Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σημασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σημασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

Η Επανάσταση του 1821, το νόημα και η σημασία της στο σήμερα

Ε π α ν ά σ τ α σ η    1   8   2   1

Η «εθνική ομοψυχία» (δηλαδή η υποταγή του λαού στο κεφάλαιο και στα μνημόνια) που προσπαθούν να επιβάλλουν με την τρομοκρατία και την καταστολή (παλιά συνταγή) «ντύνεται» σκόπιμα με αναφορές στο 1821.

Η ηγεσία της επίσημης εκκλησίας και στον ελλαδικό χώρο, όπως και το Φανάρι, ήταν εχθρός της Επανάστασης ...

Ευγένιος Ντελακρουά "Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου" (1827)

Η Επανάσταση του 1821, το νόημα και η σημασία της στο σήμερα



«Σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή - πράγμα που αποτελεί μονάχα τη νομική γι' αυτό έκφραση - με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, αργότερα ή γοργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Οταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα τη διάκριση ανάμεσα στην υλική ανατροπή, στους οικονομικούς όρους της παραγωγής, που μπορούμε να τους διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, κοντολογίς τις ιδεολογικές μορφές μέσα στις οποίες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτή τη σύγκρουση και παλεύουν ως τη λύση της» (Καρλ Μαρξ, «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», πρόλογος).

Η 25η Μάρτη θεωρείται ως ημερομηνία έναρξης της ελληνικής εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης των Ελλήνων στα 1821, αν και στις 23 Μάρτη ο Κολοκοτρώνης απελευθέρωνε την Καλαμάτα. Βεβαίως, τα χρονικά όρια έναρξης κοινωνικοϊστορικών γεγονότων είναι συμβατικά πολύ περισσότερο γεγονότων που πιστοποιούν τις κοινωνικές επαναστάσεις. Αλλά η συγκεκριμένη ημερομηνία, δοσμένη από την αστική ιστοριογραφία, δεν έχει σχέση τόσο με αυτό που η ιστοριογραφία γενικά καταγράφει ως επέτειο των ιστορικών γεγονότων. Θα μπορούσε π.χ. να είναι ένα άλλο γεγονός που προηγήθηκε ή διαδραματίστηκε αργότερα από την 25η Μάρτη, στα πολλά γεγονότα κρίκους της ελληνικής Επανάστασης. Η συγκεκριμένη ημερομηνία σηματοδοτεί αυτό που η άποψη της «επίσημης» από το κράτος ιστορίας θεμελιώνει ως γεγονός έναρξής της. Δηλαδή, την ημερομηνία που, σύμφωνα με την αστική ιστοριογραφία, η «σημαία της Επανάστασης υψώθηκε από το δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό». Και φαίνεται να επιλέχτηκε, από την κυρίαρχη, μετά τη νίκη της Επανάστασης, τάξη, για το συμβολισμό της εθνικοαπελευθερωτικής εξέγερσης και της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, θέλοντας να επιβάλει σ' αυτό το συμβολισμό και τη συμμετοχή της επίσημης εκκλησίας στην Επανάσταση. Χρειαζόταν και την ορθόδοξη εκκλησία ως ένα στοιχείο του δικού της εποικοδομήματος που θα επιδρούσε στη δημιουργία υποταγμένης σ' αυτήν συνείδησης στις λαϊκές μάζες. Γιατί το γεγονός της «σημαίας στην Αγία Λαύρα από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό» είναι ανύπαρκτο.

Η ηγεσία της επίσημης εκκλησίας και στον ελλαδικό χώρο, όπως και το Φανάρι, ήταν εχθρός της Επανάστασης. Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» «Ανώνυμος Ελλην», «ξεσκεπάζει και μαστιγώνει αλύπητα τους εχθρούς της Επανάστασης, τους εκμεταλλευτές του λαού, τον κλήρο, τους Φαναριώτες, τους κοτζαμπάσηδες», (Νίκου Μπελογιάννη, «Κείμενα από την απομόνωση»). Είναι, επίσης, χαρακτηριστικοί οι διάλογοι του Παπαφλέσα με τους κοτζαμπάσηδες και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στο Αίγιο, (τότε Βοστίτσα), στις 26 Γενάρη 1821, όταν ως πληρεξούσιος του Αλέξανδρου Υψηλάντη τους συνάντησε στο σπίτι τού Αντρέα Λόντου, προκειμένου να τους πείσει να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός αρνιόταν την Επανάσταση, ρωτώντας: «Πού πολεμοφόδια; Πού όπλα; Πού χρήματα πολυάριθμα; Πού στρατός πεπαιδευμένος; Πού στόλος εφοδιασμένος;». Για να καταλήξει: «... Αλλ' εις την εποχήν ταύτην οποία δείγματα θετικότητας έχομεν, διά να πιστεύσωμεν όσα λέει ο Δικαίος και όσα γράφει ο Υψηλάντης;». Ενώ ο Σωτήρης Χαραλάμπης είπε: «... πιστεύω πως η Ρωσία, όπου έχει την ίδια θρησκεία μ' εμάς, θα συντροφέψει τον Υψηλάντη με στρατεύματα... Μα εμείς εδώ, αφού ξεκάνουμε τους Τούρκους, σε ποιον θα παραδοθούμε; Ποιον θα 'χουμε ανώτερο; Ο ραγιάς, αφού πάρει τα όπλα δε θα μας ακούει πια και δε θα μας σέβεται και θα πέσουμε στα χέρια εκείνου, που δεν μπορεί να κρατήσει το πιρούνι να φάει! (σ.σ. αυτός ήταν ο Νικήτας Φλέσας, αδελφός του Παπαφλέσα). Κάλλιο οι Τούρκοι κι ο ραγιάς υπόδουλος, παρά λεύτερο έθνος με το λαό να 'χει δικαιώματα»! Αυτό ήταν το πραγματικό τους πρόβλημα. Ο επαναστατημένος λαός, με τα όπλα, θα αφαιρούσε τα προνόμια των κοτζαμπάσηδων, θα αποκτούσε ο ίδιος δικαιώματα.

Αλλά ο Παπαφλέσας τούς δίνει την πρέπουσα απάντηση: «Η Επανάσταση είτε θέτε είτε όχι θα γίνει! Πάρτε το απόφαση. Αν εσείς γυρεύετε να την εμποδίσετε, εγώ πήρα προσταγή από την Αρχή να ξεσηκώσω το λαό και να την κάνω. Και τότες όποιον βρουν ξαρμάτωτο οι Τούρκοι, ας τον κόψουν...». Για να του ανταπαντήσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός: «Είσαι απατεώνας, άρπαγας, εξωλέστατος!» (Αμβρόσιος Φραντζής «Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδας, τ. α΄ σελ. 98).

Ο κοινωνικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821

«Ας εξετάση διακεκριμένως οποιοσδήποτε έλαβεν μέρος εις την Επανάστασιν, και θέλει ίδει ότι η τάξις των ξενιτευμένων λογιοτάτων και εμπόρων είναι ήτις πρώτη ετόλμησεν και εκίνησεν τον μοχλόν τούτον και έμβασεν και τους Προεστούς και τους Αρματολούς εις τα αίματα».(1)

Ετσι περιγράφει την κινητήρια δύναμη της Επανάστασης του 1821 ένας εκ των πρωταγωνιστών της, ο Σερραίος επαναστάτης Ν. Κασομούλης, καταδεικνύοντας το κοινωνικό της περιεχόμενο. Εκτοτε, αυτό εκτοπίστηκε από την κρατούσα ιστοριογραφία, για να κυριαρχήσουν το θρησκευτικό και μια «υπερταξική» έννοια του εθνικού ως αποκλειστικά κίνητρα της Επανάστασης.

Σε κάθε ιστορική εποχή, μια κοινωνική τάξη προβάλλει ως πρωτοπόρα, αποτελώντας την ηγέτιδα δύναμη - μοχλό της κοινωνικής προόδου. Την περίοδο που εξετάζουμε, ο ρόλος αυτός ανήκε στην αστική τάξη, η οποία διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος. Σε μια μακρόχρονη πορεία, οι φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής έγιναν εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη των νέων παραγωγικών δυνάμεων, των καπιταλιστικών. Επρεπε, λοιπόν, να σπάσουν. Και έσπασαν, με τη νίκη των αστικών επαναστάσεων, οι οποίες συνέτριψαν τη φεουδαρχική εξουσία και συγκρότησαν τα αστικά έθνη - κράτη.

Η ελληνική Επανάσταση του 1821 δε διέφερε ως προς αυτό, από τις αντίστοιχες επαναστάσεις και κινήματα που σημειώθηκαν σε μια σειρά χώρες το ίδιο διάστημα. Βεβαίως, πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες οθωμανικής κατάκτησης, με ηγετική δύναμη την ελληνόφωνη χριστιανική αστική τάξη. Ηταν, επομένως, εθνικοαπελευθερωτική στη μορφή και αστικοδημοκρατική στο περιεχόμενο.

Οπως σε όλες τις αστικές επαναστάσεις, έτσι και στην ελληνική του 1821, πήραν μέρος, ως κινητήριες δυνάμεις, οι πλατιές μάζες της αγροτιάς, καθώς και η μικρή ακόμα αριθμητικά εργατική τάξη (ναύτες, τεχνίτες, κ.ά.). Ο μαζικός λαϊκός ηρωισμός, ακόμα και μεταξύ των αμάχων, η συλλογική δράση που έλαβε όλες τις μορφές πάλης - και κυρίως την ένοπλη - η αυτοθυσία, σφράγισαν τον πολυετή αγώνα, αφήνοντας πίσω διαχρονικά διδάγματα.

Η άνοδος της αστικής τάξης

Ο 18ος αιώνας υπήρξε μια περίοδος, όπου η ελληνική αστική τάξη σημείωσε πρωτόγνωρη ανάπτυξη. Σε αυτό συνέβαλαν μια σειρά παράγοντες. Οι αλλαγές στο οθωμανικό καθεστώς γαιοχρησίας και η εξάπλωση του διεθνούς εμπορίου επέφεραν σημαντικές μεταβολές στο επίπεδο της αγροτικής οικονομίας, που, από κλειστή, άρχισε σιγά σιγά να γίνεται εμπορευματική. Το χρήμα έπαψε πια αποκλειστικά να αποθησαυρίζεται και άρχισε σταδιακά να κυκλοφορεί και να επενδύεται στο εμπόριο, στις τράπεζες, στη βιοτεχνία, κ.α.

Η Συνθήκη του Κιουτσούκ - Καϊναρτζή (1774) και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι (1793 - 1813) δημιούργησαν τις συνθήκες για ραγδαία ανάπτυξη και κερδοφορία του ελληνικού εμπορικού και ναυτιλιακού κεφαλαίου. Εκατοντάδες πλοία ναυπηγήθηκαν, εμπορικά δίκτυα εξαπλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη, ενώ οι δραστηριότητες των Ελλήνων κεφαλαιούχων επεκτάθηκαν γρήγορα στους τομείς των τραπεζών και των ασφαλειών. Σημαντική υπήρξε, επίσης, η ανάπτυξη της βιοτεχνίας.

Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, η ελληνική αστική τάξη, πέραν της οικονομικής δύναμης, οπλίστηκε ακόμη με ιδεολογία και πολιτικό πρόγραμμα, που άντλησε από το Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση. Τα εμπορικά - βιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων αποτέλεσαν πνευματικά φυτώρια, όπου συντελέστηκε η εθνική αφύπνιση, μετατρέποντας το «χριστιανικό γένος των Ρωμαίων» σε «ελληνικό έθνος». Στην εθνική συνειδητοποίηση προστέθηκε σε μια πορεία και η επαναστατική ψυχολογία.

