Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Απόστολος Αρσάκης, Έλληνας μέγας ευεργέτης και πολιτικός στη Ρουμανία

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1792. Μία από τις σημαντικότερες μορφές ευεργέτη στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ενώ την ίδια στιγμή υπήρξε ηγετική πολιτική προσωπικότητα στη Ρουμανία (πρωθυπουργός). Υπήρξε αγαθός και ευτυχής οικογενειάρχης, ενώ το όνομά του δοξάστηκε από τις πολύ μεγάλες δωρεές, οι οποίες είχαν αποσπάσει την αγάπη, την εκτίμηση και την ευγνωμοσύνη όλου του Ελληνισμού, ο οποίος καταλάβαινε ότι το νόημα των δωρεών αυτών ήταν η μόρφωση κατάλληλων μητέρων και παιδαγωγών. Μετά την αποτίναξη της δουλείας από τους Τούρκους, χρειαζόταν εξυγιαντική πνοή για σωστή εκπαίδευση και αγωγή.
Apostol Arsache1.jpg
Ο Απόστολος Αρσάκης (6 Ιανουαρίου 1792 - 16 Ιουλίου 1874) ήταν Έλληνας ευεργέτης και πολιτικός στη Ρουμανία, όπου διετέλεσε και πρωθυπουργός. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους ευεργέτης στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ενώ την ίδια στιγμή έγινε μία ηγετική πολιτική προσωπικότητα στη Ρουμανία.

Βιογραφία
Ο μέγας ευεργέτης της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας Απόστολος Αρσάκης, γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου του 1792 στο χωριό Χοταχόβα, κοντά στην Πρεμετή της Βoρείου Ηπείρου. Ήταν γιος του Κυριάκου Αρσάκη, ο οποίος ήταν ξάδερφος με τους αδερφούς Τοσίτσα. Σε ηλικία 8 ετών πήγε στο Βουκουρέστι και μετά από τέσσερα χρόνια, το 1804, στάλθηκε σε ένα Γυμνάσιο στη Βιέννη, ενώ συγχρόνως μάθαινε ελληνικά από τον μεγάλο διδάσκαλο Νεόφυτο Δούκα. Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Χάλλης της Σαξονίας. Το 1813 πήρε το πτυχίο του και το 1814 εγκατάσταθηκε στο Βουκουρέστι, όπου άσκησε το επάγγελμα του ιατρού.

Από πολύ νέος ο Αρσάκης έδωσε δείγματα της μεγάλης φιλολογικής του μορφώσεως και της πρώιμης διανοητικής ωριμότητάς του. Όταν ήταν φοιτητής, σε ηλικία 19 ετών, το 1811, έγραψε με την ευκαιρία της γεννήσεως του παιδιού του Μέγα Ναπολέοντα βουκολικό ειδύλλιο, σε δωρική διάλεκτο, κατ' απομίμηση των ειδυλλίων αυτών του Θεοκρίτου. Με το ποίημά του αυτό, παρακαλούσε τον πανίσχυρο τότε αυτοκράτορα να βοηθήσει την υπόδουλη Ελλάδα για να αποκτήσει την ελευθερία της από τους Τούρκους.

Το 1813, σε ηλικία 21 ετών, ο Αρσάκης έγραψε περισπούδαστη διατριβή, επί διδακτορία, σε λατινική γλώσσα «Περί του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού των ιχθύων», η οποία σχολιάστηκε εγκωμιαστικά. Η διατριβή αυτή μεταφράσθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες θεωρούμενη ότι προήγε τη συγκριτική ανατομία. Παράλληλα, δημοσίευσε στον «Λόγιο Ερμή» άρθρα σχετικά με την ιστορία της Ιατρικής και συνέγραψε πολλές ακόμα επιστημονικές εργασίες, τις οποίες δημοσίευσε σε επιστημονικά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες.

Το 1822 προσλήφθηκε ως ιδιαίτερος γραμματέας του ηγεμόνα της Βλαχίας, ενώ από το 1836 μέχρι το 1839 διετέλεσε γραμματέας επικρατείας του ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρου Γκίκα. Το 1857 πρωτοεκλέχθηκε βουλευτής και την περίοδο 1857-1859 χρημάτισε μέλος της τετραμελούς επιτροπής για την ένωση της Βλαχίας και της Μολδαβίας, οι οποίες αποτέλεσαν αργότερα τη Ρουμανία. Το 1862 έγινε Υπουργός Εξωτερικών της Ρουμανίας και λίγο καιρό αργότερα διετέλεσε προσωρινός πρωθυπουργός, αντικαθιστώντας τον δολοφονημένο πρωθυπουργό Καρατζίο. Στον πρωθυπουργικό θώκο παρέμεινε μέχρι τις 23 Ιουνίου του 1862.

Το όνομα, όμως, του Αρσάκη δεν έγινε ένδοξο ούτε από τα πρώιμα πνευματικά προϊόντα της εξαιρετικής διανοίας του, ούτε από την αξιόλογη δράση του στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, αλλά από τις μεγάλες δωρεές του στην Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Οι δωρεές αυτές είχαν αποσπάει την αγάπη, την εκτίμηση και την ευγνωμοσύνη όλου του ελληνισμού, ο οποίος καταλάβαινε ότι το νόημα των δωρεών αυτών η μόρφωση κατάλληλων μητέρων και παιδαγωγών. Μετά την αποτίναξη της δουλείας, χρειαζόταν εξυγιαντική πνοή για σωστή εκπαίδευση και αγωγή.

Με δικές του δαπάνες βοήθησε στην αποπεράτωση του Μεγάρου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας επί της οδού Πανεπιστημίου, ενώ διέθεσε μεγάλα ποσά για τη συντήρησή του. Το 1850 το Διοικητικό Συμβούλιο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας τον ανακήρυξε μεγάλο ευεργέτη και ονόμασε τα σχολεία της Αρσάκεια. Εκτός από αυτές τις δωρεές, μεγάλα ποσά και πολύτιμα αντικείμενα δώρησε ο Αρσάκης και στην εκκλησία του Αρσακείου, η οποία ετιμάτο, χάριν της συζύγου του Αναστασίας, επ' ονόματι της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας. Επίσης δώρισε σημαντικά ποσά για την ανέγερση στη πατρίδα του, σχολείων και ναών. Επιπλέον, δημοσίευσε την αρχαιολογική πραγματεία «Περί του ει εξήν ταις γυναιξί ταις δραματικαίς επιδείξεσι παρείναι».

Ο Αρσάκης υπήρξε αγαθός και ευτυχής οικογενειάρχης και απέκτησε έναν γιο, τον Γεώργιο, και δύο κόρες: την Ελένη, σύζυγο Καντακουζηνού, και την Ολυμπία, σύζυγο Λαχοβάρη, πρεσβευτή της Ρουμανίας. Δύο μήνες προ του θανάτου του αφιέρωσε στην εκκλησία του Αρσακείου έναν Επιτάφιο και ένα χρυσοκέντητο Σταυρό.

Όταν απεβίωσε ο Αρσάκης, στις 16 Ιουλίου του 1874 στο Βουκουρέστι, το συμβούλιο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας όρισε πένθος 40 ημερών σε όλο το προσωπικό του Αρσακείου και του έκανε μνημόσυνο στη Μητρόπολη Αθηνών, κατά το οποίο εξεφώνησε ιστορικό λόγο ο Κωνσταντίνος Κοντογόνης. Όρισε, επίσης, όπως σε κάθε εορτή να ευλογεί το όνομά του στην εκκλησία του Αρσακείου ο εκκλησιαστικός χορός των Αρσακειάδων ψάλλοντας το τροπάριο "Αποστόλου και Αναστασίας, των αοιδίμων ιδρυτών του ιερού τούτου τεμένους, αιωνία η μνήμη" και κάθε χρόνο, στις εξετάσεις, οι μαθήτριες ψάλλουν τον "Αρσάκειο Ύμνο", που γράφτηκε και μελοποιήθηκε προς τιμή του από το 1866.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Ιάκωβος ή Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός, Έλληνας λόγιος και πολιτικός της νεοσύστατης Ελλάδας

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1778 και απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1849. Στον Ρίζο Νερουλό οφείλεται ο πρώτος καταρτισμός της ανώτερης παιδείας, η ίδρυση του Πανεπιστημίου και η σύσταση της Αρχαιολογικής Εταιρείας, της οποίας και διετέλεσε επί πολλά έτη πρόεδρος, όντας και ο πρώτος πρόεδρός της με την ίδρυσή της το 1837. Επίσης, το 1836 συνέβαλε στην ίδρυση της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ήταν επίσης ένας από τους δέκα πρώτους Νομάρχες της Ελλάδας: Το 1833 διορίστηκε Νομάρχης Κυκλάδων. Τελικά διορίστηκε Πρέσβης της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε.

Ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός ή Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός (1778 - 10 Δεκεμβρίου 1849) ήταν Έλληνας λόγιος και πολιτικός της Βλαχίας, Μολδαβίας και της νεοσύστατης Ελλάδας.

Ι. Βιογραφικά στοιχεία
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1778. Ο πατέρας του Νερουλός ήταν λόγιος και κατείχε τον βαθμό του Καμαράση. Η μητέρα του ήταν το γένος Ρίζου, από την οποία πήρε και την επωνυμία. Το διπλό όνομα «Ρίζος Νερουλός» παρέμεινε ως αντιδιαστολή από τον οικογενειακό κυρίως κλάδο των αρχαιότερων Ρίζων Ραγκαβή.

Ο μικρός Ιακωβάκης σε βρεφική ηλικία έμεινε ορφανός από πατέρα και μητέρα, και τον ανέλαβε ο θείος του Σαμουήλ Εφέσου, ο οποίος τον μόρφωσε και τον έκανε άριστο Ελληνιστή. Διδάχτηκε επίσης φιλοσοφία από τον Δανιήλ Φιλιππίδη, Γαλλικά και μαθηματικά από τον Γάλλο αββά Λαφονταίν.

Σε ηλικία είκοσι ετών ακολούθησε τον ηγεμόνα Κωνσταντίνο Υψηλάντη στη Μολδαβία. Λόγο αργότερα, ο θείος του, Αλέξανδρος Σούτσος που διαδέχτηκε τον Υψηλάντη διόρισε τον Ιάκωβο επιτετραμμένο του επί την Υψηλή Πύλη. Με τον Ρωσικό πόλεμο όμως ο Ιακωβάκης έμεινε εκτός πραγμάτων, μέχρι που ο ηγεμόνας Ιωάννης Καρατζάς τον επανέφερε στη Βλαχία και τον ανέβασε διαδοχικά στο αξίωμα του «μεγάλου ποστελνίκου» ή πρωθυπουργού της Βλαχίας (Premier Ministre des Hospodars de Valachie)(1812-1818). Μετά από έξι χρόνια ο Καρατζάς αποχώρησε και ο Ρίζος διορίστηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταφραστής του μεγάλου διερμηνέα. Το 1819 ακολούθησε και πάλι τον ηγεμόνα Μιχαήλ Σούτσο στη Μολδαβία, όπου και έμεινε μέχρι την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης. Εκεί μυείται στη Φιλική Εταιρεία και μετά την αποτυχία του Υψηλάντη στη Μολδαβία ο Ρίζος καταφεύγει στη Βεσσαραβία , το 1822 -1825 στην Πίζα το 1826-1827 στη Γενεύη . Στη Γενεύη ο Ρίζος ανέλαβε να διδάξει την ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας. Εκεί έγραψε την περίφημη «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως μέχρι το 1825». Στη Γενεύη γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια, ο οποίος τον έφερε μαζί του στην Ελλάδα ως προσωπικό του σύμβουλο το 1828.

Στην Ελλάδα ο Ρίζος Νερουλός ανέλαβε αμέσως το Υπουργείο Εξωτερικών, διαφώνησε όμως με την Κυβέρνηση και αποσύρθηκε από τον δημόσιο βίο μένοντας στην Αίγινα. Μετά τον θάνατο του Καποδίστρια επανήλθε και ανέλαβε το Υπουργείου των Εσωτερικών, των Εκκλησιαστικών και της Δικαιοσύνης, ενώ έγινε μέλος του Συμβουλίου Επικρατείας.

Στον Ρίζο Νερουλό οφείλεται ο πρώτος καταρτισμός της ανώτερης παιδείας, η ίδρυση του Πανεπιστημίου και η σύσταση της Αρχαιολογικής Εταιρείας, της οποίας και διετέλεσε επί πολλά έτη πρόεδρος, όντας και ο πρώτος πρόεδρός την με την ίδρυσή της το 1837. Επίσης, το 1836 συνέβαλε στην ίδρυση της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.

Ήταν επίσης ένας από τους δέκα πρώτους Νομάρχες της Ελλάδας: Το 1833 διορίστηκε Νομάρχης Κυκλάδων.

Τελικά διορίστηκε Πρέσβης της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε τον Δεκέμβριο του 1849.

ΙΙ. Συγγραφικό-λογοτεχνικό έργο
Έχει γράψει τρία θεατρικά έργα: τα Κορακιστικά το 1813 στην Κωνσταντινούπολη, την Ασπασία στη Βιέννη το 1813 και την Πολυξένη στη Βιέννη το 1814. Επίσης ένα ημιτελές ποίημα Κούρκας αρπαγή το 1816. Το 1823 τυπώνει στη Λειψία την Ωδή προς Έλληνας με εμφανείς τις αρχαϊστικές τάσεις.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Ρισελιέ, ο μεγαλύτερος πολιτικός στην ιστορία της Γαλλίας

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1585. 
Σε ηλικία 23 ετών χειροτονήθηκε επίσκοπος και αργότερα ασχολήθηκε με την πολιτική. Άρχισε σιγά σιγά να γίνεται παντοδύναμος, μέχρι που ο Πάπας Γρηγόριος ΙΕ΄ τον έχρισε καρδινάλιο και λίγο αργότερα σε ηλικία 39 ετών, ο καρδινάλιος Ρισελιέ έγινε πρωθυπουργός, ασκώντας συγκεντρωτική εξουσία στα χέρια τα δικά του και του βασιλιά. Ήταν ο πραγματικός ιδρυτής της δεσποτικής μοναρχίας, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με τον Λουδοβίκο ΙΔ΄. Σπουδαίος προστάτης της γαλλικής λογοτεχνίας, αυτός ίδρυσε τη Γαλλική Ακαδημία το 1635.
Cardinal de Richelieu.jpg
Προσωπογραφία του καρδινάλιου Ρισελιέ από τον Φιλίπ ντε Σαμπαίν (1637)
Ο Καρδινάλιος Ρισελιέ (Αρμάν Ζαν ντυ Πλεσί, δούκας του Ρισελιέ και του Φρονσάκ, γαλλικά: Armand Jean du Plessis, cardinal-duc de Richelieu et de Fronsac, 9 Σεπτεμβρίου 1585 – 4 Δεκεμβρίου 1642) ήταν Γάλλος κληρικός, ευγενής και πολιτικός.

Το 1608, σε ηλικία 23 ετών, χειροτονήθηκε επίσκοπος και αργότερα ασχολήθηκε με την πολιτική. Σύντομα αναρριχήθηκε τόσο στην Καθολική Εκκλησία όσο και στη γαλλική κυβέρνηση, καθώς το 1622 έγινε καρδινάλιος και το 1624 πρωθυπουργός του Λουδοβίκου ΙΓ'. Παρέμεινε στη θέση του μέχρι το θάνατό του το 1642, οπότε τον διαδέχθηκε ο Καρδινάλιος Μαζαρίνος.

Ως πρωθυπουργός επιχείρησε να κάνει μεγάλη τη Γαλλία με το να συγκεντρώσει όλη την εξουσία και την κρατική δύναμη στα χέρια του βασιλιά και στα δικά του. Δεν προσποιήθηκε καθόλου ότι κυβερνά συνταγματικά και χρησιμοποίησε τη δύναμή του για να ακολουθήσει επιθετική εξωτερική πολιτική. Ήταν ο πραγματικός ιδρυτής της δεσποτικής μοναρχίας, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με τον Λουδοβίκο ΙΔ΄. Σπουδαίος προστάτης της γαλλικής λογοτεχνίας, αυτός ίδρυσε τη Γαλλική Ακαδημία το 1635.

Ι. Τα πρώτα χρόνια
Γεννημένος στο Παρίσι, ο Αρμάν ντυ Πλεσί (Armand du Plessis) (όπως ήταν το πραγματικό του όνομα) ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά και ο τελευταίος από τους τρεις υιούς του Φρανσουά ντυ Πλεσί και της Συζάν ντε λα Πορτ. Τα μέλη της οικογενείας του ήταν μικροευγενείς από την επαρχία του Πουατού. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και αυλικός και υπηρέτησε ως Μέγας Κοσμήτορας της Γαλλίας. Το 1590, όταν ο Ρισελιέ ήταν 5 ετών, ο πατέρας του σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών πολέμων αφήνοντας την οικογένεια σε δεινή οικονομική κατάσταση. Εξαιτίας της κακοδιαχείρισης αλλά και των συνεπειών των θρησκευτικών πολέμων (1562-1598) οι πόροι της οικογένειας Ντυ Πλεσί είχαν περιοριστεί στα έσοδα από την Επισκοπή της Λυσόν, την οποία είχε παραχωρήσει στον πατέρα Ντυ Πλεσί ο βασιλιάς Ερρίκος Γ΄.

