Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Κλάματα για την Ευρωπαϊκή Ένωση ... πυκνώνουν οι φωνές και τα δάκρυα για το "ξεζούμισμα" των εργαζομένων

η ΕΕ, από γεννησιμιού της, ήταν και είναι μια αντιδραστική συμμαχία των αστικών τάξεων της καπιταλιστικής Ευρώπης, με στόχο το "ξεζούμισμα" των εργαζομένων και την καταλήστευση άλλων λαών, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Δεν ήταν, ούτε θα είναι αιώνια, όπως δεν ήταν αιώνιες άλλες αντίστοιχες συμμαχίες στο παρελθόν.

Κανέναν τους δεν πήρε ο πόνος για τα λαϊκά συμφέροντα, που τα τσακίζουν ανελέητα με τις πολιτικές τους και που εξάλλου στο πλαίσιο της ΕΕ είναι καταδικασμένα. Ο καημός τους είναι η επίδραση των τελευταίων εξελίξεων στα συμφέροντα του κεφαλαίου. Το άφθονο κλάμα εκφράζει το φόβο τους για τη συνοχή της ΕΕ αλλά και για τα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν με αφορμή τη Βρετανία, καθώς αποδεικνύεται ότι λυκοσυμμαχίες όπως η ΕΕ δεν αποτελούν ανεπίστρεπτη διαδικασία, όπως πάσχιζαν να πείσουν το λαό οι απολογητές τους όλα τα προηγούμενα χρόνια, ούτε εξανθρωπίζονται ούτε μεταλλάσσονται φιλολαϊκά.
Fine art by Man (barbed wire in sculptural form), Spider (for the gossamer beauty and antithesis of barbed wire in an eternal push pull of opposites), and Nature (for the gorgeous backdrop):
Η καταδίκη της ΕΕ είναι αποτελεσματική όταν συνδέεται με την πάλη για ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ 
για το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος

«Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος αναδεικνύει την αυξημένη δυσαρέσκεια εργατικών - λαϊκών δυνάμεων απέναντι στην ΕΕ και τις αντιλαϊκές πολιτικές της, η οποία όμως πρέπει να απεγκλωβιστεί από τις επιλογές τμημάτων και πολιτικών δυνάμεων της αστικής τάξης και να αποκτήσει ριζοσπαστικά - αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά. Το αποτέλεσμα καταγράφει τη διάψευση των προσδοκιών, που για χρόνια καλλιεργούσαν όλα τα αστικά κόμματα - και στην Ελλάδα - μαζί με τα ευρωενωσιακά επιτελεία ότι δήθεν θα μπορούσαν οι λαοί να ευημερήσουν στο πλαίσιο της ΕΕ.

Το γεγονός ότι τέθηκε τόσο έντονα το ζήτημα της αποχώρησης μιας χώρας από την ΕΕ - και μάλιστα του μεγέθους της Βρετανίας - οφείλεται αφενός στις εσωτερικές αντιθέσεις στην ΕΕ και την ανισομετρία των οικονομιών της και αφετέρου στη διαπάλη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, που οξύνθηκε σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης. Αυτοί οι παράγοντες ενισχύουν τον λεγόμενο "ευρωσκεπτικισμό", αποσχιστικές τάσεις, αλλά και τάσεις που επιδιώκουν αλλαγή της πολιτικής διαχείρισης της ΕΕ και της Ευρωζώνης.

Φορείς του αντιδραστικού "ευρωσκεπτικισμού" είναι εθνικιστικά, ρατσιστικά ή και φασιστικών αντιλήψεων κόμματα, όπως π.χ. το Κόμμα για την Ανεξαρτησία της Βρετανίας (UKIP) του Φάρατζ, το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν στη Γαλλία, η "Εναλλακτική για τη Γερμανία" και παρόμοια σχήματα στην Αυστρία, στην Ουγγαρία και στην Ελλάδα, π.χ. η φασιστική Χρυσή Αυγή, η Εθνική Ενότητα του Καρατζαφέρη και άλλα. Η τάση του "ευρωσκεπτικισμού" εκφράζεται και από κόμματα, που χρησιμοποιούν αριστερή ταμπέλα, ασκούν κριτική ή απορρίπτουν την ΕΕ και το ευρώ, υποστηρίζουν το εθνικό νόμισμα, αναζητούν άλλες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και σε κάθε περίπτωση κινούνται εντός των καπιταλιστικών τειχών.

Αυτές οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί διαπερνούν και την αστική τάξη κάθε χώρας - μέλους της ΕΕ. Οι οικονομικές και πολιτικές διεργασίες που δρομολογούνται, τόσο στο επίπεδο της Μ. Βρετανίας, όσο και της ΕΕ, τα παζάρια που θα ακολουθήσουν για τη θέση της βρετανικής αστικής τάξης την επόμενη μέρα, μπορεί να καταλήξουν σε νέες προσωρινές συμφωνίες της ΕΕ με τη Βρετανία. Το σίγουρο είναι πως, σε κάθε περίπτωση, όσο παραμένει η καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η αστική εξουσία, η όποια εξέλιξη θα συνοδευτεί με νέες βαριές θυσίες για τις εργατικές - λαϊκές δυνάμεις.

Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος εκθέτει τις άλλες πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, που όλα τα προηγούμενα χρόνια εκθείαζαν τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ, παρουσιάζοντάς την ως μια ανεπίστρεπτη διαδικασία ή έσπερναν αυταπάτες περί ανάγκης για "περισσότερη Ευρώπη της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης". Εκθέτει κι εκείνες τις δυνάμεις που θεωρούν το εθνικό νόμισμα πανάκεια για τη λαϊκή ευημερία. Η Βρετανία της στερλίνας έπαιρνε τα ίδια αντεργατικά - αντιλαϊκά μέτρα, όπως οι υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Τα ίδια μέτρα θα συνεχίσει να παίρνει και εκτός ΕΕ, αφού αυτά τα επιβάλλει η ανάγκη της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των δικών της μονοπωλίων.

Είναι σίγουρο ότι τις επόμενες μέρες θα πυκνώσουν οι φωνές και τα "δάκρυα", τόσο από τη μεριά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, όσο και απ' τη μεριά των άλλων αστικών κομμάτων, για την "ανάγκη επαναθεμελίωσης της ΕΕ", για την "ΕΕ που έχασε το δρόμο της και πρέπει να επιστρέψει στις ρίζες της" κ.λπ. Ομως, η ΕΕ, από γεννησιμιού της, ήταν και είναι μια αντιδραστική συμμαχία των αστικών τάξεων της καπιταλιστικής Ευρώπης, με στόχο το "ξεζούμισμα" των εργαζομένων και την καταλήστευση άλλων λαών, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Δεν ήταν, ούτε θα είναι αιώνια, όπως δεν ήταν αιώνιες άλλες αντίστοιχες συμμαχίες στο παρελθόν. Η καπιταλιστική ανισομετρία και ο ανταγωνισμός, η αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων αργά ή γρήγορα φέρνουν στην επιφάνεια αντιθέσεις, που δεν είναι πλέον εφικτό να γεφυρωθούν με προσωρινούς και εύθραυστους συμβιβασμούς. Ταυτόχρονα, στο καπιταλιστικό έδαφος γεννιούνται νέα φαινόμενα, διεργασίες για νέες αντιδραστικές συμμαχίες.

Το συμφέρον του ελληνικού, του βρετανικού λαού, όλων των λαών της Ευρώπης, δεν πρέπει να μπαίνει "κάτω από ξένη σημαία". Δεν πρέπει να μπαίνει κάτω από τη σημαία της αστικής τάξης και των διαφόρων τμημάτων της, που καθορίζουν τις επιλογές και τις διεθνείς τους συμμαχίες, με κριτήριο τα συμφέροντά τους και τη μεγαλύτερη δυνατή εκμετάλλευση των εργαζομένων. Η αναγκαία καταδίκη της λυκοσυμμαχίας του κεφαλαίου, της ΕΕ, η πάλη για την αποδέσμευση κάθε χώρας από αυτήν, για να είναι αποτελεσματικές πρέπει να συνδεθούν με την ανάγκη ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου, με την εργατική - λαϊκή εξουσία. Η κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, η ανασύνταξη και ισχυροποίηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος είναι όρος για να ανοίξει αυτός ο ελπιδοφόρος δρόμος».





Κλάματα για την ΕΕ

«Αρνητική εξέλιξη» χαρακτήρισαν με μια φωνή η κυβέρνηση και τα άλλα κόμματα της αστικής διαχείρισης το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος. Αναμενόμενη η στεναχώρια τους, καθώς από θέση εκπροσώπησης των συμφερόντων της ντόπιας αστικής τάξης υπερασπίζονται τις στρατηγικές της επιλογές και τέτοια παραμένει η συμμετοχή στην ΕΕ. Εκδηλος ο προβληματισμός και η αγωνία τους, αφού το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη Βρετανία αναδεικνύει την αυξημένη δυσαρέσκεια εργατικών - λαϊκών δυνάμεων απέναντι στην ΕΕ και τις αντιλαϊκές πολιτικές της, που βεβαίως παραμένει εγκλωβισμένη στο πλαίσιο του συστήματος. Αλλά αναδεικνύει ακόμα και τις εσωτερικές αντιθέσεις στην ΕΕ, την ανισομετρία των οικονομιών της, τη διαπάλη ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικά κέντρα που οξύνθηκε σε περίοδο καπιταλιστικής κρίσης.

Πρόκειται για στοιχεία που δεν αφορούν μόνο στη Βρετανία αλλά εκδηλώνονται στον έναν ή τον άλλο βαθμό σε όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ, ενισχύοντας το ρεύμα του λεγόμενου «ευρωσκεπτικισμού», αποσχιστικές τάσεις, αλλά και τάσεις που επιδιώκουν αλλαγή της πολιτικής διαχείρισης της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Τμήματα των αστικών τάξεων κρατών - μελών της ΕΕ, που τα συμφέροντά τους δεν εξυπηρετούνται πλέον με την παραμονή στην ΕΕ, προσπαθούν να αξιοποιήσουν τη δικαιολογημένη λαϊκή δυσαρέσκεια, θέτοντάς την υπό τη σημαία των επιλογών τους, σε κάθε περίπτωση εχθρικών προς τα λαϊκά συμφέροντα.