Ολη αυτή η κίνηση - απειλή για την παλαιά τάξη πραγμάτων - προκάλεσε την αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας, η οποία καταδίκασε τα «αθεΐας λίμπερα» των Γάλλων, ζήτησε να καούν τα «ανίερα» βιβλία (όπως του Βολτέρου) και να αφοριστούν όσοι τα διάβαζαν. Λίγο πριν την Επανάσταση δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν: «Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου».(2)

Ωστόσο, η δυναμική που απελευθέρωσε η αστική τάξη της Γαλλίας δεν κατέστη εφικτό να καταπνιγεί. Οπως υπογράμμισε ο ίδιος ο Θ. Κολοκοτρώνης, «η γαλλική επανάσταση και ο Ναπολέοντας, έκαμε, κατά την γνώμη μου, ν' ανοίξουν τα μάτια του κόσμου».(3)

Η ανερχόμενη αστική τάξη δεν υπήρξε μόνον ο κοινωνικός φορέας της εθνικής αφύπνισης - συνειδητοποίησης, αλλά και ο οργανωτής της Επανάστασης, στην οποία προσέδωσε σαφές ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο. Ο Ρήγας Φεραίος μέσα από τον Θούριο πρόβαλλε τόσο ένα απελευθερωτικό σχέδιο όσο και ένα πολιτικό πρόγραμμα. Εκεί, καθώς και στο έργο του Νέα Πολιτική Διοίκησις που ακολούθησε, καλούσε σε εξέγερση όλους τους λαούς της Βαλκανικής («Χριστιανούς και Τούρκους»), με σκοπό το γκρέμισμα της οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία μιας Βαλκανικής ομοσπονδίας. Ο Ρήγας ήρθε σε επαφή με το Διευθυντήριο της Γαλλικής Επανάστασης, ίδρυσε μυστική Εταιρεία και ανέπτυξε δράση στα εμποροβιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων, στον ελλαδικό χώρο και τα Βαλκάνια.

Η σύσταση συνωμοτικών οργανώσεων με ταξικούς - εθνικοαπελευθερωτικούς σκοπούς υπήρξε συνήθης πρακτική για τα αντίστοιχα κινήματα της εποχής. Εκτός από την Εταιρεία του Ρήγα, συγκροτήθηκαν τα επόμενα χρόνια μια σειρά οργανώσεις, όπως η Εταιρεία των Πέντε, το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον (Παρίσι 1809), η Φιλόμουσος Εταιρεία (Αθήνα 1813) και, βεβαίως, η Φιλική Εταιρεία (Οδησσός 1814). Η τελευταία υπήρξε σαφώς η πιο σημαντική, τόσο από την άποψη της μαζικότητας, όσο και της μαχητικότητας, αλλά και του ρόλου τον οποίο έπαιξε.

Στον πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας (ΦΕ) ήταν η αστική τάξη. Στις γραμμές της εντάχθηκαν πολλοί σημαίνοντες έμποροι και τραπεζίτες (όπως οι Α. Κροκίδας ή ο Εμμ. Παππάς αντίστοιχα), εφοπλιστές (όπως οι Κουντουριώτης και Μεξής), κ.ο.κ. Η οργάνωση, η δομή και οι αρχές λειτουργίες της ΦΕ αντλούνταν από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή εμπειρία, ιδιαίτερα της καρμποναρίας.

Στη συνέχεια, μυήθηκαν στη ΦΕ και κοτζαμπάσηδες (όπως οι Π. Μαυρομιχάλης και Λόντος, οι Ρούφοι και οι Ζαΐμηδες), Φαναριώτες (όπως οι Μαυροκορδάτος, Νέγρης Νούτσος και Φιράρης) και ανώτεροι κληρικοί (όπως οι Α. Γαζής, Παλαιών Πατρών Γερμανός και Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας). Οι δυνάμεις αυτές δεν υπήρξαν ομοιογενείς, δημιουργώντας συχνά αντιθέσεις και τριβές στους κόλπους της Φιλικής, ενώ η στάση τους στην Επανάσταση ποίκιλλε. Τέλος, ενόψει της ταυτόχρονης κήρυξης της Επανάστασης στα Βαλκάνια εντάχθηκαν στη ΦΕ πολλοί Σέρβοι, Βούλγαροι, Μολδαβοί και Βλάχοι. Το 1819 - 1820 άρχισαν να στρατολογούνται στο Μοριά και μέλη από τις λαϊκές τάξεις.

Παραμονές του 1821, ο μηχανισμός της Φιλικής κινητοποιήθηκε για την έκρηξη της Επανάστασης. Στην Πελοπόννησο, όπου θα δινόταν βάρος λόγω της ύπαρξης συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού και της έλλειψης σημαντικών οθωμανικών δυνάμεων (οι οποίες είχαν δεσμευτεί για την αντιμετώπιση του Αλή πασά των Ιωαννίνων), στάλθηκαν οι Παπαφλέσσας και Αναγνωσταράς. Στις 22 Φεβρουαρίου 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (αρχηγός της ΦΕ) πέρασε τα σύνορα της Ρωσίας με την οθωμανική αυτοκρατορία, κηρύσσοντας στη Μολδαβία την Επανάσταση.

Το διεθνές πλαίσιο

Η Επανάσταση του 1821 εκδηλώθηκε όταν στη Γαλλία είχε ήδη ηττηθεί ο Ναπολέων (1815) και στην Ευρώπη είχε συγκροτηθεί η Ιερά Συμμαχία, η οποία αντιμετώπιζε με καχυποψία έως και ανοιχτή καταστολή όλα τα ανάλογα πολιτικά - επαναστατικά κινήματα της εποχής (στη Νεάπολη, στη Σικελία, στο Πεδεμόντιο, στη Μαδρίτη, στη Λισαβόνα, κ.α.).

Πολλοί εκ των πρωταγωνιστών των εθνικών - αστικοδημοκρατικών αυτών κινημάτων κατέφυγαν διωκόμενοι στην επαναστατημένη Ελλάδα, λαμβάνοντας ενεργό μέρος στον Αγώνα. Τα φιλελληνικά «κομιτάτα» που εμφανίστηκαν σε μια σειρά χώρες έδρασαν όχι μόνον ως πόλοι συγκέντρωσης χρημάτων και εθελοντών για την επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και ως «βιτρίνες» για τη διεξαγωγή της αστικοδημοκρατικής προπαγάνδας στις ίδιες, σε μια περίοδο έντονων πολιτικών διώξεων.

Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν υπήρξε ενιαία. Οι αντιθέσεις και η διαπάλη που αναπτύχθηκε μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, και που εκφράστηκε με τη διαφορετική στρατηγική της κάθε μιας στο λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα, επέδρασαν σημαντικά - κάποια στιγμή αποφασιστικά - στην τελική έκβαση του ελληνικού ζητήματος. Επέδρασαν, όμως, άμεσα και στα διάφορα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης, αναφορικά με τη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση.

Κοινωνικές δυνάμεις και Επανάσταση

Η Εκκλησία: Ως επικεφαλής του μιλιέτ των Ρουμ η Εκκλησία κατέστη αναπόσπαστο τμήμα των οθωμανικών φεουδαρχικών δομών εξουσίας, επιφορτισμένη με συγκεκριμένα διοικητικά καθήκοντα, εξουσίες και αρμοδιότητες. Αναπτύσσοντας ιστορικά και σε μια πορεία σημαντικούς δεσμούς με το εμπορικό κεφάλαιο, εξελίχθηκε η ίδια σε οικονομική δύναμη. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνη και για τη διατήρηση της ευταξίας στους υπ' ευθύνη της πληθυσμούς. Ετσι, το Πατριαρχείο αρχικά, όχι μόνο δεν ευνόησε, αλλά καταδίκασε και κατέστειλε κάθε απελευθερωτική ιδέα ή κίνηση.

Προς το σκοπό αυτό επιστράτευσε επανειλημμένα το όπλο του αφορισμού: Για τους συμμετέχοντες στα Ορλωφικά (και την παρεπόμενη εξόντωση των κλεφτών του Μοριά), για τις εξεγέρσεις του 1807, του 1808, για την εξέγερση των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και - βεβαίως - για την Επανάσταση του 1821.

Η αντεπαναστατική δραστηριότητα της επίσημης Εκκλησίας συνεχίστηκε και στη διάρκεια της Επανάστασης. Βεβαίως, η στάση στις γραμμές της γενικά δεν υπήρξε ενιαία. Σημαντικό μέρος, κυρίως του κατώτερου κλήρου, δε συντάχθηκε με τη γραμμή του Πατριαρχείου, μετέχοντας ενεργά στην Επανάσταση. Μαζί τους και μια σειρά μεσαίοι ή ανώτεροι κληρικοί, όπως οι Φιλικοί Ανθιμος Γαζής και Γρηγόριος (Δίκαιος) Παπαφλέσσας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, κ.ά.

Οι Φαναριώτες: Πρόκειται για πρώην ευγενείς του Βυζαντίου που απέκτησαν σημαντικό πλούτο μέσω του εμπορίου, ενώ αναρριχήθηκαν σε υψηλά πόστα της οθωμανικής διοίκησης (Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης, Δραγουμάνου του Στόλου και Ηγεμόνα της Βλαχίας και Μολδαβίας). Η στάση τους απέναντι στην Επανάσταση επίσης δεν ήταν ενιαία. Ορισμένοι υιοθετούσαν την προοπτική της ένοπλης εξέγερσης και συγκρότησης ενός ανεξάρτητου αστικού κράτους. Οι περισσότεροι, όμως, υποστήριζαν μια πολιτική «εκ των έσω διάβρωσης» της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου η ελληνική αστική τάξη θα κυριαρχούσε σταδιακά οικονομικά και πολιτικά.

Οι Φαναριώτες - μέλη της Φιλικής Εταιρείας, όπως οι Α. Μαυροκορδάτος και Θ. Νέγρης, που έλαβαν ενεργό μέρος στην Επανάσταση, κλήθηκαν στη συγκρότηση των πρώτων πολιτειακών θεσμών και μηχανισμών διοίκησης, συνδράμοντας αποφασιστικά στον αστικοφιλελεύθερο χαρακτήρα τους.

Κλέφτες και αρματολοί: Οι κλέφτες ήταν κυρίως πρώην αγρότες ή κτηνοτρόφοι, οι οποίοι, είτε λόγω της φτώχειας είτε από αντίθεση στις οθωμανικές αρχές και τους κοτζαμπάσηδες (χριστιανούς και μουσουλμάνους), κατέφευγαν στην παρανομία, στο βουνό, μακριά από την κατασταλτική δυνατότητα των οργάνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι αρματολοί ήταν κλέφτες που αμνηστεύονταν και επανεντάσσονταν στην οθωμανική νομιμότητα, επιφορτιζόμενοι με την τήρηση της τάξης σε συγκεκριμένες περιοχές.

Η διατάραξη των υφιστάμενων κοινωνικών ισορροπιών - συσχετισμών και οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν με την Επανάσταση, άνοιξαν νέες προοπτικές για τους ενόπλους, οι οποίοι διεκδίκησαν την απεξάρτησή τους από πρότερες δεσμεύσεις εξουσίας (π.χ. τους προκρίτους), διεκδικώντας αυτόνομη πολιτική παρουσία και ρόλο. Στον απεγκλωβισμό τους αυτό, συνέβαλε τα μέγιστα η αρχική τους στοίχιση με τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της αστικής τάξης, την ΦΕ και τον Υψηλάντη. Εν συνεχεία, η συγκρότηση συγκεντρωτικών αστικών οργάνων που προωθούσαν οι τελευταίοι ήρθε σε αντίθεση με τα νεοαποκτηθέντα τοπικά προνόμιά τους, με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι προηγούμενες συμμαχίες και να διαμορφωθούν νέες.

Οι πρόκριτοι - εφοπλιστές των νησιών: Διακρίνονταν από τους προκρίτους της ηπειρωτικής Ελλάδας, αφού, αν και εκπλήρωναν παρόμοιες λειτουργίες στα πλαίσια του οθωμανικού αυτοδιοικητικού συστήματος, η οικονομική τους βάση ήταν πολύ διαφορετική. Αν και το εφοπλιστικό κεφάλαιο έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην προώθηση ενός αστικού τύπου κράτους, παραμονές της Επανάστασης υπήρξε εν μέρει επιφυλακτικό. Οι επιφυλάξεις αυτές οφείλονταν μεταξύ άλλων και στους δεσμούς που διατηρούσε με το αγγλικό κεφάλαιο (η Μ. Βρετανία ήταν τότε κατά της προσβολής της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας). Οι όποιες επιφυλάξεις - αντιδράσεις κάμφθηκαν ή καταργήθηκαν σύντομα με επαναστατική βία από ένα γενικότερο αστικοδημοκρατικό κίνημα, που αναπτύχθηκε στα νησιά αυτά και πριν την Επανάσταση ακόμα, καθώς και από την αλλαγή της βρετανικής πολιτικής απέναντι στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Οι κοτζαμπάσηδες: Οι κοτζαμπάσηδες στελέχωναν το κατώτερο τμήμα της οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνοι για τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας, για την απονομή δικαιοσύνης σε μια σειρά θέματα, για την είσπραξη των φόρων και βεβαίως για την καταστολή των χωρικών στις περιοχές υπ' ευθύνη τους.

