Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Ζωτικός Χώρος

Ο Αδόλφος Χίτλερ πραγματοποιεί ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1937 μυστική συνάντηση και αναφέρει τα σχέδιά του για την απόκτηση "ζωτικού χώρου" για το γερμανικό λαό. Αυτή η πολιτική και οικονομική θεωρία απετέλεσε τη δογματική βάση του Εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος του Χίτλερ.
Barrea, Abruzzo Italy:


Με τον όρο Ζωτικός χώρος (αντίστοιχος με τον γαλλικό "Espace Vital" και τον γερμανικό "Lebensraum") δηλώνεται μια οικονομική και πολιτική θεωρία που εμφανίσθηκε και έλαβε μεγάλη έκταση κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου στη Γερμανία και η οποία και απετέλεσε τη δογματική βάση του Εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος του Χίτλερ.

Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, ένας λαός δικαιούται να επεκταθεί σε εδάφη, που αναγκαιούν σ΄ αυτόν, προκειμένου να ικανοποιηθούν δημογραφικές και οι εξ αυτών παραγόμενες οικονομικές ανάγκες του. Οι δημογραφικοί αυτοί λόγοι θεμελιώνονται επί της έννοιας πάντοτε του φυσικού δικαιώματος ενός λαού να μη στερείται του αναγκαίου γι αυτόν εδαφικού χώρου, άνευ της ικανοποίησης του οποίου εγκυμονείται ο κίνδυνος να υποστεί τις ολέθριες συνέπειες του υπερπληθυσμού. Από οικονομικής πλευράς η επιζητούμενη επέκταση αυτή δικαιολογείται από την ιδέα του να επιτευχθεί τουλάχιστον αυτάρκεια ως προς τα κυριότερα οικονομικά αγαθά και τις πρώτες ύλες.

Βάσει λοιπόν της παραπάνω θεωρίας, ως Ζωτικός Χώρος κατά τη δεύτερη περίπτωση μπορεί να αφορά ένα απομακρυσμένο έδαφος όπως για παράδειγμα μια υπερπόντια κτήση ή αποικία.

Κάτω ακριβώς από αυτές τις προϋποθέσεις της θεωρίας αυτής οφείλονταν και οι βλέψεις της Γερμανίας προς τις πεδιάδες της Πολωνίας και της Ρωσίας που παρείχαν (κατά την θεωρία) αμφότερες πλεονεκτήματα του επιδιωκόμενου Ζωτικού Χώρου και που απετέλεσε στη συνέχεια την αφορμή της έναρξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. (Βλ. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ΕΔΩ)

Ο όρος σήμερα είναι σε ευρύτατη χρήση ιδιαίτερα σε μεθοριακές περιοχές όταν μάλιστα υφίστανται εκεί μεγάλα κοιτάσματα ορυκτού πλούτου, όπως π.χ. μεταξύ Ιράκ - Κουβέιτ, ή Ιράκ - Ιράν όπου και στις δύο περιπτώσεις έγινε αφορμή πολέμου με εκατέρωθεν θυσίες.

Για την Ελλάδα, χώρα ναυτική και κυρίως νησιωτική, τα χωρικά της ύδατα (ιδίως στο Αιγαίο Πέλαγος) αναγνωρίζονται ασφαλέστατα "Ζωτικός Χώρος" αυτής.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Ιωσήφ Στάλιν

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1953.
Τον πρώτο χρόνο των σπουδών του στη Θεολογική Σχολή της Τιφλίδας έγινε άθεος! Συνέβαλλε στη διαμόρφωση των γνωρισμάτων που χαρακτήρισαν το νέο σοβιετικό καθεστώς αλλά και τα υπόλοιπα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, που αντιπροσώπευσαν ένα πολιτικό σύστημα τον "υπαρκτό σοσιαλισμό".


Ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν (ρωσικά: Иосиф Виссарионович Сталин (Β·Π) προφορά [ˈjosʲɪf vʲɪsɐrʲɪˈonəvʲɪt͡ɕ ˈstalʲɪn]), ψευδώνυμο του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι (γεωργιανά: იოსებ ჯუღაშვილი) (18 Δεκεμβρίου 1878 – 5 Μαρτίου 1953) ήταν ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Στάλιν έγινε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (Κ.Κ.Σ.Ε) το 1922. Το Γενάρη του 1923 ο Βλαντιμίρ Λένιν (βλ. Βιογραφία Λένιν ΕΔΩ) έγραψε ένα γράμμα, γνωστό ως «Διαθήκη του Λένιν» στο οποίο έλεγε : «Ο Στάλιν είναι πολύ απότομος και το ελάττωμα αυτό, που είναι εντελώς ανεκτό στις προσωπικές σχέσεις κομμουνιστών αναμεταξύ τους, δεν είναι ανεκτό για κείνον που κατέχει τη θέση του Γενικού Γραμματέα», με αποτέλεσμα ο ίδιος ο Λένιν να προτείνει την αντικατάστασή του από κάποιο άλλο στέλεχος των μπολσεβίκων το οποίο «σχετικά με τον Στάλιν να έχει τούτο το χαρακτηριστικό, να είναι πιό υπομονετικός, πιο ανοιχτόκαρδος και πιο ευγενικός απέναντι στους συντρόφους και να είναι λιγότερο δύστροπος. Το ζήτημα αυτό μπορεί να φαίνεται σαν μικρολογία. Μα πιστεύω πως άμα το ιδούμε από την άποψη της αποφυγής ενός σχίσματος και από την άποψη των σχέσεων Στάλιν και Τρότσκι, δεν είναι καθόλου μικρό, ή καλύτερα είναι ένα τέτοιας λογής μικρό πράγμα που αργότερα μπορεί να έχει αποφασιστική σπουδαιότητα». Την περίοδο αυτή ο Λένιν είναι βαριά άρρωστος και η πρότασή του αυτή γνωστοποιήθηκε στο κόμμα των μπολσεβίκων στο 13ο Συνέδριο, οι οποίοι όμως ψήφισαν υπέρ της παραμονής του Στάλιν ως γραμματέα του κόμματος.

Μετά το θάνατο του Βλαντιμίρ Λένιν, επεκράτησε του Λέοντα Τρότσκι σε μια πολιτικοϊδεολογική αντιπαράθεση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 που όμως λύθηκε με διοικητικά μέτρα (διαγραφές, καθαιρέσεις, εξορίες κλπ).

Στη δεκαετία του '30 ο Στάλιν εξάλειψε την ενεργό πολιτική αντιπολίτευση μέσω ενός συστήματος εσωτερικής εξορίας και παγίωσε την αρχή του την εποχή της Μεγάλης Εκκαθάρισης(1936-1938), μια περίοδο σκληρής καταστολής (διαγραφές, φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις, δολοφονίες) απέναντι τόσο σε πάρα πολλούς κομμουνιστές που διαφωνούσαν με τις επιλογές και τη νοοτροπία της κυρίαρχης τάσης (σταλινισμός) στο Κομμουνιστικό κόμμα της ΕΣΣΔ, όσο και χιλιάδες άλλους πολίτες που κατηγορούνταν για πολιτικά εγκλήματα.

Ο Στάλιν συνέβαλλε στη διαμόρφωση των γνωρισμάτων που χαρακτήρισαν το νέο σοβιετικό καθεστώς αλλά και τα υπόλοιπα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, που συνολικά αντιπροσώπευσαν ένα πολιτικό σύστημα τον "υπαρκτό σοσιαλισμό".

Ο Στάλιν έφηβος στο Γκόρι
Πρώιμη περίοδος
Ο Ιωσήφ Στάλιν γεννήθηκε στην πόλη Γκόρι της Γεωργίας στις 18 Δεκεμβρίου του 1878. Ήταν το τέταρτο παιδί που γέννησε η μητέρα του σε λιγότερο από τέσσερα έτη. Τα πρώτα τρία πέθαναν και δεδομένου ότι ο Ιωσήφ ήταν φιλάσθενος η μητέρα του φοβόταν ότι και αυτός θα πέθαινε. Δικαιολογημένα, λαμβάνοντας υπόψη αυτό το γεγονός, η μητέρα του ήταν υπερπροστατευτική απέναντί του.

Ο πατέρας του, Βησσαρίων Τζουγκασβίλι, ήταν τσαγκάρης ενώ η μητέρα του, Αικατερίνη Γκελάντζε, δούλευε ως πλύστρα. Ως παιδί, ο Στάλιν δοκίμασε την ένδεια, που οι περισσότεροι αγρότες έπρεπε να υπομείνουν στη Ρωσία στο τέλος του 19ου αιώνα. Το χαϊδευτικό του ήταν "Σόσο". Ο Βησσαρίων Ιβάνοβιτς Τζουγκασβίλι ήταν δουλοπάροικος που, όταν απελευθερώθηκε έγινε υποδηματοποιός. Άνοιξε δικό του κατάστημα, αλλά γρήγορα χρεοκόπησε και αναγκάστηκε να εργαστεί σε ένα εργοστάσιο παπουτσιών στην Τιφλίδα. Σπάνια συναντούσε την οικογένειά του και έπινε πολύ, ενώ χτυπούσε συχνά τη σύζυγο και το μικρό γιο του. Ένας από τους παιδικούς φίλους του Στάλιν έγραψε, "εκείνοι οι άδικοι και φρικτοί ξυλοδαρμοί κατέστησαν το αγόρι τόσο σκληρό και άκαρδο όσο ο πατέρας του". Ο ίδιος φίλος επίσης έγραψε ότι δεν τον είδε ποτέ να κλαίει. Άλλος φίλος της παιδικής ηλικίας του, ο José Iremashvili, θεωρούσε ότι οι ξυλοδαρμοί από τον πατέρα του τον κατέστησαν εχθρικό προς την εξουσία. Επίσης σημείωσε ότι οποιοσδήποτε με δύναμη πάνω σε άλλους θύμιζε στο Στάλιν τη σκληρότητα του πατέρα του. Στην ηλικία των επτά έπαθε ευλογιά. Επέζησε αλλά το πρόσωπό του παρέμεινε σημαδεμένο για το υπόλοιπο της ζωής του, γενόμενος εξ αυτού αντικείμενο περιπαικτικών σχολίων από τους συνομηλίκους του.
Η μητέρα του Αικατερίνη Γκελάντζε
Ένας από τους ανθρώπους για τους οποίους η Αικατερίνη έπλενε ήταν κάποιος Εβραίος του Γκόρι, ο Δαβίδ Παπισμέντοφ. Ο Παπισμέντοφ έδινε στον Ιωσήφ, που βοηθούσε τη μητέρα του, χρήματα και βιβλία του για να διαβάσει, και τον ενθάρρυνε. Δεκαετίες αργότερα ο Παπισμέντοφ ήρθε στο Κρεμλίνο για να μάθει τι είχε γίνει ο μικρός "Σόσο". Ο Στάλιν εξέπληξε τους συνεργάτες του όχι μόνο δεχόμενος τον ηλικιωμένο κύριο, αλλά κουβεντιάζοντας με μεγάλη χαρά μαζί του.

Το 1888, ο πατέρας του Στάλιν έφυγε για να ζήσει στην Τιφλίδα, αφήνοντας την οικογένειά του χωρίς καμία στήριξη. Φημολογείται πως πέθανε σε πάλη, εντούτοις άλλοι υποστήριζαν ότι εθεάθη στη Γεωργία γύρω στα 1931.


Θεολογικές σπουδές και σοσιαλισμός
Η μητέρα του Ιωσήφ ήταν βαθιά θρησκευόμενη και το 1888 κατόρθωσε να του εξασφαλίσει μία θέση στην τοπική εκκλησιαστική σχολή. Παρά τα προβλήματα υγείας του, σημείωσε καλή πρόοδο στο σχολείο και κέρδισε τελικά υποτροφία στη θεολογική σχολή της Τιφλίδας. Ο Στάλιν και οι συμμαθητές του ήταν Γεωργιανοί και μιλούσαν μια από τις εβδομήντα καυκασιανές διαλέκτους. Στο σχολείο όμως αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τα ρωσικά.

Κατά τη φοίτησή του στη σχολή προσχώρησε σε μια μυστική οργάνωση αποκαλούμενη Messame Dassy. Τα μέλη της ήταν υποστηρικτές της ανεξαρτησίας της Γεωργίας από τη Ρωσία. Κάποιοι ήταν επίσης Σοσιαλεπαναστάτες και μέσω αυτών ο Στάλιν ήρθε αρχικά σε επαφή με τις ιδέες του Μαρξ. Τον πρώτο χρόνο των σπουδών του έγινε άθεος.

Αν και αργότερα ο Στάλιν επεδίωξε να κρύψει την γεωργιανή καταγωγή του, κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας συναρπάστηκε από τη γεωργιανή λαογραφία. Οι ιστορίες που διάβαζε μιλούσαν για Γεωργιανούς ορεσίβιους που πάλεψαν γενναία για την ανεξαρτησία της χώρας τους. Ο αγαπημένος ήρωάς του αυτών των ιστοριών ήταν ένας θρυλικός πολεμιστής των βουνών που ονομαζόταν Koba. Έπεισε όλους συμμαθητές του να τον αποκαλούν Koba, και αυτό έγινε επίσης το πρώτο του επαναστατικό ψευδώνυμο.

