Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλέλληνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλέλληνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν

Ο πλοίαρχος Τόμας Κόχραν του HMS Speed, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1801, καταλαμβάνει την ισπανική φρεγάτα El Gamo.
Θεωρείται ένας από τους φιλέλληνες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Διορίστηκε, από την εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, με διάταγμά της, αρχιναύαρχος του Ελληνικού στόλου στη θέση του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη, καθώς του ζητήθηκε από τους Έλληνες να βοηθήσει στην εκστρατεία τους, λόγω της καλής του φήμης στα στρατιωτικά και ναυτικά ζητήματα.
Κόχραν Τόμας - (1775 ­ 1860) 'Aγγλος ναύαρχος με κυβερνητική απόφαση ορίστηκε αρχηγός του στόλου, το 1827 ,στη θέση του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη
Ο Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν θεωρείται ένας από τους φιλέλληνες της ελληνικής επανάστασης του 1821. Η καταγωγή του ήταν από την Μεγάλη Βρετανία. Αποτέλεσε αρχηγό του ελληνικού στόλου στη θέση του Ανδρέα Μιαούλη, καθώς του ζητήθηκε από τους Έλληνες να βοηθήσει στην εκστρατεία τους, λόγω της καλής του φήμης στα στρατιωτικά και ναυτικά ζητήματα.


Ι. Βιογραφικά στοιχεία

Ο Τόμας-Αλεξάντερ Κόχραν (Thomas Alexander Cochrane) γεννήθηκε στο Annsfield της Μεγάλης Βρετανίας, κοντά στο Χάμιλτον, South Lanarkshire, Σκωτία το 1775 και απεβίωσε σε ηλικία 85 ετών το 1860. Ήταν 1ος Μαρκήσιος του Maranhão, Σκωτσέζος ναύτης, αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού και ριζοσπάστης πολιτικός. Καθώς ήταν στρατιωτικός και ναύαρχος, τέθηκε επικεφαλής των ναυτικών δυνάμεων της Ελλάδας κατά την Επανάσταση του 1821. Ήταν ένας τολμηρός και επιτυχημένος καπετάνιος στους Ναπολεόντειους Πολέμους, οδηγώντας τους Γάλλους με το παρατσούκλι του Le Loup des Mers («Το Sea Wolf»). Απολύθηκε από το Βασιλικό Ναυτικό το 1814, μετά από την καταδίκη για απάτη στο χρηματιστήριο. Οργάνωσε και οδήγησε τις επαναστάσεις του πολεμικού ναυτικού της Χιλής, της Βραζιλίας και της Ελλάδας κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων πολέμων της ανεξαρτησίας τους. Στο τέλος του πολέμου της Χιλής, ο Κόχραν συνέβαλε στην περουβιανή ανεξαρτησία. Το 1832, του δόθηκε ξανά η θέση, όπου ο Βασιλιάς τον επανέφερε στο Βασιλικό Ναυτικό με το βαθμό του μπλε υποναυάρχου. Πέθανε το 1860 με το βαθμό του ναυάρχου του Κόκκινου, και τον τιμητικό τίτλο του υποναυάρχου του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ζωή του και τα κατορθώματά του ενέπνευσαν την ναυτική φαντασία μυθιστοριογράφων του 19ου και του 20ου αιώνα. Ο Κόχραν πέρασε τα νιάτα του στην Culross Fife, όπου η οικογένειά του είχε ένα κτήμα. Μέσα από την επιρροή του θείου του, Αλέξανδρου Κόχραν, ο ίδιος είχε εγγραφεί ως μέλος του πληρώματος στα βιβλία των τεσσάρων πλοίων του Βασιλικού Ναυτικού, η εγγραφή του σε αυτά άρχισε από όταν ήταν πέντε χρόνων. Αυτή η γνωστή και παράνομη τακτική, ήταν ένα μέσο για την αύξηση των ετών υπηρεσίας που απαιτείται για την προώθηση ένταξης στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο πατέρας του , τον εξασφάλισε σε μια επιτροπή στο βρετανικό στρατό σε νεαρή ηλικία, αλλά ο Κόχραν προτίμησε το Πολεμικό Ναυτικό. Το 1793 κατατάχτηκε στο βρετανικό ναυτικό, αναδείχτηκε κυβερνήτης καταδρομικών πλοίων και έδρασε με επιτυχία στους Ναπολεόντειους Πολέμους. Το 1806 εκλέχτηκε αντιπρόσωπος στη Βουλή των Κοινοτήτων, αλλά λόγω της ανάμειξής του σε χρηματιστηριακή απάτη διαγράφτηκε από το ναυτικό και έχασε τη βουλευτική του ιδιότητα. Το 1807 εκλέχτηκε μέλος της Βουλής των Κοινοτήτων, ως ριζοσπάστης. Το 1818 ανέλαβε την αρχηγία του χιλιανού στόλου στους αγώνες του εναντίον των Ισπανών αποικιοκρατών. Το 1820 πέρασε στην υπηρεσία του Περού και το 1823 τέθηκε επικεφαλής του στόλου στη Βραζιλία. Η συμβολή του στους απελευθερωτικούς αγώνες των χωρών αυτών εδραίωσε τη φήμη του ως ικανού ναυάρχου. Το 1823 αναδιοργάνωσε το βραζιλιάνικο στόλο και πέτυχε το συμβιβασμό μεταξύ Βραζιλίας - Πορτογαλίας. Το 1825 υπέγραψε συμφωνητικό με την ελληνική επιτροπή που τότε διαπραγματευόταν στο Λονδίνο τη σύναψη δανείου για να αναλάβει την αρχηγία του ελληνικού στόλου.

ΙΙ. Η στρατιωτική και πολιτική του δράση πριν την επανάσταση

Ο Τόμας Κόχραν, το 1793, σε ηλικία 18 ετών διορίστηκε στο Βρετανικό Ναυτικό και σημείωσε πολλές επιτυχίες. Παράδειγμα αποτελεί η καταστολή της πειρατείας στη Μεσόγειο με την αιχμαλωσία πεντακοσίων πειρατών σε διάστημα 15 μηνών. Την περίοδο του πολέμου μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας, ωστόσο, φυλακίστηκε αλλά κατάφερε να διασωθεί και διορίστηκε πλοίαρχος, με αποτέλεσμα να αποκτήσει μεγάλη περιουσία από πειρατικές λείες. Το 1806, εξελέγη βουλευτής στο Χόνιτο και έπειτα στο Γουεστμίνστερ, φτάνοντας στο αποκορύφωμα της δόξας του μετά την αποκάλυψη καταχρήσεων που γίνονταν στο ναυτικό. Αποφάσισε να τα αποκαλύψει εκείνη την περίοδο λόγω του γεγονότος ότι το ναυαρχείο σταμάτησε να προμηθεύεται πίσσα και βερνίκι από τον ίδιο. Μάλιστα, εκείνα τα χρόνια, ο Τόμας είχε αρχίσει να ασχολείται με την εφεύρεση και επινόηση νέων τεχνικών μεθόδων, κύριως στον τομέα των ναυτιλιακών. Είχε πάρει την εφευρετικότητα από τον πατέρα του, ο οποίος είχε δική του βιοτεχνία και ασχολούνταν με την παραγωγή υποπροϊόντων του άνθρακος. Παράδειγμα του ταλέντου του στον τομέα αυτό ήταν το 1812, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, η πρότασή του για επίθεση με έναν συνδυασμό βομβαρδιστικών, εκρηκτικών και εκτοξεύσεως χημικών αερίων πλοίων. Επιπλέον, το 1818 δημιούργησε σε συνεργασία με τον μηχανικό Marc Isambard μια πατέντα για την ενίσχυση της σήραγγας Blackwall, κάτω από τον ποταμό Τάμεση. Το 1809, ορίστηκε κυβερνήτης μιας φρεγάτας και, κατά τη διάρκεια σύγκρουσης με την Γαλλία, κατέστρεψε τέσσερα γαλλικά πλοία, στο λιμάνι του Εξ. Το 1814, όσο αποτελούσε μέλος του Αγγλικού Κοινοβουλίου, κατηγορήθηκε για συκοφαντία. Η κατηγορία του, όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Ηλία Μεταξά «Βίος και Πολιτεία του Κόχραν», ήταν το γεγονός ότι ο ίδιος διέδωσε ψευδείς φήμες για τον θάνατο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη με απότερο σκοπό την άνοδο των μετοχών του χρηματιστηρίου προκειμένου να πουλήσει χρεόγραφα που ο ίδιος είχε αγοράσει. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο, είχε συμμετάσχει και σε ένα διαγωνισμό του Ναυτικού με θέμα την κατασκευή ενός προηγμένου φαναριού νηοπομπής, ώστε να μην χάνονται τα πλοία τη νύχτα, και, λόγω της χρηματιστηριακής του απάτης, οι οργανωτές απέρριψαν την προτασή του. Βέβαια, όταν ξανασυμμετείχε με άλλο όνομα κέρδισε στον διαγωνισμό και πήρε το βραβείο των 50 λιρών. Παρ’ όλα αυτά, η φήμη του στην Αγγλία είχε καταρρεύσει και αναγκάστηκε να εκπατριστεί. Το 1818, ωστόσο, κλήθηκε από τους Χιλιανούς, προκειμένου να οργανώσει τον στόλο τους εναντίον των Ισπανών, και διορίστηκε ναύαρχος, σημειώνοντας πολλές επιτυχίες. Την περίοδο αυτή, και πιο συγκεκριμένα το 1820, σχέδιασε το πρωτοποριακό πλοίο «Rising sun» ή «star» προορισμένο για τον στόλο το Χιλίων, το οποίο, όμως, κατέφθασε μετά την λήξη του πολέμου. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1823, λόγω της αγνωμοσύνης που κατά τη γνώμη του διακατείχε τους συμπολεμιστές του παραιτήθηκε. Το 1820 πέρασε στην υπηρεσία του Περού και, στη συνέχεια, κλήθηκε απο την Βραζιλία, προκειμένου να επιτελέσει ναύαρχος στο πόλεμο εναντίον της Πορτογαλίας. Μετά την λήξη των συγκρούσεων και την γνωστοποίηση των στρατιωτικών επιτυχιών του από τον ίδιο με στομφώδους ύφους ομιλίες, που εκφωνούσε, επέστρεψε στην Αγγλία, έχοντας πια ανακτήσει την καλή φήμη του.

ΙΙΙ. Χρηματηστηριακή απάτη

Η χρηματιστηριακή απάτη του Τόμας Κόχραν αποτελεί μια από τις χειρότερες σελίδες στην επιτυχή σταδιοδρομία του. Ο Τόμας, μαζί με τον θείο του Andrew Cochrane-Johnstone , ο οποίος ήταν Βουλευτής στην εκλογική περιφέρεια του Grampound, τον Richard Gathorne Butt, που ήταν κερδοσκόπος χρηματιστής, τον Charles Random de Berenger και τον John Peter Holloway είχαν αγοράσει, μια εβδομάδα πριν την αποκάλυψη της γνωστής απάτης τους, κρατικά χρεόγραφα‘’Omniun’’ αξίας 1.100.000 λίρων και μέσω των ψευδών φημών που έβγαλαν, είχαν ως σκοπό να ανεβούν οι μετοχές στο Χρηματιστήριο, ώστε να τα πουλήσουν σε μεγαλύτερη τιμή. Εκτός από το προφανές κέρδος που θα έβγαζαν από αυτό , ήθελαν να ξεχρεώσει και ο θείος του Κόχραν, ο οποίος ήταν καταχρεωμένος λόγω συνεχών αποτυχιών στο Χρηματιστήριο, έπειτα από τον διωγμό του από τον στρατό. Το συνωμοτικό τους σχέδιο, παρ’ όλα αυτά, ανακαλύφθηκε και τα κέρδη που έβγαλαν από την ‘’κομπίνα’’ τους δόθηκαν σε δωρεές από το Χρηματιστήριο. Πιο αναλυτικά, στις 21 Φεβρουαρίου του 1814, ξημερώματα Κυριακής, ο Random de Berenger κατέφθασε στο λιμάνι του Dover, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τον αντισυνταγματάρχη Du Bourg, και άρχισε να διαδίδει την εξής φήμη : «Οι συμμαχικές δυνάμεις νίκησαν και εισήλθαν στο Παρίσι και σκότωσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Επομένως, επίκειται άμεση ειρήνη με φιλοβασιλική Κυβέρνηση του Οίκου των Βourbons». Η επαλήθευση των γεγονότων αυτών ήταν αρκετά δύσκολη να πραγματοποιηθεί καθώς στην Μάγχη επικρατούσε ομίχλη, τα πλοία δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν με αποτέλεσμα την αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ των δύο ακτών. Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση, ο de Berenger συνέχισε να διαδίδει τις ψευδείς φήμες του. Προκειμένου να ενημερωθεί και ο ανώτατος διοικητής της ναυτικής φρουράς «Deal», έστειλε γράμμα με το οποίο τον ενημέρωσε για τις υποτιθέμενες εξελίξεις. Έπειτα, αναχώρησε για το Λονδίνο με προορισμό την οικεία του Κόχραν, συνεχίζοντας να διαδίδει τα ‘’χαρμόσυνα νέα’’. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1814, ημέρα Δευτέρα, λόγω των καλών νέων περί επικείμενης ειρήνης, επιτεύχθηκε άνοδος των τιμών στο Χρηματιστήριο, και ειδικότερα των χρεογράφων ‘’Omnium’’ που είχαν αγοράσει, τα οποία είχε εκδώσει η ασταθής Κυβέρνηση των Tories. Από 27,5 ανήλθαν σε 32 (κλίμακα χρηματιστηρίου), μέσα σε ένα απόγευμα. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, κατέφθασε μια άμαξα με τρεις υποτιθέμενους ‘Γάλλους Βασιλόφρονες Αξιωματικούς’, οι όποιοι συνέβαλαν στην διάδοση της ψευδής φήμης. Στην πραγματικότητα, αυτοί ήταν οι Ralf Sandom, Alexander Macrae και Henry Lyte. Το απόγευμα εκείνης της ημέρας, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε τα αντίθετα και απέστειλε έναν αγγελιαφόρο να το αναγγείλει επίσημα μέσα στο Χρηματιστήριο. Έτσι, οι τιμές επανήλθαν στα φυσιολογικά τους επίπεδα. Στην συνέχεια, οργανώθηκε μια Υπό-επιτροπή, προκειμένου να ερευνήσει την απάτη. Έτσι, διαπιστώθηκε ότι την στιγμή της ανόδου των τιμών στο Χρηματιστήριο οχτώ άνδρες είχαν πουλήσει υπέρογκα ποσά κρατικών χρεογράφων. Και αποδείχθηκε ότι αυτά τα άτομα διέδωσαν την ψευδή φήμη, καθώς το κίνητρο ήταν πειστικό. Στις 7 Μαρτίου του 1814 η Υπό-Επιτροπή του Χρηματιστηρίου προσέφερε αμοιβή 250 λιρών σε όποιον κατάφερε να βρει τον υποτιθέμενο "αντισυνταγματάρχη du Bourg" . Τελικά, ένας βαρκάρης βρήκε την κόκκινη στολή που φορούσε, όταν είχε μεταμφιεστεί σε Du Bourg και ο ράφτης Solomon, που του την είχε πουλήσει, τον αναγνώρισε. Στις 8/03/1814, ενώ προσπαθούσε να καταφύγει στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον συνέλαβαν με μια άλλη κατηγορία καθώς δεν είχαν αρκετές αποδείξεις για τη χρηματιστηριακή απάτη του. Στις 8 Ιουνίου, έγινε το δικαστήριο και με τους οχτώ άνδρες παρευρισκόμενους. Οι ένορκοι τούς κατέστησαν ένοχους και οι δύο από τους οχτώ άνδρες κατάφεραν να καταφύγουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά την απόφαση των ενόρκων περί ενοχής τους, υποστηρίζεται ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου Edward Law κράτησε ιδιαίτερα μεροληπτική στάση κατά τη διάρκεια της δίκης και επηρέασε σημαντικά την απόφαση των ενόρκων καθώς δεν τους έθετε απλώς τις ερωτήσεις αλλά τις απαντούσε κιόλας χωρίς να τους αφήνει το περιθώριο κρίνουν από μόνοι τους. Επιπλέον, στο δικαστήριο παραβρέθηκαν ο Νομικός Σύμβουλος του Ναυαρχείου, Ger-main Lavie, ως δικηγόρος του Χρηματιστηρίου, ο οποίος και ήταν αντίδικος του Κόχραν στο Ναυτοδικείο εναντίον του Gambier. Ο Κόχραν ισχυρίζονταν ότι οργανωτής αυτών των άδικων –ως προς αυτόν- διορισμών ήταν ο γραμματεύς του Ναυαρχείου John Wilson Crocker, ο οποίος ήταν παλιός εχθρός του, μέσα και έξω από το κοινοβούλιο. Ήταν, επομένως, λογικό οι δυο αυτοί άνδρες να επιθυμούν να καταστρέψουν την σταδιοδρομία του Κόχραν. Άδικο για αυτόν ήταν, επίσης, το γεγονός ότι οι μάρτυρες κατηγορίας, μερικοί από αυτούς δωροδοκημένοι, είχαν το προνόμιο από τον εισαγγελέα να καταθέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με τους μάρτυρες υπερασπίσεως, που δεν τους δίνονταν το ίδιο χρονικό περιθώριο. Τέλος, τα στοιχεία για την κατηγορία του ήταν επουσιώδη. Στηρίζονταν μόνο στην δοσοληψία των χρεογράφων και στην σχέση του Κόχραν με τους διαπιστωμένους συνωμότες. Αυτό που απασχόλησε για μεγάλο χρονικό διάστημα το δικαστήριο ήταν το χρώμα της στολής του De Berenger, την ημέρα που επισκέφθηκε την οικεία του Κόχραν. Ο ίδιος, καθώς και οι υπηρέτες της οικείας του Κόχραν, υποστήριξαν ότι φορούσε πράσινη στολή, αλλά ο αμαξάς (William Crane) , ο οποίος τον μετέφερε στην οικεία, ορκίστηκε ότι η στολή που φορούσε ήταν κόκκινη. Εν τέλει, την δεύτερη ημέρα της δίκης, ο Πρόεδρος υποστήριξε ότι ο De Berenger έλεγε ψέματα και ότι η στολή ήταν κόκκινη. Ο Κόχραν προσέλαβε την καλύτερη και πιο έμπειρη ομάδα υπερασπίσεως. Αυτή αποτελούνταν από τον Ηenry Peter Brougham, που αργότερα έγινε Πρόεδρος Εφετών και πολιτικός, William Draper Best, βαρόνο του Wynford, που αργότερα έγινε Αρχιδικαστής πολιτικών δικαστηρίων και πολιτικός και James Scarlett, βαρόνο του Abinger, που αργότερα έγινε Υπουργός Δικαιοσύνης. Παρ’ όλα αυτά, λόγω λαθών τακτικής, όπως το γεγονός ότι τον συμβούλευσαν να μην πηγαίνει στο δικαστήριο, πυροδότησε νέες αφορμές για κατηγορίες εις βάρος του, κρίνοντας τον, τελικά, ένοχο. Στις 20 Ιουνίου του 1814, το δικαστήριο εξέδωσε την ποινή τους, η οποία συνοψίζεται στο παρακάτω κείμενο: «Όλοι οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 12 μηνών. Ο Κόχραν και ο BUTT σε πρόστιμο 1.000 λιρών. O Holloway σε πρόστιμο 500 λιρών. Επιπρόσθετα, ο Κόχραν, ο De Berenger και ο Butt να υποστούν την εξευτελιστική τιμωρία να σταθούν μία φορά και επί μία ώρα μόνον επάνω στο ικρίωμα του ‘Pillory’». Μετά, όμως, την υποστήριξη του Κόχραν από τον Βουλευτή Sir Francis Βurdett και την προθυμία του να επιτελέσει και αυτός την ποινή του ‘Pillory’ μαζί με τον Κόχραν, καθώς και από φόβο οχλαγωγικών εκδηλώσεων συμπάθειας προς τον αυτόν, το δικαστήριο απέσυρε την εξευτελιστική ποινή του ‘Pillory’, όχι μόνο για τον Κόχραν αλλά και για κάθε ένοχο που θα δικαζόταν.

Στις 5 Ιουλίου του 1814, παρά την παθιασμένη ομιλία του εκδιώχθηκε από την Βουλή με 144 ψήφους εναντίον και 44 υπέρ του και ακολούθησαν επαναληπτικές εκλογές με στόχο την αναπλήρωση της έδρας του, που κατείχε στην εκλογική περιφέρεια του Westminster. Με την υποστήριξη του λαού, παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να ανακτήσει την θέση του στο κοινοβούλιο, στις 16 Ιουλίου.

Παρ’ όλα αυτά, δεν γλίτωσε την διαμονή του στην πολυτελής φυλακή ‘King’s Bench’. Μετά την παραμονή των εννιά μηνών του εκεί, λόγω της παρότρυνσης του φίλου του Cobbett, επιχείρησε να αποδράσει και τα κατάφερε. Δυο εβδομάδες μετά, εμφανίστηκε στο Κοινοβούλιο και συλλήφθηκε από την Αστυνομία, ξαναστάλθηκε στην φυλακή όπου και επιτέλεσε ολόκληρη την ποινή του. Εκεί, αρρώστησε παρουσιάζοντας συμπτώματα τύφου και αναγκάστηκε να πληρώσει το πρόστιμο των 1000 λιρών προκειμένου να βγει (3/07/1815). Όταν βγήκε, το μόνο που ήθελε ήταν να μπορέσει να αποδείξει την αθωότητά του. Τον Αύγουστο του1815, τον κάλεσαν να μεταβεί στην επαρχιακή πόλη Guildford, για να παρουσιαστεί ενώπιον του μεταβατικού ποινικού δικαστηρίου (Court of Assize), με την κατηγορία της αποδράσεως. Τον έστειλαν εκεί μακριά έτσι ώστε να αποφύγουν οχλοκρατικές διαδηλώσεις. Τελικά, αποφασίστηκε ότι η αρχική ποινή ήταν αρκετή και ο δικαστής του επέβαλε απλά ένα πρόστιμο 100 λιρών. Ο ίδιος αρνήθηκε να το πληρώσει αλλά οι ψηφοφόροι του κατάφεραν να μαζέψουν με έρανο το προαναφερόμενο ποσό. Το θέμα περί ενοχής ή αθωότητας του Τόμας Κόχραν απασχόλησε πολλούς νομικούς. Κατά τον 19ο αιώνα, τρεις Lord Chancellors, που σημαίνει είτε «Πρόεδροι Βουλής των Λόρδων» είτε «Πρόεδροι Εφετών», κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι βάση των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, ο Κόχραν δεν έπρεπε να καταδικαστεί. Ο ίδιος, σε όλη την μετέπειτα ζωή του, έκανε προσπάθειες να αποδείξει την αθωότητα του και να αποκαταστήσει την τιμή και την φήμη του.

IV. Η ανάμειξή του σε δάνειο της Ελλάδας

Η κυβέρνηση της Ελλάδας αποφάσισε να συναφτούν δυο εσωτερικά δάνεια, το ένα για 5.000.000 τουρκικά πιάστρα, και το δεύτερο για 2.000.000 πιάστρα. Επειδή όμως κανείς δεν έδειξε προθυμία ούτε για το ένα ούτε για το άλλο, με διάταγμα της 4ης Μαρτίου 1822, το πρώτο, των πέντε εκατομμυρίων, κηρύχτηκε αναγκαστικό δάνειο και υποχρεώθηκαν να το καλύψουν ο κλήρος, οι έμποροι, όσοι είχαν ακίνητα και γενικά όλοι οι πλούσιοι. Αλλά όταν αποδείχτηκε ότι και το αναγκαστικό αυτό δάνειο δεν επαρκούσε για να καλυφτούν οι άμεσες ανάγκες, αποφασίστηκε στις 9 Μαρτίου 1822 να συναφτεί ένα εξωτερικό δάνειο από 1.000.000 ισπανικά τάληρα. Μόνον όμως ύστερα από δυο χρόνια, επί κυβερνήσεως Γεωργίου Κουντουριώτη και με τη μεσολάβηση του φίλου του Μαυροκορδάτου, οι διαπραγματεύσεις έφτασαν σ' ένα αποτέλεσμα. Πήγε στο Λονδίνο μια επιτροπή, από το γαμπρό του Κουντουριώτη, Ιωάννη Ορλάνδο, και δυο άλλους ανθρώπους του Μαυροκορδάτου, τον Ανδρέα Λουριώτη και τον Ιωάννη Ζαΐμη, και όταν αποτραβήχτηκε ο Ζαΐμης τον αντικατέστησε ο Σπανιολάκης. Μέσα σε πολύ μικρό διάστημα, η επιτροπή έκλεισε συμφωνία για δύο δάνεια, το ένα πίσω απ' τ' άλλο, το πρώτο με 59% και το δεύτερο με 55%. Εκτός του ότι τα δάνεια αυτά συνομολογήθηκαν με τόσο δυσμενείς όρους, καταβλήθηκαν επιπλέον πρωτάκουστα ποσά για προμήθειες. Από τα δάνεια αυτά, το κράτος βρέθηκε χρεωμένο με 2.400.000 λίρες στερλίνες, ενώ η Αμερική πήρε 700.000 ισπανικά πιάστρα για μια μοναδική φρεγάτα, για ένα ατμόπλοιο όπου ξοδεύτηκαν 150.000 λίρες στερλίνες ενώ 36.000 λίρες στερλίνες πήρε ο λόρδος Κόχραν.

Τα στοιχεία για το πρώτο σκάνδαλο εξοπλισμών προέρχονται από το βιβλίο "Ιστορία των Εθνικών Δανείων" του καθηγητή Δημόσιας Οικονομίας Α. Ανδρεάδη που εκδόθηκε το 1904.
Ανάγκη υπήρξε ακόμα να μοιραστούν δώρα σε φιλέλληνες να κρατηθούν οδοιπορικά, ναύλοι και να πληρωθούν εφημερίδες. Ο λόρδος Κόχραν προσλήφθηκε ναύαρχος των Ελλήνων με μισθό. Και μόνο η πρόσληψή του, επειδή είχε πολεμικές περγαμηνές στη Βραζιλία, έφτασε για να υψωθούν οι τιμές των ελληνικών χρεογράφων και να κερδοσκοπήσουν οι Ρίκορντ. Ο Κόχραν πήρε 37.000 λίρες και άφησε σ' ένα ναυπηγείο έξι βραδυκίνητα ατμόπλοια, που τα είχε παραγγείλει η Αιγυπτιακή κυβέρνηση και αρνήθηκε να τα παραλάβει εξ αιτίας της κακής κατασκευής τους. Οι τιμές που συμφωνήθηκαν ήταν 130.000 λίρες, με τον όρο να βρίσκονται στην Ελλάδα στα τέλη του 1825. Όμως ένα μόνο κατάφερε να καταπλεύσει, η «Καρτερία», το φθινόπωρο του 1826· άλλα δυο έφτασαν στα 1827 και τα τρία υπόλοιπα, διαλύθηκαν για παλιοσίδερα στα ναυπηγεία του Λονδίνου. Ο Κόχραν μόλις την άνοιξη του 1827 έφθασε στην Ελλάδα. Εκτός τούτου στάλθηκε στην Αμερική ένας Γάλλος στρατηγός του ιππικού ονομαζόμενος Παλεμάν, ο οποίος έλαβε εντολή, αφού πληρώθηκε, να παραγγείλει εκεί δυο φρεγάτες για λογαριασμό της Ελληνικής κυβερνήσεως. Αν και η τιμή τους ορίστηκε σε 160.000 λίρες, οι ληστρικοί οίκοι που ανέλαβαν την κατασκευή τους απαίτησαν τα διπλά κι έτσι άρχιζαν να ετοιμάζουν τα πλοία. Επειδή μάλιστα ο ένας οίκος κινδύνευε να χρεοκοπήσει οι αντιπρόσωποι Παλεμάν και Κοντόσταυλος ευχαριστήθηκαν παραλαβαίνοντας μόνο τη μία, που ονομάστηκε «Ελλάς» και κατέπλευσε στην Ελλάδα τέλη του 1826.