Οι αντιδράσεις των αστικών πολιτικών δυνάμεων πρέπει να ιδωθούν απ' τα λαϊκά στρώματα μέσα απ' αυτό το πρίσμα. Αν η παραμονή στην ΕΕ είναι δεδομένο ότι κλιμακώνει την αντιλαϊκή επίθεση, η αποχώρηση απ' αυτή δεν σηματοδοτεί τερματισμό της, στο βαθμό που οι λαοί, εν προκειμένω ο βρετανικός, δεν τη συνδέσουν με την πάλη τους για ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Με όποια συμμαχία κι αν συνδέσει ή απ' όποια κι αν αποσυνδέσει τα συμφέροντά του το κεφάλαιο κάθε κράτους, η εξουσία του είναι από χέρι αντιλαϊκή.

Κανέναν τους δεν πήρε ο πόνος για τα λαϊκά συμφέροντα, που τα τσακίζουν ανελέητα με τις πολιτικές τους και που εξάλλου στο πλαίσιο της ΕΕ είναι καταδικασμένα. Ο καημός τους είναι η επίδραση των τελευταίων εξελίξεων στα συμφέροντα του κεφαλαίου. Το άφθονο κλάμα εκφράζει το φόβο τους για τη συνοχή της ΕΕ αλλά και για τα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν με αφορμή τη Βρετανία, καθώς αποδεικνύεται ότι λυκοσυμμαχίες όπως η ΕΕ δεν αποτελούν ανεπίστρεπτη διαδικασία, όπως πάσχιζαν να πείσουν το λαό οι απολογητές τους όλα τα προηγούμενα χρόνια, ούτε εξανθρωπίζονται ούτε μεταλλάσσονται φιλολαϊκά. Ταυτόχρονα, η περίπτωση της Βρετανίας εκθέτει και όσες δυνάμεις κοροϊδεύουν το λαό ότι η αλλαγή νομίσματος είναι ικανή προϋπόθεση να τερματιστούν τα βάσανά τους. Η Βρετανία της στερλίνας έπαιρνε τα ίδια αντεργατικά - αντιλαϊκά μέτρα, όπως οι υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης και θα συνεχίσει, μέσα ή έξω απ' την ΕΕ, αφού αυτό επιτάσσουν τα συμφέροντα των μονοπωλίων της.

Ο λαός οφείλει να βγάλει συμπεράσματα και, κυρίως, οφείλει να κλείσει τα αυτιά στην προπαγάνδα που θα ενταθεί τις επόμενες μέρες περί επαναθεμελίωσης της ΕΕ, περισσότερης κοινωνικής ΕΕ, επιστροφής της ΕΕ στις ιδρυτικές της αρχές και αξίες. Τη μόνη αξία που είχε, έχει και θα έχει η ΕΕ είναι αυτή των κερδών των μονοπωλίων της. Οι αυταπάτες που με ιδιαίτερο ζήλο καλλιεργούν στο λαό η κυβέρνηση και τα άλλα κόμματα της διαχείρισης, είναι για να μην «καρπίσει» στη συνείδησή του ο «σπόρος» της ανάγκης όχι απλά καταδίκης των λυκοσυμμαχιών του κεφαλαίου, αλλά του ίδιου και της εξουσίας του. Της ανάγκης να οργανώσει την πάλη του για την ανατροπή της και για την οικοδόμηση της δικής του, εργατικής - λαϊκής εξουσίας. Πάλη που θα δώσει με τις σημαίες των δικών του συμφερόντων και όχι τις σημαίες των συμφερόντων των καπιταλιστών.
perfect.:

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Κυριακή της Πεντηκοστής, η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας

Ἡ κάθοδος τοῦ Πνεύματος τὴν Πεντηκοστὴ ἀντιστρέφει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ ...
Ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὸ τέλος καὶ τὸ ἐπιστέγασμα ὅλου του ἔργου τῆς σωτηρίας. Ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ στὴ νέα δημιουργία. Ἡ Ἐκκλησία γιορτάζει κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ τὴ γέννησή της ἐν τῷ κόσμῳ. Τιμᾶ τὴν γενέθλιο ἡμέρα της γιὰ τὸν κόσμο ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ μυστήριο τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς της, ἀπ’ τὸ ὁποῖο πηγάζουν οἱ ὑπερφυσικὲς ἐνέργειες ὅλων τῶν μυστηρίων στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποὺ ζωογονοῦν, τροφοδοτοῦν καὶ ἁγιάζουν τὸ σῶμα της.

Πνοῇ βιαίᾳ γλωσσοπυρσεύτως νέμει,
Χριστὸς τὸ θεῖον Πνεῦμα τοῖς Ἀποστόλοις.
Ἐκκέχυται μεγάλω ἑνὶ ἤματι Πνεῦμ' ἁλιεῦσι.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 


«Τη αυτή ημέρα, Κυριακή ογδόη από του Πάσχα, την αγίαν Πεντηκοστήν εορτάζομεν. Πνοή βιαία γλωσσοπυρσεύτως νέμει, Χριστός το θείον Πνεύμα τοις Αποστόλοις. Εκκέχυται μεγάλω ενί ήματι Πνεύμ' αλιεύσι. Ταις των αγίων Αποστόλων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν»

Μετά την Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς, οι Απόστολοι και οι υπόλοιποι μαθητές του, καθώς και οι γυναίκες που από την αρχή τον είχαν ακολουθήσει, η Παναγία Παρθένος Μαρία η Μητέρα του, περίπου 120 άτομα, γύρισαν στο όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ και, μπαίνοντας στο υπερώο, δηλαδή στον πάνω όροφο του σπιτιού εκεί, περίμεναν με προσευχή την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με την υπόσχεση του Σωτήρα Χριστού. Στο μεταξύ εκεί, εξέλεξαν και τον Ματθία και τον συναρίθμησαν με τους ένδεκα Αποστόλους.

Τότε αυτοί πληρωθέντες από το Πνεύμα το Άγιο, άρχισαν να κηρύττουν και να καλούν τους ανθρώπους να βαπτισθούν και να λάβουν κι αυτοί την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ό,τι είχαν ακούσει και ζήσει κοντά στο Χριστό και δεν το είχαν τότε κατανοήσει, τώρα εν Αγίω Πνεύματι το γνώρισαν και το επαγγέλλονται στο λαό.

Τώρα γνωρίζουν ποια είναι η προοπτική της καινής ζωής και που πρέπει να οδηγήσουν το λαό, γι’ αυτό και τους πρώτους τρεις χιλιάδες που βαπτίστηκαν, τους οδηγούν στο Δείπνο της Ζωής, την Τράπεζα της Θείας Ευχαριστίας, όπου στο εξής θα βρίσκεται συναγμένη η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, θα τρέφεται με το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου και θα συμμετέχει έτσι στην αιώνια ζωή της Βασιλείας του Θεού.

Με την Πεντηκοστή δεν γεννήθηκε η Εκκλησία ως απλός θεσμός, αλλά ως συνεχής παρουσία της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και γι’ αυτό η Πεντηκοστή δεν είναι ένα γεγονός που συνέβη μια φορά κάποτε, αλλά είναι η ζωή της Εκκλησίας, ως αδιάκοπη κοινωνία του Αγίου Πνεύματος.

Η Πεντηκοστή, αποτελεί τη γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας.


Ἀπολυτίκιον 
Εὐλογητὸς εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους, τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν, τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας· φιλάνθρωπε, δόξα σοι.

Κοντάκιον
Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε· καὶ συμφώνως δοξάζομεν, τὸ πανάγιον Πνεῦμα.

ΠΗΓΗ: http://www.saint.gr/

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Μιχάλης Γενίτσαρης "ο τελευταίος ρεμπέτης" (VIDEO)

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1917 στην Aγία Σοφία του Πειραιά. Ανήκει στην κατηγορία των συνθετών που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην διαμόρφωση του ρεμπέτικου. Ήταν γνωστός ως ο "τελευταίος ρεμπέτης".

Την περίοδο της Κατοχής γράφει τραγούδια που στηλιτεύουν τους μαυραγορίτες, ενώ, παράλληλα, υμνεί τους τολμηρούς σαλταδόρους. Δικό του τραγούδι ο περίφημος «Σαλταδόρος». Tο 1952, όμως, σταματά να εμφανίζεται, καθώς ήταν δυσαρεστημένος από τα μαγαζιά και αρχίζει να δίνει τραγούδια σε λαϊκούς τραγουδιστές. Mεταξύ αυτών και οι Στέλιος Kαζαντζίδης, Γρηγόρης Mπιθικώτσης, Πάνος Γαβαλάς, Kαίτη Γκρέυ, Στελλάκης και Bαγγέλης Περπινιάδης, Στράτος Διονυσίου κ.ά. Στο πάλκο θα επιστρέψει αρκετά χρόνια αργότερα, το 1971.









Το τραγούδι γράφτηκε για τον Στέλιο Καρδάρα. Ήταν ένας απ' τους ηρωικότερους σαμποτέρ της Εθνικής Αντίστασης κατά των Γερμανών. Ανατίναζε αυτοκίνητα, αποθήκες, σαλταδόρος με καρδιά, άρπαζε τρόφιμα και άλλα αγαθά από τους Γερμανούς και τα μοίραζε στο φτωχό κοσμάκη που πέθαινε της πείνας. Η φήμη του σαν Αγωνιστή μεγάλη, Θεός της φτωχολογιάς. Οι Γερμανοί τον καταζητούσανε με λύσσα αλλά που να πιαστεί το παλικάρι. Ότι δεν κατάφεραν οι φασίστες το κατόρθωσαν « έλληνες» χαφιέδες ,οι γνωστοί ταγματασφαλίτες.

Ήταν καλοκαίρι και πήγε να πιει νερό και να πλυθεί σε μια στέρνα στα περβόλια στον Άγιο Γιάννη Ρέντη. Εκεί του την είχανε στημένη, τον πιάσανε τον πήγανε στον Άγιο Διονύση στη Δραπετσώνα κοντά και τον εκτελέσανε. Τέτοιο μίσος του είχανε που του έκοψαν και τα γεννητικά όργανα. Τον άδικο χαμό του 18χρονου λεβέντη θρήνησε όλος ο Πειραιάς, μαζί και ο Μ. Γ. που έκανε το θρήνο του τραγούδι. Να πως περιγράφει την απήχηση που είχε το τραγούδι στον σκλαβωμένο Έλληνα. «Μόλις έβαλα μουσική και το 'παιξα λίγες φορές, το μάθανε παντού. Το μάθανε όλοι οι σαμποτέρ, οι αγωνιστές, οι αντάρτες, όλοι. Το μάθανε και ήρθανε και με πήρανε ΕΑΜίτες και αντάρτες, και με πήγανε στην πλατεία στην Κοκκινιά. Πέντε χιλιάδες κόσμος και παραπάνω μαζεύτηκε. Με βάλανε και το 'παιξα και το τραγούδησα. Πριν αρχίσω, κρατήσαμε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του ήρωα. Όταν το τραγουδούσα όλος ο κόσμος έκλαιγε».

