Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Α, αυτό είναι δύσκολο "θαύμα" ...

Ευλογημένα τα θύματα, ευλογημένοι κι οι θύτες ...
Ο Πάπας – συναντά και ευλογεί τους ηγέτες των κρατών που βομβαρδίζουν τη Μέση Ανατολή και μετά συναντά και τα θύματά τους, τα οποία ευλογεί επίσης, αυτό συνιστά μια πολύ βολική εκδοχή του «αγαπάτε αλλήλους» για όσους βομβαρδίζουν…

Του Νίκου Μπογιόπουλου

Ουδείς αμφιβάλλει για τον υψηλό συμβολισμό της επίσκεψης του Πάπα στη Λέσβο αλλά και για την ακόμα υψηλότερη επικοινωνιακή προβολή της.

Οι συμβολισμοί, όμως, δεν είναι πάντα μονής κατεύθυνσης. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι όταν κάποιος – όπως ο Πάπαςσυναντά και ευλογεί τους ηγέτες των κρατών που βομβαρδίζουν τη Μέση Ανατολή και μετά συναντά και τα θύματά τους, τα οποία ευλογεί επίσης, αυτό συνιστά μια πολύ βολική εκδοχή του «αγαπάτε αλλήλους» για όσους βομβαρδίζουν…

Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να ερμηνευτεί και η σκηνή με τις ελιές και το ψωμί στα κοντέινερς. Όσο χριστιανικού συμβολισμού θα μπορούσε να εκληφθεί αυτή η εικόνα, άλλο τόσο έχουν δικαίωμα να ακουστούν και οι άλλοι. Εκείνοι που λένε ότι το να χρησιμοποιείς τους πρόσφυγες που πέρασαν το χειμώνα στις λάσπες ως φόντο μιας ταπεινότητας που όταν σβήσουν οι κάμερες επιστρέφει στα μέγαρά της για να αποτελέσει την «δεξιά του Κυρίου» ιμπεριαλιστικών και φασιστικών καθεστώτων, αυτό δεν συνιστά χριστιανισμό, αλλά φαρισαϊσμό…

Σε κάθε περίπτωση, οι πρόσφυγες στη Λέσβο, την Ειδομένη, το Ελληνικό, αλλά και η εικόνα του 22% των Ελλήνων που ζουν σε συνθήκες απόλυτης ένδειας, δεν είναι παρά εικόνες ενός σάπιου κόσμου. Του κόσμου που δεν αρμόζει στον άνθρωπο. Ενός κόσμου που οι αρμοί οικοδόμησης του καθόλου άσχετοι δεν είναι με την Εκκλησία ως σύστημα εξουσίας.

Επειδή, μάλιστα, με αφορμή την επίσκεψη του Πάπα, δεν έλειψε ούτε το υμνολόγιο, ούτε η απίθανη υποκρισία για την «ωραιοποίηση» του ρόλου της Καθολικής Εκκλησίας ως βασικού πυλώνα του συστήματος εξουσίας που έχει εγκαθιδρυθεί στον κόσμο, και παρά το γεγονός ότι έχει πέσει τόση στάχτη στα μάτια με συνέπεια να χρειαστεί πολλή προσπάθεια και αρκετός χρόνος για να κατακαθίσει η αχλή του διαχρονικού ψεύδους και για να ερμηνευτούν σωστά τα λόγια του Ντοστογιέφσκι, εντούτοις ας τα θυμηθούμε:

Στο έργο του «Αδελφοί Καραμαζόφ», περιγράφοντας με μαεστρία το ρόλο της Εκκλησίας, βάζει τον ιεροεξεταστή να απευθύνεται στον Χριστό και να του λέει: «Αυτό κάναμε. Διορθώσαμε το έργο Σου...».

Σε αυτό το «έργο», της… «διόρθωσης» του ανθρωπιστικού μηνύματος του χριστιανισμού, ο Πάπας (κάθε Πάπας, πέρα από το πρόσωπο) έχει διαχρονικά τη δική του «συμβολή». Για παράδειγμα:
Ήταν ο προκάτοχος του σημερινού Πάπα, ο Ράτσινγκερ, για τον οποίο τα διεθνή ΜΜΕ έγραφαν: «Ο Πάπας κήρυξε πόλεμο στο χρήμα». Αλλά στο πλαίσιο εκείνου του… ανένδοτου, ουδέποτε μπήκε λουκέτο στην περίφημη «Τράπεζα του Βατικανού». Την ιδρυθείσα επί Μουσολίνι . Την εμφανιζόμενη να εμπλέκεται με χίλια νήματα με τη διαφθορά και τη μαφία. Την κατέχουσα δισεκατομμύρια σε ακίνητη περιουσία ανά τον κόσμο, σε χρυσό, σε αρχαιολογικούς θησαυρούς κλπ.

Τέτοια «θαύματα», προφανώς, δεν γίνονται. Είναι μάλλον πιο… οικονομικό να οργανώνεται κατά καιρούς μια... καλή «εξομολόγηση» των ιθυνόντων της Τράπεζας, ώστε να τηρείται πλήρως και το τελετουργικό για την «άφεση των αμαρτιών» τους...
Ήταν ο προηγούμενος από τον Ράτσινγκερ, ο περίφημος Βοϊτίλα, που ουδείς αμφέβαλε ποτέ ότι ανάμεσα στους λόγους της ανάδειξής του στον παπικό θρόνο – λίγες βδομάδες αφότου είχε ηττηθεί από τον προκάτοχό του που πέθανε αιφνιδίως και έμεινε στον θρόνο μόνο για μερικές μέρες… - δέσποζε ο εξής: Ο αντικομμουνισμός του. Επρόκειτο για «θεϊκό» λόγο αν σκεφτεί κανείς ότι ο Βοϊτίλα ήταν (όλως τυχαίως) Πολωνός, ο πρώτος μη Ιταλός Πάπας μετά από 455 χρόνια, σε μια περίοδο έξαρσης του ψυχρού πολέμου και με την Πολωνία να θεωρείται ο αδύναμος κρίκος του τότε σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Ο Βοϊτίλα τίμησε τις προσδοκίες των υποστηρικτών του, προσανατόλισε το Βατικανό σε ρόλο «δεξιού βραχίονα» της Δύσης στη μάχη της ενάντια στον «άθεο κομμουνισμό». Μέχρι που πήρε και τα εύσημα του Γκορμπατσόφ που δήλωνε το 2005 ότι «χωρίς αυτόν δε θα είχε υπάρξει το τέλος του κομμουνισμού». ..

Στο πλαίσιο της «διόρθωσης» του κόσμου και της συμβολής της παπικής εξουσίας σε αυτό, αξίζει να θυμηθούμε ότι ήταν ο πάπας Ιωάννης - Παύλος ο Β΄ που είχε τη δική του συμβολή στις εξελίξεις και στη γειτονιά μας καθώς :
  • ήταν από τους πρώτους που έθεσε το θέμα της «Μεγάλης Αλβανίας» (Μάρκο Αουρέλιο Ριβέλι, «Ο αρχιεπίσκοπος της γενοκτονίας», εκδόσεις Προσκήνιο),
  • το 1991 έθεσε το ...Θεό στην υπηρεσία της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας αναγνωρίζοντας την Κροατία πριν ακόμα κι από την ΕΕ (ο.π.),
  • το 1995 προσκαλούσε το ΝΑΤΟ να πράξει το «αναγκαίο» (σ.σ.: βομβαρδισμούς) και
  • το 1998, από το Ζάγκρεμπ όπου και ανακήρυξε «Άγιο» τον καρδινάλιο Στέπινατς, τον τιποτένιο συνεργάτη των χιτλερικών και γνωστό στην ιστορία ως «Αρχιεπίσκοπο της γενοκτονίας», ζητούσε την «επίλυση» (ο.π) του προβλήματος στο Κόσσοβο.

Η «επίλυση» ήρθε ένα χρόνο αργότερα με τον ανελέητο ΝΑΤΟϊκό βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας...

Θα πει κανείς ότι «αυτά είναι παλιά». Ότι από την εποχή που
  • ο «Άγιος» Καρλομάγνος διακήρυττε ότι «αποστολή μου είναι να υπερασπιστώ με τα όπλα και με τη βοήθεια του Θεού την Αγία Εκκλησία, προς τα έξω για τη συντριβή των απίστων, στο εσωτερικό για τη διάδοση της Καθολικής πίστης»,
  • από τις θηριωδίες των «πιστών σταυροφόρων», από το κάψιμο των «απαγορευμένων βιβλίων» και την Ιερά Εξέταση που στην πυρά της έγιναν παρανάλωμα από το 1542 δεκάδες εκατομμύρια «αιρετικοί» (Σωτήρης Οικονόμου, «Θρησκευτικός Λόγος», εκδόσεις ΔΙΟΝ).
  • από την εκδοθείσα στα 1900 εγκύκλιο του πάπα Λέοντα ΙΓ΄ που έλεγε: «Είναι εντελώς απαράδεκτο να ενισχύσουμε, να υπερασπιζόμαστε ή να επιτρέψουμε την ελευθερία της σκέψης, του λόγου, των γραφομένων (...) σαν να ήταν δικαιώματα δοσμένα στους ανθρώπους απ' τη φύση» (Λιλή Ζωγράφου, «Αντιγνώση, τα δεκανίκια του καπιταλισμού», εκδόσεις Αλεξάνδρεια )
  • από την περίοδο που ο πάπας θα ξεκαθαρίσει απευθυνόμενος προς όλο τον κόσμο: «Ο Μουσολίνι είναι απεσταλμένος της Θείας Πρόνοιας» (ο.π.) ενώ αργότερα ο πάπας Πίος ο ΙΒ΄ εξηγούσε ως εξής τη φιλοναζιστική στάση του Βατικανού: «Πού ξέρεις, μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο η Γερμανία»...
  • από την μετά τον πόλεμο περίοδο που «το Βατικανό προστάτεψε τους παλιούς ναζιστές και ανάμεσά τους πολλούς δολοφόνους και κατάφερε με εκκλησιαστική βοήθεια να τους φυγαδεύσει κρυφά στη Νότιο Αμερική» ενώ επίσης στήριξε κάθε αιμοσταγή και αμερικανοκίνητη δικτατορία στην περιοχή («Θρησκευτικός Λόγος», εκδόσεις ΔΙΟΝ, ο.π.), και
  • από την εποχή που η Αγία Έδρα, το 1949, προέβη σε επίσημο αφορισμό όλων των κομμουνιστών ανά την υφήλιο,
ότι το διάστημα που μεσολάβησε οδήγησε στην «συγχώρεση» ή έστω την… παραγραφή των «αμαρτιών».

Ακόμα κι αν είναι έτσι – που δεν είναι - υπάρχουν γεγονότα τόσο πρόσφατα που δεν εμπίπτουν σε καμία διαδικασία παραγραφής. Για παράδειγμα:
  • Ο Ράτσινγκερ, ο προκάτοχος του επισκέπτη μας Φραγκίσκου, ήταν ό,τι πιο «μαύρο» θα μπορούσε να εκλέξει το κονκλάβιο. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο ο Βοϊτίλα ανέθεσε - μεταξύ άλλων - να τσακίσει το κίνημα της «θεολογίας της απελευθέρωσης », δηλαδή το κίνημα για μια Εκκλησία κοντά στο λαό και τους αγώνες του στις χώρες της Λατινικής Αμερικής και του Τρίτου Κόσμου. Για να το πετύχει αυτό ο Βοϊτίλα άνοιξε τις πόρτες της ιεραρχίας στην παραεκκλησιαστική οργάνωση «Opus Dei» και αναβάθμισε τη λεγόμενη «Ιερά Σύνοδο για τη διδασκαλία της πίστης», υπηρεσία του Βατικανού που θεωρείται ο «κληρονόμος» της Ιεράς Εξέτασης. Επικεφαλής αυτής της σύγχρονης Ιεράς Εξέτασης, ο πάπας Παύλος ο Β' διόρισε τον διάδοχό του, τον Γιόζεφ Ράτσινγκερ.

Η αποστολή του Ράτσινγκερ από το 1983 ήταν πολύ «λεπτή»: Να «εξοντώσει» όχι μόνο τους επισκόπους που είχαν ταχθεί με τις λαϊκές επαναστάσεις και τα λαϊκά κινήματα στη Λατινική Αμερική («έργο» που έφερε σε πέρας σε Σαλβαδόρ, Νικαράγουα, Χιλή κ.ά.), αλλά και τον «ιδρυτή» της «θεολογίας της απελευθέρωσης», τον θεολόγο και κοινωνικό επιστήμονα Γκουστάβο Γκουτιέρες, από το Περού.

Στον Γκουτιέρες ανακοινώθηκε το 1998 ότι η Ιερά Σύνοδος υπό τον Ράτσινγκερ συνέχιζε να διατηρεί το έργο του για τη «θεολογία της απελευθέρωσης» σε καθεστώς (ιεράς) «εξέτασης».

Από το χέρι του Ράτσινγκερ, επίσης, είναι γραμμένο και το κείμενο του Βατικανού, από το 1984, με το οποίο το κίνημα της «θεολογίας της απελευθέρωσης », δηλαδή το κίνημα υπέρ των φτωχών και καταπιεσμένων, καταδικάζεται από τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία σαν «μαρξιστική αίρεση»...

  • Εξίσου πρόσφατη, μόλις το 2010, είναι η κατάθεση που έδωσε ενώπιον του δικαστηρίου ο σημερινός Πάπας, απαντώντας στις κατηγορίες για τη σχέση του με τη δικτατορία στην Αργεντινή και για τα χιλιάδες θύματα, εκείνου του «βρόμικου πολέμου» των δολοφονιών και των απαγωγών – μεταξύ των οποίων και ιερωμένοι - που πραγματοποίησε το αιμοσταγές καθεστώς του στρατηγού Βιντέλα.
Ο Πάπας, κατά κόσμον Μπεργκόλιο, προκαθήμενος τότε της Καθολικής Εκκλησίας στην Αργεντινή, δήλωσε ότι είχε άγνοια για όλα όσα του απέδιδαν, ισχυριζόμενος ότιπληροφορήθηκε για τα βασανιστήρια «πολύ αργότερα». Πάλι καλά που δεν είπε ότι «τότε διάβαζε»…

Ωστόσο οι ηρωικές μανάδες της Αργεντινής, οι μανάδες της Πλατείας του Μάη (Plaza del Mayo), που διαδηλώνουν για τις δολοφονίες των παιδιών τους για δεκαετίες, έχουν άλλη άποψη. 

Ήδη από το 2007, οι μανάδες καταγγέλλουν τον Φραγκίσκο για τη στάση του επί χούντας. Το ίδιο και ο αντάρτης παπάς Don Vitaliano della Sala που έχει δημοσιοποιήσει στοιχεία, μιλώντας για συνεργασία του Φραγκίσκου, τότε αρχιεπισκόπου Αργεντινής, με την χούντα του Βιντέλα (Νίκος Κλειτσίκας, http://www.press-gr.com/2016/04/blog-post_5590.html).

Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα πως βλέπει κανείς τα πράγματα, αν δηλαδή τέτοιες επισκέψεις έχουν ειλικρινή χαρακτήρα ή αποτελούν ένα επικοινωνιακό εργαλείο στην υπηρεσία της βιτρίνας πασών των εξουσιών και των Εκκλησιών, θα το επαναλάβουμε:

Πάνω και πέρα από τους συμβολισμούς, υπάρχει η ουσία.

Και η ουσία είναι ότι στην Ελλάδα παραμένουν εγκλωβισμένοι πάνω από 50.000 άνθρωποι.

Η ουσία είναι ότι τελεί εν ισχύι μια εμετική, ρατσιστική απόφαση της ΕΕ ,τόσο στο εσωτερικό της όσο και με την Τουρκία, που αντιμετωπίζει τους πρόσφυγες με όρους «τόσα γρόσια το κεφάλι».

Η ουσία είναι ότι την ίδια μέρα που ο Πάπας πήρε μαζί του 12 ανθρώπους από τη Λέσβο με κατεύθυνση το Βατικανό, πάνω από 30.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν το Χαλέπι παίρνοντας το δρόμο της προσφυγιάς λόγω της συνέχισης του πολέμου στη Συρία.

Η ουσία είναι αυτή που αναδύεται από το εξαιρετικό σκίτσο: 

«Θαύματα», όπως το τέλος του πολέμου, δεν γίνονται ούτε με ευχές, ούτε με παρακάλια.

Νίκος Μπογιόπουλος

ΠΗΓΗ: http://www.enikos.gr/

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Αϊνστάιν και Φρόυντ: η ανταλλαγή των επιστολών για την εδραίωση της παγκόσμιας ειρήνης

"Όλα όσα συντελούν στην εκπολιτιστική ανάπτυξη, εργάζονται εναντίον του πολέμου."
*************************************************
"Πόλεμος πάντων μὲν πατὴρ ἐστί, πάντων δὲ βασιλεὺς καὶ τοὺς μὲν θεοὺς ἔδειξε, τοὺς δὲ ἀνθρώπους, τοὺς μὲν δούλους ἐποίησε, τοὺς δὲ ἐλευθέρους".
                                                                      [Ηράκλειτος]
*************************************************
Peace, love and happiness
Καλοκαίρι του 1932.
Η Κοινωνία των Εθνών ζητά από τον Άλμπερτ Αϊνστάιν να επιλέξει μία προσωπικότητα εφάμιλλη του και να αλληλογραφήσει μαζί της για ένα φλέγον διαχρονικά κοινωνικό ζήτημα. Ο Αλβέρτος επιλέγει τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Θέμα της αλληλογραφίας: η εδραίωση της παγκόσμιας ειρήνης και οι τρόποι απομάκρυνσης του πολέμου για τις επόμενες γεννιές.
Ακολουθούν οι μεταφράσεις των δύο επιστολών, που σε ελάχιστα σημεία ενδοσκοπούν στα ιστορικά γεγονότα της εποχής αλλά η γενικότερη φιλοσοφία τους παραμένει μνημειώδης και παραδόξως -νομίζω- χρήσιμη ως τις μέρες μας. 
_______________________________________________

30 Ιουλίου 1932
Πότσδαμ

Αγαπητέ κ.Φρόυντ,

Η πρόταση, η οποία μου έγινε από την Κοινωνία των Εθνών και από το «Διεθνές Ινστιτούτο Πνευματικής Συνεργασίας» των Παρισίων, να επιλέξω κάποιον για μιά ανταλλαγή απόψεων σε ένα θέμα της εκλογής μου, μου προσφέρει την ευκαιρία να συζητήσω μαζί σας ένα ερώτημα, το οποίο, υπό τις σημερινές παγκόσμιες συνθήκες, εμφανίζεται από τα πιό επείγοντα που αντιμετωπίζει ο πολιτισμός.
Το ερώτημα είναι : υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι άνθρωποι από την μοίρα του πολέμου; Είναι πια γνωστό ότι με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει γίνει ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον πολιτισμό. Εν τούτοις, παρά την καλή μου θέληση, όλες οι προσπάθειες δεν έχουν καταλήξει σε τίποτα το συγκεκριμένο.
Έχοντας απαλλαγεί απο εθνικιστικές προκαταλήψεις, έχω έναν απλό τρόπο αντιμετωπίσης της εξωτερικής όψεως, δηλαδή της οργανωτικής του προβλήματος : τα κράτη να δημιουργήσουν ενα νομοθετικό και δικαστικό όργανο, το οποίο να αναλάβει την εξομάλυνση όλων των διαφορών που αναφύονται μεταξύ τους. Σήμερα, όμως στερούμεθα αυτού του υπερεθνικού οργάνου, το οποίο, θα ήταν σε θέση να εκδίδει αδιαφιλονίκητες αποφάσεις και να επιβάλλει δυναμικά την εκτέλεση των αποφάσεών του.
Φθάνω έτσι στο πρώτο μου αξίωμα: Προκειμένου να εξασφαλισθεί η διεθνής ειρήνη, επιβάλλεται όπως κάθε κράτος παραιτηθεί, μέσα σε λογικά όρια, από μερικά των κυριαρχικών του δικαιωμάτων. Αυτός είναι αναμφισβήτητα ο μόνος δρόμος για να φθάσουμε σε παρόμοια ειρήνη.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΞΙΩΜΑ
Η αποτυχία, παρά τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν την τελευταία δεκαετία προς αυτή την κατεύθυνση, μας πείθει ότι επεμβαίνουν ισχυροί ψυχολογικοί παράγοντες, οι οποίοι παραλύουν κάθε προσπάθεια.
Μερικοί από τους εν λόγω παράγοντες είναι προφανείς. Η δίψα της εξουσίας της κρατούσης τάξεως είναι, σε όλα τα κράτη, αντίθετη προς κάθε περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας.
Αυτή η υπέρμετρη επιθυμία πολιτικής εξουσίας συμβαδίζει με τους στόχους εκείνων, οι οποίοι αποβλέπουν μόνο σε οικονομικά πλεονεκτήματα.
Αναφέρομαι, κυρίως, σε αυτή την περιορισμένη, αλλά αποφασιστική ομάδα, η οποία, δραστήρια σε κάθε κράτος και αδιάφορη προς κάθε «κοινωνικό περιορισμό», βλέπει στον πόλεμο, δηλαδή στην κατασκευή και πώληση πυρομαχικών, απλώς και μόνο μιά ευκαιρία προωθήσεως των ατομικών της συμφερόντων. Πώς είναι δυνατόν αυτή η μειονότητα να κατορθώνει να υποδουλώνει στην απληστία της την μάζα του λαού, η οποία το μόνο που περιμένει από ένα πόλεμο είναι να υποφέρει και να χάσει;
Μια λογική απάντηση θα ήταν ότι η μειονότητα, η οποία εκ περιτροπής κατέχει την εξουσία, εξουσιάζει πριν απ’όλα το σχολείο και τον Τύπο και, επί πλέον, τις θρησκευτικές οργανώσεις. Αυτό της επιτρέπει να κατευθύνει και να παραπλανά τα αισθήματα της μάζας, καθιστώντας την όργανο της πολιτικής της.
Ωστόσο, και αυτή η απάντηση δεν δίνει μια ολοκληρωμένη εξήγηση και προκαλεί ένα επόμενο ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν η μάζα να αφήνεται να εξάπτεται με τα μέσα που αναφέραμε, φθάνοντας στο πάθος και το ολοκαύτωμά της;

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ
Στο ερώτημα αυτό υπάρχει μιά δυνατή απάντηση: Γιατί στον άνθρωπο είναι έμφυτη η ευχαρίστηση του μίσους και της καταστροφής.
Υπό ομαλές συνθήκες, το πάθος αυτό παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση και αφυπνίζεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι εύκολο όμως το πάθος αυτό να μεταβληθεί σε ομαδική ψύχωση. Φθάνουμε έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Είναι δυνατόν να καθοδηγηθεί η ψυχολογική ανάπτυξη των ανθρώπων σε τρόπο ώστε να καταστεί ικανός να αντισταθεί στην ψύχωση του μίσους και της καταστροφής;
Δεν αναφέρομαι εδώ μόνο στις λεγόμενες αμόρφωτες μάζες. Η πείρα αποδεικνύει ότι εκείνη που υποκύπτει πρώτη σε αυτές τις ομαδικές καταστρεπτικές υποβολές, είναι η λεγόμενη «διανόηση». Γιατί ο διανοούμενος δεν έχει άμεση επαφή με την σκληρή πραγματικότητα, την οποία ζει μέσα από την πιο εύκολη συνοπτική μορφή της: την τυπωμένη σελίδα.
Καταλήγω: Αναφέρθηκα έως τώρα σε πολέμους μεταξύ κρατών, δηλαδή σε διεθνείς πολέμους. Έχω όμως πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι το επιθετικό ένστικτο ενεργεί και υπό άλλες συνθήκες: αναφέρομαι στους εμφυλίους πολέμους π.χ., τους οφειλόμενους κάποτε σε θρησκευτικό φανατισμό και κάποτε -όπως σήμερα- σε κοινωνικούς παράγοντες ή ακόμη στις φυλετικές καταστάσεις μειονοτήτων.
Ξέρω ότι στα βιβλία σας μπορούμε να βρούμε σαφείς ή έμμεσες απαντήσεις σε όλα τα ερωτηματικά αυτού του προβλήματος. Που είναι και επείγον και απαράγραπτο. Θα ήταν ωστόσο πάρα πολύ χρήσιμο σε όλους μας, αν μας εκθέτατε το πρόβλημα της παγκοσμίου ειρήνης υπό το φως των τελευταίων ανακαλύψεών σας, γιατί αυτό θα μας δείξη τον δρόμο για νέους και αποτελεσματικούς τρόπους δράσεως.

Εγκάρδια δικός σας

ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΙΝΣΤΑΙΝ
____________________________________________________

Η απάντηση του Φρόυντ έρχεται τάχιστα και είναι άκρως "αναλυτική":
____________________________________________

Βιέννη Σεπτέμβριος 1932

Αγαπητέ κ. Αινστάιν

Αρχίζετε με τη σχέση μεταξύ νόμου και δυνάμεως. Μπορώ να αντικαταστήσω τη λέξη «δύναμη» με την πιό σκληρή και ωμή λέξη «βία»; Δίκαιο και βία αποτελούν για μας όρους εκ διαμέτρου αντίθέτους.
Είναι εύκολο να αποδείξουμε ότι το ένα αναπτύχθηκε από το άλλο. Και, αν ανατρέξουμε στην αρχαιότητα για να επαληθεύσουμε ότι αυτό ίσχυε ανέκαθεν, η λύση του προβλήματος δεν θα είναι δύσκολη.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των ανθρώπων λύονται κατ’ αρχήν με τη χρήση βίας. Αυτό συμβαίνει σε όλο το ζωικό βασίλειο, στο οποίο ανήκει και ο άνθρωπος. Στον άνθρωπο, όμως, θα πρέπει, για την αλήθεια, να προσθέσουμε και τις ιδεολογικές συγκρούσεις οι οποίες , προκειμένου να είναι αποφασιστικές απαιτούν μιά άλλη τακτική. Αυτό όμως συνέβη αργότερα, όπως θα δούμε συνέχεια.
Αρχικά, σε μιά μικρή ανθρώπινη ομάδα, η μεγαλύτερη μυική δύναμη αποφάσιζε σε ποιόν θα ανήκε κάτι, ή τίνος η θέληση θα επικρατούσε. Σύντομα όμως η μυική δύναμη αντικατεστάθη από την χρήση οργάνων: νικούσε όποιος είχε το καλύτερο όπλο, ή το χρησιμοποιούσε με περισσότερη επιτηδειότητα.
Με την εμφάνιση των όπλων, η πνευματική υπεροχή αρχίζει και παίρνει τη θέση της κτηνώδους μυικής δυνάμεως, παρ’ όλο ότι ο τελικός σκοπός του αγώνος παραμένει ο ίδιος: το ένα από τα δύο μέρη υποχρεώνεται να παραιτηθή από τις διεκδικήσεις του, ή τις αντιρρήσεις του.
Αυτό επιτυγχάνεται κατά τρόπο ριζικώτερο, όταν η βία εξουδετερώνει οριστικά τον αντίπαλο, δηλαδή τον σκοτώνει. Το σύστημα αυτό έχει δύο πλεονεκτήματα: ότι ο αντίπαλος δεν μπορεί να επαναρχίση τις εχθροπραξίες και ότι η τύχη του αποθαρρήνει τους άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.Καμμιά φορά, όμως, την απόφαση του φόνου ανατρέπει η σκέψη ότι ο εχθρός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε υπηρετικά καθήκοντα, εάν τρομοκρατηθεί και του χαριστεί η ζωή.Στην περίπτωση αυτή η βία περιορίζεται να τον κάνει υποχείριο της αντί να τον σκοτώσει.Αλλά ο νικητής θα έχει στο εξής να αντιμετωπίζει την μανία της εκδικήσεως του ηττημένου, ο οποίος θα βρίσκεται σέ συνεχή αναμονή.

Το δικαίωμα της αντιθέσεως στη βία
Αυτή, λοιπόν, ήταν αρχικά η κατάσταση: η επικράτηση του ισχυροτέρου, της κτηνώδους βίας, ή της βίας που την στήριζε η ευφυία. Γνωρίζουμε ότι αυτό το καθεστώς μετεβλήθη στην διάρκεια της εξελίξεως, ότι ένας δρόμος οδήγησε από την βία στο δίκαιο, στο νόμο. Ποιός, όμως;Κατά την γνώμη μου, εκείνος ο δρόμος που περνούσε από την διαπίστωση ότι η μεγαλύτερη δύναμη του ενός μπορούσε να αντιμετωπισθή από την ένωση των περισσοτέρων αδυνάτων.Η βία καταπολεμείται από την συνένωση των πολλών και η δύναμη αυτών που συνενώθηκαν εκπροσωπεί τώρα το δικαίωμα της αντιθέσεως στην βία του ενός.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το δίκαιο είναι η δύναμη μιας κοινότητος. Η οποία παραμένει πάντα βίαιη, έτοιμη να εκδηλωθή εναντίον εκεινού που της αντιτίθεται, ενεργεί με τα ίδια μέσα, ακολουθεί τους ίδιους σκοπούς. Στην πραγματικότητα, η μόνη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν θριαμβεύει πια η βία του ενός αλλά η βία της κοινότητος. Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό το πέρασμα της βίας στο νέο δίκαιο, πρέπει να εκπληρωθεί μια ψυχολογική προυπόθεση. Η ένωση των πολλών θα πρέπει να είναι μόνιμη, σταθερή. Εάν πραγματοποιηθεί μόνο προς τον σκοπό να καταπολεμηθεί ο προπέτης για να διαλυθεί μετά την ήττα του, δεν επιτυγχάνεται τίποτα. Ο πρώτος που θα θεωρούσε τον εαυτό του ισχυρότερο, θα φιλοδοξούσε εκ νέου να κυριαρχήσει δια της βίας, και το παιχνίδι θα επαναλαμβανόταν χωρίς τέλος. Η κοινότητα οφείλει να παραμένει συνεχώς ενωμένη, να προδιαγράψει τους κανόνες που θα προλαμβάνουν τις ανταρσίες, να διορίσει τα όργανα τα οποία θα αγρυπνούν για την τήρηση των κανόνων, των νόμων, και τα οποία όργανα θα προνοούν για την εκτέλεση των νομίμων πράξεων βίας.
Σε μιά παρόμοια κοινότητα συμφερόντων δημιουργούνται μεταξύ των μελών μιάς ενωμένης ανθρώπινης ομάδος συναισθηματικοί δεσμοί, κοινά αισθήματα στα οποία στηρίζεται η πραγματική της δύναμη.

Σε τι χρησιμεύουν οι νόμοι
Το πράγμα είναι απλό: σε όσο διάστημα η κοινότητα αποτελείται από ορισμένα άτομα εξ ίσου ισχυρά, οι νόμοι αυτής της «ομάδος» καθορίζουν μέχρι ποιού σημείου θα πρέπει να περιορισθεί η ελευθερία του κάθε ατόμου να χρησιμοποιεί την δύναμη του κατά τρόπο βίαιο, ώστε να καταστεί δυνατή μιά ασφαλής κοινή ζωή.
Ένα όμως παρόμοιο ειρηνικό καθεστώς είναι νοητό μόνο θεωρητικά. Γιατί στην πραγματικότητα, οι περιστάσεις περιπλέκονται, για τον λόγο ότι η κοινότητα, ευθύς εξ αρχής, περιλαμβάνει εξ ίσου δυναμικά, άνδρες και γυναίκες, γονείς και παιδιά -και σύντομα, συνεπεία του πολέμου και των καθυποτάξεων- νικητάς και ηττημένους, οι οποίοι μεταβάλλονται σε κυρίους και σκλάβους. Το δικαίωμα της κοινότητος καθίσταται τότε έκφραση της σχέσεως ανίσων δυνάμεων στο εσωτερικό της, οι νόμοι γίνονται από και για εκείνους, που διοικούν, οι οποίοι παραχωρούν ελάχιστα δικαιώματα σε αυτούς που καθυπόταξαν.Από την στιγμή εκείνη υπάρχουν στην κοινότητα δύο πηγές ανησυχίας, αλλά και τελειοποιήσεως του νόμου.
Πρώτον, η προσπάθεια του ενός ή του άλλου ατόμου για να υψωθεί( υπεράνω των περιορισμών που ισχύουν γιά όλους (για την επιστροφή συνεπώς από την βασιλεία του νόμου σε εκείνη της βίας) και δεύτερον την συνεχή προσπάθεια των υπηκόων για την απόσπαση περισσότερης εξουσίας και νομιμοποιήσεως αυτών των μεταβολών, δηλαδή από την ισότητα των νόμων γιά όλους, στην ισότητα των νόμων γιά μερικούς.Αυτή η εξελικτική διαδικασία καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική όταν εκδηλώνονται μετατοπίσεις της εξουσίας στο εσωτερικό της κοινότητος, όπως μπορεί να συμβεί λόγω ιστορικών αιτίων.
Το δίκαιον, ο νόμος, μπορεί να προσαρμοσθεί βαθμιαίως στις καινούργιες σχέσεις της εξουσίας ή -πράγμα που συμβαίνει συχνότερα- η κυρίαρχη τάξη να μη είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει αυτή την μεταβολή, οπότε φθάνουμε στην εξέγερση, στον εμφύλιο πόλεμο, δηλαδή σε μια προσωρινή κατάλυση του νόμου και σε νέες εκδηλώσεις βίας, μετά τις οποίες εγκαθιδρύεται μιά νέα τάξη δικαίου.Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και στούς κόλπους μιας κοινότητας δεν αποφεύγεται η βίαια λύση των οικονομικών συγκρούσεων. Αλλά οι ανάγκες και η ταυτότητα των συμφερόντων, που προκύπτουν από την ζωή, ευνοούν μιά γρήγορη λύση αυτών των αγώνων, ενώ η πιθανότητα ειρηνικής λύσεως αυτών των καταστάσεων αυξάνει συνεχώς.
Μια ματιά στην ιστορία της ανθρωπότητος, θα μας δείξη μιά αδιάκοπη σειρά συγκρούσεων μεταξύ μιας κοινότητος και μιας άλλης ή μεταξύ πολλών, μεταξύ πόλεων, χωρών, φυλών, λαών, κρατών, οι οποίες γίνονται σχεδόν πάντα δια της προσφυγής στην βία του πολέμου.
Οι πόλεμοι αυτοί καταλήγουν ή σε λεηλασίες ή σε απόλυτη υποταγή του ενός από τον άλλον. Οι κατακτητικοί πόλεμοι δεν μπορούν να κριθούν συνολικά. Μερικοί, όπως των Τούρκων και των Μογγόλων, δεν προκάλεσαν παρά μόνο δυστυχία, ενώ άλλοι αντίθετα, συνετέλεσαν στην μετατροπή της βίας σε νόμο, δημιουργώντας μεγαλύτερες μονάδες, μέσα στις οποίες η δυνατότητα προσφυγής στην βία εξουδετερώνετο, ενώ μια νέα νομοθετική τάξη συμβίβαζε τις διαφορές.
Όπως οι κατακτήσεις των Ρωμαίων έδωσαν στις μεσογειακές χώρες το πολύτιμο «Πάξ Ρομάνα».

Ο πόλεμος ως μέσον «αιώνιας ειρήνης»
Η απληστία των Γάλλων βασιλέων να επεκτείνουν τα κτήματά τους δημιούργησε μια Γαλλία ενωμένη και ευημερούσα. Όσο κι αν αυτό μπορεί να φανεί παράδοξο, θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθούμε ότι ο πόλεμος δεν θα ήταν ένα ανάρμοστο μέσον για την εγκαθίδρυση της «αιώνιας» ειρήνης, γιατί επιτρέπει την δημιουργία αυτών των μεγάλων μονάδων μέσα στις οποίες μιά ισχυρή κεντρική εξουσία καθιστά αδύνατο τον πόλεμο. Ωστόσο, δεν το κατορθώνει, γιατί οι επιτυχίες της κατακτήσεως κατά κανόνα δεν διαρκούν. Γιά ό,τι αφορά την εποχή μας οδηγούμεθα στο ίδιο συμπέρασμα, στο οποίο καταλάβατε και εσείς από συντομότερο δρόμο.Μια ασφαλής πρόληψη του πολέμου είναι δυνατή μόνο εάν οι άνθρωποι συμφωνήσουν για την σύσταση μιας κεντρικής εξουσίας, στης οποίας την κρίση θα υποβάλλονται όλες οι διαφορές. Στην πρόταση αυτή περιέχονται δύο διαφορετικές ανάγκες: η δημιουργία ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου και να εξασφαλισθεί η απαιτουμένη εξουσία.Η πρώτη χωρίς την δεύτερη δεν θα ωφελούσε σε τίποτα.

Δύο αντίθετες παρορμήσεις
Άς εξετάσουμε τώρα μιά άλλη από τις προτάσεις σας. Απορείτε ότι είναι τόσο εύκολο να παρασυρθούν οι άνθρωποι στον πόλεμο και υποθέτετε ότι μέσα τους υπάρχει πράγματι μια παρόρμηση προς το μίσος και την καταστροφή. Συμφωνώ μαζί σας απόλυτα. Πιστεύουμε πράγματι στην ύπαρξη αυτού του ενστίκτου και τα τελευταία χρόνια προσπαθήσαμε να μελετήσουμε τις εκδηλώσεις του.Θα μου επιτρέψετε να εκθέσω μέρος της θεωρίας των ενστίκτων, στην οποίαν φθάσαμε έπειτα από πολλά λάθη και δισταγμούς. Εικάζουμε ότι οι παρορμήσεις του ανθρώπου είναι δύο ειδών: αυτές που τείνουν να διαιωνίσουν και να ενώσουν και τις οποίες αποκαλούμε ερωτικές και σεξουαλικές, και εκείνες που τείνουν να καταστρέψουν και να σκοτώσουν. Τις τελευταίες αποκαλούμε «επιθετικά ή καταστρεπτικά έστικτα». Και οι δύο αυτές παρορμήσεις είναι εξ ίσου απαραίτητες, γιατί το φαινόμενο της ζωής εξαρτάται από την συμφωνία και την αντίθεσή τους.
Φαίνεται όμως ότι ουδέποτε μιά παρόρμηση του ενός τύπου μπορεί να δράσει μεμονωμένως. Συνδέεται πάντοτε, ή όπως λέμε συμμιγνύεται με ένα ποσοστό της άλλης, το οποίο ποσοστό της μεταβάλλει τους σκοπούς -ή αναλόγως των περιπτώσεων- επιτρέπει έτσι την επίτευξή τους. Έτσι, π. χ., το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως είναι ασφαλώς ερωτικό, χωρίς αυτό να εμποδίζει να προσφεύγει στην επιθετικότητα για να εκπληρώσει τον σκοπό του. Οι ανθρώπινες πράξεις αποκαλύπτουν και μιά επιπλοκή διαφορετικού είδους. Σπανίως η πράξη είναι έργο ενός μόνο παρορμητικού κινήτρου, το οποίο, εξ άλλου, πρέπει να είναι συνδυασμός έρωτα και επιθετικότητος. Κανονικά, πρέπει να συντρέξουν πολλά παρόμοια κίνητρα για να καταστήσουν δυνατή την δράση. Γι’ αυτό, όταν οι άνθρωποι παρακινούνται στον πόλεμο, μεσολαβεί μέσα τους μιά ολόκληρη σειρά από συναίτια κίνητρα, ευγενή και χυδαία. Τα κίνητρα αυτά δεν χρειάζεται να τα απαριθμήσουμε. Σε αυτά περιλαμβάνεται πάντα η ικανοποίηση της επιθέσεως και της καταστροφής. Αναρρίθμητες ωμότητες της ιστορίας και της καθημερινής ζωής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και την δύναμή τους. Η ανάμιξη αυτών των καταστρεπτικών παρορμήσεων μέ άλλες παρορμήσεις, ερωτικές και ιδεολογικές , διευκόλυνε φυσικά την εκπλήρωσή τους. Ξεκινώντας από το δόγμα των παρορμήσεων, φθάνουμε σε ένα τύπο γιά να προσδιορίσουμε τους έμμεσους δρόμους της καταπολεμήσεως του πολέμου. Εάν η ροπή προς τον πόλεμο είναι προίόν της καταστρεπτικής παρορμήσεως, τότε θα πρέπει να ανατρέξουμε για να την καταπολέμησουμε στην ανταγωνιστική της παρόρμηση: στον έρωτα. Ό,τι προκαλεί συναισθηματικούς δεσμούς στούς ανθρώπους, θα πρέπει να ενεργεί έναντι του πολέμου. 
Και τώρα θα ήθελα να συζητήσω ένα πρόβλημα, το οποίο δεν θίγετε στην επιστολή σας, και το οποίον με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Γιατί αγανακτούμε τόσο εναντίον του πολέμου; Γιατί δεν τον βλέπουμε σαν ένα από τους τόσους και αλγεινούς ολέθρους της ζωής; 
Ο πόλεμος φαίνεται να ταυτίζεται με την φύση και στην πραγματικότητα να θεωρήται αναπόφευκτος. Μη σας προξενεί φρίκη η ερώτηση. Η απάντηση υπάρχει: γιατί κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ζωή του, γιατί ο πόλεμος καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, θέτει τα άτομα υπό ατιμωτικές συνθήκες, τα υποχρεώνει , παρά την θέλησή τους, να σκοτώνουν άλλα άτομα, καταστρέφει πολύτιμες υλικές αξίες, προιόντα της ανθρώπινης εργασίας και πολλά άλλα.
Επί πλέον ο πόλεμος υπό την σημερινή του μορφή, δεν δίνει καμμιά ευκαιρία εκπληρώσεως του παλαιού ηρωικού ιδεώδους, ενώ ο αυριανός πόλεμος λόγω της τελοιοποιήσεως των μέσων καταστροφής, θα σημαίνει την έξόντωση του ενός, ή και των δύο, αντιπάλων. Όλα είναι τόσο αληθινά και αδιαφιλονίκητα, που μας εκπλήττει το γεγονός ότι η προσφυγή στον πόλεμο δεν έχει ακόμη καταργηθεί, βάσει μιας γενικής συμφωνίας της ανθρωπότητος.
Από αμνημονεύτων χρόνων, η ανθρωπότητα υποβάλλεται στην διαδικασία του εκπολιτισμού. Σε αυτό οφείλονται όλα τα δεινά μας. Τα αίτια είναι σκοτεινά, η έκβαση αβέβαιη. Ίσως οδηγεί στην εξαφάνιση του ανθρωπίνου είδους, αφ’ ενός γιατί τρέφει τόσες προκαταλήψεις απέναντι στην σεξουαλική λειτουργία, και αφ’ ετέρου γιατί σήμερα πολλαπλασιάζονται δυσανάλογα οι αμόρφωτες μάζες και τα καθυστερημένα στρώματα του πληθυσμού, εν σχέσει με τους μορφωμένους καί προοδευμένους. Ίσως αυτή η διαδικασία να μπορεί να συγκριθεί με την εξημέρωση ορισμένων ζώων, η οποία αναμφίβολα, επιφέρει φυσικές αλλοιώσεις. Δεν έχουμε ακόμη συνηθίσει στην ιδέα ότι η εξέλιξη του πολιτισμού είναι μια παρόμοια οργανική διαδικασία.

Πότε θα γίνουμε όλοι ειρηνόφιλοι ;
Από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού, δύο φαίνονται τα πιο ασήμαντα: η ενίσχυση της νοήσεως, η οποία αρχίζει να κυριαρχεί των παρορμήσεων και η ενδοστρέφεια της επιθετικότητος, με όλα τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που επακολουθούν.
Όμως ο πόλεμος έρχεται σε πλήρη αντίφαση προς τον ψυχικό μας κόσμο, όπως τον διαμόρφωσε ο πολιτισμός. Δεν τον ανεχόμαστε πια. Δεν πρόκειται μόνο για μια πνευματική διαπίστωση. Για μας τους ειρηνόφιλους ο πόλεμος είναι αφόρητος εξ ιδιοσυγκρασίας.
Πόσο πρέπει να περιμένουμε ώστε και οι άλλοι να γίνουν ειρηνόφιλοι; Δεν μπορούμε, ή δεν ξέρουμε. Ίσως όμως να μην αποτελεί μια ουτοπιστική ελπίδα ότι η επιρροή δύο παραγόντων -ή όλο και πιό πολιτισμένη μας στάση και ο δικαιολογημένος φόβος των συνεπειών ενός ολοκληρωτικού πολέμου- θα τερματίσει τον πόλεμο στο προσεχές μέλλον.
Με ποιό τρόπο; Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε.
Στο μεταξύ, όμως, μπορούμε να πούμε : Όλα όσα συντελούν στην εκπολιτιστική ανάπτυξη, εργάζονται εναντίον του πολέμου.
Σας χαιρετώ εγκάρδια. Και σας ζητώ συγνώμη που οι παρατηρήσεις μου σας απεγοήτευσαν.

Δικός σας

ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΥΝΤ

ΠΗΓΗ: http://www.ekriti.gr/

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Η απελευθέρωση της Κοζάνης (1912)

Αποσπάσματα από την "Ιστορία της Κοζάνης"
Η μάχη στο Σαραντάπορο, λαϊκή εικόνα της εποχής


Όπως είναι γνωστό, η πόλη της Κοζάνης απελευθερώθηκε στις 11 Οκτωβρίου του 1912, όταν ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη, ύστερα από τη μάχη του Σαραντάπορου. Ο φιλόλογος και τότε Γυμνασιάρχης Παναγιώτης Λιούφης υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων και τα παραθέτει λεπτομερώς. Στη συνέχεια, σε νεοελληνική απόδοση, παραθέτουμε αποσπάσματα από την Ιστορία της Κοζάνης, η οποία εκδόθηκε το 1924.

Κείμενο: Παναγιώτης Λιούφης

απόδοση στα νέα ελληνικά: Δημήτρης Τζήκας*

Ταραχώδης πολιτική κατάσταση. Πόλεμος Ελλάδας Τουρκίας

Μετά την επανάσταση των Αλβανών υπό τον Ισά Μπολετινάτς, την κίνηση των κομιτάτων στη βόρεια Μακεδονία και τελευταία ύστερα από τις σφαγές στο Ιστίπ (σ.σ. πόλη στα Σκόπια) και τα Κότσανα, τα πράγματα έπαιρναν ήδη πολεμική χροιά, κι αφού είχε πλέον επιτευχθεί ο Βαλκανικός συνασπισμός, κηρύσσεται επιστράτευση πρώτα στη Βουλγαρία, έπειτα στη Σερβία και τέλος στην Ελλάδα. Οι Τούρκοι έλπιζαν ότι δεν έμελλε πραγματικά Η Ελλάς να δράσει στον πόλεμο και γι’ αυτό λίγες δυνάμεις συσσώρευσαν σ’ αυτό το μέτωπο· είχαν ταυτόχρονα και την επιφύλαξη, σε περίπτωση πολεμικών επιχειρήσεων, ν” αμυνθούν στο Σαραντάπορο με μικρές δυνάμεις, επειδή υπολόγιζαν ότι η θέση ήταν οχυρή και απόρθητη· επικέντρωσαν λοιπόν την προσοχή τους στα βόρεια μέτωπα τηςΒουλγαρίας και της Σερβίας. Για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων στο μέτωπο προς την Ελλάδα, διορίστηκε αρχιστράτηγος ο Αλβανός Χασάν Ταχσίν πασάς, ο οποίος γύρω στα μέσα Σεπτεμβρίου αφίχθη στην Κοζάνη. Αφού συγχρόνως κηρύχτηκε επιστράτευση, έφεδροι των μεγαλύτερων ηλικιών από τις γύρω επαρχίες συνέρρεαν στην πόλη με προφανή απροθυμία και φρόντιζαν να ενταχθούν στα τάγματα τους· γενικώς, ζωηρή ανησυχία κατέλαβε τους Τούρκους, εξαιτίας της απόφασης των βαλκανικών κρατών να επιχειρήσουν από κοινού εναντίον τους, ποικίλες φήμες διαδίδονταν, ως συνήθως, και παντού επιτάσσονταν τα κτήνη και οι άμαξες. Μοιραία λοιπόν τα πράγματα έβαιναν προς σύγκρουση και στις αρχές Οκτωβρίου άρχισαν οι πολεμικές επιχειρήσεις στο νότιο μέτωπο (5 Οκτωβρίου), ενώ προς την κατεύθυνση του βορρά είχαν ήδη ξεκινήσει οι εχθροπραξίες.

Μάχη του Σαρανταπόρου. Σφαγή προκρίτων στα Σέρβια. Υποχώρηση των Τούρκων

Ενώ συνέβαιναν αυτά, στις παραμεθόριες περιοχές συνελήφθησαν οι τοπικοί πρόκριτοι, οδηγήθηκαν στα Σέρβια και κρατήθηκαν ως όμηροι· αυτοί ανέρχονταν σε 73 άντρες, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν κάποιοι ιερείς και δάσκαλοι. Μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, οι Τούρκοι, αφού προέβαλαν μικρή αντίσταση στα σύνορα, οχυρώθηκαν στο Σαραντάπορο, όπου έγινε στις 9 Οκτωβρίου σοβαρή μάχη και οι πυροβολισμοί της ακούγονταν μέχρι την Κοζάνη. Ύστερα από πείσμονα αντίσταση, οι Οθωμανοί εγκατέλειψαν 24 πυροβόλα και πλούσια λεία στο πεδίο της μάχης, υποχώρησαν και επειδή αδυνατούσαν να σταθμεύσουν στα Σέρβια, κατέλαβαν άλλη αμυντική γραμμή, πάνω από τον ποταμό Αλιάκμονα, στην ανωφέρεια μεταξύ Κιτσελέρ και Τζιτζελέρ, αφού πρώτα φόνευσανασπλάχνως και ανηλεώς τους ομήρους που κρατούσαν,.

Πανικός γυναικοπαίδων και φυγή Οθωμανών

Η αγγελία της υποχώρησης κατατάραξε τους υπαλλήλους στην Κοζάνη και σκόρπισε πανικό. Την 10η Οκτωβρίου, σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, συνοδείες ανδρών, γυναικών και παιδιών από τα Σέρβια προχωρούσαν μέσω τηςΚοζάνης για τα Καϊλάρια, ενώ η βιασύνη (σπουδή) με την οποία έφευγαν και ο τρόμος που ήταν αποτυπωμένος στην όψη τους προκαλούσαν τον οίκτο. Μολονότι δε [οι Οθωμανοί] μέχρι την τελευταία στιγμή διέδιδαν νίκες και προελάσεις, άρχισαν να εξαφανίζονται, κλείνοντας τα γραφεία τους, ενώ δεν πρόλαβαν να συλλάβουν τους υποτιθέμενους υπόπτους. Το πρωινό της 11ης Οκτωβρίου, ημέρα Πέμπτη, σε πολεμικό συμβούλιο του τουρκικού επιτελείου, ο μισέλλην επιτελής Ομέρ μπέης υποστήριξε τον βομβαρδισμό της Κοζάνης, ενώ και άλλοι δύο ήταν οπαδοί της ίδιας γνώμης. Ευτυχώς, η σύνεση του Ταχσίν πασά και η ευμενής κατάθεση του Αλβανού Μουνίρ βέη, ο οποίος κλήθηκε να γνωματεύσει για τους Κοζανίτες, ματαίωσαν τα σχέδια περί καταστροφής της πόλης· κρίθηκε μάλιστα αναγκαίο να συνεχιστεί η υποχώρηση των Τούρκων προς τη Βέροια· στην Κοζάνη στάλθηκε μόνο ο μέραρχος, για να παραλάβει το αρχείο του Αρχηγείου. Ομάδες στρατιωτών όμως λιποτακτούσαν συνεχώς από την πανικόβλητη στρατιά και χριστιανοί στρατιώτες, από τους πρώτους που απέδρασαν, μετέδωσαν την αλήθεια για όσα συνέβαιναν.
Σχεδιάγραμμα της μάχης στο Σαραντάπορο. Πηγή: Γ.Ε.Σ.
Σχεδιάγραμμα της μάχης στο Σαραντάπορο. Πηγή: Γ.Ε.Σ.
Προετοιμασίες για την υποδοχή των ελευθερωτών

Αφού αναπτερώθηκε από τις αγγελίες το μεσημέρι της Πέμπτης, η πόλη απελευθέρωσε όσους βρίσκονταν έγκλειστοι στις φυλακές, πολλοί δε απ” τους πολίτες άνοιξαν τις ιματιοθήκες και παρέλαβαν είδη του στρατού, άλλοι πήραν όπλα από τους στρατώνες, ενώ τα καταστήματα της αγοράς που παρέμεναν κλειστά λόγω της κατάστασης, κι έδιναν μια περίεργη εντύπωση. Οι περισσότεροι όμως από τους κατοίκους, γεμάτοι ευφροσύνες προσδοκίες και ενδόμυχη χαρά, προετοιμάζονταν να υποδεχτούν τους αδελφούς ελευθερωτές και έφτιαχναν ελληνικές σημαίες, μέσα σε κλίμα χαρμόσυνης συγκίνησης. Διότι την προηγούμενη μέρα είχε διαβιβαστεί μυστικά σ’ αυτούς που βρίσκονταν στο Κέντρο και τη Μητρόπολη εντολή να έχουν έτοιμους οδηγούς και να κόψουν τα τηλεγραφικά σύρματα. Κι ενώ μετά το μεσημέρι της Πέμπτης 11 Οκτωβρίου τα πλήθη ήταν έτοιμα να ξεχυθούν στους δρόμους με αλαλαγμούς, μεταδίδεται ξαφνικά η είδηση ότι τουρκικός στρατός από τα νότια προελαύνει προς την πόλη· η είδηση αποδείχθηκε αληθινή και πράγματι δυο τάγματα οθωμανικού στρατού, όχι πλήρη και σε αξιοθρήνητη κατάσταση, έφτασαν πανικόβλητα στην Κοζάνη, μετά από μάχη κοντά στους Λαζαράδες, δεν σταμάτησαν όμως καθόλου και αναχώρησαν προς τα βόρεια, διαλυόμενα εν τω μεταξύ λόγω της λιποταξίας πολλών στρατιωτών. Τα σώματα αυτά τάχθηκαν ως δεξιά οπισθοφυλακή του τουρκικού μετώπου, αλλά διαλύθηκαν, μετά από βίαιη επίθεση της Ε’ Ελληνικής Μεραρχίας και τράπηκαν σε φυγή.
Έγγραφο με την υπογραφή του βασιλιά Κωνσταντίνου
Έγγραφο με την υπογραφή του βασιλιά Κωνσταντίνου

Είσοδος ταξιαρχίας ελληνικού ιππικού

Πριν οι Τούρκοι στρατιώτες διαρρεύσουν προς το δρόμο που οδηγούσε στο Μοναστήρι, στις 4.40 μ.μ, ένας Έλληνας καβαλάρης που προχωρούσε στο δρόμο εμφανίζεται ως πρόσκοπος ανιχνευτής και δέχεται τους ασπασμούς και τις αγκαλιές (περιπτύξεις) των πολιτών, οι οποίοι ήταν αλλόφρονες από τη συγκίνηση και τη χαρά· οι κάτοικοι, μέσα σε κωδωνοκρουσίες, συνεχείς πυροβολισμούς, και ακράτητο ενθουσιασμό, καταπλημμυρίζουν ακαριαία την αμαξιτή οδό προς τα Σέρβια, από την οποία εισέρχονται με περήφανο, χαρμόσυνο και ελαφρύ καλπασμό πρώτα ένα τμήμα προσκόπων ιππέων με επικεφαλής τον ανθυπίλαρχο Στάικο και έπειτα μια ημιταξιαρχία ιππικού υπό τους Σούτσοκαι Πιερράκο Μαυρομιχάλη, Παπαφλέσσα, Πηχεώνα, Παπά και άλλους.

Στιγμές ιερού ενθουσιασμού

Είναι δύσκολο να περιγράψουμε τις στιγμές χαράς, τον ενθουσιασμό του πλήθους αλλά και τις εικόνες των στρατιωτών που δάκρυζαν από συγκίνηση στη θέα των τέως υπόδουλων Ελλήνων, οι οποίοι έκλαιγαν από χαρά και απολάμβαναν ήδη την ελευθερία τους μετά από περίοδο τόσων αιώνων και τόσων γενεών, κατά την οποία έτρεφαν ακοίμητη την ελπίδα, ότι θα έρθει κάποτε η ιερή στιγμή της απελευθέρωσης. Οι Δημοτικές και Κοινοτικές αρχές, με τον Μητροπολίτη και τον Δήμαρχο έκαναν τις κατάλληλες προσφωνήσεις, δέχθηκαν τα συγχαρητήρια των ελευθερωτών και αφού παρέλαβαν αυτούς που έφτασαν στην πόλη, τους οδήγησαν στο ναό του Αγίου Νικολάου, όπου εψάλλη δοξολογία και στη συνέχεια προσφέρθηκαν στη Μητρόπολη αναψυκτικά. Αφού ελήφθησαν τα κατάλληλα μέτρα, τοποθετήθηκαν οι προφυλακές και ο στρατός διευθετήθηκε όπως έπρεπε, οι αξιωματικοί μαζί με τους πολίτες συνέχαιραν ο ένας τον άλλο· λόγω του ενθουσιασμού, εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε σχεδόν κανένας. Το ίδιο απόγευμα, ο αρχίατρος Χουσεΐν, ο αρχιφαρμακοποιός Μιχ. Πινδαράκης, Κρης Χριστιανός, και ένας άραβας αξιωματικός παρέδωσαν τα ξίφη τους στο Δημαρχείο· υπήρξε ακόμη φροντίδα και για τους 57 τραυματίες Τούρκουςστρατιώτες που βρίσκονταν στο νοσοκομείο, μεταξύ τους και κάποιοι αξιωματικοί. Την επόμενη μέρα, 12 Οκτωβρίου, η πόλη με εορταστική, πανηγυρική όψη, κατάφορτη ελληνικές σημαίες, με τα πρόσωπα των κατοίκων να λάμπουν από αγαλλίαση, υποδεχόταν την υπόλοιπη ταξιαρχία του ιππικού και τμήματα των Μεραρχιών, ενώ το απόγευμα προς το βράδυ σε επίσημη συγκέντρωση όλων υποδέχθηκε τον Αρχιστράτηγο Διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος κατέβηκε από το άλογο κι ένα μικρό κορίτσι του πρόσφερε ανθοδέσμη. Με την άφιξη του Αρχιστράτηγου, εψάλλη συγκινητική δοξολογία και ο Μητροπολίτης εκφώνησε σύντομο λόγο, κατάλληλο για την περίσταση· ο αρχιστράτηγος κατέλυσε στη Μητρόπολη και στα γραφεία της εγκαταστάθηκε το Επιτελείο του στρατού. Την Κυριακή 14 Οκτωβρίου μ.μ. αφίχθη με συνοδεία επισήμων η Α.Μ. ο αείμνηστος Βασιλεύς Γεώργιος Α’ και κατόπιν δοξολογίας εγκαταστάθηκε στην οικία του Κωνστ. Δρίζη· την ίδια μέρα, γύρω στις 2 το μεσημέρι, εισήλθε και η Ε’ Μεραρχία· έτσι γέμισε ασφυκτικά η πόλη από κόσμο και στρατό· καθότι εκείνη την ημέρα πάνω από 30.000 στρατός κατέλυσαν στην Κοζάνη, ενώ πλήθος λαού είχε συρρεύσει από τα πέριξ για να δει και να συμμετάσχει στην πανηγυρική εκδήλωση των αισθημάτων της απελευθέρωσης.

Υποχώρηση στο Σόροβιτς. Πανικός. Κάθοδος στα Σέρβια. Η μάχη στον Κόμανο. Εγκατάσταση Ελληνικών Αρχών. Νομός Κοζάνης

Εν μέσω όμως της γενικής χαράς και του ενθουσιασμού από τα χαρμόσυνα γεγονότα και τις ειδήσεις, ατυχές σοβαρό επεισόδιο που συνέβη στην Ε’ Μεραρχία στο Σόροβιτς, η οποία είχε ταχθεί ως πλαγιοφυλακή, σκόρπισε πανικό και στις 24 Οκτωβρίου η πόλη, πληροφορούμενη τα ατυχή συμβάντα του Σόροβιτς, βρέθηκε σε δύσκολη κατάσταση, βλέποντας τους στρατιώτες να φεύγουν μέσα σε αλλοφροσύνη και να πετούν τα όπλα τους. Εξαιτίας αυτών, οι περισσότεροι από τους κατοίκους, εγκαταλείποντας τα σπίτια, τα καταστήματα και τα υπόλοιπα πράγματά τους, τράπηκαν προς τα Σέρβια και τις κωμοπόλεις που βρίσκονταν προς το Νότο μέσα σε ταραχή και υπό βροχή.

Και ήταν σπαρακτική η εικόνα της αποχώρησης, και όμοια με την αποχώρηση των Αθηναίων κατά τα Μηδικά, όπως την περιγράφει ο Πλούταρχος στο βίο του Θεμιστοκλή.

Ευτυχώς, με την έγκαιρη άφιξη της ανεξάρτητης Μεραρχίας του Γεννάδη και άλλων εφεδρειών, και δια της μετακίνησης των Μεραρχιών από τη Θεσσαλονίκη, οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή, αφού αποκρούστηκαν σε μάχη στον Κόμανο, εγκαταλείποντας δυο τηλεβόλα· σώθηκε έτσι κι έμεινε αβλαβής η πόλη, η οποία είχε βρεθεί προς στιγμήν σε κίνδυνο και απειλή επιδρομής από τους πέριξ οικούντες Μουσουλμάνους που είχαν πρόσκαιρα αναθαρρήσει. Λίγο ύστερα, αφού εγκαταστάθηκαν πολιτικές και Διοικητικές αρχές, επανέλαβε κανονικά τα έργα της υπό το Ελληνικό Συνταγματικό Πολίτευμα. Η πόλη ορίστηκε έδρα Νομαρχίας και ορισμένες επαρχίες που υπάγονταν σε αυτήν αποτέλεσαν το νομό Κοζάνης. Πρώτος δε Νομάρχης τοποθετήθηκε ο Γεώργιος Χωματιανός.

Η παλιά Κοζάνη, περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα
Η παλιά Κοζάνη, περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα

Εκπλήρωση ιερών προσδοκιών

Έτσι, όταν ήταν μητροπολίτης ο Φώτιος Μανιάτης, δήμαρχος ο Νικόλαος Αρμενούλης και γυμνασιάρχης οΠαναγιώτης Λιούφης, η πόλη είδε το φως της ελευθερίας μετά από δουλεία 520 περίπου ετών και πέτυχε την ποθητή ένωση με την μητέρα Ελλάδα, διατηρώντας σ” όλες τις προηγούμενες γενιές άσβεστο τον πόθο της γλυκειάς αυτής ψύχωσης και της ελπίδας, την οποία επιτέλους ευτύχησε να την δει να πραγματοποιείται.



*Ο Δημήτρης Τζήκας είναι δάσκαλος και ιστορικός. Εργάζεται στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: http://www.army.gr/default.php?pname=Article&art_id=35200&ca

ΠΗΓΗ: http://eranistis.net/wordpress/2014/10/11/%CE%B7-

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

ΙΣΛΑΜ – ΜΕΡΟΣ Β΄: Οι θέσεις του Ισλάμ για τον πόλεμο και το ισλαμικό κίνημα στη Δύση

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Θέσεις περί πολέμου

Επειδή στο Ισλάμ, ως θρήσκευμα, είχαν έντονη επίδραση, αφ’ ενός μεν η Παλαιά Διαθήκη (Ιουδαϊσμός), αφ’ ετέρου δε η Καινή Διαθήκη (Χριστιανισμός), αλλά και παλαιές αραβικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, το πρώτο που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς θα ήταν ότι οι απόψεις του περί πολέμου θα ήταν τουλάχιστον παρεμφερείς με εκείνες του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού. Όμως, οι θέσεις του είναι εντελώς διαφορετικές, βασιζόμενες, ως δυνάμεις, στην προθυμία των οπαδών του στο να αναγνωρίζουν την αυθεντία του Κορανίου, εκδηλώνοντας σεβασμό στους σοφούς μελετητές, τους ιεροδιδασκάλους και τους θρησκευτικούς ηγέτες.

Η κυριώτερη αρχή, πάνω στην οποία βασίζονται οι θέσεις τους, είναι το λεγόμενο «τζιχάντ», δηλ. ο ιερός πόλεμος, που μπορεί να κηρυχθεί μόνο σε περίπτωση που τα ισλαμικά κράτη κινδυνεύουν, αλλά και σε περίπτωση που νόθευσης του περιεχομένου της πίστης στον Αλλάχ. Είναι σε όλους γνωστό ότι ο μουσουλμάνος έχει πέντε βασικά καθήκοντα: την ομολογία πίστης, την προσευχή, την ελεημοσύνη, τη νηστεία, το ιερό προσκύνημα. Όμως, δεν είναι γνωστό ότι το Ισλάμ έχει θεσπίσει και ένα έκτο βασικό καθήκον, τον ιερό πόλεμο, το τζιχάντ.

Άλλωστε, σ’ όλη την έκταση της μουσουλμανικής επικράτειας, η ισλαμική επαναστατική κίνηση συγκινεί τους ισλαμικούς και τις ηγετικές τάξεις της κοινωνίας τους, κι αυτό συνδέεται άμεσα με την πρακτική των πρώτων χαλιφών και το κήρυγμα του Μωάμεθ. Στο όνομα του ιερού πολέμου δικαιολογούνται και οι σύγχρονες ενέργειες των διαφόρων τρομοκρατικών οργανώσεων, πάντοτε με βάση τις εντολές του Κορανίου, των Λογίων και των διατάξεων των ιεροδιδασκάλων. Κι ο τελικός σκοπός είναι αυτός που όρισε ο Μωάμεθ: Η ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ, της πίστης στον Αλλάχ.

Αλλά τί σημαίνει επικράτηση του Ισλάμ; Επεκτατική κυριαρχία του Ισλάμ, με ιερό πόλεμο, είτε εναντίον των ειδωλολατρών, είτε εναντίον των λαών της Βίβλου, είτε εναντίον αιρετικών μουσουλμάνων, τους οποίους θεωρούν αποστάτες. Και αυτός ο πόλεμος έχει τον θεοκρατικό χαρακτήρα του μουσουλμανικού καθεστώτος, διότι στο Ισλάμ υπάρχει ταύτιση θρησκείας και πολιτείας, ο θρησκευτικός ηγέτης είναι ο ίδιος με τον πολιτικό ηγέτη, ο θρησκευτικός νόμος είναι ο ίδιος με τον πολιτικό νόμο. Επομένως, ο ιερός πόλεμος είναι κοινό θρησκευτικό και πολιτικό όπλο.
Σύμφωνα με τις θεοκρατικές αντιλήψεις των μουσουλμάνων, ο κόσμος διαιρείται σε δύο μέρη: στον χώρο του Ισλάμ (Dar Al-Islam) και στον χώρο του πολέμου (Dar Al-Harb). Ο πρώτος είναι οι περιοχές που εξουσιάζονται από μουσουλμάνους άρχοντες και κυβερνώντες σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, ενώ ο δεύτερος είναι όλες οι μικρές χώρες του κόσμου που ευρίσκονται εκτός ισλαμικής κυριαρχίας και κυβερνώνται από μη μουσουλμάνους. Αυτές ακριβώς, οι δεύτερες, αποτελούν τον τόπο του πολέμου και αποτελεί χρέος για τους μουσουλμάνους να ευρίσκονται σε διαρκή πόλεμο εναντίον τους, προκειμένου να επεκτείνουν την ισλαμική κυριαρχία.

Τα μουσουλμανικά κράτη ενώ δεν επιτρέπουν τον προσηλυτισμό και την ιεραποστολή ξένων θρησκευμάτων στην επικράτειά τους, αν κάποιο ξένο κράτος απαγορεύσει την μουσουλμανική επέκταση στο χώρο του, τότε αυτό θεωρείται ΑΙΤΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ και ο πόλεμος αυτός είναι μεν επιθετικός, αλλά θεωρείται απ’ αυτούς αμυντικός, διότι προκλήθηκε από την άρνηση της διάδοσης του Ισλάμ. Και αυτή η έναρξη του πολέμου από τους μουσουλμάνους δεν θεωρείται ότι είναι επίθεση, αλλά άμυνα, διότι θεωρούν ότι η σκέψη των εχθρών μεταφράζεται σε επίθεση, το βλέπουν ως συλλογικό καθήκον. Ο Ιμάμης, ο ηγέτης του Ισλάμ παίρνει την πρωτοβουλία για το τζιχάντ.

Συνέπειες του Ισλαμικού κινήματος

Οι συνέπειες του ισλαμικού κινήματος στη Δύση θα ήταν ανυπολόγιστες, αν ο ηγεμόνας των Φράγκων Κάρολος Μαρτέλος στη μάχη του Poitiers το 732 μ.Χ. δεν είχε απωθήσει τους Άραβες πέραν των Πυρηναίων. Στην Ισπανία καταλύθηκε κάθε ίχνος ισλαμικής επικράτησης το 1492 διά της άλωσης της Γρανάδας από τον Φερδινάνδο του Καθολικού. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο Ισλαμισμός στην Ινδία έγινε αφορμή το 1947 να αποσπασθεί το Πακιστάν από τις Ινδίες και να αποτελέσει αυτοτελές ισλαμικό κράτος, τότε οι κίνδυνοι είναι προφανέστατοι για όλους τους λαούς της Δύσης από το σημερινό ισλαμικό κίνημα.

Οι Δυτικοευρωπαίοι φαίνεται ότι δεν είχαν κατανοήσει αρκετά τον κίνδυνο του Ισλαμισμού, αφού είχαν απαντήσει με μία μορφή ηπιώτερου ιερού πολέμου, διότι οι σταυροφορίες, εκτός από την πολιτική έχουν και την θρησκευτική πλευρά. Και ναι μεν αποτέλεσαν μία χριστιανική, έστω και ρωμαιοκαθολική απάντηση στο μουσουλμανικό Τζιχάντ, πολύ καθυστερημένη δε. Όμως, η σταυροφορία είναι μεν ιερός πόλεμος περιορισμένης μορφής, αποσκοπούσε δε στην ανάκτηση των ιερών τόπων του Χριστιανισμού κι όχι στην επέκταση της χριστιανικής πίστης. Βέβαια, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ευνόησε αυτό το στρατιωτικό είδος επιδρομών και βίας, γι’ αυτό και οι σταυροφορίες δεν βρήκαν ποτέ δικαίωση στη συνείδηση του ορθόδοξου λαού.

Σήμερα, στην Ευρώπη, οι σημερινοί Ευρωπαίοι «έχουν πιεί το ποτό της λήθης», λησμόνησαν τους κινδύνους της μουσουλμανικής επεκτατικής πολιτικής, ιδιαίτερα εκείνης που εκπροσωπείται από Οθωμανούς Τούρκους, τους πλέον σκληρούς. Αλλά και στην πλειονότητά τους οι μουσουλμάνοι, τα τελευταία χρόνια ευρίσκονται υπό την προστασία ευρωπαϊκών δυνάμεων, επιδεικνύοντας επιπλέον συνεχή επαναστατική δραστηριότητα, τα αίτια της οποίας είναι πολλά: Η εκμετάλλευση των πηγών πλούτου του μουσουλμανικού χώρου από Δυτικούς, ο εγγενής δυναμισμός της ισλαμικής θρησκείας με την εμφάνιση σήμερα μίας τάσης επανισλαμισμού εκείνων οι οποίοι είχαν απομακρυνθεί, ο εθνικισμός διασπά την ενότητα του ισλαμικού κόσμου και γι’ αυτό οι ηγέτες τους είναι δυσαρεστημένοι από την Τουρκία, η οποία από την εποχή των Νεότουρκων και του Κεμάλ κινείται στα πλαίσια του τουρκικού σωβινισμού. Οι μουσουλμάνοι που έζησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό αποικιοκρατικό και κεφαλαιοκρατικό καθεστώς της Ευρώπης, αισθάνονται μίσος εναντίον του δυτικού κόσμου και ιδιαίτερα του χριστιανικού και κατά βάση φιλικού προς τους Εβραίους και γι’ αυτό στράφηκαν αλλού. Και ας θυμηθούμε ότι πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο αλλά και κατά τη διάρκειά του, είχαν στραφεί προς τον Χίτλερ.

Τέλος, όταν αρχές του 19ου αιώνα η οθωμανική αυτοκρατορία είχε εξασθενήσει υπερβολικά, έγινε το «χαϊδεμένο παιδί» της Ευρώπης, όχι βέβαια από συμπάθεια προς αυτήν, αλλά από υστεροβουλία των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες εποφθαλμιούσαν τα ευρωπαϊκά της εδάφη και φρόντιζαν να μη πάθει τίποτε η Τουρκία από άλλη δύναμη, να μείνει ακέραιη η εδαφική της κληρονομιά. Και μάλιστα η σημασία της Τουρκίας αυξήθηκε όταν διαπιστώθηκε η μεγάλη αξία του πετρελαίου για την οικονομική ανάπτυξη των προηγμένων χωρών της Ευρώπης, οι οποίες είχαν φροντίσει από τότε να έχουν φιλική πρόσβαση στις πετρελαιοπηγές του περσικού κόλπου.

Αυτός, λοιπόν, ο σκοπός θα επιτυγχανόταν με το να μεταβληθεί η Τουρκία από ισλαμικό κράτος σε ευρωπαϊκό κι έτσι προέκυψε με τον Κεμάλ, τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής προίκισαν με οπλισμό και χρήματα, ώστε να εξουδετερώσει τις επιδιώξεις των Ελλήνων, Αρμενίων και Κούρδων που κατοικούσαν στα εδάφη της Τουρκίας. Φαινομενικά αυτό πέτυχε, η Τουρκία ήταν το πρώτο μουσουλμανικό κράτος που ευρωπαϊσθηκε και χώρισε το Ισλάμ από την πολιτική, ενώ το Χαλιφάτο κήρυξε Τζιχάντ για τελευταία φορά στις 11 Νοεμβρίου του 1914 κατά των απίστων, που σε κείνη την περίπτωση ήταν οι Δυτικοί Σύμμαχοι, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία και δήλωσε συνεργασία με τους Γερμανούς και τους Αυστριακούς[1].



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


[1]  Διονυσίου Γ. Δακουρά, Συγκριτική Θρησκειολογία, Τόμος Γ, εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, Αθήνα 2007, σ.σ. 109-115.