Αλλά ούτε και το υπόλοιπο των δανείων παραδόθηκε έγκαιρα και πρόθυμα στην Ελλάδα. Η πρώτη δόση του δανείου από 80.000 λίρες έμεινε στη Ζάκυνθο και δεν παραδινόταν στην Κυβέρνηση, γιατί ο Μπάϋρον, που απαιτούνταν η εντολή του, είχε πια πεθάνει, η κυβέρνηση παρενέβαλε προσκόμματα για την εξαγωγή του. Μόλις στα τέλη του 1824 στάλθηκε από το Λονδίνο η εντολή να παραδοθεί.

V. Οι εφευρέσεις του

Ο Τόμας Κόχραν υπήρξε υποστηρικτής των νέων τεχνολογικών μέσων και μεθόδων. Ως απόρροια αυτού, ο ίδιος αποφάσισε να εφεύρει πολλά από αυτά. Το κίνητρο για την επινόηση αυτών δόθηκε από τον πατέρα του, ο οποίος κατείχε μία βιοτεχνία που πραγματοποιούσε έρευνες και παραγωγή διαφόρων υποπροϊόντων του άνθρακος και προμήθευε πίσσα και βερνίκι στο Ναυτικό μέχρι που η αγορά του σταμάτησε. Έτσι, η πλειονότητα των ιδεών του Κόχραν αφορούσαν τη ναυτιλία. Εκείνη την εποχή, στις νηοπομπές τα προπορευόμενα καράβια χρησιμοποιούσαν φανάρια με σκοπό την ακολουθία τους από τους επόμενους. Το 1805 ο Κόχραν έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό του Ναυτικού για την κατασκευή ενός εξειδικευμένου και προηγμένου φαναριού με στόχο την αποφυγή του διασκορπισμού των πλοίων κατά τις νυχτερινές ώρες. Έστειλε την επιστολή με όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία, όμως καθώς είχε προηγηθεί μία απάτη στο Χρηματιστήριο της οποίας υπεύθυνος ήταν ο Κόχραν, η αίτησή του απορρίφθηκε. Λίγες μέρες μετά ξανά έστειλε την επιστολή του, αλλάζοντας το όνομα, και τελικά κέρδισε τον διαγωνισμό και το βραβείο των 50 λιρών.

εφευρέσεις
Το 1812 πρότεινε να επιτίθενται σε λιμένες οχυρωμένους και μη με συνδυασμό βομβαρδιστικών, εκρηκτικών πλοίων και εκτοξεύσεων χημικών αερίων. Μετά το νυχτερινό βομβαρδισμό και έκρηξη του λιμένος θα ακολουθούσε η απόβαση των στρατευμάτων. Παρά τη συνεχή προώθηση των ιδεών του από τον ίδιο, το Ναυαρχείο αρνούνταν να τις υλοποιήσει. Ταυτοχρόνως, μία άλλη από τις ιδέες του ήταν το προπέτασμα καπνού, το οποίο και διατηρήθηκε κρυφό μέχρι το 1914. Το 1818 μαζί με τον μηχανικό Marc Isambard Brunel ανέλαβαν την ενίσχυση της σήραγγος στο Blackwall κάτω από τον ποταμό Τάμεση. Το 1820 έφτασε στη Χιλή το πρωτοποριακό πλοίο Rising Star ή Sun, το οποίο είχε κατασκευασθεί υπό τις οδηγίες του Κόχραν. Διέθετε πλήρη ιστιοφορία, 2 μηχανές 45 ιππών, 2 τσιμινιέρες και ανασυρρόμενο εσωτερικό τροχό.

Κατά τη δεκαετία του 1830 ο Κόχραν πειραματιζόταν με την περιστροφική μηχανή και την έλικα. Το 1851 έλαβε την πατέντα ατμοπλοίων με κάυσιμο την άσφαλτο, για την οποία βελτίωσή τους δαπάνησε περίπου 15.000 λίρες. Παρά τις επιτυχίες του με το πλοίο "Καρτερία" ο Υπουργός Ναυτικών δεν ενέκρινε τη διάδοση της ιδέας του Κόχραν. Ένα άλλο σχέδιο πάνω στο οποίο δούλευε ο Κόχραν και αναζητούσε πελάτες ήταν το Mosquito Fleet, το οποίο συνδύαζε μία πρώιμη μορφή των μελλοντικών ταχέων τορπιροβόλων και κανονιοφόρων.

Καρτερία
Στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854-1856) το Ναυαρχείο Το 1857 έγινε επίτιμο μέλος στο Ίδρυμα Μηχανικών και Ναυπηγών της Σκωτίας. Συνέχισε με τη γραφή μελετών και χάραξη σχεδίων τα οποία δεν κατείχαν απαραίτητα ναυτικό ή στρατιωτικό χαρακτήρα. Μερικά παραδείγματα αυτών αποτελούν οι ιδέες του για πολιτικές εφαρμογές όπως ο φωτισμός των δρόμων και η εγκατάσταση σωληνώσεων μεταφοράς υγρών.

Μερικές από τις ιδέες του υλοποιήθηκαν από κάποιους άλλους ακόμη και δεκαετίες μετά τον θάνατό του. Ένα γνωστό σε όλους παράδειγμα είναι η χρήση πεπιεσμένου αέρος, τα σημερινά κομπρεσέρ, η οποία και χρησιμοποιήθηκε για τη διάνοιξη της σήραγγος κάτω από τον ποταμό Hudson στη Νέα Υόρκη.

VI. Ο γάμος και τα παιδιά του

Το 1812, παντρεύτηκε την Katherine Cochrane Frances Corbet Barnes, μια ορφανή κοπέλα, η οποία ήταν περίπου είκοσι χρόνια νεότερή του.Ο Κόχραν νυμφεύθηκε με πολιτικό γάμο, λόγω διαφωνιών που εξέφρασε ο θείος του Τόμας Κόχραν. Εξαιτίας της καταγωγής της κοπέλας, ο πλούσιος θείος του, Βασίλειος, αποκλήρωσε τον ανιψιό του λόγω της απόφασής του να παντρευτεί κοπέλα τέτοιας καταγωγής.Η Katherine αποκαλούνταν από τον Κόχραν, συχνά, «Kate», «Kitty» ή «ποντικάκι» σε επιστολές του προς αυτή. Ο Cochrane και η Katharine ξαναπαντρεύτηκαν σε Αγγλικανική Εκκλησία το 1818, και στην Εκκλησία της Σκωτίας το 1825. Απέκτησαν έξι παιδιά :
Thomas Burns Cochrane, 11ος Κόμης του Dundonald
William Horatio Bernardo Cochrane, αξιωματικός, 92η Gordon Highlanders
Elizabeth Katharine Cochrane, πέθανε στα πρώτα της γενέθλια
Katherine Elizabeth Cochrane
Sir Arthur Oklant Leopold Pedro Cochrane KCB (Διοικητής του HMS Νίγηρα )
Captain Ernest Gray Lambton Cochrane RN ( υψηλός σερίφης Donegal )

VII. Ο διορισμός του ως αρχηγού του ελληνικού στόλου

Ο Τόμας Κόχραν διορίζεται, από την εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, με διάταγμά της την 3η Απριλίου, αρχιναύαρχος του ελληνικού στόλου στη θέση του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη. Αρχιστράτηγος, για τον στρατό της ξηράς, ορίζεται ο Άγγλος στρατηγός Ρίτσαρντ Τσάρλς στη θέση του Καραϊσκάκη. Η τετραρχία έπεισε την ελληνική αντιπροσωπεία να υπογράψει συμβόλαιο με τον Κόχραν, σύμφωνα με το οποίο θα εισέπραττε αμοιβή 57.000 λιρών.Ο Κόχραν δέχτηκε την πρόσκληση από την Ελλάδα για την ανάληψη της διοίκησης των θαλάσσιων δυνάμεών της, αποβλέποντας σε μια επικερδή σταδιοδρομία. Έτσι διορίστηκε ναύαρχος όλου του ξένου επικουρικού στόλου. (ο όρος επικουρικός αποδόθηκε για διπλωματικούς λόγους, καθώς ο στόλος περιλάμβανε ατμοκίνητα πλοία τα οποία ναυπηγούνταν στην Αγγλία.)
Χειρόγραφος Πίνακας με τα ονόματα των Φιλελλήνων

Το 1827 ο Κόχραν κατέπλευσε στον Πόρο, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Αφού ορκίστηκε, ανέλαβε τα καθήκοντα του στολάρχου, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να σημειώσει αξιόλογες επιτυχίες κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα.

Η συμπεριφορά του, εξάλλου, προς την ελληνική κυβέρνηση υπήρξε ανάρμοστη και αλαζονική, αφού δεν συμμορφωνόταν με τις διαταγές της και δε λάμβανε υπόψη του τη γνώμη των άλλων ναυάρχων. Επιπλέον, έφυγε τελείως απρόοπτα από την Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1827 και επέστρεψε έπειτα από έξι μήνες, προκειμένου να τακτοποιήσει τις οικονομικές υποθέσεις του.

Για τους δύο Άγγλους στρατιωτικούς γράφει ο Λάμπρος Κουτσονίκας: Οι δύο ούτοι διορισθέντες αρχηγοί επί των κατά ξηράν και θάλασσαν ελληνικών δυνάμεων, αντί να επιφέρουν όφελος, έφεραν βλάβην, μάλιστα ο του στόλου (εννοεί τον Κόχραν) έγινεν αίτιος της φθοράς τόσου στρατού και τόσων αρχηγών, ώστε τοσούτοι δεν εχάθησαν εν όλη την επαναστάσει…

Ο Καραϊσκάκης μετά των Ελλήνων ήξευρε να πολεμή τους εχθρούς. Αυτός εδείχθη παντού νικητής, αλλ’ ατυχώς την εξουσία αυτού την ανέθεσαν εις άλλον, και απ’ αυτόν πάλιν την εσφετερίσθη θαλάσσιον άπειρος των μαχών των Οθωμανών, και ούτως απωλέσθησαν τόσοι άριστοι αρχηγοί της Ελλάδος, το άνθος του στρατού, και η Ακρόπολις αυτή.

VIII. Η δράση του στην ελληνική επανάσταση

Μετά το σπάσιμο των αλυσίδων της τουρκικής σκλαβιάς και τη διαμόρφωση των κομμάτων, αποφασίστηκε από τους αρχηγούς των κομμάτων (γαλλικό, αγγλικό, ρωσικό), μετά από οξύτατες αντιπαραθέσεις να συνεδριάσει η Εθνοσυνέλευση στο χωριό Δαμαλά της Τροιζήνας (Γ' Εθνοσυνέλευση ή Γ' Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας 19 Μαρτίου- 5 Μαΐου 1827). Μία από τις πρώτες πράξεις της νέας συνέλευσης υπήρξε η ανάθεση της αρχιναυαρχίας στο λόρδο Κόχραν. Ο Μιαούλης του παρέδωσε τη φρεγάτα «Ελλάδα» και πρώτος τάχθηκε υπό τις διαταγές του Άγγλου ναυάρχου.

Richard Church
Στις 15 Απριλίου διορίστηκε αρχιστράτηγος ο Τσωρτς, αλλά ο Κολοκοτρώνης δεν υποτάχθηκε με την ίδια προθυμία του Μιαούλη. Στο μεταξύ, είχαν ανατείλει ταραχώδεις ημέρες, γιατί πρόβαλε στη μέση το ζήτημα της εκλογής του Κυβερνήτη και ο φατριασμός αναρριπίστηκε. Μόλις ακούστηκε το όνομα του Καποδίστρια , οι Υδραίοι πρώτοι σηκώθηκαν και εγκατέλειψαν το χώρο των συνεδριάσεων. Ωστόσο, χάρη στις ενέργειες του Κολοκοτρώνη, τόσο ο Άγγλος ναύαρχος Χάμιλτον, όσο και οι Κόχραν και Τσωρτς εκφράστηκαν υπέρ της εκλογής του Καποδίστρια. Έτσι, στις 11 Απριλίου 1827 η Εθνοσυνέλευση εξέλεξε τον Καποδίστρια αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας (Κυβερνήτης) για επτά χρόνια.

Μία από τις πρώτες του ενέργειες μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ελληνικού στόλου ήταν να συγκροτήσει εκστρατεία στην Αίγυπτο, για να καταστρέψει τον στόλο του Μοχάμετ Άλι. Πίστευε ότι, αν το επιτύγχανε, θα δημιουργούσε δυσεπίλυτα προβλήματα στον Ιμπραήμ, που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων στην Πελοπόννησο. Η αφορμή δόθηκε από μια ανώνυμη επιστολή, γραμμένη στα ιταλικά, που έφθασε στην Ύδρα από την Αλεξάνδρεια και προειδοποιούσε ότι στα τέλη Μαΐου τουρκικά και αιγυπτιακά πλοία θα ένωναν τις δυνάμεις τους, για να καταλάβουν την Ύδρα. Ο ανώνυμος επιστολογράφος καλούσε τους Έλληνες να μην πτοηθούν, αλλά να δράσουν άμεσα, γιατί ο αιγυπτιακός στόλος παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα. Ήταν η ευκαιρία που ζητούσε ο παρορμητικός Κόχραν για μια εντυπωσιακή επιχείρηση, που θα αναστήλωνε το γόητρό του μετά τις καταστροφικές για τους Έλληνες μάχες του Φαλήρου (23 Απριλίου 1827) και Αναλάτου (24 Απριλίου 1827).

