θεσμό της Υπατείας, θεμελίωσε τη Δημοκρατία και έγινε ο πρώτος Ύπατος της Ρώμης. Στις 21 Ιουνίου είναι το θερινό ηλιοστάσιο, οπότε ξεκινά επίσημα το καλοκαίρι, ενώ έχουμε τη μεγαλύτερη σε διάρκεια ημέρα στο βόρειο ημισφαίριο και την μικρότερη στο νότιο. Λέγεται θεριστής γιατί κατά τη διάρκεια του γίνεται ο θερισμός του σταριού, ορνιαστής ή ρινιαστής γιατί γίνεται τεχνητή γονιμοποίηση των ήμερων συκιών με ορνιούς δηλαδή καρπούς άγριας συκιάς.

Ιούλιος
ΙΟΥΛΙΟΣ: Ο έβδομος μήνας του έτους έχει 31 ημέρες και είναι αφιερωμένος στον Ιούλιο Καίσαρα ο οποίος θεωρείται ένας από τους τρεις μεγάλους στρατηλάτες του αρχαίου κόσμου.Ήταν εξαιρετικά ευφυής πολιτικός, στρατιωτικός, νομοθέτης, ρήτορας, ιστορικός, ανέβηκε σε όλα τα αξιώματα και άφησε σημαντικό έργο. Τον Ιούλιο, οι Ρωμαίοι τον έλεγαν Quintilis επειδή κατά το ημερολόγιο του Νουμά Πομπιλίου ήταν ο πέμπτος μήνας του έτους με πρώτο το Μάρτιο. Το 153 π.Χ. ως πρώτη ημέρα του έτους ορίστηκε η 1η Ιανουαρίου. Το 46 π.Χ., ο Ιούλιος Καίσαρας ανέθεσε στον Σωσιγένη να αναμορφώσει το ρωμαϊκό ημερολόγιο το οποίο βασιζόταν στις φάσεις της σελήνης αλλά οι ατέλειες που είχε, είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μεγάλες αποκλίσεις στην εαρινή ισημερία. Στο νέο ημερολόγιο, που ονομάστηκε Ιουλιανό, προστέθηκαν 80 ημέρες που δεν είχαν καταμετρηθεί και το έτος 46 ονομάστηκε «έτος σύγχυσης» διότι είχε 445 ημέρες. Ο Ιούλιος είναι ένας μήνας με πολλές γιορτές και πανηγύρια, όπως της Αγίας Κυριακής στις 7, της Αγίας Μαρίνας στις 17 που είναι προστάτιδα των παιδιών, του Προφήτη Ηλία στις 20, της Αγίας Παρασκευής στις 26 που προστατεύει τα μάτια, του Αγίου Παντελεήμονα στις 27. Τον λέμε και Αλωνάρη επειδή κατά τη διάρκειά του γίνεται το αλώνισμα του σταριού.

Αύγουστος
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ: Ο Αύγουστος οφείλει το όνομά του στον αυτοκράτορα Οκταβιανό ο οποίος τιμήθηκε από την Σύγκλητο με το προσωνύμιο Αύγουστος που σημαίνει σεβαστός. Η ηγεμονία του ήταν η αφετηρία μιας σχετικά ειρηνικής περιόδου για την αυτοκρατορία που έγινε γνωστή ως Pax Romana. Δημιούργησε μεγάλο έργο, όπως κατασκευή οδικού δικτύου, μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, ώθηση στα γράμματα και τις τέχνες,συγκρότηση μόνιμου στρατού κ.λπ. Ο Οκταβιανός ήταν ανηψιός του Ιούλιου Καίσαρα και εξίσου σημαντική προσωπικότητα με εκείνον. Του αφιέρωσαν τον μήνα Sextilis (έκτος) των Ρωμαίων στον οποίο έδωσαν 31 ημέρες (γιατί θεωρούσαν ότι ήταν υποτιμητικό να έχει λιγότερες ημέρες από τον Ιούλιο), παίρνοντας μία ημέρα από τον Φεβρουάριο ο οποίος έτσι έμεινε με 28 ημέρες. Τον Αύγουστο γίνονταν παλαιότερα προγνώσεις του καιρού με τα «μερομήνια», δηλαδή το πρώτο δωδεκαήμερο του Αυγούστου χρησίμευε για να προβλέψουν τον καιρό όλης της χρονιάς. Έτσι τα καιρικά φαινόμενα της 1ης Αυγούστου θα ήταν ο καιρός που θα επικρατούσε το Σεπτέμβρη, της 2ης Αυγούστου του Οκτώβρη κ.λπ. Τον Αύγουστο τον λέμε και Συκολόγο γιατί τότε ωριμάζουν τα σύκα αλλά και Δριμάρη από τις δρίμες (ξωτικά) που τις 6 πρώτες μέρες του Αυγούστου επηρεάζουν τα νεράκαι τότε δεν πρέπει να κολυμπάς ή να πλένεις ρούχα. Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας με τη μεγάλη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου.