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Ερνέστο τσε Γκεβάρα

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1928 στο Ροσάριο Αργεντινής, ο μεγαλύτερος επαναστάτης όλων των εποχών. Γυιός της Σέλια ντε λα Σέρνα και του Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς, το μεγαλύτερο από τα συνολικά πέντε παιδιά της οικογένειας. 


Σύμφωνα με το πιστοποιητικό γέννησής του, γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928. Κατά τον βιογράφο του, Τζον Λι Άντερσον, η πραγματική ημερομηνία γέννησής του τοποθετείται νωρίτερα, στις 14 Μαΐου του ίδιου έτους. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρία μίας αστρολόγου, στην οποία φέρεται να εξομολογήθηκε η μητέρα του πως ήταν ήδη τριών μηνών έγκυος όταν παντρεύτηκε τον Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς.

Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρία μίας αστρολόγου, στην οποία φέρεται να εξομολογήθηκε η μητέρα του πως ήταν ήδη τριών μηνών έγκυος όταν παντρεύτηκε τον Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς.
Η οικογένειά του ήταν μία από τις οικογένειες της αργεντινής ολιγαρχίας, με ισπανικές και ιρλανδικές καταβολές. Παρ' όλα αυτά, οι γονείς του νεαρού Ερνέστο δεν απέφευγαν καθόλου την επαφή με ανθρώπους χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Πολλά μέλη της ολιγαρχίας θεωρούσαν προκλητικό αυτόν τον τρόπο ζωής επειδή το ζεύγος Γκεβάρα έδειχνε φανερά ότι σεβόταν και δεχόταν προοδευτικές ιδέες.

O πατέρας του χαρακτηρίζεται ως τυχοδιώκτης, που εγκατέλειψε τις αρχικές του σπουδές στην αρχιτεκτονική, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί στον επιχειρηματικό χώρο, ενώ η μητέρα του υπήρξε ένθερμη καθολική, που όμως αργότερα μεταστράφηκε στον φιλελευθερισμό της αριστεράς.
Ο Ερνέστο ήταν μόλις δύο ετών όταν διαπιστώθηκε ότι πάσχει από άσθμα. Η ασθένεια αυτή τον συνόδεψε όλη του τη ζωή και συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του. Αντί να προφυλάσσεται, προσπαθούσε να σκληραγωγηθεί μέσω του αθλητισμού. Σε ηλικία εννέα ετών παρουσίασε βαριά επιπλοκή στο άσθμα που τον ταλαιπωρούσε και διαπιστώθηκε «σπαστικός βήχας». Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του, δεν φοίτησε κανονικά στο σχολείο. Αρχικά, έμαθε να γράφει και να διαβάζει από την μητέρα του, ενώ αργότερα φοίτησε στο δημόσιο σχολείο, ολοκληρώνοντας κανονικά μόνο τη δεύτερη και τρίτη τάξη, παρακολουθώντας τα μαθήματα των υπόλοιπων τάξεων όταν του επέτρεπε η υγεία του και μελετώντας κυρίως στο σπίτι.
Στην παιδική του παρέα υπήρχαν παιδιά από διάφορα κοινωνικά στρώματα της περιοχής. Ήδη τότε φανερώθηκε το χάρισμα και η κοινωνικότητα του Γκεβάρα, χαρίσματα τα οποία καλλιεργούσαν συνεχώς οι γονείς του. Ήταν πλέον καθημερινό το φαινόμενο να μπαινοβγαίνουν τα παιδιά της γειτονιάς και της περιοχής συνεχώς στο σπίτι των γονέων του. O Γκεβάρα ήταν παράλληλα σοβαρό και εσωστρεφές αγόρι, το οποίο από νωρίς άρχισε να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία.
Κατά την περίοδο της εφηβείας του, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίηση και ειδικότερα για το έργο του Πάμπλο Νερούδα, ενώ συγχρόνως έγραφε και ο ίδιος ποιήματα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα εκτείνονταν από αρχαία ελληνική φιλοσοφία (Πολιτεία του Πλάτωνα, Αριστοτέλη) και ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Σαίξπηρ, Γκαίτε) μέχρι κλασικά έργα του Τζακ Λόντον ή του Ιουλίου Βερν και πραγματείες του Σίγκμουντ Φρόυντ και του Μπέρτραντ Ράσελ. Σύμφωνα με τον πατέρα του, «όταν έγινε δώδεκα χρονών κατείχε μία παιδεία που αναλογούσε σε έναν νέο δεκαοκτώ ετών, ενώ η βιβλιοθήκη του ήταν γεμάτη από κάθε είδους βιβλία περιπέτειας και ταξιδιωτικά μυθιστορήματα». Σε μεγαλύτερη ηλικία, ανέπτυξε επίσης ενδιαφέρον για τη φωτογραφία.
To 1942 εγγράφηκε στο δημόσιο λύκειο Ντεάν Φούνες της Κόρδοβα. Οι σχολικοί του βαθμοί υπήρξαν πολύ καλοί στη λογοτεχνία, την ιστορία και τη φιλοσοφία, αλλά και πολύ κακοί στην αγγλική γλώσσα, τα μαθηματικά και τη φυσική ιστορία. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να συντάσσει ένα είδοςφιλοσοφικού λεξικού, καταγράφοντας τα αναγνώσματά του ή κρατώντας σημειώσεις σχετικά με αυτά. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο λύκειο, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανικής. Γράφτηκε στη Σχολή Εφαρμοσμένης Μηχανικής του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και για ένα διάστημα εργάστηκε στην κατασκευή δημοσίων έργων, κυρίως σε μικρές πόλεις.
Η ασθένεια της γιαγιάς του, Άνας, η οποία είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και κατόπιν ημιπληγία, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την εργασία του προκειμένου να την φροντίσει κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Τόσο η δική της κατάσταση, που οδήγησε στο θάνατό της, όσο και η προσωπική του εμπειρία με το άσθμα τον επηρέασαν βαθιά, και πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του να ασχοληθεί τελικά με την ιατρική.
Το 1948 γράφτηκε στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1953, χωρίς όμως να ακολουθήσει την κλινική πρακτική που απαιτούταν προκειμένου να είναι σε θέση να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, στα τέλη του 1950, εξασφάλισε άδεια ώστε να εργαστεί ως νοσοκόμος σε εμπορικά πλοία του αργεντινού στόλου. Τους επόμενους μήνες πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στη νότια και κεντρική Αμερική, στη διάρκεια των οποίων έζησε από κοντά τις κοινωνικές συνθήκες στις λατινοαμερικανικές χώρες. Επηρεασμένος από τις εμπειρίες αυτές, άρχισε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τα πολιτικά ζητήματα και τον μαρξισμό.
Μετά την αποφοίτησή του από την ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στη Γουατεμάλα, με ενδιάμεσους σταθμούς τη Βολιβία, το Περού, τον Παναμά, την Κόστα Ρίκα, τη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ. Εκεί γνώρισε την Περουβιανή οικονομολόγο Ίλδα Γκαδέα, η οποία εργαζόταν στην κρατική υπηρεσία του Ινστιτούτου Προώθησης της Παραγωγής. Η Γκαδέα ήταν εξόριστη εξαιτίας της συμμετοχής της στη Λαϊκή Επαναστατική Αμερικανική Συμμαχία (American Popular Revolutionary Alliance, APRA) του Περού, και διέθετε γνωριμίες με πολιτικά πρόσωπα. Με τη βοήθειά της, ο Γκεβάρα ήρθε σε επαφή με ένα ευρύ κύκλο εξόριστων και αριστερών διανοουμένων. Κατά το δεύτερο μήνα της παραμονής του στη χώρα, και ενώ η πολιτική της κατάσταση εντεινόταν λόγω των μεταρρυθμίσεων του φιλελεύθερου λαϊκού καθεστώτος του προέδρου Χακόμπο Άλμπενς (Jacobo Albenz Guzmán), ο Γκεβάρα πραγματοποίησε τις πρώτες του επαφές με πολιτικούς της κυβέρνησης. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1954 ανέφερε σε επιστολή του προς τη θεία του πως είχε λάβει οριστικά θέση υπέρ της κυβέρνησης της Γουατεμάλας, επιλέγοντας το κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα (Partido Guatemalteco de Trabajo) και σχετιζόμενος με άλλους αριστερούς διανοούμενους. Στα τέλη του ίδιου μήνα, κατέγραψε επίσης την πολύ κακή οικονομική του κατάσταση.
Για ένα σύντομο διάστημα, ο Γκεβάρα εγκατέλειψε τη Γουατεμάλα και μετέβη στο Ελ Σαλβαδόρ, προκειμένου να ανανεώσει τη βίζα παραμονής του. Λίγο μετά την επιστροφή του, επιχειρήθηκε από τη CIA ένοπλη δράση, με επικεφαλής το συνταγματάρχη Κάρλος Καστίγιο Άρμας, για την ανατροπή της κυβέρνησης του Άρμπενς και με αφορμή την άφιξη ενός πλοίου με όπλα από την Τσεχοσλοβακία. Ο Γκεβάρα συμμετείχε στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας που αντιστάθηκε, αλλά παρά τη διάθεσή του να αγωνιστεί στο μέτωπο, κατετάγη τελικά ως γιατρός. Στις 27 Ιουνίου, ο Άρμπενς ανακοίνωσε την παραίτησή του και αναζήτησε άσυλο στη μεξικανική πρεσβεία. Ο Γκεβάρα, επίσης καταζητούμενος του νέου καθεστώτος, αναζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής κατόπιν προτροπής του φίλου του, Σάντσες Τοράνσο. Οι πολιτικές εξελίξεις στη Γουατεμάλα σημάδεψαν βαθιά τον Γκεβάρα και η εμπειρία που αποκόμισε στη χώρα χαρακτηρίζεται ως σημείο πολιτικής καμπής για τον ίδιο.
Επανάσταση στην Κούβα
Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1954, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στο Μεξικό, που αποτελούσε κοινό προορισμό εξόριστων Λατινοαμερικανών, από χώρες όπως το Πουέρτο Ρίκο, το Περού, η Βενεζουέλα, η Γουατεμάλα και η Κούβα. Στην πόλη του Μεξικού, συνάντησε τον Κουβανό εξόριστο Νίκο Λόπες, γνώριμό του από την περίοδο της παραμονής του στη Γουατεμάλα, ενώ επανασυνδέθηκε και με την Ίλδα Γκαδέα. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, εργάστηκε ως γιατρός και ως φωτογράφος, εν μέσω πολλαπλών επαγγελματικών κρίσεων και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε κατά διαστήματα. Το καλοκαίρι του 1955, ήρθε σε επαφή με τον αδελφό του Φιδέλ Κάστρο, Ραούλ, από τον οποίο πληροφορήθηκε την επικείμενη άφιξη του Κάστρο στο Μεξικό. Στις αρχές Ιουλίου του 1955, o Γκεβάρα συνάντησε για πρώτη φορά τον Φιδέλ Κάστρο, o οποίος ήταν αρχηγός των "Moνκαντίστας", και είχε καταφύγει στο Μεξικό μετά την αποφυλάκισή του, αποτέλεσμα της χάρης που του δόθηκε από τον Μπατίστα. Την πρώτη συνάντησή τους ακολούθησαν πολυάριθμες συναντήσεις και συζητήσεις γύρω από την πολιτική κατάσταση στη Λατινική Αμερική και το ενδεχόμενο της οργάνωσης μίας επανάστασης ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα. Την ίδια περίπου περίοδο, η Γκαδέα του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος και ο Γκεβάρα της πρότεινε γάμο, ο οποίος τελέστηκε τελικά στις 18 Αυγούστου 1955, στο ληξιαρχείο του μεξικανικού χωριού Τεποτσοτλάν.
Πεπεισμένος πως ο Κάστρο είχε τις προϋποθέσεις να αποτελέσει ένα χαρισματικό ηγέτη της κουβανικής επανάστασης, ο Γκεβάρα συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου, με στόχο την ένοπλη δράση για την ανατροπή του κουβανικού καθεστώτος. Ο Γκεβάρα συμφώνησε να τους συνοδεύσει με την ιδιότητα του γιατρού, ωστόσο έλαβε κανονικά μέρος στην στρατιωτική εκπαίδευση των ανταρτών, το βασικό στάδιο της οποίας ξεκίνησε στις αρχές του 1956, υπό τις οδηγίες του Μεξικανού παλαιστή Αρσάνιο Βαγένας σε ζητήματα εκγύμνασης και αυτοάμυνας, καθώς και του πρώην συνταγματάρχη του Ισπανικού Δημοκρατικού Στρατού, Αλπέρτο Μπάγιο. Στα απομνημονεύματα του Μπάγιο, πληροφορούμαστε πως ο Γκεβάρα επέδειξε μεγάλη θέληση κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, αποτελώντας τον καλύτερο μαθητή του. Την ίδια περίοδο, θεωρείται πιθανό πως απέκτησε το παρωνύμιο Τσε (Che), εξαιτίας της συχνής χρήσης της λέξης che (φίλος ή και επιφώνημα: Ε εσύ!) που έκανε ο ίδιος μιλώντας, έκφραση που αν και είχε εισαχθεί στη γλώσσα των Αργεντινών, φαινόταν αστεία στους Κουβανούς.
Στις 25 Νοεμβρίου του 1956, 82 επαναστάτες, μεταξύ αυτών και ο Τσε Γκεβάρα, ταξίδεψαν με το πλοιάριο Granma, από τον ποταμό Τούξπαν του Mεξικoύ με προορισμό την Κούβα, στην οποία έφθασαν τελικά στις 2 Δεκεμβρίου. Κατά την απόβασή τους, δέχθηκαν επίθεση από τα στρατεύματα του καθεστώτος, από την οποία επέζησαν 15-20 αντάρτες που κατάφεραν να ανασυνταχθούν και να καταφύγουν στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα. Με σημείο εκκίνησης την επίθεση αυτή, ο ρόλος του Τσε Γκεβάρα στον ανταρτοπόλεμο διαφοροποιήθηκε σταδιακά, αντιλαμβανόμενος o ίδιος όλο και λιγότερο ως μοναδικό καθήκον του την ιατρική συμπαράσταση, και λαμβάνοντας ενεργό μέρος στις ένοπλες δραστηριότητες τον επαναστατών.
Η αποφασιστικότητά του και οι ικανότητες του, σύντομα οδήγησαν στην άνοδό του στην ιεραρχία του αντάρτικου σώματος, κερδίζοντας το σεβασμό των υπολοίπων ανταρτών, χωρίς να απουσιάζει και το αίσθημα του φόβου που προκαλούσε ενίοτε η σκληρότητά του, υπεύθυνος ο ίδιος για εκτελέσεις ανταρτών που λειτουργούσαν ως πληροφοριοδότες του κουβανικού καθεστώτος. Υπήρξε ο πρώτος αντάρτης, στον οποίο δόθηκε το αξίωμα του Κομαντάντε του Επαναστατικού Στρατού της Κούβας, στις 21 Ιουλίου 1957. Αν και μέχρι τότε αποτελούσε έναν απλό οπλίτη, χωρίς να έχει διακριθεί ιδιαιτέρως σε στρατιωτικό επίπεδο αλλά έχοντας επιδείξει γενναιότητα και αρχηγικές δεξιότητες, ο Κάστρο του εμπιστεύτηκε την ηγεσία της Δεύτερης Φάλαγγας του αντάρτικου στρατού (για λόγους παραλλαγής έφερε τον αριθμό 4), έχοντας έτσι μόνο τον Κομαντάντε εν Σέφε Φιδέλ Κάστρο ως ανώτερό του.
Η μεγαλύτερη ίσως στρατιωτική επιτυχία του Τσε Γκεβάρα υπήρξε η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα στις 29 Δεκεμβρίου 1958, μία καθοριστική στιγμή στην ιστορία της κουβανικής επανάστασης. Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια ανταρτοπολέμου στην Σιέρρα Μαέστρα εναντίον του πολύ μεγαλύτερου στρατού του Μπατίστα, o οποίος δεχόταν και την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Με την κατάκτηση της Σάντα Κλάρα, ο δρόμος για την πρωτεύουσα Αβάνα ήταν πλέον ελεύθερος και την 1η Ιανουαρίου του 1959, ο δικτάτορας Μπατίστα εγκατέλειψε την Κούβα, με προορισμό την Δομινικανή Δημοκρατία. Την μάχη στη Σάντα Κλάρα ακολούθησαν και άλλες σημαντικές πολεμικές συγκρούσεις, πριν την τελική επικράτηση των ανταρτών.
Μετά την επιτυχία του αντάρτικου στρατού και κατά τους πρώτους μήνες της κατάληψης της εξουσίας, ο Τσε Γκεβάρα τέθηκε διοικητής του φρουρίου Λα Καμπάνια, με αρμοδιότητα να εξετάζει τις εφέσεις των υποθέσεων των δύο Επαναστατικών Δικαστηρίων (Tribunales Revolucionarios, TR) που λειτουργούσαν δικάζοντας στρατιωτικούς και αστυνομικούς ή πολίτες. Στις 7 Φεβρουαρίου 1959, ψηφίστηκε ένα διάταγμα μέσω του οποίου αποκτούσαν την κουβανική υπηκοότητα όλοι οι αλλοδαποί διοικητές του αντάρτικου στρατού. Ο νόμος αυτός, επρόκειτο εμφανώς να εφαρμοστεί αποκλειστικά στην περίπτωση του Τσε Γκεβάρα, αποτελώντας ένα είδος φόρου τιμής και αναγνώρισης στο πρόσωπό του και τη συμβολή του στην κουβανική επανάσταση.
Μαζί με τους Φιδέλ Κάστρο, Ραούλ Κάστρο και Καμίλο Σιενφουέγος, αποτέλεσε μετά την επανάσταση σημαντικό μέλος της νέας κουβανικής κυβέρνησης, η οποία σύντομα ξεκίνησε να πραγματοποιεί ριζικές μεταρρυθμίσεις, καθιερώνοντας για παράδειγμα δωρεάν σύστημα υγείας, όπως και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εξασφάλιζε και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (μέχρι τότε κυρίως αναλφάβητα) σχολική μόρφωση. Στην κυβέρνηση, ο Γκεβάρα υποστήριξε περισσότερο τις κομμουνιστικές ιδέες απ' όσο ο Φιδέλ Κάστρο. Αν και ήταν ένθερμος υποστηρικτής μίας ριζικής αγροτικής μεταρρύθμισης στη χώρα, χαρακτήρισε τον πρώτο σχετικό νόμο της κυβέρνησης ως μετριοπαθή, «που δεν αποτολμούσε να υπεισέλθει στα ουσιαστικότερα ζητήματα, όπως ήταν η κατάργηση της μεγάλης γαιοκτησίας».
Στις 7 Οκτωβρίου, ο Κάστρο του ανέθεσε την αρχηγία του Τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου της Αγροτικής Μεταρρύθμισης (Insituto Nacional de la Reforma Agragia, INRA), ρόλος που προστέθηκε στα καθήκοντά του ως διοικητής της Λα Καμπάνια αλλά και αρχηγός του Τμήματος Εκπαίδευσης των Ενόπλων Δυνάμεων. Για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του έργου του, ο Γκεβάρα απευθύνθηκε στον οικονομολόγο Σαλβαδόρ Βιλασέκα, ξεκινώντας μαζί του μία σειρά από μαθήματα ανώτερων μαθηματικών.
Στην ακμή της πολιτικής του δραστηριότητας ως μέλος της κυβέρνησης, ο Τσε διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, στις 26 Νοεμβρίου 1959, διατηρώντας παράλληλα την ευθύνη για το τμήμα βιομηχανίας του INRA και την πολιτιστική επιμόρφωση του στρατού. Ανάμεσα στις πρώτες του ενέργειες, ήταν μία σειρά μέτρων με στόχο τον έλεγχο του αποθέματος συναλλάγματος, καθώς και η ρευστοποίηση των τραπεζών του καθεστώτος του Μπατίστα. Στα τέλη του έτους, και ενώ οι τράπεζες των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν ήδη αναστείλει τις πιστώσεις των εισαγωγών, άρχισε να διερευνά, σε συνεργασία με τον Φιδέλ Κάστρο και άλλους κομμουνιστές ηγέτες, το ενδεχόμενο της σοβιετικής στήριξης.
Το Φεβρουάριο του 1960, υποδέχθηκε τον Αναστάς Μικογιάν, μέλος του πολιτικού γραφείου του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και ένθερμο υποστηρικτή της προσέγγισης με την Κούβα, όπως άλλωστε ήταν αρχικά και ο ίδιος ο Τσε. Το επόμενο διάστημα, εντάθηκε η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της κουβανικής κυβέρνησης, ενώ στις 13 Οκτωβρίου κηρύχθηκε εμπάργκο σε όλα τα εμπορεύματα με προορισμό την Κούβα, αποκλείοντας τη χώρα από κάθε οικονομική δραστηριότητα. Μία εβδομάδα αργότερα, ο Τσε Γκεβάρα σχολίασε τον αποκλεισμό, αναφερόμενος σε ελλείψεις που δεν θα ήταν δυνατό να καλυφθούν, αλλά και εκφράζοντας αισιοδοξία για την πορεία της κρατικοποιημένης πλέον βιομηχανίας. Παράλληλα, έκανε γνωστό πως δεν ήταν πλέον πρόεδρος της τράπεζας, αναλαμβάνοντας νέα καθήκοντα.
Στα τέλη Οκτωβρίου του 1960, συμμετείχε ως επικεφαλής μίας διπλωματικής αποστολής, με στόχο την εξασφάλιση της στήριξης του σοβιετικού μπλοκ, με τις κύριες διαπραγματεύσεις να πραγματοποιούνται στη Σοβιετική Ένωση. Συναντήθηκε με τον Χρουστσόφ στη Μόσχα ενώ αργότερα επισκέφτηκε το Πεκίνο όπου συνάντησε τον Μάο Τσετούνγκ και έγινε γενικά θερμά δεκτός. H περιοδεία του περιλάμβανε ακόμα την Κορέα και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. H αποστολή εξασφάλισε τελικά ευνοϊκές συμφωνίες, για την εξαγωγή τεσσάρων εκατομμυρίων τόνων ζάχαρης, σε τιμή υψηλότερη από εκείνη της παγκόσμιας αγοράς, εξασφαλίζοντας παράλληλα τον εφοδιασμό της Κούβας με πετρέλαιο και αγορές βιομηχανικών μονάδων με ευέλικτες πιστώσεις. Στις 23 Φεβρουαρίου 1961 διορίστηκε υπουργός του νεοσύστατου Υπουργείου Βιομηχανίας της Κούβας, σκοπός του οποίου ήταν η οργάνωση των πολυάριθμων βιομηχανικών μονάδων που είχαν αποκτηθεί, καθώς και των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων που υπάγονταν στο Τμήμα Βιομηχανίας του INRA.