Τον Μάιο, του 1899, ο Στάλιν αποβλήθηκε από τη θεολογική σχολή της Τιφλίδας. Διάφοροι λόγοι δόθηκαν για αυτήν την απόφαση συμπεριλαμβανομένης της ασέβειας έναντι των καθηγητών και την ανάγνωση απαγορευμένων βιβλίων. Ο Στάλιν επρόκειτο αργότερα να υποστηρίξει ότι ο πραγματικός λόγος ήταν ότι προσπαθούσε να μεταστρέψει τους συμφοιτητές του στο μαρξισμό.

Ο Στάλιν το 1902
Πορεία προς το μπολσεβικισμό
Για αρκετούς μήνες μετά την αποβολή του ο Στάλιν παρέμεινε άνεργος. Βρήκε τελικά εργασία παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά της μέσης εκπαίδευσης. Αργότερα, εργάστηκε ως υπάλληλος στο παρατηρητήριο της Τιφλίδας. Άρχισε επίσης να γράφει άρθρα για τη σοσιαλιστική γεωργιανή εφημερίδα "Μπρτζολα Χμα Βλαντιμιρ".

Το 1901 ο Στάλιν προσχώρησε στο Σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα και ενώ οι περισσότεροι από τους ηγέτες του ζούσαν εξόριστοι, αυτός παρέμεινε στη Ρωσία όπου βοήθησε να οργανώσει τη βιομηχανική αντίσταση στο τσαρικό καθεστώς. Στις 18 Απριλίου 1902 συνελήφθη αφότου συντόνισε απεργία στις μεγάλες εγκαταστάσεις Ρότσιλντ στο Μπατούμ. Μετά από αυτό πέρασε 18 μήνες εξόριστος στη Σιβηρία.

Στο δεύτερο συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κόμματος στο Λονδίνο το 1903, υπήρξε μια διαφωνία μεταξύ των Βλαντίμιρ Λένιν και Γιούλι Μάρτοφ, δύο εκ των ηγετών του κόμματος. Ο Λένιν υποστήριξε ένα μικρό κόμμα επαγγελματιών επαναστατών με μεγάλη βάση εξωκομματικών, ανεξάρτητων συμπαθούντων και υποστηρικτών. Ο Μάρτοφ διαφώνησε θεωρώντας ότι ήταν καλύτερο να υπάρξει ένα μεγάλο κόμμα ενεργών στελεχών.

Ο Στάλιν την περίοδο της εξορίας του (1915)
Ο Γιούλι Μάρτοφ βάσιζε τις ιδέες του στα σοσιαλιστικά κόμματα που υπήρχαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως το βρετανικό εργατικό κόμμα. Ο Λένιν υποστήριξε ότι η κατάσταση ήταν διαφορετική στη Ρωσία όπου ήταν παράνομο να διαμορφωθούν σοσιαλιστικά πολιτικά κόμματα κάτω από την αυταρχική διακυβέρνηση του τσάρου. Στο τέλος της συζήτησης ο Μάρτοφ κέρδισε την ψηφοφορία με 28 ψήφους έναντι 23. Ο Λένιν απρόθυμος να δεχτεί το αποτέλεσμα διαμόρφωσε μια φράξια γνωστή ως Μπολσεβίκοι. Εκείνοι που παρέμειναν πιστοί στο Μάρτοφ έγιναν γνωστοί ως Μενσεβίκοι.

Ο Στάλιν, όπως οι Ζινόβιεφ, Λουνατσάρσκι, Λασέβιτς, Κρούπσκαια, Φρούνζε, Ρίκοφ, Σβερντλόφ, Κάμενεφ, Λιτβίνοφ, Αντόνοφ, Ντζερζίνσκι, Ορντζονικίντζε και Μπογκντάνοφ υπεστήριξε τους Μπολσεβίκους. Ενώ οι Πλεχάνοφ, Αξελρόντ, Ντεϊτς, Αντόνοφ-Οβσέενκο, Τρότσκι, Ζασούλιτς, Τσερετέλι, Ουρίτσκι, Ζορντανια, Βισίνσκι και Νταν υποστήριξαν τον Μάρτοφ.

Το 1904 ο Στάλιν δραπέτευσε από τη Σιβηρία και μέσα σε μερικούς μήνες ήταν πίσω οργανώνοντας διαδηλώσεις και απεργίες στην Τιφλίδα. Ο Λένιν εντυπωσιάστηκε με τα επιτεύγματα του Στάλιν και το 1905 κλήθηκε να τον συναντήσει στη Φινλανδία.

Η πρώτη σύζυγος του Στάλιν, 

Αικατερίνη Σβανίντζε
Η πρώτη σύζυγος του Στάλιν ήταν η Αικατερίνη Σβανίντζε, με την οποία έμεινε παντρεμένος για ακριβώς τρία έτη μέχρι το θάνατό της το 1907. Στην κηδεία της, ο Στάλιν είπε ότι κάθε τρυφερό συναίσθημά του για τους ανθρώπους πέθανε μαζί της. Απέκτησαν ένα γιο, τον Ιάκωβο Τζουγκασβίλι, με τον οποίο δεν είχε επαφές τα τελευταία χρόνια. Ο Ιάκωβος υπηρέτησε στον Κόκκινο Στρατό και συνελήφθη από τους Ναζί.

Προσφέρθηκαν να τον ανταλλάξουν με έναν Γερμανό ανώτερο αξιωματικό αλλά ο Στάλιν αρνήθηκε την ανταλλαγή. Σύμφωνα με τον κόρη του Σβετλάνα, ο Στάλιν απάντησε "δεν έχω κανένα γιο που να ονομάζεται Ιάκωβος". Σύμφωνα με άλλες πηγές είπε: "Όλοι οι Σοβιετικοί στρατιώτες είναι παιδιά μου". Σύμφωνα με Γερμανικές πηγές, ο Ιάκωβος πέθανε στις 14 Απριλίου 1943 πέφτοντας πάνω σε έναν ηλεκτρικό φράκτη στο στρατόπεδο όπου κρατούνταν. Είναι ασαφές αν αυτοκτόνησε ή αν δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια προσπάθειας απόδρασης.

Η δεύτερη σύζυγος του Στάλιν, 

Ναντέζντα Αλλιλούιεβα
Η δεύτερη σύζυγός του ήταν η Ναντέζντα Αλληλούγεβα, η οποία πέθανε το 1932. Σύμφωνα με μια ιστορική εκδοχή αυτοκτόνησε αυτοπυροβολούμενη λόγω κάποιου προβλήματος υγείας, που τη βασάνιζε, αφήνοντας ένα σημείωμα που σύμφωνα με την κόρη τους ήταν "εν μέρει προσωπικό και εν μέρει πολιτικό". Επίσημα, πέθανε λόγω καρδιακού επεισοδίου ενώ οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι τη δολοφόνησε ο ίδιος ο Στάλιν. Υποστηρίζεται ότι ο Στάλιν είπε στην κηδεία της πως "πέθανε ένας εχθρός". Μαζί της απέκτησε δύο παιδιά: το Βασίλι και τη Σβετλάνα. Ο Βασίλι έλαβε υψηλή θέση στις τάξεις της σοβιετικής Πολεμικής Αεροπορίας, κατηγορήθηκε για αλκοολισμό, εξορίστηκε στο Καζάν το 1960 όπου και πέθανε το 1962. Αποκαταστάθηκε κομματικά το 1999. Η Σβετλάνα αυτομόλησε από τη Σοβιετική Ένωση το 1967. Πέθανε στις ΗΠΑ στις 29 Νοεμβρίου 2011.

Ο Στάλιν επέστρεψε στη Ρωσία το 1905 και κατά τη διάρκεια των επόμενων οκτώ ετών συνελήφθη τέσσερεις φορές αλλά κάθε φορά κατόρθωνε να δραπετεύει. Το 1911 μετακόμισε στην Αγία Πετρούπολη και το επόμενο έτος έγινε συντάκτης της "Πράβντα". Η πρακτική εμπειρία του τον κατέστησε χρήσιμο στο μπολσεβικικό κόμμα του Λένιν, έτσι κερδίζει μια θέση στην κεντρική Επιτροπή του τον Ιανουάριο του 1912.

Η μόνη σημαντική συμβολή του στην ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας αυτή την περίοδο υπήρξε μια πραγματεία του, γραμμένη κατά τη σύντομη παραμονή του ως εξόριστου στη Βιέννη, "Ο Μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα". Παρουσιάζει μια ορθόδοξη μαρξιστική θέση σε αυτήν την σημαντική συζήτηση. Αυτή η πραγματεία ίσως να συνέβαλε στο διορισμό του ως Λαϊκού Κομισάριου για τις μειονοτικές υποθέσεις μετά την Επανάσταση.

Το 1913 υιοθέτησε το όνομα Στάλιν, το οποίο σημαίνει "σιδερένιος" στα ρωσικά.

Συνελήφθη πάλι το 1913 και εξορίστηκε ισόβια στη βόρεια Σιβηρία.

Κρίσιμη επαναστατική καμπή
Μετά την πτώση του Τσάρου Νικολάου Β’, ο νέος πρωθυπουργός, Πρίγκιπας Λβοφ, επέτρεψε σε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ο Στάλιν επέστρεψε στην Πετρούπολη (σημερινή "Αγία Πετρούπολη") και ξανάγινε συντάκτης της "Πράβντα". Αυτή την ώρα, ο Στάλιν, όπως οι περισσότεροι Μπολσεβίκοι, συμφωνούσε ότι ο ρωσικός λαός δεν ήταν έτοιμος για μια σοσιαλιστική επανάσταση.

Όταν ο Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία στις 3 Απριλίου του 1917, ανήγγειλε αυτό που έγινε γνωστό ως "Θέσεις του Απριλίου". Ο Λένιν επιτέθηκε στους Μενσεβίκους που στήριζαν την Προσωρινή Κυβέρνηση. Αντ' αυτού, υποστήριξε ότι οι επαναστάτες έπρεπε να πείσουν τους Ρώσους ότι αυτοί πρέπει να αναλάβουν την εξουσία της χώρας. Στην ομιλία του, ο Λένιν ενθάρρυνε τους αγρότες να πάρουν τη γη από τους πλούσιους γαιοκτήμονες και τους βιομηχανικούς εργάτες να καταλάβουν τα εργοστάσια.

Με το Βλαντιμίρ Λένιν στο Γκόρκι το 1922
Μετεπαναστατική πορεία εξουσίας
Τον Νοέμβριο του 1917 ο Λένιν αντάμειψε το Στάλιν για την υποστήριξή του στην Οκτωβριανή Επανάσταση διορίζοντάς τον Κομισάριο για τα θέματα των μειονοτήτων. Ως Γεωργιανός και μέλος μιας μειονοτικής ομάδας και έχοντας γράψει για τα προβλήματα των μη ρωσικών λαών που ζουν κάτω από την τσαρική εξουσία, ο Στάλιν θεωρήθηκε ως προφανής επιλογή για αυτή τη θέση. Υπήρξε ένας θώκος που έδωσε στο Στάλιν τεράστια δύναμη πάνω σχεδόν στο μισό πληθυσμό της χώρας, ο οποίος ενέπεσε στην κατηγορία των μη Ρώσων πολιτών. Ο Στάλιν είχε τώρα την ευθύνη 65 εκατομμυρίων Ουκρανών, Γεωργιανών, Λευκορώσων, Τατζέκων, Αζέρων και Γιακούσιων.

Η πολιτική των μπολσεβίκων ήταν να χορηγηθεί δικαίωμα αυτοδιάθεσης σε όλες τις μειονοτικές ομάδες εντός της Ρωσίας. Αυτό ενισχύθηκε από μια ομιλία που εκφώνησε ο Στάλιν στο Ελσίνκι στις 16 Νοεμβρίου 1917. Εκεί υποσχέθηκε στο πλήθος ότι η σοβιετική κυβέρνηση θα χορηγούσε "πλήρη ελευθερία στους Φινλανδούς, και σε άλλους λαούς της Ρωσίας, για να τακτοποιήσουν τη ζωή τους". Το σχέδιο του Στάλιν ήταν να αναπτύξει αυτό που αποκαλούσε "εθελοντική και τίμια συμμαχία" μεταξύ της Ρωσίας και των διαφορετικών εθνoτικών ομάδων που ζούσαν μέσα στα σύνορά της.

Τα επόμενα χρόνια ο Στάλιν δυσκολεύτηκε να θέσει τους μη ρωσικούς λαούς υπό τον έλεγχό του. Ανεξάρτητα κράτη οργανώθηκαν χωρίς τη συμφωνία του. Αυτές οι νέες κυβερνήσεις ήταν συχνά εχθρικές απέναντι στους μπολσεβίκους. Ο Στάλιν είχε ελπίσει ότι αυτά τα ανεξάρτητα κράτη θα συμφωνούσαν εθελοντικά να ενωθούν με τη Ρωσία για να συγκροτήσουν μια ένωση σοσιαλιστικών κρατών. Όταν αυτό δεν συνέβη ο Στάλιν αναγκάστηκε να αναθεωρήσει την πολιτική του και δήλωσε ότι η αυτοδιάθεση "οφείλει να γίνει κατανοητή ως δικαίωμα αυτοδιάθεσης, όχι της αστικής τάξης, αλλά των εργαζόμενων μαζών ενός δεδομένου έθνους". Με άλλα λόγια, εκτός αν αυτά τα ανεξάρτητα κράτη είχαν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, πρόθυμη να προβεί σε ένωση με τη Ρωσία, οι μπολσεβίκοι δεν θα επέτρεπαν την αυτοδιάθεση.