Σεπτέμβριος
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ: Ο Σεπτέμβριος κατείχε την έβδομη θέση στη σειρά των μηνών, όπως δείχνει και το όνομά του καθώς septem στα λατινικά σημαίνει επτά. Όταν όμως καθιερώθηκε το ιουλιανό ημερολόγιο με πρώτο μήνα του έτους τον Ιανουάριο ο Σεπτέμβριος έγινε ένατος. Η 1η του Σεπτέμβρη θεωρείται η αρχή του εκκλησιάστικού έτους, αποτελεί την Αρχή της Ινδίκτου, από την λατινική λέξη indictio (επιβολή φόρου), την οποία εισήγαγε ο Καίσαρας Αύγουστος όταν διέταξε να γίνει γενική απογραφή των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους και να εισπραχθούν φόροι την 1η του Σεπτέμβρη. Η Ινδικτιώνα είναι τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία την γέννηση του Χριστού ή από το 3 π.Χ. Η 23η του Σεπτέμβρη, γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, καθορίστηκε ως Πρωτοχρονιά και ως Αρχή της Ινδίκτου. Η Εκκλησία σ” αυτή την Πρωτοχρονιά τοποθέτησε τη γιορτή της σύλληψης του Προδρόμου, που αποτελεί το πρώτο γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας, ενώ το 462 μ.Χ. η εκκλησιαστική Πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1η Σεπτεμβρίου για πρακτικούς λόγους. Τον Σεπτέμβριο αρχίζει και το γεωργικό έτος καθώς τότε ξεκινούν όλες οι αγροτικές εργασίες. Λέγεται και Τρυγητής γιατί τότε γίνεται ο τρύγος των αμπελιών ενώ αρχίζει η σπορά και το όργωμα. Στις 2 του Σεπτέμβρη είναι η γιορτή του Αγίου Μάμα που θεωρείται προστάτης των βοσκών. Στις 14 του Σεπτέμβρη είναι η μεγάλη γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού. Στις 23 του μήνα είναι η φθινοπωρινή ισημερία και η νύχτα θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια από την ημέρα έως την εαρινή ισημερία.

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ: Από την λέξη octo που σημαίνει οκτώ πήρε ο Οκτώβριος το όνομά του μια και στο παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο όγδοος μήνας. Το 46 π.Χ. με την αλλαγή του ημερολογίου έγινε ο δέκατος μήνας αλλά κράτησε το όνομά του. Το Ιουλιανό ημερολόγιο είχε απόκλιση μίας ημέρας κάθε 128 χρόνια από το πραγματικό τροπικό έτος και έτσι το 1582 καταμετρήθηκαν 10 ημέρες απόκλισης, οπότε ο Πάπας Γρηγόριος ο 13ος θέσπισε το Γρηγοριανό ημερολόγιο τον Οκτώβριο του 1582 και την 4η Οκτωβρίου αυτού του έτους την διαδέχτηκε η 15η Οκτωβρίου αντί της 5ης για να αφαιρεθούν οι 10 ημέρες οι οποίες είχαν καταμετρηθεί χωρίς ωστόσο να έχουν διανυθεί και να επανέλθει η εαρινή ισημερία στην 21η Μαρτίου. Τον Οκτώβριο τον λέμε και Βροχάρη για τις ευεργετικές για τους γεωργούς βροχές του. Ακόμα τον ονομάζουμε Σποριά ή Σπαρτό γιατί αρχίζει η σπορά στους αγρούς, αλλά και Άι-Δημητριάτη για τη μεγάλη γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Ο Οκτώβριος είναι ο μήνας των χρυσανθέμων.