Αν και προέρχονταν από τη φεουδαρχία, στα πλαίσια της ιστορικής της αποσύνθεσης, οι κοτζαμπάσηδες σταδιακά αστικοποιούνταν. Η είσπραξη των φόρων, μία από τις κύριες λειτουργίες τους και στοιχείο εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, υπήρξε βασικός παράγοντας στην τελική μετάλλαξη - αστικοποίησή τους.

Την εξέλιξή τους αυτή αντανακλά η διφορούμενη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση. Από τη μια, διέθεταν προνόμια και καθήκοντα συνυφασμένα με το υπάρχον οθωμανικό καθεστώς. Από την άλλη, είχαν υλικό συμφέρον για την ανατροπή του. Ετσι, άλλοι εντάχθηκαν στις γραμμές της Φιλικής, άλλοι κράτησαν στάση επιφυλακτική και άλλοι τάχθηκαν εναντίον. Από τη στιγμή της έκρηξης της Επανάστασης, κάποιοι κοτζαμπάσηδες συμπαρατάχτηκαν με τους εμπόρους, τους εφοπλιστές, κ.λπ., ενώ άλλοι βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με αυτούς, σε μια προσπάθεια να επικρατήσουν ως η ηγεμονική μερίδα της αστικής τάξης. Η σύγκρουση για τον έλεγχο των επαναστατικών διεργασιών και οργάνων υπήρξε σφοδρότατη.

Η εξέλιξη της Επανάστασης

Η σύγκρουση αυτή εκφράστηκε τόσο στο επίπεδο διαμόρφωσης των νέων επαναστατικών δομών και θεσμών (συντάγματα, διοίκηση, κ.λπ.), όσο και στη διαπάλη για την εξουσία, που δεν άργησε μάλιστα να λάβει και ένοπλη μορφή (οι λεγόμενοι «εμφύλιοι»).

Το Προσωρινόν Πολίτευμα (Σύνταγμα) της Επιδαύρου που ψηφίστηκε στην Α' Εθνοσυνέλευση (Δεκέμβρης 1821) αποτέλεσε μια σύνθεση ιδεών και αρχών, επηρεασμένων από τα αντίστοιχα επαναστατικά Συντάγματα της Αμερικής (1787) και της Γαλλίας (1793 και 1795).

Αντλώντας από την ιδεολογικοπολιτική δεξαμενή της επαναστατημένης αστικής τάξης και του Διαφωτισμού, το νέο Σύνταγμα προέβλεπε: Τη διάκριση των εξουσιών (Βουλευτικό - Εκτελεστικό), την ανεξιθρησκία, την τυπική ισονομία, την κατοχύρωση των ατομικών, πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, την εισαγωγή καθολικού συστήματος αντιπροσώπευσης και βεβαίως την κατάργηση των όποιων τοπικών - ταξικών προνομίων. Ετσι, τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός αστικού κράτους. Οι πολιτικές εξουσίες (και κάποιες από τις οικονομικές) που απολάμβανε μέχρι πρότινος η Εκκλησία στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος καταργούνταν ή περιορίζονταν σημαντικά. Η αποδυνάμωση των τοπικών - περιφερειακών διοικήσεων και η μεταφορά των βασικών τους αρμοδιοτήτων στην κεντρική εξουσία, σήμαινε και αντίστοιχη αποδυνάμωση των τοπικών εξουσιών πάνω στις οποίες εδραζόταν μέχρι τότε η πολιτική δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Οι βασικές αυτές αρχές επιβεβαιώθηκαν και στις επόμενες Εθνοσυνελεύσεις (Β' του Αστρους, 1823 και Γ' της Τροιζήνας, 1827).

Η διαπάλη, που αρχικά εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο, οδήγησε γρήγορα στη διάσπαση της κεντρικής Διοίκησης και τη δημιουργία δύο χωριστών κυβερνήσεων: Της Τρίπολης (κοτζαμπάσηδες - Κολοκοτρώνης) και του Κρανιδίου (Υδραίοι, Μαυροκορδάτος, Κωλέττης και οι κοτζαμπάσηδες Λόντος και Ζαΐμης). Σύντομα, οι αντιθέσεις αυτές έλαβαν και ένοπλη μορφή.

Γνωρίζοντας πως το δάνειο από τη Μ. Βρετανία είχε ήδη εγκριθεί, η κυβέρνηση του Κρανιδίου έδρασε αποφασιστικά. Επιτέθηκε σε όλα τα στρατηγικά σημεία που έλεγχε η άλλη πλευρά, κατέλαβε την Ακροκόρινθο, ενώ έθεσε σε πολιορκία Ναύπλιο και Τρίπολη. Δίχως προοπτική άμεσης επικράτησης της μίας ή της άλλης μεριάς, η πρώτη φάση του «εμφυλίου» (α' εξάμηνο του 1824) έληξε με συμβιβασμό, σαφώς όμως υπέρ της κυβέρνησης του Κρανιδίου. Οι «στασιαστές» αμνηστεύτηκαν, αποκλείστηκαν όμως από τα όργανα της κεντρικής διοίκησης.

Βεβαίως, οι προσωρινά ηττημένοι κοτζαμπάσηδες δεν προτίθεντο εύκολα να καταθέσουν τα όπλα. Οταν στις εκλογές της 3ης Οκτωβρίου 1824 για το Βουλευτικό - Εκτελεστικό δεν κατάφεραν και πάλι να συγκεντρώσουν την πλειοψηφία, άρχισαν να προσανατολίζονται ξανά προς την ένοπλη σύγκρουση: Κάτι που το επιδίωκε εξίσου και η άλλη πλευρά, ώστε να λύσει οριστικά το ζήτημα της μορφής άσκησης της εξουσίας. Ξεκίνησε, λοιπόν, η δεύτερη φάση του «εμφυλίου», που επικεντρώθηκε κυρίως στην Τρίπολη και έληξε στα τέλη του 1824 με ήττα των κοτζαμπάσηδων και τη φυγή τους εκτός Πελοποννήσου.

Τόσο οι ενδοαστικές συγκρούσεις, όσο και οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές ήττες τα επόμενα χρόνια (1825 - 1827) ευνόησαν τις δυνάμεις εκείνες που ζητούσαν περιορισμό των χρονοβόρων κοινοβουλευτικών διαδικασιών και περισσότερο συγκεντρωτική διακυβέρνηση, στα πρότυπα μιας συνταγματικής μοναρχίας.
Σε μια περίοδο, λοιπόν, έντονων πολιτικών ζυμώσεων πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά και η οργάνωση των αντιτιθέμενων συμφερόντων σε κόμματα: Το Αγγλικό, το Γαλλικό και το Ρωσικό. Η ονομασία τους, που παραπέμπει στις αντίστοιχες «προστάτιδες Δυνάμεις», δεν υποδηλώνει εξάρτηση (όπως μονοσήμαντα και ισοπεδωτικά έχει ειπωθεί στο παρελθόν), αλλά τμήματα αστικά προσκείμενα από άποψη συμφερόντων σε κάποιο ισχυρό κράτος.

Οδεύοντας προς την Γ' Εθνοσυνέλευση, το ζήτημα που βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής διαπάλης ήταν η αναζήτηση διεξόδου στο τέλμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων (κυριαρχία Ιμπραήμ στη Πελοπόννησο, πτώση Μεσολογγίου, κ.λπ.), μέσω της εξασφάλισης κάποιας διεθνούς διαμεσολάβησης - προστασίας ή την εκλογή ξένου μονάρχη. Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν όλα τα κόμματα. Την πρωτοβουλία ανέλαβαν από τα μέσα του 1825 οι «αγγλόφιλοι» με τη λεγόμενη Αίτηση προστασίας (ή Πράξη υποταγής). Η Γ' Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον Ι. Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδος.

Το καλοκαίρι του 1827, η πορεία της Επανάστασης φαινόταν καταδικασμένη. Η πορεία αυτή ανατράπηκε από μια σειρά παρεμβάσεις του διεθνούς παράγοντα. Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826) και η Συνθήκη του Λονδίνου (1827), η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβρης 1827), ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1828 - 1829) και η αποστολή γαλλικού εκστρατευτικού σώματος κατά του Ιμπραήμ στο Μοριά (Ιούλιος 1828) υπήρξαν γεγονότα - σταθμοί ενόψει της αναγνώρισης της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους (Πρωτόκολλο του Λονδίνου, 3 Φεβρουαρίου 1930). Βασικός όρος της ανεξαρτησίας των Ελλήνων υπήρξε η μορφή του πολιτεύματος, το οποίο όφειλε να είναι μοναρχικό.

Το Γενάρη του 1828 αφίχθη στην επαναστατημένη Ελλάδα ο Ι. Καποδίστριας. Ο νέος κυβερνήτης προέβη άμεσα στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών, γνωρίζοντας πως για να εφαρμοστούν οι αναγκαίες αστικές μεταρρυθμίσεις και να στερεωθεί το αστικό κράτος απαιτούνταν άμεσες κινήσεις, απαλλαγμένες από χρονοβόρες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, επιβαλλόμενες με πειθώ ή και αυταρχισμό - όπου και όποτε αυτό κρινόταν αναγκαίο.

Οι αποκλεισμένοι από την εξουσία συσπειρώθηκαν και ανασυντάχθηκαν, συγκροτώντας το μέτωπο των «συνταγματικών» με κέντρο την Υδρα. Η ένοπλη σύγκρουση δεν άργησε και γρήγορα γενικεύτηκε. Συνεχίστηκε δε και μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου 1831, δίχως όμως μια από τις δύο πλευρές να μπορεί να επικρατήσει οριστικά επί της άλλης. Το 1932, λοιπόν, η κεντρική εξουσία είχε σχεδόν αποσυντεθεί ολοκληρωτικά, ενώ η ύπαιθρος στεκόταν ρημαγμένη από μια δεκαετία πολέμου και εχθροπραξιών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, στις 25 Γενάρη 1833 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από τη βρετανική φρεγάτα Μαδαγασκάρη ο Οθωνας, υποσχόμενος να βάλει τέρμα στην «αναρχία» του παρελθόντος και εγκαθιδρύοντας - σύμφωνα πάντοτε με τους όρους των σχετικών διεθνών συνθηκών - καθεστώς απόλυτης μοναρχίας. Το ελληνικό αστικό κράτος άρχιζε να κάνει τα πρώτα του βήματα.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. Κασομούλης Ν., Ενθυμήματα στρατιωτικά, τ. Γ, 1942, σελ. 625 - 626.

2. Gazette de France, 7 Ιουλίου 1821, στο Μοσκώφ Κ., Ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης, 1988, εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 95 - 96.

3. Κολοκοτρώνης Θ., Διηγήσεις των συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, 1889, «Εστία», σελ. 49.
______________________________________


Η σύγχρονη σημασία, το νόημα και το περιεχόμενο της Επανάστασης

Το κύριο, που σαν αποτέλεσμα του ένοπλου ξεσηκωμού κατακτήθηκε στην Ελλάδα με την Επανάσταση, είναι η δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού αστικού κράτους. Ηταν ένα άλμα μπροστά στην ιστορική εξέλιξη, που συνέβαλε επίσης στην αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αυτό το συμπέρασμα έχει διπλή σημασία για τις σύγχρονες συνθήκες. Η μία είναι η ίδια η επανάσταση σαν πράξη, το αναπόφευκτό της, όταν οι παλιές σχέσεις παραγωγής φρενάρουν τις νέες παραγωγικές δυνάμεις. Η δράση των καταπιεσμένων λαϊκών μαζών ενάντια στην παλιά εξουσία και την ξεπερασμένη ιστορικά κοινωνία, για την ανατροπή της και την εγκαθίδρυση της νέας εξουσίας και την οργάνωση της νέας ανώτερης κοινωνικής βαθμίδας. Η δεύτερη, είναι το γεγονός ότι όταν οι λαοί συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα της δικής τους κοινωνικής απελευθέρωσης, τότε η δύναμη της δράσης τους γίνεται ακατανίκητη και καμιά εξουσία δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην επαναστατική τους πάλη. Η Επανάσταση του 1821 ήταν επανάσταση που σαν αποτέλεσμα, μαζί με την απελευθέρωση του έθνους, άνοιξε την πρώτη σελίδα της νέας κοινωνίας, του καπιταλισμού. Ετσι είναι, δημιουργείται το έθνος - κράτος. Η μεγάλη σημασία της είναι το γεγονός ότι ως αποτέλεσμα της νικηφόρας επανάστασης είναι το πέρασμα από μια κατώτερη κοινωνική βαθμίδα στην ανώτερη.