Ο Στάλιν γύρω στο 1930
Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου ο Στάλιν διαδραμάτισε σημαντικό διοικητικό ρόλο σε στρατιωτικά θέματα και πιστώθηκε τη νίκη έναντι του Λευκού Στρατού στο Τσαρίτσιν. Μια στρατηγική, που αναπτύχθηκε από τον Στάλιν, ήταν να πραγματοποιούνται οι συνεντεύξεις με τους τοπικούς διοικητές σε μια μεγάλη φορτηγίδα, που δέθηκε στο Βόλγα. Τον Αύγουστο του 1918 ο Μοϊσέι Ουρίτσκι, προϊστάμενος της μυστικής αστυνομίας της Πετρούπολης (σημερινή Αγία Πετρούπολη) δολοφονήθηκε. Δύο εβδομάδες αργότερα η Φάνια Κάπλαν πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά τον Λένιν. Ο Στάλιν, που βρισκόταν στο Τσαρίτσιν (σημερινό Βόλγκογκραντ), έστειλε ένα τηλεγράφημα υποστηρίζοντας την "ανοικτή και συστηματική μαζική τρομοκρατία" ενάντια στους υπευθύνους. Οι συμβουλές του Στάλιν έγιναν αποδεκτές και τον Σεπτέμβριο του 1918 ο Φέλιξ Ντζερζίνσκι, προϊστάμενος της "Τσεκά" ("Τσρεζβιτσάϊναγια καμίσιγια" - "Έκτακτη Επιτροπή" για τον αγώνα ενάντια στην αντεπανάσταση και το σαμποτάζ), εξαπέλυσε την κόκκινη τρομοκρατία. Υπολογίζεται ότι στους επόμενους μήνες 800 εσσέροι συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν χωρίς δίκη.

Η φτώχεια, ο εμφύλιος πόλεμος, και η καταστροφή του παραγωγικού ιστού της επαναστατημένης Ρωσίας δημιούργησε κοινωνική δυσαρέσκεια και οδήγησε σε συγκρούσεις με τμήματα του λαού και της εργατικής τάξης με κορυφαίο γεγονός την εξέγερση της Κρονστάνδης. Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, το Μάρτιο του 1921 ο Λένιν ανήγγειλε τις λεπτομέρειες της νέας οικονομικής πολιτικής που έγινε γνωστή ως Ν.Ε.Π. Οι αγρότες είχαν τη δυνατότητα τώρα να πωλούν τα προϊόντα τους στην ελεύθερη αγορά και μπορούσαν να προσλαμβάνουν πολίτες ως εργαζόμενους.

Την περίοδο 1919 – 1922 ο Στάλιν υπηρέτησε ως λαϊκός Κομισάριος εργατικής και αγροτικής επιθεώρησης, από το 1920 έως το 1923 ως μέλος του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου και ως μέλος της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής του Συμβουλίου των Σοβιέτ από το 1917.

Τον Απρίλιο του 1922 ο Στάλιν έγινε Γενικός Γραμματέας του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος, μια θέση που ανέδειξε στη συνέχεια ως την ισχυρότερη στη χώρα.

Κυρίαρχος της Σοβιετικής Ένωσης

Εσωκομματική εδραίωση
Μετά το θάνατο του Λένιν τον Ιανουάριο του 1924, την διοίκηση του κόμματος ανέλαβαν τα ισχυρότερα μέλη, τα οποία και αγωνίστηκαν για την προεδρία, δηλαδή οι Ιωσήφ Στάλιν, Λεβ Κάμενεφ, Γριγκόρι Ζινόβιεφ, Τρότσκι και Μπουχάριν.

Στις αποφάσεις των Συνεδρίων του μπολσεβικικού κόμματος που έλαβαν μέρος ως το 1927, ο Τρότσκι και οι υποστηρικτές του ηττήθηκαν για αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους. Ενώ ο Ζινόβιεφ και ο Καμένεφ ήταν υπέρ του Στάλιν, το 1925 στο Δέκατο πέμπτο Συνέδριο των μπολσεβίκων [μετέπειτα Πανρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα -ΠΚΚ (μπ)], στράφηκαν εναντίον του. Κατέκριναν την εφαρμογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝοΠ) που αποτελούσε πολιτική επιλογή της "δεξιάς" τάσης (Μπουχάριν κλπ) του κόμματος, την σκληρή αντιμετώπιση απέναντι στους αγρότες και ζήτησαν να διεξαχθούν εκλογές σχετικά με την θέση του Στάλιν, λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του.

Το 1925 ο Στάλιν ήταν σε θέση να εκδιώξει τον Τρότσκι από την κυβέρνηση. Οι Ζινόβιεφ και Καμένεφ αποφάσισαν να λάβουν το μέρος του Τρότσκι και τον παρότρυναν να οργανώσουν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στη Μόσχα. Ως Κομισάριος του πολέμου είχε τη δύναμη να το πραγματοποιήσει. Παρά ταύτα απέρριψε την ιδέα και παραιτήθηκε από τη θέση του.

Το 1928 ο Στάλιν και η σταλινική φράξια εντός του ΠΚΚ (μπ) αντιτάχθηκαν στην ΝΕΠ που μέχρι τότε υποστήριζαν και επιτέθηκαν στα "δεξιά" μέλη του Πολίτμπιρο. Τότε ο Στάλιν υιοθέτησε πλευρές της πολιτικής αντίληψης του Τρότσκι ο οποίος επιθυμούσε την άμεση εκβιομηχάνιση της χώρας. Ο Μπουχάριν αγωνίστηκε σκληρά για την υπεράσπιση της ΝΕΠ, αλλά κατέληξε να αποβληθεί από το κόμμα το 1929, μαζί με τους Ρύκοβ και Τόμσκυ που ήταν με το μέρος του. Τον ίδιο χρόνο ο Τρότσκι εξορίστηκε από τη χώρα. Έχοντας παροπλίσει τον Μπουχάριν και εξορίσει τον Τρότσκι, ο Στάλιν μπορεί να ειπωθεί, ότι αναδείχθηκε ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης τον Δεκέμβριο του 1929. Εντούτοις, η δημοτικότητα άλλων ηγετών όπως οι Σεργκέι Κίροφ και η αποκαλούμενη "Υπόθεση Ριούτιν" επρόκειτο να καταδείξουν πως δεν κατέκτησε την απόλυτη εξουσία μέχρι τις μεγάλες εκκαθαρίσεις του 1936 – 1938.

Η πολιτική της κολεκτιβοποίησης
Ο Στάλιν εισήγαγε την αναγκαστική αγροτική κολεκτιβοποίηση. Η αρχή της κολεκτιβοποίησης ήταν ότι θα αντικαθιστούσε τα μικρής κλίμακας μη μηχανοποιημένα και ελάχιστα παραγωγικά αγροκτήματα με μεγάλης κλίμακας μηχανοποιημένα αγροκτήματα που θα παρήγαγαν προϊόντα πιο αποδοτικά.

Οι Δίκες της Μόσχας
Αυτές οι Δίκες (όπου παραβρέθηκαν και μάρτυρες και από άλλες χώρες) έμειναν γνωστές ως "Δίκες της Μόσχας". Υπήρξαν τέσσερις βασικές δίκες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου: η Δίκη των δεκαέξι (Αύγουστος 1936), η Δίκη των δεκαεπτά (Ιανουάριος 1937), η Δίκη των στρατηγών του Κόκκινου στρατού, συμπεριλαμβανομένων στρατηγών όπως ο στρατάρχης Μιχαήλ Τουχατσέφσκι (Ιούνιος 1937) και τελικά η Δίκη των εικοσιενός (κατά την οποία καταδικάστηκε ο Μπουχάριν) τον Μάρτιο του 1938.

1939. Ο Μολότωφ υπογράφει το Σύμφωνο 

υπό τα όμματα των Στάλιν και Ρίμπεντροπ
Το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη επίθεσης
Καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, οι Ναζί και οι Σοβιετικοί παρουσίαζαν μία συγκρουσιακή πορεία, δεδομένου ότι ο Χίτλερ κατήγγειλε τη "μπολσεβικική απειλή" και τα δύο έθνη διεξήγαγαν έναν πόλεμο επιρροής στην Ισπανία, υποστηρίζοντας κάθε μια διαφορετική πλευρά στον εμφύλιο πόλεμο της χώρας. Για κάποιο διάστημα ο Στάλιν πίστευε σε μια συμμαχία με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, προκειμένου να προληφθεί η αυξανόμενη ναζιστική απειλή. Πράγματι, ο Κομισάριος για τις εξωτερικές υποθέσεις Μαξίμ Λιτβίνοφ πρότεινε δημόσια μια τέτοια συμμαχία το 1935. Εκείνη η προσφορά παρέμεινε στον τραπέζι έως το 1938, όταν ο Χίτλερ είχε κατακτήσει την Τσεχοσλοβακία και την Αυστρία, και αναμενόταν να επιτεθεί στην Πολωνία.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν, δεν ήταν ενθουσιώδης για τη διαμόρφωση μιας συμμαχίας με τη Σοβιετική Ένωση. Έγραψε σε ένα φίλο: "Πρέπει να ομολογήσω την πιο βαθιά δυσπιστία σχετικά με τη Ρωσία. Δεν έχω καμία πίστη στη δυνατότητά της να διατηρήσει μια αποτελεσματική επίθεση, ακόμα κι αν το επιθυμούσε. Και δυσπιστώ για τα κίνητρά της, που μου φαίνονται να έχουν ελάχιστη σχέση με τις δικές μας ιδέες περί ελευθερίας."

Ο Ουίνστων Τσώρτσιλ, (Βλ. Βιογραφία Τσώρτσιλ ΕΔΩ) ένας ειλικρινής κριτικός της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής, συμφώνησε με τον Στάλιν: "Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να διατηρηθεί ένα ανατολικό μέτωπο ενάντια στη ναζιστική επιθετικότητα χωρίς την ενεργό ενίσχυση της Ρωσίας. Τα ρωσικά συμφέροντα νοιάζονται ιδιαίτερα για την παρεμπόδιση των σχεδίων του κυρίου Χίτλερ στην Ανατολική Ευρώπη. Πρέπει ακόμα να είναι δυνατό να παραταχθούν όλα τα κράτη και οι λαοί από τη Βαλτική ως τη Μαύρη Θάλασσα σε ένα στέρεο μέτωπο απέναντι σε μια νέα απόπειρα εισβολής. Ένα τέτοιο μέτωπο, εάν εδράζεται στην καλή καρδιά, και στις αποφασιστικές και αποδοτικές στρατιωτικές ρυθμίσεις, που συνδυάζονται με την ισχύ των δυτικών δυνάμεων, μπορεί ακόμα να αντιμετωπίσει τους Χίτλερ, Γκαίρινγκ, Χίμλερ, Ρίμπεντροπ, Γκέμπελς και Σια με δυνάμεις που οι Γερμανοί θα ήταν απρόθυμοι να προκαλέσουν." (βλ. Ίδρυση Ταγμάτων Ασφαλείας SS ΕΔΩ) και (βλ. Χίτλερ Πραξικόπημα Μπυραρίας ΕΔΩ)   και (βλ. Δίκη της Νυρεμβέργης ΕΔΩ) . Η ερμηνεία του Στάλιν για την απόρριψη από τη Μεγάλη Βρετανία του σχεδίου του για μια αντιφασιστική συμμαχία, ήταν ότι περιλήφθηκαν σε μια σκευωρία με τη Γερμανία ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Αυτή η πεποίθηση ενισχύθηκε όταν συναντήθηκε ο Νέβιλ Τσάμπερλεν με τον Αδόλφο Χίτλερ στο Μόναχο τον Σεπτέμβριο του 1938 και ενέδωσε στις απαιτήσεις του για την περιοχή της Σουδητίας στην Τσεχοσλοβακία. Ο Στάλιν τώρα θεώρησε ότι ο κύριος στόχος της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής ήταν να ενθαρρυνθεί η Γερμανία για να κατευθυνθεί στην ανατολή παρά στη δύση.

Ο Στάλιν συνειδητοποίησε ότι ο πόλεμος με την Γερμανία ήταν αναπόφευκτος. Εντούτοις, για να έχει οποιαδήποτε πιθανότητα νίκης χρειαζόταν χρόνο για να ενισχύσει τις ένοπλες δυνάμεις του. Ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να λάβει χρόνο ήταν να διαπραγματευτεί με τον Χίτλερ. Ο Στάλιν ήταν πεπεισμένος ότι ο καγκελάριος δεν θα ήταν τόσο ανόητος να διεξαγάγει έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα. Αν και ο Στάλιν επιθυμούσε ακόμα να ελέγξει τον Χίτλερ, η συμμαχία με την Γαλλία και την Αγγλία για την υπεράσπιση των Πολωνών θα σήμαινε πόλεμο, τον οποίο ο σοβιετικός ηγέτης ήθελε να αποφύγει οπωσδήποτε.