Νοέμβριος
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ: Είναι ο ενδέκατος μήνας του έτους σύμφωνα με το τωρινό ημερολόγιο, αλλά κατά το παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο ένατος μήνας γι αυτό και το όνομά του προέρχεται από τον αριθμό εννέα που στα λατινικά είναι novem. Είναι ο τελευταίος μήνας του φθινοπώρου και ο μήνας που αρχίζει η συγκομιδή της ελιάς ενώ τελειώνει η σπορά και τα κοπάδια κατεβαίνουν στα χειμαδιά τους να ξεχειμωνιάσουν. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοέμβρη βασιλεύει η Πούλια (πλειάδες) γεγονός που σηματοδοτεί τον ερχομό του χειμώνα. Τον λέμε Κρασομηνά γιατί ανοίγονται τα καινούργια κρασιά, Ανακατωμένο γιά τον άστατο καιρό του, Χαμένο γιατί είναι μεγάλες οι νύχτες του και οι μικρότερες στη διάρκεια του έτους οι μέρες του, αλλά και Αρχαγγελίτη από τη μεγάλη γιορτή των Αρχαγγέλων Γαβριήλ και Μιχαήλ στις 8 Νοεμβρίου. Έχει πάρα πολλές θρησκευτικές γιορτές όπως του Αγίου Μηνά, των Αγίων Αναργύρων, των Αγίων Ακινδύνων, του Αγίου Φιλίππου, του Αγίου Ανδρέα, τα Εισόδια της Θεοτόκου, της Αγίας Αικατερίνης κ.λπ.

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ: Ο τελευταίος μήνας του έτους, ο πρώτος του χειμώνα, ο δέκατος του παλιού ρωμαϊκού ημερολογίου από όπου πήρε και το όνομά του. Decem στα λατινικά είναι το δέκα. Είναι ένας μήνας γεμάτος από γιορτές, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σάββα, της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Σπυρίδωνα, του Αγίου Ελευθερίου και άλλες με μεγαλύτερη την γιορτή της γέννησης του Χριστού, τα Χριστούγεννα στις 25 του μήνα. Τον λένε και Χιονιά, Ασπρομηνά, Χριστουγεννιάτη, Χριστιανάρη, Δεκέμπρη, Άι-Νικολιάτη. Είναι ο μήνας με τις λιγότερες ώρες φωτός στο βόρειο ημισφαίριο και τις περισσότερες ώρες φωτός στο νότιο ημισφαίριο μια και ο ήλιος έχει τώρα τη μεγαλύτερη απόκλιση νότια του Ισημερινού. Στις 22 του μηνός είναι το χειμερινό ηλιοστάσιο οπότε η απόκλιση του ήλιου νότια του Ισημερινού αρχίζει να λιγοστεύει και έτσι αρχίζει να μεγαλώνει η ημέρα και να μικραίνει η νύχτα. Κατά την παράδοση στις 25 του μήνα ξεχύνονται οι καλλικάντζαροι στον επάνω κόσμο και παραμένουν μέχρι τα Φώτα οπότε εξαφανίζονται με τον αγιασμό των υδάτων. Είναι δαιμόνια τα οποία βγαίνουν από τη γη αυτό το δωδεκαήμερο που τα νερά είναι αβάπτιστα για να πειράξουν τους ανθρώπους. Φοβούνται τις φωτιές και τα κουδούνια, γι αυτό σε πολλές περιοχές της Ελλάδας ανάβουν φωτιές και τραγουδάνε χτυπώντας κουδούνια.

ΠΗΓΗ: http://ellinondiktyo.blogspot.gr/

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

ΒΥΖΑΝΤΙΟ (ΜΕΡΟΣ Α΄): Ονομασία, Γεωγραφικός χώρος, Εθνολογική σύνθεση

ΜΕΡΟΣ Α΄
Η υπερεθνική αυτή συνείδηση της αποστολής της αυτοκρατορίας και η καθαρά οικουμενική χριστιανική συνείδηση, δεν μπορούσαν να αποδυναμωθούν ή απορροφηθούν αζήμια για τις οικουμενικές προοπτικές, από την εθνική συνείδηση μιάς μόνον εθνότητας. Ο ρωμαίος ή ο βυζαντινός ήταν ο πολίτης της μόνης με την θέληση του Θεού νόμιμης αυτοκρατορίας στον κόσμο, η οποία, θεμελιωμένη στη βάση του ελληνικού έθνους και της χριστιανικής πίστης, αγωνιζόταν να πραγματοποιήσει το όραμα της συνένωσης ολόκληρης της οικουμένης στην ίδια αυτοκρατορία, όχι μόνο κάτω από τα σκήπτρα του ορισμένου από τον Θεό ως αυτοκράτορα ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου, αλλά και μέσα στην ίδια χριστιανική κοινότητα.
 