Η συγκεκριμένη ιστορική επέτειος, όπως κάθε ιστορική επέτειος, έχει ένα συμβολισμό. Αυτόν που αναδεικνύεται από το αποτέλεσμα και κατέγραψε η ιστορία μέσα από τα πραγματικά γεγονότα. Αποκτά δε συγκεκριμένο περιεχόμενο σε κάθε ιστορική περίοδο κατά την οποία γιορτάζεται.

Στις σημερινές συνθήκες, το μήνυμα και το νόημά της έχουν το δικό τους περιεχόμενο. Μόνο που αυτό έχει σχέση με τη σκοπιά που κάθε κοινωνική δύναμη σήμερα στο μονοπωλιακό καπιταλισμό προσεγγίζει και τα τότε ιστορικά γεγονότα και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Σήμερα, ο καπιταλισμός ιστορικά είναι ξεπερασμένος. Είναι καπιταλισμός που σαπίζει και παρασάπισε και ως τέτοιος πρέπει να αντικατασταθεί από την επόμενη κοινωνική βαθμίδα, το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.

Σήμερα, η επίθεση που έχουν εξαπολύσει οι δυνάμεις του κεφαλαίου, τα κόμματά του, ολόκληρο το αστικό πολιτικό σύστημα συνεπικουρούμενο από τη διακρατική καπιταλιστική Ευρωπαϊκή Ενωση και άλλα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη συμμάχους των αστών της Ελλάδας όπως οι ΗΠΑ, γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνη για τη ζωή και το μέλλον της εργατικής τάξης και των συμμάχων της των αυτοαπασχολουμένων, της φτωχής αγροτιάς. Χτυπά με λύσσα κάθε δικαίωμα, κάθε κατάκτηση που παραχώρησε η αστική τάξη, σε άλλες προηγούμενες συνθήκες ραγδαίας ανάπτυξης του καπιταλισμού μεταπολεμικά και με διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων διεθνώς αφού το σοσιαλιστικό σύστημα ως αντίβαρο στον καπιταλισμό επιδρούσε σε σημαντικό βαθμό και βελτίωνε τη θέση, τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, βεβαίως μετά από αιματηρούς ταξικούς αγώνες χρόνων, όπως και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

Σήμερα η παραπέρα ανάπτυξη της παραγωγής εμποδίζεται από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Οι ιδιοκτήτες ενδιαφέρονται μόνο για το κέρδος, για την αύξηση του κεφαλαίου τους. Η κερδοφορία και η αναπαραγωγή του κεφαλαίου εμποδίζεται από τον ανταγωνισμό, εσωτερικό και διεθνή, από την αναρχία στην παραγωγή, από την πτώση του ποσοστού κέρδους. Παράγοντες που έχουν οξυνθεί συγκριτικά με προηγούμενες περιόδους εξαιτίας των μονοπωλίων.

Μπροστά στις δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει την κερδοφορία του, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης και συγχρονισμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, δεν έχει άλλο δρόμο από το να αυξάνει στο έπακρο το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, με δεδομένο ότι από και με τη δουλειά της εργατικής τάξης, βγάζουν οι καπιταλιστές τα κέρδη. Ολα τα αντεργατικά μέτρα, οι αναγκαίες αναδιαρθρώσεις που λένε οι καπιταλιστές ως το μέσο για την έξοδο από την κρίση, σε όφελός τους βεβαίως και την ανάπτυξη απαιτούν ολοένα και πιο φτηνούς για το κεφάλαιο εργάτες. Δηλαδή να πληρώνουν οι μεγαλοεπιχειρηματίες ολοένα λιγότερο κεφάλαιο για μισθούς. Και ταυτόχρονα μειώνουν δραστικά τους μισθούς, αυξάνουν τον απλήρωτο χρόνο δουλειάς, επιβάλλοντας ευέλικτη εργασία, απολύουν κατά το δοκούν με δεδομένη τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας και ξαναπροσλαμβάνουν με μισθούς πείνας κλπ.

Αυτή η κατάσταση οφείλεται στην κυριαρχία και την ισχυροποίηση του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Εχουν συσσωρευτεί τεράστια κεφάλαια, η παραγωγικότητα της εργασίας έχει μεγάλη πρόοδο και έχει οξυνθεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα μονοπώλια. Ο ανταγωνισμός επίσης οδηγεί στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Τα μονοπώλια με μεγαλύτερο μέγεθος κεφαλαίου είναι πιο ανθεκτικά στον ανταγωνισμό απ' αυτά που έχουν μικρότερο μέγεθος. Ταυτόχρονα επειδή έχει διεθνοποιηθεί η καπιταλιστική αγορά, τα κεφάλαια μετακινούνται από χώρα σε χώρα αναζητώντας συνθήκες για μεγαλύτερο κέρδος. Βασικός παράγοντας σ' αυτό είναι οι μικροί μισθοί και ο μεγάλος ημερήσιος εργάσιμος χρόνος γιατί μεγαλώνει η απλήρωτη στους εργάτες δουλειά και αυξάνονται τα κέρδη. Αλλά ο διεθνής ανταγωνισμός και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, οδηγούν και στη συνεχή μείωση μισθών και στην αύξηση της ανεργίας. Η συγχώνευση επιχειρήσεων είναι επίσης ένας παράγοντας που οδηγεί σε μείωση εργαζομένων, άρα στην ανεργία.

Αυτή η τάση της συμπίεσης μισθών προς τα κάτω, της μείωσης εργαζομένων στις επιχειρήσεις, της εκ περιτροπής εργασίας κλπ, υπάρχει σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, επομένως συμπιέζουν συνεχώς την τιμή της εργατικής δύναμης προς τα κάτω. Ταυτόχρονα η μετακίνηση κεφαλαίων καταστρέφει κλάδους οικονομίας η ύπαρξη των οποίων είναι απαραίτητη για τις λαϊκές ανάγκες. Ετσι καταδικάζουν τους εργάτες στην ανεργία και την εξαθλίωση και καταστρέφουν παραγωγικές δυνάμεις.

Δεν είναι μόνο οι συνθήκες της κρίσης που επιβάλλουν αυτή τη χωρίς όρια βαρβαρότητα για τους εργαζόμενους. Αυτή θα είναι μια μόνιμη κατάσταση, συνεχώς αυξανόμενης απόλυτης εξαθλίωσης για την εργατική τάξη, που συνεχώς θα χειροτερεύει τη θέση της στην κοινωνία και την παραγωγή. Ακριβώς γιατί ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός συμπιέζει τους μισθούς και αλλάζει τις εργασιακές σχέσεις, αρνητικά για την εργατική τάξη.

Ολα τα παραπάνω έρχονται ως απάντηση στις δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει και να αυξάνει τα κέρδη του συνεχώς. Αυτή η τάση δεν αλλάζει. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι σε συνθήκες ανάκαμψης ίσως σε κάποιους κλάδους της οικονομίας να υπάρξει προσωρινά και μια αύξηση μισθών ως παραχώρηση κάτω βεβαίως και από άλλους συσχετισμούς δυνάμεων στο εργατικό κίνημα και στο πολιτικό επίπεδο, αλλά ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός και διεθνώς, η συγκέντρωση του κεφαλαίου, η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας που σημαίνει εκσυγχρονισμός μέσων παραγωγής που βγάζουν μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων στη μονάδα του χρόνου με λιγότερους εργαζόμενους, οι δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει την κερδοφορία του, όλ' αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τους καπιταλιστές παρά με τον ολοένα αυξανόμενο βαθμό εκμετάλλευσης, με την πλήρη ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, τη δραστική μείωση των μισθών, την ανεργία, οξύνοντας στο έπακρο την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Καμιά πολιτική διαχείρισης του καπιταλισμού δεν μπορεί να αλλάξει αυτήν την κατάσταση.

Επιβεβαιώνονται επομένως οι εκτιμήσεις του ΚΚΕ, όπως εκφράζονται και στις Θέσεις της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο, όπου αναφέρονται τα εξής: «Η εκδήλωση της γενικευμένης και συγχρονισμένης οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης έφερε στο προσκήνιο τον ιστορικά ξεπερασμένο και απάνθρωπο χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος... Η καπιταλιστική κρίση έδωσε συντριπτικό χτύπημα στις αστικές θεωρίες, π.χ. περί αειφόρου ανάπτυξης. Ανέδειξε ολοκάθαρα την όξυνση των αντιφάσεων και δυσκολιών της αστικής διαχείρισης και γενικότερα τις δυσκολίες για το πέρασμα σε νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου. Η όποια ανάκαμψη σημειώθηκε ήταν ανισόμετρη, αναιμική... Ο επόμενος κύκλος της κρίσης σε διεθνές επίπεδο θα είναι ακόμα πιο βαθύς.

Η σύγχρονη φιλομονοπωλιακή πολιτική, η οποία έχει στρατηγικό χαρακτήρα και στοχεύει στην άνοδο του ποσοστού κέρδους (φτηνότερη εργατική δύναμη, αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, αποκρατικοποιήσεις κ.ά.), ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του '80 στις ΗΠΑ και στη Μ. Βρετανία, στη συνέχεια επεκτάθηκε στην ΕΕ, στην Ευρωζώνη και αλλού. Ο στρατηγικός χαρακτήρας της καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι προωθήθηκε εξίσου από τις φιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές αστικές κυβερνητικές δυνάμεις κατά την τελευταία τριακονταετία. Αποτελεί μονόδρομο της καπιταλιστικής ανάπτυξης για την ανάσχεση της τάσης πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους και την προσαρμογή στις σύγχρονες συνθήκες, όπου εντείνεται συνεχώς η διεθνοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας και της αγοράς της εργατικής δύναμης.

Η κρίση ανέδειξε ακόμα πιο έντονα τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος. Οξύνονται οι αντιφάσεις και οι δυσκολίες της αστικής πολιτικής διαχείρισης της κρίσης και γενικότερα της δυσκολίας για πέρασμα σε νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου. Απότομα διευρύνθηκε το χάσμα ανάμεσα στις σύγχρονες εργατικές και λαϊκές ανάγκες και στη μη ικανοποίησή τους... Απ' όλες τις πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του κεντρικού σχεδιασμού με εργατική εξουσία...».

Επίσης στο Σχέδιο Προγράμματος, αναφέρεται: «Ο ελληνικός λαός θα απαλλαγεί από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και των ιμπεριαλιστικών ενώσεων όταν η εργατική τάξη με τους συμμάχους της πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση και προχωρήσει στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.

Ο στρατηγικός στόχος του ΚΚΕ είναι η κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, δηλαδή της δικτατορίας του προλεταριάτου, για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση ως ανώριμη βαθμίδα της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική» (Θέση 73).

«Με βάση το χαρακτήρα της εποχής και το γεγονός ότι ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ανώτατο στάδιο, τον ιμπεριαλισμό, δηλαδή το μονοπωλιακό καπιταλισμό, η επανάσταση θα είναι σοσιαλιστική.