Επιπλέον, ήταν δυσμενώς προκατειλημμένος με την τακτική των δυτικών δυνάμεων, των οποίων η πολιτική του κατευνασμού είχε κάνει ελάχιστα για να σταματήσει το Χίτλερ. Αντικατέστησε τον Λιτβίνοφ με τον Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότωφ, ο οποίος προχώρησε στη σύναψη ενός συμφώνου μη επίθεσης με τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών, Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ, σύμφωνα με το οποίο η Ρωσία και η Γερμανία συμφώνησαν να μην επιτεθούν η μία στη άλλη. Αυτή η διπλωματική πράξη, που υπογράφτηκε τον Αύγουστο του 1939, συγκλόνισε και φόβισε τη δύση - αλλά δεν θα έπρεπε να είχε αποτελέσει έκπληξη στους εξοικειωμένους με την πολιτική δεξιοτεχνία του Στάλιν. Έναν μήνα αργότερα, η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία ξεκινώντας το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. (βλ. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ΕΔΩ) και (βλ. Η μεγάλη καταστροφή του Πειραιά και η απογραφή της το 1940-1944 ΕΔΩ)

Από μία άποψη, το γερμανορωσικό σύμφωνο ήταν μια λαμπρή κίνηση από μέρους του Στάλιν, δεδομένου ότι του έδωσε μια ευκαιρία να βελτιώσει δραστικά τη στρατηγική θέση της χώρας του κατά μήκος των δυτικών συνόρων της, χωρίς ανάμιξη σε μια μεγαλύτερη σύγκρουση. Ενώ οι δυνάμεις του Χίτλερ ισοπέδωναν την Πολωνία, σοβιετικά στρατεύματα πήραν στην κατοχή τους το ανατολικό μέρος της χώρας. Κατόπιν, τον Οκτώβριο του 1939, η ΕΣΣΔ ανάγκασε τα κράτη της Βαλτικής - Λιθουανία, Λετονία και Εσθονία, ανεξάρτητα από την Επανάσταση του 1917 - να επιτρέψουν στις σοβιετικές δυνάμεις να εγκατασταθούν στα σύνορά τους. Αυτό προετοίμασε το έδαφος για την ολοκληρωτική προσάρτηση αυτών των κρατών στην ΕΣΣΔ το επόμενο έτος. Οι Σοβιετικοί εφάρμοσαν παρόμοια πίεση στη Φινλανδία, η οποία ήταν ένα μεγάλο δουκάτο σύμφωνα με τον τσαρικό νόμο, αλλά οι Φινλανδοί αντιστάθηκαν. Έτσι τον Νοέμβριο του 1939 ο Στάλιν διέταξε εισβολή. Ανέμενε έναν γρήγορο, εύκολο πόλεμο, αλλά λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών και της φινλανδικής αποφασιστικότητας ο Κόκκινος Στρατός υπέστη μια σειρά ηττών και οπισθοχωρήσεων, μέχρι που, την άνοιξη του επόμενου έτους, οι Φινλανδοί υπέγραψαν συνθηκολόγηση.

Έως εκείνη τη στιγμή τα στρατεύματα του Χίτλερ είχαν εισβάλει στη Γαλλία, επιτυγχάνοντας σημαντικές νίκες και έθεσαν τους Γάλλους εκτός πολέμου μετά σχεδόν ένα μήνα μαχών. Αν και οι Βρετανοί παρέμεναν ακόμα ελεύθεροι στο περιφραγμένο από τη θάλασσα νησί τους, η Ναζιστική Γερμανία στεκόταν ως αναμφισβήτητος κύριος της ηπειρωτικής Ευρώπης. Αυτό άφησε ελεύθερο τον Χίτλερ να επιτεθεί στην Ε.Σ.Σ.Δ. χωρίς φόβο επίθεσης από τη δύση. Αλλά, ενώ το επόμενο έτος ο ηγέτης των Ναζί ήταν έτοιμος να προωθήσει την "Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα" ενάντια στη Ρωσία, ο Στάλιν έπραξε ελάχιστα προκειμένου να προετοιμάσει τη χώρα για εισβολή.

Ο Μεγάλος Πατριωτικός πόλεμος
"Τι κάναμε για να μας αξίζει αυτό;" ρωτούσε στις 21 Ιουνίου του 1941 ο Μολότωφ, όταν τα γερμανικά στρατεύματα περνούσαν τα σύνορα της Ε.Σ.Σ.Δ. και ξεχύνονταν στη σοβιετική ενδοχώρα. Ο Στάλιν ήταν εξίσου αλλόφρων. Όταν έγινε σαφές ότι τα στρατεύματά του υποχωρούσαν ατάκτως και ότι όποια αντεπίθεση θα αποτύγχανε, βυθίστηκε σε μια κατάσταση κλονισμού που φάνηκε να τον παραλύει για περισσότερο από μία εβδομάδα, ενώ οι εισβολείς κινούνταν όλο και βαθύτερα στη Σοβιετική Ένωση. Στις 3 Ιουλίου ο Στάλιν προέβη σε εθνικό ραδιοφωνικό διάγγελμα, στο οποίο απαιτούσε εθνική ενότητα παρά την κρίση. Τον επόμενο μήνα, ανέλαβε επίσημα την ανώτατη διοίκηση του Κόκκινου Στρατού, θέση που κράτησε μέχρι το τέλος του πολέμου. Στο Σμολένσκ, στην αρχική φάση του πολέμου, οι Ναζί αιχμαλώτισαν τον γιο του Γιάκοφ (ο οποίος κατείχε τη θέση του υπολοχαγού του πυροβολικού), τον οποίο ο Στάλιν δεν φαίνεται να εκτιμούσε. Ο Στάλιν θεώρησε τη Εβραία γυναίκα του Γιάκοφ υπεύθυνη για την αιχμαλώτισή του, υποψιαζόμενος ότι αδυνάτισε τη θέληση του Γιάκοφ να πολεμήσει μέχρις εσχάτων. Αργότερα, ο Χίτλερ ζήτησε από τον Στάλιν, ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του Γιάκοφ, την απελευθέρωση του Γερμανού στρατάρχη Πάουλους ο οποίος είχε παραδοθεί κατά τη μάχη του Στάλινγκραντ. Ο Στάλιν τότε απάντησε "Έχεις στα χέρια σου όχι μόνο τον γιο μου τον Γιάκοφ αλλά εκατομμύρια γιους μου. Ή θα τους ελευθερώσεις όλους ή ο γιος μου θα μοιραστεί την τύχη των υπόλοιπων".

Οι σοβιετικές δυνάμεις δεν είχαν επιστρατευτεί τον Ιούνιο του 1941, ο εξοπλισμός τους ήταν ξεπερασμένος και η ηγεσία τους, μετά από τις εκκαθαρίσεις, ήταν εντελώς άπειρη. Μέχρι το φθινόπωρο του 1941, είχαν υποχωρήσει κατά μήκος του απέραντου μετώπου των 2000 μιλίων. Η Ουκρανία ήταν στα χέρια των Γερμανών, όπως η Κριμαία και τα κράτη της Βαλτικής. Τα γερμανικά στρατεύματα πολιορκούσαν το Λένινγκραντ και τη Σεβαστούπολη. Η Μόσχα απειλήθηκε και σώθηκε μόνο από την αρχή του χειμώνα, όταν η αντεπίθεση σοβιετικών σταμάτησε τη γερμανική πρόοδο.

Η πολεμική στρατηγική του Στάλιν ήταν αρκετά απλή. Θεωρούσε ότι ήταν ζωτικής σημασίας να επιτίθεται στον εχθρό όσο το δυνατόν συχνότερα. Ήταν ιδιαίτερα ενθουσιώδης ως προς το να χρησιμοποιεί νέα, φρέσκα στρατεύματα για αυτές τις επιθέσεις. Ο Στάλιν υποστήριζε ότι οι χώρες της δυτικής Ευρώπης είχαν ηττηθεί από το δικό τους φόβο για τη γερμανική ανωτερότητα. Ο κύριος στόχος του με τη χρησιμοποίηση νέων στρατευμάτων ήταν κατ' αυτό τον τρόπο να τους πείσει ότι οι γερμανικές δυνάμεις δεν ήταν αήττητες. Με το να απωθήσει το γερμανικό στρατό από τη Μόσχα, ο Στάλιν απέδειξε στα σοβιετικά στρατεύματα ότι οι Ναζί μπορούσαν να αντιμετωπιστούν. Παρείχε επίσης ένα σημαντικό παράδειγμα σε όλα τα στρατεύματα που πάλευαν σε όλο τον κόσμο τη γερμανική πολεμική μηχανή.

Ο γερμανικός στρατός παρεμποδίστηκε σοβαρά από το ρωσικό χειμώνα του 1941 - 1942 και μόλις έφθασε η άνοιξη άρχισαν να προωθούνται για άλλη μια φορά. Οι γερμανικές δυνάμεις ήταν ιδιαίτερα επιτυχείς στο νότο και ήταν σε θέση να περικυκλώσουν το Στάλινγκραντ.

Ο Στάλιν τρόμαξε όταν διάβασε στις εκθέσεις ότι ο Κόκκινος Στρατός στην Ουκρανία υποχώρησε με τόση βιασύνη, ώστε άφησε πίσω τα όπλα και τα εφόδιά του. Όχι μόνο στρατιώτες εκτελέστηκαν για λιποταξία, αλλά ο Στάλιν έδωσε άδεια για δημοσίευση στις εφημερίδες άκρως κριτικών άρθρων. Ο στρατός, που εγκωμιαζόταν κατά τη διάρκεια των αρχικών σταδίων του πολέμου, κατηγορήθηκε τώρα για προδοσία των σοβιετικών πολιτών. Ήταν μια εξαιρετικά επικίνδυνη κίνηση από μέρους του Στάλιν, αλλά είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Το καλοκαίρι του 1942 χαρακτηρίστηκε ως το πλέον κρίσιμο για τους πολιορκούμενους Σοβιετικούς και τους νέους συμμάχους τους, τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς, οι οποίοι είχαν εισέλθει στον πόλεμο μετά την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ το Δεκέμβριο του 1941. Ενώ οι Γερμανοί και οι Ιάπωνες προωθούνταν στη βόρεια Αφρική και τον Ειρηνικό, ο Χίτλερ εξαπέλυσε μια νέα επίθεση στον Καύκασο, με επιδίωξη να καταληφθούν οι πετρελαιοπηγές γύρω από το Μπακού. Τα στρατεύματα του Στάλιν απωθήθηκαν πάλι και οδηγήθηκαν στο Στάλινγκραντ (πρώην Τσαρίτσιν, σήμερα Βόλγκογκραντ), όπου ο Στάλιν είχε διοικήσει τον Κόκκινο στρατό κατά τη διάρκεια του εμφύλιου. Αλλά εκεί άλλαξε η ροή του πολέμου. Σε μια ιδιαίτερης σημασίας μάχη, που διήρκεσε από τον Αύγουστο του 1942 μέχρι το Φεβρουάριο του 1943, οι Γερμανοί υπέστησαν μια φοβερή ήττα. Οι Σοβιετικοί παγίδευσαν τα γερμανικά στρατεύματα στα ερείπια του Στάλινγκραντ και τα εκμηδένισαν. Οι γερμανικές απώλειες στο Στάλινγκραντ ήταν 1,5 εκατομμύριο στρατιώτες, 3.500 άρματα μάχης και 3.000 αεροσκάφη. Η μάχη χαρακτηρίστηκε ως η πλέον κρίσιμη καμπή του πολέμου. Από αυτήν την ημερομηνία και έπειτα η Γερμανία άρχισε να υποχωρεί. Μόνον όταν ο Κόκκινος Στρατός επανέκτησε το έδαφος που ελέγχονταν προηγουμένως από τους Ναζί η σοβιετική κυβέρνηση έδωσε πλήρη στοιχεία για τα πολεμικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν. Οι σοβιετικοί στρατιώτες, που είχαν συλληφθεί, μέσω της λιμοκτονίας οδηγούνταν στο θάνατο. Από τους 5.170.000 στρατιώτες που συνελήφθησαν από τους Γερμανούς, μόνο 1.053.000 επέζησαν.

Ο Στάλιν είχε βρει έναν μεγάλο στρατηγό στο πρόσωπο του Γκεόργκι Ζούκοβ, και τώρα που η στρατιωτική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών συμμετείχε στον πόλεμο, η Γερμανία και η Ιαπωνία αναγκάζονταν βαθμιαία να υποχωρήσουν. Ο Κόκκινος Στρατός ανάγκασε τα ναζιστικά στρατεύματα να υποχωρήσουν από τη Ρωσία, και έπειτα εισέβαλε στη Γερμανία, ενώ οι σύμμαχοι εισέβαλαν στη Γαλλία το 1944 και κατευθύνονταν ανατολικά. Ο Χίτλερ βλέποντας την αυτοκρατορία του να καταρρέει αυτοκτόνησε στις 30 Απριλίου 1945. Τέσσερις μήνες αργότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πυροδότησαν δύο ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία, που οδήγησαν στην ιαπωνική παράδοση και το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.