Βλ. Βυζάντιο ΜΕΡΟΣ Β΄ ΕΔΩ

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

α) ΟΝΟΜΑΣΙΑ
Η ονομασία της αυτοκρατορίας συνδέθηκε μεταγενέστερα μόνο με την πρωτεύουσά της, που είχε ιδρυθεί στον χώρο της μικρής πόλης «Βυζάντιο». Η αυτοκρατορία ονομαζόταν Ρωμαϊκή, οι πολίτες Ρωμαίοι και ο αυτοκράτορας ήταν imperator Romanorum. Η συνείδηση ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την αυτοκρατορική ιδέα, η οποία ταυτίστηκε στους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους με τη ρωμαϊκή ιδέα και τροφοδότησε το όραμα της οικουμενικότητας της χριστιανικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου. Η «θεοδώρητη» αυτοκρατορική εξουσία μεταφέρθηκε από την Πρεσβυτέρα στη Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη, ενώ η σύνδεση της ονομασίας «Βυζάντιο» με την αυτοκρατορία έγινε στους νεώτερους χρόνους, με την έκδοση από τον Ιερώνυμο Wolf έργων των βυζαντινών ιστορικών (Corpus Byzantinae Historiae, 1562) και καθιερώθηκε γενικά, αδιάφορα από τις μερικότερες κατά καιρούς επιλογές (Ελληνική αυτοκρατορία, Μεταγενέστερο ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος κ.λπ.). Αυτή η γενική αποδοχή του τίτλου δεν είναι άσχετη προς το γεγονός, ότι το σύμβολο της ανανεωμένης αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη, αποτελούσε μιά ανανεωμένη ανάπτυξη της πανίσχυρης και οχυρωμένης ρωμαϊκής πόλεως του Βυζαντίου.
 
Η επιλογή της ονομασίας αποτελούσε έμμεση αμφισβήτηση της συνέχειας της ρωμαϊκής ιδέας στη νέα αυτοκρατορία, αλλά η τελική καθιέρωσή της δεν ήταν πλέον δυνατό να τη διαχωρίσει από το συνεχώς διευρυνόμενο φαινόμενο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, χάρη στην πρόοδο της αντικειμενικής ιστορικής έρευνας.

Η ταύτιση, κατά τους μέσους χρόνους της ονομασίας «Ἕλλην» με την ειδωλολατρία, δεν ευνοούσε τη χρήση της, ενώ αντίθετα η ονομασία «Ἑλλάς» είχε συγκεκριμένη διοικητική αναφορά στην πολιτική γεωγραφία της αυτοκρατορίας (θέμα Ελλάδος). Μόλις από τον ΙΓ΄ αιώνα, η χρήση των δύο αυτών ονομασιών, με καθαρά εθνική σημασία που άρχισε τον ΙΑ΄ αιώνα, γίνεται ευρύτατη, οπότε αναπτύσσεται προοδευτικά και η εθνική συνείδηση του γένους, σε συνδυασμό με την συρρίκνωση των εδαφών της αυτοκρατορίας.

Επίσης, μερική ήταν η χρήση και της ονομασίας «Γραικοί», σε όλη τη διάρκεια της ζωής της αυτοκρατορίας, παρά το γεγονός ότι ήδη από τον Θ΄ αιών, στις λατινικές πηγές του Φραγκικού κυρίως κράτους γίνεται συστηματική χρήση της για ολόκληρη την αυτοκρατορία, με σκοπό την εξουδετέρωση της ονομασίας «Ρωμαίοι» και «Ρωμαϊκή αυτοκρατορία» για το Βυζάντιο και την αποκλειστική οικειοποίησή της για το Φραγκικό κράτος. Η συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η νομιμότητα της συνέχειας αυτής, συνδεόταν άρρηκτα με τις ονομασίες, οι οποίες θεμελίωναν την νόμιμη χρήση του τίτλου «αυτοκράτωρ Ρωμαίων» (imperator Romanorum) και εξασφάλιζαν την μοναδικότητα και την αποκλειστικότητα της νόμιμης αυτοκρατορίας στην οικουμένη, αφού, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, δεν ήταν δυνατή η νόμιμη και συγχρονική συνύπαρξη δύο αυτοκρατοριών[1].

β) ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Το εδαφικό κριτήριο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τις οικουμενικές προοπτικές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η επικράτεια της οποίας προσδιοριζόταν με την απολυτοποίηση της σημασίας της συνοριακής γραμμής, η οποία διαχώριζε το ρωμαϊκό κράτος από τον κόσμο των βαρβάρων και αυτή καθόριζε τη διάκριση των ρωμαίων πολιτών από τους μη ρωμαίους. Η ανανεωμένη, όμως, ταυτότητα της ρωμαϊκής ιδέας, καίτοι δεν εγκατέλειψε την αρχή της συνοριακής οριοθέτησης των εδαφών της αυτοκρατορίας, εν τούτοις απέφυγε τον πειρασμό μιάς στατικής ερμηνείας της έννοιας των συνόρων. Ο γεωγραφικός χώρος σχετικοποιήθηκε μέσα στα πλαίσια της ιστορικής σε τόπο και χρόνο ενσαρκώσεως της νέας ιδέας για την οικουμενικότητα της χριστιανικής αυτοκρατορίας. Η απόλυτη οικουμενική προοπτική της αυτοκρατορίας υποβάθμισε το κριτήριο της έκτασης των εδαφών της, γι’ αυτό και η έννοια των συνόρων έχασε τον προγενέστερο απόλυτο πολιτειολογικό χαρακτήρα για τον διαχωρισμό του γεωγραφικού χώρου σε επικράτεια ή μη, της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Τα σύνορα του Βυζαντίου δεν ήταν πλέον η συγκεκριμένη σταθερή οριογραμμή, όπως οριζόταν στους τελευταίους αιώνες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά το δυναμικό και πρόσκαιρο πολιτειολογικό περίγραμμα της προοδευτικής ενσωματώσεως όλων των λαών της οικουμένης στη χριστιανική πίστη και στη χριστιανική αυτοκρατορία. Με την προοπτική αυτή, τα σύνορα του Βυζαντίου ήταν αδιόρατα και οπωσδήποτε αξιολογούντο ως ένα σχετικό και μεταβλητό δείγμα της ιστορικής πορείας της οικουμενικής χριστιανικής αυτοκρατορίας.

 Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Η προτεραιότητα που δινόταν στην πολιτειολογική ιδέα έναντι του γεωγραφικού χώρου, δεν υποδηλώνει αναγκαία την κατανόησή της ως θεωρητικής υποδομής μιάς ασύνορης επεκτατικής πολιτικής, γιατί η ενσωμάτωση ενός λαού στην ιδέα της αυτοκρατορίας δεν σήμαινε και την πολιτική υποταγή ή τη γεωγραφική προσάρτησή του. Η πραγμάτωση της ιδέας της χριστιανικής οικουμενικής αυτοκρατορίας στηριζόταν στην προοδευτική ένταξη των λαών στη χριστιανική πίστη και στην αποδοχή της ιδέας της χριστιανικής αυτοκρατορίας, στην οποία εντασσόταν κάθε λαός οργανικά ως ανεξάρτητη πολιτική πραγμάτωση και δεν μπορούσε θεωρητικά να αμφισβητήσει την μοναδική και εξαιρετική θέση του βυζαντινού αυτοκράτορα στην ιεραρχία της οικογένειας των χριστιανών ηγεμόνων. Αυτό σημαίνει ότι η ιδέα της πολιτειολογικής πραγμάτωσης της ιδέας της οικουμενικής αυτοκρατορίας λειτουργούσε στη συνείδηση των βυζαντινών, ανεξάρτητα από τη σχέση της με τον γεωγραφικό χώρο, γι’ αυτό και η προσθήκη ή η απώλεια εδαφών δεν συνδεόταν με αντίστοιχη αλλοίωση της ιδέας της οικουμενικότητας της αυτοκρατορίας.