Η γιγάντωση των μονοπωλίων, η διεθνοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας και της αγοράς εργασίας οξύνουν όλες τις αντιθέσεις, με μεγαλύτερη ένταση και ταχύτητα. Είναι βασικοί παράγοντες που οξύνουν την άναρχη ανάπτυξή του, την ανισομετρία ανάπτυξης χώρων και κλάδων οικονομίας. Είναι αυτοί οι παράγοντες που γεννούν τις κρίσεις που είναι όλο και πιο βαθιές, φέρνουν τον ανταγωνισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η διαπάλη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τη συγκεκριμένη περίοδο, εστιάζεται στον έλεγχο των ενεργειακών πηγών και δρόμων μεταφοράς τους, των πηγών νερού, των θαλάσσιων διαδρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων, με χαρακτηριστικές εστίες έντασης την Κασπία, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο, την Αφρική, τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και την Αρκτική. Δυναμώνει ο κίνδυνος και πιο γενικευμένων περιφερειακών συγκρούσεων, ακόμα και ενός γενικότερου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Σε αυτά τα πλαίσια αναδιατάσσονται ιμπεριαλιστικοί άξονες για τον έλεγχο αγορών και εδαφών» (Θέσεις 5 και 6).

Μιλώντας για τον ιμπεριαλισμό ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, ο Β. Ι. Λένιν μιλούσε βασικά και πρωταρχικά για την οικονομία του καπιταλισμού σ' αυτό το στάδιο της εμφάνισης και της κυριαρχίας των μονοπωλίων στην οικονομία. Στο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», που έγραψε το 1916, στον πρόλογο αναφέρει τα εξής:

«Θα ήθελα να ελπίζω ότι η μπροσούρα μου αυτή θα βοηθήσει να γίνει κατανοητό το βασικό οικονομικό πρόβλημα, που χωρίς τη μελέτη του δεν μπορεί να καταλάβει κανείς τίποτε από την εκτίμηση του σύγχρονου πολέμου και της σύγχρονης πολιτικής, και συγκεκριμένα: το πρόβλημα της οικονομικής ουσίας του ιμπεριαλισμού» («Απαντα», τ. 27, σελ. 308). Και συνέχιζε: «Αν δεν κατανοηθούν οι οικονομικές ρίζες αυτού του φαινομένου, αν δεν εκτιμηθεί η πολιτική και κοινωνική του σημασία, δεν μπορεί να γίνει ούτε βήμα στον τομέα της λύσης των πρακτικών καθηκόντων του κομμουνιστικού κινήματος» (στο ίδιο, σελ. 314).

Ενώ στον πρόλογο στη γαλλική και τη γερμανική έκδοση του συγκεκριμένου έργου του («Απαντα», τ. 27, σελ. 314), έγραφε: «Ο ιμπεριαλισμός είναι η παραμονή της κοινωνικής επανάστασης του προλεταριάτου. Από το 1917 και δω αυτό επιβεβαιώθηκε σε παγκόσμια κλίμακα».

Είναι αλήθεια πως, οι επικλήσεις στην «εθνική ομοψυχία», την «εθνική ενότητα», την «κοινωνική γαλήνη» ενώπιον του «εθνικού κινδύνου» κοκ., έχουν πολλαπλασιαστεί τον τελευταίο καιρό - ιδιαίτερα κάθε φορά που επρόκειτο να ψηφιστεί ένας ακόμα σφαγιασμός των μισθών, των συντάξεων, των εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών. Σήμερα, με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, οι επικλήσεις για «εθνική ομοψυχία» επανήλθαν στο προσκήνιο γινόμενες σημαία σύσσωμου του αστικού πολιτικού κόσμου. Η «εθνική ομοψυχία» (δηλαδή η υποταγή του λαού στο κεφάλαιο και στα μνημόνια) που προσπαθούν να επιβάλλουν με την τρομοκρατία και την καταστολή (παλιά συνταγή) «ντύνεται» σκόπιμα με αναφορές στο 1821.

Για ποια όμως «εθνική ομοψυχία» του 1821 μιλάμε; Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις, ανταγωνισμοί ακόμα και εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων που μετείχαν στην Επανάσταση; Υπάρχουν άλλωστε εκτενείς αναφορές στο σημερινό ένθετο ως προς αυτό.

Αλλά για ποια εθνική ομοψυχία μπορεί να γίνεται λόγος στις σημερινές συνθήκες, όταν η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας, που διατρέχει τον καπιταλισμό από την εμφάνισή του, σήμερα έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις; Μπροστά στις δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει την κερδοφορία του δεν έχει άλλον τρόπο από την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, οξύνοντας στο έπακρο την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Αυτό που ζούμε σήμερα και επιταχύνεται λόγω της κρίσης. Δεν πρόκειται για κάτι προσωρινό, αλλά για μόνιμη κατάσταση που θα οξύνεται ολοένα και περισσότερο. Και αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να λυθεί διαφορετικά παρά με την κοινωνική επανάσταση, την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, την αντικατάστασή της από την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής.

Ποια εθνική ομοψυχία όταν η αστική τάξη της Ελλάδας οικειοθελώς παραχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα προκειμένου στα πλαίσια της διεθνοποίησης του καπιταλισμού, της ανισότιμης εξάρτησης και της ανισόμετρης αλληλεξάρτησης να αναπαράγεται το κεφάλαιο και η κερδοφορία του;

Γίνεται φανερό ότι και σε πολιτικό επίπεδο γίνονται ολοφάνεροι οι δύο αντίθετοι πόλοι που σχετίζονται και συνδέονται οργανικά με το ταξικό περιεχόμενο της ανάπτυξης. Ανάπτυξη καπιταλιστική ή ανάπτυξη σοσιαλιστική - κομμουνιστική. Διαιώνιση της κυριαρχίας του κεφαλαίου, των μονοπωλίων, στην οικονομία και στην εξουσία ή εργατική, λαϊκή εξουσία και οικονομία.

Ετσι, από τη μια μεριά βρίσκονται η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της (μεσαία στρώματα που αναπαράγονται επειδή κυριαρχούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής), η κυβέρνηση, η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ, τα αστικά κόμματα, ο εργοδοτικός - κυβερνητικός συνδικαλισμός. Από την άλλη, η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα της πόλης και του χωριού, οι ταξικές δυνάμεις στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, οι ριζοσπαστικές δυνάμεις σε αυτοαπασχολούμενους, φτωχή αγροτιά, τα ριζοσπαστικά κινήματα της νεολαίας και των γυναικών από τα λαϊκά στρώματα. Που εκφράζονται με την κοινωνική συμμαχία των ΠΑΜΕ - ΠΑΣΕΒΕ - ΠΑΣΥ - ΜΑΣ - ΟΓΕ. Και το ΚΚΕ που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντικαπιταλιστικής, αντιμονοπωλιακής πάλης. Υπάρχει και ο ΣΥΡΙΖΑ, που κάνει κριτική στην κυβέρνηση και την πολιτική της από τη σκοπιά της διατήρησης του καπιταλισμού με άλλη, τάχα φιλολαϊκή, διαχείρισή του. Προτείνοντας ως διέξοδο έναν ηθικό καπιταλισμό, όπου θα συνυπάρχουν μονοπώλια και λαός και θα κερδοφορούν τα μονοπώλια και θα ζει καλά ο λαός, πράγματα ασυμβίβαστα. Που περιορίζει τις λαϊκές διεκδικήσεις στην αναδιανομή, όταν στρατηγική του κεφαλαίου είναι η μεγαλύτερη λαϊκή αφαίμαξη. Παραπλανά το λαό, υπονομεύει την ταξική πάλη, πασχίζει για τη χειραγώγηση στην αστική πολιτική.

Υπάρχει βεβαίως και η ναζιστική Χρυσή Αυγή. Που ανάγει τον πατριωτισμό σε ακραίο εθνικισμό προβάλλοντας τη φασιστική ιδεολογία και δράση ως διέξοδο για τα λαϊκά συμφέροντα, ταυτίζοντας τις λαϊκές ανάγκες με την καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα, πασχίζοντας με κάθε μέσο να ενισχύσει τα μονοπώλια που δρουν στην Ελλάδα, κηρύσσοντας την τυφλή υποταγή του λαού σ' αυτά. Ελληνες καπιταλιστές και εργάτες μαζί, με τη βία των λούμπεν, αυτή είναι η δράση της, για την προστασία και ενίσχυση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Αυτό το περιεχόμενο δίνει στην επέτειο της κοινωνικής επανάστασης του 1821, διαστρέφοντας και αμαυρώνοντας την Ιστορία. Και αναλαμβάνοντας ρόλο και καθήκοντα αντεπαναστατικού στρατού στον πόλεμο των αστών ενάντια στο εργατικό κίνημα και στο Κομμουνιστικό Κόμμα, προκειμένου να τσακίσει κάθε βήμα προς τα μπρος στην κοινωνική εξέλιξη, στην ταξική πολιτική πάλη για την αναπόφευκτη ανατροπή - κατάργηση του καπιταλισμού.

Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της δεν είναι απλά και μόνο η απόκρουση των αντιλαϊκών μέτρων στρατηγικής σημασίας για το κεφάλαιο, αλλά αυτός ο αγώνας να αναπτύσσεται σε σύνδεση με τη διεκδίκηση ικανοποίησης όλων των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και των όρων που αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν. Πολιτική πάλη, δηλαδή, για ρήξη και ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, για κατάκτηση της εργατικής - λαϊκής εξουσίας.

Αυτό είναι και το πραγματικό νόημα και περιεχόμενο της επετείου της Επανάστασης σήμερα. Χωρίς τον επαναστατικό ξεσηκωμό στα 1821 όλων των τότε καταπιεσμένων, δε θα υπήρχε αυτό το ιστορικό γεγονός και το αποτέλεσμά του, η ανατροπή της παλιάς εξουσίας και η εγκαθίδρυση της νέας. Ετσι και τώρα η εργατική τάξη και τα πιο καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα μπορούν να οργανώσουν τη δική τους αντεπίθεση, με τη δική τους Λαϊκή Συμμαχία, που θα δρα σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, όχι μόνο για να παρεμποδίζει την αντιλαϊκή πολιτική, όχι μόνο στα πλαίσια διεκδίκησης της ικανοποίησης όλων των λαϊκών αναγκών να έχει κατακτήσεις μέσα στον καπιταλισμό, αλλά η πάλη της να έχει στόχο, έκβαση στο επίπεδο της εξουσίας, δηλαδή για την εργατική, λαϊκή εξουσία. Και τότε, η εργατική τάξη με τους συμμάχους της, ο λαός, θα 'ναι υπερήφανοι, γιατί ως συνεχιστές της Ιστορίας θα δημιουργούν το δικό τους σοσιαλιστικό - κομμουνιστικό μέλλον. Αυτό είναι το σύγχρονο πατριωτικό και διεθνιστικό μαζί καθήκον της εργατικής τάξης, των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων σήμερα. Οταν ο λαός θέλει μπορεί να συντρίψει το παλιό και να επιβάλει το καινούριο, για να τραβήξει η Ιστορία προς τα μπρος, προς την αταξική κοινωνία, για το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.

ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "Η επανάσταση του 1821 το νόημα και η σημασία της στο σήμερα" (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ: Σάββατο 23 Μάρτη 2013 - Κυριακή 24 Μάρτη 2013).

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Η σημασία των πινακίδων της Πύλου

Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε σάλο στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Πράγματι, η ανακάλυψη όχι μόνο έπειθε με αδιάσειστα πια στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να διαβαστεί η Γραμμική Β' αλλά και επιβεβαίωνε ότι ο μυκηναϊκός πολιτισμός ήταν ελληνικός ... Οι πινακίδες Γραμμικής Β αντιστοιχούν στο τελευταίο “οικονομικό έτος” θα λέγαμε της ζωής του ανακτόρου. Περιείχαν πληροφορίες για εμπορικές συναλλαγές, παραγωγή και φορολογία προϊόντων κ.ο.κ. και αποκάλυψαν ένα σύστημα συγκεντρωτικό αλλά και συστηματικό ως προς τις οικονομικές λειτουργίες καθώς και μια συγκεντρωτική διοίκηση που περιλάμβανε το ανάκτορο, περιοχές της δικαιοδοσίας του και πολλούς μικρούς και μεγάλους οικισμούς.