Η Σοβιετική Ένωση έφερε τις μεγαλύτερες στρατιωτικές και ανθρώπινες απώλειες στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Περίπου 7 εκατομμύρια στρατιώτες και 20 εκατομμύρια πολίτες πέθαναν. Οι Ναζί θεωρούσαν τους Σλάβους "υπανθρώπους" (untermenschen) και πολλοί πιστεύουν ότι οι δολοφονίες Σλάβων από τους Ναζί ήταν οργανωμένη εθνική γενοκτονία. Αυτή η έννοια της σλαβικής κατωτερότητας ήταν επίσης ο λόγος για τον οποίο ο Χίτλερ δεν δέχτηκε στο στρατό του τους πολλούς Ρώσους που θέλησαν να παλέψουν το σταλινικό καθεστώς έως το 1944, όταν και χάθηκε ο πόλεμος για τη Γερμανία. Στη Σοβιετική Ένωση ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος άφησε ένα τεράστιο έλλειμμα ανθρώπινου δυναμικού της εν καιρώ πολέμου παραγωγικής γενιάς. Σήμερα ο πόλεμος παραμένει πολύ ζωντανός στη μνήμη στη Ρωσία, τη Λευκορωσία, και άλλα μέρη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ως ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, και 9η Μαΐου, η Ημέρα Νίκης, είναι μια από τις μεγαλύτερες εθνικές εορτές της Ρωσίας.

Τσώρτσιλ, Ρούσβελτ και Στάλιν στη Γιάλτα
Ο Ψυχρός Πόλεμος και τα τελευταία έτη του Στάλιν
Σε όλες τις συνομιλίες του με τους δύο δυτικούς ηγέτες, τον Πρόεδρο των Η.Π.Α. Φραγκλίνο Ρούσβελτ και το Βρετανό πρωθυπουργό Ουίνστων Τσώρτσιλ, ο Στάλιν πίεζε για στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς τη Σοβιετική Ένωση, ενώ απαιτούσε να αναγνωρίσουν τη σοβιετική κυριαρχία στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Στη Διάσκεψη της Τεχεράνης, το 1943, και πάλι στη Διάσκεψη της Γιάλτας το Φεβρουάριο του 1945, τους πίεσε να επιτρέψουν την ύπαρξη ενός "σοβιετικού μπλόκ", εκτεινόμενου από τα κράτη της Βαλτικής σε ολόκληρη την Πολωνία και τη Γερμανία, και έπειτα νότια έως τη Γιουγκοσλαβία.

Με τη λήξη του B΄ Παγκοσμίου πολέμου οι άνθρωποι που είχαν αντέξει τόσες πολλές κακουχίες κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, τώρα ήλπιζαν ότι οι ζωές τους θα βελτιώνονταν. Στο μυαλό του Στάλιν, φυσικά, μια τέτοια σκέψη παρουσίαζε ένα κίνδυνο: Εάν οι άνθρωποι άρχιζαν να λαχταρούν κάτι καλύτερο, ίσως να επαναστατούσαν. Κατά συνέπεια άρχισε τώρα μια προσπάθεια διατήρησης του ελέγχου. Το περιβάλλον του αναδιαρθρώθηκε. Ο Λαυρέντι Μπέρια παρέμεινε στην εξουσία ως επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας, αλλά ο Μόλοτοφ άρχισε να εξασθενεί σε δύναμη και ο Μαλενκόβ, που είχε απολαύσει την εμπιστοσύνη του Στάλιν από την αρχή του πολέμου, αντικαταστάθηκε από Αντρέι Χανόι, ο οποίος οδήγησε μια ανανεωμένη ιδεολογική επίθεση. Οι στρατιώτες που είχαν δει πάρα πολύ την ακμάζουσα δύση τέθηκαν υπό περιορισμό στα στρατόπεδα για να τους αποτρέψουν από "τη μόλυνση" του πληθυσμού με ανατρεπτικές ιδέες. Υπήρξε μια νέα εκκαθάριση του στρατού, στον οποίο ακόμη και ο μεγάλος Ζούκοβ ανέλαβε μία ελάσσονα επαρχιακή διοίκηση και μια νέα πολιτιστική επίθεση προωθήθηκε ενάντια στις εφημερίδες και την υπόλοιπη λογοτεχνία που θεωρήθηκε απειλητική για το καθεστώς.

Φιλοσοβιετικές κυβερνήσεις εγκαθιδρύθηκαν στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Τσεχοσλοβακία και κομμουνιστικά καθεστώτα επεκράτησαν στη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία. Η Φινλανδία διατήρησε την επίσημη ανεξαρτησία της, αλλά ήταν πολιτικά απομονωμένη και οικονομικά εξαρτώμενη από τη Σοβιετική Ένωση. Η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία είχαν ισχυρά (αν και στην περίπτωση της Ελλάδας μετά το 1948 παράνομο) κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία είχαν μέχρι ενός ορίου εξάρτηση ή φιλικές επαφές με τη Μόσχα. Ο Στάλιν ήλπισε ότι η απόσυρση των Αμερικανών από την Ευρώπη θα οδηγούσε στη σοβιετική ηγεμονία σε ολόκληρη την ήπειρο. Το ίδρυμα Trizonia και η αμερικανική βοήθεια προς την αντικομουνιστική πλευρά στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο άλλαξε την κατάσταση. Η Ανατολική Γερμανία πιστοποιήθηκε ως χωριστή χώρα το 1949, κυβερνώμενη από τους Γερμανούς κομμουνιστές. Επιπλέον, ο Στάλιν έλαβε την απόφαση να μεταπηδήσει στον άμεσο έλεγχο των δορυφόρων του στην κεντρική Ευρώπη: όλες οι χώρες επρόκειτο να κυβερνηθούν από τα τοπικά κομμουνιστικά κόμματα που προσπάθησαν να εφαρμόσουν το σοβιετικό πρότυπο τοπικά.

Ο Στάλιν είδε τη σταθεροποίηση της σοβιετικής δύναμης στην περιοχή ως απαραίτητο βήμα προκειμένου να προστατεύσει την ΕΣΣΔ με το να την περιβάλει με χώρες με φιλικές κυβερνήσεις, για να ενεργήσουν ως ενδιάμεση δομική ενότητα ενάντια σε πιθανούς εισβολείς (τα αποκαλούμενα από το παρελθόν κράτη - μαξιλάρια).

Οι σχέσεις μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και του πρώην συμμάχων της του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ψυχράνθηκαν σύντομα, και έδωσαν τόπο σε μια παρατεταμένη περίοδο έντασης και δυσπιστίας μεταξύ της ανατολής και της δύσης γνωστής ως Ψυχρός Πόλεμος. Στη χώρα του ο Στάλιν παρουσιάστηκε ως μεγάλος εν καιρώ πολέμου ηγέτης που είχε οδηγήσει την Ε.Σ.Σ.Δ. στη νίκη ενάντια στους Ναζί. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '40, ο ρωσικός εθνικισμός συνέχισε να αυξάνεται. Παραδείγματος χάριν, μερικές εφευρέσεις και επιστημονικές ανακαλύψεις αποδόθηκαν σε Ρώσους ερευνητές. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν τη μηχανή λεβήτων, που αποδόθηκε στους πατέρα και γιο Τσερεπάνοφ (1833-34), ο ηλεκτρικός λαμπτήρας στους Ιάμπλοτσκοφ (1875) και Λοντίγκιν (1874), το ραδιόφωνο στον Ποπόφ (1895), το αεροπλάνο στο Μοζάισκι (1882) κ.λ.π., ενώ ήδη από τη δεκαετία του '30 οι επιστήμες είχαν δεχτεί καίριο πλήγμα (και ιδιαίτερα η Βιολογία) με τις παρεμβάσεις εγκάθετων "επιστημόνων" όπως ο Λυσένκο.

Οι εσωτερικές κατασταλτικές πολιτικές του Στάλιν συνεχίστηκαν και εντάθηκαν (συμπεριλαμβάνοντας και τα προσφάτως προσαρτημένα εδάφη), αλλά δεν έφθασαν ποτέ στις ακρότητες της δεκαετίας του '30 Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, οι αντισημιτικές εκστρατείες του 1948 - 1953 ήταν μόνο οι πρόδρομοι μιας μεγαλύτερης επερχόμενης καταστολής, αλλά εάν τέτοια σχέδια πράγματι υπήρξαν, ο Στάλιν πέθανε προτού μπορέσει να τα εφαρμόσει.

Μέσω μιας σειράς ανακοινώσεων, οι σοβιετικοί πολίτες ήταν ενήμεροι ότι ο Στάλιν ήταν σοβαρά άρρωστος. Στις τέσσερις το πρωί της 6ης Μαρτίου 1953, αναγγέλθηκε από τον κρατικό ραδιοσταθμό ότι: "Η καρδιά του συντρόφου ηγέτη και συνεχιστή της μεγαλοφυΐας του σκοπού του Λένιν, του σοφού ηγέτη και δασκάλου του Κομμουνιστικού Κόμματος και της Σοβιετικής Ένωσης, έπαψε να χτυπά."

Ο Ιωσήφ Βησσαριώνοβιτς Τζουγκασβίλι, ο επονομαζόμενος Στάλιν, 73 ετών, είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και είχε πεθάνει στις 9:50 μ.μ. στις 5 Μαρτίου 1953.

Το σώμα του πλύθηκε από μια νοσοκόμα και μεταφέρθηκε έπειτα μέσα σε ένα άσπρο αυτοκίνητο στο νεκροτομείο του Κρεμλίνου. Εκεί έγινε η νεκροψία. Αφού ολοκληρώθηκε η νεκροψία, το σώμα του δόθηκε στους ταριχευτές ώστε να το προετοιμάσουν για το τριήμερο λαϊκό προσκύνημα.

Γκόρι - Γεωργία. Το μοναδικό άγαλμα του 

Στάλιν, που παρέμεινε στην ΕΣΣΔ μετά την 
αποσταλινοποίηση.
Η Αποσταλινοποίηση

Τρία έτη μετά το θάνατό του ο Νικίτα Χρουστσόφ, νέος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, έκανε μια ομιλία με τίτλο: Για τις συνέπειες της προσωπολατρείας (την περίφημη Μυστική έκθεση) στο εικοστό συνέδριο του Κόμματος, όπου επιτέθηκε στις πολιτικές του Στάλιν. Ο Χρουστσόβ αποκάλυψε πώς ο Στάλιν ήταν υπεύθυνος για την εκτέλεση χιλιάδων κομμουνιστών κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων.

Στους μήνες που ακολούθησαν, χιλιάδες πολιτών που φυλακίστηκαν από το Στάλιν απελευθερώθηκαν. Σε εκείνους που βρέθηκαν στα στρατόπεδα εργασίας δόθηκε η άδεια να δημοσιεύσουν την εμπειρία τους. Ο πιο ξεχωριστός από αυτούς ήταν ο συγγραφέας Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, του οποίου το μυθιστόρημα "Μια ημέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς" έγινε παγκόσμιο μπεστ-σέλλερ.

Μετά από τις αποκαλύψεις του Χρουστσόβ, έγιναν προσπάθειες να σβηστεί η εικόνα του Στάλιν από την Σοβιετική Ένωση. Τα αγάλματα και τα πορτρέτα του αφαιρέθηκαν από τους δημόσιους χώρους. Οι πόλεις, οι οδοί και τα πάρκα που είχαν το όνομά του μετονομάστηκαν. Το Στάλινγκραντ, που ήταν συνδεμένο με τη στρατιωτική ηγεσία του κατά τη διάρκεια του εμφύλιου και του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, μετονομάστηκε σε Βόλγκογκραντ.

Το 1961, πέντε ολόκληρα χρόνια από την πλήρη επικράτηση της αντισταλινικής γραμμής του Νικίτα Χρουστσόφ σε πολιτικό επίπεδο και οκτώ χρόνια μετά τον θάνατο του Στάλιν, εκατομμύρια Σοβιετικοί πολίτες συνέχιζαν να συρρέουν κάθε χρόνο στο Μαυσωλείο της Κόκκινης Πλατείας στη Μόσχα, όπου η σορός του Στάλιν εξακολουθούσε να εκτίθεται δίπλα σε εκείνη του Βλαντιμίρ Λένιν. Η αίγλη της τιτάνιας μάχης εναντίον του ναζισμού, του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου όπως αποκαλείτο στην Ε.Σ.Σ.Δ., καθώς και η ταύτιση στη λαϊκή συνείδηση του Στάλιν με την οικοδόμηση του σοβιετικού μοντέλου του σοσιαλισμού καθιστούσαν υψηλό το πολιτικό κόστος απομάκρυνσης της σορού του. Όμως, το 22ο Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε. εκτίμησε ότι ήταν πλέον αναγκαία η ενέργεια αυτή. Έτσι, τη νύχτα της 30ης προς 31η Οκτωβρίου του 1961, η σορός του Στάλιν αποσύρθηκε από το Μαυσωλείο και ενταφιάστηκε στο τείχος του Κρεμλίνου. Μία απλή μαύρη ταφόπλακα, χωρίς ούτε καν προτομή, θύμιζε πια την προσωπικότητα που ταυτίστηκε με την ιστορία της Ε.Σ.Σ.Δ. επί 35 σχεδόν χρόνια.