Βεβαίως, η εδαφική επέκταση της αυτοκρατορίας ερμηνευόταν ως πρόοδος στην πραγμάτωση του οικουμενικού οράματος της αυτοκρατορίας και ως εύνοια του Θεού προς τους αυτοκράτορες, οι οποίοι συνέδεαν με αυτή το όνομά τους, αλλά το εδαφικό κριτήριο δεν αποτελούσε θεωρητικά την καταστατική βάση για την οικουμενική προοπτική της αυτοκρατορίας. Η αύξηση ή η μείωση των εδαφών της αξιολογούντο πάντοτε ως περιστασιακά στοιχεία στη σταθερή ιστορική διαδικασία πραγμάτωσης της ενότητας της χριστιανικής οικουμένης, γι’ αυτό και οποιεσδήποτε εδαφικές μεταβολές δεν επηρέαζαν ανάλογα και τη συνείδηση των βυζαντινών για την αποστολή της αυτοκρατορίας στον κόσμο. Ωστόσο, ο συνεχής περιορισμός των εδαφών της αυτοκρατορίας κατά τους ύστερους χρόνους και η συνεχής επέκταση σε αυτά των αλλοθρήσκων εχθρών της, προκάλεσαν σύγχυση στη ρωμαϊκή συνείδηση των βυζαντινών, οι οποίοι ερμήνευσαν την ταπείνωση της αυτοκρατορίας ως «τιμωρία» του Θεού. Ειδικότερα, η υποταγή των χριστιανικών λαών της Ανατολής στους αλλοθρήσκους Άραβες και αργότερα στους Τούρκους, κλόνιζε την πίστη τους για την ιστορική πραγμάτωση του οικουμενικού οράματος, αφού και η παγίωση της κυριαρχίας των αλλοθρήσκων ερμηνευόταν επίσημα και ως συνέπεια των ανεξερεύνητων βουλών του Θεού. Έτσι λ.χ. ερμήνευσε τα γεγονότα ο επίτροπος του ανήλικου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄, πατριάρχης Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός στην επιστολή του προς τον Άραβα «ἀμηρᾶ» Κρήτης, για την οριοθέτηση της κυριαρχίας του κόσμου από τους βυζαντινούς και τους Άραβες.

Ο αυτοκράτορας ήταν σημαντικότερο από τον γεωγραφικό χώρο, καταστατικό στοιχείο της αυτοκρατορίας, γιατί σ’ αυτόν είχε παραχωρηθεί από το Θεό η πληρότητα της βασιλικής εξουσίας και η εντολή για την ενεργοποίησή της σ’ ολόκληρη την Οικουμένη. Οπωσδήποτε, όμως, δεν ήταν δυνατό να νοηθεί αυτοκράτορας χωρίς αυτοκρατορία, γι’ αυτό και ο συγκεκριμένος γεωγραφικός χώρος του Βυζαντίου ήταν σε κάθε εποχή η μόνη αυθεντική ιστορική πραγμάτωση της ιδέας της αυτοκρατορίας. Η ιδιότυπη και μοναδική στην ιστορία των πολιτικών ιδεών πολιτειολογική αυτή σύλληψη, που έγινε η βασική ιδεολογία του Βυζαντίου μέχρι την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως (1453), καθιστούσε σχετική όχι μόνο την έννοια των συνόρων της αυτοκρατορίας, αλλά και την πολιτική βάση της σχέσεως της αυτοκρατορίας με τους άλλους λαούς. Η είσοδος ενός λαού στον Χριστιανισμό σήμαινε την είσοδό του και στην πολιτική ιδεολογία της αυτοκρατορίας, ο δε ηγεμόνας του λαού αυτού, παρά το γεγονός ότι ενίσχυε την πολιτική του ανεξαρτησία με τη συμπαράσταση του Βυζαντίου, εντασσόταν στην οικογένεια των χριστιανών ηγεμόνων, οι οποίοι συμμετείχαν νόμιμα στην έχουσα θεία προέλευση βασιλική εξουσία του βυζαντινού αυτοκράτορα και συνδέονταν έμμεσα, ως ανεξάρτητα πολιτικά μεγέθη, με την ιστορική πραγμάτωση της ιδέας της οικουμενικής χριστιανικής αυτοκρατορίας.