Η Γραμμική Β' είναι γραφή με συλλαβογράμματα, στην οποία αποτυπώθηκε για πρώτη φορά γραπτά η ελληνική γλώσσα κατά τον 15ο αι. π.Χ.. Η αποκρυπτογράφησή της ήρθε σαν επιστέγασμα της προσπάθειας πολλών ερευνητών σε πολλές χώρες του κόσμου, που διήρκεσε σχεδόν μισόν αιώνα.
Οι πινακίδες της Κνωσού


Το 1909 ο Άρθουρ Έβανς δημοσίευσε το Scripta Minoa, όπου παρέθετε τα πρώτα συγκεντρωτικά στοιχεία για τον τεράστιο αριθμό πήλινων πινακίδων (περίπου 3.000), ακέραιων ή σε θραυσματική μορφή, τις οποίες είχε  ανακαλύψει κατά τις ανασκαφές  της Κνωσού, που είχαν αρχίσει το 1900. 
Οι πινακίδες αυτές έφεραν σύμβολα, που ο  Έβανς διέκρινε σε δύο τύπους γραφής: τη Γραμμική Α', που φαινόταν να αποτελεί εξέλιξη της ιερογλυφικής ή πικτογραφικής γραφής της Κρήτης (όπως αυτή που αποτυπώνεται στον δίσκο της Φαιστού), και τη Γραμμική  Β'. 
 Ο Έβανς με τους συνεργάτες του προσπάθησε να αποκρυπτογραφήσει τις δύο αυτές γραφές. Καθώς όμως ο Έβανς δεν ήταν γλωσσολόγος και επειδή τα μέχρι τότε στοιχεία δεν ήταν επαρκή, αυτό δεν κατέστη δυνατό.
 Ένα πρόσθετο εμπόδιο στάθηκε το γεγονός  ότι τόσο ο Έβανς όσο και ο John Linton Myres, ένας
νεαρός αρχαιολόγος που του ανατέθηκε να δημοσιεύσει τις πινακίδες Γραμμικής Β' της Κνωσού μετά τον θάνατο  του Έβανς, πίστευαν ότι ο Μυκηναϊκός πολιτισμός της ηπειρωτικής Ελλάδας δεν ήταν παρά ένα επαρχιακό παρακλάδι του Μινωικού πολιτισμού της Κρήτης.  
Για το λόγο αυτό πίστευαν ότι η Γραμμική Β' αποτύπωνε τη γλώσσα των Μινωιτών, που δεν ήταν ελληνική.
Από  το 1909 ως και τη δεκαετία του 1940 περίπου 20  μελετητές ανά  τον κόσμο ενδιαφέρθηκαν για το ζήτημα της αποκρυπτογράφησης των πινακίδων  της  Κνωσσού, άλλοι επαγγελματικά και άλλοι από χόμπι. 
Στους πρώτους συγκαταλέγεται η νεαρή κλασσική φιλόλογος και  μετέπειτα γλωσσολόγος Alice Kober, στους  δεύτερους ο Έλληνας νομικός Κωνσταντίνος Κτιστόπουλος και ο  Άγγλος αρχιτέκτονας Michael Ventris, ο οποίος το 1936, σε ηλικία μόλις 14 ετών, είχε ακούσει τον Evans να μιλάει στο σχολικό του τμήμα που επισκεπτόταν το Burlington house στο  Λονδίνο. Η άτυπη αυτή διάλεξη έμελλε να του αλλάξει τη ζωή. 

​Οι πινακίδες της Πύλου και ο μυκηναϊκός πολιτισμός
Το 1939 ο Carl Blegen και η ομάδα του ανακάλυψαν στην Πύλο, μέσα στα ερείπια του ανακτόρου του Εγκλιανού, περίπου 600 πήλινες πινακίδες σε Γραμμική Β. 
Η ανακάλυψη προκάλεσε “σεισμό”
στους κύκλους των φιλολόγων και γλωσσολόγων, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι ότι οι  πινακίδες που είχε ανακαλύψει ο Έβανς στην Κνωσό ήταν προϊόντα του μινωικού πολιτισμού.  Ο ίδιος ο Έβανς, ογδόντα έξι χρονών τότε, δεν διατύπωσε άποψη.
Οι  αντιδράσεις των οπαδών του, ωστόσο, περιλάμβαναν ακραίες απόψεις, όπως  ότι οι πινακίδες ήταν εισηγμένες από την Κρήτη ή ότι  κάποιος “αγράμματος” ηγεμόνας της Πελοποννήσου είχε φέρει γραφείς από την Κρήτη για να δουλέψουν γι' αυτόν. Ανεξάρτητα από τις ερμηνείες, πάντως, όλη η ακαδημαϊκή κοινότητα έστρεψε το βλέμμα της στην Πύλο, αναμένοντας με κομμένη ανάσα τα αποτελέσματα των μελετών του υλικού της Πύλου.
Πόλεμος-καταλύτης
Το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου πολέμου καθυστέρησε την πρόοδο των ανασκαφικών ερευνών. Το  μόνο που πρόλαβε η ομάδα του Blegen να κάνει ήταν να καθαρίσει  και  να φωτογραφίσει τις πινακίδες. Το 1940, με το τελευταίο αμερικανικό πλοίο που εγκατέλειπε τη Μεσόγειο, ταξίδευαν για την Αμερική τα αρνητικά των φωτογραφιών αυτών, ενώ οι  πρωτότυπες πινακίδες κατατίθεντο στην Τράπεζα των Αθηνών, όπου και θα παρέμεναν για τουλάχιστον έξι  χρόνια. 
Ο πόλεμος παράλληλα κράτησε μακριά από το πεδίο μελέτης αρκετούς από τους μετέπεια πρωταγωνιστές της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Β, όπως τον Emmett Bennett, φοιτητή του Blegen, και τον John Chadwick, λεξικογράφο από το Καίμπριτζ. 
Παράλληλα, ωστόσο, όξυνε τις ικανότητές τους στην αποκρυπτογράφηση, αφού εργάστηκαν σε  μυστικές υπηρεσίες για το σπάσιμο των κωδίκων των δυνάμεων του άξονα. 
Ο Michael Ventris, από την άλλη μεριά, υπηρέτησε στη βρετανική αεροπορία με ειδικότητα στη ρίψη βομβών, κάτι  που εξάσκησε την οργανωτική του ικανότητα και την παρατηρητικότητά του. 
Έφτασε μάλιστα στο σημείο να σχεδιάσει τους δικούς του χάρτες για  τους βομβαρδισμούς,  καθώς από την ακρίβειά τους εξαρτώταν ακόμη και η ζωή των συναδέλφων του.

​Στην τελική ευθεία
 Στο διάστημα αυτό, ο Sir John Linton Myers, που είχε διατηρήσει μια  φιλική σχέση συνεργασίας με τον Έβανς, με το θάνατο του τελευταίου 'κληρονόμησε' το καθήκον να ταξινομήσει και να μελετήσει συστηματικά τις πινακίδες της Κνωσού στο μουσείο Ashmolean της Οξφόρδης και να δημοσιεύσει το υλικό με βάση το ημιτελές χειρόγραφο και τους πίνακες των συμβόλων που είχε αφήσει πίσω του ο Έβανς. Αμέσως μετά τον πόλεμο, ο Carl Blegen έφερε σε επαφή μαζί του τον διδακτορικό  του φοιτητή Emmett Bennet, προκειμένου να τον βοηθήσει στο έργο του.
 Το 1948 στην ομάδα προστέθηκε και η Alice Kober, που, με υποτροφία Guggenheim, πήγε στην Οξφόρδη για να εντρυφήσει κι αυτή στη Γραμμική Β'.



Η Kober, μια Αμερικανίδα ουγγρικής καταγωγής, με εκπληκτική ευχέρεια στην εκμάθηση γλωσσών και δη νεκρών γλωσσών, ήταν αυτή που έκανε το πρώτο αποφασιστικό βήμα προς την ερμηνεία της Γραμμικής Β'. 
Μελέτησε μανιωδώς επί σειρά ετών τις  πινακίδες της Κνωσού, αρχικά, ταξινομώντας τα περίπου 100 φωνητικά σύμβολα που εμφανίζονται στη γραφή και παρήγαγε 186.000 καρτέλες σημειώσεων. Επίσης έφτιαξε ένα σύστημα από διάτρητες καρτέλες που της επέτρεπαν να ανακτήσει γρήγορα τα σχετικά δεδομένα, σε μια εποχή χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
 Στόχος της ήταν να συγκεντρώσει και να αναλύσει όλα τα δεδομένα από τα οποία μπορούσε να συναγάγει τις φωνητικές αξίες της Γραμμικής Β'.


 


Το πρωτότυπο αυτό σύστημα ταξινόμησης συμβόλων προήγαγε σημαντικά την κατανόηση της Γραμμικής Β´. Παράλληλα, βέβαια, το πεδίο μελέτης είχε  διευρυνθεί αρκετά με την ανακάλυψη και μεταγραφή των πινακίδων της Πύλου και η Kober είχε αρχίσει να μελετά δείγματα από αυτές, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία της με τον Carl Blegen και τον Emmett Bennett. 
Ο συστηματικός νους της Kober την οδήγησε σε ένα ακόμη αποφασιστικό  βήμα: αναγνώισε  πέντε ομάδες λέξεων αποτελούμενες από τρεις λέξεις η καθεμιά (τα “τρίδυμα της Kober”  θα τα αποκαλούσε περιπαικτικά ο Ventris), οι οποίες φαινόταν ότι μπορεί να αντιστοιχούσαν σε πτώσεις ουσιαστικών.
 Αν και δεν μπορούσε ακόμη να διακρίνει τη φωνητική τους αξία, το έμπειρο μάτι της Kober την έκανε να θεωρεί βέβαιες τις αλληλεξαρτήσεις τους και να αναγνωρίσει ότι βρισκόταν μπροστά σε μια σημαντική ανακάλυψη.  
Αυτό  αποτέλεσε ένα θεμελιώδες  πρώτο βήμα για τη διαμόρφωση ενός αναλυτικού συστήματος, της “καννάβου”, με τη βοήθεια της οποίας οργανώθηκε η χαώδης μάζα του υλικού. 
Η μέθοδος της καννάβου είχε χρησιμοποιηθεί και  παλιότερα, από τον Σαμπολλιόν, για την αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών,  η Kober  ωστόσο την εξέλιξε και την οργάνωσε καλύτερα. Μια από  τις πρώτες καννάβους που σχεδίασε η Kober σε ένα σημειωματάριο τοποθετεί  22 σύμβολα στη σωστή θέση σε σχέση  το ένα με το άλλο. Παράλληλα, η Kober παρατήρησε  ότι η προσθήκη συγκεκριμένων συμβόλων στις λέξεις φαίνεται να υποδήλωνε το διαφορετικό  γένος.  Η παρατήρηση αυτή οδήγησε στην υπόθεση ότι η γλώσσα των πινακίδων ήταν ινδοευρωπαϊκή, αφού μόνον οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες  εμφανίζουν τέτοιους σχηματισμούς.

Παράλληλα, ο αρχιτέκτονας και ερασιτέχνης αποκρυπτογράφος Michael Ventris, μια αινιγματική και αντισυμβατική προσωπικότητα, είχε ήδη αρχίσει να ασχολείται συστηματικά με την αποκρυπτογράφηση των συμβόλων της Γραμμικής Β'. 
Για περίπου μια δεκαετία, ωστόσο, ο Ventris πίστευε πως η Γραμμική Β' κατέγραφε λέξεις από κάποια ετρουσκική διάλεκτο. 
Το υποστήριξε μάλιστα σε άρθρο του στο American Journal of Archaeology το 1940, λίγο μετά την ανακάλυψη των πινακίδων της Πύλου. Στο ίδιο περιοδικό, λίγα χρόνια αργότερα (1945) η Kober δημοσίευσε το δικό της άρθρο περί της εγκλιτικότητας της γλώσσας της Γραμμικής Β'. 
Στη συνέχεια όμως οι δημοσιεύσεις και κυρίως η “κάνναβος” της Kober στάθηκαν ο πολύτιμος οδηγός του Ventris. 
 Ο Ventris μπορούσε να δει τις πινακίδες με μια φρέσκια ματιά, που έλειπε ίσως από την Kober, η οποία περνούσε μήνες ολόκληρους διορθώνοντας τα σφάλματα και τις ξεπερασμένες απόψεις του Myres, που αισθανόταν υποχρεωμένος να σεβαστεί την επιχειρηματολογία του Έβανς. Ίσως για το λόγο  αυτό και ο Ventris δεν μπόρεσε ποτέ να ενταχθεί στην ομάδα μελέτης Myres-Kober-Bennett, αν και επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο το 1948.
Την ίδια χρονιά η Kober, ήδη άρρωστη από καρκίνο, δημοσίευσε ένα άρθρο για τις “μινωικές γραφές” δηλώνοντας,  με την εξαιρετική επιφυλακτικότητα που την χαρακτήριζε,  ότι  η εξαγωγή συμπερασμάτων για τη Γραμμική Β' θα ήταν εφικτή όταν θα ήταν διαθέσιμα πλήρη και  καλά επεξεργασμένα στοιχεία. 
 Το άρθρο αυτό απογοήτευσε τον Ventris, που την επόμενη χρονιά συνέταξε και έστειλε  ένα ερωτηματολόγιο σε όλους  τους μελετητές ανά τον κόσμο που ασχολούνταν με τη Γραμμική Β'. 
Από τους πρώτους που ανταποκρίθηκαν ήταν και ο Έλληνας Κωνσταντίνος Κτιστόπουλος, επίσης “ερασιτέχνης” στην προσπάθεια της αποκρυπτογράφησης, ο οποίος έκτοτε θα αλληλογραφούσε τακτικά με τον Ventris, ανταλλάσσοντας απόψεις.
 Ο Ventris συνέθεσε ένα κείμενο με όλες τις απόψεις που έλαβε γραπτώς, το περίφημο Mid-Century Report, καθώς στόχο είχε, όπως έγραφε ο ίδιος, να καταγράψει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν διεθνώς το θέμα της αποκρυπτογράφησης 50 χρόνια μετά την ανακάλυψη των πινακίδων της Κνωσσού. 
 Πριν ακόμη από την ολοκλήρωση του  Mid-Century Report, η Kober πέθανε, αφού είχε προλάβει, ωστόσο, να πείσει τον Ventris για την ινδοευρωπαϊκή καταγωγή της γλώσσας των πινακίδων. 
Το 1951 ο Ventris εγκατέλειψε τη δουλειά του, ως αρχιτέκτονας στον οργανισμό ανέγερσηςσχολικών κτιρίων της Μεγάλης Βρετανίας, για να αφοσιωθεί στην αποκρυπτογράφηση.
 Ίσως η απόφασή του να συνδεόταν με το γεγονός ότι την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκαν τα πρώτα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της μεταγραφής των πινακίδων της Πύλου.
Αποκάλυψη
Ένα χρόνο αργότερα, το 1952, o Ventris ανακοίνωσε ραδιοφωνικά ότι είχε σπάσει τον κώδικα της Γραμμικής Β' και ότι, σύμφωνα με τα συμπεράσματά του, η γλώσσα των πινακίδων ήταν ελληνική.

Μεταξύ των ακροατών του προγράμματος ήταν και ο λεξικογράφος από  το Καίμπριτς, John Chadwick. Σύντομα ο Ventris βρήκε το επιστημονικό “έτερόν του ήμισυ” στο πρόσωπο του Chadwick.


Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε  σάλο  στους ακαδημαϊκούς κύκλους. 
Πράγματι, η ανακάλυψη όχι μόνο έπειθε με αδιάσειστα πια στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να διαβαστεί η Γραμμική Β' αλλά και επιβεβαίωνε ότι ο μυκηναϊκός πολιτισμός ήταν ελληνικός. 
Ωστόσο, υπήρξε αρκετός σκεπτικισμός, κυρίως  λόγω της επιρροής που ακόμη ασκούσαν οι απόψεις του Evans. Οι Ventris και Chadwick θα έπρεπε  να είναι εξαιρετικά προσεκτικοί στην ανακοίνωση και διατύπωση των αποτελεσμάτων τους.


Την επόμενη χρονιά, σε μια  κατάμεστη αίθουσα στο Burlington House, εκεί που  και ο  ίδιος είχε  για πρώτη φορά ακούσει τον Evans να μιλάει για τις πινακίδες, παρουσίασε την πινακίδα P641, γνωστή και ως “πινακίδα των τριπόδων”, όπου καταμετρώνται διάφορα αγγεία, τα περισσότερα τριποδικά, με αναγραφή και των ονομάτων τους. Η πινακίδα αυτή αποτέλεσε στην ουσία τη “στήλη της Ροζέτας” για την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β'.  



Οι Ventris και Chadwick συνέχισαν να εργάζονται πυρετωδώς επάνω σε μια επιστημονική δημοσίευση των αποτελεσμάτων τους, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1956 με τον τίτλο “Documents in Mycenean Greek”. Δυστυχώς την ίδια χρονιά ο Ventris βρήκε τραγικό θάνατο σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τις μελέτες συνέχισε ο Chadwick, ο οποίος και δημοσίευσε, δύο χρόνια αργότερα το πολύκροτο έργο του “The Decipherment of Linear B”.

Τι αποκάλυψαν οι πινακίδες
  
Οι πινακίδες Γραμμικής Β αντιστοιχούν στο τελευταίο “οικονομικό  έτος” θα λέγαμε της ζωής του ανακτόρου. Περιείχαν πληροφορίες για εμπορικές συναλλαγές, παραγωγή και φορολογία προϊόντων κ.ο.κ. και αποκάλυψαν ένα σύστημα συγκεντρωτικό αλλά και συστηματικό ως προς τις οικονομικές λειτουργίες καθώς και μια συγκεντρωτική διοίκηση που περιλάμβανε το ανάκτορο, περιοχές της δικαιοδοσίας του και πολλούς μικρούς και μεγάλους οικισμούς.



 Οι ερευνητές διέκριναν 33 διαφορετικά “χέρια” γραφέων στις πινακίδες της Πυλου. Ορισμένοι  από αυτούς, όπως ο Thomas Palaima, μαθητής του Bennett, συνέχισαν επί σειρά ετών την ιστορική ανάλυση των κειμένων των πινακίδων, φωτίζοντας συγκεκριμένες πτυχές της μυκηναϊκής κοινωνίας.
Οι πινακίδες αποκάλυψαν π.χ. ότι επικεφαλής της κοινωνικής ιεραρχίας της Πύλου βρισκόταν ο wanax, ο βασιλιάς. Ορισμένες καταγράφουν προσφορές σε θεότητες. Μια ομάδα πινακίδων αναφέρεται λεπτομερώς στην παραγωγή, αποθήκευση και εμπορία του αρωματικού ελαίου. Εξαιρετικά χρήσιμη για τους μελετητές είναι η αναφορά σε τοπωνύμια, που μας αποκαλύπτει τόσο την ταύτιση με μεταγενέστερες ονομασίες όσο και την έκταση του βασιλείου της Πύλου,  αλλά και οι ονομασίες απλών ανθρώπων και των ιδιοτήτων τους, που με την πρόσφατη προσεκτική μελέτη του Δ. Νακάση διευκόλυναν τη σύνταξη μιας “προσωπογραφίας” της Μυκηναϊκής Πύλου, ενώ αποκάλυψαν ότι υπήρχε μεγαλύτερη οικονομική αυτενέργεια εκτός του ελέγχου των ανακτορικών κέντρων σε σχέση με ό,τι πιστευόταν παλαιότερα. Γενικά, η προσεκτική μελέτη τους, η οποία συνεχίζεται σε διάφορα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο, διαφωτίζει με τρόπο καθοριστικό την οργάνωση και λειτουργία της μυκηναϊκής κοινωνίας. 

Η πινακίδα της Ίκλαινας

Η πινακίδα της Ίκλαινας 140 π.Χ. 
Μια πρόσφατη (2011) ανακάλυψη στις ανασκαφές της Ίκλαινας άλλαξε για μια ακόμη φορά κάποια δεδομένα σχετικά με τη Γραμμική Β'.  Μια πινακίδα, ύψους 2,5 εκατοστών και πλάτους 4,  βρέθηκε απανθρακωμένη σε αποθέτη, όπου προφανώς είχαν καεί σκουπίδια. Η πινακίδα αναγράφει κάτι σχετικό με μια κατασκευή στην μια πλευρά και κατάλογο ονομάτων και αριθμών στην άλλη πλευρά. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι η πινακίδα της Ίκλαινας χρονολογείται στα 1450 π.Χ.,  δηλαδή είναι παλαιότερη κατά δυόμισυ περίπου αιώνες από τις πινακίδες της Πύλου, αποδεικνύοντας ότι η χρήση της γραφής στον ελλαδικό χώρο ήταν κατά  πολύ παλαιότερη απ ό,τι πιστεύαμε και γνωστή ακόμη και σε μη ανακτορικά κέντρα.
• Ευχαριστούε τον Thomas Palaima για τις παρατηρήσεις και τις καίριες διορθώσεις του  επί του κειμένου.
  
Οι πρωταγωνιστές της αποκρυπτογράφησης

Sir  Arthur Evans
Ο Βρετανός αρχαιολόγος Arthur Evans, γιος χαρτοβιομηχάνου από την Ουαλλία, γεννήθηκε το 1851. Ανέπτυξε από μικρός πάθος για την αρχαιολογία, με την οποία άλλωστε ασχολείτο ερασιτεχνικά και ο πατέρας του. 
Χρησιμοποίησε μέρος της πατρικής περιουσίας για να αγοράσει τον λόφο της Κεφάλας κοντά στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου υπήρχαν ενδείξεις μινωικής παρουσίας.
Ανασκάπτοντας εκεί, ανακάλυψε τα ερείπια της Κνωσού, του μεγαλύτερου ανακτορικού κέντρου της Κρήτης. Μεταξύ των ευρημάτων του ήταν και περίπου 3.000 πινακίδες, αποσπασματικές ή ακέραιες, καταγραφές από σύμβολα.
 Ο Έβανς διέκρινε δύο γραφές, τις οποίες ονόμασε Γραμμική Α' και Γραμμική Β'. Η ανακάλυψή του πυροδότησε ένα τρομερό ενδιαφέρον στους κύκλους των φιλολόγων και των γλωσσολόγων για τις άγνωστες ως τότε νεκρές γλώσσες που αποτυπώνονταν στις πινακίδες, που οδήγησε τελικά, μισόν αιώνα αργότερα στην αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β' (η Γραμμική Α' παραμένει, στο μεγαλύτερο μέρος της, αδιάγνωστη ακόμη). 