Στην ηλικία των 9 ετών, ο Ρισελιέ γράφτηκε σε κολλέγιο για να σπουδάσει φιλοσοφία και στη συνέχεια άρχισε να εκπαιδεύεται για στρατιωτική καριέρα. Όμως για να διατηρηθεί το κληρονομικό δικαίωμα της οικογένειας στα έσοδα της επισκοπής έπρεπε ένας από τους γιους να ακολουθήσει τον ιερατικό κλάδο. Ο πρώτος γιος, ο Ανρί Ντυ Πλεσί, ήταν δικαιωματικά κληρονόμος του φέουδου του Ρισελιέ. Έτσι, η μητέρα του Ρισελιέ πρότεινε στο δεύτερο γιο της, τον Αλφόνς, να γίνει επίσκοπος της Λυσόν. Όμως ο Αλφόνς, καθώς δεν είχε καμία επιθυμία να γίνει επίσκοπος, επέλεξε το μοναστικό βίο. Έτσι, το 1608, σε ηλικία 23 ετών, ο Ρισελιέ χειροτονήθηκε επίσκοπος και αμέσως έδωσε δείγματα της στιβαρής πυγμής του στην επισκοπή του καθότι έγινε ο πρώτος επίσκοπος στη Γαλλία που εφάρμοσε τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που ορίστηκαν από τη Σύνοδο του Τρέντο.

ΙΙ. Άνοδος στην εξουσία
Υπέρμετρα φιλόδοξος αλλά ταυτόχρονα προικισμένος με ατσάλινη θέληση και ακούραστη εργατικότητα, ο Ρισελιέ παρά την εύθραυστη υγεία του κατόρθωσε μέσα σε λίγα χρόνια να ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό της επαρχίας.
Ο καρδινάλιος Ρισελιέ στην πολιορκία της Λα Ροσέλ, του Henri Motte
Με τη δολοφονία του Ερρίκου Δ' το 1610 οι θρησκευτικές έριδες που εξακολουθούσαν να ταλανίζουν τη Γαλλία οξύνθηκαν. H αντιβασιλεία της Μαρίας των Μεδίκων, μητέρας του ανηλίκου Λουδοβίκου ΙΓ΄, αποδείχθηκε ανίκανη και διεφθαρμένη και οι διάφοροι ευγενείς και αξιωματούχοι προσπαθούσαν να εξυπηρετήσουν τις προσωπικές τους επιδιώξεις σε βάρος των συμφερόντων της χώρας.

Το 1614 παρουσιάστηκε η μεγάλη ευκαιρία για τον νεαρό επίσκοπο της Λυσόν. Τότε οι κληρικοί της επαρχίας Πουατού ζήτησαν από τον Ρισελιέ να τους εκπροσωπήσει στη Συνέλευση των Τριών Τάξεων. Εκεί ο Ρισελιέ αποδείχθηκε ο πιο εξέχων κληρικός, υποστηρίζοντας την υιοθέτηση των διαταγμάτων της Συνόδου του Τρέντο σε όλη τη Γαλλία και αναλαμβάνοντας τη δύσκολη αποστολή να κατευνάσει τα οξυμένα πνεύματα. Στο τέλος της συνέλευσης, η τάξη των κληρικών τον επέλεξε για να εκφωνήσει τις αποφάσεις της. Ευφυής, εύστροφος και καλός ρήτορας, ο Ρισελιέ εντυπωσίασε όχι μόνο τα μέλη της συνέλευσης αλλά και την ίδια τη βασιλομήτορα, τη [Μαρία των Μεδίκων, που ήταν και αντιβασίλισσα. Με την επιρροή τη δική της, ο Ρισελιέ κέρδισε μια θέση στην Αυλή ως προσωπικός πνευματικός της βασίλισσας Άννας της Αυστριακής, συζύγου του Λουδοβίκου ΙΓ'.

Ωστόσο η ιεροσύνη δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τον Ρισελιέ. Πολύ σύντομα τα καθήκοντα του πνευματικού αντικαταστάθηκαν με τα καθήκοντα του γραμματέα (υπουργού) του Πολέμου και των Εξωτερικών. Ο Ρισελιέ ανέβηκε πολιτικά υπηρετώντας πιστά τον Κοντσίνο Κοντσίνι, τον πιο ισχυρό υπουργό του βασιλείου. Όμως τον Απρίλιο του 1617, μετά από δολοπλοκία, ο Κοντσίνι δολοφονήθηκε και η Μαρία των Μεδίκων ανατράπηκε με εντολή του γιου της, Λουδοβίκου ΙΓ΄. Με τον προστάτη του νεκρό, ο Ρισελιέ έχασε την εξουσία του και αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Λυσόν. Στη συνέχεια ο βασιλιάς τον εξόρισε στην παπική πόλη της Αβινιόν, όπου ο Ρισελιέ, για να καταπραΰνει την πίκρα του και την οργή του άρχισε να συγγράφει, δραστηριότητα που τη συνέχισε κατά καιρούς ως το τέλος της ζωής του.

Το 1619 η Μαρία των Μεδίκων δραπέτευσε από το ανάκτορο του Μπλουά, όπου ήταν αιχμάλωτη, και ηγήθηκε μία αριστοκρατικής επανάστασης ενάντια στον γιο της, βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄. Τότε ο βασιλιάς, με ανάμεικτα αισθήματα προς τον Ρισελιέ, τον ανακάλεσε στην Αυλή πιστεύοντας ότι ήταν σε θέση να μεταπείσει τη μητέρα του. Ο Ρισελιέ πέτυχε στην αποστολή του, συμφιλιώνοντας το βασιλιά με τη μητέρα του.

Ο Ρισελιέ άρχισε σιγά σιγά να γίνεται παντοδύναμος. Το 1622 ο βασιλιάς τον πρότεινε για καρδινάλιο και ο Πάπας Γρηγόριος ΙΕ΄ συμφώνησε χρίζοντάς τον καρδινάλιο στις 19 Απριλίου 1622. Στις 29 Απριλίου του 1624 ο Ρισελιέ διορίστηκε στο υπουργικό συμβούλιο του βασιλιά ως γραμματέας του Ναυτικού και του Εμπορίου. Στις 13 Αυγούστου του ίδιου έτους, και σε ηλικία 39 ετών, ο καρδινάλιος Ρισελιέ έγινε πρωθυπουργός (όμως διορίστηκε επίσημα πρόεδρος του συμβουλίου το Νοέμβριο του 1629).

ΙΙΙ. Πρωθυπουργία
Ο Ρισελιέ κατάλαβε ότι το στέμμα της Γαλλίας είχε χάσει μεγάλο μέρος από το κύρος του από την εποχή που βασίλευε ο Ερρίκος Δ΄. Πιστεύοντας ότι "οι βασιλιάδες είναι η ζωντανή εικόνα του Θεού", έβαλε σαν πρώτο του σκοπό να αποκαταστήσει τη μοναρχία στην παλιά της αίγλη. Σ' όλο το διάστημα της πρωθυπουργίας του δεν κάλεσε ούτε μία φορά τα μέλη του Κοινοβουλίου σε σύσκεψη, και καθώς ο Λουδοβίκος ήταν αδύνατος και άβουλος, ο Ρισελιέ έμεινε ο απόλυτος κυβερνήτης της Γαλλίας.
Ο καρδινάλιος Ρισελιέ, του Robert Nanteuil
Η πολιτική του καρδινάλιου Ρισελιέ περιλάμβανε δύο πρωταρχικούς στόχους: τη συγκεντρωτική διοίκηση στη Γαλλία και την αντίθεση στη δυναστεία των Αψβούργων (η οποία κυβερνούσε την Αυστρία και την Ισπανία).

Το 1626 διέταξε να γκρεμιστούν όλα τα οχυρωμένα κάστρα, με μόνη εξαίρεση εκείνων που ήταν απαραίτητα για την άμυνα ενάντια σε εισβολείς. Έτσι στέρησε από τους πρίγκιπες, τους δούκες και άλλους αριστοκράτες, σημαντικές αμυντικές θέσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ενάντια στα στρατεύματα του βασιλιά σε περίπτωση εξέγερσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ο Ρισελιέ να γίνει μισητός από την πλειοψηφία της αριστοκρατίας.

Ένα άλλο εμπόδιο για τη συγκέντρωση της εξουσίας ήταν ο θρησκευτικός διχασμός στη Γαλλία. Οι Ουγενότοι, μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές και θρησκευτικές παρατάξεις στη χώρα, έλεγχαν μία σημαντική στρατιωτική δύναμη και ήταν σε εξέγερση. Το 1627, ο Ρισελιέ διέταξε το στρατό να πολιορκήσει την πόλη Λα Ροσέλ, όπου , με τη βοήθεια του βασιλιά της Αγγλίας Καρόλου A΄, είχαν οχυρωθεί οι επαναστατημένοι Ουγενότοι. Η πόλη έπεσε μετά από ένα χρόνο (το 1628) αλλά οι Ουγενότοι συνέχισαν τον αγώνα. Ύστερα, αφού κατέστειλε και τις άλλες εξεγέρσεις τους, ο Ρισελιέ, χωρίς να θίξει τα θρησκευτικά τους δικαιώματα τα οποία τους είχε παραχωρήσει ο Ερρίκος Δ' το 1598 με το Έδικτο της Νάντης, πρότεινε στον Λουδοβίκο και τον έπεισε να υπογράψει άλλο διάταγμα (28 Ιουνίου 1629) το οποίο στερούσε από τους Ουγενότους τα πολιτικά και τα στρατιωτικά τους δικαιώματα.

Αφού αφόπλισε τους Ουγενότους, ο Ρισελιέ στράφηκε προς τους μεγαλοευγενείς και εξουδετέρωσε όλους εκείνους που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την απόλυτη βασιλική εξουσία. Το 1630 ματαίωσε μία προσπάθεια της βασιλομήτορος και των ευγενών να πείσουν τον βασιλιά να τον διώξει. Η Μαρία των Μεδίκων εξορίστηκε στο Κομπιέν και πολλοί από τους ευγενείς φυλακίστηκαν ή εκτελέστηκαν. Ο Ρισελιέ εξακολούθησε να καταπνίγει με μεγάλη σκληρότητα διάφορες τέτοιες συνωμοσίες. Το 1632, λόγου χάρη, καρατομήθηκε ο Ερρίκος B´ του Μονμορανσί, ο οποίος είχε τολμήσει να εξεγερθεί κατά του θρόνου. Εξουδετερώνοντας τους ισχυρούς ευγενείς και επανδρώνοντας τον μηχανισμό της διοίκησης με ανθρώπους του, ο Ρισελιέ κατόρθωσε να διασφαλίσει την εσωτερική συνοχή της χώρας και να σταθεροποιήσει την απόλυτη εξουσία του βασιλιά.

IV. Ο Τριακονταετής Πόλεμος
Η εξωτερική πολιτική του Ρισελιέ είχε σκοπό να αποκαταστήσει την επιρροή και τη δύναμη της Γαλλίας στην Ευρώπη και κυρίως στην Αυστρία και την Ισπανία. Πριν την άνοδο του Ρισελιέ στην εξουσία, οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης είχαν εμπλακεί στον Τριακονταετή Πόλεμο. Η Γαλλία δεν ήταν ανοιχτά σε πόλεμο με τους Αψβούργους, ο οποίοι κυβερνούσαν την Ισπανία και την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και γι' αυτό οι βοήθειες και οι ενισχύσεις δίνονταν στους αντιπάλους τους κρυφά.
Προσωπογραφία του Ρισελιέ, από τον Φιλίπ ντε Σαμπέν (περ. 1635)
Το 1629 ο αυτοκράτορας Φερδινάνδος Β΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπέταξε πολλούς από τους Προτεστάντες αντιπάλους του στη Γερμανία. Ο Ρισελιέ, θορυβημένος από την επιρροή του Φερδινάνδου, και παρότι καρδινάλιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, δεν δίστασε να προτρέψει τους Σουηδούς προτεστάντες να εισβάλλουν στη Γερμανία, ενισχύοντάς τους οικονομικά. Για να αντιμετωπίσει τα στρατιωτικά έξοδα, ο Ρισελιέ επέβαλε φόρο στο αλάτι και στην ακίνητη περιουσία. Για να κάνει πιο αποτελεσματική την είσπραξη των φόρων και για να περιορίσει τη διαφθορά στο ελάχιστο δυνατό, παρέκαμψε τους τοπικούς εφοριακούς αντικαθιστώντας τους με υπαλλήλους στην άμεση υπηρεσία του στέμματος. Η οικονομική πολιτική του Ρισελιέ προκάλεσε διάφορες εξεγέρσεις, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με αγριότητα.

Ο Ρισελιέ συνέβαλε σημαντικά στη μετατροπή του Τριακονταετούς Πολέμου από μία σύγκρουση Προτεσταντών εναντίον Καθολικών σε πόλεμο εναντίον της ηγεμονίας των Αψβούργων. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του πέτυχε μεγάλες νίκες εναντίον του αυτοκρατορικού στρατού της Γερμανίας. Σ' αυτή τη διαμάχη η Γαλλία στράγγιξε αποτελεσματικά τους πόρους της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και την οδήγησε αμείλικτα στην πτώχευση. Ο ίδιος ωστόσο δεν μπόρεσε να δρέψει τους καρπούς των κόπων του. Το όραμά του υλοποιήθηκε μετά τον θάνατό του, με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, το 1648.

V. Τα τελευταία χρόνια
Ο Ρισελιέ δυσαρεστήθηκε από την άρνηση του Πάπα Ουρβανού Η΄ να τον ονομάσει απεσταλμένο του Πάπα στη Γαλλία. Όμως παρά τις ταραγμένες σχέσεις του με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ο Ρισελιέ δεν υποστήριξε την αποκήρυξη της παπικής εξουσίας στη Γαλλία.
Ο καρδινάλιος Ρισελιέ στην επιθανάτιο κλίνη, έργο του Φιλίπ ντε Σαμπέν
Ο Ρισελιέ υπήρξε αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος πολιτικός στην ιστορία της Γαλλίας. Ωστόσο τον μίσησαν οι πάντες. Γλίτωσε από δεκάδες απόπειρες δολοφονίας, και παρά την κακή υγεία του κατόρθωσε να ζήσει 57 χρόνια.

Από την παιδική ηλικία, η υγεία του Ρισελιέ ήταν εύθραυστη με αποτέλεσμα ο ίδιος να περνά συχνά περιόδους κακής υγείας. Για πολλά χρόνια υπέφερε από πυρετούς (ενδεχομένως ελονοσία), φυματίωση με συρίγγιο και ημικρανίες. Τελικά πέθανε από μόλυνση λόγω σταφυλόκοκκου στις 4 Αυγούστου 1642. Ωστόσο πρόλαβε να υποδείξει ως διάδοχό του τον Μαζαρίνο, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο πιστούς οπαδούς του.

Το Παρεκκλήσιο της Σορβόνης, το οποίο χτίστηκε από τον Ζακ Λεμερσιέ, αποτελεί μνημείο αφιερωμένο στον Ρισελιέ, του οποίου το οικόσημο βρίσκεται στα στηρίγματα του τρούλου και στο μαρμάρινο τάφο του.

VI. Τέχνη και Πολιτισμός
Ο Ρισελιέ ήταν διάσημος προστάτης των τεχνών. Ο ίδιος ήταν συγγραφέας διάφορων θρησκευτικών και πολιτικών έργων και αρκετά καλός ζωγράφος και μουσικός. Επιπλέον έστειλε αντιπροσώπους του στο εξωτερικό προς αναζήτηση βιβλίων και χειρογράφων για να εμπλουτίσει τη βιβλιοθήκη του. Στη διαθήκη του όρισε πως η βιβλιοθήκη του θα πρέπει να είναι χρήσιμη όχι μόνο για την οικογένειά του, αλλά να είναι ανοικτή σε σταθερές ώρες για τους μελετητές. Η βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στη Σορβόνη το 1660. Ο Ρισελιέ υπήρξε μέντορας πολλών συγγραφέων, μεταξύ των οποίων και του περίφημου θεατρικού συγγραφέα Πιέρ Κορνέιγ. Επίσης, το 1635 ίδρυσε τη Γαλλική Ακαδημία.

Ο Ρισελιέ επέβλεψε την κατασκευή του δικού του παλατιού στο Παρίσι, του Παλαί Καρντινάλ, το οποίο το 1642 κληροδοτήθηκε στο βασιλιά και είναι το γνωστό σήμερα Παλαί Ρουαγιάλ.

