Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαν σήμερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαν σήμερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Άγγελος Σικελιανός: "Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια" της ποίησής του

«Καρδιά, παιδιά ... και θ' απλωθεί ο Παράδεισος μια μέρα ...»
Έφυγε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 19 Ιουνίου 1951. Ο Άγγελος Σικελιανός έδρασε μέσα από το ΕΑΜ Διανοουμένων - Καλλιτεχνών και γι' αυτή τη δράση του, στη συνέχεια, υπονομεύτηκε τρεις φορές στην υποψηφιότητά του για το βραβείο Νόμπελ. Διετέλεσε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Image result for αγγελος σικελιανος φωτογραφιες


«Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια» της ποίησής του
Ο Αγγελος και η Εύα Σικελιανού
Ο Άγγελος και η Εύα Σικελιανού
«Δεν είναι τούτο πάλεμα σε μαρμαρένια αλώνια/ εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος/ Εδώ σηκώνετ' όλ' η γη με τους αποθαμένους/ και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της.

Κι απάνω - απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους,/ φωτάει με μιας Ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος./ Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες/ - χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια,- / κ' είν' οι νεκροί στα ξάγναντα πρωτοπανηγυριώτες».

Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται από τη μέρα που η Ελλάδα, η Εθνική Αντίσταση και η Ποίηση στερήθηκαν έναν από τους μέγιστους δημιουργούς του 20ού αιώνα. Τον Αγγελο Σικελιανό. Το εκτυφλωτικής πνευματικής και ανθρώπινης λάμψης «αστέρι» του έσβησε στις 19 του Ιούνη του 1951. Ο Σικελιανός έφυγε πικραμένος και παραγκωνισμένος από την επίσημη μετεμφυλιακή Ελλάδα, συκοφαντημένος και σαν επίτιμος πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, επειδή είχε το σθένος να συμπορευτεί με το ΕΑΜ, και μάλιστα σαν επικεφαλής του ΕΑΜ Διανοουμένων -Καλλιτεχνών. Να μην απαρνηθεί, μετά την απελευθέρωση, τα ιδανικά της Εθνικής Αντίστασης. Να μη «συνδράμει» τις προσπάθειες της αγγλοκρατίας και της άρχουσας τάξης για κατασυκοφάντηση του ΕΑΜ. Να μη «συμφωνήσει» για τις διώξεις των εκατοντάδων χιλιάδων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Είναι γι' αυτό διπλό το χρέος μας για μια τιμητική αναφορά στον κορυφαίο αυτό δημιουργό - ποιητή της ζωής.

«Αστέρι» των αντρειωμένων

«Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε/ στην κούνια τα βυζασταρούδια,/ εμένα με νανούρισαν,/ των αντρειωμένων τα τραγούδια./ Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,/ στην μπόρα τη μαρτιάτικη/ που 'χε τα ουράνια ανοίξει,/ εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της/ τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!/ Μάνα φωτιά με βύζαξες/ κ' είναι η καρδιά μου αστέρι;».

Στις 15 του Μάρτη του 1884, γεννιέται στη Λευκάδα το έβδομο και τελευταίο παιδί της Χαρίκλειας και του Ιωάννη Σικελιανού, δασκάλου των Γαλλικών. Το όνομα αυτού Αγγελος. Το αγόρι αυτό, που γεννήθηκε με προσωπίδα, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία ήταν «σημάδι» ιδιαίτερης «προίκας» και «μοίρας», έγινε ένας από τους κορυφαίους οραματιστές δημιουργούς, όχι μόνον της Ελλάδας, μα του κόσμου όλου. Γι' αυτό και προτάθηκε για το «Νόμπελ» της Ποίησης, το οποίο, όμως, δεν του δόθηκε λόγω της ύπουλης παρέμβασης «πνευματικών», λεγόμενων, φερεφώνων της επίσημης Ελλάδας, η οποία «τρώει τα καλύτερα παιδιά της», όταν αυτά - όπως ο Σικελιανός που αντιστάθηκε στην εμφυλιοπολεμική και ψυχροπολεμική πολιτική της - δεν υποτάσσουν το πνεύμα και το όραμά τους στις επιδιώξεις και πρακτικές της αντιλαϊκής εξουσίας της.

Εκτός από την επέτειο του θανάτου του, φέτος συμπληρώθηκαν και 117 χρόνια από τη γέννησή του. Μα καθώς σήμερα χρειάζεται η ποίησή του να ξαναφυσήξει στα σταυροδρόμια του κόσμου, χρειάζεται και η ...αναζωπύρωση της μνήμης του.

Από την αριστοκρατία, στο λαό

Ρίζα σικελική - εξ ου και το επίθετό του - από παλιά αριστοκρατική οικογένεια, που στα τέλη του 19ου αιώνα ξεπέφτει οικονομικά, ο Σικελιανός αναθρέφεται μέσα σε ένα πνευματικό οικογενειακό περιβάλλον. Δεκατριάχρονος, ακόμα, μαθητής, γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Στα 1901 εισάγεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και γνωρίζεται με τον πρωτοπόρο ανανεωτή του νεοελληνικού θεάτρου Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, στου οποίου τη «Νέα Σκηνή» παίζει σε αρχαίες τραγωδίες, ποθώντας να γίνει ηθοποιός. Πόθος που απέτυχε, αλλά γονιμοποίησε τη δραματουργία του Σικελιανού και τη μεγαλοφυή σύλληψή του για αναβίωση του αρχαίου δράματος με τις «Δελφικές Εορτές» (χρονιά έναρξής τους το 1927).

Το 1902 δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στα περιοδικά «Διόνυσος» και «Παναθήναια». Ακολουθούν ποιήματα στο «Νουμά» και σε άλλα περιοδικά. Ψηλός και απολλώνιας ομορφιάς ο Σικελιανός, υπερηφανεύεται για την αριστοκρατική καταγωγή του. Νιώθει ημίθεος. Σχεδόν ένας αρχαίος θεός. Ενας σύγχρονος Ορφέας. Ενας νιτσεϊκός υπεράνθρωπος, που ίπταται στα ουράνια, αλλά και στη γη, υπεράνω, όμως, των απλών ανθρώπων. Ενας γητευτής - προσωποποίηση της ποίησης, αλλά και του σαρκικού έρωτα.

Με τη «θεϊκότητά» του μάγεψε το 1905 την πλούσια Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, την πρώτη γυναίκα του, η οποία του αφοσιώθηκε ψυχή τε και πνεύματι, στηρίζοντας - και οικονομικά - όλα τα πνευματικά πετάγματα - οράματά του. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση, οι «Δελφικές Εορτές» του. Το «ημιθεϊκό» αίσθημα του Σικελιανού, ίσως, δε θα κρατούσε τόσο πολύ, αν η Εύα Σικελιανού δε σαγηνευόταν από την - όντως ημιθεϊκή - πνευματική και σαρκική μορφή του, τόσο που να υποκλίνεται και στις ερωτικές απιστίες του. Λέγεται, μάλιστα, ότι μια μέρα, που ο Σικελιανός στο σπίτι τους στους Δελφούς είχε περιπτύξεις με άλλη γυναίκα, κάποιος ζήτησε επειγόντως να του μιλήσει. Η Εύα Πάλμερ, με τη γνωστή σ' όσους ήξεραν το ζεύγος Σικελιανού λατρεία της για τον ποιητή, χωρίς ίχνος ιδιοκτησιακής πικρίας, απάντησε στον επισκέπτη: «Ο θεός κάνει έρωτα! Δεν μπορεί να σας δεχτεί τώρα». Το ίδιο μεγαλόψυχα αντιμετώπισε η Πάλμερ και τον έρωτά του με την Αννα Καραμάνη (1938). Εδωσε γενναιόδωρα τη συγκατάθεσή της για το γάμο τους (1940) και εξακολούθησε - όλα τα χρόνια μετά το χωρισμό τους - να τον βοηθά οικονομικά από τις ΗΠΑ και να προβάλλει διεθνώς την ποίησή του και τον ΕΑΜικό αγώνα του.

«Ποιητής πλούσια προικισμένος, μ' εξαιρετική δύναμη, πάνοπλος τεχνίτης, που άνοιγε τολμηρά καινούριους δρόμους, μια ποίηση με τόνους μεγαλόπρεπους και πλατιούς κυματιστούς ρυθμούς, με πρωτόφαντη αισθησιακή ευφορία, ορμητική μαζί και εκστατική», ο Σικελιανός στα νιάτα του είχε μια ολότελα δική του εξωπραγματική, ουτοπική ιδεολογία. Κι εκείνον τον είχε συνεπάρει η αναγεννητική δύναμη της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αλλά μη έχοντας κατανοήσει πραγματικά τον ταξικό της χαρακτήρα και προορισμό, το 1920, με το πεζογραφικό του «Υπόμνημα στη Μεγαλειότητά του», στον βασιλιά Κωνσταντίνο, του προτείνει να αναλάβει την αρχηγία των Ελλήνων και των Μπολσεβίκων, για έναν «καθαρτήριο θρησκευτικό πόλεμο κατά της αμαρτωλής Ευρώπης».

Αργότερα, ο Σικελιανός συνειδητοποίησε το λάθος του, αποκήρυξε αυτό το κείμενό του και δεν το περιέλαβε στην έκδοση των Απάντων του. Επί σαράντα περίπου χρόνια, γράφοντας πολλά αριστουργηματικά ποιήματα, παραπλανήθηκε με τον ιδεαλισμό του. Και ντρεπόταν γι' αυτό, τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Τα στερνά τιμούν τα πρώτα...

Η φλόγα του ΕΑΜ

Βλέποντας ο Σικελιανός το φασισμό να απλώνει πάνω από την Ευρώπη και να αρπάζει στα βρόγχια του τον χιλιοβασανισμένο ελληνικό λαό, πετά τον ιδεαλισμό, τον εγωτισμό, την ωραιοπάθειά του και στρέφει την καρδιά και το πνεύμα του στη ζωή και το λαό. Σμίγει την ποίησή του με τον απελευθερωτικό αγώνα και τους σοσιαλιστικούς πόθους του λαού. Το 1941 εντάσσεται στο ΕΑΜ και πρωτοστατεί στην προπαγάνδισή του με πέντε χειρόγραφα ποιήματα, με τίτλο «Ακριτικά», τα οποία, εικονογραφημένα με ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου, κυκλοφορούν παράνομα. Σ' όλη τη διάρκεια της Κατοχής, υποφέρει όπως όλοι οι αγωνιστές του λαού, γυρίζοντας την πλάτη στη δυνατότητα να ζήσει με άνεση και ασφάλεια. Δημοσιεύει συνεχώς ποιήματά του σε ΕΑΜίτικα έντυπα για το «Νέο Εικοσιένα», όπως αποκαλεί το ΕΑΜ, στο επίγραμμά του «Ανάσταση» (25/3/1942):

«Τα χελιδόνια του θανάτου Σου μηνάν μιαν άνοιξη/ καινούρια, Ελλάδα, κι από τον τάφο Σου γιγάντια γέννα.../ Μάταια βιγλίζει των Ρωμαίων η κουστωδία τριγύρω Σου.../ Ακόμα λίγο, κι ανασταίνεσαι σε νέο Εικοσιένα».

Παράλληλα γράφει τα σπουδαία, επίσης αντιστασιακής πνοής, θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων η «Σίβυλλα» και το κορυφαίο του «Ο θάνατος του Διγενή Ακρίτα». Εργο εμπνευσμένο από τη δημοτική μας ποίηση, που υμνεί τους νέους «Ακρίτες» του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και την απελευθέρωση κάθε ανθρώπου και λαού:

«Σηκώθη η λεβεντογενιά/ φρεγάδα μ' ανοιχτά πανιά/ στο νιον αγέρα,/ για ν' αρμενίσει το ντουνιά/ κι ακόμη πέρα...

Με το Νοτιά, με το Βοριά,/ ν' ανοίξει απέραντη ποριά/ στη Λευτεριά, στη Λευτεριά...

Με τ' άργανα ελαφριά, βαριά,/ με το Νοτιά, με το Βοριά,/ λαλάτε την τη Λευτεριά,/ για να γιομόσει τον αγέρα,/ πριν έβγει ο ήλιος να 'μαστ' έτοιμοι/ τη νέα να δούμε μέρα...».

Ο Σικελιανός προφητεύει ότι «Σιμώνει ένας αχός/ της Ιεριχώς σα να γκρεμίζονται τα κάστρα». Κι αφουγκράζεται:

«Απ' την αντιβίγλα των λαών κι από τα δάση/ χυμά μια απέραντη πνοή,/ πο 'χει βουή κι αντιβουή:

"Τόπο στη ζωή!... Τόπο στη Ζωή!..."

Δεν αποπαίδισεν η Πλάση!».

Ο ποιητής δε θεώρησε ότι επιτελούσε το καθήκον του με το να υμνεί απλώς τον ΕΑΜικό αγώνα κλεισμένος στο σπίτι του. Τον υμνούσε και δημόσια. Διακινδυνεύοντας. Εφτασε να «χτυπήσει» με τους στίχους του, την καμπάνα του αγώνα και στην κηδεία του Παλαμά. Εβγαζε εγερτήριους λόγους σε διάφορες εκδηλώσεις. Τόλμησε σε εκδήλωση στο Ηρώδειο (Αύγουστος του 1944) να απαγγείλει με τη βροντώδη φωνή του τον αντάρτη «Αστραπόγιαννό» του. Αλλά και σε εκδήλωση μετά την απελευθέρωση (1946) ύμνησε τον αγώνα και τις ιδέες του ΕΑΜ.

Και καθώς είχε, ήδη, πει το μεγάλο «ΝΑΙ» και το μεγάλο «ΟΧΙ» του, στην πρώτη μεταπολεμική εκδήλωση της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, ως πρόεδρός της, έκανε μια μεγαλόπνοη προγραμματική ομιλία με θέμα «Προς μια αποφασιστική πνευματική στροφή». Οι ΕΑΜικές ιδέες του Σικελιανού δε λύγισαν ούτε με τον Δεκέμβρη, ούτε στα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου. Γιατί, όπως έβαζε τον Μακρυγιάννη να λέει, «Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο, και δε θα μπούμεν εύκολα στου αυγού το τσόφλι, γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ' αυτό να ξαναμπούμε πίσω, μα εγίναμε πουλιά, και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε».

Ο Σικελιανός βλέποντας τη νέα, μετά το Δεκέμβρη, σκλαβιά των αγωνιστών, τοποθετούσε υπεράνω όλων των αγαθών τη Λευτεριά, βάζοντας τον Βλαχογιάννη να λέει:

«Τη Λευτεριά, τη Λευτεριά ως τα ύψη,/ τη Λευτεριά ως το θάνατο,/ τη Λευτεριά ως τον Αδη,/ κι απέκει τ' άλλα είναι καλά, απάνου ή κάτου κόσμος!».

Και στο επίγραμμά του «25 Μάρτη 1821 - 25 Μάρτη 1946» έλεγε:

«Του αγώνα μας πρωτόφλεβα, καρδιά του Εικοσιένα,/ για να σε χαιρετίσουνε ορθό είναι σηκωμένοι/ γυναίκες, γέροντες,/ παιδιά κ' εγώ στη σύναξή τους/ για βιαστικό αντροκάλεσμα, για σημερινό σημάδι.

Τι τώρα σμίγει το αίμα Σου στην πιο πλατιά του κοίτη/ μ' όσο αίμα χύθηκεν εχτές, και δες το, ξεχειλίζει/ να μπει ποτάμι ακράταγο με τα ποτάμια τ' άλλα/ των Λαών ορμάν στη Λευτεριά π' ανοίγεται μπροστά τους/ Ανθρωποθάλασσα της Ζωής, σ' Εσέ, Δημοκρατία!».

Τιμωρημένος αλλά περήφανος

Δεν του τα συγχώρεσε όλα αυτά η μεταπολεμική σκοταδιστική εξουσία. Γι' αυτό και σαμποτάρισε τρεις φορές την υποψηφιότητά του για το Νόμπελ, την οποία έθεσε η Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών. Τον πολέμησε και για έναν ακόμα λόγο. Επειδή η ΕΑΜοθραφείσα ΕΕΛ το 1947 τον ανακήρυξε τιμητικά ως επίτιμο πρόεδρό της. Το αντιδραστικό κατεστημένο κατηγόρησε την ΕΕΛ ότι προπαγανδίζει το δεύτερο αντάρτικο. Το «επιχείρημα» ήταν ότι στην πρωτοχρονιάτικη γιορτή της ΕΕΛ (Γενάρης του '48), την ώρα που ο επίτιμος πρόεδρος της εταιρίας έκοβε την πρωτοχρονιάτικη πίτα, ο Μάρκος Αυγέρης του ευχήθηκε «Να ζήσει σαν τα Ψηλά Βουνά», προπαγανδίζοντας, υποτίθεται, έτσι, τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Με αυτήν την κατηγορία μπήκε μπροστά η «μηχανή» τρομοκράτησης του πνευματικού κόσμου. «Μηχανή», που χώρισε τους λογοτέχνες σε «εθνοπροδότες» και «εθνικόφρονες» και διέσπασε το παλαιότερο σωματείο της χώρας, την ΕΕΛ, με τη δημιουργία της «Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών».

«Απόγονος» του Σολωμού και του Κάλβου

Ποιητής «απόγονος» του Σολωμού και του Κάλβου. «Θηλασμένος» με τους μύθους και το απολλώνιο κάλλος της αρχαιοελληνικής ποίησης. «Μεθυσμένος» με τον ήλιο και τη φύση της υπαίθρου. «Ανδρωμένος» με την κυριαρχούσα την εποχή της νιότης του νιτσεϊκή φιλοσοφία. «Γητεμένος» από την ποιητική μεγαλαυχία του Ντ' Ανούστσιο και τον εκθαμβωτικό αισθητισμό του Κλωντέλ, αλλά και «ομοαίματος» του Παλαμά, ο Σικελιανός νιώθοντας σαν ημίθεος - Ηνίοχος, άνοιξε με το μεγαλόπνοο, οραματικό, επικολυρικό «άρμα» της ποίησης και της «Δελφικής Ιδέας» του για αδελφοσύνη και ειρήνη των λαών, νέους δρόμους στα Ελληνικά Γράμματα του 20ού αιώνα.

«Δρόμοι», που όσο κι αν κατά την πρώτη και δεύτερη δημιουργική του περίοδο δεν οδηγούσαν κατευθείαν στο λαό και για την προκοπή του λαού (όπως, αντίθετα, καθυστερημένα βέβαια, αλλά αταλάντευτα μέχρι το τέλος της ζωής του, συνέβη με την τρίτη και τελευταία δημιουργική του περίοδο), προικοδότησαν όμως - και αυτοί - για πάντα την πνευματική μας κληρονομιά.

Ο Σικελιανός παραμένει αθάνατος και κατατάσσεται στην κορυφαία τετράδα των δημιουργών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα -Παλαμάς, Βάρναλης, Σικελιανός, Καζαντζάκης - ιδιαίτερα με το έργο της τρίτης δημιουργικής περιόδου του. Περίοδος, που μετρά από το 1941, αφ' ότου, ιδεολογικά ξεκάθαρος και συνειδητοποιημένος πια, απαλλαγμένος από τον ουτοπικό ιδεαλισμό του, τον απόμακρο από την κοινωνική πραγματικότητα και το λαό εγωτικό «αριστοκρατισμό» του και το μότο του «αρχά των αρίστων», δεμένος πια αταλάντευτα με το λαό και τα απελευθερωτικά και σοσιαλιστικά του οράματα, εντάχθηκε στο ΕΑΜ. Το λαμπρής τέχνης, πολύμορφο συλλαβικά και διεγερτικού ιαμβικού μουσικού παλμού ποιητικό έργο του Σικελιανού, στο σύνολό του (και των δύο πρώτων περιόδων, παρά τις όποιες ιδιομορφίες του, οι οποίες επιδέχονται διάφορες πολιτικο-ιδεολογικού και αισθητικού περιεχομένου παρατηρήσεις), ιδιαίτερα όμως το ΕΑΜικό και διαχρονικής επικαιρότητας έργο των δέκα τελευταίων χρόνων της ζωής του, πρέπει να «θρέψει» και τις σημερινές και αυριανές νέες γενιές.

Γιατί; Γιατί πρόκειται για έργο, που «στο λαό και στη γη βρίσκεται η δύναμη». Εργο, που, χάρη στο «πυρίζωο πνεύμα» του δημιουργού του, «Κρατάει σπαθί, κρατάει φωτιά, κρατάει διπλό πελέκι». Κατέχει τη δύναμη να «κρατά πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής» του λαού. Στο παρόν και το μέλλον. Ωστε:

«Ο νέος Αδάμ να γεννηθεί/ τρανός ολόφωτος Εωσφόρος,/ (...) με την αμέτρητη συμπόνια της καρδιάς/ και την πνοή του πρώτου Αντάρτη,/ να λευτερώσει το Χριστό από το Σταυρό/ τη γην ολάκερη να περπατήσει/ και μ' όλους του τους αδελφούς/ να ξαναχτίσουμε τη χτίση».

Ως να 'ρθει η ώρα, δηλαδή, που για κάθε «εσταυρωμένο» πριν, «λυόμενο» πλέον άνθρωπο και λαό «να φουντώσει γύρα του ο παράδεισος τ' ανθρώπου». Ωστε οι νέοι «Ακρίτες» στήνοντας «κλαριά μεγάλα, ν' ανεβεί τ' αμπέλι του Ηλιου,/ κι από παντού πουλιά κι ανθοί και λαοί να ξεκινήσουν/ καινούριου Δέντρου Ζωής τον ίσκιο να χαρούνε». Να κάνουν, σαν να λέμε πράξη το όνειρο του «Διγενή», στον οποίο δίνει φωνή το διαλεκτικά αισιόδοξο σοσιαλιστικό όραμα του Σικελιανού, μιλώντας από το παρελθόν στο μέλλον:

«Ψεύτικοι θεοί πολλοί σαπίζουνε την πλάση,/ μ' αυτός ο θεός που 'ναι ο λαός θα μείνει πάντα/ στη σαπισμένη γη να φέρει την υγειά της...

Καρδιά, παιδιά... και θ' απλωθεί ο Παράδεισος μια μέρα...».

Αριστούλα ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ


******************************

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Ο ... αγγελοκρουσμένος ποιητής

Ο Αγγελος και η Εύα Σικελιανού στις Φαιδριάδες (Δελφοί)
Ο Αγγελος και η Εύα Σικελιανού στις Φαιδριάδες (Δελφοί)
Το αγόρι που γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 14/3/1884 (παλιό ημερολόγιο) δεν ήταν συνηθισμένο παιδί. Ετσι πίστευε και ο ίδιος. Δηλαδή ο Αγγελος Σικελιανός.

«Το πρόσωπό μου εφύλαγεν/ η προσωπίδα η διάφανη,/ που η μάνα από την όψη μου/ αγάλι - αγάλι βγάνοντας,/ εχαμογέλα, αχνή, να με γνωρίσει (...)».

Η προσωπίδα - τμήμα του αμνιακού χιτώνα που σπανίως επικαλύπτει το κεφάλι του νεογέννητου - ερμηνεύεται από τη λαϊκή δοξασία ως προνομιακή εύνοια της φύσης. Ο πατέρας του παιδιού την αποξηραίνει και τη φοράει ως χαϊμαλί για να του φέρνει γούρι.

«Ακούστε με, ακούστε με! Αν ετρέμανε/ στην κούνια τα βυζασταρούδια/, εμένα με νανούρισαν/ των αντρειωμένων τα τραγούδια./ Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,/ στην μπόρα τη μαρτιάτικη/ που 'χε τα ουράνια ανοίξει, εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της,/ τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!

Και κάπου, ωσά να γνώρισε/ βαρύ σημάδι απάνω μου,/ της χτύπησε βαθιά η καρδιά,/ και στις γυναίκες έκραξε,/ που με είχαν πρωτοπιάσει,/ στους δρόμους όξω να χυθούν,/ να με κηρύξουν στα βουνά/ και στη μεγάλη πλάση!

Μάνα, φωτιά με βύζαξες/ κι είν' η καρδιά μου αστέρι;»
(Αλαφροΐσκιωτος)

Αλλά οι γονείς του ήταν ξεχωριστοί! Ο καθηγητής ξένων γλωσσών Ιωάννης - Δημήτριος Σικελιανός (1831-1909) και η Χαρίκλεια Στεφανίτση (1847-1929), από σπουδαία γενιά και οι δύο, εκπρόσωποι της καλλιεργημένης επτανησιακής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Τόπος καταγωγής του πατέρα, η Σικελία - απ' όπου και το όνομα «Siciliani», εξελίχθηκε σε Σικελιανός. Το πραγματικό επώνυμο της οικογένειας αποκαλύπτεται για πρώτη φορά εδώ: Ηταν «Gojji», γένος ευγενών της Σικελίας με οικόσημο και σπουδαία κοινωνική θέση. Και το όνομα αυτού: Αγγελος.

Μια επίμονη οικογενειακή παράδοση ήθελε το όνομα αυτό για τους γόνους των Σικελών. Ενας άλλος Αγγελος, ο αδελφός του, γεννήθηκε στις 19/1/1877 και πέθανε από διφθερίτιδα (2/1884), ένα μήνα πριν τη γέννηση του ποιητή.

Εξέχων πρόγονός του ήταν ο συνονόματός του, ο Αγγελος -Κάμιλλος Σικελιανός, αδελφός του πάππου του, του Αντωνίου και γιος του Μάρκου Σικελιανού και της Ελένης Σιγούρου, από τη Ζάκυνθο. Ηταν λαμπρός πολιτικός και λόγιος, σεβαστός φίλος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, με τον οποίο αλληλογραφούσαν στα 1847-1848, όταν ο τελευταίος, φοιτητής ακόμη, διέμενε στην Πίζα της Ιταλίας. Τα κείμενα αυτά εξέδωσε ο Οκτάβ Μερλιέ με τον τίτλο: «Quinje lettres grangaisaises de Valaoritis» («Δεκαπέντε γράμματα στα γαλλικά του Βαλαωρίτη», Αθήνα, 1956).

Το όνομα Αγγελος δεν εξέλιπε μετά το θάνατο του ποιητή. Ο γιος του Γλαύκου, του μοναχόπαιδου του ποιητή και της Εύας, ονομάζεται Αγγελος - Μάρκος - επίσης οικογενειακό όνομα των Σικελιανών το τελευταίο. Ο 10χρονος εγγονός του Γλαύκου από την κόρη του, τη Τζίνα, ονομάζεται Dylan - Αγγελος, ενώ δύο απόγονοι με το επώνυμο Σικελιανός φέρουν επίσης το όνομα Αγγελος.

Δε γνωρίζουμε αν και στον ποιητή δόθηκαν και άλλα ονόματα, όπως συνηθιζόταν παλαιότερα στις αρχοντικές επτανησιακές οικογένειες. Οι ληξιαρχικές πράξεις γέννησης και βάπτισής του δεν εντοπίστηκαν στο Ληξιαρχείο της Λευκάδας.

Ο συμβολισμός του ονόματός του έκαναν τον ποιητή πολύ περήφανο. Το θεωρούσε ως το μελωδικότερο όνομα της ελληνικής γλώσσας - δωρικό, λόγω του φθόγγου γγ και ιωνικό με τον μελίρρυτο ήχο λάμδα. Αλλά η συνάρτηση του παραπάνω νοήματος και της προσωπικής του ακτινοβολίας εντυπωσίαζε και τους ομοτέχνους του. «Μέγα ταγό Δελφικό, Αρχάγγελο Αγγελο Σικελιανό που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα», «Ικαρός», 1980), ενώ ο Γιάννης Ρίτσος αναφωνεί δοξαστικά: «Αγγελε, Αρχάγγελε, ο αρχάγγελος του λόγου σου περιίπταται/ μέσα στον κατάφωρο ελληνικόν αγέρα (...) Αγγελε, Αρχάγγελε, στον ανεμόφερτον οίστρον σου πώς κλάγγιζαν/ έρωτες, θάλασσες, βουνά, λιοντάρια, πλάτανοι κι αστέρια (...) Αγγελε Αλαφροΐσκιωτε, που όλους τους ίσκιους κρυπτικά αποκρυπτογράφησες! (...) Γεια σου, λοιπόν, Αγγελε, Αρχάγγελε του Λαού!» («Συντροφικά τραγούδια» «Σύγχρονη Εποχή», 1982). «Σικελιανός, ο Εξάγγελος», τιτλοφορείται το βιβλίο που εμπνεύστηκε από αυτόν ο Μενέλαος Λουντέμης («Δωρικός», 1976). « Αγγελού», τον αποκαλεί χαϊδευτικά η Εύα από την Αμερική στα ατελείωτα χρόνια του αποχωρισμού τους, ενώ εκείνος, σε γράμμα του στα 1929-1930, της γράφει για τον εαυτό του: «Ο Αγγελος είναι ανεβασμένος σε μια κορυφή και ατενίζει ολόγυρα, έτοιμος να πετάξει...». Σε πρωτοεφηβικό του ποίημα που παρουσίασα στο βιβλίο μου «Αγγελου Σικελιανού, Ανέκδοτα Ποιήματα και Πεζά», «Εστία», 1989), παίζει με το όνομά του:

«Για να κοιμούμαι ήσυχα/ δε θέλω εγώ να βλέπω/ αγγέλους εις τον ύπνο μου/ όπου τα μάτια αν τρέπω./ Το μόνο που παρακαλώ/ για ψυχική γαλήνη,/ είναι, προτού να κοιμηθώ,/ να με φιλεί εκείνη./ Αυτό, αν θέλεις, ω θεε,/ για με, με σπλάχνο κάμε/ και χωρίς αγγέλους,/ εγώ Αρχάγγελος θε να 'μαι!».

Στην περιήγησή του στο Αγιον Ορος με τον Νίκο Καζαντζάκη, στις 18/12/1914, στη Μονή Βατοπεδίου, εντυπωσιάζεται από «τους μακρόλαιμους αγγέλους του Πανσελήνου που το κεφάλι τους βυθίζουν σαν τον κύκνο στης ευτυχίας το κρουσταλλένιο ρέμα». Σκιτσάρει και ένα σχέδιο εκφραστικότατο με το παραπάνω εκείμενο, που τύπωσε σε κάρτα η Αννα Σικελιανού.

Χρησιμοποιεί με αγαλλίαση στο έργο του σπάνιους όρους: Αγγελοκρούω (τρομάζω, πονάω), αγγελοκρούομαι (ψυχομαχώ), αγγελοκρουσμός (μεγάλος τρόμος), αγγελοκρουσμένος (τρομαγμένος), αγγελομαχώ (ψυχομαχώ), αρχαγγελικό διάσκελο (διασκελισμός του Αρχάγγελου) κ.ά.

Το άσμα ΙΙ στο « Μήτηρ Θεού» (1917) αρχίζει ως εξής: «Αγγελε, στο κατώφλι σου/ την ώρα που δε θάρρεις,/άνεμος φύσαγε γλυκός πολύ, ψυχοπονιάρης».

Τότε η παρέα της Δεξαμενής - Ελλη Αλεξίου, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μάρκος Αυγέρης - παρώδησε το δεύτερο στίχο ως εξής: «Αμερικάνα πέζεψε, γυναίκα να την πάρεις!..». Αναφερόταν, φυσικά, στην Εύα Πάλμερ. Αλλά και αλλού, απαντάται το βαπτιστικό του όνομα. Στον «Υμνο στον Εωσφόρο το Αστρο» παραθέτει με αγαλλίαση το διάλογό του με την Αλκμήνη:

«Ανθος του ανδρισμού μου, Αλκμήνη,/ (...) ω, κοίτα είμαστε μόνοι/ στον κόσμο, ως οι πρωτόπλαστοι (...) / - "Αγγελε, γλύκα του είναι μου" αποκρίθη/ "αν ήταν μόνο σήμερα η καρδιά μου/ να πει για σένα, πες της πως εκρίθη..." (...). Και τότ' εγώ της είπα: -"Ω Τιτανίδα/ ο ναός κ' η φύση είναι μονάχα δώρα/ του Ανθρώπου που 'χε κάποτε γι' ασπίδα/ (...) του πόθου του τη φλόγα τη θεο-θεοφόρα,/ του Εωσφόρου τ' ανίκητον αστέρι!"».

Εξαίσια υποβλητικότητα αποπνέει και ο νοερός διάλογος του ποιητή στον «Ελληνικό Νεκρόδειπνο»:

«(...) Αλλ' όταν ανοίχτη ομπρός μας το κρασί το μαύρο/ που φίλος επιστήθιος το 'χε φέρει/ για μένα, αδρό γιατ' ήταν κι' ευωδούσε/ σαν του Διονύσου το χυμένον αίμα,/ γυρίζοντας εκείνος προς εμένα/ τρανό ποτήρι ξέχειλο, με το ίδιο/ καλώντας με όνομά μου: -"Αγγελε", μου 'πε,/ "αν τώρα θες, δώσε φωνή στη νύχτα..." Και τότ' εγώ: -"Στη νύχτα τούτη, φίλε,/ ζητάς φωνή να δώσω (...) απ' το κρασί που το 'φερες για μένα/ (...) ας μεταλάβουμε όλοι (...) Κι όσο για τα νέα,/ τα φλογερά που θέλατε τραγούδια/ ν' ακούστε από τα χείλη μου, θα 'ρτούνε/ στην ώρα τους κι αυτά...". Ετσ' είπα κι όλοι, (...) / απ' το κρασί γευτήκανε κι απ' όλους/ στερνός, σαν ο ιερέας που καταλύει/ το δισκοπότηρο μες στ' Αδυτο, ήπια/ κι εγώ ως την ύστερη τη στάλα (...)».

«Στη "Ζωή της Χαράς", ο Αγγελος θάναι πάντα παραστάτης της!» μου γράφει ο Σικελιανός, αφιερώνοντάς μου το βιβλίο της Μαρίας Λιουδάκι «Στου Παππού τα γόνατα» ( 7/5/1949). Και στις 31/6/1949, σε γράμμα του από τη Σαλαμίνα, ανάμεσα στ' άλλα, μου γράφει και τα εξής:

«Γλυκειά Vivette,

Ο Αγγελος, που την άνοιξη που πέρασε Σούγραψε πως θάναι ο παντοτινός Σου παραστάτης, ίσως τώρα νομίζεις πως Σε ξέχασε... Είναι στη Σαλαμίνα (...) το νησάκι είναι μακρά και μοιάζει νάναι ώρες, ώρες, σαν μια φυλακή χτισμένη ανάμεσα στα κύματα... Θε να του δώσει κάποτε ο Θεός τη χάρη να του ξαναβάλει τα φτερά του; Είναι στιγμές που το πιστεύει, όχι γιατί τον λένε Αγγελο μόνο, αλλά γιατί η καρδιά του ξεπερνά τις αποστάσεις... Αχ, να γινόταν γλυκειά Vivette, αυτό το θαύμα, και καμιά ώρα που θα βρισκόσουν στον κήπο, ξαφνικά από πάνουθέ Σου να αισθανθείς τη βουή κάποιων φτερών, που θα με κατεβάζανε ανάμεσα στα δέντρα και θα μ' έφερναν σιμά Σου... Πώς το θέλει ο Αγγελος αυτό το πέταγμα για Σε και τη Ρενούλα μας! (...) Και λέω, που αν είχα τα φτερά, δε θα περνούσα μόνο για να Σας δω, μα θα Σας έκανα και αέρα για να δροσιστείτε... Εσύ, γλυκειά Vivette, πώς είσαι; Να ελπίσω πως θ' αποφασίσεις να μου γράψεις δυο Σου λόγια; Ξέρεις πως και τα φτερά θέλουνε κάποιο πότισμα για να φυτρώσουν; Τέτοιο πότισμα θα μού 'ναι τα λογάκια Σου (...). Μένω πάντα με τη μυστικήν ελπίδα να ξανάβρω τα φτερά μου και νάθρω. Αγγελος». (Από το βιβλίο μου «Αγγελου Σικελιανού, Ανέκδοτα Ποιήματα και Γράμματα»).

Στις 6/11/1949, τρεις Λευκαδίτες φοιτητές του απευθύνουν ευχές για την εορτή του με μίαν αγκαλιά κυκλάμινα, που τα είχε υμνήσει εκείνος στο Φθινόπωρο 1936:

«Αγαπητέ Ποιητή,

Θα θέλαμε οι κυκλαμιές να σου θυμίσουν το μικρό λουλούδι, "το πρώτο κυκλάμινο που βρήκες, παιδί, μια μέρα στη Λευκάδα, μέσα στην κουφάλα της γέρικης ελιάς του σπιτιού σου", το λουλουδάκι που με το λεπτό του μοσχοβόλημα χάρισε στην ψυχή σου πλουσιότατα και απολλώνεια δώρα - "την πρώτη γνωριμιά του Αγραφου Χώρου!" Μα είτε το πετύχουν - είτε όχι, όμως πρέπει να σε βεβαιώσουμε πως κι εμείς κι οι πιο πολλοί συμπατριώτες σου Λευκαδίτες, έχουμε χαρίσει σε σένα και το έργο σου την εκλεκτότερη θέση της καρδιάς και του μυαλού μας και ζούμε με την ελπίδα κάποιων καλύτερων καιρών που θα μας επιτρέψουν μια θερμή, πλατιά και γόνιμη γνωριμιά μαζί σου! Με βαθιά εκτίμηση»: Πάνος Σάντας, Πανταζής Κοντομίχης, Νίκος Κατηφόρης, φοιτητές από τη Λευκάδα.

Και ο καλός του φίλος, ο σκηνοθέτης Σωκράτης Καραντινός, του εύχεται με την ευκαιρία της εορτής των Αρχαγγέλλων Μιχαήλ και Γαβριήλ: «Να ζήσεις σαν τα ψηλά βουνά, για μας, τη φτωχολογιά, και για την Ελλάδα μας!».

Ομως ο ποιητής δε γιόρταζε στις 8 Νοεμβρίου, αλλά την ημέρα του Αγίου Πνεύματος. Τότε εορτάζει παλλαϊκά στη γενέτειρά του, τη Λευκάδα, το περίφημο Μοναστήρι της «Πεφανερωμένης», της Παναγίας, όπου από μικρό παιδί συμμετείχε στον πανηγυρισμό και στο προσκύνημα.


Φέτος, στις 19/6, συνέπεσε η ημερομηνία του θανάτου του και της ονομαστικής του εορτής. Μια μικρή διερεύνηση, μας επιτρέπει κάποια σημειολογική σύνδεση της ονομαστικής εορτής του και γεγονότων του βίου του. Ο κατ' εξοχήν ποιητής των συμβόλων είχε αναγάγει την εορτή του Αγίου Πνεύματος σε ημέρα ιδιαίτερου συμβολισμού: Ακριβώς την ημέρα της ονομαστικής του εορτής (18/6/1940) επέλεξε για το γάμο του με την Αννα, στο Τελεστήριο της Ελευσίνας. Στις 25/6/1938, πέρασε την ονομαστική του εορτή στο Πήλιο, από όπου έγραψε στον αδελφικό του φίλο Τάκη Δημόπουλο:

«Μην ένας θρύλος θεϊκός του λαού, οπού τον έμαθα εδώ πάνω, δε μας λέει ότι τ' αηδόνια που γεμίζουνε με το τραγούδι τους τις γύραθέ μου λαγκαδιές, στην εορτή του Αγίου Πνεύματος φεύγουν κι αυτά, αφήνοντας και το τραγούδι τους ακόμα, για να βυθιστούν με τη σιωπή μέσα στου ίδιου αυτού Αγίου Πνεύματος τη μυστική παντοφωνήτρα φλόγα! (...) Μα εκεί που σταματάνε να φυτρώνουν τα λουλούδια, αρχινάν ν' ανθούν αυτούσια τ' άστρα, κι εκεί που σωπαίν' η ανθρώπινη φωνή ή τα τραγούδια του αηδονιού, βροντάει κ' αστράφτει αυτήκοος πλέον, κι όχι μέσα από κατηγορίες ιστορικές κι' εφήμερες, ο "Λόγος". Από τον Λόγον αυτόν ήρθα να πιω, κι αν ο θεός το θέλει, κι αν είμαι άξιος, από τον αυτήκοο αυτό Λόγο να ποτίσω και τη γη!».

Στις 18/6/1949, ο Σικελιανός μίλησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με θέμα: « Ιουδαϊσμός και Ελληνισμός (το μάθημα του Ρενέ Μαρδοχαίου Γκουασταλλά)», με πρόσκληση των Ροζέ Μιλλιέξ και Οκτάβ Μερλιέ.

Το 1950, την ημέρα του Αγίου Πνεύματος, ο ποιητής έπλεξε το εγκώμιο του Μερλιέ και της σπουδαίας γυναίκας του, Μέλπως Λογοθέτη, σε εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Αναθυμήθηκε την επίσκεψή του στο Πήλιο (άνοιξη 1938) και τη σιωπή των αηδονιών. Ο κηπουρός του, ο κυρ Αντώνης, του εξήγησε: «Σήμερα είναι του Αγίου Πνεύματος! Ολα τα αηδόνια από τον πρώτον όρθρο, φύγανε για πιο ψηλά». Αργότερα, όσους άλλους ρώτησα, συμπληρώνει ο ποιητής, μου δώσανε την ίδια απάντηση: Τ' αηδόνια είχανε πια πετάξει σε μιαν άλλη, πιο ψηλή περιοχή. Την περιοχή του πνεύματος. Του αγίου πνεύματος. Γι' αυτό και δεν ακούονταν πια. Ετσι λοιπόν, διερωτώμουνα, τ' αηδόνια είχανε κάνει κιόλας τη μετάσταση από την Ποίηση προς την Προσευχή, όπως το αισθανόταν και το ζητούσε εδώ και λίγα χρόνια από τους ποιητές ο άββε Bremond; (...) Για μένα η σιωπή αυτή των αηδονιών ήταν μια υψηλή ενέργεια, μια προέκταση διαλεκτική σ' ένα σκαλί υψηλότερης ενέργειας».

Ο Σικελιανός έμελλε να ζήσει την τελευταία του ονομαστική εορτή (18/6/1951), στην Παμμακάριστο, στο θάλαμο Θ` «των Θλιβομένων η "Χαρά"». Η αδελφή - νοσοκόμα του απολογιέται: «Ηθελε να τον φωνάζουμε με το μικρό του όνομα».

«Χρυσή μου, ο Θεός μου έβαλε Αγγελο. Παρακαλώ την Παναγιά μας, όταν πεθάνω, Αγγελο κοντά της να με βάλει». Εκείνες τις ύστατες στιγμές, η Παναγία η Φανερωμένη της Λευκάδας, η Δήμητρα και η Αλκμήνη - η αιώνια Μάνα - συμπλέκονταν στα άδυτα της ψυχής του...

Την άλλη μέρα, στις οκτώ το βράδυ, το καλλικέλαδο αηδόνι έκανε «τη μετάστασή του σε μιαν άλλη, πιο ψηλή περιοχή, από την Ποίηση προς την Προσευχή», κατά πώς το θέλει «ο θεϊκός θρύλος του Λαού» για τους πεφιλημένους του!..

Βιβέτ ΤΣΑΡΛΑΜΠΑ - ΚΑΚΛΑΜΑΝΗ

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Άρης Βελουχιώτης: "Εγώ, παιδί του Ελληνικού Λαού ..."

15 Ιούνη 1945. Σαν σήμερα, πριν από 72 χρόνια, ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Άρης Βελουχιώτης, θα φύγει από τη ζωή. Ο Άρης, κυκλωμένος από τους διώκτες του, έξω από τη Μεσούντα, θα ανοίξει ο ίδιος την πόρτα της αιωνιότητας. Θα περάσει στην αθανασία της συλλογικής μνήμης και συνείδησης, δίνοντας το τέλος με το ατομικό του περίστροφο. Μαζί του στο θάνατο τον συντρόφεψε ο πιστός του αντάρτης, ο Τζαβέλας.

Νίκος Μπογιόπουλος
«Πριν κάμποσο καιρό, πάνου στη Λιάκουρα, στο αετοχώρι το Δαδί, ρώτησα ένα παιδί ως οχτώ χρονώ:
– Τον ξέρεις τον Άρη;
– Ναι, μου λέει. Τον ξέρω.
– Τον είδες ποτέ σου;
– Όχι. Μα τόνε ξέρω.
– Πώς είναι;
– Τρεις βολές πιο αψηλός απ’ τον πατέρα μου. Κι έχει ένα μεγάλο-μεγάλο κόκκινο άλογο. Και πίσω τον ακολουθάει πάντοτες ένας τρανός αητός με μια σημαία.
Μιαν άλλη φορά, στα Τρίκαλα, ρώτησα ένα “αετόπουλο” που πέρναγε τις γραμμές του οχτρού μεταφέροντας μαντάτα στους αντάρτες μέσα στο κούφωμα ενός καλαμιού.
– Γιωργή, τον ξέρεις τον Άρη;
– Τόνε ξέρω.
– Τον είδες ποτέ σου;
– Τον είδα με τα μάτια μου.
– Πώς είναι;
– Έχει μακριά γένεια κι ένα αληθινό άστρο στο μαύρο σκούφο του. Κι άμα μιλάει -κι ας χιονίζει ακόμα- γίνεται μονομιάς πολλή ζέστα. Κι όταν ακούνε το όνομά του οι Γερμανοί κρύβουνται σα λαγοί μέσα στα δάσα.
Ένα μεγάλο κόκκινο άλογο, ένας αητός με μια σημαία, ένα άστρο αληθινό, πολλή ζέστα -αυτός είναι ο Άρης των παιδιών και των μεγάλων.
Και γω που δυο φορές όλο-όλο τον αντάμωσα, έτσι σαν τα παιδιά και γω, έτσι τον βλέπω και τον τραγουδάω τον ΑΡΗ»
(Γιάννης Ρίτσος, Το υστερόγραφο της δόξας – Άρης Βελουχιώτης) 
15 Ιούνη 1945. Σαν σήμερα, πριν από 72 χρόνια, ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Άρης Βελουχιώτης, θα φύγει από τη ζωή.
Ο Άρης, κυκλωμένος από τους διώκτες του, έξω από τη Μεσούντα, θα ανοίξει ο ίδιος την πόρτα της αιωνιότητας. Θα περάσει στην αθανασία της συλλογικής μνήμης και συνείδησης, δίνοντας το τέλος με το ατομικό του περίστροφο. Μαζί του στο θάνατο τον συντρόφεψε ο πιστός του αντάρτης, ο Τζαβέλας.
Ακολούθησε ο κανιβαλισμός. Η θηριωδία του μεταβαρκιζιανού καθεστώτος. Οι δύο νεκροί σύντροφοι θα αποκεφαλιστούν και τα κεφάλια τους θα κρεμαστούν από τις 18 έως τις 20 Ιούνη, σ’ ένα φανοστάτη στα Τρίκαλα.
Τι ήταν ο Άρης; Εκείνο το «αμείλικτο τέρας» που περιγράφουν οι θιασώτες του πιο πρωτόγονου και συνάμα βλακώδους αντικομμουνισμού; Ήταν από στρατιωτική άποψη ένας «κατσαπλιάς», όπως διατείνονταν οι «ήρωες» του δοσιλογισμού; Κάποιος με «θολή» πολιτική σκέψη, όπως λένε εκείνοι που όσα δεν φτάνουν τα κάνουν κρεμαστάρια; Ας δώσουμε το λόγο στους – σοβαρούς – πολιτικούς αντιπάλους του Άρη:
Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος αναφέρει: «Ο Άρης ήταν ένας αγνός ιδεολόγος» (Φίλιππος Φιλλίπου, «Βήμα», 3/2/2002), «ήταν ένας ευφυής άνθρωπος» (εφημερίδα «Πρώτη», 24/9/1986)
«… ο Άρης απέδειξε ότι είχε ψυχοσύνθεση ηγέτου, χάρη σ’ αυτόν, το γόητρο του ΕΛΑΣ ανήλθε κατακορύφως», γράφει ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας στο βιβλίο του «Φωτιά και τσεκούρι». Ο ίδιος μιλώντας για την«θεαματική εξέλιξη» του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ τονίζει ότι «ο Άρης ήταν ο κύριος παράγων της». Ο Αβέρωφ – και όχι κάποιος πολιτικός φίλος του Άρη – τον περιγράφει ως«ηγέτη», «γενναίο», «καλό οργανωτή», ως άνθρωπο που «δεν του έλειπε ούτε η ευφυΐα ούτε κάποια παιδεία». Και προσθέτει ο Αβέρωφ: «Ένας Ιταλός στρατηγός, που δεν είχε κανένα λόγο να τον συμπαθή, ο Ινφάντε, είπε το 1945 στον γράφοντα τις σελίδες αυτές: «Από όλους τους αρχηγούς του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ που γνώρισα, και γνώρισα πολλούς, μόνον ο Άρης μου έκαμε εντύπωση.Ήταν δυνατός, στοχαστικός, είχε λεπτότητα»».
Πολύ πριν από την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα τα 4/5 της χώρας είχαν ήδη απελευθερωθεί από τον ΕΛΑΣ. Ήδη από την Άνοιξη του ’44, το Γερμανικό επιτελείο του οποίου ηγείτο ο Χέλμουτ Φέλμυ αναγκάστηκε να κηρύξει την Πελοπόννησο ως εμπόλεμη ζώνη και τούτο λόγω της καθόδου του Άρη στην Πελοπόννησο. Ο ίδιος ο Φέλμυ σημείωνε ότι χρειαζόταν τουλάχιστον 3 μεραρχίες επιπλέον, μόνο για την Πελοπόννησο, λόγω της ανάπτυξης στις τάξεις του ΕΛΑΣ που είχε εμφυσήσει το οργανωτικό πνεύμα του Άρη και η προσωπική του παρουσία στην περιοχή («Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα», Βιβλιοπωλείον της Εστίας). Τέτοια αποτελέσματα μάλλον δεν θα μπορούσαν να επιτυγχάνονται από «κατσαπλιάδες»…
Καταγεγραμμένες είναι οι απόψεις του Κρις Μοντάγκιου Γούντχαουζ, του Άγγλου Συνταγματάρχη, επικεφαλής της βρετανικής αποστολής στην Ελλάδα, για τον Άρη ως στρατιωτική μεγαλοφυΐα. «Χωρίς Ζέρβα δεν γινόταν, χωρίς Αρη δεν πετύχαινε», έλεγε ο Γούντχαουζ για την επιχείρηση της ανατίναξης του Γοργοποτάμου. Ο Κρις Γουντχάουζ, σε επιστολή του προς την ηγεσία του ΕΑΜ, αμέσως μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, ανάμεσα στα άλλα γράφει: «…θέλω να ευχαριστήσω εκ μέρους της Αγγλίας και την οργάνωσίν σας και τον ικανώτατον στρατιωτικόν αρχηγόν σας»(Στρατηγού Ν. Ζέρβα: «Απομνημονεύματα», εκδόσεις «Μέτρον»).
Όσο για την πολιτική διορατικότητα και οξυδέρκεια του Άρη, πέρα από τις διαπιστώσεις του για τις συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και φυσικά της Βάρκιζας ότι «παρέδιδαν το απελευθερωτικό κίνημα δεμένο χειροπόδαρα στους Άγγλους» («Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων», Δ.Χαριτόπουλου, εκδόσεις «Τόπος» – RealNews) αρκεί η υπόμνηση των λόγων του στη σύσκεψη των καπετάνιων του ΕΛΑΣ τον Νοέμβρη του ’44: «Αν ζήσει κανένας σας – τους έλεγε – να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά, εγώ στα χέρια τους δε θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα δε θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε αν κανένας σας ζήσει».Επομένως, όπως έχει γράψει και ο συνάδελφος Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος:«Μπορεί να προσάψει κανείς ό,τι θέλει στον Βελουχιώτη, όχι όμως απουσία στρατηγικού, “γεωπολιτικού” ενστίκτου και βαθιάς ιστορικής γνώσης».
Ο Άρης Βελουχιώτης δεν γεννήθηκε μέσα σε μια στιγμή, όπως η Αθηνά μέσα από το κεφάλι του Δία. Δεν προέκυψε αστραπιαία. Για να φτάσει να διαμορφωθεί από τον Θανάση Κλάρα (αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα) στον χιλιοτραγουδισμένο πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ, διένυσε μια πολυκύμαντη πορεία βασανιστικής ωρίμανσης . Ο Άρης ήταν δημιούργημα και «γέννημα» της ανάτασης του ίδιου του ελληνικού λαού. Ο μεγάλος ποιητής Κώστας Βάρναλης στο βιβλίο του Πάνου Λαγδά «Άρης Βελουχιώτης ο πρώτος του αγώνα», έγραψε: «Θρυλικός ο Άρης Βελουχιώτης. Ο πρώτος που άρχισε την Αντίσταση του λαού στα βουνά κι ο τελευταίος που την έκλεισε με τον τραγικό του θάνατο. Η πρώτη ψυχή του Αγώνα, κι η τελευταία πνοή. Λίγοι το καταλάβανε όπως ο Άρης, πως οι εχθροί της Ελλάδας (ξένοι και ντόπιοι) θα μετατρέπανε τη νίκη του έθνους σε νίκη των εχθρών του. Τιμή και δόξα στο ασύγκριτο παλληκάρι. Τιμή και δόξα και στο λαό που τόνε γέννησε».
Ο Άρης δεν υπήρξε, δεν διαμορφώθηκε «τυχαία». Η διαδρομή από τον Θανάση Κλάρα μέχρι τον κομμουνιστή Άρη Βελουχιώτη, είναι μια διαδρομή ταυτισμένη με το μήνυμα που εκπέμπεται από τα ίδια τα νάματα της ποίησης του κομμουνισμού. Πολλοί παριστάνουν τους «αρμόδιους» να μιλήσουν γι’ αυτή τη διαδρομή. Όμως, αρμοδιότερος ήταν ο ίδιος ο Άρης. Και μίλησε: «…Αν στη ζωή μου υπάρχει ένα σημείο που με συγκίνηση και με υπερηφάνεια αφάνταστη από καιρού σε καιρό γυρίζω και βλέπω, είναι ακριβώς η εποχή που μπήκα στο Κομμουνιστικό Κόμμα»,γράφει σε επιστολή στον «Ριζοσπάστη», στις 9/9/1931. «Έκτοτε – συνεχίζει – δεν έχω στο ενεργητικό μου παρά φυλακίσεις για πάλη επαναστατική. Μιλάν τα γεγονότα, μιλάει αυτή η αλήθεια. Ούτε ΜΙΑ ΚΗΛΙΔΑ. Είναι αυτό σε βάρος μου; Είναι αυτό στοιχείο ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα;».Περίπου προφητικά στην ίδια επιστολή καταλήγει: «Στο κόμμα αυτό έδωσα όλη μου τη ζωή και θα συνεχίσω να δίνω όσες δυνάμεις μου απομείναν στον αγώνα του, για το ψωμί των εργαζομένων, κατά των φόρων και των πολέμων, για την επανάσταση».
Με αυτά τα εφόδια έφερε σε πέρας ο Άρης την αποστολή που του ανατέθηκε, όταν ανέλαβε να υλοποιήσει την απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ για την συγκρότηση αντάρτικου απελευθερωτικού στρατού. Με αυτό το πνεύμα γράφτηκε από το χέρι του Άρη ο όρκος του ΕΛΑΣ, ο όρκος της πρώτης αντάρτικης ομάδας στη Ρούμελη που δόθηκε το 1942 στη Γραμμένη Οξιά.
«Εγώ παιδί του Ελληνικού Λαού, ορκίζομαι να αγωνιστώ πιστά από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, χύνοντας και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, σαν γνήσιος πατριώτης για το διώξιμο του εχθρού από τον τόπο μας, για τις ελευθερίες του Λαού μας, κι ακόμα να είμαι πιστός και άγρυπνος φρουρός προστασίας στην περιουσία και το βιος του αγρότη.
Δέχομαι προκαταβολικά την ποινή του θανάτου αν ατιμάσω την ιδιότητά μου ως πολεμιστής του Έθνους και του Λαού και υπόσχομαι να δοξάσω και να τιμήσω το όπλο που κρατώ και να μην το παραδώσω αν δεν ξεσκλαβωθεί η Πατρίδα μου και δε γίνει ο Λαός νοικοκύρης στον τόπο του».
Αθάνατο πολιτικό κειμήλιο, διαχρονικής αξίας – και δραματικής επικαιρότητας στη σημερινή Ελλάδα των ξένων δανειστών και των εγχώριων «σωτήρων» – αποτελεί η ιστορική ομιλία του Άρη που την εκφωνεί στις 29 Οκτώβρη του 1944 στην απελευθερωμένη Λαμία εκ μέρους του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ. Ο Άρης παρουσιάζει την πολιτική του ΕΑΜ και, ανάμεσα στα άλλα, λέει:
«Θα δώσουμε στο λαό τα οικονομικά μέσα για να μπορεί να μη σκορπάει την οικογένειά του στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Μας κατηγορούν ότι θέμε να καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε το κράτος. Μα το κράτος εμείς το φτιάχνουμε σήμερα, γιατί δεν υπήρξε, μια που αυτοί οι ίδιοι το είχανε διαλύσει.
Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους.
Ενώ εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαιά τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;
Όταν έξαφνα στα 1929-’31 το κράτος ζήτησε, λόγω της οικονομικής κρίσης που μάστιζε τότε τη χώρα μας, να κατεβάσουν οι ξένοι ομολογιούχοι το ποσοστό που πληρώναμε σε τοκοχρεολύσια, οι Άγγλοι δέχτηκαν να το μειώσουν σε 35%, αλλά οι Έλληνες ομολογιούχοι αρνήθηκαν.
Να, λοιπόν, ποιος είναι ο πατριωτισμός τους! Αυτός φτάνει μέχρι το σημείο που δεν θίγονται τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Αυτοί, λοιπόν, οι ίδιοι που μας κατηγορούν ότι επιδιώκουμε την κατάργηση των συνόρων και τη διάλυση του κράτους, αυτοί τα ξεπουλάνε αυτά στην πρώτη ευκαιρία(…). Με αυτά τα μέσα προσπαθούν να εξαπατήσουν το λαό για να συνεχίσουν το ξεζούμισμα και την εκμετάλλευσή του».
Ο Άρης λατρεύτηκε από τους συναγωνιστές του. Να τι περιγράφει ένας από τους αντάρτες του, ο Καραδημήτρης, στον Σπύρο Μελετζή: «Τί να σου πω, Σπύρο, τόσο σκληραγωγημένο άνθρωπο δε θα ξανακάνει ο κόσμος. Στις πορείες εμείς παιδιά τώρα και κουραζόμαστε και κείνος άντεχε πιο πολύ απ’ όλους μας, στην πείνα τα ίδια, στη δίψα και στην κακοπέραση. Πολλές φορές έμεινε εκείνος νηστικός για να δώσει σε μας. Κι ένα τσιγάρο ακόμα νά ‘χε θα τό ‘δινε σε μας.Ήταν τόσο σκληρός με τον εαυτό του που πολλές φορές μας τρόμαζε. Ούτε ασκητής, ούτε φακίρης δε θα μπορούσε ν’ αντέξει στη γεμάτη στερήσεις ζωή που έκανε ο Άρης και μάλιστα τότε στις αρχές που ξεκινήσαμε. Μαρτυρήσαμε όλοι μας, κι αν δεν ήταν ο Άρης να μας εμψυχώνει κάθε μέρα, θα τά ‘χαμε παρατήσει. Τόσο δύσκολες μέρες περάσαμε τότε στις αρχές».
Από την σημερινή Ελλάδα δεν λείπουν οι απόγονοι του δοσιλογισμού. Οι πολιτικοί και ιδεολογικοί συνεχιστές των ταγματασφαλιτών. Οι φασίστες γκεμπελίσκοι που ματαιοπονούν στην προσπάθεια τους να σπιλώσουν τον Άρη και να παραχαράξουν την Ιστορία. Όπως συνηθίζεται στην περίπτωση των φασιστών, ο «Καιάδας» της γελοιότητάς τους είναι τόσο βαθύς όσο η προστυχιά τους. Και όσο πιο πρόστυχοι γίνονται τόσο περισσότερο θυμίζουν τον «ήρωα» ενός επίσης «προφητικού» κειμένου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αναγέννηση» στις 21 Ιούνη 1945. Ο Θεσσαλός δημοσιογράφος Φαίδων Μακρής, έγραφε:
«Σύμφωνα με τους μαθηματικούς νόμους του εκκρεμούς, το καθημαγμένο κεφάλι του Αρη Βελουχιώτη, ταλαντευόταν προχθές κρεμασμένο σ’ ένα φανοστάτη της πλατείας των Τρικάλων. Αιωρείτο αργά. Δεξιά – αριστερά, δεξιά – αριστερά και κάθε ταλάντευση σημείωνε και μια τραγική στιγμή των καιρών που διανύουμε. Σιωπηλά τα πλήθη βλέπαν με κατάπληξη το μακάβριο θέαμα.
Ενα «γιατί;» μεγάλο σαν το έργο του Αρη, γεννιόταν μες στις ψυχές όλων χωρίς να φτάνει και στα χείλια. Η ανταρσία του ενάντια στο κράτος τιμωρήθηκε με το θάνατο, η ανταρσία ενάντια στο κόμμα του τιμωρήθηκε ακόμα πιο σκληρά για έναν κομμουνιστή, με τη διαγραφή του.
Ομως, η αισχρή, βάρβαρη και ανίερη διαπόμπευση της κεφαλής του ήρωα είναι μια ιστορική αδικία και μια εθνική ντροπή…
«Χαράς ευαγγέλια» γαύγισε για το θάνατο του ήρωα η εμπαθής ασημότης της Νομαρχίας Τρικάλων, χωρίς να σκεφτεί ότι όταν αυτός θα εγκαταλείψει με «τας κεκανονισμένας τιμάς» τη ζωή, ύστερα από λίγο δε θα τον θυμούνται ούτε οι στενότεροι συγγενείς του, ενώ τον Άρη Βελουχιώτη δε θα τον ξεχάσουν ούτε οι φίλοι του ούτε οι εχθροί του. Γιατί αυτός και το έργο του έχουν πια καταγραφεί στην ιστορία του έθνους».
Αυτός ήταν ο Άρης. Ανέγγιχτος από κάθε επιχείρηση γκεμπελικού τύπου λασπολόγησης του ονόματός του. Και έτσι θα παραμείνει: Ολικά και αμετάκλητα αποκαταστημένος στη συνείδηση του λαού. Γιατί, πολύ απλά, είναι βαθιά εγκαταστημένος στο νου και στην καρδιά του λαού, ως σύμβολο των αγώνων για τη λευτεριά και τη δημοκρατία του λαού.

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: Λέξεις που έρχονται στο φως από τα βάθη των αιώνων

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, την Πρωτομαγιά του 1909. Στρατεύτηκε με τα υψηλότερα ιδανικά και παρέμεινε στρατευμένος σε όλη του την ζωή με ήθος, αξιοπρέπεια, ακλόνητη θέληση και πείσμα. Ο αγωνιστικός του λόγος ήταν εναρμονισμένος με την ζωή του, ο στίχος του είναι συνυφασμένος με θραύσματα και κόκκινα γαρίφαλλα. Αφουγκραζόταν τον βηματισμό της ιστορίας. Οι λέξεις του λάμπουν, έρχονται από τα βάθη των αιώνων, έχουν την δική τους μνήμη και, σαν σπαράγματα ψηφίδων, συνθέτουν την Ζωή και τον Θάνατο.

Related image

 Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά του 1909(σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο), σε αρχοντική οικογένεια, τέταρτος και τελευταίος γόνος του Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Η οικογένεια ήταν μεγαλοκτηματίες της περιοχής, αλλά καταστράφηκε οικονομικά λίγα χρόνια αργότερα Τα πρώτα χρόνια της ζωής του «μπολιάζονται» από την επαφή με τη φύση, τις λαϊκές ιστορίες και τα πανηγύρια που τον φέρνουν σε επαφή με τον πλούτο της παράδοσης του λαού μας.

Στο σχολείο πήγε πολύ νωρίς, μόλις τεσσεράμισι ετών με συμμαθήτρια την αδελφή του Λούλα. Όπως αποκάλυψε ο ίδιος δεν τα πήγαινε πολύ καλά με τα γράμματα. Ήταν δε και άτακτος και γι' αυτό αρκετές φορές τις πέρασε όρθιος στην γωνία, τιμωρημένος. Ό,τι δεν του έδωσε το σχολείο, του το έδωσε η μητέρα του. Η Ελευθερία Ρίτσου ήταν πολύ ανοιχτό μυαλό. Όταν ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση, άρχισε να αγοράζει αριστερά βιβλία, κάτι που έκανε τον Ελευθέριο Ρίτσο να οργίζεται. Όμως ο Γιάννης, «ο Γιάννος της» άκουγε σαν μαγεμένος την μάνα του να του μιλάει.

Το 1918 ο Ρίτσος εγγράφεται στο Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς. 

Το 1921 πεθαίνει από φυματίωση ο αδελφός του Μίμης, ο μεγαλύτερος γιος, δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού, . Ο Ρίτσος εγγράφεται στο Γυμνάσιο Γυθείου. Την ίδια χρονιά πεθαίνει από φυματίωση η μητέρα του σε σανατόριο στην Πορταριά Πηλίου, χωρίς ποτέ να μάθει τον θάνατο του Μίμη. Το «νεκρό σπίτι» έμελλε να σφραγίσει τη ζωή και το έργο του.

Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στη "Διάπλαση των παίδων" το 1924, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό όραμα».

Το 1925 έρχεται με την αδελφή του Λούλα στην Αθήνα. Εργάζεται ως δακτυλογράφος και προσλαμβάνεται στην Εθνική Τράπεζα ως αντιγραφέας στην συμβολαιογραφική της υπηρεσία. Το 1926 ο Γιάννης Ρίτσος προσβάλλεται και αυτός από φυματίωση. Το 1927 νοσηλεύεται στην κλινική Παπαδημητρίου και λίγο αργότερα μέσα στην χρονιά νοσηλεύεται στην «Σωτηρία» όπου θα μείνει ως το 1930. Η ζωή του για πολλά χρόνια θα μοιράζεται ανάμεσα σε φθισιατρεία και σε διάφορες δουλειές με εξευτελιστικούς όρους (ηθοποιός, χορευτής, διορθωτής και επιμελητής κειμένων). Στο σανατόριο "Σωτηρία" όπου νοσηλεύεται από το 1927 ως το 1930, γνωρίζεται με μαρξιστές διανοούμενους καθώς και με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη.
Τον Μάιο του 1930 παίρνει υποχρεωτικά εξιτήριο από την «Σωτηρία» και μεταφέρεται στοΆσυλο Φυματικών της Καψαλώνας, έξω από τα Χανιά της Κρήτης. Έμεινε εκεί για ένα χρόνο και μετά από προσωπική του καταγγελία σε τοπική εφημερίδα, για τις άθλιες συνθήκες ζωής, που επικρατούσαν, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.
Τον Οκτώβρη του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα και ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, η οποία είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική.
Το 1932 ο πατέρας του Ελευθέριος Ρίτσος εισάγεται στο Δαφνί.

Το 1933 ο Ρίτσος στρέφεται για βιοποριστικούς λόγους στο εμπορικό θέατρο, για τέσσερα χρόνια στους θιάσους Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη και Μακέδου. Το 1933 συνεργάζεται με το περιοδικό της Αριστεράς '' Πρωτοπόροι ''. Στο χώρο της δημοσιογραφίας εμφανίστηκε επίσης στις στήλες του "Ριζοσπάστη", όπου δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή "Τρακτέρ" με το ψευδώνυμο Ι. Σοστίρ- και των "Ελεύθερων Γραμμάτων" το 1945. 

Το 1934, προσλήφθηκε ως επιμελητής εκδόσεων του οίκου Γκοβόστη.Το 1935 κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του με τον τίτλο «Πυραμίδες».Χρησιμοποιώντας τον παραδοσιακό στίχο, στις συλλογές «Τρακτέρ» και «Πυραμίδες», εκφράζει τους νέους προσανατολισμούς του, επιχειρώντας μια ρήξη που αποδεικνύεται, όμως, αρκετά επώδυνη.

Στις 11 Ιουνίου του 1935 ο Γ. Ρίτσος γράφει το ποίημα «Μνημόσυνο», αφιερωμένο στη μνήμη του Γερμανού κομμουνιστή Σούλτσε, ο οποίος δολοφονήθηκε από τους ναζί και μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, του απονεμήθηκε το παράσημο της «Κόκκινης Σημαίας». Το ποίημα δημοσιεύθηκε στις 14 Ιουνίου, στον Ριζοσπάστη.

Η απεργία της 9ης Μαΐου 1936 στην Θεσσαλονίκη, που είχε ξεκινήσει την Πρωτομαγιά από τους καπνεργάτες της Καβάλας και έγινε πανεργατική, χτυπήθηκε από τον στρατό. Δολοφονείται ο οδηγός Τάσος Τούσης. Οι εργάτες τον μεταφέρουν πάνω σε μια πόρτα στην κλινική Ανδρεάδη όπου διαπιστώνεται ο θάνατος του και κατόπιν πηγαίνουν πορεία προς το Διοικητήριο. Η μάνα του Τάσου ανήσυχη βγαίνει να δει τι γίνεται χωρίς να ξέρει τίποτα ακόμα. Ξεσπά σε θρήνο μόλις μαθαίνει για τον θάνατο του γιού της αλλά δεν σταματά την πορεία. Στο δρόμο ένα τεθωρακισμένο όχημα σταματά την πορεία αλλά μόλις αντιλαμβάνονται ότι οι εργάτες δεν θα υποχωρήσουν πυροβολούν. Το πλήθος ακουμπά την πόρτα κάτω στο δρόμο. Η μάνα πέφτει πάνω στο σώμα του παιδιού της και μοιρολογεί. Η φωτογραφία δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» της 10ης Μαΐου.
Ο Ρίτσος συγκλονίζεται. Κλείνεται στην σοφίτα του της οδού Μεθώνης και γράφει κλαίγοντας σαν παιδί. Την επόμενη μέρα παραδίδει τρία άσματα από το ποίημα που θα ονομαστεί «Επιτάφιος». Τα δημοσίευσε ο «Ριζοσπάστης» της 12ης Μαΐου με τον τίτλο «Μοιρολόι».
Ο Ρίτσος παράλληλα συμπληρώνει τον «Επιτάφιο» με άλλα 11 άσματα. Το βιβλίο τυπώθηκε και διαδόθηκε με φοβερή ταχύτητα. Πουλήθηκαν 10.000 αντίτυπα, αριθμός ρεκόρ για την εποχή. Όταν έγινε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχαν απομείνει μόνο 250 αντίτυπα. Κάηκαν στους στύλους του Ολυμπίου Διός μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία.

Η περίοδος 1937- 1943 είναι η περίοδος της λυρικής έκρηξης. Το 1937, νοσηλεύεται στο σανατόριο της Πάρνηθας. Τον επόμενο χρόνο προσλαμβάνεται στο Βασιλικό Θέατρο και το 1940 στη Λυρική Σκηνή.
Συγκλονισμένος από την ψυχική ασθένεια της αδελφής του Λούλας, που οδηγείται στο Δαφνί, γράφει «Το τραγούδι της αδελφής μου». Είναι το ποίημα που θα του εξασφαλίσει το «χρίσμα» από τον ηλικιωμένο Παλαμά: «Παραμερίζουμε, Ποιητή, για να περάσεις».

Η «Εαρινή συμφωνία» το 1938, έρχεται να επουλώσει πληγές: Ψυχική ανάταση μπροστά στο θαύμα του πρωτοφανέρωτου έρωτα. Πεθαίνει ο πατέρας του. Το 1939 βγαίνει από το ψυχιατρείο η Λούλα. Στο «Εμβατήριο του ωκεανού» 1940, το όνειρο του μεγάλου ταξιδιού τρέφεται με μνήμες του μονεμβασιώτικου βράχου.

Στις 27 Απριλίου του 1941 οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Το Σεπτέμβριο ιδρύεται το ΕΑΜ. Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ο Γιάννης Ρίτσος Φιλοξενείται στο σπίτι του Τάσου και της Μιράντας Φιλιακού, χορευτών που γνωρίζει από τη Λυρική Σκηνή. Το σπίτι αυτό, στην οδό Παπαναστασίου, θα αποτελέσει τη μόνιμη κατοικία του Ρ. μέχρι την εποχή της δεύτερης εξορίας του, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας.

Το 1942, ο Γιάννης Ρίτσος προσχωρεί στο μορφωτικό τμήμα του ΕΑΜ. Είναι κατάκοιτος. Η ασθένεια σε συνδυασμό με τις συνθήκες υποσιτισμού βάζουν και πάλι τη ζωή του σε κίνδυνο. Το Νοέμβριο, ο δημοσιογράφος Αλέξανδρος Λιδωρίκης από τις στήλες της εφημερίδας «Ακρόπολις» απευθύνει έκκληση στο αναγνωστικό κοινό για τη σωτηρία του ποιητή που συνοδεύεται από σχετική επιστολή του ηθοποιού Στέλιου Βόκοβιτς.
Τον Νοέμβριο του 1942 δημοσιεύεται στην «Ακρόπολη» σε χρονογράφημα του Λιδωρίκη, επιστολή Ανοίγεται δημόσιος έρανος. Ο Ρίτσος αρνείται ευγενικά την προσφορά και παρακαλεί θερμώς όλους εκείνους που εξεδήλωσαν την αγάπη τους προς αυτόν να κατευθύνουν τις όποιες προσφορές τους προς την Επιτροπή για τους δεινοπαθούντες λογοτέχνες.

Προσχωρεί στο μορφωτικό τομέα του ΕΑΜ. Συστήνει στον Κ. Γκοβόστη τον νεαρό Αριστοτέλη Βασιλειάδη που έχει γνωρίσει τον προηγούμενο χρόνο και ο οποίος ξεκινά να εργάζεται ως μεταφραστής. Προκειμένου μάλιστα να αποφευχθεί η σύγχυση που δημιουργεί η συνωνυμία του νεαρού με άλλο μεταφραστή που δουλεύει για τον εκδοτικό οίκο ο Ρίτσος επινοεί για το φίλο του ένα ψευδώνυμο. Εμφανίζεται έτσι στα ελληνικά γράμματα ο Άρης Αλεξάνδρου.
Αρχίζουν να γράφονται οι «Μετακινήσεις», που θα ολοκληρωθούν το 1949. Ο σκληρός απολογισμός του χειμώνα της Μεγάλης Πείνας γίνεται στην «Τελευταία π. Α. Εκατονταετία» (προ Ανθρώπου), που γράφεται αυτό το καλοκαίρι, Ιούλιο με Αύγουστο:

Λειώσαν τα χιόνια κατέβηκαν ποτάμια 
φύγαν κι αυτά.
Ο θάνατος περπατούσε μεσ’ στη
λάσπη τα χειράμαξα στη λάσπη
Απάνου στην πεσμένη πόρτα του
καλοκαιριού κουβάλαγαν τους πεθαμένους. 


Το 1943 εκδίδεται η «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» με τίτλο «Μακρινή εποχή εφηβείας» και η «Δοκιμασία», με τίτλο «Παραμονές ηλίου». Την έντονη μουσικότητα διαδέχεται ένας υπόγειος ρυθμός. Εμφανίζονται σταδιακά συμβολικές αναφορές στη ζοφερή κατοχική πραγματικότητα. Η τελευταία ποιητική σύνθεση με τον τίτλο «Παραμονές ήλιου» απαγορεύεται από την γερμανική λογοκρισία.
Από την «Τελευταία π. Α. εκατονταετία», 1942, που γράφεται παράλληλα με τη «Δοκιμασία», αρχίζει μια καινούργια περίοδος, η οποία καλύπτει όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια. Πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για ποιήματα του αγώνα και της εξορίας, τα οποία, αν και διαφέρουν μορφολογικά μεταξύ τους, τα συνδέουν η θεματική συνάφεια και η νωπή ιστορική εμπειρία. Η κοινότητα του πόνου θα εκφραστεί με τη μορφή του χορικού, «Τρία χορικά», 1944-1947.

Στη διάρκεια του 1944, γράφει θεατρικά έργα και το πεζό «Στους πρόποδες της σιωπής», το οποίο καίγεται, μαζί με όλο του το αρχείο στα Δεκεμβριανά, στη διάρκεια των οποίων βρίσκεται συχνά για λογαριασμό του ΕΑΜ, στην ελεύθερη Καισαριανή. Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, ο ποιητής είναι καθηλωμένος στο κρεβάτι από σοβαρή υποτροπή της αρρώστειας.

Το Μάιο του 1944, στη διάσκεψη του Λιβάνου, αποφασίζεται η συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου.
Στις 26 Ιουλίου η Ηλέκτρα Αποστόλου εκτελείται από τους Γερμανούς. Ο Γιάννης Ρίτσος., που έχει στο παρελθόν συνεργαστεί μαζί της στα πλαίσια καλλιτεχνικών επιχειρήσεων του ΕΑΜ, γράφει για τον τραγικό θάνατό της το ποίημα «Ηλέκτρα».
Τον Αύγουστο η Λυρική σκηνή ανεβάζει στο θέατρο του Ηρώδου του Αττικού τον Πρωτομάστορα του Μανώλη Καλομοίρη. Ο Ρίτσος μετέχει στο μπαλέτο της όπερας. Είναι η τελευταία χορευτική του εμφάνιση στη Λυρική σκηνή. 
Τα γερμανικά στρατεύματα υποχωρούν και τα ελληνικά εδάφη σταδιακά απελευθερώνονται. Στις 12 Οκτωβρίου οι Γερμανοί φεύγουν από την Αθήνα. Ο Γιάννης Ρ ίτσος. διαπιστώνει την καταστροφή του αρχείου του, που είχε εμπιστευθεί προς φύλαξη τα χρόνια της δικτατορίας και της Κατοχής.
Το Νοέμβριο, στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων για τα 26χρονα του ΚΚΕ, δίνεται μια παράσταση του Επιταφίου στο κέντρο Μαξίμ σε σκηνοθεσία Γιώργου Σεβαστίκογλου. Είναι η πρώτη παράσταση έργου του Ρίτσου, στην οποία μάλιστα συμμετέχουν η Αλέκα Παΐζη και η Ασπασία Παπαθανασίου.

Μετά τα Δεκεμβριανά, καθώς οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ διατάσσονται να εκκενώσουν την πρωτεύουσα, ο Ρίτσος παραδίδει το αρχείο του προς φύλαξη σε έμπιστά του άτομα Ανάμεσα στα χειρόγραφα υπάρχει και το εκτενές πλέον μυθιστόρημα Στους πρόποδες της σιωπής.Ακολουθεί το κύριο σώμα της φάλαγγας. Οι βασικές στάσεις στην πορεία που ακολουθεί είναι Λαμία, Τρίκαλα, Βόλος, Κοζάνη. Στα Τρίκαλα συναντά τον Άρη Βελουχιώτη. Ως συνεργάτης του «Θεάτρου του Λαού της Αθήνας» συγγράφει το μονόπρακτο Η Αθήνα στ’ άρματα, που παρασταίνεται στην Κοζάνη και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Πρόκειται για το έργο βάσει του οποίου θα συγγράψει το τρίπρακτο δράμα Μάνα και πολύ αργότερα το Πέρα απ’ τον ίσκιο των κυπαρισσιών.
Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου επιστρέφει με πλήθος κόσμου στην Αθήνα. Διαπιστώνει ότι το αρχείο του έχει καταστραφεί.
«... ο Γιάννης μας είχε διηγηθεί ότι το Δεκέμβρη του ’44, όταν εγκατέλειπε την Αθήνα με πλήθος κόσμου περνώντας με τα πόδια λαγκάδια και βουνά, άφησε όλα του τα τελευταία χειρόγραφα σε κάποιους φίλους και μετά τη Βάρκιζα που γύρισε στην Αθήνα πήγε να τα ζητήσει κι εκείνοι του είπανε: «Γινότανε χαμός φοβηθήκαμε μη μας κάνουν έρευνα και τα κάψαμε». Κι ο Ρίτσος του συγχώρεσε. «Αφού φοβήθηκαν οι άνθρωποι…».

Ανάμεσα στα χειρόγραφά του που χάθηκαν βρίσκονταν κατά μαρτυρία του ίδιου δύο μεγάλα μυθιστορήματα, μια σειρά διηγημάτων, τρία αισθητικά δοκίμια κ.α. Ωστόσο, ό,τι αφήνει στο σπίτι των Φιλιακών στην οδό Παπαναστασίου, σώζεται. Σε αυτά τα διασωθέντα χειρόγραφα συγκαταλέγεται και η πρώτη γραφή του μυθιστορήματος «Ασκήσεις ειλικρινείας», βάσει του οποίου θα προκύψει χρόνια αργότερα το πεζό «Αρίοστος ο Προσεχτικός» που αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του.
Συνεργάζεται με τα Ελεύθερα Γράμματα, όπου δημοσιεύει κυρίως μια σειρά μικρά αφηγήματα, και σποραδικά με τον Ριζοσπάστη και τη Νέα Γενιά. Στην κεντρική Λέσχη της ΕΠΟΝ, όπου συχνάζει, συναναστρέφεται ομάδα νέων ποιητών, ανάμεσα στους οποίους και ο Τάσος Λειβαδίτης. Στον ίδιο χώρο γνωρίζεται με τον Μίκη Θεοδωράκη:

« Τον πρωτοείδα στη Λέσχη της ΕΠΟΝ, Ακαδημίας και Κριεζώτου, την Άνοιξη του 1945. Είχα αναλάβει να ανακαλύψω και να συγκεντρώσω τους άξιους νέους ποιητές και συγγραφείς, τον Κώστα Κοτζιά, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Μιχάλη Κατσαρό και τόσους άλλους, που το όνομα τους θα το γνώριζε κάποτε όλη η Ελλάδα.
Ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος, ο Ρώτας ήταν αυτοί, που ακούγοντας τα κείμενά τους και συζητώντας μαζί τους μια φορά την εβδομάδα, θα βοηθούσαν ώστε να γεννηθεί μια νέα γενιά ποιητών και συγγραφέων, η γενιά της Αντίστασης. Αυτή που δεν θα έβλεπε τα τραγικά δρώμενα απ’ έξω, σαν θεατής, αλλά από μέσα, σαν συμπάσχον οργανικό τμήμα του μαρτυρικού μας λαού στο δρόμο προς τον Γολγοθά, όπως τον είχε καταδικάσει η σκληρή του μοίρα. Ήταν η σχολή του Γιάννη Ρίτσου…»

Αρχίζει να γράφει τη «Ρωμιοσύνη» και την «Κυρά των Αμπελιών».


Τον Μάιο του 1945 επιστρέφει στην Αθήνα ο Νίκος Ζαχαριάδης από το Νταχάου. Ο Ρίτσος χαιρετίζει την επιστροφή του αφιερώνοντάς του το ποίημα «Ο σύντροφός μας Νίκος Ζαχαριάδης», που κυκλοφορεί την ίδια χρονιά από τις εκδόσεις Γκοβόστη. 
Τον ίδιο μήνα αυτοκτονεί ο Άρης Βελουχιώτης. Με αφορμή το θάνατό του ο Ρίτσος γράφει τον Ιούνιο «Το υστερόγραφο της δόξας», που θα παραμείνει αδημοσίευτο ώς τον Οκτώβριο του 1975. 

Τον Ιούλιο συνθέτει το «Γράμμα στη Γαλλία» για τον πρώτο, μετά την απελευθέρωση, εορτασμό της γαλλικής εθνικής επετείου και το απαγγέλλει στις 14 του ίδιου μήνα σε λαϊκή συγκέντρωση στο Πεδίο του Άρεως. Ο Ροζέ Μιλλιέξ παρουσιάζει το ποίημα στο Παρίσι.
Υπογράφει για πρώτη φορά, το 1946, δημοσίευμα με το ψευδώνυμο Πέτρος Βελιώτης στα Ελεύθερα Γράμματα. Το ψευδώνυμο, που θα χρησιμοποιήσει και σε άλλες περιστάσεις μέχρι το 1958, εμπνέεται από το κτήμα στις Βελιές, όπου έχει περάσει αρκετά παιδικά καλοκαίρια

Το 1947, γνωρίζει τη μετέπειτα γυναίκα του Γαρυφαλιά Γεωργιάδη:

''Ήμουν ακόμη φοιτήτρια. Κάποιοι νέοι – τότε ήμασταν στην ΕΠΟΝ – με έστειλαν στον Ρίτσο να του ζητήσω βιβλία για να διαβάσουν. Το πήρα απόφαση. Την παραμονή του Ευαγγελισμού, 24 Μαρτίου του 1947, χτύπησα την πόρτα του. Όταν μου άνοιξε, του λέω «σας παρακαλώ θέλω τον κ. Ρίτσο». Μου απαντά: «ο ίδιος, περάστε…».

Αρχίζει να επεξεργάζεται τη «Ρωμιοσύνη» και την «Κυρά των Αμπελιών». Στον Εμφύλιο, εξορίζεται το 1948 στο Κοντοπούλι Λήμνου, όπου γράφει το «Καπνισμένο τσουκάλι» .Συγγράφει επίσης δύο «Ημερολόγια εξορίας» και τα θεατρικά «Τμήμα μεταγωγών» και «Οι άνθρωποι μοιάζουν με τα δέντρα». Τα δύο τελευταία θα καταστραφούν. Κατά την παραμονή του στη Λήμνο, αλλά και σε όλους τους τόπους εξορίας, καταφεύγει στη ζωγραφική. Οι ακουαρέλες και τα σκίτσα που ζωγραφίζει στη Λήμνο σώζονται κρυμμένα σε ένα σακάκι που στέλνει στην αδερφή του Νίνα μαζί με άλλα προσωπικά του αντικείμενα.

Το 1949 μεταφέρεται στην Μακρόνησο. Συνεχίζει να γράφει, αν και απαγορεύεται. Zωγραφίζει όπου και όπως μπορεί: Σε πέτρες, ξύλα, κόκαλα ζώων. Συνεξόριστοί του, κυρίως ο Μάνος Κατράκης, κρύβουν τα ποιήματά του μέσα σε μπουκάλια και τα θάβουν στη Μακρόνησο, για να τα σώσουν.

Εδώ ο ποιητής θα γράψει το «Πέτρινος Χρόνος», Κρατά σημειώσεις για τη συλλογή Οι γειτονιές του κόσμου. Ανάμεσα στους συνεξόριστούς του είναι οι Λειβαδίτης, Δεσποτόπουλος, Κατράκης, Καρούσος. Σύντροφοί του, και κυρίως ο Μάνος Κατράκης, θάβουν τα χειρόγραφα αυτής της περιόδου και καταφέρνουν έτσι να τα περισώσουν. Ο Μάνος Κατράκης τα παραδίδει αργότερα στον συγγραφέα, ενώ εκείνος τα θεωρούσε χαμένα. Τα ζωγραφικά έργα βγαίνουν από το στρατόπεδο χάρη σε κάποιο συνεξόριστό του. Στο πιεστικό αίτημα των αρχών να υπογράψει «δήλωση μετανοίας» ο Γιάννης Ρίτσος αντιστέκεται και τελικά δεν υπογράφει.
Χαρακτηριστικό γεγονός, του πώς σημάδεψε την ζωή του η εξορία στην Μακρόνησο, είναι πως ό,τι γράφτηκε για αυτήν, γράφτηκε «εκεί». Η Μακρόνησος δεν θα επανέλθει ποτέ πια στην ποίησή του μετά τον «Πέτρινο Χρόνο».

Τον Ιούλιο του 1950 ο Γιάννης Ρίτσος απολύεται βαριά άρρωστος από την Μακρόνησο. Τον Αύγουστο ξανασυλλαμβάνεται και στέλνεται πίσω. Το στρατόπεδο έχει αρχίσει να διαλύεται και μεταφέρεται στον Αη Στράτη.

« Η εγκατάστασή μας στο καινούριο στρατόπεδο συνάντησε πολλές και ποικίλες δυσκολίες, γιατί 3.000 περίπου άνθρωποι έπρεπε να βολευτούμε μέσα σε δυό χαράδρες και κάτω από σκηνές. Μετά το καταλάγιασμα αυτού του σάλου και με την αντιμετώπιση των πρώτων βασικών υλικών αναγκών, άρχισε να προκύπτει η ανάγκη μιας ψυχαγωγίας […] Μια πρωτοβουλία που αναλήφθηκε από καλλιτέχνες και διανοούμενους του στρατοπέδου είχε σαν πρώτο αποτέλεσμα τη συγκρότηση μιας Θεατρικής σκηνής και μιας χορωδίας που ο πυρήνας της υπήρχε από τη Μακρόνησο. Σ’ αυτό συνέβαλε φυσικά και ο Ρίτσος. Ένα βράδυ θυμάμαι πως ήρθε ο Ρίτσος και σε λίγο ο Φοίβος ο Ανωγειανάκης και μου είπαν πως είχαν ρίξει την ιδέα για ένα μικρό συγκρότημα από μαντολίνα, μαντόλες και κιθάρες στη βάση του κουαρτέτου. Μου είπαν ακόμα πως όσα όργανα έλειπαν θα τα φτιάχναν οι μαστόροι του στρατοπέδου...»

Στον Αϊ-Στράτη, το 1951, ο Ρίτσος γράφει τη συλλογή «Το ποτάμι κι’ εμείς» και ολοκληρώνει τη σύνθεση «Οι γειτονιές του κόσμου». 
Γράφει το «Γράμμα στον Ζολιό-Κιουρί» Αποσπάσματα από το ποίημα, που έχει καταφέρει να σταλεί στο Βουκουρέστι, μεταφράζονται στα γαλλικά από τη Μέλπω Αξιώτη και κυκλοφορούν εκτός εμπορίου. Είναι η πρώτη εμφάνιση μετάφρασης έργου του Ρίτσου σε αυτοτελή μορφή, η οποία βρίσκει πλατιά απήχηση.




Το 1952, Συγκλονισμένος από την είδηση της εκτέλεσης του Μπελογιάννη ο Ρίτσος, γράφει στον Αϊ-Στράτη την ίδια μέρα, 30 Μαρτίου, το ποίημα «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο». Συνεξόριστοί του αντιγράφουν το ποίημα σε τσιγαρόχαρτα και το «φυγαδεύουν» στη Ρουμανία, όπου και εκδίδεται από το εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», του ΚΚΕ . Στην ίδια πόλη κυκλοφορεί εντός του έτους και η γαλλική μετάφραση του ποιήματος. Είναι σε εξέλιξη αγώνες για την απελευθέρωση του ποιητή.

Λουλίτσα μου, χτες το βράδυ πήρα το τηλεγράφημά σου το σχετικό με την έφεση. Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ ή όχι. Φοβάμαι μήπως δε γίνει τίποτα και ταλαιπωρηθώ άδικα στα τμήματα μεταγωγών. Θα δούμε ακόμη δεν είχα καμιά ειδοποίηση από τη Διοίκηση.

Λες να ανταμώσουμε σύντομα Λουλίτσα; Το ελπίζεις; Εγώ πολύ λίγο.

Δημιουργοί της παγκόσμιας διανόησης, όπως ο Λουί Αραγκόν, ο Πάμπλο Νερούδα και ο Πάμπλο Πικάσσο δημιουργούν εκείνες τις συνθήκες πίεσης στο καθεστώς της Ελλάδας, ώστε το 1952 ο Ρίτσος απελευθερώνεται από τον Αη-Στράτη .
Ο Ρίτσος επιστρέφει τελικά από την εξορία τον Αύγουστο έχοντας μεταφέρει όλα τα ποιητικά και ζωγραφικά έργα αυτής της περιόδου φυλαγμένα σε δύο βαλίτσες με διπλό πάτο. Εργάζεται και πάλι στις εκδόσεις Γκοβόστη ως επιμελητής και διορθωτής κειμένων. Εκλέγεται στη Διοικούσα Επιτροπή της νεοσύστατης ΕΔΑ και συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αυγή».

Το 1953, Κυκλοφορεί η έκδοση «Ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ», τη μετάφραση της οποίας υπογράφει ο Γιάννης Ρίτσος με το ψευδώνυμο Πέτρος Βελιώτης. Με αφορμή το θάνατό του Στάλιν ο Ρίτσος γράφει το ποίημα «Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν», που δημοσιεύει στην «Αυγή», και το ενσωματώνει στην εκτενέστερη σύνθεση «Μαυσωλείο», που είναι αφιερωμένη ολόκληρη στο Στάλιν και παραμένει ανέκδοτη.
Στις 23 Ιουνίου, τρεις μέρες μετά την εκτέλεση των Ρόζενμπεργκ, ο Ρίτσος δημοσιεύει στην Αυγή ποίημα που απευθύνει στα παιδιά τους: «Στον Μάϊκλ και στο Ρόμπυ Ρόζεμπεργκ». 

Την εποποιία της Αντίστασης ζωντανεύουν τα δίδυμα έργα «Ρωμιοσύνη» και «Η Κυρά των Αμπελιών» 1945-1947. Στον «Πέτρινο χρόνο» 1949, ο λόγος απογυμνώνεται, γίνεται κραυγή που ανεβαίνει από την κόλαση της Μακρονήσου. Συμπύκνωση, εξομολογητικότητα στα απέριττα «Ημερολόγια εξορίας». Παράλληλα, ένα ποίημα ποταμός 5.500 στίχων, «Οι γειτονιές του κόσμου» 1949-1951, «χρονικό» της δεκαετίας 1940-1950.
Με πολλά ενδιάμεσα στάδια, ο κύκλος κλείνει με την «Ανυπόταχτη πολιτεία»1952-1953, συνειδητοποίηση του βάθους της ήττας της αριστεράς με την επιστροφή στη μουδιασμένη και «εκσυγχρονιζόμενη» Αθήνα. Προσπάθεια επανένταξης και εσωτερικός αγώνας για την ανάκτηση των χαμένων ελπίδων.

Τον Απρίλιο του 1954 εκδίδεται η «Αγρύπνια», η πρώτη συλλογή με την οποία ο ποιητής. επανεμφανίζεται στα γράμματα μετά τη «Δοκιμασία». Περιέχει, ανάμεσα σε άλλες, τις σημαντικές συνθέσεις «Ρωμιοσύνη» και «Η Κυρά των Αμπελιών», ενώ εγκαινιάζει την παρουσία ποιημάτων με τη μορφή χορικών.
Ο Νίκος και η Νανά Καλλιανέση ξεκινούν τις εκδοτικές του προσπάθειες, που θα καταλήξουν στη δημιουργία του «Κέδρου». 

Το 1954 ο Ρίτσος παντρεύεται τη γιατρό Φαλίτσα (Γαρυφαλιώ) Γεωργιάδη. Τα χρόνια που 

ακολουθούν είναι ανάπαυλα ειρήνης και γαλήνης στο σπιτικό περιβάλλον.
Τον Αύγουστο του 1955 γεννιέται η κόρη του Έρη, για την οποία γράφει το ευφρόσυνο «Πρωινό άστρο», που κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1955.

Το Φεβρουάριο του 1956 στο 20ό συνέδριο του Κ.Κ. καταδικάζεται ο Σταλινισμός και καταγγέλλεται η λεγόμενη «Προσωπολατρεία». Τον επόμενο μήνα η 6η ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ προχωρά στην καθαίρεση του Ν. Ζαχαριάδη.
Το καλοκαίρι ο Ρίτσος επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοούμενων. Καταγράφει τις εντυπώσεις του σε μια σειρά τριανταπέντε άρθρων που δημοσιεύονται στην Αυγή.

Το 1959 επισκέφτηκε τη Ρουμανία. Το 1962 επισκέφτηκε ξανά τη Ρουμανία όπου συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ και κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας.

Το Δεκέμβριο του 1956 κυκλοφορεί από τον «Κέδρο» «Η γκρινιάρα κατσίκα και άλλα ρωσικά λαϊκά παραμύθια» του Αλέξη Τολστόη, τη «διασκευή» του οποίου στα ελληνικά υπογράφει με το ψευδώνυμο Πέτρος Βελιώτης. Η επεξεργασία της συγκεκριμένης μετάφρασης είναι η αφορμή της γνωριμίας του Ρίτσου. με το ζεύγος Νίκου και Αθηνάς Καλλιανέση. Είναι η απαρχή μιας σχέσης που θα εξελιχθεί σε δυνατή προσωπική φιλία. Η Αθηνά Καλλιανέση θα αναλάβει έκτοτε την έκδοση και την ευθύνη της παρουσίας του έργου του Ρίτσου.

Η εποχή αυτή θα φέρει καινούργια καρποφορία. Εσωτερικές διεργασίες και αντικειμενικές συνθήκες αποδεσμεύουν πολύτιμη ύλη που θα οδηγήσει το έργο του στην αιχμή της σύγχρονης ποίησης. Είναι η περίοδος των υψηλών συλλήψεων και των ευρηματικών μορφικών τρόπων της «Τέταρτης διάστασης», που εγκαινιάζεται με την κλασική στην οικονομία της και την υποβλητική της γοητεία «Σονάτα του σεληνόφωτος»(1956, Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, που μοιράζεται με τον Άρη Δικταίο).
Κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοση του Επιτάφιου συμπληρωμένη με τα έξι τελευταία άσματα. 

Τον Οκτώβριο τα σοβιετικά στρατεύματα πνίγουν στο αίμα την εξέγερση του ουγγρικού λαού.

Αρχίζει να γράφεται η πρώτη σειρά των ολιγόστιχων ποιημάτων με τίτλο Μαρτυρίες εγκαινιάζοντας «μια νέα περίοδο των μικρών ποιημάτων, μέσα στην οπτική της Τέταρτης Διάστασης

Στα πολύστιχα αυτά ποιήματα –δραματικοί μονόλογοι τα περισσότερα–, ο Ρίτσος με διαφορετικά προσωπεία, σύγχρονα ή μυθολογικά, θα επιχειρήσει καταβυθίσεις στο σκοτεινό πηγάδι της ψυχής και του υποσυνείδητου, θα μιλήσει για τη μοναξιά, την ερωτική στέρηση, το γήρασμα του σώματος και των πραγμάτων: «Σονάτα...», «Το νεκρό σπίτι», «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού», θα αναδείξει την αξία της απλής ζωής, όπου συντελείται το θαύμα, αποενοχοποιώντας τον αντιήρωα «Ισμήνη», θα ανατάμει τις συνειδησιακές συγκρούσεις του ατόμου-φορέα της κοινωνικής πράξης «Ορέστης», «Φιλοκτήτης». Επίσης, θα επιχειρήσει μια δυναμική ανακατάκτηση του χρόνου μέσα από την ατομική και ιστορική μνήμη.
Κυκλοφορεί το ποίημα «Όταν έρχεται ο ξένος», που αργότερα θα ενταχθεί στην Τέταρτη Διάσταση, και η «Ανυπόταχτη πολιτεία». Γράφονται τα ποιήματα «Ο οδηγός του ανσασέρ» και «Φαροφύλακας» τα οποία ωστόσο δεν θα δουν το φως της δημοσιότητας παρά μόνο το 1975, με τη συμπερίληψή τους στον τόμο «Ποιήματα Δ΄»

Κατά τη διάρκεια επίσκεψης στη Ρουμανία συνθέτει τη συλλογή «Η αρχιτεκτονική των δέντρων». Η συλλογή εκδίδεται το Νοέμβριο στο Βουκουρέστι από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές εκδόσεις μαζί με το θεατρικό «Πέρα απ’ τον ίσκιο των κυπαρισσιών», το οποίο μάλιστα παρασταίνεται στις 24 Νοεμβρίου, στα ελληνικά, σε σκηνοθεσία Γιάννη Βεάκη στην ίδια πόλη. Είναι η πρώτη παράσταση έργου του Γιάννη Ρίτσου στο εξωτερικό. Ο Θεοδωράκης στο Παρίσι μελοποιεί τον Επιτάφιο. 

Τον Οκτώβριο του 1959, μετά από πρόσκληση της Ακαδημίας της Ρουμανίας και της Επιτροπής για την Ουνέσκο επισκέπτεται εκ νέου τη Ρουμανία, όπου παραμένει μέχρι το Φεβρουάριο του 1960 και επεξεργάζεται την «Ανθολογία Ρουμάνικης Ποίησης». Πραγματοποιεί ενδιάμεσες επισκέψεις στη Βουλγαρία και την Τσεχοσλοβακία. Στο ίδιο διάστημα ολοκληρώνει το ποίημα «Ένας πίνακας με μικρές πινελλιές». Κυκλοφορούν «Οι γερόντισσες κι' η «θάλασσα» και το θεατρικό «Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα» από το εκδοτικό του ΚΚΕ στο Βουκουρέστι. 
Τον Ιούνιο γράφεται η «Γέφυρα».Γράφεται επίσης «Το παράθυρο και Το νεκρό σπίτι». 

Παράλληλα με τις συνθέσεις της «Τέταρτης διάστασης», καλλιεργεί συστηματικά το ολιγόστιχο ποίημα, που δείχνει να συμπυκνώνει τους πληθωρικούς μονολόγους. Λιτό, συχνά αινιγματικό, καταγράφει χαμηλόφωνα τις ελάχιστες χειρονομίες, τους ψυχικούς κραδασμούς, καθηλώνει το φευγαλέο καθαγιάζοντας την καθημερινότητα. Ο ποιητής διαλέγεται με τον κόσμο των πραγμάτων έπιπλα, σκεύη, εργαλεία της δουλειάς, αυτών των «απλών, απτών, αδιανόητων και κατευναστικών αντικειμένων, αυτών των μικρών συσσωρευτών της χρήσιμης ανθρώπινης ενέργειας», καθώς λέει ο ίδιος σχολιάζοντας τις «Μαρτυρίες».
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Τσεχοσλοβακία γράφει τις «Χρωματικές λεπτομέριες». Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ολοκληρώνει το ποίημα «Ο τελευταίος και ο πρώτος του Λίντιτσε» και γράφει τα «Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού», «Το χορικό των σφουγγαράδων», «Παιχνίδια τα' ουρανού και του νερού» και ποιήματα που θα συμπεριληφθούν στις «Ασκήσεις» και στο «Μικρό αφιέρωμα»

Στις 9 Φεβρουαρίου 1961, δολοφονείται ο Πάτρις Λουμούμπα, πρώτος πρωθυπουργός της ελεύθερης δημοκρατίας του Κόγκο. Το βράδυ της 13ης Φεβρουαρίου ο Γιάννης Ρίτσος γράφει το ποίημα «Πάτρις Λουμούμπα», που δημοσιεύεται την επόμενη στην Αυγή. Λίγες μέρες αργότερα κυκλοφορεί η εκτενέστερη σύνθεση «Ο μαύρος άγιος», εμπνευσμένη από το ίδιο περιστατικό. Γράφονται οι «Δελφοί» και αρκετά σύντομα ποιήματα που θα συμπεριληφθούν στις «Μαρτυρίες». Σειρά τρίτη. Εγκαινιάζεται από τον Κέδρο η σειρά των ποιητικών Απάντων του Ρίτσου Με τίτλο Ποιήματα, με την κυκλοφορία των τόμων Α΄ (1931-1942) και Β΄ (1941-1958). Κυκλοφορεί επίσης η Ανθολογία Ρουμάνικης Ποίησης.
Το 1961 παρουσιάζεται ο Επιτάφιος ντυμένος με τη μουσική του Θεοδωράκη με τραγουδιστή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και αφηγήτρια την Αλέκα Παΐζη, στο κέντρο «Μυρτιά».

Το 1962 κυκλοφορούν οι συλλογές «Το νεκρό σπίτι» και «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού», που εγκαινιάζουν τον κύκλο των αρχαιόθεμων ποιημάτων του ποιητή. Κατά τη διάρκεια νέου πολύμηνου ταξιδιού στις σοσιαλιστικές χώρες ο Ρίτσος ολοκληρώνει την «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων Ποιητών», γνωρίζει τον Ναζίμ Χικμέτ και ξεκινά να γράφει τον «Ορέστη», που θα ολοκληρωθεί το 1966. Υποτροπή της ασθένειάς του καθιστά την εισαγωγή του σε νοσοκομείο απαραίτητη. Εκεί, στο νοσοκομείο Φιφέιντι, στην Όστραβα της Τσεχοσλοβακίας, γράφει και το ομώνυμο ποίημα «Όστραβα». Το Νοέμβριο, που επιστρέφει στην Ελλάδα, αρχίζει να γράφει το ποίημα «Η ώρα των ποιμένων». 
Στο Βουκουρέστι παρασταίνεται για πρώτη φορά η Σονάτα του σεληνόφωτος ως θεατρικό με σκηνοθεσία του Γιάννη Βεάκη και Ρουμάνους ηθοποιούς

Το 1964, κυκλοφορεί η μετάφραση των Ποιημάτων του Μαγιακόφσκι και ο Γ΄ τόμος των Ποιημάτων, που καλύπτει την ίδια περίπου εποχή με τους δύο προηγούμενους: 1931 – 1960. Τα Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού, που συμπεριλαμβάνονται στον τόμο Ποιήματα, κυκλοφορούν και σε αυτοτελή έκδοση. Αρχίζουν να γράφονται τα ποιήματα που θα απαρτίσουν τη δεύτερη σειρά των Μαρτυριών και μια πρώτη μορφή του Τειρεσία.
Το άρθρο «Για την τριλογία του Γιάννη Ρίτσου», που δημοσιεύει η Χρύσα Προκοπάκη με το ψευδώνυμο Χρύσα Λαμπρινού στην Επιθεώρηση Τέχνης, επιχειρεί την πρώτη συστηματική διάκριση τεσσάρων δημιουργικών περιόδων στο έργο του Ρίτσου.
Το Δεκέμβριο δημοσιεύεται στην Αυγή το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Γκεν Βαν Τρόϊ», αφιερωμένο σε Βιετναμέζο αγωνιστή που εκτελέστηκε στη Σαϊγκόν.

Το 1965 κυκλοφορεί το ποίημα «Φιλοκτήτης» και η μετάφραση του βιβλίου της Ντόρας Γκαμπέ «Εγώ, η μητέρα μου κι ο κόσμος». Γράφεται η πρώτη μορφή του μονόλογου «Περσεφόνη».
Παραιτείται η κυβέρνηση Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου και η συνταγματική εκτροπή, που την προκαλεί υποκινεί μια σειρά εκδηλώσεων διαμαρτυρίας Δολοφονείται ο 25χρονος φοιτητής και στέλεχος της Αριστεράς, Σωτήρης Πέτρουλας. Ο Ρίτσος του αφιερώνει ένα «Μικρό δοξαστικό ελεγείο», που δημοσιεύεται την επόμενη χρονιά στο έντυπο Η γενιά μας. Η χώρα μπαίνει σε μια περίοδο μεγάλης πολιτικής και συνταγματικής κρίσης.

1966. Η Ρωμιοσύνη αποσπάται από το σώμα της Αγρύπνιας και εκδίδεται για πρώτη φορά σε χωριστή έκδοση. Εκδίδονται οι μεταφράσεις των Ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ και του Δέντρου του Ηλία Έρενμπουργκ με Πρόλογο και σε απόδοση του Γ. Ρ. Κυκλοφορούν επίσης η δεύτερη σειρά των Μαρτυριών, το ποίημα «Ορέστης», η «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών», που έχει επιμεληθεί ο ίδιος, και «ο Μεγάλος ζωολογικός κήπος» του Νικολά Γκιλλιέν σε απόδοση του Ρίτσου. Αρχίζουν να γράφονται οι μονόλογοι «Ισμήνη» και «Αγαμέμνων».Γράφονται τα ποιήματα της συλλογής «Ταναγραίες». Κυκλοφορεί η «Όστραβα». 

Αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ο Ρίτσος ειδοποιείται από τους φίλους του που τον πιέζουν να φύγει. Εκείνος αρνείται, ετοιμάζει τη βαλίτσα του και περιμένει. Τα χειρόγραφά του μεταφέρονται προς φύλαξη στο σπίτι του Μέλιου και της Φραντζέσκας Νίκα, οι οποίοι τα εμπιστεύονται σε φίλο τους αξιωματικό της χωροφυλακής προκειμένου να τα προφυλάξουν από τους ελέγχους του καθεστώτος. Το υπόλοιπο αρχείο του Γιάννη Ρίτσου κρύβει το ζεύγος Φιλιακού σε αποθήκη του σπιτιού τους. Ο Ρίτσος. συλλαμβάνεται αμέσως, μεταφέρεται στον Ιππόδρομο του Νέου Φαλήρου μαζί με χιλιάδες άλλους συλληφθέντες και λίγες μέρες αργότερα εξορίζεται στη Γυάρο. Σύντομα μεταφέρεται στη Λέρο. Καταρτίζεται ο Index απαγορευμένων βιβλίων. Όλα τα βιβλία του Ρίτσου συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο.
Τον Ιούλιο του 1968, κυκλοφορεί στα γαλλικά η πρώτη συνολική θεώρηση της ζωής και του έργου του Ρίτσου γραμμένη από τη Χρύσα Προκοπάκη. Τον Αύγουστο του 1968, οδηγείται στο αντικαρκινικό κέντρο «Άγιος Σάββας» στην Αθήνα μετά από σχετική ιατρική γνωμάτευση.

Θυμάμαι την ημέρα που τον έπαιρναν συνοδεία για το Αντικαρκινικό. Τον πήγα ως την πύλη του στρατοπέδου, σπαράζοντας μέσα μου και προσπαθώντας να κρυφτώ, από ποιόν; Από τον ποιητή που βλέπει μέσα μας σα νάμαστε από γυαλί. Μια στιγμή βγάζει από την τσέπη του μια πέτρα ζωγραφισμένη και μου τη δίνει: 
- Πάρε για να με θυμάσαι, μου λέει σιγανά. Η χειρονομία, ο λόγος με συνέτριψαν. Άρχισα να κλαίω φανερά, αδύνατο να κρατηθώ. Και τότε έγινε τούτο το απίστευτο, να με παρηγορεί αυτός, που όλοι πιστεύαμε πως ο θάνατος τον σημάδευε…

Περίπου ένα μήνα αργότερα μεταφέρεται και πάλι στη Λέρο. Γράφει μέσα σε μια μέρα, το Σεπτέμβριο, τα περισσότερα από τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας », μετά από αίτημα του επίσης κρατούμενου Μίκη Θεοδωράκη να του αποστείλει πρόσφατους στίχους του προς μελοποίηση. Δεν καταφέρνει ωστόσο να στείλει τα ποιήματα στον Θεοδωράκη. Γράφει επίσης τα ποιήματα Επαναλήψεις.
Τέλη Οκτωβρίου του δίνεται η άδεια να πάει στη Σάμο για λόγους υγείας, στο σπίτι της γυναίκας του, στη Σάμο και τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό έως το τέλος του 1970. Έχει προηγηθεί κύμα εντονότατων διαμαρτυριών σε ολόκληρη την Ευρώπη για το γεγονός της κράτησης του ποιητή.

Από το Φεβρουάριο έχει επέλθει η διάσπαση του ΚΚΕ. Η «Άνοιξη της Πράγας» τελειώνει τραγικά τον Αύγουστο με την εισβολή στην πόλη των τανκς της συμμαχίας του «συμφώνου της Βαρσοβίας».

Δούλευα, δούλευα με σφιγμένα δόντια, πεισματικά, κάποτε χωρίς όρεξη, «επίμοχθα», φανατικά, να μην αφήσω, να μην αφήσω να με πάρει κάτου ο πόνος, η απελπισά, η ματαιότητα....

Περνώ σχεδόν μια κρίση γενικής απέχθειας, με τρομερές αϋπνίες, μ’ ένα καταθλιπτικό συναίσθημα απόλυτης ματαιότητας. Προσπαθώ πάλι ν’ αντιδράσω να δουλέψω. Τίποτα και την 1η του Μάη, που ήταν τα γενέθλιά μου, το βάζω πάνω και ξαπάνω να μην αφεθώ. Παίρνω τη γυναίκα μου και το παιδί μου και πηγαίνουμε να κάνουμε το πρώτο μας φετινό μπάνιο στη θάλασσα. Γυρίζοντας θρονιάζομαι στο γραφείο μου να γράψω «οπωσδήποτε» και γράφω...

Το καλοκαίρι ζητά από τη γυναίκα του να του μεταφέρει από την Αθήνα τα χειρόγραφά του από τα οποία καταστρέφει ο ίδιος τα μισοτελειωμένα έργα έχοντας την πεποίθηση ότι η ασθένεια δε θα του αφήσει αρκετό χρόνο για να τα ολοκληρώσει. Ανάμεσα στα έργα που καταστρέφονται βρίσκονται και τέσσερα θεατρικά. Καταφέρνει να στείλει στο Παρίσι, στη Χρύσα Προκοπάκη, τις συλλογές «Πέτρες», «Επαναλήψεις», «Κιγκλίδωμα », για να μεταφραστούν στα γαλλικά και να εκδοθούν εκφράζοντας την επιθυμία η έκδοση να περιλαμβάνει και το ελληνικό κείμενο.

Τις Πέτρες – Επαναλήψεις – Κιγκλίδωμα τις έγραψε σε μικρούτσικα αυτοσχέδια χαρτάκια, στο μέγεθος ενός πακέτου τσιγάρων, που τα φυγάδευσε στη Γαλλία η Αμαλία Φλέμινγκ. Έτσι ήρθαν στα χέρια μου το 1969.

Παρά την κατάργηση της προληπτικής λογοκρισίας το φθινόπωρο τα βιβλία του Ρίτσου παραμένουν εκτός κυκλοφορίας, όσο ο ποιητής βρίσκεται σε απομόνωση στο Καρλόβασι.

Η τριπλή συλλογή «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» είναι η καταγγελία του καθεστώτος, έκφραση πικρίας, αλλά και αίσθημα «απορφανισμού», απόρροια της κρίσης στις σοσιαλιστικές χώρες. Χωρίς να λείπει η αντιστασιακή δόνηση, όπως στο χορικό «Ο Αφανισμός της Μήλος»,, ή στα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», το κύριο σώμα των ποιημάτων αυτών διαποτίζεται από αίσθηση ματαιότητας και θανάτου. Σε συλλογές όπως «Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη», «Διάδρομος και Σκάλα», «Γραφή τυφλού», εισβάλλει ο κόσμος του «ημερινού και νυχτερινού εφιάλτη». Ένας κόσμος σακατεμένος, παραμορφωμένος, παρανοϊκός.Αλλά και σε μονολόγους της «Τέταρτης διάστασης», όπως ο «Αγαμέμνων», η «Χρυσόθεμις», «Η Ελένη», «Η επιστροφή της Ιφιγένειας», το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στο υπαρξιακό πεδίο. Είναι η ώρα των απολογισμών: ο Τρωικός Πόλεμος, η θυσία της Ιφιγένειας, η καθαρτήρια μητροκτονία θέτουν τώρα το τραγικό αναπάντητο ερώτημα: Προς τι;Και όμως, κατά την περίοδο της δικτατορίας θα ακουστούν συνθέσεις εξόδου που προοιωνίζονται μια καρποφόρα δημιουργία, ενδεικτική της εγρήγορσης, της θεληματικότητας και του πάθους του ακατάβλητου ποιητή.

Τον Ιανουάριο του 1970 επιτρέπεται η μετάβαση στην Αθήνα, με αφορμή πρόσκληση που έχει δεχθεί να διαβάσει ποιήματά του σε φεστιβάλ ποίησης στο Λονδίνο. Το περιστατικό της συζήτησης με τον ταξίαρχο Παττακό στο Υπουργείο Εσωτερικών, όπου ο Ρίτσος έχει μεταβεί προκειμένου να συζητήσει τους όρους της εξόδου του από τη χώρα, του στοιχίζει την επανεκτόπισή του στη Σάμο τον Απρίλιο, καθώς στην υποτιθέμενη έκπληξη του συνομιλητή του, όταν ο Ρίτσος δηλώνει κομμουνιστής, απαντά: «Αυτό είναι σοβαρό, δεν το ξέρατε; Τότε γιατί με εκτοπίσατε επί τόσα χρόνια;» 
Γράφονται τα ποιήματα της συλλογής «Διάδρομος και σκάλα ». Το Φεβρουάριο πεθαίνει η αδελφή του Νίνα. Στο μονόλογο Η Ελένη, που γράφεται αυτή την εποχή, η ομώνυμη ηρωίδα επιτρέπει τη σύνδεση με τη μορφή της χαμένης αδερφής του Ρίτσου.

Το Σεπτέμβριο ο Κώστας Γεωργάκης, φοιτητής του Πανεπιστημίου της Γένοβας, αυτοπυρπολείται στην πλατεία Ματεόττι της Γένοβας διαμαρτυρόμενος για το δικτατορικό καθεστώς. Ο Γ. Ρ. του αφιερώνει τα ποιήματα Ι-ΙΙΙ της συλλογής Νύξεις, που γράφει αυτή την εποχή στο Καρλόβασι. Γράφει επίσης το «Δίχτυ» και τα «Χάρτινα Ι» .
Τέλη Οκτωβρίου αίρεται ο κατ’ οίκον περιορισμός και ο Ρίτσος επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα, όπου, το Δεκέμβριο, υποβάλλεται σε εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών. Ανακηρύσσεται μέλος της Ακαδημίας Λογοτεχνών και Επιστημών του Mainz της Δ. Γερμανίας.

Το 1971 πραγματοποιείται η δίγλωσση, ελληνογαλλική, έκδοση του τόμου «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα » από τον εκδοτικό οίκο Gallimard με πρόλογο του Λουί Αραγκόν. Στη συλλογική έκδοση Νέα Κείμενα συμπεριλαμβάνεται το ποίημα του Ρίτσου «Ο αφανισμός της Μήλος.

«... δουλεύω – όχι όμως τόσο πολύ όσο με ξέρετε - τούτοι οι απανωτοί θάνατοι, οι αρρώστιες, οι πίκρες, - πώς να τα βγάλεις πέρα με το «ογκώδες άσκοπο», μ’ αυτή την ασφυκτική ματαιότητα που σε κυκλώνει από παντού, απ’ τα μέσα κι απ’ τα έξω; Βέβαια, επιστρατεύεις και πάλι τις δυνάμεις σου, αντιδράς, δε δέχεσαι να εγκαταλειφθείς. Μα κάποτε νιώθεις όλη τη ζωή να σφίγγεται, να περιορίζεται σε έναν κόκκο άμμου, κι όλη σου η θέληση δεν είναι πια παρά μια μισοχαλασμένη τρόμπα ποδηλάτου που πάει να φουσκώσει αυτόν τον κόκκο της άμμου. Και το παράξενο είναι που τα καταφέρνεις πάλι.»

Γράφει τις συλλογές «Κάτοψη», «Θυρωρείο» και τον μονόλογο « Η επιστροφή της Ιφιγένειας». 

Το Μάρτιο του 1972 κυκλοφορούν η πρώτη ελληνική έκδοση του τόμου «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα » και το ποίημα «Η Ελένη». Ο Ρίτσος γράφει τη «Γκραγκάντα», το «Κωδωνοστάσιο», τα «Υπόκωφα», τη «Γραφή τυφλού» και τα πρώτα ποιήματα της συλλογής «Προσωπίδες».

Στις 4 Σεπτεμβρίου του απονέμεται το Μέγα Διεθνές Βραβείο Ποίησης της Μπιενάλε του Knokke-Le Zoute, στο Βέλγιο, για το σύνολο του έργου του.
Το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο κυκλοφορούν οι «Χειρονομίες» και ο τόμος «Τέταρτη Διάσταση», απ’ τις συνθέσεις της οποίας η «Επιστροφή της Ιφιγένειας», η «Ισμήνη» και η «Χρυσόθεμις» εκδίδονται και σε χωριστό τόμο.

Το Μάρτιο του 1973 το περιοδικό Συνέχεια, στο πρώτο τεύχος του, συμπεριλαμβάνει αφιέρωμα στο Γιάννη Ρίτσο, με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος: Πολυκριτική». Κυκλοφορούν τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» και τα ποιήματα των συλλογών «Διάδρομος και σκάλα» και «Γκραγκάντα». Το ποίημα «Σεπτήρια και δαφνηφόρια» που έχει ήδη συμπεριληφθεί στο σώμα της συλλογής «Επαναλήψεις» εκδίδεται και αυτοτελώς. Γράφονται τα «Οχτώ οχτάστιχα για τον Μιρό» τα «Χάρτινα ΙΙ και ΙΙΙ» και ο «Βολιδοσκόπος».
Η Αικατερίνη Μακρυνικόλα ξεκινά κάποιες σποραδικές προσπάθειες να εντοπίσει παλιά δημοσιεύματα του Ρίτσου χαμένα από την εποχή της καταστροφής του προσωπικού αρχείου του ποιητή μέσα στα γεγονότα του Δεκέμβρη του ’44. Πρόκειται για την αρχή μιας πολύμοχθης έρευνας που πολλά χρόνια αργότερα θα αποδώσει το σημαντικό έργο της Βιβλιογραφίας του ποιητή.

Το Σεπτέμβριο, μετά την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στη Χιλή, ο Ρίτσος γράφει το ποίημα «Χιλή» αφιερωμένο στους Αλλιέντε και Νερούντα, που δημοσιεύεται το Νοέμβριο στον Ταχυδρόμο.
Τον ίδιο μήνα, παράλληλα με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, από τις 16 ώς τις 22, γράφει τη σύνθεση «Ημερολόγιο μιας βδομάδας». Ξεκινά επίσης την «Πύλη», μεγαλύτερη σύνθεση από 18 μέρη, «όπου παρακολουθούμε πέτρα την πέτρα, το χτίσιμο της Πύλης του Πολυτεχνείου».
Το 1974, κυκλοφορούν σε πρώτη χωριστή έκδοση ο «Αφανισμός της Μήλος» και το «Καπνισμένο τσουκάλι».

Με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο ο Ρίτσος γράφει το «Ύμνος και θρήνος για τη Κύπρο»,που κυκλοφορεί τον Σεπτέμβριο. Εκδίδονται επίσης το «Κωδωνοστάσιο», τα «Μελετήματα», «Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη» και τα «Χάρτινα». 

Εν τω μεταξύ έχει συντελεσθεί στις 24 Ιουλίου 1974 η πολιτειακή μεταβολή.

Αρχίζει η συγγραφή του μονόλογου «Φαίδρα» και των συνθέσεων «Τοιχοκολλητής» και «Τροχονόμος».

Η «Φαίδρα» γράφτηκε από τον Απρίλη του 1974 έως τον Ιούλη του 1975 στην Αθήνα και στο Καρλόβασι της Σάμου, όπου ο ποιητής συνήθιζε να περνά τα καλοκαίρια του, και είναι αφιερωμένη στον αγαπημένο φίλο του Ρίτσου, Γιάννη Τσαρούχη.
Πρόκειται για το τελευταίο κείμενο της συλλογής «Τέταρτη Διάσταση», το πιο προσωπικό, σύμφωνα με πολλούς, έργο του ποιητή. Η συγκεκριμένη συλλογή απαρτίζεται από δεκαεφτά κείμενα, τα δέκα εκ των οποίων αναφέρονται σε πρόσωπα από τον χώρο της αρχαίας τραγωδίας (Αγαμέμνων, Ορέστης, Η επιστροφή της Ιφιγένειας, Χρυσόθεμις, Περσεφόνη, Ισμήνη, Αίας, Φιλοκτήτης, Η Ελένη, Φαίδρα).
Αρκετά από τα ποιήματα του Ρίτσου θα μπορούσαν να του εξασφαλίσουν μια εξέχουσα θέση στην καβαφική «πόλη των ιδεών» (ο Ρίτσος έγραψε θαυμάσια ποιήματα για τον Καβάφη), και ανάμεσά τους χωρίς αμφιβολία συγκαταλέγονται και οι σκοτεινοί μονόλογοι της «Τέταρτης διάστασης» , όπου ο ποιητής αναμετράται με τη μνήμη και την τραγωδία.
Πρόκειται για συνθέσεις με μια ιδιότυπη ανέλιξη, όπου συγχωνεύονται εμπειρίες προσωπικές και ιστορικές αφ’ ενός, λυρικοί, δραματικοί και ποιητικοί τρόποι αφ’ ετέρου. Στα πολύστιχα αυτά ποιήματα -δραματικοί μονόλογοι τα περισσότερα- ο Ρίτσος με προσωπεία, σύγχρονα ή μυθολογικά, επιχειρεί καταβυθίσεις στο σκοτεινό πηγάδι της ψυχής και του υποσυνείδητου. Μιλάει για τη μοναξιά, την ερωτική στέρηση, το γήρασμα του σώματος και των πραγμάτων (Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, Το νεκρό σπίτι, Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού). Ανατέμνει τις συνειδησιακές συγκρούσεις του ατόμου-φορέα της κοινωνικής πράξης (Ορέστης, Φιλοκτήτης). Επιχειρεί μια δυναμική ανακατάκτηση του χρόνου μέσα από την ατομική και ιστορική μνήμη (Όταν έρχεται ο ξένος).
Στην ποίησή του, πολυεδρική και πυκνή, συνυφαίνεται το αυτοβιογραφικό με το μυθικό και ιστορικό στοιχείο. Ξεκινώντας από τη θέση ότι ο νεοελληνικός πολιτισμός είναι ένα παλίμψηστο, ο Ρίτσος χτίζει την ποιητική του αναζητώντας τον χαμένο κρίκο ανάμεσα στο παλιό και το νέο, στο πρόσκαιρο και το αιώνιο, στη μνήμη και τη λήθη, στο πεπερασμένο και το άπειρο.

Η «Τέταρτη Διάσταση» είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα του Γιάννη Ρίτσου και ένα από τα κορυφαία της νεοελληνικής ποίησης. Ο ίδιος ο Ρίτσος θεωρούσε την «Τέταρτη Διάσταση» ως «μια σύνοψη όλων των άλλων βιβλίων» του. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση της «ποιητικής ιδεολογίας» του Γιάννη Ρίτσου θα θεωρούσε πως η Τέταρτη Διάσταση είναι η ίδια η ποίηση. Μιλώντας ο Ρίτσος για την ποίηση μόνο με την ποίηση, υπερασπίζεται με τον πιο αυθεντικό τρόπο τη θέση ότι η «ποιητική εξορία» δεν είναι καθόλου η φυσική σχέση του ποιητή με την Πολιτεία και ότι, αντίθετα, ο ποιητής θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο κοινό που τον ακούει. Τα παράθυρα, οι καθρέφτες, οι έννοιες της διαύγειας και της διαφάνειας, που περισσεύουν μέσα στην «Τέταρτη Διάσταση», φέγγουν τον δρόμο του ποιητή προς τον κοινωνικό χώρο. Για το φτάσιμο, όμως, του ποιητή στην Ιθάκη του κοινωνικού χώρου, χρειάζεται να διανυθούν μεγάλες και δύσκολες, κυρίως εσωτερικές, αποστάσεις. Για την οδύσσεια αυτή της ποιητικής συνείδησης μας μιλάει ο Ρίτσος στην «Τέταρτη Διάσταση».

Ο ποιητής επεξεργάζεται τους αρχαίους μύθους με τρόπο που όχι μόνο δεν αναιρεί τον αρχετυπικό τους χαρακτήρα, αλλά παράλληλα φανερώνει τις διαχρονικές τους διαστάσεις και την επιβίωσή τους στη σύγχρονη εποχή.
Με αφετηρία τον αρχαίο μύθο της Φαίδρας, ο Ρίτσος πλάθει με θαυμαστή ενάργεια και δύναμη ένα γυναικείο πλάσμα αχρονικό και σύγχρονο και απολύτως γήινο. Μια γυναίκα που φουντώνει μέσα της η στέρηση της μητρότητας αλλά και του έρωτα, καθώς παρακολουθεί το ξύπνημα της νιότης του γιου του γηραιού άντρα της. Η Φαίδρα του Ρίτσου είναι ένα συγκινητικά βασανιζόμενο πλάσμα, διχασμένο ανάμεσα στο χρέος να μεγαλώσει ένα παιδί και στην ερωτική δίψα που της προκαλεί η ορμητική νιότη του.

Κυκλοφορεί ο δίσκος «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» σε μελοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη.

Στην πρώτη επιφυλλίδα που δημοσιεύει ο Γ. Π. Σαββίδης στην εφημερίδα Το Βήμα μετά την πτώση της δικτατορίας, η «Γκραγκάντα» κερδίζει τον τίτλο του πιο «εύγλωττου παραδείγματος» έργου, που «αινιγματικά αλλά διάφανα» μπόρεσε να ξεπεράσει τη «δυσλεξία και να την εκφράσει νικηφόρα».

Ο Γιάννης Ρίτσος εικονογραφεί την έκδοση της «Αληθινής απολογίας του Σωκράτη» του Κ. Βάρναλη, που πραγματοποιεί το Νοέμβριο ο «Κέδρος». Το Δεκέμβριο ο Βάρναλης πεθαίνει. Ο Ρίτσος γράφει το ποίημα «Χαιρετισμός στον Βάρναλη», που δημοσιεύεται στην Αυγή, στις 19 Δεκεμβρίου.

Το Σεπτέμβριο επισκέπτεται μετά από είκοσι χρόνια τη Μονεμβασιά, όπου γράφει τα πρώτα ποιήματα της συλλογής «Μονοβασιά» (- 1976). Εκδίδεται η μελέτη του Σπύρου Γκίνη Για τον Γιάννη Ρίτσο. 

Το 1975, από τις εκδόσεις «Κέδρος» κυκλοφορεί ο τόμος με τίτλο «Τα Επικαιρικά», που περιέχει το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών ποιημάτων του ποιητή και ο Δ΄ τόμος της σειράς «Ποιήματα». Κυκλοφορούν σε πρώτη χωριστή έκδοση «Η Κυρά των Αμπελιών»,«Η τελευταία προ Ανθρώπου εκατονταετία»,«Το υστερόγραφο της δόξας», τα «Ημερολόγια εξορίας» και οι «Μαντατοφόρες». Γράφονται οι συλλογές «Το μακρινό», «Τζαμόπορτα», «Λαθρεπιβάτης», «Κέρματα τηλεφώνου Ι, ΙΙ, ΙΙΙ» και «Μονεμβσιώτισσες».

Η "Γκραγκάντα" (1972) και το "Κωδωνοστάσιο" (1974) ευαγγελίζονται τον αντιδικτατορικό ξεσηκωμό (Πολυτεχνείο), αλλά και εγκαινιάζουν νέους εκφραστικούς τρόπους.
Μετα-υπερρεαλιστική, εξπρεσιονιστική γραφή, αμάλγαμα λόγιας και λαϊκής γλώσσας. Ένας κόσμος ρευστός, όπου άνθρωποι, ζώα, πράγματα συνδιαλέγονται απειθάρχητα: «...Και τα λόγια διασταυρούμενα, ανταποκρίσεις, απομακρύνσεις, παρεξηγήσεις, τυχαίες συνέχειες –το πιότερο μονόλογοι– λόγια ασυνάρτητα, ασήμαντα, ερευνητικά, αναπάντητα, απαραίτητα...», σχολιάζει ο ίδιος. Ένα αλλόκοτο σύμπαν μυρμηγκιάζει στην αστείρευτη φαντασία του ποιητή. Ίσως αυτό να σημαίνει ο τίτλος «Γίγνεσθαι» (συγκεντρωτικός τόμος που εκδόθηκε το 1988), σε σχέση μ’ ένα προηγούμενο «είναι». Τα «Επινίκια», επίσης συγκεντρωτικός τόμος που περικλείει ποιητικές συνθέσεις από το 1977 έως το 1983, ανακαλούν επικές μνήμες που προβάλλονται στο μέλλον. Ενορατικές συλλήψεις του υπερώριμου Ρίτσου, ο οποίος επενδύει, με όλη την ποιητική σκευή του και τον παράφορο λυρισμό του, άλλη μια φορά στο ιστορικό στοίχημα.Προέκταση της ποίησής του η πεζή εννεαλογία «Εικονοστάσιο Ανώνυμων Αγίων» (1983-86), σύντηξη ατομικών και κοινωνικών βιωμάτων, αλλά και ερωτικών φαντασιώσεων.

Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πενήντα ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων. Οι συλλογές αυτές εκδόθηκαν μετά το θάνατό του, το 1991, με τον τίτλο «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα» και είναι η ύστατη χειρονομία του. Απογοητευμένος από τη διάψευση των προσδοκιών του, κοιτάζει κατάματα το θάνατο μεταγγίζοντας και τις τελευταίες στιγμές του στο λόγο. «Γεύση βαθιά του τέλους προηγείται του ποιήματος. Αρχή».

Στις 29 Μαΐου, στη Σόφια, ο Πρόεδρος της Λ. Δ. Βουλγαρίας επιδίδει στον Γιάννη Ρίτσο το διεθνές βραβείο «Γκεόργκι Ντιμιτρόφ». Στις 10 Ιουνίου αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μετά από πρόταση του καθηγητή Γ. Π. Σαββίδη, ο λόγος του οποίου κατά τη βραδιά της αναγόρευσης συμπράττει σημαντικά στην ανανέωση της προσληπτικής οπτικής πάνω στο έργο του Ρίτσου και του προσφέρει την κατοχύρωση της ακαδημαϊκής αποδοχής.Στις 26 Ιουνίου, στο Παρίσι, του απονέμεται το Μέγα Βραβείο Ποίησης «Alfred de Vingy». Προτείνεται για το βραβείο Νόμπελ.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Διογένης» αφιερωματικός τόμος για τον Γ. Ρ. με τίτλο Γιάννης Ρίτσος. Μελέτες για το έργο του,όπου συγκεντρώνονται κείμενα ένδεκα μελετητών, κατά κύριο λόγο ήδη δημοσιευμένα σε έντυπα. 
Τον Ιούλιο κυκλοφορεί τεύχος-αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο του περιοδικού Αντί.

Ο Χρήστος Λεοντής μελοποιεί το Καπνισμένο τσουκάλι. 

Στις 27 Σεπτεμβρίου το καθεστώς του Φράνκο εκτελεί τρεις Ισπανούς και δύο Βάσκους αγωνιστές για τους οποίους ο Ρίτσος γράφει τον επόμενο μήνα το ποίημα «Τραγούδι για τους πέντε».

Το 1976, κυκλοφορεί το «Θυρωρείο». Τον Μάϊο, απονέμονται στον Γιάννη Ρίτσο τα διεθνή βραβεία ποίησης «Αίτνα-Ταορμίνα» και «Seregno-Brianza» στην Ιταλία. 

Κυκλοφορεί η μελέτη του Νίκου Ροζάκου Στοχασμοί για την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου.

Με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξανδρου Παναγούλη στις 5 Μαΐου γράφει την επόμενη μέρα το ποίημα «Για τον Αλέξανδρο», ενώ αργότερα επανέρχεται στο ίδιο περιστατικό με μια σειρά ποιημάτων, που θα δουν το φως της δημοσιότητας τον επόμενο χρόνο.

Τον Ιούνιο κυκλοφορεί αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο του περιοδικού Αιολικά Γράμματα (τχ. 32-33). 
Τα λαϊκά ρωσικά παραμύθια του Αλέξη Τολστόη με τον τίτλο Η γκρινιάρα κατσίκα, που έχουν εκδοθεί στον «Κέδρο» από το 1956, επανεκδίδονται σε νέο σχήμα και με νέα εικονογράφηση της Τζένης Δρόσου. Ο Ρίτσος αυτή τη φορά υπογράφει την «απόδοση στα ελληνικά» με το πραγματικό του όνομα.
Γράφεται η συλλογή «Μετάγγιση», που θα αποτελέσει αργότερα το πρώτο μέρος της συγκεντρωτικής έκδοσης «Ιταλικό Τρίπτυχο» Γράφονται επίσης οι συλλογές «Το ρόπτρο», «Λοιπόν;» , «Εξαδάχτυλος», «Αναλόγιο», «Πριν και μετά» και τα ποιήματα «Το σώμα και το αίμα» και «Φανοστάτες»

Συναυλία του Θεοδωράκη για τα σαράντα χρόνια του Επιτάφιου. 

Στις 10 Νοεμβρίου του 1977, στη Μόσχα, στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων για την εξηκοστή επέτειο από την Οκτωβριανή Επανάσταση επιδίδεται στον Γιάννη Ρίτσο το Βραβείο «Λένιν» για την Ειρήνη.(Με το ίδιο βραβείο έχει τιμηθεί ο Κ. Βάρναλης το 1959).

Κυκλοφορεί «Το μακρινό, ο τόμος « Γίγνεσθαι με ποιήματα γραμμένα από το 1970 ώς το 1977, 32 ποιήματα από τη συλλογή «Το ρόπτρο σε ανάτυπο από τεύχος του περιοδικού Τραμ και «Τα παιδιά της ΚΝΕ.
Κυκλοφορεί ο τόμος Γιάννη Ρίτσου, Επιτομή. Ιστορική ανθολόγηση του ποιητικού του έργου, επιλογή και φιλολ. επιμέλεια Γιώργος Βελουδής.
Ο Ρίτσος γράφει το πολύστιχο ποίημα «Το τερατώδες αριστούργημα», ένα είδος ποιητικής αυτοβιογραφίας με την οποία κλείνει το Γίγνεσθαι. Γράφει επίσης τις συλλογές «Αργότερα», «Χειροποίητα», «Καθώς νυχτώνει», «Μικρό αναλόγιο μηνός Αυγούστου», «Λαχνο»ί και «Κάποτε».
Τον Δεκέμβριο αρχίζει το ποίημα «Διαφάνεια »(- 1978).
Κυκλοφορεί κινηματογραφικό σενάριο του Άρη Αλεξάνδρου «βασισμένο», κατά μαρτυρία του ίδιου του συγγραφέα, στο θεατρικό έργο του Γιάννη Ρίτσου «Ο λόφος με το συντριβάνι» με τον ίδιο τίτλο.

Το 1978, κυκλοφορεί ολόκληρη η συλλογή «Το Ρόπτρο», το «Λοιπόν;», και σε πρώτη χωριστή έκδοση ο «Βολιδοσκόπος», οι «Μονεμβασιώτισσες», η « Πύλη», «Το σώμα και το αίμα», «Το τερατώδες αριστούργημα», ο «Τοιχοκολλητής», ο «Τροχονόμος», η «Φαίδρα» και το «Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα.»
Γράφονται οι συλλογές «Πηλός», «Μικρή είσοδος», «Αντικαταστάσεις», «Φρυκτωρία» και αρχίζει η σύνθεση «Δωμάτια μετ' επίπλων» (- 1979).

Αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Μπίρμιγχαμ. Το Σεπτέμβριο του απονέμεται το διεθνές βραβείο ποίησης Mondello στην Ιταλία.

Εκδίδεται η μελέτη του Ζεράρ Πιερά, Γιάννης Ρίτσος. Η μακρά πορεία ενός ποιητή, και του Κρεσέντσιο Σαντζίλιο, Μύθος και ποίηση στον Ρίτσο.

Το 1979 εκδίδεται η «Γραφή τυφλού». Γράφονται οι συλλογές «Άξαφνα και Έφυγαν». Αρχίζει η συλλογή «Εντευκτήριο» και ολοκληρώνονται τα «Μονόχορδα». Κυκλοφορεί η τριακοστή έκδοση του Επιτάφιου εικονογραφημένη από τον Α. Τάσσο με έξι ξυλογραφίες, που φτιάχνει ο χαράκτης ειδικά γι' αυτή την έκδοση. Κυκλοφορεί η μελέτη του Κώστα Τοπούζη Γιάννης Ρίτσος. Πρώτες σημειώσεις στο έργο του.
Από το τέλος Απριλίου μέχρι τις αρχές Μαΐου πραγματοποιείται εικαστική έκθεση στη γκαλερί «Νέες Μορφές» με έργα εμπνευσμένα από την ποίηση του Ρίτσου και ζωγραφικά του ίδιου. Οργανώνονται εκθέσεις και εκδηλώσεις για τα 70χρονα του ποιητή. Αναγορεύεται επίτιμος δημότης Λευκωσίας , του απονέμεται το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης και το Παράσημο Φιλίας των Λαών της ΕΣΣΔ.

Τον Ιανουάριο του 1980 κυκλοφορεί αφιέρωμα στον Γ. Ρ. του περιοδικού Θεατρικά τετράδια (τχ. 2). Εκδίδεται το βιβλίο του Peter Bien Αντίθεση και σύνθεση στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Κυκλοφορεί η σειρά ποιημάτων«Τα ερωτικά» σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Γράφεται η «Μικρή σουίτα σε κόκκινο μείζον», οι συλλογές «Εισπνοές», «Ίσκιοι πουλιών» και αρχίζει η συγγραφή της σύνθεσης «Ευδιόμετρο». 
Τον Οκτώβριο ο Ρίτσος ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης Θεσσαλονίκης.Το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο εκδίδονται τα «Μονόχορδα», συλλογή 336 μονόστιχων ποιημάτων, η «Πάροδος» και η «Διαφάνεια».

Εκδίδεται το 1981 αυτοτελώς το «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού» και ακόμα κυκλοφορούν τα«Συντροφικά τραγούδια», η μετάφραση των «Ποιημάτων του Σεργκέι Γιεσένιν», ολόκληρη η συλλογή «Τα ερωτικά» και το βιβλίο «Ρίζες της Ρωμιοσύνης» με οκτώ φωτογραφίες του Πλάτωνα Μάξιμου από ρίζες του Γιάννη Ρίτσου..
Εκδίδεται το βιβλίο της Λούλας Ρίτσου-Γλέζου «Τα παιδικά χρόνια του αδελφού μου Γιάννη Ρίτσου , η«Εισαγωγή στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου», του Στέφανου Διαλησμά, ένας αφιερωματικός τόμος από τον «Κέδρο» με μελέτες διαφόρων μελετητών, η μελέτη του Παντελή Πρεβελάκη «Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος» ,η μελέτη της Χρύσας Προκοπάκη «Η πορεία προς τη Γκραγκάντα ή οι περιπέτειες του οράματος και σε ένα τόμο η «Εργογραφία» του ποιητή της Αικατερίνης Μακρυνικόλα και το «Χρονολόγιο» του Γ. Π. Σαββίδη.

Ο Ρίτσος γράφει τη σειρά «Σάρκινος λόγος» και «Ημικύκλιο». Ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης Ελευσίνας. Κυκλοφορεί αφιέρωμα του περιοδικού Η λέξη στον Γ. Ρ.

Το 1982, κυκλοφορεί σε πρώτη έκδοση το πεζό «Αρίοστος ο Προσεχτικός» , όπου αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του, το «Ιταλικό τρίπτυχο», η «Μονοβασιά» και τα «Υπόκωφα» . Γράφεται η σύνθεση «Ο σκοινοβάτης και η σελήνη» και η συλλογή «3 x 111 τρίστιχα» . 
Ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης Λάρισας.

Κυκλοφορεί το 1983, ο «Τειρεσίας» και «Το χορικό των σφουγγαράδων», σε πρώτη αυτοτελή έκδοση. 

Εκδίδεται ακόμα το μυθιστόρημα «Τι παράξενα πράματα» και η μελέτη του Γ. Βελουδή Γιάννης Ρίτσος: Προβλήματα μελέτης του έργου του.

Ο Ρίτσος αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Καρλ Μαρξ της Λειψίας το 1984. 

Κυκλοφορεί το τρίτο πεζό του, «Με το σκούντημα του αγκώνα» . Σε σημείωση του βιβλίου δηλώνεται η σύνδεση ανάμεσα σε αυτό το πεζό και τα δύο που κυκλοφόρησαν τα προηγούμενα χρόνια. Εκδίδονται ακόμα οι «Ταναγραίες» και ο τόμος «Επινίκια », με έξι πολύστιχες συνθέσεις του Γιάννη Ρίτσου, που αποτελούσαν για τον ποιητή συνέχεια του Γίγνεσθαι. Ο τόμος, που έχει εορταστικό χαρακτήρα και είναι αφιερωμένος στα 50 χρόνια της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου, ορίζεται ως ο όγδοος (Η΄) της σειράς «Ποιήματα. 
Εκδίδεται το βιβλίο του Γιώργου Βελουδή ''Προσεγγίσεις στο έργο του Γιάννη Ρίτσου''. Κυκλοφορεί αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο του περιοδικού. 

«Ιδού λοιπόν που η Τριλογία γίνεται ήδη Τετραλογία», σημειώνει ο Ρίτσος στο τέλος του μυθιστορήματος, «Ίσως να ’ναι κι έτσι», που κυκλοφορεί το Μάρτιο του 1985. Λίγους μήνες αργότερα η τετραλογία θα γίνει εξαλογία με την έκδοση των μυθιστορημάτων «Ο γέροντας με τους χαρταϊτούς», τον Ιούνιο, και «Όχι μονάχα για σένα», το Νοέμβριο.
Με αφορμή την έκδοση του «Ίσως να ’ναι κι έτσι» και την παρουσίαση χωρίων του βιβλίου στο περιοδικό ''Πολιτιστική'' με ειρωνικούς υπότιτλους ξεκινά έντονη συζήτηση στα έντυπα Πολιτιστική, Αυγή και Ριζοσπάστης.

Ο έβδομος τόμος της σειράς των πεζών του Γ. Ρ., «Σφραγισμένα μ’ ένα χαμόγελο», εκδίδεται το Μάρτιο του 1986. Για πρώτη φορά στον τίτλο της έκδοσης ορίζεται ο γενικός τίτλος της σειράς: «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων» που τελικά θα ολοκληρωθεί με την έκδοση δύο ακόμα τόμων, του «Λιγοστεύουν οι ερωτήσεις» τον Ιούλιο, και «Ο Αρίοστος αρνείται να γίνει Άγιος», το Νοέμβριο.

Απονέμεται στον Ρίτσο το βραβείο «Ποιητή Διεθνούς Ειρήνης» του ΟΗΕ και μετάλλιο από το Εθνικό Νομισματοκοπείο Γαλλίας.

Το 1987, κυκλοφορούν οι «Ανταποκρίσεις» και τα «3 x 111 τρίστιχα». 

Το Μάρτιο ο Γιάννης Ρίτσος, αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις 10 Ιουνίου ο Δήμαρχος Αθηνών του απονέμει το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής της πόλης. Αυτή τη χρονιά, με αφορμή το γεγονός, γράφει το ποίημα «Επιλογικό».

Κυκλοφορεί το «Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια» του Φερεϋντούν Φαριάντ σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Το Δεκέμβριο το περιοδικό ''Διαβάζω'' Γ. Ρ. (τχ. 205), πραγματοποιεί αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο. 

Από τον Ιανουάριο ώς το Μάρτιο του 1989 πραγματοποιείται από την Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας έκθεση για τα 80χρονα του Γιάννη Ρίτσου, με τίτλο ''Στα περιθώρια του χρόνου'', όπου παρουσιάζεται το εικαστικό έργο του σε παράλληλη πορεία με την ποίησή του.
Εκδίδεται το λεύκωμα «Ημικύκλιο», με έξι ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, από την ανέκδοτη ομώνυμη συλλογή και έξι λιθογραφίες του Τάκη Κατσουλίδη. Εκδίδονται ακόμα ο ένατος (Θ΄) και δέκατος (Ι΄) τόμος της σειράς «Ποιήματα», που καλύπτουν τις περιόδους 1958 – 1967 και 1963 – 1972 αντίστοιχα.

Το Μάιο του 1989 επισκέπτεται την Κύπρο, ύστερα από πρόσκληση του Κύπριου Υπουργού Παιδείας, όπου του απονέμεται ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Τον ίδιο μήνα του απονέμεται επίσης το παράσημο της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας «Μεγάλος αστέρας της φιλίας των λαών».

Αποχαιρετώντας το «Τελευταίο καλοκαίρι» της ζωής του ο Γιάννης Ρίτσος, στο Καρλόβασι, στις 3 Σεπτεμβρίου, γράφει:

τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη, θα ξανακοιτάξω
τους στίχους που έγραψα Ιούλιο και Αύγουστο
αν και φοβάμαι, πως τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ’ τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα ’ναι το τελευταίο.

«Τελευταίο καλοκαίρι», Αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα


Το 1990, του απονέμεται το μετάλλιο «Ζολιό-Κιουρί», ανώτατη διάκριση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης. Κυκλοφορούν σε χωριστά βιβλία με την επιμέλεια και τις σημειώσεις του Κώστα Νίτσου τα τέσσερα θεατρικά του Γ. Ρ.: Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα, Πέρα απ’ τον ίσκιο των κυπαρισσιών, Τα ραβδιά των τυφλών και Ο λόφος με το συντριβάνι. 

Ο Γιάννης Ρίτσος πεθαίνει στις 11 Νοεμβρίου. Στις 14 Νοεμβρίου ενταφιάζεται στη Μονεμβασιά.

Το Νοέμβριο του 1991, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός έτους από το θάνατο του ποιητή, ο «Κέδρος» εκδίδει σε ένα τόμο με τίτλο Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα τις τέσσερις τελευταίες συλλογές του με ποιήματα γραμμένα από τον Ιούνιο του 1987 ώς τον Σεπτέμβριο του 1989 σε επιμέλεια της Αικατερίνης Μακρυνικόλα και της Χρύσας Προκοπάκη.
Κυκλοφορεί η μελέτη του Β. Κάσσου Η «Τέταρτη Διάσταση» του Ρίτσου: μια ανάγνωση και αφιέρωμα στον ποιητή του περιοδικού Νέα Εστία (τχ. 1547). 

Το 1993, εκδίδεται ο ΙΑ΄ τόμος των Ποιημάτων του Γ. Ρ., που καλύπτει την περίοδο 1972 – 1974, με την επιμέλεια της Αικατερίνης Μακρυνικόλα. Εκδίδεται επίσης το έργο της Αικατερίνης Μακρυνικόλα Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου (1924 – 1989), μια καταγραφή που καλύπτει την πνευματική παρουσία του Γιάννη Ρίτσου, από την πρώτη εμφάνισή του στη Διάπλαση των Παίδων ώς τις εκδόσεις και τα δημοσιεύματα που πραγματοποιήθηκαν με αφορμή τα 80χρονά του.

Το 1995, πεθαίνει η αδελφή του Ρίτσου, Λούλα. Το περιοδικό Ελί-τροχος εκδίδει τεύχος-αφιέρωμα στον Γ. Ρ. (τχ. 4-5).

Το 1996, Κυκλοφορεί το βιβλίο της Αγγελικής Κώττη Γιάννης Ρίτσος: ένα σχεδίασμα βιογραφίας.

Το 1997, εκδίδεται ο ΙΒ΄ τόμος της σειράς Ποιήματα του Γ. Ρ. (1975 – 1976) με επιμέλεια της Αικατερίνης Μακρυνικόλα και ο τόμος Γιάννης Ρίτσος, Γλυκειά μου Λούλα με επιμέλεια της Δέσποινας Γλέζου. Πρόκειται για την αλληλογραφία του Γιάννη Ρίτσου με την αδερφή του Λούλα, κάποια από τα χρόνια της εξορίας (1949-1952).

Το 1999, εκδίδεται ο ΙΓ΄ τόμος της σειράς Ποιήματα του Γ. Ρ. με επιμέλεια της Αικατερίνης Μακρυνικόλα και το βιβλίο της Ρούλας Κακλαμανάκη Γιάννης Ρίτσος – η ζωή και το έργο του.

Το 2000, κυκλοφορεί η Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου, με ποιήματα που επιλέγει η Χρύσα Προκοπάκη.

Τον Μάρτιο του 2002, το αρχείο Ρίτσου κατατίθεται από τη Γαρυφαλιώ και την Έρη Ρίτσου στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη , όπου και φυλάσσεται σήμερα, προσβάσιμο πλέον στους μελετητές. 

Οκτακόσια τέσσερα μπλοκ, τετράδια, λυτά φύλλα. Απλά ή ζωγραφισμένα, δερματόδετα ή λυμένα, μονόφυλλα ή πολύφυλλα.

Αγγελική Κώττη, «“Μόνος με τη δουλειά του”. Μια περιπλάνηση στο αρχείο αυτόγραφων έργων του Γιάννη Ρίτσου», Διεθνές Συνέδριο. Ο ποιητής και ο πολίτης Γιάννης Ρίτσος, επιμ. Αικατερίνη Μακρυνικόλα και Στρ. Μπουρνάζος, Αθήνα 2008, 193.

Το 2003, πεθαίνει η Γαρυφαλιώ Ρίτσου.

Το 2004, το περιοδικό Η Λέξη πραγματοποιεί μεγάλο αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο 

Διεθνές Συνέδριο αφιερωμένο στον Γιάννη Ρίτσο με τίτλο: «Ο ποιητής και ο πολίτης Γιάννης Ρίτσος» διοργανώνεται τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου του 2005, από το Μουσείο Μπενάκη. Παράλληλα, λειτουργεί στο χώρο του Μουσείου έκθεση τεκμηρίων αντλημένων από το αρχείο του ποιητή.

Το 2007, εκδίδεται ο ΙΔ΄ τόμος της σειράς Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, με επιμέλεια της Αικατερίνης Μακρυνικόλα.

Το 2008, κυκλοφορεί ο τόμος Γιάννης Ρίτσος, Τροχιές σε διασταύρωση. Επιστολικά Δελτάρια της εξορίας και γράμματα στην Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου με πρόλογο της Καίτης Δρόσου και επιμέλεια, εισαγωγή και σημειώσεις της Λίζυς Τσιριμώκου. 
Κυκλοφορούν επίσης ο τόμος των πρακτικών του συνεδρίου του 2005: Ο ποιητής και ο πολίτης Γιάννης Ρίτσος, με επιμέλεια της Αικατερίνης Μακρυνικόλα και του Στρ. Μπουρνάζου
Επίσης κυκλοφορεί το βιβλίο Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία (κινηματογραφική αυτοβιογραφία – ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του) του Γιώργου και της Ηρώς Σγουράκη.

Το 2009 κηρύσσεται από το Υπουργείο Πολιτισμού Έτος Ρίτσου για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.


Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Ρίτσου βλ. Βελουδής Γ., «Ρίτσος Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κώττη Αγγελική, «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Νέα Εστία130, Χριστούγεννα 1991, αρ.1547, σ.4-9, Πετρόπουλος Θοδωρής, «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Διαβάζω205, 21/12/1988, σ.34-46, Κώττη Αγγελική, Γιάννης Ρίτσος • Ένα σχεδίασμα βιογραφίας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1997 και Παππάς Γιάννης Η., «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Ελί - τροχος4-5, Χειμώνας 1994-1995, σ.15-31.


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: