Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Αζίζ Νεσίν, Τούρκος σατυρικός συγγραφέας, πολιτικός ακτιβιστής, ένα από τα πιο φωτεινά μυαλά της γειτονικής χώρας

"Σώπα μη μιλάς", "Ο καφές και η δημοκρατία", δύο συγκρονιστικά ποιήματα του Αζίζ Νεσίν ...
Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1915 στη νήσο Χάλκη της Κωνσταντινούπολης. Εξορίστηκε και φυλακίστηκε για τις αριστερές του πεποιθήσεις. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αφιερώθηκε στη μάχη κατά του θρησκευτικού φανατισμού και αναδείχθηκε ένας από τους ασυμβίβαστους επικριτές του Ισλάμ. Το 1972, με προσωπική του πρωτοβουλία και χρηματοδότηση εγκαινιάστηκε το Ίδρυμα Νεσίν, που παρείχε τροφή, στέγη και εκπαίδευση σε άπορα παιδιά.

Τούρκος σατιρικός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής. Ένας από τους πιο γνωστούς λογοτέχνες της Τουρκίας διεθνώς κι ένα από τα πιο φωτεινά μυαλά της γειτονικής χώρας.

Γεννήθηκε ως Μαχμούτ Νουσρέτ Νεσίν στη νήσο Χάλκη της Κωνσταντινούπολης στις 20 Δεκεμβρίου 1915. Αζίζ ήταν το όνομα του πατέρα του, που τον έχασε σε μικρή ηλικία. Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και στα 19 του αποφάσισε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα. Εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων της Τουρκίας και το 1939 ονομάσθηκε ανθυπολοχαγός πεζικού. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1944, δημοσιεύοντας ποιήματα και διηγήματα στη λογοτεχνική σελίδα της εφημερίδας «Μιλιέτ». Ένα χρόνο αργότερα αποτάχθηκε από το στρατό για τις αριστερές του πεποιθήσεις.

Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην άνοιξε μπακάλικο, αλλά γρήγορα αποφάσισε ότι του ταίριαζε καλύτερα η δημοσιογραφία. Δούλεψε ως διορθωτής και συντάκτης ύλης σε εφημερίδες, ενώ τις απόψεις και τις ιδέες του διοχέτευσε στα διάφορα σατιρικά περιοδικά και εφημερίδες, που εξέδωσε μαζί με τον συνάδελφό του Σαμπαχατίν Αλί. Η κοινωνική και πολιτική κριτική που ασκούσε από τα έντυπά του, ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά της λογοκρισίας και του εισαγγελέα. Το 1947 φυλακίστηκε επί δεκάμηνο για τις πολιτικές του ιδέες και εξορίστηκε για τέσσερις μήνες. Συνολικά πέρασε πεντέμισι χρόνια στη φυλακή.

Τον Σεπτέμβριο του 1955 συνελήφθη μαζί με άλλους αριστερούς ως υποκινητής του Πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Πόλης. Γρήγορα, η κατηγορία κατέπεσε, αφού ήταν φανερό ότι τα «Σεπτεμβριανά», όπως έμειναν στην ιστορία, τα είχαν οργανώσει οι μηχανισμοί της κυβέρνησης Μεντερές. Την προσωπική του μαρτυρία κατέθεσε στο βιβλίο του «Να κρεμαστούν σαν τα τσαμπιά», το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Καστανιώτη».

Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ο Νεσίν ήταν από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς στην Τουρκία και από τους λίγους που μπορούσαν να ζήσουν από το πνευματικό τους έργο, που εκτός από σατιρικά πεζογραφήματα περιλάμβανε θεατρικά έργα, ενθυμήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, ποίηση και δοκίμια. Το 1972, με δική του χρηματοδότηση άνοιξε τις πύλες του το Ίδρυμα Νεσίν, που παρείχε τροφή, στέγη και εκπαίδευση σε ορφανά.

Τη δεκαετία του '80, όταν την Τουρκία κυβερνούσε η χούντα του στρατηγού Εβρέν, ο Νεσίν ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας και ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη γνωστή «Επιστολή των Διανοουμένων» («Aydünlar Dilekçeci»), που ασκούσε κριτική στο καθεστώς και ζητούσε την επαναφορά της Δημοκρατίας. Ακολούθησε φυσικά δίκη και καταδίκη.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αφιερώθηκε στη μάχη κατά του θρησκευτικού φανατισμού και αναδείχθηκε ένας από τους ασυμβίβαστους επικριτές του Ισλάμ. Στις αρχές της δεκαετίας του '90 άρχισε να μεταφράζει τους «Σατανικούς Στίχους» του Σαλμάν Ρούσντι, που ήταν καταδικασμένος σε θάνατο για το βιβλίο του αυτό από ισλαμικό φετφά για προσβολή του Προφήτη Μωάμεθ. Ο Νεσίν έγινε στόχος των ισλαμιστών στην Τουρκία και επικυρήχθηκε από έναν επιχειρηματία με το ποσό των 100.000 δολαρίων.

Στις 2 Ιουλίου 1993, ενώ παρακολουθούσε μια πολιτιστική εκδήλωση των Αλεβιτών στην πόλη Σιβάς (Σεβάστεια), ένα εξαγριωμένο πλήθος φανατικών μουσουλμάνων πολιόρκησε το ξενοδοχείο και στη συνέχεια το πυρπόλησε. Ο Αζίζ Νεσίν επέζησε, αλλά 37 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Η κυβέρνηση κατηγόρησε δια στόματος της πρωθυπουργού Τανσού Τσιλέρ τον ίδιο τον Νεσίν, επειδή είχε «προκαλέσει το πλήθος».