Τον Απρίλιο του 1961, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής εισβολής του Κόλπου των Χοίρων, ο Τσε Γκεβάρα τέθηκε επικεφαλής των κουβανικών στρατευμάτων που θα υπερασπίζονταν την επαρχία Πινάρ ντελ Ρίο, όπου σύμφωνα με ενδείξεις των μυστικών υπηρεσιών, αναμενόταν η πρώτη επίθεση. Χάρη στην αποτελεσματική αντίδραση της κουβανικής αεροπορίας και την αντίσταση της πολιτοφυλακής, η αμερικανική εισβολή απέτυχε, ενώ το στράτευμα του Γκεβάρα παρέμεινε σε αμυντική διάταξη και ανενεργό, καθώς η συγκέντρωση αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων κοντά στο Πινάρ ντελ Ρίο αποτέλεσε τελικά προσπάθεια αντιπερισπασμού.
Συνεχίζοντας το έργο του ως υπουργός βιομηχανίας, επεδίωξε να προωθήσει την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας, πρόγραμμα που υπήρξε όμως πρόωρο, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες στην εφαρμογή του και καταλήγοντας σε αποτυχία. Τον Αύγουστο του 1961 συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ολομέλειας του Διαμερικανικού Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου, καταψηφίζοντας το δεκαετές σχέδιο του Τζον Φ. Κένεντι «Συμμαχία για την Πρόοδο» (Alliance for Progress), το οποίο χαρακτήριζε ως μία προσπάθεια αναχαίτισης των επαναστατικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική και κατασκεύασμα κατά της Κούβας. Την ίδια περίπου περίοδο, διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην απόφαση εγκατάστασης σοβιετικών πυραύλων στο έδαφος της Κούβας, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών, οδηγώντας τελικά στην Κρίση των πυραύλων, τον Οκτώβριο του 1962.
Σε ότι αφορά την οικονομική πολιτική, ο Τσε Γκεβάρα ήταν αντίθετος στην αντιγραφή του σοβιετικού οικονομικού μοντέλου της «οικονομικής αυτοδιαχείρισης», καθώς θεωρούσε πως οι ιδιαίτερες συνθήκες της Κούβας απαιτούσαν διαφορετικές πρακτικές και υπερασπιζόταν το συγκεντρωτισμό στον τομέα της βιομηχανίας.



Απομάκρυνση από την Κούβα
Στις 11 Δεκεμβρίου του 1964 εκπροσώπησε την Κούβα στη Συνδιάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στην ομιλία του ξεχωρίζει η έντονη διαμαρτυρία του ενάντια στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και τις λατινοαμερικανικές δικτατορίες, η συμπαράταξή του στο θέμα του πυρηνικού αφοπλισμού και το ειρηνευτικό σχέδιο που προτείνει για την  Καραϊβική. Λίγες ημέρες αργότερα, ξεκίνησε μία τρίμηνη διεθνή περιοδεία, κατά την οποία επισκέφτηκε την Αλγερία, την Κίνα, τη Γκάνα, τη Γουινέα, το Μάλι, το Κονγκό, την Τανζανία, με μικρές στάσεις στο Παρίσι, την Ιρλανδία και την Πράγα. Στις 24 Φεβρουαρίου, έλαβε μέρος στη διάσκεψη του δεύτερου Οικονομικού Σεμιναρίου Αφροασιατικής Αλληλεγγύης, πραγματοποιώντας την τελευταία δημόσια παρουσία στο διεθνές προσκήνιο.

 Η ομιλία του προκάλεσε αρκετές εντάσεις στο σοβιετικό μπλοκ, δηλώνοντας πως οι σοσιαλιστικές χώρες όφειλαν να επωμιστούν το κόστος των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, ενώ θεωρείται πιθανό πως προκάλεσε επίσης ρήξη στη σχέση του με τον Κάστρο, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά στα απομνημονεύματα του ίδιου του Γκεβάρα. Τον Μάρτιο του 1964, επέστρεψε στην Αβάνα.
Οι διαφορές του με τον Κάστρο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Κούβας με την Σοβιετική Ένωση ή την οικονομική πολιτική πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του Τσε να εγκαταλείψει την Κούβα, σκοπεύοντας να μεταφέρει την επανάσταση σε όλον τον κόσμο. Την 1η Απριλίου συνέταξε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του προς τον Φιδέλ Κάστρο.

Κονγκό
Πρώτος σταθμός του Τσε Γκεβάρα, μετά τη φυγή του από την Κούβα υπήρξε το Κονγκό (σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό), ενισχύοντας και βοηθώντας οργανωτικά τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Μαζί με τον δεύτερο στην ιεραρχία Βικτόρ Ντρέκε και δώδεκα ακόμα Κουβανούς πολεμιστές, έφθασε εκεί στις 24 Απριλίου του 1965, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησαν και άλλοι Κουβανοί, συνθέτοντας συνολικά μία φάλαγγα με περισσότερα από εκατό μέλη. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Αλγερίας εκείνη την περίοδο και φίλο του, Αχμέντ Μπεν Μπέλα, «η κατάσταση που κυριαρχούσε στην Αφρική, η οποία φαινόταν να διαθέτει μεγάλη δυναμική για μία επανάσταση, οδήγησε τον Τσε στο συμπέρασμα πως η Αφρική αποτελούσε τον αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού. Ήταν λοιπόν στην Αφρική που αποφάσιζε να αφιερώσει τις προσπάθειές του». Η έλλειψη οργάνωσης και συνοχής των κονγκολέζικων δυνάμεων καταγράφεται στα ημερολόγια του Τσε Γκεβάρα ως ο κύριος λόγος της αποτυχίας της επανάστασης.

Στα τέλη του έτους, εγκατέλειψε το Κονγκό, μαζί με τους επιζώντες της κουβανικής ομάδας (έξι μέλη της είχαν πεθάνει σε μάχη) και πέρασε τους επόμενους έξι μήνες στο Νταρ ες Σαλάμ της Τανζανίας. Στο διάστημα αυτό, ολοκλήρωσε μία σειρά χειρόγραφων σημειώσεων σχετικά με την εμπειρία του στο Κονγκό, ενώ εργάστηκε επίσης πάνω σε δύο ακόμα βιβλία, φιλοσοφικών και οικονομικών σημειώσεων. Το Φεβρουάριο του 1966 ταξίδεψε μεταμφιεσμένος και με πλαστό διαβατήριο, με προορισμό την Πράγα. Εκεί άρχισε να επεξεργάζεται την ιδέα ενός νέου αντάρτικου στη Λατινική Αμερική, με αρχικό στόχο το Περού και αργότερα εστιάζοντας στη Βολιβία.

Βολιβία

Μετά από μία σύντομη παραμονή στην Αβάνα, ο Γκεβάρα εγκαταστάθηκε στην Βολιβία και ειδικότερα στην ορεινή περιοχή Νιανκαουασού (Ñancahuazú), όπου επρόκειτο να οργανωθεί ο πυρήνας του αντάρτικου στρατού, του οποίου τα μέλη είχαν εκπαιδευτεί νωρίτερα στην Κούβα. Ο Τσε κατέγραψε τα βιώματά του εκείνο το διάστημα, στον ελεύθερο χρόνο που διέθετε, κρατώντας τις σημειώσεις που αργότερα εκδόθηκαν σε βιβλίο. Οι συγκρούσεις με τον βολιβιανό στρατό ήταν τακτικές. O Τσε Γκεβάρα και οι αντάρτες του δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τους φτωχούς Βολιβιανούς αγρότες και η προσπάθειά του να φέρει την επανάσταση και στην Βολιβία κατέληξε σε αποτυχία. Ένας σημαντικός λόγος για την αποτυχία αυτή ήταν το γεγονός ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βολιβίας δεν τον υποστήριξε στην προσπάθειά του. Επιπλέον, ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η ενίσχυση του βολιβιανού στρατού από τις Ηνωμένες Πολιτείες.


Στις 8 Οκτωβρίου, η ομάδα των ανταρτών καθοδηγούμενη από τον Τσε Γκεβάρα, περικυκλώθηκε. Κατά τη διάρκεια της τελικής μάχης, στην περιοχή του φαραγγιού του Τσούρο, η ομάδα αναγκάστηκε να διασκορπιστεί και ο Γκεβάρα τραυματίστηκε στη δεξιά κνήμη, ενώ συγχρόνως το όπλο του αχρηστεύτηκε από έναν πυροβολισμό. Τελικά συνελήφθη και αργότερα μεταφέρθηκε στον πλησιέστερο οικισμό Λα Ιγκέρα. Την καταδίωξη του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία παρακολουθούσε επίσης η CIA, με επικεφαλής τον πράκτορα Φέλιξ Ροδρίγκες (Félix Rodríguez), ο οποίος μετέφερε την πληροφορία της σύλληψής του στο αρχηγείο της υπηρεσίας του και σύντομα μετέβη ο ίδιος στη Λα Ιγκέρα.
Μετά από μερικές ανακρίσεις στο σχολείο του χωριού, ο αιχμάλωτος Γκεβάρα δολοφονήθηκε, στις 9 Οκτωβρίου 1967, από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν (Mario Terán). Ο συγκεκριμένος αρχικά δίστασε να εκτελέσει την εντολή για τη δολοφονία του αλλά τελικά πυροβόλησε τον αιχμάλωτο, ο οποίος φέρεται να του είπε «Ήρθατε να με σκοτώσετε. Ρίξε, δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις». Ο θάνατός του σημειώθηκε λίγο μετά τη 1:00 το μεσημέρι. Στην Κούβα, ο Φιδέλ Κάστρο κράτησε αρχικά επιφυλακτική στάση απέναντι στην είδηση του θανάτου του, ωστόσο στις 15 Οκτωβρίου, αποδέχτηκε το γεγονός, μετά από την εμφάνιση φωτογραφικών αποδείξεων.
Το πτώμα του Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα όπου έγινε και νεκροψία, στο πρακτικό της οποίας καταγράφτηκαν συνολικά εννέα πληγές που είχαν προκληθεί από σφαίρες. Σύμφωνα με τη νεκροψία, ο θάνατός του προκλήθηκε από τα τραύματα που έφερε στο θώρακα και την αιμορραγία.

Το πτώμα του έπρεπε για τους στρατιωτικούς να χαθεί δίχως κανένα ίχνος και θάφτηκε κρυφά κοντά στο αεροδρόμιο, 30 χλμ. από την Λα Ιγκέρα. Νωρίτερα, στο νοσοκομείο, είχαν κοπεί τα χέρια του, τα οποία διατηρήθηκαν σε φορμόλη προκειμένου να γίνει αργότερα η οριστική αναγνώρισή του. Το πτώμα του έμεινε στον μυστικό του τάφο μέχρι που ανακαλύφθηκε στις 12 Ιουλίου 1997 στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας. Αφού μεταφέρθηκε στην Κούβα, κηδεύτηκε στη Σάντα Κλάρα, την πόλη που ο ίδιος είχε κατακτήσει το 1958 ανοίγοντας το δρόμο για την τελική νίκη του Κάστρο.
Ανάμεσα στα αντικείμενα του Τσε Γκεβάρα που διέθεταν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους διώκτες του, ανήκε και το ημερολόγιό του, στο οποίο καταγράφονταν τα γεγονότα που σχετίζονταν με τη δράση του αντάρτικου σώματος στο έδαφος της Βολιβίας. Η πρώτη καταχώρηση σε αυτό έγινε στις 7 Νοεμβρίου του 1966, λίγο καιρό μετά την εγκατάσταση του Τσε Γκεβάρα στην περιοχή Νιανκαουασού, ενώ η τελευταία καταγραφή σημειώθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1967, μία ημέρα πριν την σύλληψή του. Στο ημερολόγιο αναφέρεται πώς οι αντάρτες αναγκάστηκαν να προβούν σε επιχειρήσεις πρόωρα, εξαιτίας της ανακάλυψής τους από τον βολιβιανό στρατό, όπως και οι λόγοι για τους οποίος ο Γκεβάρα αποφάσισε να διαχωριστεί η φάλαγγα σε δύο μονάδες, χωρίς να καταφέρουν έκτοτε να έρθουν σε επαφή, περιγράφοντας συνολικά τα αίτια της αποτυχίας του αντάρτικου στρατού. Το ημερολόγιο τυπώθηκε μετά από ελέγχους της γνησιότητάς του, στις 22 Ιουνίου 1968 στην Κούβα. Η διανομή του έγινε δωρεάν και συγχρόνως δημοσιεύτηκε σε άλλα έντυπα ανά τον κόσμο.

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Το Ολοκαύτωμα του Διστόμου





Το Σάββατο, 10 Ιουνίου του 1944, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής πραγματοποίησαν στο Δίστομο ένα από τα φρικιαστικότερα εγκλήματά τους, που όμοιά του ελάχιστα θα βρει κανείς σε όλη τη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου.  229 εκτελεσμένοι Ελληνες πολίτες μέσα στο χωριό και 67 εκτελεσμένοι στα χωράφια και στους δρόμους της γύρω περιοχής. Αλλοι τόσοι περίπου - όσοι και οι νεκροί - τραυματισμένοι. 
**************************************
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το ελληνικό γραφείο εγκληματιών πολέμου μπόρεσε να ανακαλύψει τον υπεύθυνο της σφαγής. Οι γαλλικές αρχές τον παρέδωσαν στις ελληνικές, οι οποίες τον προφυλάκισαν. Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζάμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών του.
 Στο βίντεο υπάρχουν σκηνές από τα εξαιρετικά ντοκιμαντέρ:

Από το βραβευμένο "Ένα τραγούδι για τον Αργύρη" (2006) του Stefan Haupt. (http://www.imdb.com/title/tt0936485)

Από την εκπομπή "Νέοι Φάκελοι" του SKAI, με τους Αλέξη Παπαχελά, Τάσο Τέλλογλου και Σοφία Παπαϊωάννου. (http://folders.skai.gr)

Tην εκπομπή της ΝΕΤ (και ΕΤ1) "Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα" του Στέλιου Κούλογλου. (http://www.rwf.gr)

Αφήγηση: Κωνσταντίνος Τσάκωνας
* Οι περισσότερες από τις παλαιές σκηνές της Κατοχής που προβάλλονται

 στο βίντεο, έχουν τραβηχτεί (κρυφά) από τον Άγγελο Παπαναστασίου, με κίνδυνο της ζωής του 
Οι σφαγές του Διστόμου. Ξυλογραφία του Δ.Κοραγιαννάκη
Το Σάββατο, 10 Ιουνίου του 1944, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής πραγματοποίησαν στο Δίστομο ένα από τα φρικιαστικότερα εγκλήματά τους, που όμοιά του ελάχιστα θα βρει κανείς σε όλη τη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου. Διακόσιοι είκοσι εννέα εκτελεσμένοι Ελληνες πολίτες μέσα στο χωριό και 67 εκτελεσμένοι στα χωράφια και στους δρόμους της γύρω περιοχής. Αλλοι τόσοι περίπου - όσοι και οι νεκροί - τραυματισμένοι. Τριάντα επτά από τα 450 σπίτια καμένα και σχεδόν όλα κουρσεμένα, λεηλατημένα, γεμάτα από φθορές μικρές και μεγάλες σε κάθε γωνιά τους. Πλήθος ζώων νεκρά και λαβωμένα από τις σφαίρες των μανιακών δολοφόνων. Ολα αυτά εν ολίγοις συνθέτουν μια εικόνα, που δεν είναι εύκολο να τη χωρέσει ο ανθρώπινος νους. Αλλά αν μείνει κανείς στους αριθμούς και στις απλές περιγραφές, είναι αδύνατο να αντιληφθεί τι πραγματικά συνέβη.

Ενας εκτελεσμένος άνδρας ή γυναίκα, ένας δολοφονημένος αθώος πολίτης, δεν είναι το ίδιο με το νεκρό που δολοφονήθηκε κι ύστερα κατακρεουργήθηκε, ακρωτηριάστηκε, βασανίστηκε. Μια εκτελεσμένη γυναίκα δεν είναι το ίδιο με μια νεκρή, για την οποία γνωρίζουμε πως πριν και μετά την εκτέλεσή της ασέλγησαν πάνω της ανθρώπινα κτήνη κι ύστερα επιδόθηκαν σε κάθε είδους κανιβαλισμούς στο άψυχο σώμα της. Μια έγκυος που εκτελείται δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανέναν, αφού μαζί της δολοφονείται και μια ζωή που δεν έχει έρθει ακόμη στο φως. Περιπτώσεις, όμως, σαν αυτή, όπου μια έγκυος δολοφονείται και της αφαιρείται το αγέννητο μωρό από την κοιλιά για να σφαγιαστεί κι αυτό, δε χωράνε στο μυαλό του ανθρώπου. Κι, όμως, τέτοιες φρικαλεότητες, τέτοιοι βανδαλισμοί και κανιβαλισμοί συνέβησαν από τους Γερμανούς κατακτητές στο Δίστομο.

«Μία από τις χειρότερες ωμότητες ολόκληρου του πολέμου», χαρακτηρίζει το ολοκαύτωμα του Διστόμου ο ιστορικός Mark Mazower(1) και δεν είναι ο μόνος. Παρόμοια είναι η εκτίμηση και άλλων μελετητών, ενώ δεν υπάρχει δεύτερη γνώμη πως πρόκειται για το φρικιαστικότερο των εγκλημάτων, το πιο απάνθρωπο και πιο βάρβαρο, που διέπραξαν οι δυνάμεις κατοχής στον ελλαδικό χώρο. «Αι σφαγαί του Διστόμου και η καταστροφή του ωραίου τούτου χωριού» - γράφει για παράδειγμα ο Δ. Μαγκριώτης(2) που μελέτησε τα εγκλήματα της Κατοχής - «υπερβαίνουν εις αγριότητα και εις απανθρωπίαν όλα τα απαίσια εγκλήματα των Γερμανών που διέπραξαν ούτοι εις την Ελλάδα».

Ας δούμε, όμως, το θέμα αναλυτικότερα:

Η προετοιμασία του μακελειού

Νωρίς το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής επιτάξανε στη Λιβαδειά δύο ιδιωτικά φορτηγά αυτοκίνητα, στα οποία επιβιβάστηκαν γύρω στους 20 Γερμανούς στρατιώτες των ταγμάτων εφόδου Ες - Ες (άλλες πηγές κάνουν λόγο για 18 στρατιώτες κι άλλες ακόμη και για 50). Οι στρατιώτες δε φορούσαν στρατιωτικές στολές, αλλά ρούχα πολιτικά, τα οποία είχαν αφαιρέσει από Ελληνες κρατουμένους του στρατοπέδου συγκεντρώσεως Λιβαδειάς. Τα δύο επιταγμένα αυτοκίνητα με τους μεταμφιεσμένους ναζί κατευθύνθηκαν προς την Αράχωβα και πίσω τους, σε απόσταση τριών ή τεσσάρων χιλιομέτρων, ακολούθησαν άλλα πέντε γερμανικά αυτοκίνητα, γεμάτα στρατιωτικές δυνάμεις με οπλισμό μάχης.

Με το στρατήγημα της μεταμφίεσης, οι Γερμανοί ήθελαν να προκαλέσουν την προσοχή των ανταρτών του ΕΛΑΣ και πιθανόν τη δράση τους, αλλά και να διαγνώσουν τα πραγματικά αισθήματα των κατοίκων της περιφέρειας απέναντι στις δυνάμεις κατοχής.

Στο δρόμο προς το Δίστομο, οι Γερμανοί σταμάτησαν 12 χωρικούς που πήγαιναν να δουλέψουν στα χωράφια τους και τους πήραν ομήρους. Επίσης, για να μην μένουν άπραγοι - και ως προοίμιο όσων έμελλε να επακολουθήσουν - άρχισαν να πυροβολούν αδιακρίτως, ό,τι έβλεπαν να κινείται, είτε επρόκειτο για ανθρώπους είτε για ζώα, προκαλώντας έτσι τους πρώτους φόνους.

Κατά το μεσημέρι, οι γερμανικές δυνάμεις, αφού συνενώθηκαν με άλλες που ήρθαν από την Αμφισσα, μπήκαν στο Δίστομο και ζήτησαν, όπως άλλωστε συνήθιζαν, να μάθουν αν βρίσκονταν εκεί αντάρτες. Η απάντηση που πήραν ήταν η συνηθισμένη: «Πάνε μέρες τώρα που πέρασαν αντάρτες από δω, αλλά αποτραβήχτηκαν προς τον Ελικώνα, κατά το χωριό Στείρα». Τέτοιου χαρακτήρα απαντήσεις οι Γερμανοί έπαιρναν σε κάθε χωριό που έμπαιναν και, φυσικά, είχαν μάθει να μην τις πιστεύουν.

Κατά τις 12 1/2 το μεσημέρι, τα δύο επιταγμένα αυτοκίνητα με τους μεταμφιεσμένους στρατιώτες, μαζί με άλλες δυνάμεις, εγκατέλειψαν το Δίστομο και κατευθύνθηκαν προς το χωριό Στείρα, αναζητώντας αντάρτες τους οποίους και βρήκαν. Πράγματι, λίγο έξω από τα Στείρα βρισκόταν ο 11ος Λόχος του III τάγματος του 34ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, που είχε ενημερωθεί για την παρουσία των Γερμανών στην περιοχή, κι έτσι δεν άργησε να εκδηλωθεί μάχη. «Ηταν τόσο αναπάντεχη και τόσο καλά οργανωμένη η επίθεση απ' τους αντάρτες - γράφει ο Τάκης Λάππας(3)- που όσο να καταφέρουν οι Γερμανοί να πηδήσουν έξω από τα αυτοκίνητα και να πάρουν θέσεις, οι όλμοι και το πυροβόλο τους θέρισαν». Σε λίγο όμως, έφτασαν ενισχύσεις από το Δίστομο και οι αντάρτες υποχρεώθηκαν, μπρος σε υπέρτερες δυνάμεις, να υποχωρήσουν.

Οι Γερμανοί, βέβαια, δεν προσπάθησαν να καταδιώξουν τους αντάρτες, φοβούμενοι τα δυσάρεστα μιας τέτοιας επιχείρησης και προτίμησαν να ξεσπάσουν στον άμαχο πληθυσμό, που ήταν η εύκολη λεία. Για αρχή, μάλιστα, προέβησαν σε δολοφονίες ανυποψίαστων χωρικών, που συναντούσαν στο δρόμο της επιστροφής τους προς το Δίστομο κι όταν έφτασαν στο χωριό προετοιμάστηκαν για το μακελειό.
Το Δίστομο παραδομένο στις φλόγες
Το Δίστομο παραδομένο στις φλόγες
Το ολοκαύτωμα

Χωρίς δεύτερη κουβέντα, οι κάτοικοι του χωριού διατάχθηκαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Υστερα εκτελέστηκαν στην ανατολική πλευρά του σχολείου οι 12 όμηροι που είχαν συλληφθεί το πρωί. Κατόπιν δόθηκε διαταγή να ορμήσουν οι ορδές των βαρβάρων στα σπίτια και να μην αφήσουν τίποτα όρθιο. Ετσι κι έγινε. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο!!! «Οι φονιάδες - γράφει ο Λάππας(4)- μεθυσμένοι από το κακούργο πάθος τους, σπάζουν τις πόρτες των σπιτιών κι ορμάνε μέσα. Οποιον συναντάνε, τον σκοτώνουν. Αλλοι θερίζουν χωρίς διάκριση ψυχές μέσα στα κοντινά σπίτια κι άλλοι ξεχύνονται στις γειτονιές... Τα παρακάλια κι ο θρήνος που κάνουν τα γυναικόπαιδα δε στέκουν ικανά να μαλάξουν την άγρια ψυχή των μακελάρηδων. Η λόγχη και το βόλι, ανάλγητα, τους κόβουν τη φωνή και γιομίζουν τα σπίτια καταματωμένα κορμιά. Το αίμα απ' τα θύματα γίνεται αυλάκι και κυλάει προς τα σοκάκια. Γέροι και γριές πέφτουν απ' τα βόλια. Ανδρες κυλιώνται χάμω νεκροί μ' απανωτές θανατηφόρες πιστολιές, κι άλλους τους βάζουν στη σειρά και τους εκτελούνε. Γυναικόπαιδα σφάζονται κι αβάφτιστα βυζανιάρικα στραγγαλίζονται και λογχίζονται κι ύστερα ξεκοιλιάζονται... Μπροστά σε τέτοιο θέαμα κι οι θεατές ακόμα του Κολοσσαίου θα σκέπαζαν τα μάτια τους από φρίκη κι αυτός ο Ηρώδης ή ο Νέρωνας θα φρένιαζαν απ' το κακό τους, που ύστερα από τόσους αιώνες βρέθηκαν κτηνάνθρωποι σαν κι αυτούς, όχι μονάχα να τους μιμηθούνε, μα να τους ξεπεράσουν κιόλας».

Να πώς περιγράφει το μακελειό και η V ταξιαρχία του ΕΛΑΣ σε ειδική έκθεσή της(5): «Σκότωσαν (σ.σ. οι Γερμανοί) αδιάκριτα, γέρους, μωρά, εξαμηνίτικα, γριές, τα παιδιά του σχολείου (όλα στην αίθουσα του σχολείου) κι αυτόν τον παπά. Βρέθηκαν όλες σχεδόν οι γυναίκες σχισμένες με ξίφος ή μαχαίρι από τα γεννητικά τους όργανα μέχρι το στήθος, βρέθηκαν γυναίκες με κομμένους τους μαστούς, ξεκοιλιασμένες με τα παιδιά στην αγκαλιά τους, βρέθηκαν μικρά παιδιά σφαγμένα και ξεκοιλιασμένα και τα έντερα περασμένα στο λαιμό. Του παπά του κόψαν το κεφάλι και το είχαν πεταμένο μακριά από το πτώμα του. Ολόκληρες οικογένειες σφαγιάστηκαν... Ολα τα σπίτια ληστεύτηκαν... Πολλοί κάτοικοι τρελάθηκαν και υπάρχουνε πολλοί τραυματισμένοι...».

Ηταν τόσο φρικιαστικά κι ανείπωτα τα εγκλήματα των ναζί στο Δίστομο, που ακόμα κι αυτοί οι Κουίσλιγκς δεν μπόρεσαν να σιωπήσουν. Θα αναφέρουμε τις αντιδράσεις τους, γιατί αποδεικνύουν το μέγεθος του εγκλήματος των κατακτητών, αλλά και της δικής τους προδοσίας, αφού ακόμη κι υπό αυτές τις συνθήκες ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκαν να παραιτηθούν.

Ο κατοχικός νομάρχης Βοιωτίας Ι. Γεωργόπουλος, με τηλεγράφημά του, στις 12/6/44, προς την κατοχική κυβέρνηση του Ι. Ράλλη, προς άλλες υπηρεσίες και προς την Επιτροπή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, γνωστοποίησε το απαίσιο τούτο έγκλημα και λίγες μέρες αργότερα, με μακροσκελή εμπιστευτική έκθεσή του προς το κατοχικό υπουργείο Εσωτερικών, περιέγραψε όσα έγιναν με πλήρως αποκαλυπτικό τρόπο. Αναφερόμενος στο μακελειό, υπογράμμιζε ότι «ο σαδισμός είναι χαρακτηρισμός κενός, αν μη αστείος διά την περίπτωση». Κι αναφερόμενος στη δράση των Γερμανών στρατιωτών γράφει: «Δαίμονες εξορμούντες εις καταστροφήν θα ήσαν ολιγώτερον άγριοι και περισσότερον ήπιοι. Ορδαί αγρίων φυλών, άγρια στίφη που ωρμήθησαν από τα απολίτιστα βάθη της Ασίας ή της αφρικανικής ζούγκλας δε θα εξετρέποντο εις τας αιματηράς ωμότητας, εις τη φρικαλέαν τραγωδίαν του Διστόμου»(6). Κάτω από αυτές τις συνθήκες, υποχρεώθηκε ακόμη κι αυτός ο κατοχικός πρωθυπουργός Ι. Ράλλης να προβεί σε παραστάσεις «διαμαρτυρίας» προς τις γερμανικές αρχές κατοχής και, συγκεκριμένα, προς τον στρατηγό Schimana, ζητώντας την τιμωρία των εμπλεκομένων στη σφαγή(7).

Αντί επιλόγου: Η φασιστική αναλγησία

Ενα μήνα μετά τη σφαγή, στις 9/7/1944, οι γερμανικές αρχές κατοχής δημοσίευσαν στον αθηναϊκό Τύπο μια ανακοίνωση με τίτλο «Η δημοκοπία περί ωμοτήτων εις το Δίστομον», όπου χωρίς ίχνος ντροπής ισχυρίζονταν ότι τα περί ολοκαυτώματος ήταν ψεύδη των κομμουνιστών. Ακόμη υποστήριζαν ότι μια γερμανική στρατιωτική μονάδα δέχτηκε επίθεση από αντάρτες του ΕΑΜ μπροστά από το Δίστομο, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί σε άμυνα και σε συνέχεια σε επίθεση εναντίον «των συμμοριτών, οι οποίοι είχον οχυρωθεί μέσα εις το Δίστομον, με όλα τα υπάρχοντα μέσα». Ετσι «κατόπιν της χρησιμοποιήσεως των βαρέων γερμανικών οπλών, εκυριεύθη εξ εφόδου το Δίστομον... Ηριθμήθησαν περί τους 250 νεκροί συμμορίται» και «ο θάνατος αριθμού τινός γυναικών και παιδιών υπήρξεν αναπόφευκτος κατόπιν της χρησιμοποιήσεως των βαρέων όπλων και κατόπιν ενός τοιούτου κανονιοβολισμού εναντίον του χωρίου». Τι να σχολιάσει κανείς μπροστά σε τέτοιο θράσος και σε τόσα ψεύδη; Το παρακάτω γεγονός τα λέει όλα.

Οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές υποχρεώθηκαν να διεξάγουν έρευνα για τα όσα συνέβησαν στο Δίστομο, κάτι που σπάνια έκαναν για παρόμοιες περιπτώσεις, όπως μας πληροφορεί ο καθηγητής Mark Mazower(8). Η έρευνα ήταν εντελώς τυπική. Ελληνες μάρτυρες δεν κλήθηκαν. Κι ο κατηγορούμενος διοικητής Λόχου Φριτς Λάουτενμπαχ αθωώθηκε. Πώς, άλλωστε, να μην αθωωθεί, όταν υπήρχε διαταγή του στρατάρχη Κάιτελ, από το Δεκέμβρη του 1942, που σύστηνε στις γερμανικές μονάδες τα αντίποινα σε βάρος αθώων πολιτών - ακόμα και γυναικών και παιδιών - χαρακτηρίζοντας «έγκλημα εναντίον του γερμανικού έθνους» ανθρωπιστικές επιφυλάξεις οποιουδήποτε είδους(9);

Γιώργος Πετρόπουλος

1. Mark Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ - Η εμπειρία της κατοχής», Εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», σελ. 239

2. Δ. Μαγκριώτη: «Θυσίαι της Ελλάδος και εγκλήματα κατοχής 1941 - 1944», Αθήναι 1949, σελ. 109

3. Τάκη Λάππα: «Η Σφαγή του Διστόμου - Χρονικό», Αθήνα 1945, σελ. 20

4. Στο ίδιο, σελ. 27

5. «Στ' Αρματα! - Στ' Αρματα - Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης» ΠΛΕ 1967, σελ. 342 - 343

6. Τάκη Λάππα: Στο ίδιο, σελ. 70 - 71 και 72 - 80

7. Γ. Α. Φαρμακίδη: «Πεπραγμένα της παρά τω πρωθυπουργώ υπηρεσίας ανταποκρίσεων μετά των γερμανικών αρχών κατά την κατοχήν», Αθήναι 1957, σελ. 65 - 66.

8. Mark Mazower, στο ίδιο, σελ. 239

9. Mark Mazower, στο ίδιο, σελ. 179


Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Πωλ Γκωγκέν, σημαντικός Γάλλος ζωγράφος

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1848 στο Παρίσι. Υπήρξε σημαντικός εκπρόσωπος του μεταϊμπρεσσιονισμού, θεωρείται δε σήμερα ένας από τους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών. Τα έργα του ξεχωρίζουν για τον έντονο συμβολισμό τους και τον πολλές φορές θρησκευτικό χαρακτήρα τους, εμφανώς επηρεασμένα από τον πολιτισμό των ιθαγενών της Πολυνησίας. 
Paul Gauguin 103.jpg

Ο Πωλ Γκωγκέν (γαλλικά: Eugène Henri Paul Gauguin, Παρίσι, 7 Ιουνίου 1848 – Νήσοι Μαρκέζας, 8 Μαΐου 1903) ήταν σημαντικός Γάλλος ζωγράφος, εκπρόσωπος του ρεύματος του μεταϊμπρεσιονισμού και έντονα πειραματικός καλλιτέχνης που επηρέασε τα ρεύματα της μοντέρνας τέχνης. Θεωρείται σήμερα ένας από τους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών.

Ζωή και έργο
Ο Γκωγκέν, με καταγωγή από Ισπανούς αποίκους στη Λατινική Αμερική, γεννήθηκε στο Παρίσι αλλά πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην πρωτεύουσα του Περού, Λίμα. Σπούδασε στην Ορλεάνη της Γαλλίας και αμέσως μετά ταξίδεψε ανά τον κόσμο με εμπορικά πλοία και αργότερα με το Γαλλικό Ναυτικό για ένα διάστημα περίπου έξι ετών. Επέστρεψε στη Γαλλία το 1870, όπου και εργάστηκε ως βοηθός χρηματιστή. Παράλληλα με αυτή την ιδιότητά του, ο Γκωγκέν περνούσε μέρος του χρόνου του ζωγραφίζοντας με τον Καμίλ Πισαρό και τον Πωλ Σεζάν. Αν και οι πρώτες προσπάθειές του ήταν αδέξιες, σημείωσε σταδιακά αξιοσημείωτη πρόοδο. Την περίοδο 1876–1886, ο Γκωγκέν βρίσκονταν σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές καλλιτέχνες και συμμετείχε με έργα του στις εκθέσεις τους.

Το 1884 μετακόμισε με την οικογένειά του στην Κοπεγχάγη, όπου προσπάθησε να ακολουθήσει, χωρίς όμως επιτυχία, επαγγελματική σταδιοδρομία στις επιχειρήσεις. Τελικά, επέστρεψε στο Παρίσι το 1885, αφήνοντας την οικογένειά του στη Δανία και αποφασισμένος να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη ζωγραφική. Χωρίς επαρκείς πόρους επιβίωσης, η σύζυγος και τα παιδιά του επέστρεψαν στην οικογένειά της.

Την περίοδο 1886–1891, ο Γκωγκέν έζησε κυρίως στην περιοχή της Βρετάνης, όπου ζούσαν επίσης αρκετοί πειραματικοί ζωγράφοι που εντάσσονται συχνά στη λεγόμενη «Σχολή της Pont-Aven». Επηρεασμένος από τον ζωγράφο Εμίλ Μπερνάρ, ο Γκωγκέν μετάβαλε σημαντικά το ύφος της ζωγραφικής του. Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ζωγραφικής του έγιναν η χρήση μεγάλων επιφανειών και έντονων χρωμάτων. Ο Γκωγκέν δήλωνε πλέον απογοητευμένος από τον ιμπρεσιονισμό και στράφηκε περισσότερο στην αφρικανική τέχνη και την τέχνη της Ασίας. Παράλληλα γύρω στο 1888, ήρθε σε επαφή με το έργο του Βίνσεντ βαν Γκογκ, έργο το οποίο αναγνώρισε ως ιδιαίτερα σημαντικό, και συνδέθηκε φιλικά μαζί του, τόσο ώστε να συγκατοικήσουν για 2 μήνες στην Αρλ. Εξαιτίας όμως της κατάθλιψης από την οποία έπασχαν αμφότεροι, η συγκατοίκηση αυτή κατέληξε σε έντονη διαμάχη μεταξύ τους με αποτέλεσμα ο βαν Γκογκ να κόψει μέρος του αριστερού αυτιού του, αφού προηγουμένως είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν.

Σε κακή ψυχολογική κατάσταση, ο Γκωγκέν εγκατέλειψε την Ευρώπη το 1891, για να ταξιδέψει στην Πολυνησία. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Ταϊτή και αργότερα στις νήσους Μαρκέζας. Εκεί πέρασε σχεδόν όλη την υπόλοιπη ζωή του, πραγματοποιώντας μόνο μία μόνον επίσκεψη στην Γαλλία. Τα έργα της περιόδου αυτής θεωρούνται ίσως τα καλύτερα δείγματα της εργασίας του και ξεχωρίζουν για τον έντονο συμβολισμό τους και τον πολλές φορές θρησκευτικό χαρακτήρα τους, εμφανώς επηρεασμένα από τον πολιτισμό των ιθαγενών της Πολυνησίας. Το σύνολο του έργου του Γκωγκέν και κυρίως οι πειραματισμοί του γύρω από τη χρήση των χρωμάτων, θεωρείται πως επηρέασε σημαντικά τα καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ού αιώνα και ειδικότερα τον φωβισμό.

Οι πίνακες του Γκωγκέν ανέρχονται σε εκατοντάδες.

Paul Gauguin 106.jpg

Paul Gauguin 107.jpg

Paul Gauguin 030.jpg

Paul Gauguin 092.jpg

Paul Gauguin 137.jpg

Paul Gauguin 044.jpg

Έργα
  • Στα μάνγκος , 1887, Άμστερνταμ, Μουσείο Βαν Γκογκ
  • Ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζοντας ηλιοτρόπια, 1888, Άμστερνταμ, Μουσείο Βαν Γκογκ
  • Τέσσερις γυναίκες της Βρετάννης, 1888, Μόναχο, Νέα Πινακοθήκη
  • Ο χορός των μικρών κοριτσιών της Βρετάννης, 1888, Ουάσινγκτον, Εθνική Πινακοθήκη
  • Αρλεζιάνες, 1888, Σικάγο, Art Institute
  • Η ωραία Ανζέλ, 1889, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
  • Αυτοπροσωπογραφία με τον κίτρινο Χριστό, 1889, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
  • Αυτοπροσωπογραφία με φωτοστέφανο, 1889, Ουάσινγκτον, Εθνική Πινακοθήκη
  • Γυναίκες της Ταϊτής, 1891, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
  • Arearea, 1891, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
  • Vahine no te tiare (Γυναίκα με λουλούδι), 1891, Κοπεγχάγη, Ny Carlsberg Glyptotek
  • Piti Teina (Δυο αδελφές), 1892, Αγία Πετρούπολη, Ερμιτάζ
  • Χωρικές της Βρετάνης, 1894, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
  • Nave nave moe (Ιερή πηγή, γλυκά όνειρα), 1894, Αγία Πετρούπολη, Ερμιτάζ
  • Σκηνή της ταϊτινής ζωής, 1894, Αγία Πετρούπολη, Ερμιτάζ
  • Από πού ερχόμαστε; Τι είμαστε; Πού πάμε;, 1897, Βοστώνη, Μουσείο Καλών Τεχνών
  • Το άσπρο άλογο, 1898, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
  • Τρεις Ταϊτινές σε κίτρινο φόντο, 1899, Αγία Πετρούπολη, Ερμιτάζ
  • Τα στήθη με τα κόκκινα λουλούδια, 1899, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης (Νέα Υόρκη)
  • Και το χρυσάφι των κορμιών τους, 1901, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
  • Oviri, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
  • Ανθρωπόμορφο δοχείο, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ
ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org