VII. Η κληρονομιά του Ρισελιέ
Η θητεία του Ρισελιέ ήταν μία κρίσιμη περίοδος για τη μεταρρύθμιση στη Γαλλία. Πριν απ' αυτόν, η πολιτική δομή της χώρας ήταν σε μεγάλο βαθμό φεουδαρχική, με ισχυρούς ευγενείς και ευρεία ποικιλία νόμων σε διάφορες περιοχές. Κατά περιόδους, ορισμένα τμήματα της αριστοκρατίας συνωμότησαν εναντίον του βασιλιά, ανέπτυξαν ιδιωτικούς στρατούς και συμμάχησαν με ξένες δυνάμεις. Το σύστημα αυτό έδωσε τη θέση του στην κεντρική εξουσία υπό τον Ρισελιέ.
Καρδινάλιος Ρισελιέ από τον Φιλίπ ντε Σαμπαίν,
Μουσείο Καλών Τεχνών του Στρασβούργου.
Ο Ρισελιέ, αμείλικτος στους εχθρούς του, αλλά και μεγάλος πολιτικός με εξαιρετικές ικανότητες, αποκατέστησε την ισχύ του γαλλικού στέμματος, χάρισε τάξη και ενότητα στη χώρα, εξασφάλισε για τη Γαλλία μιαν ηγετική θέση στα ζητήματα της Ευρώπης και προστάτεψε τις Καλές Τέχνες. Πίστευε ότι ο σκοπός για την ανάπτυξη του έθνους δικαιολογούσε τα μέσα, και αυτό τον οδήγησε να καταστρέψει χωρίς οίκτο πολλές από τις τοπικές ελευθερίες της Γαλλίας, να καταπιέσει τη χώρα με φόρους και να συντρίψει κάθε μορφή συνταγματικής διακυβέρνησης. Λογόκρινε τον Τύπο, θέσπισε ένα μεγάλο δίκτυο εσωτερικών κατασκόπων, απαγόρευσε τη συζήτηση πολιτικών θεμάτων στις δημόσιες συνελεύσεις, και όσοι τόλμησαν να συνωμοτήσουν εναντίον του οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη και εκτελέστηκαν.

Ωστόσο κανένα από τα συμφέροντα της Γαλλίας δε θυσιάστηκε ποτέ στις προσωπικές του φιλοδοξίες. "Υπήρξα αυστηρός σε μερικούς", έλεγε, "για να είμαι καλός σε όλους". Και πραγματικά, φαίνεται ότι ταύτιζε τον εαυτό του ολοκληρωτικά με το κράτος. Το 1642, λίγο πριν το θάνατό του, είπε: "Δεν είχα ποτέ κανέναν άλλον εχθρό, παρά μόνον τους εχθρούς του κράτους".

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Ιωάννης Κωλέττης, Έλληνας πολιτικός την εποχή της Επανάστασης του 1821

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1847. 
Ιδρυτής του Κόμματος της Φουστανέλας ή Γαλλικού Κόμματος και πρώτος συνταγματικός Πρωθυπουργός. Κατηγορήθηκε για συγκεντρωτισμό και περιφρόνηση του κοινοβουλευτισμού, χαρακτηριστικά οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες μιλούσαν για δικτατορία. Η πολιτική ένταση, όμως, την περίοδο εκείνη ήταν τόσο οξεία ώστε οι χαρακτηρισμοί ενείχαν στοιχεία υπερβολής και οι όποιες εξουσιαστικές πρακτικές είχαν άλλα μέτρα σύγκρισης από τα σύγχρονα και εξυπηρετούσαν άλλες ανάγκες. Το σημαντικότερο στοιχείο της περιόδου υπήρξε η κυβερνητική σταθερότητα, γεγονός άγνωστο για τη μέχρι τότε πορεία του κράτους. Ωστόσο ο Κωλέττης στάθηκε φειδωλός σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις προσπαθώντας την ομαλή μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας προς τους σύγχρονους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Ioannis Kolettis.JPG

Ο Ιωάννης Κωλέττης (1773 ή 1774 - 31 Αυγούστου 1847) ήταν Έλληνας πολιτικός την εποχή της Επανάστασης του 1821 (Βλ. Επανάσταση του 1821 ΕΔΩ). Υπήρξε ιδρυτής του Κόμματος της Φουστανέλας ή Γαλλικού Κόμματος, όπως επικράτησε να λέγεται, και πρώτος Πρωθυπουργός της Ελλάδας.

1. Τα πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στο χωριό Συρράκο των Ιωαννίνων το 1778, όπου και φοίτησε στο τοπικό σχολείο. Γονείς του ήταν ο Νικόλαος Κωλέττης και η Ξάνθη Δημάκη. Αδέλφια του ο μεγαλύτερος Χρήστος, η Αικατερίνη (μετέπειτα Αικατερίνη Μασκλαβάνη) και η Μαρία.

Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα ασχολούμενος με το εμπόριο . Με προτροπή και οικονομική ενίσχυση του θειου του , Γεωργίου Τουρτούρη, μετέβη στην Πίζα της Ιταλίας όπου παρέμεινε 7 χρόνια σπουδάζοντας ιατρική. Εκεί συνδέθηκε με στενή φιλία με τον λόγιο κληρικό Θεόφιλο Καΐρη, τον οποίο αργότερα υπερασπίστηκε σθεναρά στις εναντίον του διώξεις. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι θα μπορούσε να είναι ο συντάκτης της επαναστατικής φυλλάδας Ελληνική Νομαρχία Ανωνύμου του Έλληνος, πρωτοδημοσιευμένης το 1806 στην Ιταλία. Γύρω στα 1810 επέστρεψε στα Ιωάννινα και ξεκίνησε την άσκηση της ιατρικής. Η καλή φήμη του οδήγησε τον γιο του Αλή πασά των Ιωαννίνων, Μουχτάρ, να τον προσλάβει ως προσωπικό του γιατρό, εισερχόμενος έτσι στην Αυλή του Αρβανίτη ηγεμόνα.

Το 1819 έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, εξασφαλίζοντας με τη θέση του τη μύηση στο επαναστατικό εγχείρημα σημαντικών Ελλήνων στρατιωτικών, οι οποίοι υπηρετούσαν στις δυνάμεις του Αλή πασά.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, εκμεταλλευόμενος την παράλληλη ανταρσία του Αλή προς την Πύλη, διέφυγε, και στις 25 Ιουνίου 1821 κήρυξε μαζί με τον Ιωάννη Ράγκο την επανάσταση στο Συρράκο και τους Καλαρρύτες. Η αποτυχία του εγχειρήματός τους οδήγησε στην καταστροφή των δύο κωμοπόλεων και στην καταφυγή του Κωλέττη στο Μεσολόγγι. Ακολούθως μετέβη στην Πελοπόννησο, αναμειγνυόμενος πλέον ενεργά στην πολιτική του Αγώνα.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει στα Απομνημονεύματά του σχετικά με απόπειρα δολοφονίας κατά του Οδυσσέα Ανδρούτσου το 1822 και άλλες ραδιουργίες κατά του Ανδρούτσου την ίδια περίοδο: "Σ' αυτά όλα έφταιγε ο Κωλέττης. Από τον Αλή Πασσά - ήταν γιατρός του Μουχτάρπασια - γνώριζε τον Δυσσέα τι νου είχε, ήταν ο καλύτερος απ' όλους τους άλλους στρατιωτικούς. Δεν μπορούσε να τον παίξη αυτόν ο Κωλέττης. Κι ήθελε να τον βγάλη από τη μέση και να κάμη τους δικούς του σκοπούς. Ο Κωλέττης είναι από τους Καλαρρύτες. Όταν χαλάστηκαν οι Καλαρρύτες από τους Τούρκους πέρασε από το Γώγο κι αλλουνούς αρχηγούς της δυτικής Ελλάδος και πήρε συστατικά εις την Κυβέρνησιν ότι γνωρίζαμε αυτόν και τον κάναμε αντιπρόσωπό μας. Οι Πελοποννήσιοι και οι άλλοι άμαθοι και άπραγοι στα πολιτικά, τότε αυτός, πανούργος, ενώθη με τους ξεκλησμένους ανθρώπους κι έπαιξε την πατρίδα όπως ήταν η όρεξή του. Μαθητής των Τούρκων και κατεξοχή του τυράγνου Αλήπασσα, τέτοια φώτα σαν εκείνου θα δώση εις την πατρίδα και τέτοια έργα να 'νεργήση. Όταν κιντυνεύη η πατρίς, αυτός κατατρέχει τους άξιους ανθρώπους, τους κατατρέχει αυτός και οι φίλοι του, οπούναι Αργειοπαγίτες." [Kεφάλαιον τέταρτον, σελιδα 137-138]

Ο Μακρυγιάννης, επιπλέον αναφέρει ότι τον αποκαλούσαν "τζίτζιλε φίτζιλε", λόγω κουτσοβλαχικής καταγωγής.

2. Πρώιμη πολιτική σταδιοδρομία
Στις 20 Δεκεμβρίου 1821 μετείχε στην Α’ Εθνοσυνέλευση στην Πιάδα, κοντά στην παλαιά Επίδαυρο και ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη σύνταξη "Προσωρινού Πολιτεύματος", το οποίο ψηφίστηκε την 1η Ιανουαρίου 1822. Η Εθνοσυνέλευση ανακήρυξε Πρόεδρο του Νομοτελεστικού Σώματος τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, που προσέφερε στον Κωλέττη τη θέση του Μινίστρου (Υπουργού) των Εσωτερικών, ενώ για μικρό διάστημα ανέλαβε και τη θέση του Μινίστρου των Στρατιωτικών.

Μετά την εκδίωξη από το Ναύπλιο των "πολιτικών" από τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (Βλ. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ΕΔΩ), ο Κωλέττης συμμετείχε στη νέα διοίκηση του Κρανιδίου υπό τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Σε αυτή ανέλαβε τη στελέχωση στρατεύματος, το οποίο θα χρησιμοποιούταν στη διαμάχη με τους "στρατιωτικούς". Οι δυνάμεις της Διοίκησης του Κρανιδίου, επονομαζόμενες κυβερνητικές, νίκησαν εύκολα το στρατό του Κολοκοτρώνη, επιβάλλοντας την εξουσία των Κουντουριώτη, Μαυροκορδάτου, Κωλέττη.

Η επικράτησή τους δυσαρέστησε τους προκρίτους της Πελοποννήσου, οι οποίοι συμμάχησαν με τον Κολοκοτρώνη, εκκινώντας νέα ανταρσία στην Πελοπόννησο. Όμως και αυτή τη φορά οι δυνάμεις των Ρουμελιωτών υπό την καθοδήγηση του Μινίστρου Κωλέττη κατέστειλαν την εξέγερση οδηγώντας στη φυλακή προσωπικότητες του Αγώνα όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Η εισβολή των τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων στον Μωριά, εντούτοις, ανάγκασε την κυβέρνηση να τους απελευθερώσει, αναθέτοντας στον Κολοκοτρώνη την αρχιστρατηγία.
Με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ιωάννη Καποδίστρια (Βλ. Ιωάννης Καποδίστριας ΕΔΩ) διορίστηκε μέλος του "Πανελληνίου", του συμβουλευτικού οργάνου του Κυβερνήτη. Σύντομα ήρθε σε αντίθεση με την πολιτική του Καποδίστρια και πέρασε στην πλευρά των αντιπάλων του, αναμειγνυόμενος μάλιστα και στο κίνημα του Δημητρίου (Τσάμη) Καρατάσου το 1830. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 συγκρότησε κυβερνητική τριανδρία (Τριμελής Επιτροπή) μαζί με τους Αυγουστίνο Καποδίστρια και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

3. Πολιτική δράση την περίοδο της Απόλυτης Μοναρχίας
Η άφιξη του Όθωνα και η εγκαθίδρυση της Αντιβασιλείας δημιούργησαν ένα νέο πολιτικό τοπίο. Μέσα σε αυτό ο Κωλέττης αρχικά συνεργάστηκε και συμμετείχε στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο του Σπυρίδωνα Τρικούπη όπως και στην ακόλουθη κυβέρνηση Μαυροκορδάτου.
Ο Ιωάννης Κωλέττης αναγγέλλει την εκλογή του Οθωνα.
Εγχρωμη λιθογραφία. Peter Von Hess.
Στις 31 Μαΐου του 1834 διορίστηκε Πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου, σχηματίζοντας την πρώτη του κυβέρνηση, της οποίας ο βίος διήρκεσε μέχρι τις 20 Μαΐου 1835, ημέρα που ανέλαβε ο αντιβασιλέας Άρμανσμπεργκ τη διακυβέρνηση της χώρας. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του συντελέστηκε η μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Παρά την έντονη πίεση των Γάλλων για απόδοση στον Κωλέττη της Προεδρίας της κυβέρνησης, η Αντιβασιλεία αρνήθηκε να το πράξει. Κατόπιν αυτού απεστάλη ως πρεσβευτής της Ελλάδας στη Γαλλία, όπου παρέμεινε επί μία οκταετία.

Η άτυπη εξορία του Κωλέττη έληξε με την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου το 1843, όποτε κλήθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μετά την επιστροφή του ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα. Αρχικά συμμετείχε ως Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση του Ανδρέα Μεταξά (3 Οκτωβρίου 1843) και εν συνεχεία εξελέγη, με βάση τον νόμο της 4ης Μαρτίου 1829, πληρεξούσιος της επονομαζόμενης "Εθνοσυνέλευσης της 3ης Σεπτεμβρίου" (8 Νοεμβρίου 1843). Στις 19 Νοεμβρίου εξελέγη μέλος του Προεδρείου της Εθνοσυνέλευσης και στις 21 Νοεμβρίου ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη σύνταξη σχεδίου Συντάγματος.

Η στάση του Κωλέττη στην εκπόνηση του πρώτου Συντάγματος του ελληνικού βασιλείου ταυτίστηκε με αυτή των Α. Μεταξά και Α. Μαυροκορδάτου που έθεταν ως σκοπό την τήρηση ισορροπιών μεταξύ των επιδιώξεων των πολιτικών δυνάμεων και των διεκδικήσεων του μονάρχη. Το φάσμα ενός επαπειλούμενου νέου εμφυλίου πολέμου καθόριζε καταλυτικά την όλη διαδικασία της εκπόνησης του συνταγματικού χάρτη.

Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στις 11 Ιανουαρίου 1844, όταν τέθηκε θέμα συνταγματικής διάκρισης βάσει του άρθρου 3 μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, ο Κωλέττης εκφώνησε λόγο υπέρ της ισότητας ελεύθερων και αλύτρωτων Ελλήνων, ο οποίος προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στην κοινωνία της εποχής και οδήγησε στην εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης παρά την πλειονοψηφία των αυτοχθόνων πληρεξουσίων. Σε αυτή τη μνημειώδη ομιλία διαμορφώθηκε ιδεολογικά η Μεγάλη Ιδέα, η έννοια που καθόρισε την εξωτερική και εσωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους τουλάχιστο μέχρι το 1922. Ο Κωλέττης, που θεωρείται πατέρας της Μεγάλης Ιδέας, επηρεασμένος από τη νεότητά του ακόμη από το κήρυγμα του Ρήγα Φεραίου (Βλ.Ρήγας Φερραίος ΕΔΩ) (στη μνήμη του ήταν αφιερωμένη και η "Ελληνική Νομαρχία"), οραματιζόταν την ανάκτηση των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την εγκαθίδρυση μίας χριστιανικής ηγεμονίας. Το τελικό κείμενο του Συντάγματος ψηφίστηκε από την Εθνοσυνέλευση στις 4 Μαρτίου 1844 και στις 18 Μαρτίου ο Όθωνας ορκίστηκε την τήρησή του.

4. Πρώτος συνταγματικός Πρωθυπουργός
Συνακόλουθα με την κύρωση του Συντάγματος αποφασίστηκε η διενέργεια εκλογών και ο Όθωνας πρότεινε στους Α. Μαυροκορδάτο και Ι. Κωλέττη να σχηματίσουν από κοινού κυβέρνηση, που θα οδηγούσε τη χώρα προς τις εκλογές. Ο Κωλέττης αρνήθηκε τη συμμετοχή του υπολογίζοντας τη φθορά, την οποία θα είχε ο πολιτικός που θα ανελάμβανε τη διενέργεια των εκλογών. Ως ημερομηνία εκκίνησης της εκλογικής αναμέτρησης ορίστηκε η 6η Ιουνίου ενώ σύμφωνα με τα τότε κρατούντα διήρκεσε περίπου δύο μήνες. Διενεργήθηκε δε κατά τον εκλογικό νόμο που είχε προηγουμένως ψηφίσει η Εθνοσυνέλευση. Σε αυτή την αναμέτρηση διαπράχθηκαν πολλές παρατυπίες και από την πλευρά του Μαυροκορδάτου και από την πλευρά των Κωλέττη και Μεταξά. Συγκεκριμένα ο Μαυροκορδάτος έχοντας στα χέρια του την κρατική μηχανή προσπαθούσε να επηρεάσει τις συνειδήσεις των ψηφοφόρων ενώ αντίστοιχα ο Κωλέττης και ο Μεταξάς υπέθαλπαν τοπικές συγκρούσεις και εξεγέρσεις φίλα κείμενων προς αυτούς προσώπων όπως αυτή του οπλαρχηγού Θεοδωράκη Γρίβα στην Ακαρνανία. Σε αυτό το κλίμα και πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι εκλογές ο Μαυροκορδάτος υπέβαλε παραίτηση και στη θέση του ορίστηκε ο Κωλέττης. Τα τελικά αποτελέσματα στην κατανομή βουλευτικών εδρών έδωσαν στο Ρωσικό Κόμμα (Ναπαίοι) του Ανδρέα Μεταξά 55 έδρες, στο Αγγλικό Κόμμα (Μαρλαίοι) του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου 28 και στο Γαλλικό Κόμμα (Μοσχομαγκίτες) του Ιωάννη Κωλέττη είκοσι. Στις 6 Αυγούστου σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού του Γαλλικού και του Ρωσικού Κόμματος με πρώτο κοινοβουλευτικό Πρωθυπουργό τον Κωλέττη.