Αν και οι επιφανειακές πτυχές του σταλινισμού αφαιρέθηκαν, το σύστημα που δημιούργησε παρέμεινε. Ο Στάλιν συνέβαλλε στην παγίωση της κομματικής/κρατικής γραφειοκρατίας ως τη νέα άρχουσα τάξη της ΕΣΣΔ. Ήταν ένα σύστημα που οι σοβιετικοί ηγέτες επρόκειτο να το ακολουθήσουν για τα επόμενα τριάντα έτη, ήταν πρόθυμοι να το υιοθετήσουν προκειμένου να αποτραπεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση των πολιτικών τους. Συγγραφείς όπως ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν και ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο ήταν ελεύθεροι να επικρίνουν τον Στάλιν, αλλά όχι εκείνους την περίοδο της εξουσίας τους. Οι υπερβολές του σταλινισμού είχαν εκλείψει, αλλά η δομή του κομματικού/γραφειοκρατικού κράτους παρέμεινε μέχρι το τέλος, που ήρθε με την εμφάνιση του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ την δεκαετία του '80 και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ τον Αύγουστο του 1991.

Στα τέλη του 2000 το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γεωργίας αποκατέστησε τη μνήμη του Ιωσήφ Στάλιν αναγνωρίζοντάς τον ως ένα από τους πλέον χαρισματικούς πολιτικούς του 20ου αιώνα.

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Έχουμε να "χάσουμε" μόνο τις αλυσίδες μας

Από πότε το πέρασμα από την υποτέλεια στην ανεξαρτησία γίνεται με «γέφυρα» την παράταση της «αποικιοκρατίας»;
... όπου «θεσμοί» η τρόικα. Αλλά, που τώρα, θα τη λέμε «θεσμούς». Και καμιά φορά … «θεσμοτρόικα».



Του Νίκου Μπογιόπουλου

Αρχή πρώτη: Η Αλήθεια είναι Επαναστατική και Εθνικόν είναι το Αληθές

Αρχή δεύτερη: Το μεν αληθές εν, το δε ψεύδος πολυσχιδές.

Αρχή Τρίτη: Η πραγματικότητα όσο κι αν προσπαθήσεις να την μεταμφιέσεις είναι ξεροκέφαλη, όπως και τα γεγονότα που την συνθέτουν.

Πάμε να δούμε τα γεγονότα χωρίς να τα λογοκρίνουμε, να τα ωραιοποιούμε ή να τα ανασκολοπίζουμε:

ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

Η κυβέρνηση την περασμένη Παρασκευή ζήτησε από τους «εταίρους» να αποδεχτούν το αίτημά της για παράταση της λεγόμενης «Δανειακής Σύμβασης». Σύμφωνα με την κυβέρνηση είναι «άλλο πράγμα» η Δανειακή κι «άλλο πράγμα» το Μνημόνιο. Όμως:

α) Η Δανειακή – όπως σημειώναμε και σε προηγούμενο κείμενο της στήλης – δεν είναι τίποτα λιγότερο από την νομική βάση του Μνημονίου. Πάνω από 41 φορές στο κείμενο της Δανειακής Σύμβασης αναφέρεται ότι Μνημόνιο και Δανειακή σύμβαση αποτελούν μια αδιάσπαστη ενότητα. Οτι προϋπόθεση της Δανειακής είναι το Μνημόνιο. Και ότι προϋπόθεση του Μνημονίου είναι η Δανειακή (Αυτό λέγεται “Μνημόνιο”)*** (βλ. παρακάτω).

β) Η Δανειακή δεν είναι τίποτα λιγότερο από το ιταμό κείμενο που υπέγραψαν και συμφώνησαν οι κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά, με το οποίο η Ελλάδα τίθεται υπό το Αγγλικό Δίκαιο, η εκδίκαση των υποθέσεων που αφορούν στην Ελλάδα ανατίθεται στα δικαστήρια του Δουκάτου του Λουξεμβούργου και η πατρίδα μας παραιτείται της ασυλίας επί των περιουσιακών στοιχείων της χώρας, τόσο εκείνων που έχουν ήδη αποκτηθεί όσο και εκείνων που θα αποκτηθούν στο μέλλον!

γ) Για το ποιος είναι ο χαρακτήρας της Δανειακής Σύμβασης αδιάψευστος μάρτυρας είναι οι δηλώσεις του ίδιου του πρωθυπουργού και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση. Ενδεικτικά:
  • «Είμαι βέβαιος ότι η διαχωριστική γραμμή που θα μπει πλέον πολύ βίαια στη ζωή μας θα είναι ή αποδοχή της νέας δανειακής σύμβασης και της υποτέλειας και της επιτροπείας του διεθνούς οικονομικού ελέγχου ή μη αποδοχή και εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης. Αυτό είναι το βασικό». (Αλ. Τσίπρας, ρ/σ Real FM, 8/2/2012). 
  • «Πράξη εθνικής ευθύνης είναι η απόρριψη της δανειακής σύμβασης (...). Με έναν νέο συνασπισμό εξουσίας δεν θα αναγνωρίσουμε τις παράνομες και αντισυνταγματικές δανειακές συμβάσεις...». (Αλ. Τσίπρας, Γραφείο ΤύπουΣΥΡΙΖΑ, 11/2/2012).
  • «...Με τη συμφωνία τους για τη νέα αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση, το δρακόντειο μνημόνιο που τη συνοδεύει (...) οδηγεί τον λαό σε εξανδραποδισμό, ταπείνωση και αφανισμό». (Δ. Στρατούλης, ρ/σ «Κόκκινο», 9/2/2012).
  • «Αν περάσει αυτό το πακέτο (σ.σ.: μνημόνιο και δανειακή σύμβαση) θα δεθούν η χώρα και οι πολίτες της χειροπόδαρα για δεκαετίες, μηδενίζεται κάθε περιθώριο αναδιαπραγμάτευσης σαν και αυτή που υποσχόταν παλιά ο κ. Σαμαράς».(Δηλώσεις Δ. Παπαδημούλη, ρ/σ «Κόκκινο», 9/2/2012).

Όπως βλέπουμε, πριν από τις εκλογές του 2012, για τον ΣΥΡΙΖΑ η δανειακή σύμβαση δεν ήταν «άλλο πράγμα» από το μνημόνιο. Μνημόνιο και σύμβαση, έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ένα και το αυτό «πακέτο». Που μηδένιζε «κάθε περιθώριο αναδιαπραγμάτευσης». Το «δρακόντειο μνημόνιο» δεν ήταν κάτι άσχετο από τη σύμβαση, αντίθετα ήταν το «συνοδευτικό» της «αποικιοκρατικής», «παράνομης» και «αντισυνταγματικής» σύμβασης. 

Τότε ο ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε για «απόρριψη» της «υποτέλειας» που συνεπαγόταν η δανειακή σύμβαση. Σήμερα επιλέγει τη «διαπραγμάτευση» με «γέφυρα» την παράταση της δανειακής. Αλλά θα επαναλάβουμε το ερώτημα όπως το θέσαμε και μέσα από την «Realnews» της Κυριακής: Από πότε το πέρασμα από την υποτέλεια στην ανεξαρτησία γίνεται με «γέφυρα» την παράταση της «αποικιοκρατίας»;

ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΟΥ EUROGROUP

Ας έρθουμε τώρα στο τι υπέγραψε η κυβέρνηση την περασμένη Παρασκευή στο «Eurogroup». Σύμφωνα με το Ανακοινωθέν που εκδόθηκε, η κυβέρνηση έβαλε την υπογραφή της κάτω από ένα κείμενο στο οποίο τονίζεται ότι:

α) Η παράταση της Δανειακής Σύμβασης «διέπεται από μια σειρά δεσμεύσεων» όπου πρώτη αναφέρεται «η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της υπάρχουσας συμφωνίας». Για όσους – κάνουν ότι – δεν θυμούνται, η «υπάρχουσα συμφωνία» (επί των όρων της οποίας θα συνεχίσει να «αξιολογείται» και να «επιθεωρείται» η Ελλάδα) δεν είναι άλλη από τα δυο Μνημόνια που προηγήθηκαν, οι 400 εφαρμοστικοί νόμοι και τα 25.000 περίπου άρθρα των Μνημονίων.

β) «…τα κεφάλαια που είναι διαθέσιμα ως απόθεμα του Ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα πρέπει να παραμείνουν δεσμευμένα (…). Τα κεφάλαια αυτά (….) μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών…». Δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ η κυβέρνηση υπέγραψε ότι παραιτείται από τη θέση που ανέπτυξε ο κ.Τσίπρας στο λεγόμενο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» όταν έλεγε ότι η χρηματοδότηση του εν λόγω προγράμματος θα γινόταν σχεδόν κατά το ήμισυ από τα χρήματα που θα «αποδεσμεύονταν» από το ΕΤΧΣ.

γ) «Συμφωνούμε επιπλέον ότι το ΔΝΤ θα συνεχίσει να παίζει το ρόλο του». Επ’ αυτού και με δεδομένο το ρόλο του ΔΝΤ μάλλον δεν χρειάζεται κάποιο ιδιαίτερο σχόλιο.

δ) «…οι ελληνικές αρχές υπόσχονται να χρησιμοποιήσουν με το βέλτιστο τρόπο τη συνεχιζόμενη διάθεση τεχνικής βοήθειας». Θυμίζουμε ότι οι Φούχτελ και οι Ράιχενμπαχ κυκλοφορούν στην Ελλάδα την τελευταία 5ετία ως επικεφαλής της λεγόμενης «τεχνικής βοήθειας»…

ε)παρακαλούμε την προσοχή σας: «Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα». Και στη συνέχεια: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται επιπλέον να διασφαλίσουν τα πρέποντα πρωτογενή πλεονάσματα ή τα οικονομικά έσοδα που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα του χρέους σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου 2012». Ούτε «διαγραφή» χρέους, λοιπόν, ούτε «κούρεμα», ούτε «λογιστικός έλεγχος», ούτε «διεθνής διάσκεψη», ούτε κιχ για το επαχθές, επονείδιστο και απεχθές βάρος του παράνομου χρέους που έχει γονατίσει τον ελληνικό λαό. Αντιθέτως: «Αδιαμφισβήτητη δέσμευση» ότι το χρέος θα πληρωθεί «πλήρως και έγκαιρα»! Αντιθέτως: Διαβεβαιώσεις ότι τα «πρωτογενή πλεονάσματα» θα πηγαίνουν όχι για την ανακούφιση του λαού αλλά – όπως και επί Σαμαρά – για την «βιωσιμότητα» ενός χρέους που, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ παραδεχόταν προεκλογικά, είναι «μη βιώσιμο». 

στ)παρακαλούμε την προσοχή σας: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από κάθε ανατροπή μέτρων ή μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές αυτές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα είχαν αρνητικές συνέπειες στους δημοσιονομικούς στόχους (….) όπως αξιολογούνται από τους θεσμούς». Καμία «μονομερής» ενέργεια, λοιπόν, που θα ανατρέπει τις πολιτικές των Μνημονίων. Καμία δημοσιονομική κίνηση (πχ μέτρα προγράμματος Θεσσαλονίκης) που δεν θα έχουν την αξιολόγηση και την έγκριση των «θεσμών». Οπου «θεσμοί» η τρόικα. Αλλά που τώρα θα τη λέμε «θεσμούς». Και καμιά φορά … «θεσμοτρόικα».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Πρώτο (και σε συνάφεια με τις τρεις Αρχές που καταγράψαμε στο προοίμιο του σημερινού άρθρου):

Η Αριστερά, με όπλο την αλήθεια και το δίκιο, ή θα είναι η δύναμη της ρήξης, της σύγκρουσης και τελικά της ανατροπής των ταξικών δεσμών που καθυποτάσσουν το λαό στο σύστημα της κυριαρχίας των μονοπωλίων και των «θεσμών» τους ή θα είναι μια κατ΄ όνομα «Αριστερά» που - πέρα από καλές προθέσεις και «διαπραγματευτικά κλέη» - θα λειτουργεί ως διαχειριστής των υποθέσεων της ολιγαρχίας, την ώρα που θα επιδίδεται σε «αντιολιγαρχικές» ρητορείες. 

Δεύτερο: Στις εκλογές υπερψηφίστηκε η θέση του ΣΥΡΙΖΑ ότι μέσα στην ΕΕ, με «σεβασμό στις συνθήκες», σε συνεννόηση με τους «εταίρους», μέσα από διαπραγματεύσεις μαζί τους και χωρίς να αμφισβητείται το πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η Ελλάδα (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ κλπ) μπορεί να υπάρξει ανατροπή του Μνημονίου και όλων όσα αυτό σημαίνει. Και επίσης ότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπου τα κλειδιά της οικονομίας και της εξουσίας τα κατέχει η ελληνική και η διεθνής χρηματιστική ολιγαρχία, μπορεί να υπάρξει εθνική κυριαρχία, χωρίς εποπτείες, χωρίς «αξιολογήσεις», ότι μπορεί να υπάρξει ολόκληρη λαική περηφάνια και αξιοπρέπεια.

Αλλά – ευτυχώς - οι εκλογές δεν σταματούν τη δυνατότητα των ανθρώπων να σκέφτονται και να αναστοχάζονται. Το ερώτημα επανατίθεται, λοιπόν: Αυτός είναι ο δρόμος της εξόδου από τα Μνημόνια; Εδώ που «η θέση της Ελλάδας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ δεν αμφισβητούνται»; Εδώ όπου τα μονοπώλια και οι «Αγορές» ελέγχουν τον πλούτο και ταυτόχρονα την οικονομία μιας χώρας; 

Η θέση μας είναι γνωστή: Αυτός ο δρόμος, που ακολουθείται από συστάσεως του ελληνικού κράτους, με ή χωρίς «κυβερνήσεις της Αριστεράς», είναι ο δρόμος των αέναων και μάταιων θυσιών. Εδώ, είτε την κρίση, είτε την «ανάπτυξη», πάντα θα τις πληρώνουν οι καταπιεσμένοι, οι εκμεταλλευόμενοι, οι σκλάβοι της εργασίας, της ανεργίας και της βιοπάλης.