Alice Kober
Alice Elizabeth Kober  γεννήθηκε από Ούγγρους  μετανάστες στο Μανχάτταν των ΗΠΑ το 1906. Οι εξαιρετικές της επιδόσεις στο σχολείο της χάρισαν μια υποτροφία που της επέτρεψε αρχικά να παρακολουθήσει μαθήματα στο Hunter College, όπου σπούδασε κυρίως Λατινικά, ενώ στη συνέχεια ολοκλήρωσε  μεταπτυχιακό  και διδακτορικό σε κλασικές σπουδές στο πανεπιστήμιο Columbia, με θέμα τους χρωματικούς όρους της ελληνικής ποίησης. Εργάστηκε στο Brooklyn College, ήδη πριν την ολοκλήρωση του διδακτορικού της, και παρέμεινε στο δυναμικό  του πανεπιστημίου αυτού ως τον άκαιρο θάνατό της το 1950. Το ενδιαφέρον της για τη Γραμμική Β' αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια ενός προπτυχιακού σεμιναρίου για τις αιγαιακές γραφές και ενισχύθηκε κατά τη δεκαετία του 1930, μετά την ολοκλήρωση του διδακτορικού της. Έφτιαξε ένα εκπληκτικό σύστημα καταλογογράφησης και ταξινόμησης των συμβόλων και στοιχείων της Γραμμικής Β´ που εκτεινόταν σε πάνω από 180.000 καρτέλες σημειώσεων, τις οποίες διατηρούσε σε πακέτα τσιγάρων, καθώς και ένα σύστημα ανάκτησης δεδομένων με διάτρητες καρτέλες.  Παράλληλα έμαθε πλήθος δύσκολων και νεκρών γλωσσών, όπως τα Χεττιτικά, τα Ακκαδικά, τα Σουμεριακά, τα Παλαιά Περσικά, αλλά και τα Βάσκικα, τα Κινέζικα και, τέλος, τα Σανσκριτικά. 
Τα ενδιαφέροντά της άλλωστε  περιλάμβαναν και την αρχαιολογία, στην οποία εξασκήθηκε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Μεξικό. 
Το 1946 πήρε μια υποτροφία Guggenheim για να εντρυφήσει στη Γραμμική Β' στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Εκεί γνώρισε το συνεργάτη του Έβανς, Sir John Linton Myers, και αποδόθηκε σε μια συστηματική προσπάθεια μεταγραφής των πινακίδων Γραμμικής Β' που είχαν συγκεντρωθεί στο Μουσείο Ashmolean. 
Ταυτόχρονα άρχισε να συνεργάζεται πιο στενά με τον Emmett Bennett, υποψήφιο διδάκτορα στο πανεπιστήμιο του Cincinnatti και μέλος της ανασκαφικής ομάδας του Carl  Blegen στην Πύλο. 
Η καθοριστική για την εξέλιξη της αποκρυπτογράφησης ανακάλυψη της Kober ήταν ότι η Γραμμική Β' αποτελούσε εγκλιτική γλώσσα.
 Παράλληλα βοηθούσε τον Myers στην έκδοση των Scripta Minoa ΙΙ, γεγονός που καθυστέρησε τις δικές της μελέτες για τη Γραμμική Β'. Δυστυχώς ο θάνατος τη βρήκε σε ηλικία 43  ετών, πιθανότατα από  καρκίνο, δεδομένου ότι ήταν μανιώδης καπνίστρια, πριν προλάβει να ολοκληρώσει την ανάλυσή της.
 Σε αυτήν όμως βασίστηκε ο Michael Ventris για να μπορέσει να σπάσει τον κώδικα της Γραμμικής, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι η γραφή αποτύπωνε την ελληνική γλώσσα που μιλούσαν οι Μυκηναίοι.

Emmett Leslie Bennett, Jr. (1918 -2011)
Emmett Leslie Bennett, Jr. (1918 -2011)-Αμερικανός φιλόλογος, γεννημένος το 1918 στη Μιννεάπολη της Μιννεσότα. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Σινσιννάτι, όπου και ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή, υπό την επίβλεψη του Carl Blegen.
 Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα στο πανεπιστήμιο Γέιλ και συνέχισε στο πανεπιστήμιο του Τέξας. Το τελευταίο και μεγαλύτερο μέρος του ακαδημαϊκού του βίου ωστόσο το πέρασε ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Wiskonsin-Madison, από όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1988.
 Γνωστός ως "ο πατέρας της μυκηναϊκής επιγραφικής" ο Μπέννετ έκανε τρομακτικά λεπτομερή δουλειά σχετικά με τη δημιουγία καταλόγων των συμβόλων των πινακίδων της Κνωσού και της Πύλου και γενικότερα της Γραμμικής Β'. 
Σε συνεργασία με την Alice Kober προσπάθησαν να τοποθετήσουν τα σύμβολα αυτά επάνω σε έναν συστηματικό κατάλογο των συμβόλων της Γραμμικής Β', γνωστό ως “κάνναβο”.  
Το 1951 ο Bennett δημοσίευσε το βιβλίο The Pylos Tablets, με τα συμπεράσματα της κοινής εργασίας του με την Kober για τα 80 σύμβολα που είχαν αποκρυπτογραφήσει. 
Η δημοσίευση αυτή έδωσε υλικό στον Michael Ventris και αργότερα και στον John Chadwick, ένα μεγάλο υλικό λέξεων και κειμένων επάνω στα οποία μπορούσαν να δουλέψουν. 
Η δημοσίευση αυτή έκανε  τελικά τον πρώτο να εγκαταλείψει το επάγγελμά του  και  να ενσκήψει στη Γραμμική Β', αποκρυπτογραφώντας την αλλά και εξηγώντας την με τη βοήθεια του Chadwick.

Michael Ventris (1922-1956)

Ο Michael George Francis Ventris ήταν Βρετανός αρχιτέκτονας και γλωσσολόγος.  Η αγάπη του για τις γλώσσες και μια πρώιμη επαφή του με τον Άρθουρ Έβανς,  τον ώθησαν να ασχοληθεί από πολύ νεαρή ηλικία με το ζήτημα της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Β'. 
Ήταν απόγονος στρατιωτικής οικογένειας με παρουσία κυρίως στην Ινδία και την Άπω Ανατολή. 
Η μητέρα του ήταν Πολωνέζα αριστοκράτισσα.Ένα χρόνιο άσθμα που τον ταλαιπώρησε στην παιδική του ηλικία ανάγκασε την οικογένειά του να ζήσει για οκτώ χρόνια στην Ελβετία. 
Εκεί ο Michael ανακάλυψε την απίστευτη κλίση του για τις γλώσσες, φτάνοντας να μιλάει τουλάχιστον έξι. Επιστρέφοντας στην Βρετανία παρακολούθησε μαθήματα στο σχολείο  Στόου, με έμφαση στις κλασικές σπουδές.
 Εκεί, σε ηλικία 14 ετών, παρακολούθησε μια διάλεξη του Έβανς στο Burlington house για τα πενηντάχρονα της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας. Τόσο εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα της Κνωσού, ιδιαίτερα τις πινακίδες, αλλά και από τον γηραιό αρχαιολόγο (ο Έβανς ήταν τότε 85 ετών), ώστε άρχισε να διαβάζει μανιωδώς για τη Γραμμική Β'. 
Το 1938 έχασε τον πατέρα του και με την έναρξη του Β' παγκοσμίου πολέμου, έναν χρόνο αργότερα, τέθηκε ένα απότομο τέλος στην οικονομική ευμάρεια της οικογένειας, που προερχόταν κυρίως από κτήματα της οικογένειας που βρίσκονταν στην Πολωνία. 
Η μητέρα του πέθανε από κατάχρηση βαρβιτουρικών το 1940 και ο ίδιος εγγράφηκε στην Αρχιτεκτονική Σχολή της Ένωσης  Αρχιτεκτόνων, αλλά δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε τη σχολή του και προσχώρησε στη Βρετανική Αεροπορία (RAF). 
Εκπαιδεύτηκε στη ρίψη βομβών στον Καναδά και έλαβε μέρος στους βομβαρδισμούς της Γερμανίας. Επιστρέφοντας από τον πόλεμο ολοκλήρωσε τις αρχιτεκτονικές σπουδές του μαζί με τη σύζυγό του, Lois. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Νίκι και την Τέσα.
 Όλο αυτό το διάστημα δεν είχε πάψει να καταπιάνεται με το θέμα της αποκρυπτογράφησης, θεωρώντας όμως εσφαλμένα ότι συνδεόταν με τα Ετρουσκικά. Η ανακάλυψη της Alice Kober, κλασικής φιλολόγου από την Αμερική, ότι ορισμένες λέξεις των πινακίδων φαίνονταν να κλίνονται, έδωσε άλλη τροπή στις μελέτες του. 
Ο Ventris, ακολουθώντας το πρότυπο της Kober, κατασκεύασε μια κάνναβο που απέδιδε στα σύμβολα φωνητικές αξίες (σύμφωνα και φωνήεντα). Σταδιακά αποκάλυψε ονόματα πόλεων και βασιζόμενος σε αυτά οριστικοποίησε την αποκρυπτογράφηση των περισσότερων στοιχείων, ενώ παράλληλα απέδειξε ότι η γλώσσα της Γραμμικής Β' ήταν αυτή που μιλιόταν στην κυρίως Ελλάδα κατά τη μυκηναΪκή περίοδο. 
Δημοσιοποίησε τα πορίσματα των ερευνών του το 1952 σε ένα πολύκροτο ντοκιμαντέρ του BBC. Καθώς ο ίδιος δεν είχε φιλολογική κατάρτιση, πέρα από την εκπληκτική έμφυτη κλίση του στη γλωσσομάθεια, συνεργάστηκε στενά με τον John Chadwick, καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Δυστυχώς,  ο Ventris σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1956, πριν προλάβει να ολοκληρώσει τις μελέτες του, τις οποίες συνέχισε ο Chadwick.

John Chadwick 

O γλωσσολόγος John Chadwick γεννήθηκε στο Richmond της Αγγλίας το 1920 και φοίτησε στο σχολείο St.  Paul's, ένα από τα αριστοκρατικότερα  του Λονδίνου.
 Στη συνέχεια σπούδασε στο κολέγιο Corpus Christi του Cambridge.  Η επαφή του με την αποκρυπτογράφηση χρονολογείται στα χρόνια του Β'Παγκοσμίου Πολέμου, όταν υπηρετούσε στην Αλεξάνδρεια με καθήκον να “σπάσει” ναυτικούς κώδικες των Ιταλών, ενώ αργότερα μεταφέρθηκε στο Bletchley Park, το βρετανικό κέντρο αποκρυπτογραφήσεων.
 Ολοκλήρωσε τις σπουδές του μετά  το τέλος του Πολέμου, ειδικευόμενος στις κλασικές σπουδές και δη στη γλωσσολογία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του είχαν προσπαθήσει, μαζί με κάποιους συμφοιτητές του, να αποκωδικοποιήσουν τη “Μινωική γραφή Γραμμική Β”, γνωρίζοντας τις προσπάθειες που κατέβαλλε προς την κατεύθυνση αυτή και ο Michael Ventris. 
To 1952 o Ventris και ο Chadwick άρχισαν να συνεργάζονται: η συνεργασία τους αυτή κατέληξε στην έκδοση, το 1953, του βιβλίου "Evidence for Greek Dialect in the Mycenaean Archives"  και το 1956, του βιβλίου “Documents in Mycenean Greek”, που αποτέλεσε τη βίβλο της Γραμμικής Β'.
 Η φιλολογική κατάρτιση του Chadwick σε συνδυασμό με τη διεισδυτική διάνοια του Ventris κατόρθωσαν τελικά να λύσουν το μυστήριο της Γραμμικής Β' αναγνωρίζοντας σε αυτήν μια  πρώιμη μορφή των ελληνικών.
 Μετά τον πρόωρο θάνατο του συνεργάτη του, ο Chadwick συνέχισε  τις δημοσιεύσεις, εκδίδοντας, το 1958, το  βιβλίο “Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β”.  Διατέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Πέθανε το 1998. 

Κωνσταντίνος Κτιστόπουλος-Ο Κωνσταντίνος Κτιστόπουλος γεννήθηκε στο Αιτωλικό Αιτωλοακαρνανίας το 1891. Από το 1910 ως το1926 διετέλεσε οικονομικός αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος. Το 1916 συμμετείχε στην “Τριανδρία” του κινήματος στη Θεσσαλονίκη. 
Ταυτόχρονα φοίτησε και στη Νομική Σχολή από όπου αποφοίτησε το 1923. Από το  1928 ως το 1953 εργάστηκε στην Τράπεζα της  Ελλάδος, όπου αρνήθηκε την προαγωγή του  κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής.  

Συμμετέχοντες στο πρώτο διεθνές συμπόσιο Μυκηνολόγων στο Ζιφ. 

Το 1928 ξεκίνησε  επίσης το ενδιαφέρον του για τις κρητομυκηναϊκές γραφές, με προτροπή του Depfner, ο οποίος διείδε τη μεγάλη έφεση του Κτιστόπουλου στις γλώσσες. Δεν δημοσίευσε ωστόσο πορίσματα των μελετών του παρά το 1945. Τα άρθρα του χαρακτηρίζονται από έμφαση στη στατιστική παρατήρηση. Ο Κτιστόπουλος ήταν ο μόνος Έλληνας που ανταποκρίθηκε στο Mid-Century  Report του Βέντρις, με τον οποίο ήταν σε συχνή αλληλογραφία έκτοτε. Το  1960 ο Κτιστόπουλος έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της συντακτικής επιτροπής  του  περιοδικού Kadmos, που ασχολείται με θέματα πρώιμης ελληνικής επιγραφικής. 
ΠΗΓΗ ΘΕΜΑΤΩΝ :www.pylia.gr



ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΜΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΤΗΣ ΠΥΛΟΥ ΣΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΟΝΑ



ΠΗΓΗ: http://ellinondiktyo.blogspot.gr