Η πρωθυπουργία του Κωλέττη σημαδεύτηκε από ένα αδυσώπητο πόλεμο των πολιτικών δυνάμεων και συνεχείς παρεμβάσεις προς όφελος της χώρας, που αντιπροσώπευε το κάθε κόμμα. Ο Ανδρέας Μεταξάς αποχώρησε σύντομα από το συνασπισμό, λόγω της διαχείρισης του εκκλησιαστικού ζητήματος, αφήνοντας στον Κωλέττη την απόλυτη ευθύνη της διακυβέρνησης και στρέφοντας το φιλικό του τύπο εναντίον του. Οι οικογενειακές φατρίες επικρατούσαν ακόμα δυσχεραίνοντας το έργο της κυβέρνησης. Επιπλέον ο βασιλιάς παρά τον περιορισμό του από το Σύνταγμα συνέχισε να παρεμβαίνει ανοικτά στην κρατική πολιτική.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση ο Πρωθυπουργός προσπάθησε την οικονομική ανάκαμψη της χώρας, ασκώντας διπλωματία προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ παράλληλα έθετε το στόχο της διεύρυνσής της προς τα παλαιά σύνορα της Αυτοκρατορίας. Ο Κωλέττης κατηγορήθηκε για συγκεντρωτισμό και περιφρόνηση του κοινοβουλευτισμού, χαρακτηριστικά οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες μιλούσαν για δικτατορία. Η πολιτική ένταση, όμως, την περίοδο εκείνη ήταν τόσο οξεία ώστε οι χαρακτηρισμοί ενείχαν στοιχεία υπερβολής και οι όποιες εξουσιαστικές πρακτικές είχαν άλλα μέτρα σύγκρισης από τα σύγχρονα και εξυπηρετούσαν άλλες ανάγκες.

Το σημαντικότερο στοιχείο της περιόδου υπήρξε η κυβερνητική σταθερότητα, γεγονός άγνωστο για τη μέχρι τότε πορεία του κράτους. Ωστόσο ο Κωλέττης στάθηκε φειδωλός σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις προσπαθώντας την ομαλή μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας προς τους σύγχρονους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Οι σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδεινώθηκαν στις 25 Ιανουαρίου 1847 με αφορμή την άρνηση του πρέσβη της στην Αθήνα Κωνσταντίνου Μουσούρου να παράσχει διαβατήριο στον υπασπιστή του βασιλιά, Τσάμη Καρατάσο, για να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη (κύκλος γεγονότων που οδήγησε στη διακοπή των διπλωματκών σχέσεων των δύο χωρών και ονομάστηκαν Μουσουρικά).

5. Το τέλος του Κωλέττη και μεταθανάτιες κρίσεις
Στα τέλη του 1846 η υγεία του Κωλέττη άρχισε να επιδεινώνεται, δεδομένο που δημιούργησε κύμα αυτομόλησης βουλευτών προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης και κλίμα έντασης για τη διαδοχή στο Γαλλικό Κόμμα. Αυτή η κατάσταση οδήγησε τον Κωλέττη να ζητήσει από τον βασιλιά τη διάλυση της Βουλής και τη διενέργεια εκλογών. Έτσι ο Όθωνας στις 14 Απριλίου 1847 προκήρυξε εκλογές για τον Ιούλιο. Παρά την ασθένειά του, ο γηραιός Ηπειρώτης πολιτικός επικράτησε σαρωτικά στις εκλογές, εξασφαλίζοντας την απόλυτη πλειοψηφία, αν και το αποτέλεσμά τους αμφισβητήθηκε έντονα από την αντιπολίτευση. Αυτός υπήρξε και ο τελευταίος του πολιτικός αγώνας. Ο Ιωάννης Κωλέττης πέθανε από νεφρίτιδα στις 31 Αυγούστου 1847 "ως αγωνιστής εν μέσω των φουστανελοφόρων του", όπως επισημαίνει ο ιστορικός Σπυρίδων Μαρκεζίνης, σιγοτραγουδώντας ένα ηπειρώτικο ηρωικό τραγούδι.

Μετά τον θάνατό του διατυπώθηκαν αντικρουόμενες θέσεις, ενίοτε ακραίες, από ιστορικούς, και σύγχρονούς του πολιτικούς. Η ιστορική έρευνα, όμως, αποδεικνύει, μάλλον ή ήττον τον Κωλέττη ως έναν ρομαντικό εκπρόσωπο του μεγαλοϊδεατισμού, ο οποίος από την ανάμιξή του στην πολιτική δεν αποκόμισε υλικά κέρδη. Σε αποκαλυπτήρια της προτομής του Ιωάννη Κωλέττη στα Ιωάννινα στις 5 Ιουνίου του 2005 ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας επεσήμανε μεταξύ άλλων: 

"Ο Ιωάννης Κωλέττης είχε μια πλήρως τεκμηριωμένη πολιτική θεωρία για την εξέλιξη των ελληνικών πραγμάτων κατά τη μετεπαναστατική περίοδο. Καθοδηγητικό στοιχείο της πολιτικής του σκέψης ήταν οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές και η μεταφορά τους στην ελληνική πραγματικότητα.

Από το Παρίσι, όπου βρέθηκε ως πρέσβης για σχεδόν μια δεκαετία, διερεύνησε τη θέση της χώρας "εις την μεγάλην μηχανήν του εκτεταμένου πολιτικού ορίζοντα", όπως έλεγε χαρακτηριστικά. Έχοντας βαθιά πίστη στις δυνατότητες που διέθετε και διαθέτει το ελληνικό έθνος, θεμελίωσε ως εισηγητής της Μεγάλης Ιδέας, την ενότητα του Ελληνισμού στο χώρο.

Οι αρετές που χαρακτήριζαν την πολιτική στάση και συμπεριφορά του Ιωάννη Κωλέττη ήταν η φρόνηση, η υπομονή και η επιμονή. Σύγχρονοι και μεταγενέστεροι, πολιτικοί φίλοι και αντίπαλοι, προσέδωσαν σειρά ιδιοτήτων στον Ηπειρώτη πολιτικό που, κατά παράδοξο τρόπο, ισχύουν όλες, ακόμα και οι πλέον αντίθετες: ήταν διάνοια "ολίγον χιμαιρική" αλλά και ρεαλιστής, φιλόδοξος αλλά όχι αλαζόνας, αυθόρμητος αλλά και επιφυλακτικός, ιδιαιτέρως ευφυής και συγχρόνως αθώος, ήταν τέλος ανατολίτης αλλά και ευρωπαίος.

Συνυπολογίζοντας το βάρος του πρόσφατου επαναστατικού παρελθόντος, έθετε ως στόχο του την οργάνωση μιας στερεής και σύγχρονης κρατικής εξουσίας, συγκροτώντας έναν εθνικό πολιτικό λόγο και επιζητώντας την ευρεία, ευρύτερη από τα όρια του κόμματός του, αποδοχή του πολιτικού του προγράμματος. Αντιστάθηκε σθεναρά στις δυνάμεις που θέλησαν να ανατρέψουν το "ιστορικό" γεγονός του ’21, που προσπάθησαν να ακυρώσουν τις σχέσεις που είχαν διαμορφωθεί πριν την έκρηξη της Επανάστασης και κατά την εξέλιξή της.

Ο Ιωάννης Κωλέττης ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα, που προκαλούσε έντονα συναισθήματα. Τον Κωλέττη θα μπορούσε κανείς να τον αγαπήσει ή να τον μισήσει, δεν θα μπορούσε όμως, σε καμία περίπτωση, να τον αγνοήσει.

Ο Ευάγγελος Κοροβίνης στο γνωστό βιβλίο του "Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία", εκδόσεις Αρμός, 5η έκδοση, (2008), τον χαρακτηρίζει με τα μελανότερα χρώματα, επειδή θεωρεί ότι ο Ιωάννης Κωλέττης εισήγαγε τη φαυλοκρατία στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, δεδομένου μάλιστα ότι υπήρξε ο πρώτος Έλληνας πολιτικός, ο οποίος διαχειριζόμενος τα κοινά απέκτησε μεγάλη περιουσία (630.000 χιλιάδες δραχμές) -(σελ. 24).

Επιπλέον χαρακτηριστικά σημειώνεται ότι: "Ο Κωλέττης μέχρι αργά το απόγευμα ασχολείτο με τη διεκπεραίωση ρουσφετιών πρώτα στην κατοικία του και μετά στην έδρα της κυβερνήσεως. Στη διάρκεια των υπηρεσιακών συσκέψεων που επακολουθούσαν συνήθως κοιμόταν, ενώ απουσίαζε συστηματικά από τις συνεδριάσεις της Βουλής" (σελ. 25).


6. Αποφθέγματα
  • Διὰ τὴν γεωγραφικήν της θέσιν ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ κέντρον τῆς Εὐρώπης ἰσταµένη, καὶ ἔχουσα ἐκ µἐν δεξιῶν τὴν Ἀνατολήν, ἐξ ἀριστερῶν δὲ τὴν Δύσιν, προώρισται, ὥστε διὰ µἐν τῆς πτώσεως αὐτῆς να φωτίση τὴν Δύσιν, διὰ δὲ τῆς ἀναγεννήσεως τὴν Ἀνατολὴν.
  • Ἐν τῷ πνεύματι τοῦ ὅρκου τούτου καὶ τῆς μεγάλης ταύτης ἰδέας εἶδον πάντοτε τοὺς πληρεξουσίους τοῦ Ἔθνους να συνέρχωνται διὰ να ἀποφασίσωσιν οὐχὶ πλέον περὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος ἀλλ' ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Πόσον ἐπεθύμουν να ἦσαν παρόντες σήμερον οἱ Γερμανοὶ, οἱ Ζαΐμης, οἱ Κολοκοτρώνης, οἱ τῶν ἄλλοτε ἐθνικῶν συνελεύσεων πληρεξούσιοι καὶ αὐτοὶ οἱ δραξάμενοι τὰ ὅπλα ἔτι ἐπὶ τῷ γενικῷ τούτῳ σκοπῷ διὰ να συνομολογήσωσι μετ' ἐμοῦ πόσον ἐμακρύνθημεν τῆς μεγάλης ἐκείνης καὶ εὐρυτάτης πατρίδος ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἰς αὐτὸ τοῦ Ῥήγα τὸ τραγούδι εἴδομεν κατὰ πρῶτον ἐκπεφρασμένην.
ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Μάρκος Αντώνιος, Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 30 π.Χ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχέσεις του με το γυναικείο φύλο και κυρίως με την Κλεοπάτρα. Όταν γνώρισε την Κλεοπάτρα, με τον ιδιαίτερα εντυπωσιακό χαρακτήρα της, παραδόθηκε εντελώς στις ορέξεις της πραγματοποιώντας κάθε επιθυμία που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της. Η Κλεοπάτρα κατάφερε να του προσφέρει έναν χαρούμενο τρόπο ζωής, ξεγνοιασιάς και καλοπέρασης. Αυτό οδήγησε στην επιδείνωση των ελαττωμάτων του και στην καταστροφή του, αφού άλλοτε έπαιρνε βιαστικές αποφάσεις και άλλοτε υποχωρούσε μπροστά στις λανθασμένες επιλογές της.
Αντώνιος και Κλεοπάτρα, πίνακας του
Sir Lawrence Alma-Tadema
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Ο Μάρκος Αντώνιος (Marcus Antonius, 14 Ιανουαρίου 83 π.Χ. - 1 Αυγούστου 30 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός που έπαιξε κρίσιμο ρόλο στο μετασχηματισμό της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας από την ολιγαρχία στην αυταρχική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η ζωή του ήταν ταραχώδης και αυτό οδήγησε τον Πλούταρχο στην παράλληλη βιογράφησή του με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, καθώς και οι δύο, αν και σπουδαίοι στρατηγοί και πολιτικοί, καταστράφηκαν εξαιτίας του χαρακτήρα τους.

Ο Μάρκος Αντώνιος ήταν φίλος του Ιούλιου Καίσαρα και με τη βοήθειά του έγινε ταμίας, δήμαρχος, ίππαρχος και μετά ύπατος, περίπου το 44 π.Χ.. Το 43 π.Χ. έγινε η Β' Τριανδρία από τον Αντώνιο, τον Οκταβιανό και τον Λέπιδο με σκοπό να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Αμέσως οι τρεις άντρες διέταξαν τις "προγραφές". Όλοι οι αντίθετοι με το καθεστώς γράφονταν σε καταλόγους, συλλαμβάνονταν και θανατώνονταν. Οι "προγεγραμμένοι" ήταν πάνω από 2300, μεταξύ αυτών και ο Κικέρωνας. Το 42 π.Χ. ο Αντώνιος, μαζί με τον Οκταβιανό, νίκησε στους Φιλίππους της Μακεδονίας τους δολοφόνους του Καίσαρα, δηλαδή το Βρούτο και τον Κάσσιο. Μετά τη νίκη αυτή οι τρεις άντρες μοιράστηκαν τις κτήσεις του ρωμαϊκού κράτους. Ο Αντώνιος έλαβε την Ανατολή.

Γνώρισε την Κλεοπάτρα, την οποία είχε αποφασίσει να τιμωρήσει γιατί αυτή βοήθησε το Βρούτο και τον Κάσσιο. Αλλά η ωραία βασίλισσα, με τα ακαταμάχητα θέλγητρά της, κέρδισε την φιλία του και τον γοήτευσε. Ακόμη, άρχισε να τον επηρεάζει στις πολιτικές ενέργειές του. Εξαιτίας της, ο Αντώνιος ήλθε σε ρήξη με τη Σύγκλητο της Ρώμης και τον Οκταβιανό. Όταν έκανε δώρο στην Κλεοπάτρα εκτεταμένα εδάφη της Ασίας και ζήτησε διαζύγιο από τη γυναίκα του Οκταβία, αδελφή του Οκταβιανού, η Σύγκλητος και ο ρωμαϊκός λαός εξοργίστηκαν, και του κήρυξαν τον πόλεμο. Ο πόλεμος κρίθηκε στο ακρωτήριο Άκτιο, στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου. Ο Αντώνιος, νικημένος, επέστρεψε στην Αίγυπτο. Όταν έφθασε εδώ ο νικητής Οκταβιανός, ο Αντώνιος αυτοκτόνησε. Η Αίγυπτος έγινε επαρχία του ρωμαϊκού κράτους.


Ι. Καταγωγή

Γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου του 83 π.Χ.. Καταγόταν από την οικογένεια των Αντωνίων, που θεωρούσαν ότι ήταν απόγονοι του Ηρακλή. Πατέρας του ήταν ο Μάρκος Αντώνιος ο Κρητικός και παππούς του ο Μάρκος Αντώνιος ο Ρήτορας. Τον τελευταίο σκότωσε ο Γάιος Μάριος, όταν πήγε με την πλευρά του Σύλλα (87 π.Χ.). Μητέρα του ήταν η Ιουλία, από την οικογένεια των Καισάρων, συγγενής του Ιουλίου Καίσαρα. Όταν ο πατέρας του πέθανε, η μητέρα του παντρεύτηκε τονΚορνήλιο Λέντλο. Αυτόν τον σκότωσε ο Κικέρωνας, λόγω της συμμετοχής του στην συνωμοσία του Κατιλίνα. Κατά τον Πλούταρχο, αυτή ήταν και η αρχή για το μίσος που ένοιωθε ο Μάρκος Αντώνιος για τον Κικέρωνα, που αργότερα θα γίνει πολιτικός αντίπαλος του Αντωνίου και θα γράψει πολλούς λόγους εναντίον του. Ο Αντώνιος δεν θα διστάσει να παραδώσει τον αδελφό της μητέρας του, Λεύκιο Καίσαρα, στον Οκταβιανό, με αντάλλαγμα τον θάνατο του Κικέρωνα. Αδέλφια του ήταν ο Γάιος Αντώνιος (Gaius Antonius) και ο Λεύκιος Αντώνιος (Lucius Antonius).

ΙΙ. Τα πρώτα χρόνια

Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ζώντας άσωτα. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι είχε δημιουργήσει χρέος διακοσίων πενήντα ταλάντων, και για τον λόγο αυτό, ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι. Ανάμεσα στους φίλους του, εκείνη την εποχή, ήταν ο Κουρίωνας και ο δημαγωγός Κλώδιος, που ήταν αντίπαλος του Κικέρωνα και τον είχε κατηγορήσει για την εκτέλεση του Λέντλου. Ο Αντώνιος, μετά τον θάνατό του τελευταίου, θα πάρει για σύζυγό του, την χήρα του Κλώδιου, Φουλβία. Ο Αντώνιος έφυγε από την Ιταλία στην Ελλάδα, όπου περνούσε τον καιρό του με ασκήσεις σε στρατιωτικούς αγώνες και μελετώντας τη ρητορική τέχνη και τον τρόπο ρητορείας που ονομαζόταν "Ασιατικός", που ανθούσε εκείνη την εποχή.