Αλλά το ζήτημα δεν είναι η φενάκη της προσμονής να χαλαρώσει ο χαλκάς της αλυσίδας. Το ζήτημα είναι ο ελληνικός λαός να στηριχτεί στο ιστορικό του μεγαλείο, στην τεράστια εμπειρία του, στις αστείρευτες δυνάμεις του και να πορευτεί το δρόμο της ρήξης και της ανατροπής των πλαισίων που τον αλυσοδένουν.

Που σημαίνει:
Να αποδεσμευτεί από τους «θεσμούς» των Σόιμπλε.
Να αρνηθεί να αναγνωρίσει ένα χρέος που δεν το χρωστάει και το έχει πληρώσει χίλιες φορές.
Να πάρει στα χέρια τον παραγωγικό πλούτο του τόπου και πάνω σε αυτή τη βάση να οικοδομήσει την αναδημιουργημένη και «ελεύθερη Ελλάδα» στέλνοντας το μήνυμα της «πανανθρώπινης λευτεριάς» (όπως έλεγε το τραγούδι του ΕΑΜ και μιας και πολλοί θέλουν να μιλούν για το ΕΑΜ…)

Οι τελευταίες εξελίξεις το επιβεβαιώνουν ακόμα μια φορά: Εκείνο που θα έχει να χάσει ο λαός μας ιχνηλατώντας αυτόν τον δρόμο θα είναι μόνο τις αλυσίδες του.

Νίκος Μπογιόπουλος

_____________________________________________________________
***Αυτό λέγεται "Μνημόνιο"

Του Νίκου Μπογιόπουλου

Η ελληνική κυβέρνηση κατέθεσε αίτημα στις Βρυξέλλες για παράταση της Δανειακής Σύμβασης. Η παρούσα Δανειακή Σύμβαση – καλούμενη ως «Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης» - επιβλήθηκε στη χώρα με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου από την κυβέρνηση Παπαδήμου στις 15 Μαρτίου 2012 και κυρώθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια μια βδομάδα αργότερα.

Το κείμενο της Δανειακής αποτελεί νόμο του κράτους και το περιεχόμενό της δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, Αριθμός Φύλλου 65, της 22ας Μαρτίου 2012. Όπως αναφέρεται ήδη από το πρώτο άρθρο του νόμου (υπ’ αριθμόν 4060) τόσο ηεπίσημη γλώσσα της σύμβασης όσο και των παραρτημάτων που τη συνοδεύουν είναι η αγγλική…

Στο κείμενο της Δανειακής Σύμβασης (πλην των παραρτημάτων) αναφέρεται τουλάχιστον σαράντα μία φορές (αριθμός: 41) ότι το Μνημόνιο και η Δανειακή Σύμβαση αποτελούν δυο κείμενα τα οποία βρίσκονται σε σχέση αδιάσπαστης ενότητας μεταξύ τους. 

Ακολουθούν ενδεικτικά ορισμένες τέτοιες χαρακτηριστικές αναφορές:

α) Δανειακή Σύμβαση, Προοίμιο, παράγραφος 7, ΦΕΚ, σελίδα 1790: «Η διαθεσιμότητα και η παροχή Χρηματοδοτικής Ενίσχυσης στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης (….) εξαρτώνται, εκτός αν ορίζονται άλλως, από (i) τη συμμόρφωση του Δικαιούχου Κράτους Μέλους με τα μέτρα που ορίζονται στο Μνημόνιο και (ii) τη θετική απόφαση των Εγγυητών, επί τη βάσει των αποτελεσμάτων των τακτικών αξιολογήσεων που διενεργούνται από την Επιτροπή σε συνεργασία με την ΕΚΤ…»

Παρακάτω (στην ίδια παράγραφο) σημειώνεται: «…η οικονομική πολιτική του Δικαιούχου Κράτους Μέλους είναι σύμφωνη με το πρόγραμμα προσαρμογής και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από το Συμβούλιο στην Απόφαση και οποιεσδήποτε άλλες προϋποθέσεις προβλέπονται από το Συμβούλιο ή το Μνημόνιο».

β) Δανειακή Σύμβαση, ΦΕΚ, σελίδα 1803, παράγραφος 7: «Το Δικαιούχο Κράτος Μέλος πρέπει να χρησιμοποιήσει όλα τα ποσά που του παρασχέθηκαν υπό τους όρους της παρούσας Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των Διευκολύνσεων, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Μνημόνιο…».

Παρακάτω (στη σελίδα 1805) τονίζεται ότι προϋπόθεση εκτέλεσης της Δανειακής Σύμβασης είναι «οι Εγγυητές να έχουν ικανοποιηθεί (με ομόφωνο τρόπο) προς τη συμμόρφωση του Δικαιούχου Κράτους Μέλους με τους όρους του Μνημονίου…».

γ) Δανειακή Σύμβαση, ΦΕΚ, σελίδα 1819. Σημειώνεται ότι η Δανειακή Σύμβαση ακυρώνεται εάν: «β) το Δικαιούχο Κράτος Μέλος, το ΤΧΣ, ή η Τράπεζα της Ελλάδος αθετήσουν οποιαδήποτε υποχρέωσή τους από την παρούσα Σύμβαση (συμπεριλαμβανομένης και της υποχρέωσης που διατυπώνεται στον Όρο 2(7) να εφαρμοστεί κάθε Χρηματοδοτική Ενίσχυση σύμφωνα με τους όρους του Μνημονίου…»

δ) Δανειακή Σύμβαση, ΦΕΚ, σελίδα 1826: «Τα Μέρη στην παρούσα Σύμβαση αναγνωρίζουν και αποδέχονται την ύπαρξη και τους όρους του Μνημονίου…»

Επίσης στην παραπάνω σελίδα καθώς και στην επόμενη (ΦΕΚ, σελίδες 1826 - 1827) υπό τον τίτλο «Εφαρμοστέο Δίκαιο και Αρμόδια Δικαστήρια» καταγράφεται ότι η Ελλάδα όσον αφορά την συμμόρφωσή της με τη Δανειακή Σύμβαση α) τελεί υπό το «Αγγλικό Δίκαιο», β) υπάγεται στην «αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου» και γ) η Ελλάδα και ο λαός της «παραιτούνται με την παρούσα αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμα ασυλίας που ήδη έχουν ή μπορεί να δικαιούνται σε σχέση με τα ίδια και τα περιουσιακά τους στοιχεία…».

Αφενός, λοιπόν, επειδή το κρέας δεν είναι ψάρι και αφετέρου επειδή ο γάιδαρος δεν πετάει, ανεξαρτήτως από το που θα καταλήξουν οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους καλούς μας «εταίρους», ανεξαρτήτως επίσης τι θα ακολουθήσει μετά από μια ενδεχόμενη συμφωνία στο «Eurogroup» στο αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης, το δεδομένο που έχουμε για την ώρα είναι ότι: «Παράταση» της Δανειακής Σύμβασης σημαίνει ένα - και μόνο - πράγμα: Μνημόνιο. 

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Το ευρωπαϊκό όχημα στο γερμανικό μονόδρομο

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "ΕΠΙΚΑΙΡΑ" 
(Τεύχος 213), ημέρα Παρασκευή, την 27η Δεκεμβρίου 2013, συντάχθηκε από τον κ. Προκόπη Παυλόπουλο. 
Το ευρωπαϊκό όχημα στο γερμανικό μονόδρομο

του Προκόπη Παυλόπουλου, βουλευτή, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο ευρωπαϊκός ουρανός καλύπτεται, ολοένα και περισσότερο, από τ’ απειλητικά σύννεφα της οικονομικής καταιγίδας που απειλεί αυτό τούτο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Το οποίο ήδη έχει ραγίσει επικίνδυνα, αναδεικνύοντας το βαθύ χάσμα μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά –στην πραγματικότητα μεταξύ Γερμανίας– κι ευρωπαϊκού Νότου. Χάσμα προεχόντως οικονομικό, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τη λεόντεια υπεροχή των γερμανικών πλεονασμάτων έναντι των διαβρωτικών ελλειμμάτων των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, και όχι μόνο. Αλλά και –φυσικά συνακόλουθα– χάσμα θεσμικό, αφού η οικονομική εξαθλίωση φέρνει στο φως έναν ευρωπαϊκό Βορρά, όπου οι δημοκρατικοί θεσμοί και τα δικαιώματα του ανθρώπου γίνονται σεβαστά, τουλάχιστον σ’ ό,τι αφορά τα βασικά τους χαρακτηριστικά. Κι έναν ευρωπαϊκό Νότο όπου θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, πρωτίστως δε εκείνα που συνθέτουν το υπόβαθρο του κοινωνικού κράτους δικαίου, διαρκώς αποδυναμώνονται.

I. Πώς, άραγε, φθάσαμε ως εδώ; Μ’ άλλες λέξεις πώς, ιδίως από τότε που δρομολογήθηκε η πορεία της ΟΝΕ και της Ευρωζώνης, η τάση ευρωπαϊκής ενοποίησης και αντίστοιχης σύγκλισης των επιμέρους οικονομικών και θεσμικών συνιστωσών της μετατράπηκε σε ολοένα και περισσότερο εντεινόμενη ροπή απόκλισης;

Α. Η εξήγηση αυτής της καταλυτικής μεταβολής της προοπτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι μονοσήμαντη. Πλην όμως ένα είναι μάλλον βέβαιο: Στο επίκεντρό της βρίσκεται η ευρωπαϊκή οικονομία και οι βίαιες διαρθρωτικές και χρηματοπιστωτικές της στρεβλώσεις. Οι οποίες έχουν, και μάλιστα σχεδόν αποκλειστικώς, γερμανική προέλευση κι απηχούν τις γενικότερες πλέον πιέσεις της Γερμανίας στην παγκόσμια οικονομία.

Β. Πέραν τούτου είναι ανάγκη, πάντοτε στο πλαίσιο της προαναφερόμενης διαπίστωσης, ν’ αναδειχθεί και μια εμβληματική, κυριολεκτικώς, παράμετρος της, γερμανικής προέλευσης κι επινόησης, ανατροπής της επιχείρησης οικοδόμησης των στοιχειωδών αντηρίδων της ουσιαστικής ευρωπαϊκής ενοποίησης, άρα της επίτευξης του στόχου μιας πραγματικής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για την παράμετρο εκείνη, η οποία «φωτίζει» τη βαθύτερη αλήθεια –κι επέκεινα, την κυριότερη «ρίζα του κακού»– ως προς την εντεινόμενη ευρωπαϊκή απόκλιση και η οποία συνίσταται στο ότι, δυστυχώς: Η επανένωση, μετά το 1990, της Γερμανίας και η σταδιακή ενοποίησή της, ιδίως σε οικονομικό επίπεδο, μετά την εγκαθίδρυση της Ευρωζώνης λειτουργεί, εξαιτίας των γερμανικών οικονομικών - νομισματικών εμμονών, ως αντικίνητρο για την ευρωπαϊκή σύγκλιση και, τελικώς, αντίστοιχη ενοποίηση. Μ’ αφοπλιστική «ειλικρίνεια» ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας κ. Gerhard Schröder έχει τονίσει, σε συνέντευξή του στο περιοδικό  DerSpiegel(5/9/2011), ότι «όταν δημιουργείς έναν κοινό νομισματικό χώρο, τότε επικρατεί η ισχυρότερη οικονομία»!

II. Θ’ αποτελούσε πραγματικό στρουθοκαμηλισμό ν’ αγνοήσει κανείς πως, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την επανένωση της Γερμανίας, η τελευταία αλλοίωσε όχι μόνο τα συστατικά στοιχεία του ευρωπαϊκού της προσανατολισμού, αλλά και την όλη «κοσμοθεωρία» της αναφορικά με τη συμβολή της στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Α. Όσο παρέμενε διχασμένη, με το Τείχος του Βερολίνου να της θυμίζει την κληρονομιά του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και να τη θέτει στο «μάτι του κυκλώνα» του Ψυχρού Πολέμου, η Γερμανία ήταν πιασμένη από το «σωσίβιο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βασιζόταν στην ασφάλεια που της παρείχε η ευρωπαϊκή Δύση και οι «ανταγωνιστικές» της φιλοδοξίες περιορίζονταν στην «αναμέτρησή» της και τη σύγκρισή της κυρίως με τη Γαλλία, τη Μ. Βρετανία και την Ιταλία. Φιλοδοξίες όμως που απηχούσαν περισσότερο την τάση της να πρωταγωνιστήσει στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και να συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της όλης ευρωπαϊκής δυναμικής.