Ο βυζαντινός αυτοκράτορας ήταν η κεφαλή του σώματος των χριστιανών ηγεμόνων και ο εγγυητής της νομιμότητάς τους, αφού αυτό μόνο διέθετε κατά θεία παραχώρηση την πληρότητα της βασιλικής εξουσίας σε ολόκληρη την Οικουμένη. Η πολιτική εφαρμογή της ιδέας αυτής, που αποτυπώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο και στη βυζαντινή ζωγραφική, εκφραζόταν όχι μόνο με την καθιερωμένη αποστολή των αυτοκρατορικών διασήμων στους νέους χριστιανούς ηγεμόνες ολόκληρης σχεδόν της Ευρώπης, αλλά και με την απόδοση σ’ αυτούς τιμητικών τίτλων της παλατιανής ιεραρχίας του Βυζαντίου. Οι πράξεις αυτές δεν ήταν μιά απλή έκφραση βυζαντινών τιμητικών φιλοφρονήσεων, αλλά εντάσσονταν οργανικά στο περιεχόμενο της αυτοκρατορικής ιδέας και αξιολογούνταν ως επίσημη αναγνώριση του βυζαντινού αυτοκράτορα για τη νομιμότητα της εξουσίας του νέου χριστιανού ηγεμόνα. Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής, ήταν ίσως αδιάφορη σε περίοδο δυνάμεως των ηγεμόνων αυτών, αλλά ήταν πολύ χρήσιμη σε περίοδο αδυναμίας τους.

Η ιδέα, λοιπόν, της αυτοκρατορίας, χωρίς να είναι πλήρως ανεξάρτητη από τον γεωγραφικό χώρο, δεν περιγράφηκε ποτέ μόνο με βάση το κριτήριο αυτό, παρά το γεγονός ότι το βασικό κύτταρό της συνδέθηκε με τις επαρχίες της Μ.Ασίας, του Πόντου, της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Χερσονήσου του Αίμου κ.ά. Ωστόσο, το εδαφικό κριτήριο δεν ήταν τελείως αδιάφορο για το όραμα της χριστιανικής οικουμένης, αφού ο βυζαντινός αυτοκράτορας ήταν εντεταλμένος από τον Θεό για την προστασία όλων των χριστιανικών λαών. Αυτό σημαίνει ότι είχε την αποστολή να προστατεύει τους λαούς αυτούς στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιφέρειά τους, αφού η διασφάλιση της ελευθερίας τους συνδεόταν άρρηκτα με την υπεράσπιση της γης τους. Υπό την έννοια αυτή, ο πυρήνας των εδαφών της αυτοκρατορίας, που κατοικείτο από χριστιανούς, αξιολογείτο ως οργανικό στοιχείο της ιδέας της αυτοκρατορίας και δεν επιτρεπόταν η εγκατάσταση μη χριστιανικών λαών στα εδάφη αυτά, όπως συνέβη λ.χ. με τα βαρβαρικά φύλα του Δ΄ αιώνα και του Ε΄ αιώνα. Η υπέρβαση των τυχόν ιστορικών απογοητεύσεων θεμελιωνόταν πάντοτε στην εσχατολογική οικουμενική προσδοκία, από την οποία δεν παρητούντο εύκολα οι βυζαντινοί. Άλλωστε, ο πυρήνας των παραδοσιακών χριστιανικών εδαφών αποτελούσε σε κρίσιμες περιόδους την ανεξάντλητη πηγή δυνάμεως και ελπίδας[2].

γ) ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κορμός της εθνολογικής σύνθεσης του Βυζαντίου ήταν ο ελληνο-ρωμαϊκός κόσμος, πάνω δε στον κορμό αυτό εγκεντριζόταν κατά περιόδους διάφορες και ποικιλώνυμες εθνότητες, που αποκτούσαν τα κοινά χαρακτηριστικά της χριστιανικής πίστης και προοδευτικά της ελληνικής γλώσσας. Είναι γεγονός ότι η εθνολογική σύνθεση του Βυζαντίου δεν ταυτίσθηκε ποτέ αποκλειστικά με ένα μόνο έθνος. Στα σύνορά του υπήρχαν ή προσαρτήθηκαν κατά καιρούς πολλές εθνότητες, ανάλογα με την ανάπτυξη ή συμπίεση των περιφερειακών συνόρων της αυτοκρατορίας. Αυτό, όμως, δεν αλλοίωσε τον βασικό και σταθερό ελληνικό πυρήνα του Βυζαντίου, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Μόνον έτσι μπορεί να κατανοηθεί ο προοδευτικός εξελληνισμός από τον Δ΄ ήδη αιώνα, όχι μόνο των δομών της αυτοκρατορίας, αλλά και των προσαρτημένων στα όριά της λαών. Η συντριπτική πλειονότητα των πληθυσμών των υπαρχιών της Ανατολής και του Ιλλυρικού ήταν Έλληνες και προσδιόρισαν από τον Δ΄ ήδη αιώνα την ιδιαίτερη εθνολογική σύνθεση του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Ωστόσο η στενή έννοια της εθνικής προελεύσεως δεν απέκτησε στο Βυζάντιο καθοριστική σπουδαιότητα, γιατί σκοπός της αυτοκρατορίας ήταν η συνένωση ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου κάτω από τα σκήπτρα του «ἐλέῳ Θεοῦ» βυζαντινού αυτοκράτορα.

Η υπερεθνική αυτή συνείδηση της αποστολής της αυτοκρατορίας και η καθαρά οικουμενική χριστιανική συνείδηση, δεν μπορούσαν να αποδυναμωθούν ή απορροφηθούν αζήμια για τις οικουμενικές προοπτικές, από την εθνική συνείδηση μιάς μόνον εθνότητας. Ο ρωμαίος ή ο βυζαντινός ήταν ο πολίτης της μόνης με την θέληση του Θεού νόμιμης αυτοκρατορίας στον κόσμο, η οποία, θεμελιωμένη στη βάση του ελληνικού έθνους και της χριστιανικής πίστης, αγωνιζόταν να πραγματοποιήσει το όραμα της συνένωσης ολόκληρης της οικουμένης στην ίδια αυτοκρατορία, όχι μόνο κάτω από τα σκήπτρα του ορισμένου από τον Θεό ως αυτοκράτορα ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου, αλλά και μέσα στην ίδια χριστιανική κοινότητα. Η συμβολή της Εκκλησίας στη συνειδητοποίηση από τον λαό της βαθύτερης σημασίας της πολιτικής αυτής θεωρίας, υπήρξε καθοριστική. Πράγματι, η Εκκλησία με τη μακραίωνη διαδικασία προσλήψεως και αφομοιώσεως της πνευματικής κληρονομιάς της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας στη δική της πνευματική παράδοση, συνέδεσε άρρηκτα την οικουμενική προοπτική της διδασκαλίας της με το ελληνικό πνεύμα, ενώ, παράλληλα, με την οικουμενική της συνείδηση προσδιόρισε την ποιμαντική σχέση της προς το έθνος, ως διαδικασία υπερβάσεως της εθνότητας στη νέα «ἐν Χριστῷ» πραγματικότητα του κόσμου, στην οποία «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος, οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ, πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3, 28).

Είναι οπωσδήποτε ευνόητο ότι, τόσο η ποιμαντική κατάφαση, όσο και η εσχατολογική υπέρβαση της εθνότητας επηρέασαν βαθύτατα και την οικουμενική πολιτική θεωρία της αυτοκρατορίας, στην εσχατολογική ολοκλήρωση της οποίας ατονεί τελικά η ιδέα της εθνότητας. Ωστόσο, κατά την ιστορική πορεία προς την ολοκλήρωση, η εθνότητα πραγματώνεται και ως εκκλησιαστικό σώμα, το οποίο οφείλει να ομοφρονεί προς όλα τα εκκλησιαστικά σώματα των άλλων εθνοτήτων και να συντονίζεται με αυτά μέσα στο όλο σχέδιο της θείας οικονομίας. Υπό το πνεύμα αυτό, η ενότητα του βαπτίσματος και της πίστεως ενεργοποιούσε και τη νέα δυναμική των διεθνών σχέσεων της αυτοκρατορίας προς τους άλλους χριστιανικούς λαούς, οι οποίοι βίωναν την ίδια πνευματική εμπειρία στο ιστορικό σώμα της Εκκλησίας. Η εκκλησιαστική αυτή υπέρβαση της εσωτερικής αυτοδυναμίας και αυτονομίας της εθνότητας, συγκεφαλαιωνόταν, πολιτικώς μεν στη σχέση των τοπικών χριστιανικών ηγεμόνων προς τον θεοπρόβλητο αυτοκράτορα, εκκλησιαστικώς δε στη σχέση των τοπικών εθνικών εκκλησιών προς τον θεσμό της Πενταρχίας των πατριαρχών[3].  

Ελένη Δραμπάλα

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


[1] Βλασίου Ιω. Φειδά, Βυζάντιο, Βίος, Θεσμοί, Κοινωνία, Εκκλησία, Παιδεία, Τέχνη, Δ΄ έκδ., Αθήναι 1997, σ.σ. 13-14.

[2] Βλ. ό.π., σ.σ. 14-17.
[3] Βλ. ό.π., σ.σ. 17-18.