Το 57 π.Χ. συμμετείχε ως αρχηγός του ιππικού του στρατού του Ρωμαίου έπαρχου της Συρίας, Αύλου Γαβίνιου, κατά της εξέγερσης που οργάνωσε ο Αλέξανδρος Μακκαβαίος και υποστήριξε ο πατέρας του και πρώην βασιλιά της Ιουδαίας Αριστόβουλος Β' εναντίον του αρχιερέα των Ιεροσολύμων (και θείου του Αλέξανδρου),Υρκανού του Β'. Ο Γαβίνιος και ο Αντώνιος κατάφεραν να νικήσουν τον στρατό των εξεγερμένων Ιουδαίων στα οχυρό του Αλεξάνδρειου (όπου όπως αναφέρει ο Ιώσηπος για την γεναιότητα που έδειξε κατά τη συγκεκριμένη μάχη ο Αντώνιος, «...κατὰ ταύτην ἀριστεύει τὴν μάχην ὁ ἡγεμὼν Μᾶρκος Ἀντώνιος, πανταχοῦ μὲν γενναῖος ἀεὶ φανείς, οὐδαμοῦ δ᾽ οὕτως...») και του Μαχαιρούντα και να βοηθήσει τον Γαβίνιο να συλλάβουν τον Αλέξανδρο και τον πατέρα του Αριστόβουλο (56 π.Χ.).

Έπειτα, μετά από πρόταση του Πτολεμαίου, ο Γαβίνιος εισέβαλε στην Αίγυπτο. Ο Αντώνιος στάλθηκε με το ιππικό προς το Πηλούσιο, στο Δέλτα του Νείλου. Κατάφερε και κυρίευσε την πόλη και έκανε ασφαλές το πέρασμα του στρατού του Πτολεμαίου και του Γαβίνιου από εκεί, ενώ εμπόδισε και τον ίδιο τον Πτολεμαίο να τιμωρήσει τους κατοίκους της πόλης. Αυτό, αλλά και οι πολεμικές του ικανότητες και οι τιμές που έδειξε στον νεκρό Αρχέλαο, γιό του στρατηγού Αρχελάου Καππαδόκη, του έδωσαν μεγάλη φήμη.

ΙΙΙ. Αντώνιος και Ιούλιος Καίσαρας

Ο Κουρίωνας οδήγησε τον Αντώνιο στον Ιούλιο Καίσαρα (Βλ. Γάιος Ιούλιος Καίσαρ ΕΔΩ) και κατάφερε, με την επιρροή του και τα χρήματα του Καίσαρα, να τον κάνει δήμαρχο. Από την θέση του ως δήμαρχος, βοήθησε να περάσουν πολλές θέσεις που ευνοούσαν τον Καίσαρα. Στη συζήτηση της Συγκλήτου για τα στρατεύματα του Πομπήιου και του Καίσαρα, ο Αντώνιος διαφώνησε με τον Κάτωνα, αποχώρησε από την Ρώμη και ενώθηκε με τον Καίσαρα. Το γεγονός αυτό, δηλαδή η εκδίωξη ενός δημάρχου από τη Ρώμη, αποτέλεσε δικαιολογία για τον Καίσαρα να εισβάλει με τον στρατό του στην πρωτεύουσα. Ο Κικέρων, στους Φιλιππικούς του, κατηγόρησε τον Αντώνιο για την στάση του αυτή, ως υπαίτιο του Εμφυλίου πολέμου. Ο Καίσαρας έκανε ξανά τον Αντώνιο δήμαρχο και του ανέθεσε την διοίκηση της Ιταλίας και το στρατό. Ο χαρακτήρας του όμως, έκανε πολλούς Ρωμαίους να τον μισήσουν.

Ο Αντώνιος βοήθησε τον Καίσαρα στις μάχες του στην Ελλάδα, και διακρίθηκε σε διάφορες περιπτώσεις, αποκτώντας μεγάλη φήμη ανάμεσα στους στρατιώτες. Στη Μάχη των Φαρσάλων, ο Αντώνιος ήταν επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας του στρατού του Καίσαρα. Μετά την νίκη του, ο Καίσαρας αναγορεύτηκε δικτάτορας και έχρησε τον Αντώνιο αρχηγό του ιππικού, που ήταν το δεύτερο στη σειρά αξίωμα μετά τον δικτάτορα.

Στη Ρώμη ο Αντώνιος αντιτάχθηκε στο δήμαρχο Δολαβέλλα, γιατί πίστεψε πως είχε ατιμάσει το γάμο του και γιατί ο Δολαβέλλας προσπάθησε να περάσει με τη βία νόμους για την παραγραφή των χρεών. Αποφάσισε να επιτεθεί στους άνδρες του, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο μισητό σε πολλούς. Σε αυτό ευθυνόταν και η τρυφηλή ζωή του. Ο Καίσαρας όταν επέστρεψε, απάλλαξε τον Δολαβέλλα από τις κατηγορίες του Αντωνίου.

Ο Αντώνιος παντρεύτηκε την Φουλβία, χήρα του Κλώδιου, ενώ αγόρασε και την πρώην οικία του Πομπήιου. Όταν ο Καίσαρας έγινε για πέμπτη φορά ύπατος, διάλεξε για δεύτερο ύπατο τον Αντώνιο, ενώ στη θέση του αρχηγού του ιππικού τοποθέτησε τον Λέπιδο. Αν και ο Καίσαρας ήθελε να παραχωρήσει την εξουσία του στο Δολαβέλλα, ο Αντώνιος αντιτάχθηκε και τελικά ο Καίσαρας υπαναχώρησε.

Ο Καίσαρας, αν και αντιλαμβανόταν την περίεργη συμπεριφορά του Αντώνιου, τις περισσότερες φορές συγχωρούσε τα σφάλματά του. Κατά την Ρωμαϊκή "Εορτή των Λυκαίων" ή "Λουπερκάλια" (15 Φεβρουαρίου 44 π.Χ.), ο Αντώνιος προσπάθησε να στεφανώσει τον Καίσαρα με "βασιλικό διάδημα", ένα στεφάνι από δάφνη. Ο Καίσαρας αρνήθηκε, γιατί ο βασιλιάς ήταν ένας τίτλος που δεν ανέχονταν οι πολίτες της Ρώμης, καθώς το θεωρούσαν κατάργηση της ελευθερίας τους. Ο Αντώνιος επέμενε, παρά τις αποδοκιμασίες του πλήθους. Ο Καίσαρας τότε πρότεινε τον λαιμό του και φώναξε πως όποιος θέλει μπορεί να τον σφάξει. Το στεφάνι κρεμάστηκε σε κάποιον από τους ανδριάντες του, αλλά όταν κάποιοι δήμαρχοι το απέσπασαν, ο Καίσαρας τους καθαίρεσε. Η χειρονομία αυτή του Αντώνιου έκανε μερικούς, που ήταν αφοσιωμένοι στο δημοκρατικό ιδεώδες, να υποπτευθούν και τον Καίσαρα, ενισχύοντας αυτούς που προγραμμάτιζαν τη δολοφονία του.

Ο Αντώνιος γνώριζε για το σχέδιο ενάντια στον Καίσαρα, αλλά ήταν ενάντια σε αυτό, αν και δεν μαρτύρησε τους συνωμότες. Για τον λόγο αυτό, είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν και αυτόν, μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Την ημέρα της δολοφονίας του Καίσαρα (15 Μαρτίου 44 π.Χ.), είχαν αναθέσει σε κάποιους να κρατήσουν τον Αντώνιο απασχολημένο έξω από τη Σύγκλητο. Μετά τη δολοφονία, ο Αντώνιος, ντυμένος υπηρέτης, κρύφτηκε αρχικά για να γλιτώσει. Αργότερα όμως αποφάσισε να προσεγγίσει τον Κάσσιο και τον Βρούτο, και, τελικά, ήταν αυτός (μαζί με τον Λέπιδο) που πρότεινε στη σύγκλητο να δοθεί αμνηστία στους συνωμότες, να τους διανεμηθούν επαρχίες, αλλά και να μην γίνει κάποια αλλαγή σε αυτά που είχαν αποφασιστεί από τον Καίσαρα. Η κίνησή του αυτή, έκανε τον Αντώνιο συμπαθή, καθώς θεωρήθηκε πως είχε δώσει τέλος στον εμφύλιο. Όμως, την στιγμή που η σορός του Καίσαρα μεταφερόταν για ταφή, εκφώνησε εγκώμιο για αυτόν στην Αγορά και εξέγειρε το λαό εναντίον των δολοφόνων, που ζήτησε την τιμωρία τους. Μάλιστα, οι πολίτες άναψαν εκεί φωτιά και έκαψαν το σώμα του Καίσαρα, και στη συνέχεια επιτέθηκαν στα σπίτια των δολοφόνων με αναμμένα ξύλα από την φωτιά. Ο Βρούτος και οι οπαδοί του αναγκάστηκαν να φύγουν από τη Ρώμη, και οι οπαδοί του Καίσαρα ενώθηκαν με τον Αντώνιο, ενώ και η χήρα του Καίσαρα, Καλπουρνία, του εμπιστεύτηκε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Η Σύγκλητος, κατηγόρησε τον Αντώνιο ως υπεύθυνος για την καύση του σώματος στην Αγορά. Ο Αντώνιος συνέλαβε και διέταξε να σκοτώσουν τον Αμάτιο, που είχε παρουσιαστεί ως απόγονος του Γάιου Μάριου, και με την συμπαράσταση του λαού είχε κυνηγήσει τους δολοφόνους του Καίσαρα.

Ο Αντώνιος απέκτησε μεγάλη εξουσία, και είχε ως συνάρχοντες τους αδελφούς του, τον Γάιο ως στρατηγό και τον Λεύκιο ως δήμαρχο. Επίσης, έγινε κυβερνήτης της Μακεδονίας και έκανε τον Δολαβέλλα κυβερνήτη της Συρίας.

IV. Β' Τριανδρία

Οι πρώτες διαμάχες με τον Οκταβιανό
Ο Ιούλιος Καίσαρας είχε υιοθετήσει τον ανιψιό του, Γάιο Οκτάβιο Θουρίνο. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονήθηκε, ο Γάιος Οκτάβιος βρισκόταν στην Ιλλυρία, εν αναμονή του πολέμου με τους Πάρθους. Μετά τον θάνατο του Καίσαρα, έγινε γνωστό πως αυτός ήταν ο νόμιμος διάδοχος του και επέστρεψε στην Ρώμη. Σύμφωνα με τον Αππιανό, ο Οκτάβιος όταν επέστρεψε στην Ιταλία, έμαθε για τη διαθήκη του Καίσαρα, άλλαξε το όνομά του σε Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός -ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του Καίσαρα- και αποφάσισε να να γίνει πολιτικός κληρονόμος του θείου του αλλά και των δύο τρίτων της προσωπικής του περιουσίας.

Ο Οκταβιανός απευθύνθηκε στον Αντώνιο, που τον αναγνώριζε ως πατρικό φίλο, ζητώντας να τηρήσει τη διαθήκη του Καίσαρα, που εκτός των άλλων όριζε και την καταβολή 75 δραχμών σε κάθε Ρωμαίο. Ο Αντώνιος αρχικά προσπάθησε να τον αποστρέψει από τις διεκδικήσεις του, ενώ αντιτάχθηκε στην απόφαση του να γίνει δήμαρχος και απείλησε να τον κλείσει στη φυλακή. Ο Οκταβιανός βρήκε ένα σύμμαχο στο πρόσωπο του Κικέρωνα. Ο Κικέρωνας, που είχε αποκτήσει τεράστια δύναμη ανάμεσα στο λαό, κατάφερε με τους λόγους του να στρέψει τη Σύγκλητο εναντίον του Αντωνίου. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 44 π.Χ., εκφώνησε τον πρώτο από τους 14 περίφημους Φιλιππικούς του λόγους κατά του Αντωνίου, που ονομάστηκαν έτσι συγκρινόμενοι με αυτους του Δημοσθένη κατά του Φίλιππου της Μακεδονίας. Ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός προσπάθησαν ο καθένας να πάρει με το μέρος του τον στρατό. Ο Αντώνιος προσπάθησε να περάσει νόμους που θα του εξασφάλιζαν τη διοίκηση της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας. Εκεί όμως, ο Βρούτος Αλμπίνος αρνήθηκε να την παραδώσει, και ο Αντώνιος τον πολιόρκησε στη σημερινή Μοντένα, τον Οκτώβριο του 44 π.Χ. Ο Κικέρωνας κατάφερε να πείσει τη Σύγκλητο, τον Ιανουάριο του 43 π.Χ., να ψηφίσει ότι ο Αντώνιος ήταν εχθρός του λαού, να στείλει τη ράβδο και όλα τα διακριτικά του στρατηγού στον Οκταβιανό και να στείλει τους ύπατους εκείνου του έτους, Πάνσα και Ίρτιο, να διώξουν τον Αντώνιο από την Ιταλία.

Η δημιουργία της Τριανδρίας
Ο Οκταβιανός, συμμετείχε μαζί με τους δύο ύπατους, στη νικηφόρα μάχη κατά του Αντωνίου στη Μυτίνη, τον Απρίλιο του 43 π.Χ., όπου ο Πάνσας και ο Ίρτιος σκοτώθηκαν. Ο Αντώνιος έφυγε και προσπάθησε να συναντήσει τον Λέπιδο, που ήταν φίλος του. Καθώς όμως δεν συνάντησε φιλική αντιμετώπιση από αυτόν, αποφάσισε να τον πολεμήσει. Μιλώντας στους στρατιώτες του Λέπιδου, κατάφερε να πείσει αρκετούς από αυτούς να μην του αντισταθούν. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς, ντυμένοι εταίρες, έφτασαν κρυφά στο στρατόπεδο του Αντωνίου, και του πρότειναν να σκοτώσουν τον Λέπιδο. Ο Αντώνιος απαγόρευσε να γίνει κάτι τέτοιο, και ξεκίνησε την επίθεση, κυριεύοντας εύκολα το στρατόπεδο του Λέπιδου. Ο Αντώνιος συμπεριφέρθηκε με μεγάλες τιμές στον Λέπιδο, και δεν του αφαίρεσε τον τίτλο του στρατηγού αυτοκράτορα (αρχιστράτηγος). Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρθηκε και στον Μουνάτιο Πλάγκο. Έτσι, με μία δύναμη δεκαεπτά λεγεώνων πεζών και δέκα χιλιάδων ιππέων, διέσχισε τις Άλπεις προς την Ιταλία, ενώ άφησε και έξι λεγεώνες στη Γαλατία.

Ο Μάρκος Αντώνιος (αριστερά) και ο Οκταβιανός (δεξιά), 

σε νόμισμα από την εποχή της Β' Τριανδρίας
Ο Οκταβιανός, αφού αποκόπηκε από τον Κικέρωνα, όταν κατάλαβε πως ο τελευταίος ήταν αφοσιωμένος στην ελευθερία, αναζήτησε τον συμβιβασμό με τον Αντώνιο. Το Νοέμβριο του 43 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Λέπιδος και ο Αντώνιος συναντήθηκαν κοντά στη σημερινή Μπολόνια και αφού συζήτησαν για τρεις μέρες, αποφάσισαν να δημιουργήσουν μία Τριανδρία. Η εξουσία της τριανδρίας (Β' Τριανδρία), που διήρκεσε πέντε χρόνια, υποστηριζόταν με νόμο, σε αντίθεση με την αντίστοιχη των Καίσαρα, Πομπηίου και Κράσσου (Α' Τριανδρία), που ήταν ανεπίσημη. Το κύριο μέλημα της τριανδρίας ήταν ο διωγμός των δολοφόνων του Καίσαρα και των οπαδών τους. Οι τρεις άνδρες, αφού μοίρασαν την εξουσία ανάμεσά τους, κλήθηκαν να αποφασίσουν για αυτούς που θα θανατώνονταν, διατάζοντας "προγραφές", γράφοντας δηλαδή σε καταλόγους τους αντιπάλους τους και διατάζοντας την σύλληψη και την θανάτωσή τους. Οι προγραφές αυτές περιλάμβαναν και άτομα προσκείμενα στα ίδια τα μέλη της Τριανδρίας. Έτσι, ο Οκταβιανός παρέδωσε τον Κικέρωνα στον Αντώνιο, με αντάλλαγμα τον Λεύκιο Καίσαρα, αδελφό της μητέρας του Αντωνίου, Ιουλίας. Επίσης, σκότωσαν τον αδελφό του Λέπιδου, Παύλο.