Οι πρώτες του ενέργειες μετά την εκλογή του
Αρχικά ασχολήθηκε εντατικά με το στόλο του. Θέλησε να επέμβει στην κατασκευή των πλοίων , εφαρμόζοντας σε αυτά ένα νέο σύστημα μηχανών που είχε εφεύρει ο ίδιος. Κάτι τέτοιο, όμως, προϋπέθετε τροποποιήσεις στα ήδη ημιτελή σκάφη τα οποία, όπως αποδείχτηκε από το αποτέλεσμα, δεν έγιναν καθόλου ή δεν έγιναν όπως έπρεπε. Συνολικά δαπανήθηκαν 160.000 λίρες για έξι πλοία (μαζί με την αμοιβή του Κόχραν), από τα οποία μόνο το ένα πρόλαβε να πολεμήσει .

πολιορκία της ακρoπολης
Η πολιορκία της Ακρόπολης
Το ενδιαφέρον της νέας κυβέρνησης απορρόφησε η δοκιμαζόμενη Αττική. Η νικηφόρα έκβαση των τελευταίων μαχών του Καραϊσκάκη είχε εμπνεύσει εμπιστοσύνη δημιουργώντας ελπίδες για την απελευθέρωση της Ακρόπολης. Η συνέλευση διακήρυξε ότι το αδιαίρετο ελληνικό κράτος επρόκειτο να αποτελέσουν όλες οι επαρχίες που σήκωσαν τα όπλα. Ο Κόχραν και ο Τσωρτς πρότειναν αμέσως μεγάλη εκστρατεία για τη λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης. Ο Κόχραν έβγαλε προκήρυξη που διαβεβαίωνε ότι ο πόλεμος θα μεταφερόταν γρήγορα σε τουρκικό έδαφος και ότι η σημαία του σταυρού θα κυμάτιζε και πάλι στην Αγία Σοφία. Έτσι, έχοντας πεποίθηση στα λόγια του Κόχραν, άρχισαν από παντού να μαζεύονται οι εθελοντές (Μέχρι τα τέλη Απριλίου ο ελληνικός στρατός στην Αττική είχε φτάσει τους 10000 άνδρες.) Ωστόσο, μεγάλη έριδα είχε ξεσπάσει ανάμεσα στους Έλληνες αρχηγούς και στους δύο ανώτατους φιλέλληνες ως προς το σχέδιο της εκστρατείας. Ο Καραϊσκάκης είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να παρατήσουν τα σχέδια περί λύσης της πολιορκίας της Ακρόπολης και να δράσουν στα νώτα του Κιουταχή από τις Θερμοπύλες ή τον Ωρωπό, ώστε να αποκόψουν τις γραμμές ανεφοδιασμού και να τους αναγκάσουν σε λιμοκτονία (σκόπευε να περικυκλώσει τον εχθρό με ταμπούρια και επιδρομές , διότι γνωρίζοντας ότι το έδαφος από την παραλία ως την Ακρόπολη ήταν άδενδρο και ομαλό, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια βιαστική ενέργεια θα άφηνε το στράτευμα εκτεθειμένο στο τουρκικό πυροβολικό και ιππικό, για πάνω από οχτώ χιλιόμετρα και μια πανωλεθρία τέτοιου μεγέθους θα ήταν το τέλος της Ακρόπολης, αλλά και της επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα.) Ο Άγγλος αρχιστράτηγος όμως ζητούσε κατά μέτωπο επίθεση και επέμενε απειλώντας με αποχώρηση από την Ελλάδα, οπότε ο Καραϊσκάκης δέχθηκε, τελικά, η κίνηση του στρατεύματος από την παραλία προς την πεδιάδα των Ελαιώνων και το λόφο των Μουσών να γίνει το βράδυ μεταξύ 23 και 24 Απριλίου.

Ο Καραϊσκάκης πληγώθηκε θανάσιμα σε μια τυχαία αψιμαχία με ένα απόσπασμα τουρκικού ιππικού την 21 Απριλίου και πέθανε δύο μέρες αργότερα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, είχε βγει με το επιτελείο του για να κάνουν αναγνώριση του εδάφους πριν τη μεγάλη επίθεση.

Όπως είχε προβλέψει, ο Καραϊσκάκης, τα ελληνικά στρατεύματα, ακάλυπτα στο ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν βαριές απώλειες πριν καν αποκτήσουν επαφή με τις οχυρώσεις της Ακρόπολης. Το σχέδιο των Κόχραν-Τσωρτς οδήγησε σε μια από τις μεγαλύτερες ήττες της ελληνικής επανάστασης. Αποτέλεσμα της ήττας στη μάχη του Ανάλατου-Φαλήρου ήταν η εκκένωση της Αττικής από τα επαναστατικά στρατεύματα και η τελική παράδοση της Ακρόπολης, παρά τη 10μηνη άμυνα και τις τόσες απώλειες πολεμιστών.

Η εκστρατεία στο Φάληρο
Μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη που έφερε γενικό πένθος στο στρατό, ο Κόχραν κάλεσε συμβούλιο (5 Μαΐου) με τους παρευρίσκοντες να μην επιθυμούν την επίθεση. Ο Κόχραν θύμωσε και απείλησε ότι θα έφευγε με το στόλο, αν δεν αποτολμούσαν την επίθεση και έτσι η επιχείρηση ορίστηκε τελικά στις 6 Μαΐου. Το βράδυ της 5ης Μαΐου άρχισε η επιβίβαση στο Φάληρο των σωμάτων των Νοταρά, Μακρυγιάννη και Βάσου, ενώ ο Τζάβελλας θα βάδιζε από τον ελαιώνα στην Αθήνα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Καρλ Μέντελσον –Μπαρτόλντι, «οι δύο άγγλοι αρχηγοί λησμονώντας τα ηχηρά λόγια τους, έμειναν στα καράβια και δεν ντράπηκαν να αφήσουν στην τύχη τους τους αποβιβασθέντες.»

Περί την ανατολή του ηλίου, το σώμα της προφυλακής των Ελλήνων είχε φτάσει μπροστά στο λόφο του Μουσείου, ενώ οι γραμμές του έφτασαν ως το Φάληρο σε έκταση 8 χιλιομέτρων. Ο Καρλ Μέντελσον –Μπαρτόλντι αναφέρει χαρακτηριστικά : «Ο Κιουταχής, που δεν μπορούσε στην αρχή να πιστέψει τη βλακεία του σχεδίου των άγγλων Κόχραν και Τσωρτς, δεν άφησε ανεκμετάλλευτη την περίσταση και όρμησε εναντίον των ελληνικών προφυλακών ανάμεσα στο λόφο Μουσείου και το ναό του Ολυμπίου Διός.» Φοβερή καταστροφή επακολούθησε και οι έλληνες τράπηκαν σε φυγή διωκόμενοι από το εχθρικό ιππικό. Ο Κόχραν και ο Τσωρτς μόλις πρόλαβαν να πηδήξουν στις βάρκες, ενώ το πλήθος του στρατού συνωθούνταν στην παραλία και μόλις μετά βίας κατορθώθηκε, με την προστασία των πυροβόλων, να το επιβιβάσουν στα πλοία. Η ήττα αυτή ήταν από τις πιο αιματηρές απ’ όσες υπέστησαν οι έλληνες κατά τη διάρκεια του αγώνα, δεδομένου ότι χάθηκαν 1500 μαχητές, μεταξύ αυτών οι Νοταράς, Βέικος, Τζαβέλλας, Φωτομάρας και Ιγγλέσης.

Η Δεύτερη Ναυτική Εκστρατεία στην Αίγυπτο
Η εκστρατεία στην Αλεξάνδρεια
Ενώ ο πόλεμος του Κολοκοτρώνη μαινόταν στο Μοριά, ο Κόχραν θέλησε να εξαλείψει την αποτυχία του στην Αττική μ’ ένα τολμηρό κατόρθωμα, σύμφωνα με τον Καρλ Μέντελσον –Μπαρτόλντι. Αποφάσισε λοιπόν να πλεύσει στην Αλεξάνδρεια και να χτυπήσει το ναύσταθμο του Μεχμέτ Αλή. Συγκέντρωσε 22 πλοία και 8 πυρπολικά και με ναυαρχίδα την «Ελλάδα» ανοίχτηκε στις 10 Ιουνίου. Το βράδυ της 16ης έφτασε στην Αλεξάνδρεια και ύψωσε την αυστριακή σημαία για να ξεγελάσει τη φρουρά της βάσης. Στην αρχή το στράτευμα πέτυχε, αλλά μόλις μπήκε πια στο λιμάνι και είδε ότι δεν τον ακολουθούσαν τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία, δείλιασε και ανέκρουσε πρύμαν για τον Πόρο, καταδιωκόμενος από τον αιγυπτιακό στόλο. Ύστερα από την αποτυχία του αυτή, ο Κόχραν έχασε, σύμφωνα με τον ιστορικό, «και το τελευταίο ίχνος υπόληψης και οι βραζιλιανές του δάφνες φυλλορρόησαν εντελώς.

Η ναυαρχίδα Ελλάς
Η εκστρατεία για τον ξεσηκωμό της Δ.Ελλάδας και την ανακατάληψη του Μεσολογγίου που εμποδίστηκε
Στο Φθινόπωρο της επανάστασης άρχισαν να αναθάλλουν οι ιδέες που βλάστησαν κατά την άνοιξη της. Οι Έλληνες θέλησαν να επεκταθούν σε μεγαλύτερο μέρος της χώρας, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν διάφορες εκστρατείες για το σκοπό αυτό. Ο Κόχραν ξεκίνησε με 23 πλοία για την πραγμάτωση της εκστρατείας που αφορούσε τον ξεσηκωμό της Δ. Ελλάδας και την ανακατάληψη του Μεσολογγίου, αλλά ο Κόδριγκτον τον εμπόδισε. Έτσι αφού κανονιοβόλησε το Βασιλάδι, ο Άγγλος ναύαρχος επέστρεψε στη Σύρο .

Τελικός απολογισμός των μαχών που έλαβε μέρος ο Κόχραν
Τελικός απολογισμός της δεκάμηνης παραμονής του στην Ελλάδα: Εκτός από το μισθό του, τις τριάντα επτά χιλιάδες λίρες που του δόθηκαν, άφησε πίσω του πάνω από 3.000 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους, ανυπολόγιστες υλικές ζημίες, στάχτη και αίμα. «Απ' αυτόν περίμεναν πολλά, αν και μέχρι τέλους δεν έκαμε τίποτε».

IX. Μετά την Ελληνική Επανάσταση

Έξι μήνες μετά, οκτώ ημέρες πριν έρθει ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, τέλος Δεκεμβρίου 1827, αποφάσισε να φύγει, χωρίς να ειδοποιήσει την Κυβέρνηση, αφού είχε λάβει 37.000 λίρες. Προκειμένου να μην του ζητήσει το ελληνικό δημόσιο πίσω τα λεφτά, αφού "έσπασε" το συμβόλαιο, προσποιήθηκε ότι παραιτείται από τις υπόλοιπες 20.000 λίρες. Ο Καποδίστριας χειρίστηκε διπλωματικά το θέμα, ώστε να αποφύγει τη διηνεκή ανάμειξη του Κόχραν στα ναυτικά ζητήματα της Ελλάδας. Ο Καποδίστριας ανακοίνωσε στους αξιωματικούς του Ελληνικού Ναυτικού ότι «εγκατέλειψε την Ελλάδα άνευ διαταγής ή αδείας της Κυβερνήσεως, αυτός ό άδρώς μισθωθείς και τους μισθούς λαβών εκ προκαταβολής...».

Ο φόρος τιμής που δόθηκε στον Κόχραν από το ελληνικό κράτος
Ο Δήμος Αθηναίων αφιέρωσε δρόμο με το όνομα του, όπως και του Τσωρτς.

X. Η οικογένεια του
Ο Κόχραν έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Culross, 
όπου ζούσε η οικογένειά του

Ο Κόχραν ήταν γιος του Archibald Cochrane, ο οποίος ήταν 9ος κόμης του Dundonald, και της Άννας Gilchrist, η οποία ήταν κόρη του Τζέιμς Gilchrist και της Άννας Ρόμπερτον. Ο Κόχραν είχε έξι αδέλφια. Οι δύο υπηρέτησαν με διάκριση στο στρατιωτικό. Αυτοί ήταν ο William Erskine Cochrane της 15ης φρουράς Dragoon, ο οποίος υπηρέτησε κάτω από το Sir John Moore και έφτασε το βαθμό του ταγματάρχη και ο Archibald Cochrane, ο οποίος έγινε καπετάνιος στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο Κόχραν καταγόταν από την Σκωτία. Και οι δύο γονείς του προέρχονταν από αριστοκρατική οικογένεια, με στρατιωτική θητεία. Ο Κόχραν έχει συνονόματο ξάδελφο τον έκτο γιο του θείου του ( Sir ναυάρχων Αλέξανδρος Cochrane), τον Sir Thomas John Cochrane. Thomas Cochrane είχε μια ναυτική σταδιοδρομία [4] και διορίστηκε ως Κυβερνήτης της Νέας Γης και αργότερα Αντιναύαρχος του Ηνωμένου Βασιλείου. Το 1793, η οικογενειακή περιουσία είχε δαπανηθεί και το οικογενειακό κτήμα είχε πωληθεί για την κάλυψη των χρεών.

XI. Ταφή και μνημόσυνο

Ο Λόρδος Κόχραν, ως 10ος κόμης του Dundonald και 1ος Μαρκήσιος του Maranhão, κηδεύτηκε στο Westminster Abbey. Ο επιτάφιος του, γραμμένος από τον Sir Lyon Playfair, έχει ως εξής: «Εδώ έγκειται στο 85ο έτος Thomas Cochrane Δέκατη του κόμη του Dundonald του Paisley και του Ochiltree στο σώμα ευπατριδών της Σκωτίας Μαρκήσιος του Marenham στην Αυτοκρατορία της Βραζιλίας ΕΚΒ και ναύαρχος του στόλου, που με την εμπιστοσύνη και την ευφυΐα του, την επιστήμη του και εξαιρετική τόλμη εμπνευσμένη από ηρωική προσπάθεια του για την υπόθεση της ελευθερίας και splended τις υπηρεσίες του όσο για την ίδια του τη χώρα, την Ελλάδα, τη Βραζιλία, τη Χιλή και το Περού πέτυχε όνομα επιφανούς σε όλο τον κόσμο για το θάρρος, ο πατριωτισμός και των ηρώων. Γεννήθηκε 14 Δεκεμβρίου 1775. Πέθανε 31 Οκτωβρίου του 1860 »

XII. Με έμπνευση τη ζωή του
With Cochrane the Dauntless
Για πρώτη φορά εμφανίζεται σε ένα μυθιστόρημα, στο GA Henty 's, με τίτλο Με τον Ατρόμητο With Cochrane the Dauntless(1897). Ακόμη πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα "Ο Κύριος Θάλασσα" (αρχικά Ο Αντιπλοίαρχος ) του Showell Styles, πρωταγωνιστεί ο Λόρδος Κόχραν. Επίσης είναι ένας από τους κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος του Sharpe's Devil του Bernard Cornwell, που ανήκουν στη εποχή του 1821 και περιγράφεται η επίθεση του Κόχραν στο λιμάνι της Χιλής, Valdivia. Ένα ακόμη μυθιστόρημα στο οποίο έχει δευτερεύοντα ρόλο και το οποίο μιλάει για τις επαναστάσεις της Νότιας Αμερικής είναι το Manuela του Gregory Kauffman Ένα άλλο μυθιστόρημα το Flashman and the Seawolf, του Robert Brightwell, βασίζεται στην αρχή της σταδιοδρομίας του Κόχραν. Και η συλλογή του 1967 με ποιήματα του Pablo Nerouda με τίτλο "Λόρδος Cochrane de Chile", είναι εμπνευσμένη από τη ζωή του. Η καριέρα του, όμως, ενέπνευσε και μια σειρά από συγγραφείς ναυτικών ιστοριών φαντασίας. Η πρώτη τέτοια ιστορία ήταν του καπετάνιου Frederick Marryat, ο οποίος είχε υπηρετήσει κάτω από αυτόν ως δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού και δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα το 1829. Τον 20ο αιώνα, το μυθιστορήματα του CS Forester με πρωταγωνιστή τον Horatio Hornblower και το μυθιστόρημα του Patrik O'Brin με πρωταγωνιστή τον Jack Aubrey στη σειρά μυθιστορημάτων Aubrey-Maturin είχαν ως βασικό κορμό τα κατορθώματα.

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Βίκτωρ Ουγκώ, Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής και δραματουργός

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1802.
Υπήρξε από τους πλέον όψιμους Ευρωπαίους διανοούμενους που έλαβαν φιλελληνική στάση. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Κρητικό ζήτημα και για την αρπαγή των μαρμάρων του Παρθενώνα, κατηγορώντας τον Έλγιν για αυτή του την πράξη, στη βάση της αντίληψής του ότι η πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού δεν πρέπει να γίνεται κτήμα ενός άλλου.
Victor hugo.jpg

Ο Βίκτωρ Ουγκώ (γαλλικά: Victor Marie Vicomte Hugo) (26 Φεβρουαρίου 1802 – 22 Μαΐου 1885) ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής και δραματουργός, ο πλέον σημαντικός και προβεβλημένος εκπρόσωπος του κινήματος του γαλλικού ρομαντισμού.

Από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του αντιλήφθηκε το λογοτεχνικό του ταλέντο και ξεκίνησε τις μεταφράσεις έργων από τα λατινικά καθώς και δικές του πρωτότυπες ποιητικές εργασίες. Η αξία του αναγνωρίστηκε σύντομα μέσα στο γαλλικό ακαδημαϊκό κύκλο αλλά και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ταυτόχρονα ασχολήθηκε με την πολιτική μεταλλασσόμενος βαθμιαία από φιλομοναρχικό συντηρητικό σε ριζοσπάστη δημοκρατικό. Την τελευταία περίοδο της ζωής του γνώρισε τη λατρεία του γαλλικού έθνους, ταυτιζόμενος με την ίδια τη Γαλλία, όπως ο ίδιος έλεγε στο ποίημά του Lettre à une femme (Γράμμα σε μία γυναίκα): "Je ne sais plus mon nom, je m'appelle Patrie!" (Δε γνωρίζω πλέον το όνομά μου, ονομάζομαι Πατρίς). Προ πάντων, όμως, ήταν ο ποιητής του νέου κόσμου, ο προφητικός, παραισθησιακός φιλόσοφος και μυθοπλάστης μιας ριζικά νέας εποχής.

Η ζωή του
Ο Βίκτωρ Ουγκώ σε παιδική ηλικία
Παιδική ηλικία και νεότητα
Γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1802 στην πόλη Μπεζανσόν του Νομού Φρανς-Κοντέ (Franche-Comté) της ανατολικής Γαλλίας και ήταν ο νεότερος γιος του Ιωσήφ Ουγκώ και της Σοφί Τρεμπισέ. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός (έγινε στρατηγός της Αυτοκρατορίας το 1809) του Ναπολέοντα και ιδεολογικά τοποθετημένος στους δημοκρατικούς ενώ θρησκευτικά δήλωνε αθεϊστής. Στο άλλο άκρο η μητέρα του, προερχόμενη από παλιά αριστοκρατική οικογένεια, ήταν φιλομοναρχική και ευσεβής ρωμαιοκαθολική.

Ως αποτέλεσμα της ασυμφωνίας πεποιθήσεων του ζεύγους Ουγκώ ήρθε το 1803 ο σύντομος χωρισμός του και η μετακίνηση της Σοφί και των παιδιών στο Παρίσι. Το 1807 η οικογένεια επανενώθηκε για δύο χρόνια με την απόφαση της Σοφί να μεταβεί στην Ιταλία, όπου ο σύζυγός της υπηρετούσε ως κυβερνήτης επαρχίας. Το 1809 φεύγουν πάλι και παραμένουν για δύο χρόνια στην κωμόπολη Φεγιαντίν (Feuillantines). Όμως η πτώση του Ναπολέοντα στέρησε την οικογένεια Ουγκώ από την άνετη και πλούσια ζωή. Ο πατέρας, που είχε φτάσει τον βαθμό του κόμητος, τέθηκε υπό περιορισμό στο Μπλουά και του περιόρισαν το εισόδημα μόλις σε 40 λίρες το χρόνο. Η οριστική διάσταση των γονιών του Βίκτωρα φτάνει το 1813, οπότε και εγκαθίστανται με τη μητέρα του οριστικά στο Παρίσι, όπου μόλις που τα έβγαζαν πέρα με τα λίγα χρήματα που είχαν. Ο Βίκτωρ Ουγκώ διέμεινε από το 1815 έως το 1818 στο οικοτροφείο Pension Cordier ενώ παρακολουθούσε μαθήματα στο περίφημο Κολλέγιο του Μεγάλου Λουδοβίκου (Collège Louis-le Grand).
Ο στρατηγός Ιωσήφ Λεοπόλδος Σιγισβέρτος Ουγκώ
Από πολύ νωρίς ξεκίνησε να γράφει ποιήματα και να μεταφράζει κλασσικούς Λατίνους ποιητές όπως ο Βιργίλιος. Η πρώιμη φιλοδοξία του τον έσπρωξε να γράψει σε ηλικία μόλις 14 ετών σε μία εφημερίδα της εποχής: "Je veux être Chateaubriand ou rien" (Επιθυμώ να γίνω ή Σατωβριάνδος ή τίποτα). Στα 1817 βραβεύτηκε από τη Γαλλική Ακαδημία για κάποιο ποίημά του και το 1819 βραβεύτηκε από τα Ανθεστήρια της Τουλούζης (Académie des Jeux floraux de Toulouse). Ο Σατωβριάνδος αποκάλεσε τον Ουγκώ "εξαιρετική φυσιογνωμία", προφητεύοντας έτσι το μεγάλο μέλλον του νεαρού συγγραφέα. Αυτά τα γεγονότα έπεισαν τον πατέρα του να τον αφήσει να αφιερωθεί στη λογοτεχνία παρά τα σχέδιά του να φοιτήσει ο γιος του στην Πολυτεχνική Σχολή. Λίγο καιρό αργότερα θα εγκαταλείψει και τις σπουδές του στη Νομική Σχολή. Άλλωστε τα βραβεία ποιήσεως που κέρδισε, του έδωσαν θάρρος να συνεχίσει.

Αν και επί ένα έτος ήταν αναγκασμένος να μένει σε μία σοφίτα επί της οδού Ντι Ντραγκόν, παρέα με ποντίκια, έγραφε ωστόσο με μεγάλη επιμέλεια, επιμονή και αυτοπεποίθηση, αρετές που δεν του έλειψαν ποτέ στη ζωή του.

Ο Ουγκώ σε νεαρή ηλικία
Πρώιμη ποιητική και πεζογραφία
Το 1819 ιδρύει μαζί με τους αδερφούς του το περιοδικό Conservateur Littéraire όπου υποστηρίζει τις θέσεις του Σατωβριάνδου (François René Chateaubriand). Στις 27 Ιουνίου 1821 πεθαίνει η μητέρα του και ένα μήνα, περίπου, αργότερα στις 20 Ιουλίου ο πατέρας του ξαναπαντρεύεται. Το 1822, δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή Nouvelles Odes et Poésies Diverses, η οποία προσήλκυσε την προσοχή και την εύνοια του βασιλές, κι έτσι έλαβε μία βασιλική επιχορήγηση από τον Λουδοβίκο. Την ίδια εποχή συνεργάζεται με το περιοδικό Muse Française και συχνάζει στο λογοτεχνικό σαλόνι του Καρόλου Νοντιέ (Charles Nodier), όπου συναναστρέφεται με τον Αλφρέ Ντε Βινύ (Alfred de Vigny) και το Λαμαρτίνο (Lamartine). Με γεμάτο τώρα το βαλάντιο, ήταν σε θέση να επιχειρήσει κάτι που πάντα σκεπτόταν, αλλά ποτέ δεν είχε τολμήσει: τον γάμο.

Η μούσα και ερωμένη του Ουγκώ, Ζυλιέτ Ντρουέ
Στις 20 Οκτωβρίου 1822 ο Ουγκώ παντρεύεται την Αντέλ Φουσέ (Adèle Foucher), που την ήθελε από καιρό. Ένας γάμος, που όπως και αυτός των γονιών του, χαρακτηρίζεται από δυσαρμονία μεταξύ των συζύγων και οδηγεί τον συγγραφέα σε μία μακροχρόνια σχέση με τη μούσα και ερωμένη του ηθοποιό Ζυλιέτ Ντρουέ (Juliette Drouet) μέχρι το θάνατό της το 1882. Πλην αυτού, όμως, ο γάμος του υποκρύπτει και μία τραγωδία, μιας και ο μικρότερος αδερφός του Ευγένιος, όντας κρυφά ερωτευμένος με την Αντέλ, χάνει τα λογικά του την ημέρα του γάμου και παραμένει μέχρι το τέλος της ζωής του σε ίδρυμα.

Το 1823 κάνει το λογοτεχνικό του ντεμπούτο με το μυθιστόρημα Χαν της Ισλανδίας (Han d'Islande), το οποίο κυκλοφόρησε με ψευδώνυμο σε τέσσερις μικρούς τόμους. Η συγγραφική του σταδιοδρομία τώρα είχε αρχίσει επισήμως. Η ποίηση της εποχής εκείνης ήταν έντονα ρομαντική, αλλά ρηχή και επιτηδευμένη. Ο Ουγκώ εγκατέλειψε τον παλιό αυτό ποιητικό τύπο και με το δροσερό λυρισμό του, εγκαινίασε μία νέα ποιητική τέχνη.

Η ποιητική συλλογή, που τον καθιερώνει εκδίδεται στα 1826 και είναι οι Ωδές και Μπαλάντες (Odes et Ballades), με την οποία αναγνωρίζεται σαν αξιόλογος λυρικός ποιητής και τεχνίτης του στίχου. Ακολουθεί τον ίδιο χρόνο το μυθιστόρημα Μπυγκ Ζαργκάλ (Bug-Jargal) και το 1827 το θεατρικό έργο Κρόμγουελ (Cromwell).
Η σύζυγος του Ουγκώ, Αντέλ
Ο Κρόμγουελ είναι το έργο που του εξασφάλισε τον τίτλο του επαναστάτη του ρομαντισμού και του ηγέτη των νεωτεριστικών τάσεων της τέχνης, σ' όλες τις εκδηλώσεις. Στο μνημειώδη Πρόλογο του Κρόμγουελ (Préface de Cromwell) ο Ουγκώ προτείνει στους συγχρόνους του δραματουργούς να απαλλαγούν από τις φόρμες, που επέβαλλε ο γαλλικός θεατρικός κλασικισμός, εισάγοντας στη θεατρική τέχνη το ρομαντικό δράμα. Έχοντας ήδη γνωρίσει το σαιξπηρικό έργο, τη γερμανική θεατρογραφία και τη δραματουργία του Σλέγκελ (Schlegel) με τον πρόλογό του δίνει το έναυσμα μίας πολύχρονης διαμάχης μεταξύ γαλλικού κλασικισμού και Ρομαντισμού. Επιπλέον με τον Κρόμβελ εισηγείται ένα υπόδειγμα σύγχρονου ιστορικού δράματος, που υπακούει στη σαιξπηρική τεχνική. Εν τω μεταξύ στις 29 Ιανουαρίου 1828 πεθαίνει ο πατέρας του και από εκείνη τη στιγμή ο Ουγκώ αρχίζει να αυτοαποκαλείται βαρώνος.

Το 1829 εξέδωσε τα Ανατολίτικα, ένα από τα πιο αξιόλογα έργα του, εμπνευσμένο από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο φιλελληνισμός του Ουγκώ, που φανερώνεται με το έργο αυτό, παρέμεινε θερμός και αγνός και δεν άφησε ευκαιρία, από το 1821 μέχρι την Κρητική Επανάσταση του 1866, να εκδηλώνεται σαν ιερό σύμβολο της θρησκείας του που λεγόταν Ελευθερία.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ (όρθιος αριστερά) και άλλοι εκπρόσωποι του κινήματος 
του Ρομαντισμού σε φανταστική απεικόνιση
Από την καταξίωση στην εξορία
Παρόλες τις ποιητικές του δάφνες, τα οικονομικά του Ουγκώ δεν ήταν πολύ ανθηρά μέχρι που καταπιάστηκε με το δράμα. Η περίοδος των ετών 1830 έως 1843 αποτελεί διάστημα καταξίωσης του Γάλλου λογοτέχνη με πλούσια παραγωγή έργων. Το 1830 ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία το θεατρικό του έργο Ερνάνης (Hernani), του οποίου η έκδοση τού έφερε πολλά κέρδη. Λίγο αργότερα, το 1831, κυκλοφορεί το διάσημο μυθιστόρημά του Η Παναγία των Παρισίων (Notre-Dame de Paris), που σύντομα μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και τον έκανε ακόμα πιο πλούσιο. Παράλληλα δημοσιεύει έργα λυρικής ποίησης, εμπνευσμένα από το ειδύλλιό του με τη Ζυλιέτ Ντρουέ. Στα 1841, έπειτα από δύο άκαρπες υποψηφιότητες, εκλέγεται μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (Académie française).

Ο Ουγκώ με την κόρη του Λεοπολδίνη
Η ζωή του, εντούτοις, θα σημαδευτεί μέχρι τέλους από μία προσωπική τραγωδία, το θάνατο από πνιγμό της νεόνυμφης κόρης του Λεοπολδίνης (Léopoldine) και του συζύγου της Καρόλου Βακερί (Charles Vacquerie) στις 4 Σεπτεμβρίου 1843. Ο Ουγκώ εκείνες τις μέρες βρισκόταν σε ταξίδι στα Πυρηναία και πληροφορήθηκε το γεγονός διαβάζοντας τυχαία κάποια εφημερίδα. Η καταλυτική επίδρασή του συμβάντος πάνω του φάνηκε από το ότι δεν δημοσίευσε κανένα έργο του τουλάχιστον για μία δεκαετία.

Το ενδιαφέρον του τώρα κερδίζει η πολιτική και αρχικά υποστηρίζει με θέρμη το βασιλιά Λουδοβίκο Φίλιππο (Louis-Philippe) ενώ λίγο αργότερα συνδέεται φιλικά με τη θερμή θαυμάστρια του έργου του, δούκισσα της Ορλεάνης, προσδοκώντας την ανάθεση κάποιου υπουργείου στην περίπτωση που ο σύζυγός της αναλάμβανε την εξουσία. Ο θάνατος του δούκα της Ορλεάνης, παρά ταύτα, ακυρώνει τις όποιες φιλοδοξίες του συγγραφέα.

Στα 1845 ο Λουδοβίκος Φίλιππος τον ονόμασε Pair de France, μέλος δηλαδή της Άνω Βουλής. Εκεί εκφώνησε λόγους ενάντια στη θανατική καταδίκη και την κοινωνική αδικία ενώ υποστήριξε την ελευθερία του Τύπου και την αυτοδιάθεση της Πολωνίας. Μετά την Επανάσταση του 1848 και την ανακήρυξη της Β’ Γαλλικής Δημοκρατία εκλέγεται, με τη βοήθεια του Λέοντος Γαμβέτα, βουλευτής Παρισίων στη Συντακτική και ακόλουθα στη Νομοθετική Συνέλευση. Τότε αναδεικνύεται σε θερμό υποστηρικτή του Ναπολέοντα Γ', ανιψιού του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, συντασσόμενος ενεργά με την προώθηση της υποψηφιότητάς του για την Προεδρία της Δημοκρατίας.

Η πραξικοπηματική κατάλυση της δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα Γ΄ το 1851 και η ανάδειξή του σε Αυτοκράτορα κάνει τον Ουγκώ να αλλάξει τις φιλοβοναπαρτικές του αντιλήψεις και να στραφεί με μένος εναντίον του. Η επικείμενη δίωξή του, μετά από αυτό, τον αναγκάζει να διαφύγει στις Βρυξέλλες μεταμφιεσμένος σε εργάτη. Έτσι εγκαινίασε τη μακρά περίοδο αυτοεξορίας του, που θα διαρκέσει περίπου 20 χρόνια.

Ο Β. Ουγκώ στο Τζέρσεϊ, φωτογραφημένος 
από το γιό του Κάρολο το 1853.
Η περίοδος της εξορίας
Στη διάρκεια της εξορίας του δημοσίευσε δύο πολιτικά μανιφέστα ενάντια στον Ναπολέοντα Γ’, το Ναπολέων ο Μικρός (Napoléon le Petit, 1852) και το Επιστολές στο Λουδοβίκο Βοναπάρτη (Lettres à Louis Bonaparte, 1855), που διαδόθηκαν ευρέως παράνομα στη Γαλλία, ενώ αργότερα συνέγραψε αναφορικά με τα γεγονότα της εποχής το έργο Η ιστορία ενός εγκλήματος (Histoire d'un crime, Α’ μέρος 1877 και Β’ μέρος 1878). Το 1853 κυκλοφορεί και την ποιητική του συλλογή Τιμωρίες (Les Châtiments) όπου με λυρισμό επαγγέλλεται το θρίαμβο της παγκόσμιας δημοκρατίας.

Αρχικά εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες, το 1852, όμως, μετέβη στο βρετανικό νησί Τζέρσεϋ, το οποίο η ανησυχία των τοπικών αρχών για τη δράση του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το 1855 για να μεταβεί στο γειτονικό νησί Γκέρνσεϋ. Εν τω μεταξύ το Σεπτέμβριο του 1853 μυείται από την Ντελφίν Ντε Ζιραρντέν (Delphine de Girardin), που τον επισκέπτεται στο Τζέρσεϋ, στον πνευματισμό, την επικοινωνία δηλαδή με πνεύματα νεκρών μέσω περιστρεφόμενων και ομιλούντων τραπεζιών.

Στη διετία της παραμονής του στο Τζέρσεϋ κατατρύχεται από την εμμονή του θανάτου και τον απασχολούν τα μυστήρια της ψυχής και του κόσμου. Τότε συγγράφει τα έργα Το Τέλος του Σατανά(La fin de Satan) και Θεός (Dieu), όπου στο πρώτο μεν πραγματεύεται το πρόβλημα του Κακού και στο δεύτερο το πρόβλημα του Απείρου. Και τα δύο εκδόθηκαν μεταθανάτια και έχουν τη μορφή αποκαλυπτικών οραμάτων κινούμενα από τη λανθάνουσα τάση του Ουγκώ για ποίηση σε φόρμα ενόρασης.

Το Hauteville House, τόπος παραμονής του 
Γάλλου λογοτέχνη στο Γκέρνσεϋ
Στο νησί Γκέρνσεϋ διαμένει στο Hauteville - House από όπου έχει τη δυνατότητα να παρατηρεί τη θάλασσα και τις απέναντι γαλλικές ακτές. Εκεί, στρεφόμενος από τη μεταφυσική αναζήτηση στην ανθρώπινη εποποιία, συγγράφει την ποιητική συλλογή Ο Θρύλος των Αιώνων (La Légende des Siècles, 1859) και ολοκληρώνει το αριστούργημά του Οι Άθλιοι (Les Misérables, 1862). Οι Άθλιοι, που άμα τη εκδόσει τους σαγήνευσαν τα λαϊκά στρώματα, θεωρήθηκαν ως το πρώτο μοντέρνο μυθιστόρημα και χαρακτηρίστηκαν σαν κοινωνικό ευαγγέλιο των ηθικών και πολιτικών αρετών και φραγγέλιο των κακιών της τότε αστικής κοινωνίας. Σε αυτό το έργο, το οποίο δουλεύει περίπου από το 1828, ο Ουγκώ αποτυπώνει μισό αιώνα γαλλικής ιστορίας. Αποτελεί μία επική τοιχογραφία των μεγάλων γεγονότων της Γαλλίας συνδυαζόμενων με την ιστόρηση ενός μεγάλου έρωτα. Ο Ουγκώ χρησιμοποίησε μερικές από τις δικές του περιπέτειες στην κατασκευή του πλαισίου αυτού. Η ζωή του Μάριου στην πανσιόν Γκορμπό δεν είναι παρά η ίδια η ζωή του Ουγκώ στην οδό Ντι Ντραγκόν! Το βιβλίο δεν ενθουσίασε τον κύκλο των διανοουμένων κριτικών, ενώ περιελήφθη από τον Πάπα Πίο ΙΔ’ στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων. Εντούτοις, το έργο αυτό εξάπλωσε σε όλο τον κόσμο τη φήμη του Ουγκώ. "Οι σελίδες του αποτελούν λυρικές εποποιΐες πρωτογενούς φύσεως" έγραψε ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς. Η έκδοση του βιβλίου σημείωσε πρωτοφανή επιτυχία στα εκδοτικά χρονικά. Μία επιτυχία που κανένα άλλο βιβλίο, εκτός από την Αγία Γραφή δεν γνώρισε.

Χειρόγραφο του Ουγκώ που προτρέπει σε αντίσταση 
στην πρωσική εισβολή.
Η επιστροφή στη Γαλλία και το τέλος
Το 1859 ο Ναπολέων Γ’ προσφέρει αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς εξόριστους αλλά ο Ουγκώ αρνείται να επιστρέψει μην επιθυμώντας να κάνει οποιαδήποτε παραχώρηση έναντι του μονάρχη. Το 1863 κυκλοφορεί μία βιογραφία του από τη γυναίκα του Αδέλα, η οποία πέθανε πέντε χρόνια αργότερα. Το ξέσπασμα του Γαλλοπρωσικού Πολέμου τον οδηγεί στην επιστροφή του στη Γαλλία τον Αύγουστο του 1870, λίγο μετά την ανακήρυξη της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Η είσοδός του στο Παρίσι υπήρξε θριαμβευτική. Η φήμη του ήταν ήδη παγκόσμια. Οι ικανότητές του δεν είχαν αδυνατίσει από την ηλικία του. Ως βουλευτής της Εθνοσυνέλευσης ψηφίζει κατά της ειρήνης και αμέσως παραιτείται. Ακολουθούν η πολιορκία των Παρισίων και η ήττα της Γαλλίας. Ο Ουγκώ απομακρύνεται και πάλι από την πατρίδα του το 1871 κατά τη διάρκεια της επικράτησης της Παρισινής Κομμούνας και παραμένει στις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο. Το ίδιο έτος πεθαίνει ο γιος του Κάρολος (Charles) και το επόμενο η κόρη του Αδέλα εισάγεται στο άσυλο ψυχικά ασθενών Saint-Mandé. Στα δύο προηγούμενα οικογενειακά δράματα προστίθεται το 1873 και ο θάνατος του γιου του Φραγκίσκου – Βίκτωρα (François-Victor).

Ο Ουγκώ στο νεκρικό κρεβάτι, φωτογραφημένος από τον Félix Nadar
Στις 30 Ιανουαρίου 1876 ο Βίκτωρ Ουγκώ ονομάζεται ισόβιος Γερουσιαστής από τη Γαλλική Δημοκρατία. Την τελευταία αυτή πολιτική περίοδο της ζωής του γίνεται το είδωλο της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ο ίδιος είναι πλέον οπαδός ενός ουτοπικού σοσιαλισμού πιστεύοντας στην κοινωνική συμφιλίωση και την ειρηνική επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, σε σχέση με την επαναστατική βία. Θεωρεί ότι ο ατομικός δρόμος προς την ηθική τελείωση, προς την καλοσύνη οδηγεί στη "σωτηρία" του ατόμου και της κοινωνίας.

Το Φεβρουάριο του 1881 οργανώνεται ένας πανεθνικός εορτασμός προκειμένου να τιμηθεί η είσοδός του στην ένατη δεκαετία της ζωής του. Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν την 25η Φεβρουαρίου με την απόδοση ενός βάζου Σεβρών, παραδοσιακού δώρου προς ηγεμόνες και την 27η Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του μία από τις μεγαλύτερες παρελάσεις στη γαλλική ιστορία, όπου τον επευφήμησαν 600.000 συμπατριώτες του.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ πέθανε στις 22 Μαΐου 1885 σε ηλικία 83 ετών έχοντας λάβει εν ζωή σπάνια δόξα για πνευματικό δημιουργό. Στη Γαλλία κηρύχθηκε εθνικό πένθος και μία νύχτα η σορός του έμεινε με τιμητική φρουρά κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου, ταιριαστή τιμή στον μεγάλο άνδρα των Γαλλικών Γραμμάτων. Την ημέρα της κηδείας του (1η Ιουνίου) περίπου 2.000.000 άνθρωποι συνόδευσαν τον επιφανή νεκρό από την Αψίδα του Θριάμβου στο Πάνθεον, το οποίο ορίστηκε ως τελευταία του κατοικία.

Το έργο του

Ποιητική
Ο Ουγκώ επαλήθευσε την πρόβλεψη του Σατωβριάνδου και έγινε μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες της Γαλλίας. Ο Ουγκώ θεωρείται ένας από τους ηγέτες της ρομαντικής κίνησης στη γαλλική λογοτεχνία καθώς επίσης και ένας από τους πλέον παραγωγικούς και πολύπλευρους συγγραφείς της. Αν και εκτός Γαλλίας είναι γνωστός κυρίως για τα μυθιστορήματα Η Παναγία των Παρισίων και Οι Άθλιοι, στη χώρα του διακρίνεται πρώτιστα για τη συνεισφορά του ως ρομαντικός ποιητής.

Ο στίχος του Ουγκώ έχει συγκριθεί με τα έργα του Σαίξπηρ, του Δάντη και του Ομήρου και έχει επηρεάσει διαμετρικά αντίθετους ποιητές όπως ο Κάρολος Μπωντλαίρ, ο Άλφρεντ Λορντ Τέννυσον και ο Ουόλτ Ουίτμαν. Η τεχνική δεξιοτεχνία του Ουγκώ, ο υφολογικός πειραματισμός, η ραγδαία κλιμάκωση των συναισθημάτων, η ποικιλία και η καθολικότητα των θεμάτων του όχι μόνο τον καθιέρωσαν ως ηγέτη της γαλλικής ρομαντικής σχολής αλλά και ως προπομπό της σύγχρονης ποίησης.

Ο Ουγκώ έφερε μια νέα αίσθηση της ομορφιάς των λέξεων, επέκτεινε τους λυρικούς πόρους του γαλλικού στίχου και ενδυνάμωσε τον αλεξανδρινό στίχο με εντυπωσιακά μετρικά διασκελίσματα και τοποθετήσεις της τομής του στίχου. Η παραγωγή του ήταν απέραντη και η ποικιλομορφία της ακόμα καταπλήσσει. Ακόμα έσπασε την παράδοση, όπου η ποιητική γλώσσα θεωρούνταν ως μια εξειδικευμένη μορφή γλώσσας μεταξύ των διάφορων άλλων τεχνικών γλωσσών. Η ποίηση ήταν, για αυτόν, τόσο ελεύθερη και κυρίαρχη όσο οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Πίνακας που αναπαριστά τις αντιδράσεις στο ανέβασμα 
της πρώτης παράστασης του Ερνάνη το 1830
Δραματουργία
Στη θεατρική του γραφή ο Ουγκώ αντιτάχθηκε στις φόρμες του κλασικού δράματος όπως το μέτρο, η επιλογή συγκεκριμένων θεμάτων, οι περιορισμοί στη χρήση λέξεων, εισάγοντας πρώτος στη γαλλική θεατρική παραγωγή το ρομαντικό ύφος γραφής.

Στα εικοσιέξι του χρόνια, συγγράφοντας τον Πρόλογο του Κρόμγουελ, γίνεται ο γεννήτορας ενός νέου θεατρικού είδους, του ρομαντικού δράματος. Σε αυτό το κείμενο ο νεαρός συγγραφέας αμφισβητεί το παραδοσιακό θεατρικό είδος και εισάγει στη σκηνή τη ρομαντική θεματολογία. Εντούτοις το ίδιο το έργο θεωρήθηκε αντιθεατρικό και αδύνατο να ανέβει στη σκηνή λόγω της έκτασής του και των πολλών χαρακτήρων του.

Χάρη στον Ερνάνη, όμως, το 1830 ο Ουγκώ καταφέρνει να καταξιωθεί ως θεατρικός συγγραφέας. Στην πορεία του θα συναντήσει μεγάλες επιτυχίες, όπως η παράσταση του έργου του Λουκρητία Βοργία αλλά και αποτυχίες, με το ανέβασμα π.χ. του Ο Βασιλιάς Διασκεδάζει, προτού αποφασίσουν μαζί με τον Αλέξανδρο Δουμά να ιδρύσουν ένα χώρο αποκλειστικά αφιερωμένο στο ρομαντικό θέατρο. Αυτός θα είναι το Théâtre de la Renaissance, που θα εγκαινιάσει τη σκηνή του με το έργο Ρουί Μπλας.

Εικόνα από την πρώτη έκδοση της Παναγίας των Παρισίων 
από τον Alfred Barbou (1831)
Μυθιστοριογραφία
Συνολικά ο Ουγκώ συνέγραψε εννέα μυθιστορήματα, από τα οποία το πρώτο σε ηλικία δεκαέξι ετών και το τελευταίο εβδομήντα δύο. Το μυθιστόρημα καλύπτει όλες τις περιόδους της ζωής του συγγραφέα, όλες τις μορφές και τα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής του δίχως ποτέ να ταυτίζεται απόλυτα με κανένα.

Η πορεία του ως μυθιστοριογράφου χωρίζεται σε δύο περιόδους με κομβικό σημείο την εξορία του από τη Γαλλία. Η περίοδος πριν την εξορία έχει σχεδόν πειραματικό χαρακτήρα περιέχοντας πέντε μυθιστορήματα με ποικίλη έκταση και διαφορετική έμπνευση. Κορυφαίο δημιούργημα αυτής της πειραματικής φάσης είναι Η Παναγία των Παρισίων, ένα ιστορικό μυθιστόρημα τοποθετημένο στα 1482 με πρωταγωνιστή το δύσμορφο κωδωνοκρούστη του ναού, Κουασιμόδο, που αποτελεί προσωποποίηση του μεσαιωνικού πνεύματος.

Προσωπογραφία τηςΤιτίκας (Causette) από την 
αρχική έκδοση τωνΑθλίων το 1862
Την περίοδο της εξορίας του και της επακόλουθης επιστροφής του στη Γαλλία ανακαλύπτει τον πραγματικό μυθιστορηματικό του δρόμο συγγράφοντας το πλουσιότερο και διασημότερο μέρος του έργου του. Η μυθιστορηματική του φόρμα βασίζεται στην εξιστόρηση μίας απλής ανθρώπινης ιστορίας, στην οποία παρεμβάλλονται μεγάλες περιγραφές και προσωπογραφίες καθώς και παρεκβάσεις σχετικές με τα αιώνια ανθρώπινα προβλήματα και αναζητήσεις.

Το θεωρούμενο ως αριστούργημά του, Οι Άθλιοι, ακολουθεί ακριβώς αυτή τη διηγηματική μορφή συνδυάζοντας τον έρωτα, την καταδίωξη και την αθλιότητα των ανθρωπίνων πλασμάτων με την εξιστόρηση κορυφαίων ιστορικών στιγμών.

Η θρησκευτικότητα του Ουγκώ
Οι θρησκευτικές, όπως και οι πολιτικές, πεποιθήσεις του Ουγκώ άλλαξαν ριζικά κατά τη διάρκεια της ζωής του. Στη νεότητά του, προσδιοριζόταν ως καθολικός και δήλωνε αφοσίωση στην ιεραρχία και την εκκλησιαστική εξουσία. Αργότερα εξελίχθηκε σε μη ενεργό καθολικό εκφράζοντας όλο και περισσότερο αντιπαπικές και αντικληρικές απόψεις. Την περίοδο της εξορίας του μυήθηκε στον πνευματισμό ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του υιοθέτησε έναν ορθολογικό ντεϊσμό, όμοιο με αυτό του Βολταίρου. Όταν ένας απογραφέας τον ρώτησε στα 1872 εάν ήταν καθολικός, απάντησε: "Όχι. Ελευθερόφρονας".

Η Σαρκοφάγος του Βίκτωρος Ουγκώ φωτογραφημένη 
από τον Etienne Neurdein το 1885
Ο Ουγκώ δεν ελάττωσε ποτέ την αντιπάθειά του προς την Καθολική Εκκλησία, οφειλόμενη κατά ένα μεγάλο μέρος στην αδιαφορία της εκκλησίας για τη δύσκολη θέση της εργατικής τάξης υπό τη μοναρχία αλλά και στη συχνότητα με την οποία τα έργα του εμφανίζονταν στις λίστες του Βατικανού με απαγορευμένα βιβλία. Στους θανάτους των γιων του Καρόλου και Φραγκίσκου - Βίκτωρα, επέμεινε να ταφούν δίχως σταυρό και την παρουσία ιερέα, και τον ίδιο όρο θέσπισε για τη δική του κηδεία. Εντούτοις, αν και θεωρούσε το καθολικό δόγμα ξεπερασμένο και νεκρό, δεν επιτέθηκε ποτέ άμεσα στον ίδιο το θεσμό. Παρέμεινε επίσης βαθιά θρησκευόμενο άτομο που πίστευε έντονα στη δύναμη και την ανάγκη της προσευχής.

Ο ορθολογισμός του Ουγκώ μπορεί να επισημανθεί σε ποιήματα όπως το Torquemada (1869, για το θρησκευτικό φανατισμό), το Le Pape (1878, έντονα αντικληρικό), το Religion et Religions (1880, αρνούμενος τη χρησιμότητα των εκκλησιών) και, τα δημοσιευμένα μεταθανάτια, La fin de Satan και Dieu (1886 και 1891 αντίστοιχα, στα οποία αντιπροσωπεύει το χριστιανισμό ως γρύπα και τον ορθολογισμό ως άγγελο).

Έργο του Β. Ουγκώ με τίτλο Η πόλη με την ερειπωμένη γέφυρα (1847).
Εικαστικός δημιουργός
Η ζωγραφική ξεκίνησε για τον Ουγκώ ως ένα ευχάριστο πάρεργο, εξελισσόμενη σταδιακά σε σημαντική πνευματική ενασχόληση ειδικότερα το διάστημα πριν την εξορία του, όταν σταμάτησε προσωρινά τη συγγραφή με σκοπό να αναμιχθεί στην πολιτική. Το διάστημα των ετών 1848 – 1852 υπήρξε η μοναδική δημιουργική διαφυγή του.

Τα έργα του είναι δουλεμένα αποκλειστικά σε χαρτί και σε μικρή κλίμακα, συνήθως με σκούρα καφέ ή μαύρη μελάνη, παρεμβάλλοντας ορισμένες φορές λευκές πινελιές και σπανιότερα άλλα χρώματα. Οι σωζόμενες ζωγραφιές του είναι εξαιρετικά ολοκληρωμένες και μοντέρνες σε ύφος και εκτέλεση, προοιωνίζοντας τις πειραματικές τεχνικές του Σουρεαλισμού και του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού.

Ο Ευγένιος Ντελακρουά είχε γράψει για τον Ουγκώ πως αν αποφάσιζε να γίνει ζωγράφος αντί συγγραφέας, θα είχε επισκιάσει όλους τους καλλιτέχνες του αιώνα του. Στα σωζόμενα έργα του αναγνωρίζεται η δεξιοτεχνία, η τόλμη στην εκτέλεση και μία αίσθηση ισχυρής δημιουργικότητας. Ο Ουγκώ μελέτησε τα χαρακτηριστικά των υλικών και των μέσων του υπό όλες τις πιθανές προοπτικές. Υψώθηκε πάνω από τις σύγχρονες συμβάσεις και δε δίστασε να επεξεργαστεί τυχαίες φόρμες όταν αυτές ικανοποιούσαν την αισθητική του.

Ο Ουγκώ κράτησε τη ζωγραφική του δημιουργία μακριά από τη δημοσιότητα, φοβούμενος ότι θα επισκίαζε το λογοτεχνικό του έργο. Εντούτοις, απολάμβανε να μοιράζεται τα σχέδιά του με την οικογένεια και τους φίλους του, συχνά υπό μορφή περίτεχνων χειροποίητων καρτών επικοινωνίας, πολλές από τις οποίες δίνονταν ως δώρα στους επισκέπτες όταν ήταν εξόριστος.

Η ελληνόφωνη εφημερίδα Κλειώ της Τεργέστης αποδίδει 
φόρο τιμής στο Βίκτωρα Ουγκώ 
στο φύλλο της 13ης Ιουνίου 1885.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ και η Ελλάδα
Ο Βίκτωρ Ουγκώ αναφορικά με το ελληνικό ζήτημα υπήρξε από τους πλέον όψιμους Ευρωπαίους διανοούμενους, που έλαβαν φιλελληνική στάση. Παρότι, όμως, εισέρχεται αργά στον κύκλο των φιλελλήνων παραμένει ο συνεπέστερος των υποστηρικτών του νεότευκτου ελληνικού κράτους.

Οι πρώτες του ποιητικές αναφορές σχετικά με τον αγώνα των Ελλήνων εμφανίζονται το 1826 με τη δημοσίευση στο γαλλικό Τύπο του ποιήματος Τα Κεφάλια του Σαραγιού (Les têtes du serail), εμπνευσμένου από την Έξοδο του Μεσολογγίου, όπου εμφανίζονται μεταξύ των 6000 κεφαλών, που είχαν αποσταλεί στο σαράγι να συνομιλούν μεταξύ τους τα τρία κεφάλια του Μάρκου Μπότσαρη, του Επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ και του Κωνσταντίνου Κανάρη. Το 1827 συνθέτει τα ποιήματα Ναβαρίνο (Navarin) και Ενθουσιασμός(Enthousiasme) και την επόμενη χρονιά τα Κανάρης (Canaris), Λαζάρα (Lazzara) καθώς και το περίφημο Ελληνόπουλο (L' enfant). Όλα τα παραπάνω ποιήματα περιελήφθησαν στη συλλογή Τα Ανατολίτικα.

Στα 1829 ο κορυφαίος των Ελλήνων διαφωτιστών Αδαμάντιος Κοραής δηλώνει την αντίθεσή του προς το ρομαντικό κίνημα, του οποίου αρχηγέτης είναι ο Ουγκώ. Παρά ταύτα στην Αθήνα τα μέλη του λογοτεχνικού ρεύματος της Αθηναϊκής Σχολής στρέφονται προς το ρομαντισμό. Ο Νικόλαος Σούτσος είναι ο πρώτος που μεταφράζει ποιήματα του Ουγκώ στα 1842.

Κατά τη δεκαετία του 1850 πραγματοποιούνται αρκετές μεταφράσεις θεατρικών έργων του στην ελληνική αρχής γενομένης με τοAngelo, tyran de Padoue, και μέσω αυτών καθίσταται γνωστός στο ελληνικό κοινό κυρίως ως δραματικός συγγραφέας. Στα 1862 έρχεται η μετάφραση των Αθλίων από τον Ιωάννη Ισιδωρίδη - Σκυλίτση σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία τους στα γαλλικά. Το μυθιστόρημα ενθουσίασε τους Έλληνες αναγνώστες και επηρέασε πολλούς εγχώριους λογοτέχνες.

Το ενδιαφέρον του Ουγκώ για την ελεύθερη πλέον Ελλάδα φάνηκε ιδιαίτερα σε σχέση με το κρητικό ζήτημα. Το διάστημα της Κρητικής Επανάστασης του 1866 – 1869 δημοσιεύει τρεις επιστολές υπέρ των Κρητών στον ευρωπαϊκό τύπο το Δεκέμβριο του 1866, το Φεβρουάριο του 1867 και το Φεβρουάριο του 1869, παρά το γενικότερο αρνητικό για τα ελληνικά ζητήματα κλίμα της εποχής. Εκτός της συμπαράστασης προς τους Κρήτες έδειξε ενδιαφέρον και για την αρπαγή των μαρμάρων του Παρθενώνα κατηγορώντας τον Έλγιν για αυτή του την πράξη, στη βάση της αντίληψής του ότι η πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού δεν πρέπει να γίνεται κτήμα ενός άλλου.

Ο θάνατός του, τέλος, είχε μεγάλο αντίκτυπο στην Ελλάδα και στο σύνολό του σχεδόν ο ελληνικός Τύπος κάλυψε το γεγονός της απώλειας του διακεκριμένου φιλέλληνα συγγραφέα. Μάλιστα πραγματοποιήθηκαν τελετές προκειμένου να τιμηθεί ο μεγάλος νεκρός αντίστοιχες με αυτές, που έλαβαν χώρα στη Γαλλία.

Η Οικία - Μουσείο Βικτόρ Ουγκώ. Παρίσι, Πλατεία Βοσγίων.
Οικία - Μουσείο Βικτόρ Ουγκώ
Το Μουσείο Βικτόρ Ουγκώ βρίσκεται στην Πλατεία Βοσγίων (Place des Vosges) στη συνοικία Μαραί (Marais) στο Παρίσι (Μετρό: Bastille). Στεγάζεται στο Μέγαρο Ροάν – Γκεμενέ (Rohan – Guéméné), που χτίστηκε το 1605 για τον Ισαάκ Αρνώ (Isaac Arnauld), βασιλικό σύμβουλο. Από το 1639 ως το 1784, το μέγαρο ανήκε στην ιδιοκτησία του Λουί ντε Ροάν (Louis de Rohan), πρίγκιπα Γκεμενέ (Rohan - Guéméné, 1745-1809). Μετά από σειρά άλλων ενοίκων, εγκαταστάθηκε το 1832 στο δεύτερο όροφο του μεγάρου ο Βικτόρ Ουγκώ με την οικογένειά του.

Ο Ουγκώ ήταν την εποχή εκείνη τριάντα ετών και παντρεμένος με την παιδική φίλη του Αντέλ Φουσέ (Adèle Foucher), με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Στα χρόνια που έζησε ο Ουγκώ σ’ αυτό το αριστοκρατικό διαμέρισμα, το σαλόνι του, με την υπέροχη θέα προς την πλατεία, ήταν χώρος συνάντησης των πιο διάσημων προσωπικοτήτων του Ρομαντικού Κινήματος «Σενάκλ» (Cénacle), που κυριαρχούσε τότε στη Γαλλία, όπως οι Αλφρέ ντε Βινιύ, Αλφόνς ντε Λαμαρτίν, Σαρλ Ωγκυστίν Σαιντ-Μπεβ, Αλεξάντρ Ντυμά, Προσπέρ Μεριμέ, Νταβίντ ντ’ Ανζέ, Λουί Μπουλανζέ κ. ά.

Ο Ουγκώ έζησε στο Μέγαρο Ροάν – Γκεμενέ επί δεκαέξι χρόνια, μέχρι το 1848, οπότε μετακόμισε με την οικογένειά του στην περιοχή της «Νέας Αθήνας» (Nouvelle Athènes), που βρισκόταν ανάμεσα στο Σταθμό Σαιν-Λαζάρ και τη Μονμάρτρη. Εδώ έγραψε πολλά από τα έργα του, μεταξύ των οποίων και μεγάλο μέρος από το αριστούργημά του «Οι Άθλιοι» (Les Misérables). Το Δεκέμβριο του 1851 αναγκάστηκε για πολιτικούς λόγους να αυτοεξοριστεί στις Βρυξέλλες, παραμένοντας στην εξορία για δεκαεννέα χρόνια.

Το 1902, έτος εορτασμού της εκατονταετηρίδας από τη γέννηση του Βικτόρ Ουγκώ, ο Πωλ Μερίς (Paul Meurice, 1818 – 1905), δημοσιογράφος, συγγραφέας, αδελφικός φίλος και φιλολογικός εκτελεστής των έργων του, δώρισε τις ανεκτίμητες συλλογές του Ουγκώ – λογοτεχνικά έργα, χειρόγραφα, φωτογραφίες, πίνακες, έπιπλα, έγγραφα και ενθύμια διαφόρων περιόδων της ζωής του – στην Πόλη των Παρισίων, με τον όρο να δημιουργηθεί στη μνήμη του μεγάλου συγγραφέα ένα μουσείο στην κατοικία του της Πλατείας Βοσγίων, όπου είχε ζήσει μεγάλο μέρος της ζωής του.
Μουσείο Βικτόρ Ουγκώ - Το υπνοδωμάτιο του συγγραφέα με το περίτεχνο κρεβάτι του
Το Μουσείο Βικτόρ Ουγκώ, αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του, εγκαινιάστηκε στις 30 Ιουνίου 1903. Εδώ βρίσκεται το διάσημο για τις φιλολογικές συγκεντρώσεις «Κόκκινο Σαλόνι», όπου υπάρχουν μια μαρμάρινη προτομή του Ουγκώ (1838), φιλοτεχνημένη από το γλύπτη και φίλο του Νταβίντ ντ’ Ανζέ (David d’ Angers), το «Πορτέτο της κυρίας Ουγκώ» (1839) του Λουί Μπουλανζέ (Louis Boulanger) και το «Πορτρέτο της Ζυλιέτ Ντρουέ, ως γυναίκα της Σμύρνης» (περ. 1827), ερωμένης του Ουγκώ επί 50 χρόνια, έργο του ζωγράφου Σαρλ-Εμίλ Καλάντ ντε Σανμαρτέν (Charles-Emile Callande de Champmartin).

Το εντυπωσιακό «Κινέζικο Σαλόνι» περιέχει τις περίφημες συλλογές από κινέζικες αντίκες, που είχε συγκεντρώσει ο συγγραφέας τόσο κατά τη διάρκεια της διαμονής του στο κτίριο της Πλατείας Βοσγίων όσο και κατά την περίοδο της μακρόχρονης εξορίας του. Ένα τρίτο σαλόνι διακοσμείται με το διάσημο «Πορτρέτο του Βίκτορα Ουγκώ» (1879) του καλλιτέχνη Ντανιέλ Σωμπές (Daniel Saubés), καθώς και την αριστουργηματική μπρούντζινη προτομή του (1908), φιλοτεχνημένη από τον Ογκίστ Ροντέν (Auguste Rodin). Εντυπωσιακό είναι το υπνοδωμάτιο του Ουγκώ με το περίτεχνο κρεβάτι του σε ρυθμό Λουδοβίκου ΙΓ΄ (Louis XIII).

Εργογραφία

Θεατρικά έργα
  • Ινέ ντε Καστρό Inez de Castro (1820)
  • Κρόμγουελ Cromwell (1827)
  • Ερνάνης Hernani (1830)
  • Μαριόν Ντελόρμ Marion Delorme (1831)
  • Ο Βασιλιάς διασκεδάζει Le Roi s'amuse (1832)
  • Λουκρητία Βοργία Lucrèce Borgia (1833)
  • Μαρία Τυδώρ Marie Tudor (1833)
  • Άγγελος, ο τύραννος της Πάδουας Angelo, tyran de Padoue (1835)
  • Ρουί Μπλα Ruy Blas (1838)
  • Οι Στρατιωτικοί Διοικητές Les Burgraves (1843)
  • Τορκουεμάδα Torquemada (1882)
  • Το Θέατρο στην ελευθερία Théâtre en liberté (1886)
  • Αμοιβή Χίλια Φράγκα Mille Francs de récompense (1934)
Μυθιστορήματα
  • Χαν της Ισλανδίας Han d'Islande (1823)
  • Μπιγκ Ζαργκάλ Bug-Jargal (1826)
  • Η Τελευταία Μέρα ενός Κατάδικου Le Dernier Jour d'un condamné (1829)
  • Η Παναγία των Παρισίων Notre-Dame de Paris (1831)
  • Κλοντ Γκε Claude Gueux (1834)
  • Οι Άθλιοι Les Misérables (1862)
  • Οι Εργάτες της Θάλασσας Les Travailleurs de la mer (1866)
  • Ο Άνθρωπος που γελά L'Homme qui rit (1869)
  • Ενενήντα τρία Quatre-vingt-treize (1874)
Ποιητικές συλλογές
  • Διάφορες Ωδές και ποιήματα Odes et poésies diverses (1822)
  • Νέες Ωδές Nouvelles Odes (1824)
  • Ωδές και Μπαλάντες Odes et Ballades (1826)
  • Τα Ανατολίτικα Les Orientales (1829)
  • Φθινοπωρινά Φύλλα Les Feuilles d’automne (1831)
  • Τραγούδια του Δειλινού Les Chants du crépuscule (1835)
  • Εσωτερικές Φωνές Les Voix intérieures (1837)
  • Ακτίνες και Σκιές Les Rayons et les ombres (1840)
  • Τιμωρίες Les Châtiments (1853)
  • Ενατενίσεις Les Contemplations (1856)
  • Πρώτη σειρά του Θρύλου των Αιώνων Première série de la Légende des Siècles (1859)
  • Τραγούδια του δρόμου και του δάσους Les Chansons des rues et des bois (1865)
  • Το Φοβερό Έτος L'Année terrible (1872)
  • Η Τέχνη να είσαι παππούς L'Art d'être grand-père (1877)
  • Νέα σειρά του Θρύλου των Αιώνων Nouvelle série de la Légende des Siècles (1877)
  • Θρησκείες και Θρησκεία Religions et religion (1880)
  • Οι Τέσσερις Άνεμοι του Πνεύματος Les Quatre Vents de l'esprit (1881)
  • Ολοκληρωμένη έκδοση του Θρύλου των Αιώνων Série complémentaire de la Légende des Siècles (1883)
  • Το Τέλος του Σατανά La Fin de Satan (1886)
  • Άπαντα Ποιητικά Toute la Lyre (1888)
  • Θεός Dieu (1891)
  • Νέα έκδοση των Ποιητικών Απάντων Nouvelle série de Toute la Lyre (1893)
  • Τα Ολέθρια Χρόνια Les Années funestes (1898)
  • Τελευταία Δέσμη Dernière Gerbe (1902)
  • Ωκεανός. Πέτρινη Σωρός Océan. Tas de pierres (1942)
Άλλα κείμενα
  • Σπουδή στο Μιραμπώ Étude sur Mirabeau (1834)
  • Λογοτεχνικές και Φιλοσοφικές Διαμάχες Littérature et philosophie mêlées (1834)
  • Ο Ρήνος Le Rhin (1842)
  • Ναπολέων ο Μικρός Napoléon le Petit (1852)
  • Επιστολές στο Λουδοβίκο Βοναπάρτη Lettres à Louis Bonaparte (1855)
  • Ουίλιαμ Σαίξπηρ William Shakespeare (1864)
  • Οδηγός των Παρισίων Paris-Guide (1867)
  • Οι γιοί μου Mes Fils (1874)
  • Λόγοι και Πράξεις – Πριν την Εξορία Actes et paroles - Avant l'exil (1875)
  • Λόγοι και Πράξεις – Κατά την Εξορία Actes et paroles - Pendant l'exil (1875)
  • Λόγοι και Πράξεις – Μετά την Εξορία Actes et paroles - Depuis l'exil (1876)
  • Η Ιστορία ενός Εγκλήματος – Α’ Μέρος Histoire d'un crime - 1re partie (1877)
  • Η Ιστορία ενός Εγκλήματος – Β’ Μέρος Histoire d'un crime - 2e partie (1878)
  • Ο Πάπας Le Pape (1878)
  • Ο Βλαξ L'Âne (1880)
  • Το Αρχιπέλαγος της Μάγχης L'Archipel de la Manche (1883)
  • Μεταθανάτιες Δημοσιεύσεις Œuvres posthumes
  • Θεωρήσεις – Α’ Σειρά Choses vues - 1re série (1887)
  • Άλπεις και Πυρηναία Alpes et Pyrénées (1890)
  • Γαλλία και Βέλγιο France et Belgique (1892)
  • Αλληλογραφία – Α’ Τόμος Correspondances - Tome I (1896)
  • Αλληλογραφία – Β’ Τόμος Correspondances - Tome II (1898)
  • Θεωρήσεις – Β’ Σειρά Choses vues - 2e série (1900)
  • Υστερόγραφο της Ζωής μου Post-scriptum de ma vie (1901)
  • Λίθοι Pierres (1951)
  • Μελαγχολία Mélancholia
Έργα του Ουγκώ στην όπερα
  • Λουκρητία Βοργία : Ντονιτσέττι Lucrezia Borgia (1833)
  • Άγγελος, ο τύραννος της Πάδουας :
  • Μερκαντάντε Il Giuramento (1837)
  • Πονκιέλλι La Gioconda (1876)
  • Ερνάνης : Βέρντι Εrnani (1844)
  • Ο Βασιλιάς διασκεδάζει : Βέρντι Rigoletto (1851)
  • Μαριόν Ντελόρμ : Πονκιέλλι Marion Delorme (1885)
  • Τορκουεμάδα : Νίνο Ρότα Torquemada (1943)
Ελληνικές μεταφράσεις
  • Ερνάνης : Ιωάννης Πολέμης ("Νέος Παλμός")
  • Ρουί Μπλα : Θρασύβουλος Σταύρου ("Γ.Παπαδημητρίου")
  • Η Παναγία των Παρισίων : Αντ.Μοσχοβάκης ("Βιβλιοθήκη για όλους")
  • Οι Άθλιοι : Γιώργος Κοτζιούλας ("Σ.Δαρεμάς")
  • Οι Εργάτες της Θάλασσας : Κ.Θεοφάνους ("Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος")
  • Ο Άνθρωπος που γελά : Δ.Π.Κωστελένος ("Βιβλιοθήκη για όλους")
  • Ενενήντα τρία : Κ.Θεοφάνους ("Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος")
  • Το 1793 ("Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος")
  • Φιλοσοφία & φιλολογία ("Μαρής")
  • Η τελευταία μέρα ενός κατάδικου : Κώστας Σημηριώτης ("Ροδάκης" - "Μεταίχμιο")