Ο Αζίζ Νεσίν με πολλά προβλήματα υγείας άφησε την τελευταία του πνοή στις 6 Ιουλίου 1995. Υπέστη καρδιακή προσβολή την ώρα που υπέγραφε βιβλία του σε βιβλιοπωλείο της Σμύρνης. Ο Αζίζ Νεσίν είναι ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του κριτικού ρεαλισμού στα τουρκικά γράμματα. Στην πολιτική και κοινωνική του σάτιρα στηλιτεύει τα τρωτά της τουρκικής κοινωνίας, που δεν είναι και λίγα. Αγαπημένοι του ήρωες είναι οι άνθρωποι του λαού, εργαζόμενοι και άνεργοι.

Τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις στην Τουρκία και το εξωτερικό. Το 1991 ήλθε στην Αθήνα για να παραλάβει το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας «Αμπντί Ιπεκτσί». Έργα του έχουν μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες και στα ελληνικά. Το πιο γνωστό είναι ο «Καφές και η Δημοκρατία», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Θεμέλιο».




***********************************************

ΔΥΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ

ΣΩΠΑ ΜΗ ΜΙΛΑΣ
Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου 
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
"σώπα".

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή, 
μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ....σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου 
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρείς το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, 
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα"

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά , 
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και 
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δ'αύτους γνωριμίες ζηλευτές, 
με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
και μαζευτηκαμε πολλοι
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα. 
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν'την να σωπάσει.
Κόψ'την σύρριζα. 
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές "έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ'την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός. 
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω 
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο , 
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει: 
ΜΙΛΑ!....

Ο ΚΑΦΕΣ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Δυο πράγματα δεν ευδοκιμούν στη χώρα μας.
το ένα είναι το δέντρο του καφέ
και το άλλο η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
Και τα δύο μας έρχονται από το εξωτερικό.

Στα χώματά μας δεν μπορέσαμε ν’ αναπτύξουμε
με κανένα τρόπο το δέντρο του καφέ.
Το κλίμα της χώρας μας, το νερό, το χώμα,
δεν είναι κατάλληλα
για την ανάπτυξη του δέντρου αυτού.

Όσο για τη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α…
Η αλήθεια είναι πως ό,τι περνούσε από το χέρι μας,
δεν παραλείψαμε να το κάνουμε,
για την ανάπτυξή της, για την εδραίωσή της.

Αν κοιτάξετε την ιστορία μας,
πριν από εκατό χρόνια πάνω κάτω
ρίχτηκε στη χώρα μας
ο σπόρος της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς.

Είναι εκατό χρόνια που όλο λέμε:
“Αμάν η Δημοκρατία μας μπουμπούκιασε!…”
“Η νεαρή Δημοκρατία μας!…”
“Αμάν η νεαρή Δημοκρατία μας!…”

Να είναι δοξασμένος αυτός που τη μεγάλωσε,
μόλις καταφέραμε τόσα χρόνια να φέρουμε
σ’ αυτό το ανάστημα τη Δημοκρατία,
έγινε ένα φιντάνι η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.

Αν ξοδεύαμε αυτό τον κόπο των εκατό χρόνων
που αφιερώσαμε στη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
για την ανάπτυξη του καφέ,
σήμερα η χώρα μας θα γινόταν δάσος από καφέ,
που δεν τ’ άγγιξε ο μπαλτάς του ξυλοκόπου.

Στο παρελθόν κρίθηκε απαραίτητο,
δεν το είχαμε καταλάβει.
αντί να φυτέψουμε σπόρο καφέ,
φυτέψαμε το σπόρο της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς.

“Δόξα τω Θεώ”,
αν και δεν έχουμε καμιά στενοχώρια
απ’ τη μεριά της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς,
εμείς ξέρουμε το τι τραβάμε
από την έλλειψη του καφέ.

Καφές είναι αυτός!… Δε μοιάζει σε τίποτε.
Έτσι είναι η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α;
Και να είναι και να μην είναι το ίδιο κάνει…
Αν δεν υπάρχει καφές,
του ανθρώπου το κεφάλι γυρίζει,
αν δεν υπάρχει Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
του ανθρώπου το κεφάλι δεν γυρίζει.

Ο καφές μοσκοβολάει,
η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ούτε καν έχει μυρουδιά.
Τον καφέ τον βάζεις στο φλιτζάνι, τον πίνεις.
Η Δ η μ ο κ ρ α τ ία ούτε τρώγεται, ούτε πίνεται.

Σε τι χρειάζεται αυτή η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
μπορείτε να μου πείτε;
Στη χώρα μας έρχεται από το εξωτερικό
μπόλικη μπόλικη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
αλλά καφές δεν έρχεται.

Τον καφέ τον πουλάνε, τη Δημοκρατία τη δίνουν.
Ο καφές είναι με λεφτά, η Δημοκρατία τζάμπα
Για τον καφέ χρειάζεται συνάλλαγμα,
για τη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.. τίποτα δεν χρειάζεται.

Για κοιτάξτε το τι τραβάμε απ’ τον καφέ.
Σάμπως δεν έχουμε συνηθίσει στον καλό καφέ;
Αμέσως καταλαβαίνουμε
τον καλό καφέ απ’ τον άσκημο,
το μπαγιάτικο απ ‘το φρέσκο,
το νοθεμένο απ ‘το σκέτο.

Ζωή να ‘χουνε, μερικοί πατριώτες
μας έκαναν ψεύτικο καφέ.
Στην αρχή βγήκε ο κριθαρένιος καφές,
δεν έπιασε.

Ύστερα βγήκε καφές από φασόλια,
δεν το κατάπιαμε.
Εμείς σαν έθνος είμαστε θεριακλήδες του καφέ.
αν και καταπίνουμε όλες τις απομιμήσεις,
του καφέ την απομίμηση.. δεν την καταπίνουμε.

Ω, Ύψιστε! Να γινόταν... τόσο δα
απ’ ό,τι καταλαβαίνουμε απ’ αυτόν τον καφέ,
να κ α τ α λ α β α ί ν α μ ε... και από Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (25 Ιανουαρίου)

Η γνώση της ελληνικής φιλοσοφίας έγινε όχημα για την πρόοδο και τη δυναμική έκφραση της διδασκαλίας του ... έγραψε ποιήματα στην αρχαία ελληνική γλώσσα, υψηλής φιλολογικής αξίας και πλούσια σε χριστιανικά μηνύματα. 
Θεοῦ γινώσκειν ὀρθοδόξως οὐσίαν,
Χριστιανοῖς λεγάτον ἐκ Γρηγορίου.
Εἰκάδι Γρηγόριος Θεορήμων ἔκθανε πέμπτῃ.

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ
Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ονομάσθηκε Θεολόγος, διότι η συμβολή του στη διαμόρφωση και ανάπτυξη των θεολογικών εννοιών υπήρξε αποφασιστική. 

Ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, οι γονείς του, Γρηγόριος και Νόννα, προήρχοντο από ευγενείς οίκους της εποχής. Η μητέρα του διεκρίνετο για την εκκλησιαστική της συνείδηση, ενώ ο πατέρας του ανήκε αρχικά στου Υψισταρίους, μία θρησκευτική παραφυάδα («ἄτοπον καί ἀλλόκοτον»), με ιουδαϊκά και ελληνικά εθνικά στοιχεία. Ο Γρηγόριος χαρακτήριζε τη θρησκευτική αυτή ομάδα συμπίλημα «ἑλληνικῆς πλάνης καί νομικῆς τερατείας». Ο πατέρας του επέστρεψε στην χριστιανική πίστη, λόγω της υπομονής της συζύγου του Νόννας, βαπτίστηκε από επισκόπους οι οποίοι μετέβαιναν για την συμμετοχή τους στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο Νικαίας. Στον πατέρα Γρηγόριο, λίγο αργότερα ανατέθηκε η επισκοπή Ναζιανζού. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτουμε, η γέννηση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου τοποθετείται γύρω στο 328 μ.Χ. στην πολίχνη της Καππαδοκίας Αριανζό. Έτυχε επιμελημένης παιδείας λόγω των οικονομικών μέσων που διέθετε η οικογένειά του. Σπούδασε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου και συνάντησε για πρώτη φορά τον μετέπειτα στενό φίλο του Βασίλειο, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και, τέλος, στην Αθήνα, ενώ πρώτοι διδάσκαλοί του υπήρξαν ο εξάδελφός του Καρτέριος και ο εκ μητρός θείος Αμφιλόχιος. Στην Καισάρεια Παλαιστίνης καλλιεργήθηκε σ’ αυτόν η αγάπη προς τον Ωριγένη από τον γνωστό διδάσκαλο της ρητορικής Θεσπέσιο. Στην Αλεξάνδρεια γνώρισε τον Μ.Αθανάσιο (βλ. Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας ΕΔΩ) και τον καθηγητή της ερήμου Μ.Αντώνιο (βλ. Άγιος Αντώνιος ο Μέγας ΕΔΩ)

Στην Καισάρεια Καππαδοκίας και στην Καισάρεια Παλαιστίνης είχε συμμαθητή τον νεώτερο αδελφό του Καισάρειο, ο οποίος επέλεξε να γίνει ιατρός, ενώ απεβίωσε πολύ νωρίς. Στην Αθήνα παρακολούθησε μαθήματα εκ του εκ Βιθυνίας κατόχου της αριστοτελικής λογικής Ιμερίου και του εξ Αρμενίας χριστιανού φιλοσόφου Προαιρεσίου, ο οποίος ήτο γνωστός για την ρητορική του δεινότητα. Ο Γρηγόριος περαιώνοντας τις σπουδές του στην Αθήνα, επέστρεψε στη Ναζιανζό, όπου αρχικά εργάσθηκε ως καθηγητής της ρητορικής, μετέπειτα βαπτίσθηκε και στη συνέχεια έβαλε σε πρόγραμμα την κοινή με τον Μ.Βασίλειο (βλ. Άγιος Βασίλειος ο Μέγας ΕΔΩ) απόφασή τους να μονάσουν. Στην αρχή ασκήτευσαν στο κτήμα του Γρηγορίου στην Τιβερίνη, όμως αργότερα ο Βασίλειος αποσύρθηκε στο δικό του κτήμα στον Πόντο, όπου το 360 τον ακολούθησε και ο Γρηγόριος. Κατά τη διάρκεια της κοινής μοναχικής τους ζωής, μελέτησαν θεολογικά συγγράμματα, από τα οποία προέκυψε το συλλογικό βιβλίο «Φιλοκαλία», συνεργάσθηκαν για τη σύνταξη κανόνων για τη μοναχική πολιτεία, όμως μεταξύ τους υπήρχε διαφορά ιδιοσυγκρασίας, δηλ. ο Βασίλειος έδινε έμφαση στον πρακτικό βίο, ενώ ο Γρηγόριος ήταν περισσότερο θεωρητικός. 

Το 361, μετά από προτροπή και επιμονή του πατέρα του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και επέστρεψε για λίγο στο ασκητήριο στον Πόντο, όμως το Πάσχα του 362 επανήλθε στη Ναζιανζό για να συμπαρασταθεί στο έργο του επισκόπου πατέρα του. Το 372 επελέγη και χειροτονήθηκε επίσκοπος Σασίμων, ύστερα από απόφαση του Βασιλείου, ο οποίος ήταν πλέον επίσκοπος Καισαρείας. Ο Γρηγόριος στην αρχή αρνήθηκε να αναλάβει τη νέα Μητρόπολη των Σασίμων, αφ’ ενός μεν διότι δεν ήτο του χαρακτήρα του η εμπλοκή σε διοικητικές ευθύνες, αφ’ ετέρου δε διότι τα Σάσιμα ήταν μία ασήμαντη πολίχνη, χωρίς σταθερό ποίμνιο, με λαό διερχόμενο. Με περισσή γλαφυρότητα, ο Γρηγόριος περιγράφει την κατάσταση εκείνης της Εκκλησίας: 
«Σταθμός τίς ἐστιν ἐν μέσῃ λεωφόρῳ τῆς Καππαδοκιῶν, ὅς σχίζετ’ εἰς τρισσήν ὁδόν, ἄνυδρος, ἄχλους, οὐδ’ ὅλως ἐλεύθερος, δεινῶς ἀπευκτόν καί στενόν κωμύδριον. Κόνις τά πάντα καί ψόφοι καί ἅρματα, θρῆνοι, στεναγμοί, πράκτορες, στρέβλαι, πέδαι, λαός δ’ ὅσοι ξένοι τε καί πλανώμενοι. Αὕτη Σασίμων τῶν ἐμῶν Ἐκκλησία».