Οι στρατιώτες ζητούσαν, για να επιβεβαιωθεί η συμφωνία, ο Οκταβιανός να πάρει για σύζυγο του την Κλωδία Πούλχρα, κόρη της συζύγου του Αντωνίου, Φουλβίας, από τον πρώτο της γάμο με τον Πούμπλιο Κλώδιο Πούλχερ (ο Αντώνιος ήταν ο τρίτος σύζυγός της). Οι δύο άνδρες συμφώνησαν, αλλά ακολούθησαν νέες προγραφές και θανατώθηκαν και άλλοι 300 άνδρες. Ο Πλούταρχος αναφέρει πως όταν θανατώθηκε ο Κικέρωνας, ο Αντώνιος διέταξε να κοπεί το κεφάλι και το δεξί του χέρι, με το οποίο έγραψε τους λόγους του, και αφού του τα έφεραν να τα δει, διέταξε να τοποθετηθούν στο βήμα στην Αγορά. Αντίθετα με τον Κικέρωνα, ο Λεύκιος Καίσαρ κατέφυγε στην αδελφή του, την Ιουλία, η οποία δεν άφησε να τον συλλάβουν και του έσωσε τη ζωή.

Συνολικά, 300 συγκλητικοί και 2000 ιππείς κηρύχθηκαν εκτός νόμου, έχασαν τις περιουσίες τους και, όσοι δεν κατάφεραν να διαφύγουν, θανατώθηκαν. Τα περιουσιακά τους στοιχεία τα δέσμευσαν οι τρεις σύμμαχοι, και με αυτά σκόπευαν να πληρώσουν τους στρατιώτες για τον πόλεμο εναντίον του Βρούτου και του Κάσσιου.

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, που σήμερα ονομάζεται «Ρωμαϊκή Επανάσταση», ήταν η εκκαθάριση της παλαιάς τάξης και η προετοιμασία για την ανάδειξη του νέου πολιτεύματος με τον Οκταβιανό, της Αυτοκρατορίας. Η τριανδρία ήταν μισητή στους Ρωμαίους πολίτες και κύριος υπεύθυνος για αυτό θεωρούταν ο Αντώνιος, που ήταν μεγαλύτερος από τον Οκταβιανό και ισχυρότερος από τον Λέπιδο. Σε αυτό συντελούσε, για μία ακόμα φορά, ο τρόπος ζωής του. Οι Ρωμαίοι θλίβονταν, κυρίως, βλέποντάς τον να κατοικεί στο σπίτι του Πομπηίου του Μεγάλου, που ήταν ένας συνετός και δημοκρατικός άνδρας, ενώ ο Αντώνιος το χρησιμοποιούσε για τα διάφορα γλέντια του, διώχνοντας με προσβλητικό τρόπο από αυτό τους διάφορους πρέσβεις, ηγεμόνες και στρατηγούς που ήθελαν να τον συναντήσουν. Επιπλέον, πουλούσαν τις περιουσίες αυτών που σκότωναν και τους συκοφαντούσαν αυτούς και τις οικογένειές τους. Κατηγορήθηκαν επίσης πως έκλεψαν τα χρήματα από τις Εστιάδες Παρθένες.

Οι μάχες στους Φιλίππους
Ο Μάρκος Αντώνιος και ο Οκταβιανός, ξεκίνησαν για τη Μακεδονία, ενάντια στους Κάσσιο και Βρούτο. Ο στρατός τους αποτελούταν από 19 λεγεώνες πεζικό, σχεδόν πλήρης, καθώς και από 13.000 ιππείς με τον Οκταβιανό και 20.000 με τον Αντώνιο. Ο Λέπιδος έμεινε πίσω στη Ρώμη.

Στρατοπέδευσαν κοντά στους εχθρούς τους. Η μάχη δόθηκε στην περιοχή των Φιλίππων (κοντά στη σημερινή Καβάλα, που τότε ονομαζόταν Νεάπολη και ήταν το επίνειο των Φιλίππων). Στη μάχη τις 3 Οκτωβρίου του 42 π.Χ., ο Αντώνιος παρατάχθηκε αρχικά απέναντι στον Κάσσιο, ενώ ο Οκταβιανός απέναντι στο Βρούτο. Ο Οκταβιανός ηττήθηκε αρχικά κατά κράτος από τον Βρούτο, χάνοντας το στρατόπεδό του και δραπετεύοντας την τελευταία στιγμή. Αντίθετα, ο Αντώνιος νίκησε τον Κάσσιο. Ο δε Κάσσιος, πιστεύοντας ότι ο Βρούτος είχε ηττηθεί, διέταξε ένα από τους πιστούς του απελεύθερους, τον Πίνδαρο, να τον σκοτώσει. Λίγες μέρες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου, ο Οκταβιανός και ο Αντώνιος παρατάχθηκαν για δεύτερη φορά απέναντι στο Βρούτο. Αυτή τη φορά, ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός νίκησαν τον Βρούτο, ο οποίος αυτοκτόνησε. Ο Αντώνιος πήρε τη δόξα για τη νίκη αυτή, καθώς ο Οκταβιανός ήταν άρρωστος.

Κατά τη διάρκεια των "προγραφών", ο Βρούτος, για να εκδικηθεί για το θάνατο του Κικέρωνα, είχε σκοτώσει τον αδελφό του Μάρκου Αντώνιου, τον Γάιο Αντώνιο. Όταν ο Αντώνιος ανακάλυψε το σώμα του νεκρού Βρούτου, είπε ότι περισσότερο υπεύθυνος για τον θάνατο του αδελφού του ήταν ο Ορτήσιος. Διέταξε τότε να σφάξουν τον Ορτήσιο πάνω από τον τάφο του αδελφού του. Αντίθετα, έριξε το μανδύα του πάνω στο νεκρό Βρούτο και διέταξε κάποιον από τους απελεύθερους του Βρούτου να φροντίσει για την ταφή, πληρώνοντας αυτός τα έξοδα. Αργότερα, μαθαίνοντας ότι αυτός πήρε τον μανδύα και κάποια από τα λεφτά για τον εαυτό του, τον σκότωσε. 

Ο Μάρκος Αντώνιος επωφελήθηκε από την σύγκρουση αυτή για να μειώσει τον Οκταβιανό, που τον κατηγόρησε για δειλία και γιατί παρέδωσε τη διοίκηση του στρατού του στον Μάρκο Βιψάνιο Αγρίππα.

Αρχικά, ο Αντώνιος κατέβηκε νότια στην Ελλάδα, με σκοπό να μαζέψει χρήματα για τους στρατιώτες από τις ανατολικές επαρχίες, ενώ ο Οκταβιανός γύρισε στη Ρώμη. Στους Έλληνες φέρθηκε φιλικά και συμμετείχε σε αγώνες και τελετές μυήσεων και τους έκανε πολλά δώρα, και ιδιαίτερα στην πόλη των Αθηνών. Επίσης υποσχέθηκε να ολοκληρώσει τον ναό του Πυθίου Απόλλωνα στους Δελφούς. Έπειτα άφησε τον Λεύκιο Κηνσωρίνο στην Ελλάδα και προχώρησε προς την Ασία. Εκεί περνούσε την ώρα του διασκεδάζοντας, εισπράττοντας τους φόρους των περιοχών.


V. Αντώνιος και Κλεοπάτρα

Η γνωριμία με την Κλεοπάτρα
Ο Αντώνιος ετοιμαζόταν για πόλεμο με τους Πάρθους. Κάλεσε την Κλεοπάτρα να λογοδοτήσει για την κατηγορία πως έδωσε χρήματα στoν Κάσσιο και γιατί δεν τους είχε βοηθήσει στη μάχη των Φιλίππων. Η συνάντηση θα γινόταν στην Κιλικία. Ο απεσταλμένος του Δέλλιος, προβλέποντας ότι ο Αντώνιος θα εντυπωσιαζόταν από την Κλεοπάτρα και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να την τιμωρήσει, την συμβούλευσε να μην φοβάται και να παρουσιαστεί στον Αντώνιο. Μεταβαίνοντας στην Κιλικία η Κλεοπάτρα, μέσα από τον ποταμό Κύδνο, τον Οκτώβριο του 41 π.Χ., παριστάνοντας μία νέα Αφροδίτη, με ακολουθία από Ερωτιδείς, Νηρηίδες και Χάριτες, κατάφερε να εκπλήξει τον Αντώνιο που την έκανε αμέσως ερωμένη του. Η Κλεοπάτρα δικαιολογήθηκε πως ήταν έτοιμη να βοηθήσει τον Αντώνιο και τον Οκταβιανό, εξεστράτευσε η ίδια, αλλά συνάντησε καταστροφικό καιρό και κατόπιν ασθένησε βαριά. Την εξήγηση αυτή, την αποδέχθηκε ο Αντώνιος. Στη συνέχεια μετέβησαν στην Αλεξάνδρεια.

Την περίοδο εκείνη, που ο Αντώνιος βρισκόταν με την Κλεοπάτρα στην Αλεξάνδρεια, ξοδεύοντας τεράστια ποσά σε δείπνα και λοιπές γιορτές, στη Ρώμη η γυναίκα του Φουλβία και ο αδελφός του Λεύκιος αντιμετώπιζαν τον Οκταβιανό, ενώ ο στρατός των Πάρθων βρισκόταν στη Μεσοποταμία, αναγορεύοντας αυτοκράτορα τον Ρωμαίο αποστάτη Λαβιηνό και προετοιμάζοντας εισβολή στη Συρία. Ο Αντώνιος δεν δίστασε να ικανοποιήσει διάφορες επιθυμίες της Κλεοπάτρας. Έτσι σκότωσε την αδελφή της Αρσινόη, έναν άνδρα που η ίδια υποστήριζε πως ήταν ο αδελφός της Πτολεμαίος ΙΓ' και ακόμα τον διοικητή της Κύπρου, ως σύμμαχο του Κάσσιου. Ο Αντώνιος πέρασε το χειμώνα του 41 – 40 π.Χ. στην Αίγυπτο. Την άνοιξη του 40 π.Χ., έμαθε τα νέα από τη Ρώμη, για την ήττα της Φουλβίας και αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Η Φουλβία όμως πέθανε μετά από λίγες μέρες στηΣικυώνα και ο Αντώνιος φτάνοντας στην Ιταλία συμφιλιώθηκε με τον Οκταβιανό. Με τον Οκταβιανό χώρισαν το κράτος, έχοντας ως σύνορο το Ιόνιο, το φθινόπωρο του 40 π.Χ., με τη Συνθήκη του Βρινδησίου. Ο Αντώνιος πήρε την ανατολική περιοχή και ο Οκταβιανός τη δυτική. Ο Λέπιδος κράτησε τη Λιβύη. Τότε, έλαβε για νέα του σύζυγο την αδελφή του Οκταβιανού, την Οκταβία (Σεπτέμβριος του 40 π.Χ.), που ήταν χήρα του Γάιου Μάρκελλου, και θεωρούσαν πως είχε μεγάλη ομορφιά αλλά και σύνεση, κάτι που θα βοηθούσε και τον Αντώνιο.

Οι εκστρατείες στην Παρθία
Αφού βοήθησε στους διακανονισμούς με τον Σέξτο Πομπήιο, γιου του Πομπηίου του Μεγάλου, το 39 π.Χ. με τη Συμφωνία του Μισένου, αποφάσισε να στείλει τον Βεντίδιο στην Ασία, για να αντιμετωπίσει τους Πάρθους. Ο ίδιος μαζί με την Οκταβία, που είχε ήδη γεννήσει μία κόρη από τον Αντώνιο, έφυγαν από την Ιταλία για την Αθήνα. Εκεί έμαθε ότι ο Βεντίδιος είχε νικήσει τους Πάρθους, είχε σκοτώσει τον Λαβιηνό και είχε αιχμαλωτίσει τον Φρανιπάτη, τον πιο ικανό στρατηγό του βασιλιά Ορώδη. Ο Αντώνιος αποφάσισε να πάει στον πόλεμο. Ο γιος του βασιλιά Ορώδη, Πάκορος επιτέθηκε στη Συρία, όμως ο Βεντίδιος τον αντιμετώπισε με επιτυχία και τον σκότωσε. Στη συνέχεια πολιόρκησε τον Αντίοχο της Κομμαγήνης και όταν ζήτησε να του παραδοθεί, του πρότεινε να μιλήσει στον Αντώνιο, που πλησίαζε. Ο Αντώνιος όμως δεν άφησε τον Βιντίδιο να υποχωρήσει και συνέχισε αυτός την πολιορκία. Οι πολιορκημένοι όμως αντιστάθηκαν γενναία και ο Αντώνιος αναγκάστηκε να υπογράψει ειρήνη για να απεμπλακεί, και να επιστρέψει στην Αθήνα. Και διάφοροι άλλοι στρατηγοί του επέτυχαν διάφορες νίκες στην Ανατολή, κάνοντας το όνομα του Αντωνίου γνωστό σε αυτές τις περιοχές.

Ο Αντώνιος συνάντησε τον Οκταβιανό στο λιμάνι του Τάραντα το 37 π.Χ.. Με την μεσολάβηση της Οκταβίας, οι δύο τους αποφάσισαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Ο Αντώνιος θα έστελνε 120 πλοία για τη μάχη κατά του Πομπηίου, που δεν είχε τηρήσει τη συμφωνία του Μισένου, ενώ ο ίδιος θα λάμβανε 20.000 λεγεωνάριους για τον πόλεμο κατά της Παρθίας. Αυτό έφερε και την ανανέωση της Τριανδρίας για άλλα 5 χρόνια. Επίσης συμφώνησαν η Οκταβία, που ήταν έγκυος στη δεύτερη της κόρη της από τον Αντώνιο, να παραμείνει στην Ιταλία μαζί με τον Οκταβιανό και τα παιδιά της Φουλβίας. Η συμφωνία όμως δεν τηρήθηκε τελικά, αφού ο Οκταβιανός έστειλε πολύ λιγότερο στρατό (2.000 άνδρες), κάτι για το οποίο ο Αντώνιος θα τον κατηγορούσε στη συνέχεια. 

Ο Αντώνιος πηγαίνοντας στη Συρία, ενώθηκε ξανά με την Κλεοπάτρα. Αναγνώρισε τα δίδυμα παιδιά που είχε αποκτήσει με αυτή, τον Αλέξανδρο Ήλιο και την Κλεοπάτρα Σελήνη, ενώ απέκτησαν και ένα τρίτο. Επίσης, ζήτησε οικονομική στήριξη από αυτή για τον πόλεμο. Χάρισε στην Κλεοπάτρα τη Φοινίκη, την Κοίλη Συρία, την Κύπρο και ένα μέρος της Κιλικίας. Επίσης, ένα μέρος από την περιοχή των Ιουδαίων και από την Αραβία όση επεκτείνεται στην εξωτερική θάλασσα. Όλα αυτά προκάλεσαν, για άλλη μία φορά, την αγανάκτηση στους Ρωμαίους. Ο Αντώνιος δεν δίστασε να σκοτώσει τον βασιλιά Αντίγονο τον Ιουδαίο και να τοποθετήσει στη θέση του ένα δικό του σύμμαχο, τον Ηρώδη.

Όταν ο Φραάτης σκότωσε τον πατέρα του Ορώδη και ανέλαβε βασιλιάς των Πάρθων, ένας από τους επιφανείς άνδρες των Παρθών που δραπέτευσε ήταν ο Μοναίσης. Αυτός πήγε στον Αντώνιο, που του χάρισε τις πόλεις Λάρισα, Αρεθούσα, και την Ιεράπολη (Βαμβύκη). Ο Φραάτης προσέφερε ειρήνη στο Μοναίση και ο Αντώνιος προσπάθησε να εξαπατήσει, μέσα από αυτόν, τον βασιλιά των Πάρθων. Μέσα από την Αρμενία και την Αραβία, έφτασε εκεί που ήταν συγκεντρωμένος ο στρατός του έτοιμος να επιτεθεί στους Πάρθους. Αν και οι δυνάμεις ήταν πολυάριθμες και πανίσχυρες, η βιασύνη του Αντωνίου να ξεκινήσει τον πόλεμο αποδείχθηκε καταστροφική. Ο Αντώνιος οδήγησε τον στρατό του προς την πόλη Ατροπατηνή που προσπάθησε να καταλάβει, χωρίς όμως να κάνει κάποια ενδιάμεση στάση για να περάσει το χειμώνα και να ξεκουράσει τους στρατιώτες από την πορεία τους. Επιπλέον, είχε αφήσει πίσω τις πολιορκητικές μηχανές, πράγμα που αποδείχθηκε τεράστιο λάθος. Ο Φραάτης επιτέθηκε στις μηχανές και τις κατέστρεψε. Οι Αρμένιοι, απελπισμένοι με τους Ρωμαίους, τους εγκατέλειψαν, ενώ ο Φραάτης κινήθηκε ενάντια στον Αντώνιο, και τον απέκλεισε. Τελικά ο Αντώνιος πείστηκε πως δεν είχε καμία πιθανότητα να νικήσει τους Πάρθους - αλλά και την πείνα και τον χειμώνα - και αναγκάστηκε να αποχωρήσει.

Μετά από μία μεγάλη και εξαντλητική πορεία, με συνεχείς επιθέσεις των Πάρθων και τεράστιες απώλειες, αλλά και διάφορες σπουδαίες νίκες εναντίον τους, χάνοντας όμως το ένα τέταρτο του στρατού του, έφτασε σε μια περιοχή (Λευκό Χωριό) κοντά στη Βηρυτό και τη Σιδώνα, όπου και συνάντησε ξανά την Κλεοπάτρα. Ο βασιλιάς των Μήδων, Μήδος, μάλωσε με τον Φραάτης και αποφάσισε να ενωθεί με τον Αντώνιο. Η Οκταβία πήγε στην Αθήνα για να βρει τον Αντώνιο και να του παραδώσει τους 2.000 στρατιώτες που του έστελνε ο Οκταβιανός. Ο Αντώνιος την ενημέρωσε με επιστολές για την εκστρατεία του, της ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει, και να του στείλει τους στρατιώτες και προμήθειες. Η Κλεοπάτρα κατάλαβε πως η Οκταβία είχε ως σκοπό να την ανταγωνιστεί και να κάνει τον Αντώνιο να επιστρέψει σε αυτήν. Τελικά, κατάφερε να πείσει τον Αντώνιο να αναβάλει την συνάντηση με τους Μήδους και να επιστρέψουν στην Αλεξάνδρεια. Για να διατηρήσει τις φιλικές σχέσεις με τον Μήδο, ο Αντώνιος πάντρεψε έναν από τους γιούς της Κλεοπάτρας με την κόρη του βασιλιά των Μήδων.


VI. Ο πόλεμος εναντίον του Οκταβιανού

Οι περιοχές (Συρία, Κύπρος, Αρμενία και Κυρηναϊκή) 

που δώρισε στην Κλεοπάτρα και τα παιδιά τους 
ο Αντώνιος (με το σκούρο πράσινο, το αρχικό βασίλειο 
της Κλεοπάτρας)
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Η κήρυξη του πολέμου
Πίσω στη Ρώμη, ο Οκταβιανός, εκτοπίζοντας τον Λέπιδο και καταλαμβάνοντας την Σικελία από τον Πομπήιο, είχε πια την απόλυτη εξουσία. Η Οκταβία επέστρεψε στη Ρώμη, θεωρώντας μεν ότι ο Αντώνιος της φέρθηκε περιφρονητικά, μη θέλοντας όμως να γίνει αιτία για να ξεκινήσει κάποια διαμάχη ανάμεσα στον Αντώνιο και τον αδελφό της. Για τον λόγο αυτό, συνέχισε να συμπεριφέρεται σαν να βρισκόταν ο Αντώνιος δίπλα της. Αυτό όμως είχε αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που περίμενε, καθώς οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να ανεχτούν τον τρόπο με τον οποίο της φερόταν ο Αντώνιος.

Σε εκστρατεία του στην Αρμενία για να τιμωρήσει τον Αρταουάσδη, βασιλιά των Αρμενίων που τον εγκατέλειψε στη μάχη με τους Πάρθους, ο Αντώνιος, αφού νίκησε και πήρε αιχμάλωτο τον Αρταουάσδη, τον παρουσίασε σε θρίαμβο στην Αλεξάνδρεια μπροστά από την Κλεοπάτρα. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τη Ρωμαϊκή παράδοση που ήθελε όλους τους θριάμβους να γίνονται στην Ιερά Οδό στη Ρώμη. Έπειτα ανακήρυξε την Κλεοπάτρα «Βασίλισσα των Βασιλέων», βασίλισσα της Αιγύπτου, της Κύπρου, της Λιβύης και της Κοίλης Συρίας, με συμβασιλέα («Βασιλεύς των Βασιλέων»), τον γιό της Καισαρίωνα, ως νόμιμο διάδοχο του Ιουλίου Καίσαρα. Ανακήρυξε τους γιούς του από την Κλεοπάτρα, το μεν Αλέξανδρο Ήλιο «Μέγαν Βασιλέα» της Αρμενίας και όλων των ανατολικών επαρχιών των εδαφών του Αλεξάνδρου του Μεγάλου μέχρι την Ινδία (όταν θα τα κατακτούσε), τον δε Πτολεμαίο Φιλάδελφο βασιλιά της Συρίας και της Μικράς Ασίας. Η Κλεοπάτρα Σελήνη ανακηρύχτηκε βασίλισσα της Κυρηναϊκής. Η δε Κλεοπάτρα, κυκλοφορούσε ντυμένη ως αρχαία Αιγύπτια θεά και την αποκαλούσαν "Νέα Ίσιδα". Ο Αντώνιος αποκαλούσε τον εαυτό του "Νέο Διόνυσο".

Δηνάριο με επιγραφή του Μάρκου Αντωνίου (32 π.Χ.)
Όλα αυτά ήταν αρκετά στον Οκταβιανό για να κατηγορήσει τον Αντώνιο στη Σύγκλητο 33 π.Χ., ότι ήθελε να κάνει κέντρο του κράτους την Αλεξάνδρεια. Η Ρώμη χωρίστηκε στα δύο. Κάποιοι εγκατέλειψαν τον Αντώνιο και στράφηκαν στον Οκταβιανό το φθινόπωρο του 32 π.Χ.. Οι Μουνάτιος Πλάνκος και ο Μάρκος Τίτιος, που ήταν αρχικά με τον Αντώνιο, έδωσαν στη Σύγκλητο τις αποδείξεις σχετικά με την αλήθεια των ισχυρισμών του Οκταβιανού. Ο Οκταβιανός, μπαίνοντας με τη βία στο ιερό των Εστιάδων Παρθένων, απέσπασε από αυτές τη μυστική διαθήκη του Αντωνίου, η οποία έδινε όλες τις κυριευμένες από τη Ρώμη περιοχές στους γιους του και προέβλεπε την ανέγερση ενός ταφικού μνημείου στην Αλεξάνδρεια για εκείνον και την Κλεοπάτρα. Στα τέλη του 32 π.Χ. η Σύγκλητος επισήμως αφαίρεσε από τον Αντώνιο τα αξιώματά του και κήρυξε τον πόλεμο κατά της Αιγύπτου.

Ο Αντώνιος είχε μάθει από πριν για τις κινήσεις του Οκταβιανού, είχε ήδη αρχίσει να ετοιμάζεται για πόλεμο, πριν ακόμα βγει η απόφαση εναντίον του. Αν και ζήτησε από την Κλεοπάτρα να μην παρέμβει και να μείνει στην Αίγυπτο, εκείνη αρνήθηκε και επέμενε να τον ακολουθήσει. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που ο Πλάνκος και ο Τίτος εγκατέλειψαν τον Αντώνιο. Αφού συγκέντρωσε στρατό από όλες τις ανατολικές επαρχίες, προχώρησε προς την Ελλάδα. Αλλά έκανε πάλι λάθος και αντί να επιτεθεί αμέσως στη Ρώμη προτίμησε να καθυστερήσει, διασκεδάζοντας με την Κλεοπάτρα. Το χειμώνα του 33 – 32 π.Χ. τον πέρασε στην Έφεσο, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο στρατός. Στη συνέχεια προχώρησαν στη Σάμο και μετά στην Αθήνα, απ' όπου έστειλε στην Ιταλία να ανακοινώσουν πως έπαιρνε διαζύγιο από την Οκταβία και να την διώξουν από το σπίτι του. Η Οκταβία έφυγε, παίρνοντας μαζί της και τα παιδιά του Αντώνιου από την Φουλβία, εκτός από τον Μάρκο Αντώνιο Αντύλλο, που ήταν μαζί με τον πατέρα του. Τότε ήταν που ο Οκταβιανός διάβασε τη διαθήκη του Αντωνίου στη Σύγκλητο.

Η ναυμαχία στο Άκτιο
Ο Αντώνιος, αν και είχε πιο πολλές πιθανότητες να νικήσει στην ξηρά, αποφάσισε, παρασυρμένος από το περιβάλλον της Κλεοπάτρας, να πολεμήσει στην θάλασσα. Είχε, αρχικά, κοντά στα 500 πλοία, και ανάμεσα σε αυτά και τη ναυαρχίδα του πτολεμαϊκού στόλου "Αντωνιάς", αλλά τα περισσότερα από αυτά ήταν με ελάχιστο πλήρωμα, μεγάλα, πλούσια στολισμένα και δυσκίνητα. Αντίθετα με αυτόν, ο στόλος του Οκταβιανού, ήταν τέλεια επανδρωμένος, με πλοία μικρά και ευέλικτα.

Η ναυμαχία στο Άκτιο, πίνακας του 

Lorenzo A. Castro
Αρχικά, ο Οκταβιανός κάλεσε τον Αντώνιο να έρθει με τον στόλο του στον Τάραντα και το Βρινδήσιο, προσφέροντάς του αγκυροβόλιο και χρόνο για να οργανωθεί. Ο Αντώνιος απέρριψε την πρόκληση, και προκάλεσε με την σειρά του τον Οκταβιανό σε μονομαχία, ή, αν ήθελε, να παραταχθούν στα Φάρσαλα, όπως παλιότερα ο Καίσαρας με τον Πομπήιο. Ο Οκταβιανός πέτυχε μια πρώτη νίκη στις αρχές του 31 π.Χ., όταν ο Αγρίππας κατάφερε επιτυχώς να διασχίσει με τον στόλο τους την Αδριατική. Πέρασε το Ιόνιο και έφτασε σε μια περιοχή που λεγόταν Τορύνη. Ο Αντώνιος φοβούμενος μία επίθεση συγκέντρωσε τα πλοία του κοντά στο Άκτιο. Διάφοροι από την πλευρά του, όπως ο Δομίτιος και οι βασιλείς Αμύντας και Δηιόταρος, έφυγαν από αυτόν και πήγαν με τον Οκταβιανό, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τη δύναμη του τελευταίου. Αν και ο αρχηγός του πεζικού του, Κανίδιος, του πρότεινε να αποχωρήσουν και να δώσουν αργότερα μάχη στη στεριά, όταν θα είχε και τη βοήθεια των Γετών, η Κλεοπάτρα διαφώνησε. Αλλά τα πλοία της είχαν διαταχθεί έτσι που να είναι έτοιμα για φυγή μάλλον παρά για μάχη.

Η ναυμαχία ξεκίνησε στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ. Ο Αντώνιος είχε κάψει τα περισσότερα Αιγυπτιακά πλοία, αφήνοντας μόνο 60, εξοπλίζοντας τα πιο καλά και μεγάλα. Ο Αντώνιος είχε το δεξί κέρας, ο Ποπλικόλας και ο Κλοίος το αριστερό και στο κέντρο οι Μάρκος Οκτάβιος και Μάρκος Ινστήιος. Ο Οκταβιανός παρέταξε τον Αγρίππα αριστερά και αυτός κράτησε το δεξί κέρας. Στο πεζικό ο Κανίδιος ήταν αρχηγός από την πλευρά του Αντώνιου και ο Ταύρος από την πλευρά του Οκταβιανου. Η έναρξη της ναυμαχίας καθυστέρησε λόγω άπνοιας. Όταν η ναυμαχία άρχισε, δεν έγινε ό,τι συνήθως μέχρι τότε, δηλαδή εμβολισμός του αντίπαλου πλοίου, γιατί τα μεν πλοία του Αντώνιου ήταν τεράστια και δεν μπορούσαν να κινηθούν εύκολα, τα δε πλοία του Οκταβιανού δεν είχαν την δύναμη να προκαλέσουν ζημιές σε αυτά του Αντωνίου. Έτσι, τα πλοία του Οκταβιανού προσέγγιζαν αυτά του Αντωνίου και η μάχη γινόταν μεταξύ των πληρωμάτων, σώμα με σώμα και με καταπέλτες που υπήρχαν στα πλοία του Αντωνίου. Ενώ η μάχη ήταν αμφίβολη, τα πλοία της Κλεοπάτρας, ξαφνικά, σήκωσαν πανιά και απομακρύνθηκαν προς την Πελοπόννησο. Μετά από λίγο, ο Αντώνιος ακολούθησε και αυτός την Κλεοπάτρα. Κάποια από τα πλοία του Οκταβιανού τον ακολούθησαν, αλλά μόλις οι Αιγύπτιοι τους επιτέθηκαν, οπισθοχώρησαν όλα, εκτός από αυτό του Ευρυκλή, που κατάφερε να εμβολίσει τη μία από τις δύο ναυαρχίδες των Αιγυπτίων, αλλά όχι αυτή στην οποία βρισκόταν ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα. Στη συνέχεια, αφού κατέφυγαν στο Ταίναρο, ο Αντώνιος ειδοποίησε τον Κανίδιο να υποχωρήσει προς την Ασία. Έπειτα επέστρεψαν στην Αφρική.

Στο Άκτιο ο στόλος του Αντώνιου συνέχισε να αντιστέκεται και τελικά όταν είχε πια υποστεί μεγάλες ζημιές από τα κύματα, παραδόθηκε. Αν και οι νεκροί δεν ήταν περισσότεροι από 5.000, σύμφωνα με τον Οκταβιανό είχαν κυριευθεί 300 πλοία. Στη στεριά ο στρατός του Αντώνιου δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως ο αρχηγός τους τους είχε εγκαταλείψει και συνέχισαν να αμύνονται. Όταν μετά από επτά ημέρες ο Κανίδιος τους εγκατέλειψε και αυτός, παραδόθηκαν στον Οκταβιανό.

Ο θάνατος του Μάρκου Αντώνιου
Ο Αντώνιος πήγε αρχικά στη Λιβύη, στέλνοντας την Κλεοπάτρα στην Αίγυπτο. Όταν ο αρχηγός του στρατού του στη Λιβύη αποστάτησε, προσπάθησε να αυτοκτονήσει, αλλά οι φίλοι του τον σταμάτησαν και τον έστειλαν στην Αλεξάνδρεια, όπου βρήκε την Κλεοπάτρα να επιχειρεί να μεταφέρει τα πλοία της από την στεριά του ισθμού που χώριζε τη Μεσόγειο από την Ερυθρά θάλασσα. Οι κάτοικοι της περιοχής Πέτρας, έκαψαν τα πρώτα πλοία, και τελικά η Κλεοπάτρα σταμάτησε. Ο Αντώνιος εγκαταστάθηκε σε ένα μέρος στην περιοχή του Φάρου, με μια παρέα φίλων, απομονωμένος από τους υπόλοιπους, μιμούμενος, όπως έλεγε, τη ζωή του Τίμωνα του Αθηναίου.

Αντώνιος και Κλεοπάτρα - Giovanni 

Maria Mosca, Βενετία 1520-1530, Μουσείο Bode, 
Βερολίνο
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Εκεί τον βρήκε ο Κανίδιος, και του ανακοίνωσε την απώλεια των δυνάμεων στο Άκτιο, την προσχώρηση του Ηρώδη, του ανθρώπου που είχε τοποθετήσει ο ίδιος βασιλιά στην Ιουδαία, στην πλευρά του Οκταβιανού, καθώς και την αποστασία διαφόρων άλλων δυναστών. Ο Αντώνιος αποφάσισε να πάει κοντά στην Κλεοπάτρα και να προετοιμαστεί για το τέλος που έβλεπε πως πλησίαζε. Άρχισε τότε να παραθέτει ξανά συμπόσια στους φίλους του, ενώ η Κλεοπάτρα προσπαθούσε να ανακαλύψει έναν τρόπο για μία γρήγορη και, όσο γινόταν, λιγότερο οδυνηρή αυτοκτονία. Διέλυσαν τη σύνοδο των Αμιμητοβίων και δημιούργησαν μία καινούργια από φίλους που σκόπευαν να πεθάνουν μαζί τους. Αυτή ονομάστηκε σύνοδος των Συναποθανουμένων.

Έστειλαν πρέσβεις, ζητώντας από τον Οκταβιανό, η μεν Κλεοπάτρα την εξουσία της Αιγύπτου για τα παιδιά της, ο δε Αντώνιος να γυρίσει στη Ρώμη ως απλός πολίτης. Επίσης προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αποτρέψουν τον Ηρώδη από την αποστασία. Ο Οκταβιανός αρνήθηκε την χάρη στον Αντώνιο, ενώ προέτρεψε την Κλεοπάτρα να θανατώσει τον Αντώνιο ή να τον εξορίσει, αν ήθελε να έχουν μία επιεική μεταχείριση τα παιδιά της. Τον Οκταβιανό κάλεσε πίσω στη Ρώμη ο Αγρίππας, γράφοντάς του για γεγονότα που ήθελαν την παρουσία του εκεί, αναβάλλοντας έτσι για λίγο τον πόλεμο.

Μόλις πέρασε ο χειμώνας, ο Οκταβιανός επιτέθηκε από τη Συρία και τη Λιβύη, κυριεύοντας το Πηλούσιο, και προχώρησε προς την Αλεξάνδρεια, το καλοκαίρι του 30 π.Χ.. Η Κλεοπάτρα είχε κατασκευάσει τάφο, όπου είχε συγκεντρώσει τους πιο σημαντικούς βασιλικούς θησαυρούς. Ο Αντώνιος, αφού αρχικά αντιμετώπισε τον Οκταβιανό σε θέση κοντά στον Ιππόδρομο, τον προκάλεσε σε μονομαχία, αλλά αυτός αρνήθηκε. Ύστερα, αποφάσισε να επιτεθεί, από στεριά και θάλασσα. Την ημέρα που θα γινόταν η επίθεση, την 1η Αυγούστου του 30 π.Χ., τα πλοία του Αντώνιου ενώθηκαν με αυτά του Οκταβιανού και επιτέθηκαν όλα μαζί στην πόλη. Βλέποντας αυτό, τον εγκατέλειψε και το ιππικό του. Όταν ηττήθηκε το πεζικό του, αναχώρησε για την πόλη, από τους λόφους που γινόταν η μάχη. Κατηγόρησε την Κλεοπάτρα πως τον πρόδωσε, και αυτή κλείστηκε στον τάφο της, ενώ έβαλε να του πουν πως αυτοκτόνησε. Ο Αντώνιος, μαθαίνοντας ότι η Κλεοπάτρα αυτοκτόνησε, διέταξε έναν πιστό του υπηρέτη, με το όνομα Έρως, να τον σκοτώσει. Όμως αυτός προτίμησε να αυτοκτονήσει. Τελικά, ο Αντώνιος αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμά του, τρυπώντας την κοιλιά του. Δεν πέθανε αμέσως όμως και ζήτησε από αυτούς που ήταν δίπλα του να τον σκοτώσουν. Τότε, μεταφέρθηκε στον τάφο της Κλεοπάτρας. Αυτή, εκεί, με τις δύο υπηρέτριές της που είχαν κλειστεί μαζί της, ανέσυραν με λουριά τον Αντώνιο μέσα στον τάφο. Εκεί ο Αντώνιος ξεψύχησε.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, όταν ο Οκταβιανός έμαθε πως ο Αντώνιος πέθανε, άρχισε να θρηνεί και ζήτησε από τον Προκλήιο να μην αφήσει την Κλεοπάτρα να αυτοκτονήσει. Ο Προκληίος κατάφερε να συλλάβει την Κλεοπάτρα, την οποία συνάντησε αργότερα ο Οκταβιανός. Αυτή τον παρακάλεσε να της επιτρέψει να προσφέρει χοές στο νεκρό Αντώνιο, και εκείνος το επέτρεψε.  Μετά από αυτό, αυτοκτόνησε και αυτή. Θάφτηκε μαζί με τον Αντώνιο. Ο γιος του Αντώνιου και της Φουλβίας, Αντύλλος, που βρισκόταν πάντα μαζί με τον πατέρα του, αποκεφαλίστηκε από τους στρατιώτες του Οκταβιανού. Ο Οκταβιανός μετέφερε τα παιδιά του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας στη Ρώμη όπου τα περιέφερε στον θρίαμβό του. Αργότερα όμως, τα πήρε και αυτά υπό την προστασία της η Οκταβία.

VII. Σύζυγοι και Παιδιά
  • Φαδία - Για την πρώτη σύζυγο του Μάρκου Αντώνιου, οι μόνες πληροφορίες προέρχονται από έναν λόγο του Κικέρωνα. Η Φαδία ήταν κόρη ενός απελεύθερου, ενώ ο Κικέρων αναφέρει ότι είχε αποκτήσει και παιδιά από αυτόν.
  • Αντωνία Υβρίδα - Σύμφωνα με τον Πλούταρχο την έδιωξε όταν θεώρησε πως τον απάτησε με τον Δολοβέλλα.
  • Από την Αντωνία Υβρίδα απέκτησε μία κόρη, την Αντωνία.
  • Φουλβία - Πρώην σύζυγος του Πούμπλιου Κλώδιου Πούλχερ και του Γάιου Κουρίωνα. Απέκτησε από τον Αντώνιο δύο γιούς:
  • Μάρκος Αντώνιος Αντύλλος - Ήταν το μόνο από τα παιδιά του Αντωνίου που σκότωσε ο Οκταβιανός.
  • Ιούλoς Αντώνιος - Παντρεύτηκε την κόρη της Οκταβίας, Κλώδια Μαρκέλλα.
  • Οκταβία (η μικρή) - Αδελφή του Οκταβιανού, πρώην σύζυγος του Γάιου Κλαύδιου Μάρκελλου. Απέκτησε δύο κόρες από τον Αντώνιο:
  • Αντωνία η μεγάλη - Παντρεύτηκε τον Δομίτιο Αηνοβάρβο. Γιαγιά του Νέρωνα.
  • Αντωνία η μικρή- Παντρεύτηκε τον Δρούσο, γιό της Λιβίας. Μητέρα του Κλαύδιου και του Γερμανικού, γιαγιά του Καλιγούλα.
  • Κλεοπάτρα Ζ' - Βασίλισσα της Αιγύπτου. Από τον Αντώνιο απέκτησε τρία παιδιά:
          - Αλέξανδρος Ήλιος
          - Κλεοπάτρα Σελήνη Β' - Παντρεύτηκε τον Βασιλιά Ιóβα Β' της Νουμιδίας και αργότερα και 
            της Μαυριτανίας. Μητέρα του Πτολεμαίου της Μαυριτανίας.
          - Πτολεμαίος Φιλάδελφος


VIII. Εξωτερική εμφάνιση

Η μορφή του Μάρκου Αντώνιου μας είναι κυρίως γνωστή από τα διάφορα νομίσματα της εποχής και κάποιες, ελάχιστες, προτομές του, καθώς ο Οκταβιανός κατέστρεψε τους περισσότερους ανδριάντες του. Ο Πλούταρχος πάντως, δίνει μια περιγραφή του. Σύμφωνα με αυτή, ο Αντώνιος είχε ευγενική φυσιογνωμία, γενειάδα, πλατύ μέτωπο και αετίσια μύτη. Τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν με τους πίνακες του Ηρακλή, από τον οποίο πίστευαν πως κατάγονταν οι Αντώνιοι (από τον γιό του Άντωνο). Ο Αντώνιος, που πίστευε αυτή την παράδοση, προσπαθούσε και με την ενδυμασία του να την επιβεβαιώνει. Φορούσε, όταν είχε να εμφανιστεί κάπου, ένα χιτώνα μέχρι το μηρό, κρεμούσε στο πλευρό του ένα μεγάλο σπαθί και φορούσε από πάνω ένα βαρύ μανδύα. 


ΙΧ. Η προσωπικότητα του Μάρκου Αντώνιου

Ο Μάρκος Αντώνιος ήταν μία ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Αν και καταγόταν από μία οικογένεια, γνωστή μεν, αλλά χωρίς να έχει κάποια τεράστια επιρροή, κατάφερε με τη δύναμη και την αποφασιστικότητά του να αναδειχθεί στην εξουσία. Ο Πλούταρχος πίστευε πως ο σκοπός για τον οποίο κατέκτησε την εξουσία ήταν γιατί ήθελε να υποδουλώσει τους Ρωμαίους. 

Ο Αντώνιος κατάφερε με τη συμπεριφορά του να γίνει αντιπαθής. Αυτή οφειλόταν, κατά ένα βαθμό, στη συνάντησή του με τον Κουρίωνα, που οδήγησε το νεαρό Αντώνιο στο να δημιουργήσει ένα μεγάλο χρέος διακοσίων πενήντα ταλάντων, περνώντας τον καιρό του μεθώντας, φλερτάροντας και κάνοντας τεράστια έξοδα. Όταν, νεαρός, κατέφυγε στην Ελλάδα έμαθε την τέχνη της ρητορείας. Φαίνεται πως πρέπει να ήταν πολύ καλός σε αυτό, αφού πολλές φορές κατάφερε να εντυπωσιάσει τους ακροατές του, όπως για παράδειγμά την ημέρα που μίλησε στην αγορά, στην κηδεία του Καίσαρα, ή όταν βρέθηκε να πολεμά τον Λέπιδο και μιλώντας στους στρατιώτες του (Λέπιδου), κατάφερε να τους πείσει να μην προβάλουν αντίσταση εναντίον του. Με τις πολεμικές του επιτυχίες απέκτησε σπουδαία φήμη στο στρατό, και μπορούσε άνετα να ζήσει με ελάχιστα όταν η κατάσταση στον πόλεμο το απαιτούσε.

Ήταν υπερβολικά γενναιόδωρος, καθώς συχνά προσέφερε μεγάλα δώρα στους φίλους του. Κάποια φορά, διέταξε να δοθούν σε κάποιον από τους φίλους του διακόσιες πενήντα χιλιάδες δραχμές (δεκίης). Ο ταμίας του, θέλοντας να του δείξει το μέγεθος του ποσού, έδωσε τα χρήματα μπροστά σε πολλούς και ρώτησε τον Αντώνιο τί ήταν όλα αυτά; Εκείνος απάντησε πως ήταν το δώρο του, αλλά επειδή νόμιζε πως η δεκίης ήταν περισσότερα, διέταξε να δώσουν τα διπλά. Συνήθιζε να διοργανώνει μεγάλα δείπνα και γιορτές, όπου μεθούσε και ξόδευε τεράστια ποσά. Ο Κικέρων έλεγε πως στους συνετούς ανθρώπους έγινε μισητός λόγω του τρόπου ζωής του. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο κοιμόταν την ημέρα ή τριγυρνούσε με παράλογη συμπεριφορά, ενώ τα βράδια ήταν σε γλέντια και θέατρα ή μαζί με μίμους και γελωτοποιούς, που τον ακολουθούσαν παντού. Μάλιστα, αφού παρακολούθησε κάποια φορά τον γάμο ενός μίμου, εμφανίστηκε την επομένη στην αγορά, παραφουσκωμένος από το φαγητό, και έκανε εμετό πάνω στο ρούχο που κρατούσε κάποιος φίλος του. Συνήθιζε επίσης, συνεχίζει ο Πλούταρχος, να χρησιμοποιεί λιοντάρια στα άρματα και τα σπίτια διαφόρων οικογενειών για καταλύματα για πόρνες και οργανοπαίκτριες. Κάποτε, όταν πήγε στην Έφεσο, οι κάτοικοι τον υποδέχτηκαν σαν να ήταν ο Διόνυσος, θεός με τον οποίο προσπαθούσε να ταυτιστεί.

Ο Αντώνιος εμπιστευόταν εύκολα τους φίλους του και επηρεαζόταν από τους επαίνους και την κολακεία. Συχνά, όταν ανακάλυπτε πως έκανε κάποιο λάθος, είχε την δύναμη να το παραδεχθεί και να προσφέρει γενναιόδωρη αποζημίωση σε ένδειξη μετανοίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχέσεις του με το γυναικείο φύλο και κυρίως με την Κλεοπάτρα. Ο Πλούταρχος έχει την άποψη πως, κατά ένα μέρος, η σχέση υποταγής προς την Κλεοπάτρα οφειλόταν στην παλαιότερη σχέση του με τη Φουλβία, η οποία ήταν πολύ ισχυρή προσωπικότητα, και, η οποία, διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του Αντωνίου απέναντι στις γυναίκες. Έτσι, όταν γνώρισε την Κλεοπάτρα, με τον ιδιαίτερα εντυπωσιακό χαρακτήρα της, παραδόθηκε εντελώς στις ορέξεις της πραγματοποιώντας κάθε επιθυμία που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της. Η Κλεοπάτρα κατάφερε να του προσφέρει έναν χαρούμενο τρόπο ζωής, ξεγνοιασιάς και καλοπέρασης. Αυτό οδήγησε στην επιδείνωση των ελαττωμάτων του και στην καταστροφή του, αφού άλλοτε έπαιρνε βιαστικές αποφάσεις και άλλοτε υποχωρούσε μπροστά στις λανθασμένες επιλογές της. Αν και η Οκταβία, η νόμιμη σύζυγός του, ήταν, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πιο όμορφη και πιο νέα από την ερωμένη του Κλεοπάτρα, δεν δίστασε να την παρατήσει για χάρη της δεύτερης, παρά τις επιπτώσεις που γνώριζε πως θα είχαν οι πράξεις του. Αναζητώντας περισσότερο χρόνο για να βρίσκεται κοντά στην Κλεοπάτρα, παράτησε σπουδαίες ευκαιρίες για κατορθώματα. Αυτό έγινε και η αιτία που μετά τις αποτυχίες του σε διάφορες εκστρατείες κατηγορήθηκε ότι είχε πετύχει πιο μεγάλα κατορθώματα όταν δεν ήταν ο ίδιος παρών, αλλά είχε στείλει τους στρατηγούς του σε αυτά.

Δεν δίστασε να παραδώσει τον αδελφό της μητέρας του, για να σκοτώσει τον Κικέρωνα και να εξευτελίσει τον νεκρό ρήτορα. Αντίθετα συμπεριφέρθηκε με τιμές στο νεκρό Βρούτο. Η πτώση του οφειλόταν στον ίδιο, αφού εγκατέλειψε, πρώτος αυτός, τους πιστούς σε αυτόν άνδρες. 


Χ. Ο Μάρκος Αντώνιος στην τέχνη

Ο έρωτάς του με την Κλεοπάτρα και η περιπετειώδης ζωή του έχουν εμπνεύσει διάφορους καλλιτέχνες.

Θέατρο
  • Ουίλιαμ Σαίξπηρ: στο έργο «Ιούλιος Καίσαρ» και στο «Αντώνιος και Κλεοπάτρα».
  • Ρομπέρτ Γκαρνιέρ: «Μάρκος Αντώνιος».
  • Τζον Ντράιντεν: «Όλα για την αγάπη».
  • Ahmed Shawqi: «Ο Θάνατος της Κλεοπάτρας».
  • Σάμιουελ Ντάνιελ: «Κλεοπάτρα».

Όπερα
  • Σάμιουελ Μπάρμερ: «Αντώνιος και Κλεοπάτρα».
Λογοτεχνία
  • Κωνσταντίνου Καβάφη: Απολείπειν ο θεός Aντώνιον, Εν δήμω της Mικράς Aσίας, Το 31 π.X. στην Aλεξάνδρεια
  • Τζον Κλίβελαντ, «Μάρκος Αντώνιος», ποίημα 1613-1658).
  • Σάμιουελ Ντάνιελ : «Ένα γράμμα από την Οκτάβια προς τον Αντώνιο», ποίημα.
  • Μάργκαρετ Τζώρτζ : «Οι Αναμνήσεις της Κλεοπάτρας».
  • Conn Iggulden : «Emperor» σειρά μυθιστορημάτων.
  • Colleen McCullough : «Masters of Rome», σειρά.
  • Allan Massie : «Antony» μυθιστόρημα.
  • Τερέντσι Μόιτς : «Μην πείς πως ήταν όνειρο» μυθιστόρημα.

Ζωγραφική
  • Σε πίνακες διαφόρων ζωγράφων όπως του Sir Lawrence Alma Tadema, του Jan de Bray και του Giovanni Battista Tiepolο (τοιχογραφίες στο Palazzo Labia της Βενετίας).
Αντώνιος και Κλεοπάτρα - προσχέδιο του Τζιοβάνι
Μπατίστα Τιέπολο για τις τοιχογραφίες στο Palazzo Labia της Βενετίας
Κινηματογράφος
(σαν χαρακτήρας σε διάφορες κινηματογραφικές ταινίες)
  • «Antony and Cleopatra» (1908) των J. Stuart Blackton και Charles Kent
  • «Julius Caesar» (1911) του Frank R. Benson
  • «Cleopatra» (1912) του Charles L. Gaskill
  • «Marcantonio e Cleopatra» (1913) του Enrico Guazzoni
  • «Cleopatra» (1917) του J. Gordon Edwards
  • «Oh! Oh! Cleopatra» (1931) του Joseph Santley (κωμωδία)
  • «Cleopatra» (1934) του Cecil B. DeMille
  • «Shake, Mr. Shakespeare» (1936) του Roy Mack (μιούζικαλ)
  • «La vida íntima de Marco Antonio y Cleopatra» (1947) του Roberto Gavaldón (κωμωδία)
  • «Julius Caesar» (1950) του David Bradley
  • «Due notti con Cleopatra » (1953) του Mario Mattoli (κωμωδία)
  • «Serpent of the Nile» (1953) του William Castle
  • «Julius Caesar» (1953) του Joseph L. Mankiewicz
  • «The Story of Mankind» (1957) του Irwin Allen
  • «Le legioni di Cleopatra» (1960) του Vittorio Cottafavi
  • «Giulio Cesare, il conquistatore delle Gallie» (1962) του Tanio Boccia
  • «Cleopatra» (1963) του Joseph L. Mankiewicz
  • «Carry on Cleo» (1964)του Gerald Thomas(παρωδία της προηγούμενης)
  • «Julius Caesar» (1970) του Stuart Burge
  • «Antony and Cleopatra» (1972) του Charlton Heston
  • «Cleópatra» (2007) του Júlio Bressane
Τηλεόραση
(σαν χαρακτήρας σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές )
  • Julius Caesar (1938)
  • "BBC Sunday-Night Theatre" Julius Caesar
  • "Studio One"
  • Julius Caesar (1959)
  • Julius Caesar (1960)
  • "Festival" - Julius Caesar (1960)
  • "Cleópatra" (1962)
  • "The Spread of the Eagle"
  • Julius Caesar (1966)
  • "BBC Play of the Month" - Julius Caesar (1969)
  • "Xena: Warrior Princess"
  • "Empire" (2005)
  • "Ancient Rome: The Rise and Fall of an Empire"
  • "Rome" (σε 22 διαφορετικά επεισόδια)

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/