Β. Μετά την ενοποίησή της, η Γερμανία «διέβη τον ευρωπαϊκό Ρουβίκωνα». Αντιπροσωπεύοντας σήμερα πάνω από το ένα τέταρτο της συνολικής οικονομίας της Ευρωζώνης, ρέπει οφθαλμοφανώς προς την τάση που την οδηγεί στο να διαδραματίσει παγκόσμιο οικονομικό ρόλο, ως «ηγέτιδα» δύναμη στο πλαίσιο των G-20, στο ίδιο επίπεδο με τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία. Λίγη σημασία έχει αν η Γερμανία επιδίωξε το ρόλο αυτόν –όπερ και πιθανότερο, με βάση τον εθνικό ψυχισμό της και τα «δείγματα γραφής» του παρελθόντος της, πρόσφατου αλλά και απώτερου- ή αν οδηγήθηκε, αντικειμενικώς, από τα πράγματα στο να τον επωμισθεί. Το σημαντικό είναι ότι η προαναφερόμενη μετεξέλιξη της Γερμανίας, σε συνδυασμό με την πλήρη έλλειψη ηγετικών φυσιογνωμιών στον «ευρωπαϊκό πυρήνα» καθώς και με την αναμενόμενη αποστασιοποίηση της Μ. Βρετανίας, αποσταθεροποιεί τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

III. Όμως η οικονομική γιγάντωση της Γερμανίας, μετά την επανένωσή της, έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία εξηγούν πώς μεταλλάχθηκε ξαφνικά, έτσι ώστε να γίνεται σήμερα λόγος όχι για μια ευρωπαϊκή Γερμανία αλλά για μια γερμανική Ευρώπη. Και τα χαρακτηριστικά αυτά διαμορφώθηκαν με αφετηρία την εκ μέρους της διαχείριση του οικονομικού κόστους της ενοποίησης της Γερμανίας, η οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί εντελώς. Ενός κόστους που, με τους μετριότερους υπολογισμούς, φθάνει ή και έχει ξεπεράσει τα 2 τρισ. ευρώ!

Α. Από τις αιτίες που διαμόρφωσαν το τεράστιο αυτό κόστος αξίζει να επισημανθούν ιδιαιτέρως, ακριβώς λόγω της καθοριστικής σημασίας τους:

1. Πρώτον, το «λάθος» ως προς την ισοτιμία του ανατολικογερμανικού με το δυτικογερμανικό μάρκο. Και τούτο επειδή μολονότι τα οικονομικά δεδομένα της εποχής οδηγούσαν σε μιαν ισοτιμία ένα προς οκτώ, για καθαρώς εθνικούς και πολιτικούς λόγους η ανταλλαγή έγινε με ισοτιμία ένα προς ένα. Αυτή η θηριώδης αύξηση της αξίας του ανατολικογερμανικού μάρκου εξάρθρωσε, κυριολεκτικώς, τον παραγωγικό ιστό της Ανατολικής Γερμανίας και οδήγησε σε ραγδαία αύξηση της ανεργίας.
Δεύτερον, η εξομοίωση μισθών σ’ Ανατολική και Δυτική Γερμανία. Η εξέλιξη αυτή περιόρισε δραματικά –μάλλον εκμηδένισε– την ανταγωνιστικότητα της Ανατολικής Γερμανίας απαιτώντας, για τη στοιχειώδη αποκατάστασή της στη συνέχεια, τη μετακίνηση κολοσσιαίων ποσών προς αυτή από τη Δυτική Γερμανία.
Τρίτον, η εξομοίωση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στις δύο Γερμανίες. Κάπως έτσι η Δυτική Γερμανία κλήθηκε να καλύψει το τεράστιο κενό του ασφαλιστικού συστήματος της Ανατολικής, αφού σ’ αυτήν, λόγω του κομμουνιστικού συστήματος, οι ασφαλισμένοι ουδόλως συνέβαλαν οικονομικώς στον ασφαλιστικό τους φορέα μ’ αντίστοιχες προσωπικές εισφορές.

Β. Στην πρώτη φάση μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, και προκειμένου ν’ ανταποκριθεί στις κατά τ’ ανωτέρω οικονομικές εξελίξεις, ο H. Kohl–προφανώς και λόγω του ευρωπαϊκού του προσανατολισμού– απέφυγε να μετακυλίσει πλήρως το βάρος στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποφεύγοντας όμως επίσης, για λόγους πολιτικού κόστους, ν’ αυξήσει τη φορολογία επέλεξε τη στήριξη της κοστοβόρας γερμανικής οικονομικής ενοποίησης στα –και τότε– σημαντικότατα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Οι αναπόφευκτες πληθωριστικές πιέσεις που προέκυψαν «ξύπνησαν» τους γερμανικούς εφιάλτες –είναι πασίγνωστος ο διαχρονικός παθολογικός φόβος των Γερμανών έναντι του πληθωρισμού, με πιο κοντινή μνήμη εκείνη της περιόδου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης– και οδήγησαν την Bundesbank σε ραγδαία αύξηση των επιτοκίων ήδη από το 1991, όταν το μάρκο συνδέθηκε με το σχεδιαζόμενο ευρωπαϊκό νόμισμα.
Οι συνέπειες ήταν αναμενόμενες: Επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, που λόγω της δομής της γερμανικής οικονομίας και των εγγενών χαρακτηριστικών της επέδρασαν σταδιακώς και στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιδίως δε στον ευρωπαϊκό Νότο. Κάπως έτσι άρχισε η μετακύλιση του οικονομικού βάρους της γερμανικής ενοποίησης και στα λοιπά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μόνο που ενώ στην αρχή η μετακύλιση αυτή εμφανιζόταν ως περιστασιακή αντανακλαστική αντίδραση της, αιφνιδιασμένης από το οικονομικό κόστος της ενοποίησης, γερμανικής οικονομίας, με την πάροδο του χρόνου μεταβλήθηκε σε συνειδητή τακτική. Η οποία επέτρεπε πια στη Γερμανία όχι μόνο να μην επιβαρύνεται με το θηριώδες κόστος της οικονομικής ενοποίησής της, αλλά, μέσω της πλήρους μετακύλισής του extramuros, ν’ αποκτά ηγετικό οικονομικό ρόλο τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην παγκόσμια οικονομική σκηνή, όπως προεκτέθηκε.

IV. Τούτο έγινε αισθητό κυρίως μετά την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, δηλαδή μετά τη κατάρρευση της LehmanBrothers το 2008. Διότι ως τότε, με τήρηση των στοιχειωδών ευρωπαϊκών προσχημάτων, τα προμνημονευόμενα ελλείμματα του ευρωπαϊκού Νότου, τα οποία δημιουργήθηκαν και λόγω της γερμανικής οικονομικής ενοποίησης, χρηματοδοτούνταν, τουλάχιστον εν μέρει, από εισροές γερμανικών κεφαλαίων «εκ του ασφαλούς». Αφού οι κατ’ αυτόν τον τρόπο ενισχυόμενες περιφερειακές ευρωπαϊκές οικονομίες και εξασφάλιζαν ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά και, συνακόλουθα, «αιμοδοτούσαν» δεόντως τις γερμανικής προέλευσης εξαγωγές. Κάπως έτσι, άλλωστε –και πάλι ως τότε– η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρούσε το «φύλλο συκής» ως προς την intramuros ισορροπία –και το επέκεινα ισοζύγιο– στο πεδίο των εμπορικών της σχέσεων.

Α. Όταν όμως ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση, και μπροστά στον κίνδυνο της γενικευμένης ύφεσης, η ισχυρώς –και λόγω επαρκούς υποδομής αλλά και λόγω προνοητικώς δασφαλισμένων αποθεμάτων– πλεονασματική Γερμανία υιοθέτησε, εγκαταλείποντας προκλητικά τις ευρωπαϊκές της «ευαισθησίες», την οδό του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Κι επικεντρώθηκε εφεξής στην, με κάθε μέσο, «υπεράσπιση» του ηγετικού της ρόλου όχι μόνον εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, στο οποίο είχε ήδη, ούτως ή άλλως, εδραιωθεί.

Β. «Κορυφαία» επιλογή της Γερμανίας ως προς τη διασφάλιση του ηγετικού οικονομικού της ρόλου εν μέσω παγκόσμιας κρίσης υπήρξε –και παραμένει πάντοτε– η με κάθε μέσο διατήρηση –και, γιατί όχι, ενίσχυση– της ανταγωνιστικότητάς της. Αφού, κατά τους κανόνες της οικονομίας, μόνον αυτή μπορεί να εγγυηθεί την πλεονασματική της υπεροχή.
Το σκοπό αυτό λοιπόν η Γερμανία ούτε καν επιχείρησε να τον επιτύχει με μέσα που είναι συμβατά, έστω και στοιχειωδώς, με τις απαιτήσεις μιας ενιαίας ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Ήτοι μιας πολιτικής που προϋποθέτει την «αναθέρμανση» της δικής της οικονομίας, μέσω λελογισμένης πληθωριστικής τάσης, η οποία επιτυγχάνεται διά της οδού της ενίσχυσης της εσωτερικής ζήτησης. Έτσι ώστε να τηρηθούν κάποιοι κανόνες τόνωσης της ανταγωνιστικότητας των ασθενέστερων κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Όλως αντιθέτως, η Γερμανία επέλεξε το δρόμο του «στραγγαλισμού» της ανταγωνιστικότητας των κρατών αυτών, στο βωμό των δικών της σκοπιμοτήτων, επιβάλλοντας, μεταξύ άλλων:

α) Τη μέθοδο της εξασφάλισης, για δικό της φυσικά λογαριασμό, εξαιρετικά φθηνού εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, κυρίως από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης του χειμαζόμενου από την ανεργία ευρωπαϊκού Νότου.

β) Και τη μέθοδο, επίσης για δικό της λογαριασμό, της latosensu «εξαγοράς», ακόμη και με μεθόδους διαφθοράς –όρα για την Ελλάδα «Siemens» και τα κάθε είδος εξοπλιστικά προγράμματα– επιχειρήσεων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, σ’ εξευτελιστικές τιμές. Τιμές που διαμόρφωσε η ύφεση, την οποία η ίδια η Γερμανία «πυροδότησε», με την επιβολή στις «χώρες-θύματα» πολιτικών αδιέξοδης λιτότητας, δήθεν για την επίτευξη δημοσιονομικών στόχων (χρέος-έλλειμμα) με άκρως υποκριτικό ευρωπαϊκό περιτύλιγμα.

2. Αυτή όμως η οικονομικώς «απομυζητική» τακτική της Γερμανίας έναντι των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου όχι μόνο δεν συμβάλλει στην έξοδό τους από την υφεσιακή τους πορεία και τις συνακόλουθες επιπτώσεις της. Αλλά, όλως αντιθέτως:

α) Τα ελλείμματά τους αυξάνονται. Κατά συνέπεια, και όταν τους επιβάλλεται η μείωση –ή και ο μηδενισμός τους– με «μνημονιακής» έμπνευσης πολιτικές, το αποτέλεσμα συνίσταται στην πλήρη οικονομική τους αποδυνάμωση και στην εξαθλίωση των κοινωνιών τους.

β) Συνακόλουθα, οι ανάγκες δανεισμού τους γίνονται πιεστικότερες. Και επειδή, με τον τρόπο αυτόν, ο δανεισμός τους είναι αδύνατο να εξασφαλισθεί από τις αγορές, ολοένα και περισσότερο υποκύπτουν στον intuitupersonae δανεισμό τους, εκτός αγορών. Πράγμα που σημαίνει αφενός αύξηση του δημόσιου χρέους τους. Και, αφετέρου, πλήρη υποταγή τους στους όρους που τους επιβάλλουν οι δανειστές τους, δηλαδή σε σταδιακή συρρίκνωση της ίδιας της εθνικής τους κυριαρχίας. Διότι η αδυναμία άσκησης στοχευμένης εθνικής οικονομικής πολιτικής πλήττει ευθέως τον ίδιο τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας.

Μ’ αυτόν τον προσανατολισμό πορεύεται σήμερα η Γερμανία έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυρίως δε έναντι των κρατών-μελών της που χειμάζονται, ορθότερα δε βρίσκονται σε κατάσταση κοινωνικής έκρηξης, όπως η Ελλάδα. Με μια Καγκελάριο, την κ. Α. Merkel, η οποία, μέσ’ από τις τραυματικές ανατολικογερμανικές της καταβολές και τις συνακόλουθες εμμονές της, δεν μπορεί –για να μην πει κανείς ότι δεν θέλει– ν’ αντιληφθεί επαρκώς τι σημαίνει Ευρωπαϊκή Ένωση κι ευρωπαϊκό όραμα. Και με την πλήρη απουσία ηγετών σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο, των οποίων το λυκόφως σηματοδοτεί και το λυκόφως του ευρωπαϊκού οράματος. Όπως όμως διδάσκει η ιστορία, κάθε φορά που η Γερμανία σύρθηκε πίσω από το ηγετικό της σύνδρομο τις συνέπειες δεν τις υπέστησαν μόνο τα «θύματά» της. Τις υπέστη και η ίδια. Γι’ αυτό παραμένει, ως σήμερα, υπόλογος απέναντι στην ιστορία. Τουλάχιστον μπορεί να «διδαχθεί» απ’ αυτό το ζοφερό παρελθόν; Ας το ελπίσουμε, αν και όλα δείχνουν πως κάτι τέτοιο είναι μάλλον μη αναμενόμενο, με την υπόλοιπη Ευρώπη δυστυχώς αδύναμη να της αντισταθεί και να της αντιταχθεί.

ΠΗΓΗ: http://www.epikaira.gr/