Τελικώς, δεν προσήλθε ν’ αναλάβει το επισκοπικό έργο. Αυτή η ανυπακοή του ήτο και η αιτία της προς στιγμήν διάστασής του με τον Μ.Βασίλειο, η οποία και σημάδεψε την περαιτέρω πορεία του. Το 374 απεβίωσε ο εκατοντούτης πατέρας του και λίγους μήνες μετά η μητέρα του Νόννα, ενώ λίγα χρόνια πριν (368-369) είχε αποβιώσει και ο αγαπημένος του αδελφός Καισάρειος. 

Ο Γρηγόριος έφυγε και εγκαταστάθηκε στη μονή της Θέκλας στη Σελεύκεια, όπου παρέμεινε 4 χρόνια και εκεί έμαθε για την εκδημία του πνευματικού του αδελφού Μ.Βασιλείου. Η ψυχή του πλημμύρισε βαθιά θλίψη και κάποια απελπισία για το παρόν και το μέλλον των εκκλησιαστικών πραγμάτων, τα οποία αποτύπωσε με ζωηρά χρώματα σε μία από τις επιστολές του:

«Ἐρωτᾷς πῶς τά ἡμέτερα. Καί λίαν πικρῶς. Βασίλειον οὐκ ἔχω, Καισάρειον οὐκ ἔχω, τόν πνευματικόν ἀδελφόν καί τόν σωματικόν. Ὁ πατήρ μου καί ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με μετά τοῦ Δαυίδ φθέγξομαι. Τά τοῦ σώματος πονηρῶς ἔχει, τό γῆρας ὑπέρ κεφαλῆς, φροντίδων ἐπιπλοκαί, πραγμάτων ἐπιδρομαί, τά τῶν φίλων ἄπιστα, τά τῆς Ἐκκλησίας ἀποίμαντα. Ἔρρει τά καλά, γυμνά τά κακά, ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσός οὐδαμοῦ. Χριστός καθεύδει. Τί χρή παθεῖν; Μία μοι τῶν κακῶν λύσις, ὁ θάνατος. Καί τά ἐκεῖθεν μοι φοβερά, τοῖς ἐντεῦθεν τεκμαιρομένῳ». 

Ύστερα από πρόσκληση ποιμένων και λαού, εν έτει 379, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατάφερε μέσα σε δύο χρόνια ν’ αλλάξει την κατάσταση και να επαναφέρει την Ορθοδοξία, μετά από 40 χρόνια κυριαρχίας του Αρειανισμού (βλ. Αρειανισμός ΕΔΩ). Εκεί, ο Γρηγόριος, έδειξε την βαθιά θεολογική του κατάρτιση, όπου εκφώνησε τους περίφημους θεολογικούς του λόγους. Το 381 η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία είχε συνέλθει ως Σύνοδος του Ανατολικού μόνο κράτους, ανεκήρυξε τον Γρηγόριο αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, ετέθη όμως θέμα εγκυρότητας της εκλογής του, διότι ήτο ακόμη επίσκοπος Σασίμων. Όμως, δεν ήθελε να θυσιάσει την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος για τη δική του τακτοποίηση. Έτσι, πριν εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη, εξεφώνησε τον «Συντακτήριον» λόγο του από άμβωνος, όπου αποτυπώνεται όλος ο πλούτος του συναισθηματικού του κόσμου, το μεγαλείο της ευγενικής του ψυχής, το εκκλησιαστικό του φρόνημα και η αγωνία του για την ενότητα της Εκκλησίας, ενώ παρηγορεί τους πιστούς για τον χωρισμό τους και τους προτρέπει να μείνουν πιστοί στην ιερή παρακαταθήκη. Μερικά αποσπάσματα:

«Οὐχ ἡ μετάθεσις τό αἰσχρόν ἔχει, ἀλλ’ ἡ τοῦ κακοῦ τήρησις τήν ἀπώλειαν... Οὐ γάρ καί τόν Θεόν ἀπολοῦσιν οἱ τῶν θρόνων παραχωρήσαντες, ἀλλ’ ἔξουσι τήν ἄνω καθέδραν, ἥ πολύ τούτων ἐστίν ὑψηλοτέρα τε καί ἀσφαλεστέρα ... Χαῖρε μοι, ὦ Τριάς, τό ἐμόν μελέτημα καί καλλώπισμα ... μέμνησθέ μου τῶν λιθασμῶν ...». 

Από την Κωνσταντινούπολη ο Γρηγόριος μετέβη στην Ναζιανζό, ενώ το 384 για λόγους υγείας στην Αριανζό, στο πατρικό κτήμα, όπου στην ησυχία της ερήμου συγκέντρωσε σε μία συλλογή τις επιστολές του και συνέγραψε λίγα ακόμα, συμπληρώνοντας το μεγάλο έργο του, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με τους αγώνες της Εκκλησίας και με τις δικές του αγωνίες για τη στήριξη του λαού του Θεού. Σ’ εκείνη τη γαλήνη της ερήμου εξεδήμησε το έτος 390 μ.Χ. 

ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ
Είναι μεγάλο σε έκταση και περιεχόμενο, καθώς επίσης και μεγαλόπνευστο σε βάθος και θεολογική πληρότητα, γι’ αυτό δικαίως η Εκκλησία του έδωσε τον τιμητικό τίτλο του Θεολόγου. 

Η αξιοποίηση του έργου του ήταν και σύμφωνα με την ελληνική φιλοσοφική του κατάρτιση, διότι η γνώση της ελληνικής φιλοσοφίας έγινε πραγματικά όχημα για την πρόοδο και τη δυναμική έκφραση της χριστιανικής διδασκαλίας. 

Κατά την περίοδο που ο Ιουλιανός «ἐκώλυε Χριστιανούς ... τοῦ μετέρχεσθαι τήν ἑλληνικήν παιδείαν», ο Γρηγόριος έγραψε ποιήματα στην αρχαία ελληνική γλώσσα, υψηλής φιλολογικής αξίας και πλούσια σε χριστιανικά μηνύματα. Το όλο συγγραφικό του έργο περιέχει λόγους, επιστολές και ποιήματα. Τα ποιήματά του είναι σπουδαία φιλολογικά μνημεία, στα οποία αποτυπώνεται η ποιητική του διάθεση και η σε βάθος γνώση της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, καθώς επίσης είναι δείγματα συνδυασμού ποιητικής ευαισθησίας, φιλοσοφικού λόγου και χριστιανικής διδασκαλίας. Διακρίνονται σε καθ’ αυτό θεολογικά – δογματικά, σε ιστορικά και σε ηθικά – πρακτικά. Το θεματολόγιο είναι από την προσωπική του εμπειρία και τη χριστιανική του πίστη, την οποία εκφράζει χρησιμοποιώντας τη μεγάλη γνώση του της ελληνικής γλώσσας και νοοτροπίας. Χρησιμοποιεί γλώσσα της ομηρικής περιόδου μέχρι και της εποχής του. 

Παραθέτουμε από τα «Έπη θεολογικά, δογματικά» τον «Ὕμνο εἰς Θεόν»

«Ὦ πάντων ἐπέκεινα· τί γάρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν;
Πῶς λόγος ὑμνήσει σε; Σύ γάρ λόγῳ οὐδενί ῥητός. 
Πῶς νόος ἀθρήσει σε; Σύ γάρ νόῳ οὐδενί ληπτός. 
Μοῦνος ἐών ἄφραστος· ἐπεί τέκες ὅσσα λαλεῖται. 
Μοῦνος ἐών ἄγνωστος· ἐπεί τέκες ὅσσα νοεῖται. 
Πάντα σε καί λαλέοντα καί οὐ λαλέοντα λιγαίνει. 
Πάντα σε καί νοέοντα καί οὐ νοέοντα γεραίρει. 
ὑυνοί γάρ τε πόθοι, ξυναί δ’ ὡδῖνες ἁπάντων 
ἀμφί σε· σοί δέ τά πάντα προσεύχεται· εἰς σέ δέ πάντα
σύνθεμα σόν νοέοντα λαλεῖ σιγώμενον ὕμνον. 
Σοί ἑνί πάντα μένει· σοί δ’ ἀθρόα πάντα θοάζει. 
Καί πάντων τέλος ἐσσί, καί εἷς, καί πάντα, καί οὐδείς, 
οὐχ ἑν ἐών, οὐ πάντα· πανώνυμε, πῶς σέ καλέσσω, 
Τόν μόνον ἀκλήϊστον; Ὑπερνεφέας δέ καλύπτρας
τίς νόος οὐρανίδης εἰσδύσεται; Ἵλαος εἴης, 
ὦ πάντων ἐπέκεινα· τί γάρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν;»
Ελένη Δραμπάλα

Ἀπολυτίκιον 
Ὁ ποιμενικός αὐλός τῆς θεολογίας σου, τάς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γάρ τά βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καί τά κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλά πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

7 ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΜΑΘΕ Ο ΚΑΒΑΦΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ

7 πράγματα που μου έμαθε ο Καβάφης για τη ζωή

Ποιος ξέρει τι ήθελε να πει ο ποιητής;



n


Α
ν σήμερα θεωρούμε την ποιητική αξία του Κωνσταντίνου Καβάφη κάτι το δεδομένο, αυτό δεν ίσχυε πάντα. Τον κατέκριναν, τον χλεύασαν σε μεγάλο βαθμό, τον παρώδησαν και πολλοί προσπάθησαν να αποδείξουν πως όσα έγραφε «δεν συνιστούσαν ποίηση». Και αυτό συνέβαινε όχι μόνο όσο ζούσε αλλά και μετά το θάνατό του.

Δεν έχει υπάρξει και ελπίζω να μην υπάρξει πιο «κακοποιημένος»από τους αναγνώστες και κάποιους εκπαιδευτικούς - εξεταστές ποιητής από τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Είναι ο ποιητής που έχει διαβαστεί αποσπασματικά όσο κανένας άλλος, που έχει αναλυθεί κατά λέξη όσο κανένας άλλος- σε τέτοιο βαθμό που χάνεται ολότελα το νόημά του, σε τέτοιο βαθμό που οτιδήποτε ζωντανό μέσα του ασφυκτιά και πεθαίνει. Είναι αυτός που όλοι έχουμε διαβάσει δίστιχά του χωρίς να γνωρίζουμε το συγκείμενο (το context) και –όπως είναι μαθηματικά λογικό και αναμενόμενο- βγάλαμε βεβιασμένα συμπεράσματα. Το «τι θέλει να πει ο ποιητής», κυρίες και κύριοι, δεν είναι ποτέ ο αυτοσκοπός και –ευτυχώς- δεν υπάρχει σωστή απάντηση.
Πρώτον, κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θέλει να πει ο ποιητής γιατί δεν τον έχεις μπροστά σου να τον ρωτήσεις και να σου απαντήσει. Το να μαντεύει ο καθένας τι μπορεί να είχε στο μυαλό του ο Καβάφης και να θέτει την εικασία του ως δεδομένο και απαράβατο κανόνα, είναι ακριβώς το αντίθετο από τον ίδιο τον σκοπό της Ποίησης.Το να ζητείται από τον κάθε μαθητή- σπουδαστή- φοιτητή να μάθει απ’έξω την προσωπική θεωρία του οποιουδήποτε -κατά τ’άλλα πολυδιαβασμένου και μορφωμένου ερευνητή- και να είναι σε θέση να την αναπαράγει κατά λέξη, είναι, για μένα, έγκλημα.
Επίσης, ένα ποίημα είναι –ευτυχώς και πάλι- κάτι πολύ προσωπικό και εξατομικευμένο και λέει άλλα πράγματα στον καθένα ανάλογα με την ηλικία του, το χαρακτήρα του, τα βιώματά του, τα όνειρά του, τους εφιάλτες του, τις εμμονές του, το βλέμμα του, τον τρόπο που αγγίζει, τον τρόπο που μυρίζει. Ένα ποίημα μού λέει άλλα πράγματα από αυτά που λέει σε σένα και λέει άλλα πράγματα σε μένα στα 20 και άλλα στα 30 μου. Ακριβώς εκεί έγκειται και η ομορφιά του.
Ας μάθουμε επιτέλους στους ανθρώπους να σκέφτονται και όχι τι να σκέφτονται.

n
7 πράγματα που μου έμαθε ο Καβάφης για τη ζωή
1. Τον φόβο σου μόνο εσύ μπορείς να τον θρέψεις και μόνο εσύ μπορείς να τον καταστρέψεις. Τα τέρατα ζουν μέσα σου και στο χέρι σου είναι μόνο αν θα τα αφήσεις να μεγαλώσουν ή όχι. Ή, όπως λέει και ο Καβάφης, «Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου».
2. Οι άνθρωποι που έχεις δίπλα σου να είναι λίγοι και καλοί. Μην αναλώνεσαι με ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις άσχημα, που σε μειώνουν, που δεν θέλουν το καλό σου, που δεν ξέρουν να δίνουν. Μην εξαντλείσαι «μέσα στην πολλή συνάφεια του κόσμου».
3. Αυτά που δεν λες, αυτά που δεν ζεις, αυτά που δεν θες να παραδεχθείς ούτε στον εαυτό σου, τα απωθημένα και τα καταπιεσμένα σου ένστικτα είναι αυτά που θα έρθουν μια μέρα και θα σε εκδικηθούν, θα σε πνίξουν.Μην καταπιέζεις τον εαυτό σου, μην δημιουργείς αδιέξοδα εκεί που δεν υπάρχουν. Ζήσε.
4. Πόθος. Έρωτας. Σεξ. Αγάπη. Οι μεγαλύτερες κινητήριες δυνάμεις. Απόλαυσέ τες.
n
5. Δεν έχουν σημασία μόνο αυτά που ζήσαμε. Ίσως μεγαλύτερη σημασία έχουν αυτά που δεν ζήσαμε. Οι έρωτες οι ανεκπλήρωτοι, όλα τα «σ αγαπώ» που τσιγκουνευτήκαμε, όλα τα σώματα που αγγίξαμε μόνο νοητά, όλα τα χείλη που ονειρευτήκαμε αλλά φοβηθήκαμε να φιλήσουμε. Ίσως τα «όχι» μας μας έκαναν αυτό που είμαστε, όχι τα «ναι» μας. Ίσως.
6. Ό,τι αρχίζει, θα τελειώσει. Ό,τι δεν αρχίσει δεν θα τελειώσει και ποτέ. Έρωτας δεν είναι μόνο ό,τι εκπληρώθηκε- είναι και ό,τι πόθησες. Ίσως γι’ αυτό μας τρώνε για πάντα οι ανεκπλήρωτοι έρωτες. Δεν πεθαίνουν γιατί δεν κατάφεραν να γεννηθούν.
7. Το να παραδεχθούμε ότι κάτι πέθανε, ότι έκανε τον κύκλο του, ότι δεν είναι πια ό,τι ήταν, ότι το χάσαμε για πάντα, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η μόνη λύση είναι, όμως, να αποχαιρετήσεις αυτό που φεύγει «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος». Τουλάχιστον «σαν». Μέχρι να γίνεις θαρραλέος.

n
Η ζωή και το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη σε 16 γεγονότα
1. O Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρειατης Αιγύπτου στις 29/4/1863 και πέθανε στα γενέθλιά του, στις 29/4/1933, σε ηλικία 70 ετών στην γενέτειρά του, αφού είχε νοσήσει από καρκίνο του λάρυγγα.
2. Δούλεψε ως δημόσιος υπάλληλος, ως Γραφέας στην αγγλική υπηρεσία Αρδεύσεων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και παρέμεινε 33 χρόνια στο ίδιο γραφείο.
3. Ήταν ασυμβίβαστος στην ποίησή του, στα όνειρά του, στα ιδανικά του αλλά στην προσωπική του ζωή ο ίδιος δήλωνε «δειλός» και πάντα έβλεπε εμπόδια σε ό,τι ήθελε να κάνει.
4. Ήταν τελειομανής όσον αφορά στην ποίησή του και διακατεχόταν από ένα γόνιμο πείσμα. Επεξεργαζόταν τον κάθε στίχο με σεβασμό και πολλή προσοχή και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για ολόκληρα χρόνια προτού τα δημοσιεύσει.
5. Ο ίδιος θεωρούσε πως η γλώσσα είναι μία και ενιαία και δεν διάλεξε στρατόπεδο στη μάχη καθαρεύουσας- δημοτικής.
6. Οι θεματικοί κύκλοι της καβαφικής ποίησης.Ο ίδιος ο Καβάφης είχε κατατάξει τα ποιήματά του σε τρεις κατηγορίες: τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά και τα ηδονικά ή αισθησιακά.
7. Η μορφή των ποιημάτων του: ιδιότυπη γλώσσα (μείγμα καθαρεύουσας και δημοτικής, με ιδιωματικά στοιχεία της Κωνσταντινούπολης), λιτός λόγος (σπάνια χρήση επιθέτων, τα οποία, όταν υπάρχουν, έχουν λόγο να υπάρχουν και δεν είναι κοσμητικά), σχεδόν ολοκληρωτική απουσία ομοιοκαταληξίας, ιδιαίτερος τρόπος χρήσης των σημείων στίξης (για να εκφράσουν π.χ. ειρωνεία).
8. Φύλαξε μυστική την προσωπική του ζωή και τις σεξουαλικές του προτιμήσεις και ζούσε μια διπλή ζωή. Συχνά στα ερωτικά του ποιήματα δεν προσδιορίζεται το φύλο των προσώπων ενώ σε άλλα βλέπουμε μια αποστασιοποιημένη αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο. Όσο περνούν τα χρόνια, όμως, η ομοφυλοφιλία γίνεται εμφανής στην διήγησή του και χωρίς πια ενοχές.
n
9. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από έναν διάχυτο ερωτισμό. Η Marguerite Yourcenar είχε σχολιάσει πως «τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη είναι περισσότερο ποιήματα περί έρωτος παρά προς το ερωτικό αντικείμενο».
10. Ο ίδιος προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε περιοδικά και εφημερίδες. Η πρώτη συλλογή με 154 ποιήματά του εκδόθηκε μετά το θάνατό του.
11. Στο τελευταίο του διαβατήριο σημείωσε ως επάγγελμα τη λέξη «ποιητής».
n
12. Πριν πεθάνει είχε υποβληθεί σε εγχείρηση στην Αθήνα, στην οποία έχασε τη φωνή του και αναγκαζόταν να επικοινωνεί με σημειώματα.
13. Η καβαφική ποίηση σήμερα έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες και εκτιμάται παγκοσμίως.
14. Το σπίτι όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Αλεξάνδρεια έγινε μουσείο το 1992 και βρίσκεται στον αριθμό 4 της οδού Κ. Καβάφη, όπως μετονομάστηκε προς τιμήν του ποιητή.
15. Τη μέρα που πέθανε, αδυνατώντας να μιλήσει, ζωγράφισε μια τελεία και έναν κύκλο γύρω από αυτήν. 
16. Δεν πήρε ποτέ Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τελικά, όμως, αυτό δεν έπαιξε ρόλο στην παγκόσμια αναγνώριση του έργου του.
n
Σκίτσο του καλλιτέχνη David Hockney

Αυτοβιογραφικό σημείωμα του Κ. Π. Καβάφη
Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια - σ' ένα σπίτι της οδού Σερίφ• μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. ΣτηνΕλλάδα είναι πολλάχρόνια πουδεν επήγα.Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόνγραφείονεξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά.
n

10 Αποφθεύγματα του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή
Οδηγίες χρήσης: Τα εν λόγω αποσπάσματα- αποφθεύγματα δεν σου δίνουν την όλη εικόνα του εκάστοτε ποιήματος. Ο σκοπός του είναι, αν βρεις κάτι και σου «μιλήσει», να ψάξεις και να διαβάσεις ολόκληρο το ποίημα.
1. Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.Να μη βιαζόμεθα• είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
2. Ίσως το φως νάναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.
3. Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
4. Ο παντρεμένος ζει σαν σκύλος και πεθαίνει σαν άνθρωπος. Ο ανύπανδρος ζει σαν άνθρωπος και πεθαίνει σαν σκύλος.
5. Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο ΟΧΙ να πούνε.
n
6. Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες την πολλή συνάφεια του κόσμου, Μες στες πολλές κινήσεις και ομιλίες.
7. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
8. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.
9. Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
10. Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες, όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες, αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά, κ’ ετρέμανε μες στη φωνή – και κάποιο τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
n
Σκίτσο του Ορνεράκη


 Τα 15 αγαπημένα μου ποιήματα του Καβάφη ( η επιλογή έγινε με εντελώς υποκειμενικά κριτήρια)
1. Θυμήσου, σώμα...
Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ' εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ' ετρέμανε μες στη φωνή -- και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες -- πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

2. Ιθάκη
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρείς,
αν μέν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους•
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά•
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ' έδωσε το ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δεν θά βγαινες στον δρόμο.
Αλλο δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Ετσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

3. Η πόλις
Εἶπες «Θὰ πάγω σ' ἄλλη γῆ, θὰ πάγω σ' ἄλλη θάλασσα.
Μιὰ πόλις ἄλλη θὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἀπ' αὐτή.
Κάθε προσπάθειά μου μιὰ καταδίκη εἶναι γραφτῆ ˚
κ' εἲν' ἡ καρδιά μου -σὰν νεκρός- θαμένη.
Ὁ νοῦς μου ὡς πότε μὲς στὸν μαρασμὸν αὐτὸν θὰ μένει.
Ὅπου τὸ μάτι μου γυρίσω, ὅπου κι ἂν δῶ
ἐρείπια μαῦρα τῆς ζωῆς μου βλέπω ἐδῶ,
ποῦ τόσα χρόνια πέρασα καὶ ρήμαξα καὶ χάλασα.»
Καινούργιους τόπους δὲν θὰ βρεῖς, δὲν θά βρεις ἄλλες θάλασσες.
Ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθεῖ. Στοὺς δρόμους θὰ γυρνᾷς
τοὺς ἴδιους. Καὶ στὲς γειτονιὲς τὲς ἴδιες θὰ γερνᾷς ˚
καὶ μὲς στὰ ἴδια σπίτια αὐτὰ θ' ἀσπρίζεις.
Πάντα στὴν πόλι αὐτὴ θὰ φθάνεις. Γιὰ τὰ ἀλλοῦ -μὴ ἐλπίζεις-
δὲν ἔχει πλοῖο γιὰ σέ, δὲν ἔχει ὁδό.
Ἔτσι ποῦ τὴ ζωή σου ρήμαξες ἐδῶ
στὴν κώχη τούτη τὴν μικρή, σ' ὅλην τὴν γῆ τὴν χάλασες.

4. Περιμένοντας τους βαρβάρους
-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.
-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.
-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

 5. Επιθυμίες
Σὰν σώματα ὡραῖα νεκρῶν ποῦ δὲν ἐγέρασαν
καὶ τἄκλεισαν, μὲ δάκρυα, σὲ μαυσωλεῖο λαμπρό,
μὲ ρόδα στὸ κεφάλι καὶστὰ πόδια γιασεμιὰ —
ἒτσ’ ἡ ἐπιθυμίες μοιάζουν ποῦ ἐπέρασαν
χωρὶς νὰ ἐκπληρωθοῦν ˚ χωρὶς ν’ ἀξιωθεῖ καμιὰ
τῆς ἡδονῆς μιὰ νύχτα, ἢ ἕνα πρωὶ της φεγγερό.
n

6. Όσο μπορείς
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως που vα γίνει σα μιά ξένη φορτική.

7. Επέστρεφε
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με --
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ' επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....

 8. Έτσι πολύ ατένισα
Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.
Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ' άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου.... μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα....

9. Κεριά
Τοῦ μέλλοντος οἱ μέρες στέκοντ’ ἐμπροστά μας
σὰ μιὰ σειρὰ κεράκια ἀναμμένα —
χρυσά, ζεστά, καὶ ζωηρὰ κεράκια.
Οἱ περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μιὰ θλιβερὴ γραμμὴ κεριῶν σβυσμένων
τὰ πιὸ κοντὰ βγάζουν καπνὸν ἀκόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, καὶ κυρτά.
Δὲν θέλω νὰ τὰ βλέπω ˚ μὲ λυπεῖ ἡ μορφὴ των,
καὶ μὲ λυπεῖ τὸ πρῶτο φῶς των νὰ θυμοῦμαι.
Ἐμπρὸς κυττάζω τ’ ἀναμμένα μου κεριά.
Δὲν θέλω νὰ γυρίσω νὰ μὴ διῶ καὶ φρίξω
τί γρήγορα ποῦ ἡ σκοτεινὴ γραμμὴ μακραίνει,
τί γρήγορα ποῦ τὰ σβυστὰ κεριὰ πληθαίνουν.
n

 10. Μονοτονία
Τὴν μιὰ μονότονην ἡμέραν ἄλλη
μονότονη, ἀπαράλλακτη ἀκολουθεῖ. Θὰ γίνουν
τὰ ἴδια πράγματα, θὰ ξαναγίνουν πάλι -
οἱ ὅμοιες στιγμές μᾶς βρίσκουνε καὶ μᾶς ἀφίνουν.
Μῆνας περνᾷ καὶ φέρνει ἄλλον μῆνα.
Αὐτὰ ποῦ ἔρχονται κανεὶς εὔκολα τὰ εἰκάζει
εἶναι τὰ χθεσινὰ τὰ βαρετὰ ἐκεῖνα.
Καὶ καταντᾷ τὸ αὔριο πιὰ σὰν αὔριο νὰ μὴ μοιάζει.
n

11. Φωνές
Ἰδανικὲς φωνὲς κι ἀγαπημένες
ἐκείνων ποῦ πέθαναν, ἢ ἐκείνων ποῦ εἶναι
γιὰ μᾶς χαμένοι σὰντοὺς πεθαμένους.
Κάποτε μὲς στὰ ὄνειρά μας ὁμιλοῦνε
κάποτε μὲς στὴν σκέψι τὲς ἀκούει τὸ μυαλό.
Καὶ μὲ τὸν ἦχο των γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐπιστρέφουν
ἦχοι ἀπὸ τὴν πρώτη ποίηση τῆς ζωῆς μας -
σὰ μουσική, τὴν νύχτα, μακρυνή, ποῦ σβύνει.

12. Καισαρίων
Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω,
την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή
επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.
Οι άφθονοι έπαινοι κ' οι κολακείες
εις όλους μοιάζουν. Ολοι είναι λαμπροί,
ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί
καθ' επιχείρησίς των σοφοτάτη.
Αν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,
όλες οι Βερενίκες κ' οι Κλεοπάτρες θαυμαστές.
Οταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω
θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,
κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος
δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως...
Α, να, ήρθες συ με την αόριστη
γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ' έτσι πιο ελεύθερα σ' έπλασα μες στο νού μου.
Σ' έπλασα ωραίο κ' αισθηματικό.
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δείνει
μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.
Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,
που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν
η λάμπα μου -άφισα επίτηδες να σβύνει-
εθάρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες ως θα ήσουν
μες στην κατακτημένην Αλεξάνδρεια,
χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου,
ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν
οι φαύλοι - που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη»

13. Απολείπειν ο θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

14. Τα Παράθυρα
Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νά βρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τά βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.
n

15. Τείχη
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

n

«Υπάρχουν δύο είδη καλλιτεχνών: αυτοί που δίνουν απαντήσεις και αυτοί που θέτουν ερωτήσεις. Αυτός που ρωτάει δεν είναι ο ίδιος με αυτόν που απαντάει. Κάποια έργα χρειάζονται καιρό για να γίνουν κατανοητά γιατί συνιστούν απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν έχουν ακόμα τεθεί. Και συχνά το ερώτημα φτάνει πολύ μετά την απάντηση». (Oscar Wilde)
ΠΗΓΗ: