Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Η Επανάσταση του 1821, το νόημα και η σημασία της στο σήμερα

Ε π α ν ά σ τ α σ η    1   8   2   1

Η «εθνική ομοψυχία» (δηλαδή η υποταγή του λαού στο κεφάλαιο και στα μνημόνια) που προσπαθούν να επιβάλλουν με την τρομοκρατία και την καταστολή (παλιά συνταγή) «ντύνεται» σκόπιμα με αναφορές στο 1821.

Η ηγεσία της επίσημης εκκλησίας και στον ελλαδικό χώρο, όπως και το Φανάρι, ήταν εχθρός της Επανάστασης ...

Ευγένιος Ντελακρουά "Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου" (1827)

Η Επανάσταση του 1821, το νόημα και η σημασία της στο σήμερα



«Σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή - πράγμα που αποτελεί μονάχα τη νομική γι' αυτό έκφραση - με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, αργότερα ή γοργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Οταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα τη διάκριση ανάμεσα στην υλική ανατροπή, στους οικονομικούς όρους της παραγωγής, που μπορούμε να τους διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, κοντολογίς τις ιδεολογικές μορφές μέσα στις οποίες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτή τη σύγκρουση και παλεύουν ως τη λύση της» (Καρλ Μαρξ, «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», πρόλογος).

Η 25η Μάρτη θεωρείται ως ημερομηνία έναρξης της ελληνικής εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης των Ελλήνων στα 1821, αν και στις 23 Μάρτη ο Κολοκοτρώνης απελευθέρωνε την Καλαμάτα. Βεβαίως, τα χρονικά όρια έναρξης κοινωνικοϊστορικών γεγονότων είναι συμβατικά πολύ περισσότερο γεγονότων που πιστοποιούν τις κοινωνικές επαναστάσεις. Αλλά η συγκεκριμένη ημερομηνία, δοσμένη από την αστική ιστοριογραφία, δεν έχει σχέση τόσο με αυτό που η ιστοριογραφία γενικά καταγράφει ως επέτειο των ιστορικών γεγονότων. Θα μπορούσε π.χ. να είναι ένα άλλο γεγονός που προηγήθηκε ή διαδραματίστηκε αργότερα από την 25η Μάρτη, στα πολλά γεγονότα κρίκους της ελληνικής Επανάστασης. Η συγκεκριμένη ημερομηνία σηματοδοτεί αυτό που η άποψη της «επίσημης» από το κράτος ιστορίας θεμελιώνει ως γεγονός έναρξής της. Δηλαδή, την ημερομηνία που, σύμφωνα με την αστική ιστοριογραφία, η «σημαία της Επανάστασης υψώθηκε από το δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό». Και φαίνεται να επιλέχτηκε, από την κυρίαρχη, μετά τη νίκη της Επανάστασης, τάξη, για το συμβολισμό της εθνικοαπελευθερωτικής εξέγερσης και της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, θέλοντας να επιβάλει σ' αυτό το συμβολισμό και τη συμμετοχή της επίσημης εκκλησίας στην Επανάσταση. Χρειαζόταν και την ορθόδοξη εκκλησία ως ένα στοιχείο του δικού της εποικοδομήματος που θα επιδρούσε στη δημιουργία υποταγμένης σ' αυτήν συνείδησης στις λαϊκές μάζες. Γιατί το γεγονός της «σημαίας στην Αγία Λαύρα από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό» είναι ανύπαρκτο.

Η ηγεσία της επίσημης εκκλησίας και στον ελλαδικό χώρο, όπως και το Φανάρι, ήταν εχθρός της Επανάστασης. Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» «Ανώνυμος Ελλην», «ξεσκεπάζει και μαστιγώνει αλύπητα τους εχθρούς της Επανάστασης, τους εκμεταλλευτές του λαού, τον κλήρο, τους Φαναριώτες, τους κοτζαμπάσηδες», (Νίκου Μπελογιάννη, «Κείμενα από την απομόνωση»). Είναι, επίσης, χαρακτηριστικοί οι διάλογοι του Παπαφλέσα με τους κοτζαμπάσηδες και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στο Αίγιο, (τότε Βοστίτσα), στις 26 Γενάρη 1821, όταν ως πληρεξούσιος του Αλέξανδρου Υψηλάντη τους συνάντησε στο σπίτι τού Αντρέα Λόντου, προκειμένου να τους πείσει να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός αρνιόταν την Επανάσταση, ρωτώντας: «Πού πολεμοφόδια; Πού όπλα; Πού χρήματα πολυάριθμα; Πού στρατός πεπαιδευμένος; Πού στόλος εφοδιασμένος;». Για να καταλήξει: «... Αλλ' εις την εποχήν ταύτην οποία δείγματα θετικότητας έχομεν, διά να πιστεύσωμεν όσα λέει ο Δικαίος και όσα γράφει ο Υψηλάντης;». Ενώ ο Σωτήρης Χαραλάμπης είπε: «... πιστεύω πως η Ρωσία, όπου έχει την ίδια θρησκεία μ' εμάς, θα συντροφέψει τον Υψηλάντη με στρατεύματα... Μα εμείς εδώ, αφού ξεκάνουμε τους Τούρκους, σε ποιον θα παραδοθούμε; Ποιον θα 'χουμε ανώτερο; Ο ραγιάς, αφού πάρει τα όπλα δε θα μας ακούει πια και δε θα μας σέβεται και θα πέσουμε στα χέρια εκείνου, που δεν μπορεί να κρατήσει το πιρούνι να φάει! (σ.σ. αυτός ήταν ο Νικήτας Φλέσας, αδελφός του Παπαφλέσα). Κάλλιο οι Τούρκοι κι ο ραγιάς υπόδουλος, παρά λεύτερο έθνος με το λαό να 'χει δικαιώματα»! Αυτό ήταν το πραγματικό τους πρόβλημα. Ο επαναστατημένος λαός, με τα όπλα, θα αφαιρούσε τα προνόμια των κοτζαμπάσηδων, θα αποκτούσε ο ίδιος δικαιώματα.

Αλλά ο Παπαφλέσας τούς δίνει την πρέπουσα απάντηση: «Η Επανάσταση είτε θέτε είτε όχι θα γίνει! Πάρτε το απόφαση. Αν εσείς γυρεύετε να την εμποδίσετε, εγώ πήρα προσταγή από την Αρχή να ξεσηκώσω το λαό και να την κάνω. Και τότες όποιον βρουν ξαρμάτωτο οι Τούρκοι, ας τον κόψουν...». Για να του ανταπαντήσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός: «Είσαι απατεώνας, άρπαγας, εξωλέστατος!» (Αμβρόσιος Φραντζής «Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδας, τ. α΄ σελ. 98).

Ο κοινωνικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821

«Ας εξετάση διακεκριμένως οποιοσδήποτε έλαβεν μέρος εις την Επανάστασιν, και θέλει ίδει ότι η τάξις των ξενιτευμένων λογιοτάτων και εμπόρων είναι ήτις πρώτη ετόλμησεν και εκίνησεν τον μοχλόν τούτον και έμβασεν και τους Προεστούς και τους Αρματολούς εις τα αίματα».(1)

Ετσι περιγράφει την κινητήρια δύναμη της Επανάστασης του 1821 ένας εκ των πρωταγωνιστών της, ο Σερραίος επαναστάτης Ν. Κασομούλης, καταδεικνύοντας το κοινωνικό της περιεχόμενο. Εκτοτε, αυτό εκτοπίστηκε από την κρατούσα ιστοριογραφία, για να κυριαρχήσουν το θρησκευτικό και μια «υπερταξική» έννοια του εθνικού ως αποκλειστικά κίνητρα της Επανάστασης.

Σε κάθε ιστορική εποχή, μια κοινωνική τάξη προβάλλει ως πρωτοπόρα, αποτελώντας την ηγέτιδα δύναμη - μοχλό της κοινωνικής προόδου. Την περίοδο που εξετάζουμε, ο ρόλος αυτός ανήκε στην αστική τάξη, η οποία διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος. Σε μια μακρόχρονη πορεία, οι φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής έγιναν εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη των νέων παραγωγικών δυνάμεων, των καπιταλιστικών. Επρεπε, λοιπόν, να σπάσουν. Και έσπασαν, με τη νίκη των αστικών επαναστάσεων, οι οποίες συνέτριψαν τη φεουδαρχική εξουσία και συγκρότησαν τα αστικά έθνη - κράτη.

Η ελληνική Επανάσταση του 1821 δε διέφερε ως προς αυτό, από τις αντίστοιχες επαναστάσεις και κινήματα που σημειώθηκαν σε μια σειρά χώρες το ίδιο διάστημα. Βεβαίως, πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες οθωμανικής κατάκτησης, με ηγετική δύναμη την ελληνόφωνη χριστιανική αστική τάξη. Ηταν, επομένως, εθνικοαπελευθερωτική στη μορφή και αστικοδημοκρατική στο περιεχόμενο.

Οπως σε όλες τις αστικές επαναστάσεις, έτσι και στην ελληνική του 1821, πήραν μέρος, ως κινητήριες δυνάμεις, οι πλατιές μάζες της αγροτιάς, καθώς και η μικρή ακόμα αριθμητικά εργατική τάξη (ναύτες, τεχνίτες, κ.ά.). Ο μαζικός λαϊκός ηρωισμός, ακόμα και μεταξύ των αμάχων, η συλλογική δράση που έλαβε όλες τις μορφές πάλης - και κυρίως την ένοπλη - η αυτοθυσία, σφράγισαν τον πολυετή αγώνα, αφήνοντας πίσω διαχρονικά διδάγματα.

Η άνοδος της αστικής τάξης

Ο 18ος αιώνας υπήρξε μια περίοδος, όπου η ελληνική αστική τάξη σημείωσε πρωτόγνωρη ανάπτυξη. Σε αυτό συνέβαλαν μια σειρά παράγοντες. Οι αλλαγές στο οθωμανικό καθεστώς γαιοχρησίας και η εξάπλωση του διεθνούς εμπορίου επέφεραν σημαντικές μεταβολές στο επίπεδο της αγροτικής οικονομίας, που, από κλειστή, άρχισε σιγά σιγά να γίνεται εμπορευματική. Το χρήμα έπαψε πια αποκλειστικά να αποθησαυρίζεται και άρχισε σταδιακά να κυκλοφορεί και να επενδύεται στο εμπόριο, στις τράπεζες, στη βιοτεχνία, κ.α.

Η Συνθήκη του Κιουτσούκ - Καϊναρτζή (1774) και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι (1793 - 1813) δημιούργησαν τις συνθήκες για ραγδαία ανάπτυξη και κερδοφορία του ελληνικού εμπορικού και ναυτιλιακού κεφαλαίου. Εκατοντάδες πλοία ναυπηγήθηκαν, εμπορικά δίκτυα εξαπλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη, ενώ οι δραστηριότητες των Ελλήνων κεφαλαιούχων επεκτάθηκαν γρήγορα στους τομείς των τραπεζών και των ασφαλειών. Σημαντική υπήρξε, επίσης, η ανάπτυξη της βιοτεχνίας.

Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, η ελληνική αστική τάξη, πέραν της οικονομικής δύναμης, οπλίστηκε ακόμη με ιδεολογία και πολιτικό πρόγραμμα, που άντλησε από το Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση. Τα εμπορικά - βιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων αποτέλεσαν πνευματικά φυτώρια, όπου συντελέστηκε η εθνική αφύπνιση, μετατρέποντας το «χριστιανικό γένος των Ρωμαίων» σε «ελληνικό έθνος». Στην εθνική συνειδητοποίηση προστέθηκε σε μια πορεία και η επαναστατική ψυχολογία.

Ολη αυτή η κίνηση - απειλή για την παλαιά τάξη πραγμάτων - προκάλεσε την αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας, η οποία καταδίκασε τα «αθεΐας λίμπερα» των Γάλλων, ζήτησε να καούν τα «ανίερα» βιβλία (όπως του Βολτέρου) και να αφοριστούν όσοι τα διάβαζαν. Λίγο πριν την Επανάσταση δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν: «Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου».(2)

Ωστόσο, η δυναμική που απελευθέρωσε η αστική τάξη της Γαλλίας δεν κατέστη εφικτό να καταπνιγεί. Οπως υπογράμμισε ο ίδιος ο Θ. Κολοκοτρώνης, «η γαλλική επανάσταση και ο Ναπολέοντας, έκαμε, κατά την γνώμη μου, ν' ανοίξουν τα μάτια του κόσμου».(3)

Η ανερχόμενη αστική τάξη δεν υπήρξε μόνον ο κοινωνικός φορέας της εθνικής αφύπνισης - συνειδητοποίησης, αλλά και ο οργανωτής της Επανάστασης, στην οποία προσέδωσε σαφές ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο. Ο Ρήγας Φεραίος μέσα από τον Θούριο πρόβαλλε τόσο ένα απελευθερωτικό σχέδιο όσο και ένα πολιτικό πρόγραμμα. Εκεί, καθώς και στο έργο του Νέα Πολιτική Διοίκησις που ακολούθησε, καλούσε σε εξέγερση όλους τους λαούς της Βαλκανικής («Χριστιανούς και Τούρκους»), με σκοπό το γκρέμισμα της οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία μιας Βαλκανικής ομοσπονδίας. Ο Ρήγας ήρθε σε επαφή με το Διευθυντήριο της Γαλλικής Επανάστασης, ίδρυσε μυστική Εταιρεία και ανέπτυξε δράση στα εμποροβιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων, στον ελλαδικό χώρο και τα Βαλκάνια.

Η σύσταση συνωμοτικών οργανώσεων με ταξικούς - εθνικοαπελευθερωτικούς σκοπούς υπήρξε συνήθης πρακτική για τα αντίστοιχα κινήματα της εποχής. Εκτός από την Εταιρεία του Ρήγα, συγκροτήθηκαν τα επόμενα χρόνια μια σειρά οργανώσεις, όπως η Εταιρεία των Πέντε, το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον (Παρίσι 1809), η Φιλόμουσος Εταιρεία (Αθήνα 1813) και, βεβαίως, η Φιλική Εταιρεία (Οδησσός 1814). Η τελευταία υπήρξε σαφώς η πιο σημαντική, τόσο από την άποψη της μαζικότητας, όσο και της μαχητικότητας, αλλά και του ρόλου τον οποίο έπαιξε.

Στον πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας (ΦΕ) ήταν η αστική τάξη. Στις γραμμές της εντάχθηκαν πολλοί σημαίνοντες έμποροι και τραπεζίτες (όπως οι Α. Κροκίδας ή ο Εμμ. Παππάς αντίστοιχα), εφοπλιστές (όπως οι Κουντουριώτης και Μεξής), κ.ο.κ. Η οργάνωση, η δομή και οι αρχές λειτουργίες της ΦΕ αντλούνταν από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή εμπειρία, ιδιαίτερα της καρμποναρίας.

Στη συνέχεια, μυήθηκαν στη ΦΕ και κοτζαμπάσηδες (όπως οι Π. Μαυρομιχάλης και Λόντος, οι Ρούφοι και οι Ζαΐμηδες), Φαναριώτες (όπως οι Μαυροκορδάτος, Νέγρης Νούτσος και Φιράρης) και ανώτεροι κληρικοί (όπως οι Α. Γαζής, Παλαιών Πατρών Γερμανός και Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας). Οι δυνάμεις αυτές δεν υπήρξαν ομοιογενείς, δημιουργώντας συχνά αντιθέσεις και τριβές στους κόλπους της Φιλικής, ενώ η στάση τους στην Επανάσταση ποίκιλλε. Τέλος, ενόψει της ταυτόχρονης κήρυξης της Επανάστασης στα Βαλκάνια εντάχθηκαν στη ΦΕ πολλοί Σέρβοι, Βούλγαροι, Μολδαβοί και Βλάχοι. Το 1819 - 1820 άρχισαν να στρατολογούνται στο Μοριά και μέλη από τις λαϊκές τάξεις.

Παραμονές του 1821, ο μηχανισμός της Φιλικής κινητοποιήθηκε για την έκρηξη της Επανάστασης. Στην Πελοπόννησο, όπου θα δινόταν βάρος λόγω της ύπαρξης συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού και της έλλειψης σημαντικών οθωμανικών δυνάμεων (οι οποίες είχαν δεσμευτεί για την αντιμετώπιση του Αλή πασά των Ιωαννίνων), στάλθηκαν οι Παπαφλέσσας και Αναγνωσταράς. Στις 22 Φεβρουαρίου 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (αρχηγός της ΦΕ) πέρασε τα σύνορα της Ρωσίας με την οθωμανική αυτοκρατορία, κηρύσσοντας στη Μολδαβία την Επανάσταση.

Το διεθνές πλαίσιο

Η Επανάσταση του 1821 εκδηλώθηκε όταν στη Γαλλία είχε ήδη ηττηθεί ο Ναπολέων (1815) και στην Ευρώπη είχε συγκροτηθεί η Ιερά Συμμαχία, η οποία αντιμετώπιζε με καχυποψία έως και ανοιχτή καταστολή όλα τα ανάλογα πολιτικά - επαναστατικά κινήματα της εποχής (στη Νεάπολη, στη Σικελία, στο Πεδεμόντιο, στη Μαδρίτη, στη Λισαβόνα, κ.α.).

Πολλοί εκ των πρωταγωνιστών των εθνικών - αστικοδημοκρατικών αυτών κινημάτων κατέφυγαν διωκόμενοι στην επαναστατημένη Ελλάδα, λαμβάνοντας ενεργό μέρος στον Αγώνα. Τα φιλελληνικά «κομιτάτα» που εμφανίστηκαν σε μια σειρά χώρες έδρασαν όχι μόνον ως πόλοι συγκέντρωσης χρημάτων και εθελοντών για την επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και ως «βιτρίνες» για τη διεξαγωγή της αστικοδημοκρατικής προπαγάνδας στις ίδιες, σε μια περίοδο έντονων πολιτικών διώξεων.

Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν υπήρξε ενιαία. Οι αντιθέσεις και η διαπάλη που αναπτύχθηκε μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, και που εκφράστηκε με τη διαφορετική στρατηγική της κάθε μιας στο λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα, επέδρασαν σημαντικά - κάποια στιγμή αποφασιστικά - στην τελική έκβαση του ελληνικού ζητήματος. Επέδρασαν, όμως, άμεσα και στα διάφορα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης, αναφορικά με τη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση.

Κοινωνικές δυνάμεις και Επανάσταση

Η Εκκλησία: Ως επικεφαλής του μιλιέτ των Ρουμ η Εκκλησία κατέστη αναπόσπαστο τμήμα των οθωμανικών φεουδαρχικών δομών εξουσίας, επιφορτισμένη με συγκεκριμένα διοικητικά καθήκοντα, εξουσίες και αρμοδιότητες. Αναπτύσσοντας ιστορικά και σε μια πορεία σημαντικούς δεσμούς με το εμπορικό κεφάλαιο, εξελίχθηκε η ίδια σε οικονομική δύναμη. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνη και για τη διατήρηση της ευταξίας στους υπ' ευθύνη της πληθυσμούς. Ετσι, το Πατριαρχείο αρχικά, όχι μόνο δεν ευνόησε, αλλά καταδίκασε και κατέστειλε κάθε απελευθερωτική ιδέα ή κίνηση.

Προς το σκοπό αυτό επιστράτευσε επανειλημμένα το όπλο του αφορισμού: Για τους συμμετέχοντες στα Ορλωφικά (και την παρεπόμενη εξόντωση των κλεφτών του Μοριά), για τις εξεγέρσεις του 1807, του 1808, για την εξέγερση των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και - βεβαίως - για την Επανάσταση του 1821.

Η αντεπαναστατική δραστηριότητα της επίσημης Εκκλησίας συνεχίστηκε και στη διάρκεια της Επανάστασης. Βεβαίως, η στάση στις γραμμές της γενικά δεν υπήρξε ενιαία. Σημαντικό μέρος, κυρίως του κατώτερου κλήρου, δε συντάχθηκε με τη γραμμή του Πατριαρχείου, μετέχοντας ενεργά στην Επανάσταση. Μαζί τους και μια σειρά μεσαίοι ή ανώτεροι κληρικοί, όπως οι Φιλικοί Ανθιμος Γαζής και Γρηγόριος (Δίκαιος) Παπαφλέσσας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, κ.ά.

Οι Φαναριώτες: Πρόκειται για πρώην ευγενείς του Βυζαντίου που απέκτησαν σημαντικό πλούτο μέσω του εμπορίου, ενώ αναρριχήθηκαν σε υψηλά πόστα της οθωμανικής διοίκησης (Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης, Δραγουμάνου του Στόλου και Ηγεμόνα της Βλαχίας και Μολδαβίας). Η στάση τους απέναντι στην Επανάσταση επίσης δεν ήταν ενιαία. Ορισμένοι υιοθετούσαν την προοπτική της ένοπλης εξέγερσης και συγκρότησης ενός ανεξάρτητου αστικού κράτους. Οι περισσότεροι, όμως, υποστήριζαν μια πολιτική «εκ των έσω διάβρωσης» της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου η ελληνική αστική τάξη θα κυριαρχούσε σταδιακά οικονομικά και πολιτικά.

Οι Φαναριώτες - μέλη της Φιλικής Εταιρείας, όπως οι Α. Μαυροκορδάτος και Θ. Νέγρης, που έλαβαν ενεργό μέρος στην Επανάσταση, κλήθηκαν στη συγκρότηση των πρώτων πολιτειακών θεσμών και μηχανισμών διοίκησης, συνδράμοντας αποφασιστικά στον αστικοφιλελεύθερο χαρακτήρα τους.

Κλέφτες και αρματολοί: Οι κλέφτες ήταν κυρίως πρώην αγρότες ή κτηνοτρόφοι, οι οποίοι, είτε λόγω της φτώχειας είτε από αντίθεση στις οθωμανικές αρχές και τους κοτζαμπάσηδες (χριστιανούς και μουσουλμάνους), κατέφευγαν στην παρανομία, στο βουνό, μακριά από την κατασταλτική δυνατότητα των οργάνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι αρματολοί ήταν κλέφτες που αμνηστεύονταν και επανεντάσσονταν στην οθωμανική νομιμότητα, επιφορτιζόμενοι με την τήρηση της τάξης σε συγκεκριμένες περιοχές.

Η διατάραξη των υφιστάμενων κοινωνικών ισορροπιών - συσχετισμών και οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν με την Επανάσταση, άνοιξαν νέες προοπτικές για τους ενόπλους, οι οποίοι διεκδίκησαν την απεξάρτησή τους από πρότερες δεσμεύσεις εξουσίας (π.χ. τους προκρίτους), διεκδικώντας αυτόνομη πολιτική παρουσία και ρόλο. Στον απεγκλωβισμό τους αυτό, συνέβαλε τα μέγιστα η αρχική τους στοίχιση με τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της αστικής τάξης, την ΦΕ και τον Υψηλάντη. Εν συνεχεία, η συγκρότηση συγκεντρωτικών αστικών οργάνων που προωθούσαν οι τελευταίοι ήρθε σε αντίθεση με τα νεοαποκτηθέντα τοπικά προνόμιά τους, με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι προηγούμενες συμμαχίες και να διαμορφωθούν νέες.

Οι πρόκριτοι - εφοπλιστές των νησιών: Διακρίνονταν από τους προκρίτους της ηπειρωτικής Ελλάδας, αφού, αν και εκπλήρωναν παρόμοιες λειτουργίες στα πλαίσια του οθωμανικού αυτοδιοικητικού συστήματος, η οικονομική τους βάση ήταν πολύ διαφορετική. Αν και το εφοπλιστικό κεφάλαιο έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην προώθηση ενός αστικού τύπου κράτους, παραμονές της Επανάστασης υπήρξε εν μέρει επιφυλακτικό. Οι επιφυλάξεις αυτές οφείλονταν μεταξύ άλλων και στους δεσμούς που διατηρούσε με το αγγλικό κεφάλαιο (η Μ. Βρετανία ήταν τότε κατά της προσβολής της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας). Οι όποιες επιφυλάξεις - αντιδράσεις κάμφθηκαν ή καταργήθηκαν σύντομα με επαναστατική βία από ένα γενικότερο αστικοδημοκρατικό κίνημα, που αναπτύχθηκε στα νησιά αυτά και πριν την Επανάσταση ακόμα, καθώς και από την αλλαγή της βρετανικής πολιτικής απέναντι στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Οι κοτζαμπάσηδες: Οι κοτζαμπάσηδες στελέχωναν το κατώτερο τμήμα της οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνοι για τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας, για την απονομή δικαιοσύνης σε μια σειρά θέματα, για την είσπραξη των φόρων και βεβαίως για την καταστολή των χωρικών στις περιοχές υπ' ευθύνη τους.

Αν και προέρχονταν από τη φεουδαρχία, στα πλαίσια της ιστορικής της αποσύνθεσης, οι κοτζαμπάσηδες σταδιακά αστικοποιούνταν. Η είσπραξη των φόρων, μία από τις κύριες λειτουργίες τους και στοιχείο εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, υπήρξε βασικός παράγοντας στην τελική μετάλλαξη - αστικοποίησή τους.

Την εξέλιξή τους αυτή αντανακλά η διφορούμενη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση. Από τη μια, διέθεταν προνόμια και καθήκοντα συνυφασμένα με το υπάρχον οθωμανικό καθεστώς. Από την άλλη, είχαν υλικό συμφέρον για την ανατροπή του. Ετσι, άλλοι εντάχθηκαν στις γραμμές της Φιλικής, άλλοι κράτησαν στάση επιφυλακτική και άλλοι τάχθηκαν εναντίον. Από τη στιγμή της έκρηξης της Επανάστασης, κάποιοι κοτζαμπάσηδες συμπαρατάχτηκαν με τους εμπόρους, τους εφοπλιστές, κ.λπ., ενώ άλλοι βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με αυτούς, σε μια προσπάθεια να επικρατήσουν ως η ηγεμονική μερίδα της αστικής τάξης. Η σύγκρουση για τον έλεγχο των επαναστατικών διεργασιών και οργάνων υπήρξε σφοδρότατη.

Η εξέλιξη της Επανάστασης

Η σύγκρουση αυτή εκφράστηκε τόσο στο επίπεδο διαμόρφωσης των νέων επαναστατικών δομών και θεσμών (συντάγματα, διοίκηση, κ.λπ.), όσο και στη διαπάλη για την εξουσία, που δεν άργησε μάλιστα να λάβει και ένοπλη μορφή (οι λεγόμενοι «εμφύλιοι»).

Το Προσωρινόν Πολίτευμα (Σύνταγμα) της Επιδαύρου που ψηφίστηκε στην Α' Εθνοσυνέλευση (Δεκέμβρης 1821) αποτέλεσε μια σύνθεση ιδεών και αρχών, επηρεασμένων από τα αντίστοιχα επαναστατικά Συντάγματα της Αμερικής (1787) και της Γαλλίας (1793 και 1795).

Αντλώντας από την ιδεολογικοπολιτική δεξαμενή της επαναστατημένης αστικής τάξης και του Διαφωτισμού, το νέο Σύνταγμα προέβλεπε: Τη διάκριση των εξουσιών (Βουλευτικό - Εκτελεστικό), την ανεξιθρησκία, την τυπική ισονομία, την κατοχύρωση των ατομικών, πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, την εισαγωγή καθολικού συστήματος αντιπροσώπευσης και βεβαίως την κατάργηση των όποιων τοπικών - ταξικών προνομίων. Ετσι, τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός αστικού κράτους. Οι πολιτικές εξουσίες (και κάποιες από τις οικονομικές) που απολάμβανε μέχρι πρότινος η Εκκλησία στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος καταργούνταν ή περιορίζονταν σημαντικά. Η αποδυνάμωση των τοπικών - περιφερειακών διοικήσεων και η μεταφορά των βασικών τους αρμοδιοτήτων στην κεντρική εξουσία, σήμαινε και αντίστοιχη αποδυνάμωση των τοπικών εξουσιών πάνω στις οποίες εδραζόταν μέχρι τότε η πολιτική δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Οι βασικές αυτές αρχές επιβεβαιώθηκαν και στις επόμενες Εθνοσυνελεύσεις (Β' του Αστρους, 1823 και Γ' της Τροιζήνας, 1827).

Η διαπάλη, που αρχικά εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο, οδήγησε γρήγορα στη διάσπαση της κεντρικής Διοίκησης και τη δημιουργία δύο χωριστών κυβερνήσεων: Της Τρίπολης (κοτζαμπάσηδες - Κολοκοτρώνης) και του Κρανιδίου (Υδραίοι, Μαυροκορδάτος, Κωλέττης και οι κοτζαμπάσηδες Λόντος και Ζαΐμης). Σύντομα, οι αντιθέσεις αυτές έλαβαν και ένοπλη μορφή.

Γνωρίζοντας πως το δάνειο από τη Μ. Βρετανία είχε ήδη εγκριθεί, η κυβέρνηση του Κρανιδίου έδρασε αποφασιστικά. Επιτέθηκε σε όλα τα στρατηγικά σημεία που έλεγχε η άλλη πλευρά, κατέλαβε την Ακροκόρινθο, ενώ έθεσε σε πολιορκία Ναύπλιο και Τρίπολη. Δίχως προοπτική άμεσης επικράτησης της μίας ή της άλλης μεριάς, η πρώτη φάση του «εμφυλίου» (α' εξάμηνο του 1824) έληξε με συμβιβασμό, σαφώς όμως υπέρ της κυβέρνησης του Κρανιδίου. Οι «στασιαστές» αμνηστεύτηκαν, αποκλείστηκαν όμως από τα όργανα της κεντρικής διοίκησης.

Βεβαίως, οι προσωρινά ηττημένοι κοτζαμπάσηδες δεν προτίθεντο εύκολα να καταθέσουν τα όπλα. Οταν στις εκλογές της 3ης Οκτωβρίου 1824 για το Βουλευτικό - Εκτελεστικό δεν κατάφεραν και πάλι να συγκεντρώσουν την πλειοψηφία, άρχισαν να προσανατολίζονται ξανά προς την ένοπλη σύγκρουση: Κάτι που το επιδίωκε εξίσου και η άλλη πλευρά, ώστε να λύσει οριστικά το ζήτημα της μορφής άσκησης της εξουσίας. Ξεκίνησε, λοιπόν, η δεύτερη φάση του «εμφυλίου», που επικεντρώθηκε κυρίως στην Τρίπολη και έληξε στα τέλη του 1824 με ήττα των κοτζαμπάσηδων και τη φυγή τους εκτός Πελοποννήσου.

Τόσο οι ενδοαστικές συγκρούσεις, όσο και οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές ήττες τα επόμενα χρόνια (1825 - 1827) ευνόησαν τις δυνάμεις εκείνες που ζητούσαν περιορισμό των χρονοβόρων κοινοβουλευτικών διαδικασιών και περισσότερο συγκεντρωτική διακυβέρνηση, στα πρότυπα μιας συνταγματικής μοναρχίας.
Σε μια περίοδο, λοιπόν, έντονων πολιτικών ζυμώσεων πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά και η οργάνωση των αντιτιθέμενων συμφερόντων σε κόμματα: Το Αγγλικό, το Γαλλικό και το Ρωσικό. Η ονομασία τους, που παραπέμπει στις αντίστοιχες «προστάτιδες Δυνάμεις», δεν υποδηλώνει εξάρτηση (όπως μονοσήμαντα και ισοπεδωτικά έχει ειπωθεί στο παρελθόν), αλλά τμήματα αστικά προσκείμενα από άποψη συμφερόντων σε κάποιο ισχυρό κράτος.

Οδεύοντας προς την Γ' Εθνοσυνέλευση, το ζήτημα που βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής διαπάλης ήταν η αναζήτηση διεξόδου στο τέλμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων (κυριαρχία Ιμπραήμ στη Πελοπόννησο, πτώση Μεσολογγίου, κ.λπ.), μέσω της εξασφάλισης κάποιας διεθνούς διαμεσολάβησης - προστασίας ή την εκλογή ξένου μονάρχη. Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν όλα τα κόμματα. Την πρωτοβουλία ανέλαβαν από τα μέσα του 1825 οι «αγγλόφιλοι» με τη λεγόμενη Αίτηση προστασίας (ή Πράξη υποταγής). Η Γ' Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον Ι. Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδος.

Το καλοκαίρι του 1827, η πορεία της Επανάστασης φαινόταν καταδικασμένη. Η πορεία αυτή ανατράπηκε από μια σειρά παρεμβάσεις του διεθνούς παράγοντα. Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826) και η Συνθήκη του Λονδίνου (1827), η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβρης 1827), ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1828 - 1829) και η αποστολή γαλλικού εκστρατευτικού σώματος κατά του Ιμπραήμ στο Μοριά (Ιούλιος 1828) υπήρξαν γεγονότα - σταθμοί ενόψει της αναγνώρισης της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους (Πρωτόκολλο του Λονδίνου, 3 Φεβρουαρίου 1930). Βασικός όρος της ανεξαρτησίας των Ελλήνων υπήρξε η μορφή του πολιτεύματος, το οποίο όφειλε να είναι μοναρχικό.

Το Γενάρη του 1828 αφίχθη στην επαναστατημένη Ελλάδα ο Ι. Καποδίστριας. Ο νέος κυβερνήτης προέβη άμεσα στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών, γνωρίζοντας πως για να εφαρμοστούν οι αναγκαίες αστικές μεταρρυθμίσεις και να στερεωθεί το αστικό κράτος απαιτούνταν άμεσες κινήσεις, απαλλαγμένες από χρονοβόρες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, επιβαλλόμενες με πειθώ ή και αυταρχισμό - όπου και όποτε αυτό κρινόταν αναγκαίο.

Οι αποκλεισμένοι από την εξουσία συσπειρώθηκαν και ανασυντάχθηκαν, συγκροτώντας το μέτωπο των «συνταγματικών» με κέντρο την Υδρα. Η ένοπλη σύγκρουση δεν άργησε και γρήγορα γενικεύτηκε. Συνεχίστηκε δε και μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου 1831, δίχως όμως μια από τις δύο πλευρές να μπορεί να επικρατήσει οριστικά επί της άλλης. Το 1932, λοιπόν, η κεντρική εξουσία είχε σχεδόν αποσυντεθεί ολοκληρωτικά, ενώ η ύπαιθρος στεκόταν ρημαγμένη από μια δεκαετία πολέμου και εχθροπραξιών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, στις 25 Γενάρη 1833 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από τη βρετανική φρεγάτα Μαδαγασκάρη ο Οθωνας, υποσχόμενος να βάλει τέρμα στην «αναρχία» του παρελθόντος και εγκαθιδρύοντας - σύμφωνα πάντοτε με τους όρους των σχετικών διεθνών συνθηκών - καθεστώς απόλυτης μοναρχίας. Το ελληνικό αστικό κράτος άρχιζε να κάνει τα πρώτα του βήματα.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. Κασομούλης Ν., Ενθυμήματα στρατιωτικά, τ. Γ, 1942, σελ. 625 - 626.

2. Gazette de France, 7 Ιουλίου 1821, στο Μοσκώφ Κ., Ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης, 1988, εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 95 - 96.

3. Κολοκοτρώνης Θ., Διηγήσεις των συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, 1889, «Εστία», σελ. 49.
______________________________________


Η σύγχρονη σημασία, το νόημα και το περιεχόμενο της Επανάστασης

Το κύριο, που σαν αποτέλεσμα του ένοπλου ξεσηκωμού κατακτήθηκε στην Ελλάδα με την Επανάσταση, είναι η δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού αστικού κράτους. Ηταν ένα άλμα μπροστά στην ιστορική εξέλιξη, που συνέβαλε επίσης στην αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αυτό το συμπέρασμα έχει διπλή σημασία για τις σύγχρονες συνθήκες. Η μία είναι η ίδια η επανάσταση σαν πράξη, το αναπόφευκτό της, όταν οι παλιές σχέσεις παραγωγής φρενάρουν τις νέες παραγωγικές δυνάμεις. Η δράση των καταπιεσμένων λαϊκών μαζών ενάντια στην παλιά εξουσία και την ξεπερασμένη ιστορικά κοινωνία, για την ανατροπή της και την εγκαθίδρυση της νέας εξουσίας και την οργάνωση της νέας ανώτερης κοινωνικής βαθμίδας. Η δεύτερη, είναι το γεγονός ότι όταν οι λαοί συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα της δικής τους κοινωνικής απελευθέρωσης, τότε η δύναμη της δράσης τους γίνεται ακατανίκητη και καμιά εξουσία δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην επαναστατική τους πάλη. Η Επανάσταση του 1821 ήταν επανάσταση που σαν αποτέλεσμα, μαζί με την απελευθέρωση του έθνους, άνοιξε την πρώτη σελίδα της νέας κοινωνίας, του καπιταλισμού. Ετσι είναι, δημιουργείται το έθνος - κράτος. Η μεγάλη σημασία της είναι το γεγονός ότι ως αποτέλεσμα της νικηφόρας επανάστασης είναι το πέρασμα από μια κατώτερη κοινωνική βαθμίδα στην ανώτερη.

Η συγκεκριμένη ιστορική επέτειος, όπως κάθε ιστορική επέτειος, έχει ένα συμβολισμό. Αυτόν που αναδεικνύεται από το αποτέλεσμα και κατέγραψε η ιστορία μέσα από τα πραγματικά γεγονότα. Αποκτά δε συγκεκριμένο περιεχόμενο σε κάθε ιστορική περίοδο κατά την οποία γιορτάζεται.

Στις σημερινές συνθήκες, το μήνυμα και το νόημά της έχουν το δικό τους περιεχόμενο. Μόνο που αυτό έχει σχέση με τη σκοπιά που κάθε κοινωνική δύναμη σήμερα στο μονοπωλιακό καπιταλισμό προσεγγίζει και τα τότε ιστορικά γεγονότα και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Σήμερα, ο καπιταλισμός ιστορικά είναι ξεπερασμένος. Είναι καπιταλισμός που σαπίζει και παρασάπισε και ως τέτοιος πρέπει να αντικατασταθεί από την επόμενη κοινωνική βαθμίδα, το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.

Σήμερα, η επίθεση που έχουν εξαπολύσει οι δυνάμεις του κεφαλαίου, τα κόμματά του, ολόκληρο το αστικό πολιτικό σύστημα συνεπικουρούμενο από τη διακρατική καπιταλιστική Ευρωπαϊκή Ενωση και άλλα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη συμμάχους των αστών της Ελλάδας όπως οι ΗΠΑ, γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνη για τη ζωή και το μέλλον της εργατικής τάξης και των συμμάχων της των αυτοαπασχολουμένων, της φτωχής αγροτιάς. Χτυπά με λύσσα κάθε δικαίωμα, κάθε κατάκτηση που παραχώρησε η αστική τάξη, σε άλλες προηγούμενες συνθήκες ραγδαίας ανάπτυξης του καπιταλισμού μεταπολεμικά και με διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων διεθνώς αφού το σοσιαλιστικό σύστημα ως αντίβαρο στον καπιταλισμό επιδρούσε σε σημαντικό βαθμό και βελτίωνε τη θέση, τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, βεβαίως μετά από αιματηρούς ταξικούς αγώνες χρόνων, όπως και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

Σήμερα η παραπέρα ανάπτυξη της παραγωγής εμποδίζεται από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Οι ιδιοκτήτες ενδιαφέρονται μόνο για το κέρδος, για την αύξηση του κεφαλαίου τους. Η κερδοφορία και η αναπαραγωγή του κεφαλαίου εμποδίζεται από τον ανταγωνισμό, εσωτερικό και διεθνή, από την αναρχία στην παραγωγή, από την πτώση του ποσοστού κέρδους. Παράγοντες που έχουν οξυνθεί συγκριτικά με προηγούμενες περιόδους εξαιτίας των μονοπωλίων.

Μπροστά στις δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει την κερδοφορία του, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης και συγχρονισμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, δεν έχει άλλο δρόμο από το να αυξάνει στο έπακρο το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, με δεδομένο ότι από και με τη δουλειά της εργατικής τάξης, βγάζουν οι καπιταλιστές τα κέρδη. Ολα τα αντεργατικά μέτρα, οι αναγκαίες αναδιαρθρώσεις που λένε οι καπιταλιστές ως το μέσο για την έξοδο από την κρίση, σε όφελός τους βεβαίως και την ανάπτυξη απαιτούν ολοένα και πιο φτηνούς για το κεφάλαιο εργάτες. Δηλαδή να πληρώνουν οι μεγαλοεπιχειρηματίες ολοένα λιγότερο κεφάλαιο για μισθούς. Και ταυτόχρονα μειώνουν δραστικά τους μισθούς, αυξάνουν τον απλήρωτο χρόνο δουλειάς, επιβάλλοντας ευέλικτη εργασία, απολύουν κατά το δοκούν με δεδομένη τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας και ξαναπροσλαμβάνουν με μισθούς πείνας κλπ.

Αυτή η κατάσταση οφείλεται στην κυριαρχία και την ισχυροποίηση του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Εχουν συσσωρευτεί τεράστια κεφάλαια, η παραγωγικότητα της εργασίας έχει μεγάλη πρόοδο και έχει οξυνθεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα μονοπώλια. Ο ανταγωνισμός επίσης οδηγεί στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Τα μονοπώλια με μεγαλύτερο μέγεθος κεφαλαίου είναι πιο ανθεκτικά στον ανταγωνισμό απ' αυτά που έχουν μικρότερο μέγεθος. Ταυτόχρονα επειδή έχει διεθνοποιηθεί η καπιταλιστική αγορά, τα κεφάλαια μετακινούνται από χώρα σε χώρα αναζητώντας συνθήκες για μεγαλύτερο κέρδος. Βασικός παράγοντας σ' αυτό είναι οι μικροί μισθοί και ο μεγάλος ημερήσιος εργάσιμος χρόνος γιατί μεγαλώνει η απλήρωτη στους εργάτες δουλειά και αυξάνονται τα κέρδη. Αλλά ο διεθνής ανταγωνισμός και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, οδηγούν και στη συνεχή μείωση μισθών και στην αύξηση της ανεργίας. Η συγχώνευση επιχειρήσεων είναι επίσης ένας παράγοντας που οδηγεί σε μείωση εργαζομένων, άρα στην ανεργία.

Αυτή η τάση της συμπίεσης μισθών προς τα κάτω, της μείωσης εργαζομένων στις επιχειρήσεις, της εκ περιτροπής εργασίας κλπ, υπάρχει σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, επομένως συμπιέζουν συνεχώς την τιμή της εργατικής δύναμης προς τα κάτω. Ταυτόχρονα η μετακίνηση κεφαλαίων καταστρέφει κλάδους οικονομίας η ύπαρξη των οποίων είναι απαραίτητη για τις λαϊκές ανάγκες. Ετσι καταδικάζουν τους εργάτες στην ανεργία και την εξαθλίωση και καταστρέφουν παραγωγικές δυνάμεις.

Δεν είναι μόνο οι συνθήκες της κρίσης που επιβάλλουν αυτή τη χωρίς όρια βαρβαρότητα για τους εργαζόμενους. Αυτή θα είναι μια μόνιμη κατάσταση, συνεχώς αυξανόμενης απόλυτης εξαθλίωσης για την εργατική τάξη, που συνεχώς θα χειροτερεύει τη θέση της στην κοινωνία και την παραγωγή. Ακριβώς γιατί ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός συμπιέζει τους μισθούς και αλλάζει τις εργασιακές σχέσεις, αρνητικά για την εργατική τάξη.

Ολα τα παραπάνω έρχονται ως απάντηση στις δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει και να αυξάνει τα κέρδη του συνεχώς. Αυτή η τάση δεν αλλάζει. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι σε συνθήκες ανάκαμψης ίσως σε κάποιους κλάδους της οικονομίας να υπάρξει προσωρινά και μια αύξηση μισθών ως παραχώρηση κάτω βεβαίως και από άλλους συσχετισμούς δυνάμεων στο εργατικό κίνημα και στο πολιτικό επίπεδο, αλλά ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός και διεθνώς, η συγκέντρωση του κεφαλαίου, η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας που σημαίνει εκσυγχρονισμός μέσων παραγωγής που βγάζουν μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων στη μονάδα του χρόνου με λιγότερους εργαζόμενους, οι δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει την κερδοφορία του, όλ' αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τους καπιταλιστές παρά με τον ολοένα αυξανόμενο βαθμό εκμετάλλευσης, με την πλήρη ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, τη δραστική μείωση των μισθών, την ανεργία, οξύνοντας στο έπακρο την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Καμιά πολιτική διαχείρισης του καπιταλισμού δεν μπορεί να αλλάξει αυτήν την κατάσταση.

Επιβεβαιώνονται επομένως οι εκτιμήσεις του ΚΚΕ, όπως εκφράζονται και στις Θέσεις της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο, όπου αναφέρονται τα εξής: «Η εκδήλωση της γενικευμένης και συγχρονισμένης οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης έφερε στο προσκήνιο τον ιστορικά ξεπερασμένο και απάνθρωπο χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος... Η καπιταλιστική κρίση έδωσε συντριπτικό χτύπημα στις αστικές θεωρίες, π.χ. περί αειφόρου ανάπτυξης. Ανέδειξε ολοκάθαρα την όξυνση των αντιφάσεων και δυσκολιών της αστικής διαχείρισης και γενικότερα τις δυσκολίες για το πέρασμα σε νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου. Η όποια ανάκαμψη σημειώθηκε ήταν ανισόμετρη, αναιμική... Ο επόμενος κύκλος της κρίσης σε διεθνές επίπεδο θα είναι ακόμα πιο βαθύς.

Η σύγχρονη φιλομονοπωλιακή πολιτική, η οποία έχει στρατηγικό χαρακτήρα και στοχεύει στην άνοδο του ποσοστού κέρδους (φτηνότερη εργατική δύναμη, αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, αποκρατικοποιήσεις κ.ά.), ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του '80 στις ΗΠΑ και στη Μ. Βρετανία, στη συνέχεια επεκτάθηκε στην ΕΕ, στην Ευρωζώνη και αλλού. Ο στρατηγικός χαρακτήρας της καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι προωθήθηκε εξίσου από τις φιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές αστικές κυβερνητικές δυνάμεις κατά την τελευταία τριακονταετία. Αποτελεί μονόδρομο της καπιταλιστικής ανάπτυξης για την ανάσχεση της τάσης πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους και την προσαρμογή στις σύγχρονες συνθήκες, όπου εντείνεται συνεχώς η διεθνοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας και της αγοράς της εργατικής δύναμης.

Η κρίση ανέδειξε ακόμα πιο έντονα τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος. Οξύνονται οι αντιφάσεις και οι δυσκολίες της αστικής πολιτικής διαχείρισης της κρίσης και γενικότερα της δυσκολίας για πέρασμα σε νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου. Απότομα διευρύνθηκε το χάσμα ανάμεσα στις σύγχρονες εργατικές και λαϊκές ανάγκες και στη μη ικανοποίησή τους... Απ' όλες τις πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του κεντρικού σχεδιασμού με εργατική εξουσία...».

Επίσης στο Σχέδιο Προγράμματος, αναφέρεται: «Ο ελληνικός λαός θα απαλλαγεί από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και των ιμπεριαλιστικών ενώσεων όταν η εργατική τάξη με τους συμμάχους της πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση και προχωρήσει στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.

Ο στρατηγικός στόχος του ΚΚΕ είναι η κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, δηλαδή της δικτατορίας του προλεταριάτου, για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση ως ανώριμη βαθμίδα της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική» (Θέση 73).

«Με βάση το χαρακτήρα της εποχής και το γεγονός ότι ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ανώτατο στάδιο, τον ιμπεριαλισμό, δηλαδή το μονοπωλιακό καπιταλισμό, η επανάσταση θα είναι σοσιαλιστική.

Η γιγάντωση των μονοπωλίων, η διεθνοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας και της αγοράς εργασίας οξύνουν όλες τις αντιθέσεις, με μεγαλύτερη ένταση και ταχύτητα. Είναι βασικοί παράγοντες που οξύνουν την άναρχη ανάπτυξή του, την ανισομετρία ανάπτυξης χώρων και κλάδων οικονομίας. Είναι αυτοί οι παράγοντες που γεννούν τις κρίσεις που είναι όλο και πιο βαθιές, φέρνουν τον ανταγωνισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η διαπάλη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τη συγκεκριμένη περίοδο, εστιάζεται στον έλεγχο των ενεργειακών πηγών και δρόμων μεταφοράς τους, των πηγών νερού, των θαλάσσιων διαδρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων, με χαρακτηριστικές εστίες έντασης την Κασπία, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο, την Αφρική, τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και την Αρκτική. Δυναμώνει ο κίνδυνος και πιο γενικευμένων περιφερειακών συγκρούσεων, ακόμα και ενός γενικότερου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Σε αυτά τα πλαίσια αναδιατάσσονται ιμπεριαλιστικοί άξονες για τον έλεγχο αγορών και εδαφών» (Θέσεις 5 και 6).

Μιλώντας για τον ιμπεριαλισμό ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, ο Β. Ι. Λένιν μιλούσε βασικά και πρωταρχικά για την οικονομία του καπιταλισμού σ' αυτό το στάδιο της εμφάνισης και της κυριαρχίας των μονοπωλίων στην οικονομία. Στο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», που έγραψε το 1916, στον πρόλογο αναφέρει τα εξής:

«Θα ήθελα να ελπίζω ότι η μπροσούρα μου αυτή θα βοηθήσει να γίνει κατανοητό το βασικό οικονομικό πρόβλημα, που χωρίς τη μελέτη του δεν μπορεί να καταλάβει κανείς τίποτε από την εκτίμηση του σύγχρονου πολέμου και της σύγχρονης πολιτικής, και συγκεκριμένα: το πρόβλημα της οικονομικής ουσίας του ιμπεριαλισμού» («Απαντα», τ. 27, σελ. 308). Και συνέχιζε: «Αν δεν κατανοηθούν οι οικονομικές ρίζες αυτού του φαινομένου, αν δεν εκτιμηθεί η πολιτική και κοινωνική του σημασία, δεν μπορεί να γίνει ούτε βήμα στον τομέα της λύσης των πρακτικών καθηκόντων του κομμουνιστικού κινήματος» (στο ίδιο, σελ. 314).

Ενώ στον πρόλογο στη γαλλική και τη γερμανική έκδοση του συγκεκριμένου έργου του («Απαντα», τ. 27, σελ. 314), έγραφε: «Ο ιμπεριαλισμός είναι η παραμονή της κοινωνικής επανάστασης του προλεταριάτου. Από το 1917 και δω αυτό επιβεβαιώθηκε σε παγκόσμια κλίμακα».

Είναι αλήθεια πως, οι επικλήσεις στην «εθνική ομοψυχία», την «εθνική ενότητα», την «κοινωνική γαλήνη» ενώπιον του «εθνικού κινδύνου» κοκ., έχουν πολλαπλασιαστεί τον τελευταίο καιρό - ιδιαίτερα κάθε φορά που επρόκειτο να ψηφιστεί ένας ακόμα σφαγιασμός των μισθών, των συντάξεων, των εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών. Σήμερα, με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, οι επικλήσεις για «εθνική ομοψυχία» επανήλθαν στο προσκήνιο γινόμενες σημαία σύσσωμου του αστικού πολιτικού κόσμου. Η «εθνική ομοψυχία» (δηλαδή η υποταγή του λαού στο κεφάλαιο και στα μνημόνια) που προσπαθούν να επιβάλλουν με την τρομοκρατία και την καταστολή (παλιά συνταγή) «ντύνεται» σκόπιμα με αναφορές στο 1821.

Για ποια όμως «εθνική ομοψυχία» του 1821 μιλάμε; Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις, ανταγωνισμοί ακόμα και εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων που μετείχαν στην Επανάσταση; Υπάρχουν άλλωστε εκτενείς αναφορές στο σημερινό ένθετο ως προς αυτό.

Αλλά για ποια εθνική ομοψυχία μπορεί να γίνεται λόγος στις σημερινές συνθήκες, όταν η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας, που διατρέχει τον καπιταλισμό από την εμφάνισή του, σήμερα έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις; Μπροστά στις δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει την κερδοφορία του δεν έχει άλλον τρόπο από την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, οξύνοντας στο έπακρο την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Αυτό που ζούμε σήμερα και επιταχύνεται λόγω της κρίσης. Δεν πρόκειται για κάτι προσωρινό, αλλά για μόνιμη κατάσταση που θα οξύνεται ολοένα και περισσότερο. Και αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να λυθεί διαφορετικά παρά με την κοινωνική επανάσταση, την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, την αντικατάστασή της από την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής.

Ποια εθνική ομοψυχία όταν η αστική τάξη της Ελλάδας οικειοθελώς παραχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα προκειμένου στα πλαίσια της διεθνοποίησης του καπιταλισμού, της ανισότιμης εξάρτησης και της ανισόμετρης αλληλεξάρτησης να αναπαράγεται το κεφάλαιο και η κερδοφορία του;

Γίνεται φανερό ότι και σε πολιτικό επίπεδο γίνονται ολοφάνεροι οι δύο αντίθετοι πόλοι που σχετίζονται και συνδέονται οργανικά με το ταξικό περιεχόμενο της ανάπτυξης. Ανάπτυξη καπιταλιστική ή ανάπτυξη σοσιαλιστική - κομμουνιστική. Διαιώνιση της κυριαρχίας του κεφαλαίου, των μονοπωλίων, στην οικονομία και στην εξουσία ή εργατική, λαϊκή εξουσία και οικονομία.

Ετσι, από τη μια μεριά βρίσκονται η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της (μεσαία στρώματα που αναπαράγονται επειδή κυριαρχούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής), η κυβέρνηση, η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ, τα αστικά κόμματα, ο εργοδοτικός - κυβερνητικός συνδικαλισμός. Από την άλλη, η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα της πόλης και του χωριού, οι ταξικές δυνάμεις στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, οι ριζοσπαστικές δυνάμεις σε αυτοαπασχολούμενους, φτωχή αγροτιά, τα ριζοσπαστικά κινήματα της νεολαίας και των γυναικών από τα λαϊκά στρώματα. Που εκφράζονται με την κοινωνική συμμαχία των ΠΑΜΕ - ΠΑΣΕΒΕ - ΠΑΣΥ - ΜΑΣ - ΟΓΕ. Και το ΚΚΕ που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντικαπιταλιστικής, αντιμονοπωλιακής πάλης. Υπάρχει και ο ΣΥΡΙΖΑ, που κάνει κριτική στην κυβέρνηση και την πολιτική της από τη σκοπιά της διατήρησης του καπιταλισμού με άλλη, τάχα φιλολαϊκή, διαχείρισή του. Προτείνοντας ως διέξοδο έναν ηθικό καπιταλισμό, όπου θα συνυπάρχουν μονοπώλια και λαός και θα κερδοφορούν τα μονοπώλια και θα ζει καλά ο λαός, πράγματα ασυμβίβαστα. Που περιορίζει τις λαϊκές διεκδικήσεις στην αναδιανομή, όταν στρατηγική του κεφαλαίου είναι η μεγαλύτερη λαϊκή αφαίμαξη. Παραπλανά το λαό, υπονομεύει την ταξική πάλη, πασχίζει για τη χειραγώγηση στην αστική πολιτική.

Υπάρχει βεβαίως και η ναζιστική Χρυσή Αυγή. Που ανάγει τον πατριωτισμό σε ακραίο εθνικισμό προβάλλοντας τη φασιστική ιδεολογία και δράση ως διέξοδο για τα λαϊκά συμφέροντα, ταυτίζοντας τις λαϊκές ανάγκες με την καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα, πασχίζοντας με κάθε μέσο να ενισχύσει τα μονοπώλια που δρουν στην Ελλάδα, κηρύσσοντας την τυφλή υποταγή του λαού σ' αυτά. Ελληνες καπιταλιστές και εργάτες μαζί, με τη βία των λούμπεν, αυτή είναι η δράση της, για την προστασία και ενίσχυση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Αυτό το περιεχόμενο δίνει στην επέτειο της κοινωνικής επανάστασης του 1821, διαστρέφοντας και αμαυρώνοντας την Ιστορία. Και αναλαμβάνοντας ρόλο και καθήκοντα αντεπαναστατικού στρατού στον πόλεμο των αστών ενάντια στο εργατικό κίνημα και στο Κομμουνιστικό Κόμμα, προκειμένου να τσακίσει κάθε βήμα προς τα μπρος στην κοινωνική εξέλιξη, στην ταξική πολιτική πάλη για την αναπόφευκτη ανατροπή - κατάργηση του καπιταλισμού.

Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της δεν είναι απλά και μόνο η απόκρουση των αντιλαϊκών μέτρων στρατηγικής σημασίας για το κεφάλαιο, αλλά αυτός ο αγώνας να αναπτύσσεται σε σύνδεση με τη διεκδίκηση ικανοποίησης όλων των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και των όρων που αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν. Πολιτική πάλη, δηλαδή, για ρήξη και ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, για κατάκτηση της εργατικής - λαϊκής εξουσίας.

Αυτό είναι και το πραγματικό νόημα και περιεχόμενο της επετείου της Επανάστασης σήμερα. Χωρίς τον επαναστατικό ξεσηκωμό στα 1821 όλων των τότε καταπιεσμένων, δε θα υπήρχε αυτό το ιστορικό γεγονός και το αποτέλεσμά του, η ανατροπή της παλιάς εξουσίας και η εγκαθίδρυση της νέας. Ετσι και τώρα η εργατική τάξη και τα πιο καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα μπορούν να οργανώσουν τη δική τους αντεπίθεση, με τη δική τους Λαϊκή Συμμαχία, που θα δρα σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, όχι μόνο για να παρεμποδίζει την αντιλαϊκή πολιτική, όχι μόνο στα πλαίσια διεκδίκησης της ικανοποίησης όλων των λαϊκών αναγκών να έχει κατακτήσεις μέσα στον καπιταλισμό, αλλά η πάλη της να έχει στόχο, έκβαση στο επίπεδο της εξουσίας, δηλαδή για την εργατική, λαϊκή εξουσία. Και τότε, η εργατική τάξη με τους συμμάχους της, ο λαός, θα 'ναι υπερήφανοι, γιατί ως συνεχιστές της Ιστορίας θα δημιουργούν το δικό τους σοσιαλιστικό - κομμουνιστικό μέλλον. Αυτό είναι το σύγχρονο πατριωτικό και διεθνιστικό μαζί καθήκον της εργατικής τάξης, των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων σήμερα. Οταν ο λαός θέλει μπορεί να συντρίψει το παλιό και να επιβάλει το καινούριο, για να τραβήξει η Ιστορία προς τα μπρος, προς την αταξική κοινωνία, για το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.

ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "Η επανάσταση του 1821 το νόημα και η σημασία της στο σήμερα" (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ: Σάββατο 23 Μάρτη 2013 - Κυριακή 24 Μάρτη 2013).

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

25η Μαρτίου 1821: Η Ελληνική Επανάσταση ή Επανάσταση του 1821

Η Ελληνική Επανάσταση ή Επανάσταση του 1821 ήταν η ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με σκοπό την αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Οι πρωτεργάτες της επαναστατικής ιδέας είχαν επηρεαστεί από το έργο του εθνεγέρτη Ρήγα Φεραίου, ο οποίος οραματίστηκε μια πανβαλκανική εξέγερση όλων των λαών της χερσονήσου για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού και για αυτό τον λόγο επέλεξαν να ξεκινήσουν την επανάσταση από τις παραδουνάβιες αυτόνομες ηγεμονίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου διαβίωναν διάφορες χριστιανικές, κατά ομιλούσα γλώσσα "εθνότητες".


Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως: το βαθύτερο νόημα σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Σμέμαν

Ακόμη και σήμερα ... 
ένας άνθρωπος στον οποίο «ουδέν ευρέθη αίτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται ή να εξορίζεται. Πιλάτοι που νίπτουν τα χέρια τους, στρατιώτες που σπεύδουν να εκτελέσουν διαταγές, άνθρωποι που υπάκουα, δουλόπρεπα τους χειροκροτούν ...
John 16:15 Everything that the Father has is mine; for this reason I told you that he will take from what is mine and declare it to you.:
Από τα παμπάλαια χρόνια, το βράδυ του Σαββάτου της τρίτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο του ναού, και ολόκληρη η ακόλουθη εβδομάδα είναι γνωστή ως εβδομάδα του Σταυρού. Ξέρουμε πως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί μία προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα, τότε που η Εκκλησία θα ανακαλέσει στη μνήμη της τον πόνο, τη σταύρωση και το θάνατο του Ιησού Χριστού πάνω στο σταυρό. Η προβολή του σταυρού στη μέση της Σαρακοστής, μας υπενθυμίζει το σκοπό της βαθύτερης και εντατικότερης εκκλησιαστικής ζωής κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Έτσι είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ, για να σκεφτούμε το ρόλο του σταυρού, αυτού του σημαντικότατου και χαρακτηριστικότατου όλων των Χριστιανικών συμβόλων.

Το σύμβολο αυτό έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού. Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ᾿ Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κήρυγμά Του ήταν μία κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης. Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον κτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!» φωνάζει το πλήθος.

Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα, που σκοπεύει στο βάθος της συνειδήσεως: γιατί η καλωσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλοσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ᾿ αυτόν τον κόσμο;

Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ᾿ αυτό το ερώτημα, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας». Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος, προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θελήσεως, χάριν της εορτής, όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ᾿ αυτό το φόνο.

Με λίγες πινελιές το ευαγγέλιο σχεδιάζει την εικόνα αυτού του παθητικού Πιλάτου, του τρόμου του, της γραφειοκρατικής του συνειδήσεως, της δειλής του αρνήσεως να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Δε συμβαίνει όμως ακριβώς το ίδιο στη δική μας ζωή και στη ζωή γύρω μας; Δεν είναι αυτή η πιο κοινότυπη, η πιο τυπική ιστορία; Δεν είναι παρών συνεχώς μέσα μας κάποιος Πιλάτος;

Δεν είναι αλήθεια πως όταν έρθει η στιγμή να πούμε ένα αποφασιστικό, αμετάκλητο όχι στο ψεύδος, στην αδικία, στο κακό και στο μίσος, ενδίδουμε στον πειρασμό να «νίψουμε τας χείρας μας»; Πίσω από τον Πιλάτο ήταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οι οποίοι όμως υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους θα μπορούσαν να πούν: εκτελέσαμε απλώς διαταγές, μας είπαν να «εξουδετερώσουμε» κάποιον ταραχοποιό που προκαλούσε αναστάτωση και αταξία, για ποιο πράγμα μιλάτε λοιπόν; Πίσω από τον Πιλάτο, πίσω από τους στρατιώτες ήταν το πλήθος, οι ίδιοι άνθρωποι που έξι μέρες πριν φώναζαν «Ωσαννά», καθώς υποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό, κατά την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, μόνο που τώρα η κραυγή τους ήταν «Σταύρωσον αυτόν!» Έχουν όμως και γι᾿ αυτό μία εξήγηση. Δεν είναι οι ηγέτες τους, οι διδάσκαλοί τους και οι κυβερνήτες τους αυτοί που τους έλεγαν πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας εγκληματίας, που κατέλυσε τους νόμους και τις συνήθειες, και γι᾿ αυτό, βάσει του νόμου, «πάντοτε βάσει του νόμου, πάντοτε σύμφωνα με το υπάρχον καταστατικό», πρέπει να πεθάνει…; Έτσι κάθε συμπαίκτης σ᾿ αυτό το τρομακτικό γεγονός είχε δίκαιο «από την πλευρά του», όλοι δικαιώθηκαν. Όλοι μαζί όμως δολοφόνησαν έναν άνθρωπο στον οποίον «ουδέν ευρέθη αίτιον». Η πρώτη σημασία του σταυρού συνεπώς είναι η κρίση του κακού, η μάλλον της ψευδοκαλωσύνης αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο πανηγυρίζει αιώνια το κακό, και ο οποίος προωθεί τον τρομακτικό θρίαμβο του κακού πάνω στη γη.

Αυτό μας μεταφέρει στη δεύτερη σημασία του σταυρού. Μετά το σταυρό του Χριστού ακολουθεί ο δικός μας σταυρός, για τον οποίο ο Χριστός είπε, «ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι,… αράτω τον σταυρόν αυτού καθ᾿ ημέραν και ακολουθείτω μοί» (Λουκ. 9, 23). Αυτό σημαίνει πως η επιλογή που είχε να κάνει ο καθένας εκείνη τη νύχτα –ο Πιλάτος, οι στρατιώτες, οι αρχηγοί, το πλήθος κι ο καθένας μέσα στο πλήθος – είναι μία επιλογή που τίθεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση μπροστά μας. Εξωτερικά, η επιλογή έχει να κάνει με κάτι φαινομενικά ασήμαντο για μας, η δευτερεύον. Για τη συνείδηση όμως τίποτε δεν είναι πρώτο η δεύτερο, αλλά το καθετί μετράται αν είναι αληθινό η ψεύτικο, καλό η κακό. Το να σηκώνεις λοιπόν το σταυρό σου καθημερινά δεν είναι απλώς το να αντέχεις τα φορτία και τις μέριμνες της ζωής, αλλά πάνω απ᾿ όλα το να ζείς αρμονικά με τη συνείδησή σου, το να ζείς μέσα στο φως της κρίσεως της συνειδήσεως.

Ακόμη και σήμερα, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει, ένας άνθρωπος στον οποίο «ουδέν ευρέθη αίτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται ή να εξορίζεται. Όλα αυτά δε «επί τη βάσει του νόμου», χάριν της υπακοής και πειθαρχίας, όλα στο όνομα της τάξεως, για το καλό όλων. Πόσοι Πιλάτοι δε νίπτουν τα χέρια τους, πόσοι στρατιώτες δε σπεύδουν να εκτελέσουν τις διαταγές της στρατιωτικής ιεραρχίας, πόσοι άνθρωποι υπάκουα, δουλόπρεπα δεν τους χειροκροτούν, η τουλάχιστον δεν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό που θριαμβεύει; Καθώς μεταφέρουμε το σταυρό, καθώς τον προσκυνούμε, καθώς τον ασπαζόμαστε, ας σκεφτούμε τη σημασία του. Τι μας λέει, σε τι μας καλεί; Ας θυμηθούμε το σταυρό ως επιλογή από την οποία κρέμονται τα πάντα στον κόσμο, και που χωρίς αυτόν όλα στον κόσμο γίνονται θρίαμβος του κακού και του σκότους. Ο Χριστός είπε, «εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον» (Ιωάν. 9, 39). Σ᾿ αυτή την κρίση, μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης, της αλήθειας και της καλωσύνης, δικάζεται ο καθένας μας.

Από το βιβλίο «Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος»

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Άγγελος Σικελιανός: Πνευματικό Εμβατήριο (VIDEO)

Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα, 
ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο ...
Ν᾿ ἀνθίσῃ ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένῃ, 
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ...
Πορτραίτο που δεσπόζει στην είσοδο της βίλας Άγγελου Σικελιανού στο Ξυλόκαστρο, η οποία κτίστηκε το 1912 πάνω σε σχέδια του ίδιου του ποιητή.



Πνευματικὸ Ἐμβατήριο

Στίχοι: Ἄγγελος Σικελιανός. Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης. 
Α´ ἐκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη & Ἀντώνης Καλογιάννης (ντουέτο)

Σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι,
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας λευτεριᾶς σου, Ἑλλάδα,
μοῦ ἀναλαμπάδιασε ἄξαφνα ἡ ψυχὴ σὰν νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα, ἢ ὡς νἆχα, τ᾿ ἅγιο κελὶ
Τοῦ Ἡράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια, 
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἔχαλκευσε τοὺς λογισμούς του 
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ Ναό...

Γιγάντιες σκέψες, σὰ νέφη πύρινα ἢ νησιὰ πορφυρωμένα 
σὲ μυθικὸν ἡλιοβασίλεμα, ἄναβαν στὸ νοῦ μου, 
τὶ ὅλη μου καίονταν μονομιᾶς ἡ ζωὴ στὴν ἔγνοια 
τῆς καινούργιας λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα. γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶπα:

Τοῦτο εἶναι τὸ φῶς τῆς νεκρικῆς πυρᾶς μου...

Δαυλὸς τῆς Ἱστορίας Σου, ἔκραξα εἶμαι, καὶ νά, 
ἂς καεῖ σὰν δάδα τὸ ἔρμο μου κουφάρι, μὲ τὴν δάδα τούτην, 
ὀρθὸς πορεύοντας, ὡς μὲ τὴν ὕστερη ὥρα, 
ὅλες νὰ φέξουν τέλος οἱ γωνιὲς τῆς οἰκουμένης, 
ν᾿ ἀνοίξω δρόμο στὴν ψυχή, στὸ πνεῦμα, στὸ κορμί Σου, Ἑλλάδα.

Εἶπα, καὶ ἐβάδισα 
κρατώντας τ᾿ ἀναμμένο μου συκώτι στὸν Καύκασό Σου, 
καὶ τὸ κάθε πάτημά μου ἦταν τὸ πρῶτο, 
κι ἦταν, θάρρευα, τὸ τελευταῖο, 
τὶ τὸ γυμνό μου πόδι ἔπατει μέσα στὰ αἵματά Σου, 
τί τὸ γυμνό μου πόδι ἐσκονταυε στὰ πτώματά Σου, 
γιατὶ τὸ σῶμα, ἡ ὄψη μου, ὅλο μου τὸ πνεῦμα καθρεφτιζόταν, 
σὰ σὲ λίμνη, μέσα στὰ αἱματά Σου.

Ἐκεῖ, σὲ τέτοιον ἄλικο καθρέφτη. Ἑλλάδα, καθρέφτη ἀπύθμενο, 
καθρέφτη τῆς ἀβύσσου, τῆς Λευτεριᾶς Σου καὶ τῆς δίψας Σου, 
εἶδα τὸν ἑαυτό μου βαρὺ ἀπὸ κοκκινόχωμα πηλὸ πλασμένο, 
καινούργιο Ἀδὰμ τῆς πιὸ καινούργιας Πλάσης 
ὅπου νὰ πλάσουνε γιὰ Σένα μέλλει. Ἑλλάδα.

Κι εἶπα:
Τὸ ξέρω, ναὶ ποὺ κι οἱ Θεοί Σου, 
οἱ Ὀλύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο, 
γιατὶ τοὺς θάψαμε βαθειὰ βαθειά, νὰ μὴν τοὺς βροῦν οἱ ξένοι.
Καὶ τὸ θεμέλιο διπλὸ στέριωσε κι᾿ ἐτριπλοστεριωσε 
ὅλο μ᾿ ὅσα οἱ ὀχτροί μας κόκαλα σωριάσανε ἀποπάνω... 
κι᾿ ἀκόμα ξέρω πὼς γιὰ τὶς σπονδὲς καὶ τὸ τάμα 
τοῦ νέου Ναοῦ π᾿ ὀνειρευτήκαμε γιὰ Σένα, Ἑλλάδα, 
μέρες καὶ νύχτες τόσα ἀδέλφια σφάχτηκαν ἀνάμεσά τους, 
ὅσα δὲ σφάχτηκαν ἀρνιὰ ποτὲ γιὰ Πάσχα...

Μοίρα, κι ἡ Μοίρα Σου ὡς τὰ τρίσβαθα 
δική μου κι᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἀγάπη, ἀπ᾿ τὴ μεγάλη δημιουργὸ Ἀγάπη 
νὰ ποὺ ἡ ψυχή μου ἐσκλήρυνεν, 
ἐσκλήρυνε καὶ μπαίνει ἀκέρια πιὰ μέσα στὴ λάσπη 
καὶ μέσ᾿ τὸ αἷμα Σου, νὰ πλάσῃ τὴ νέα καρδιὰ 
ποὺ χρειάζεται στὸ νιό Σου ἀγώνα, Ἑλλάδα.
Τὴ νέα καρδιὰ ποὺ κιόλας ἔκλεισα στὰ στήθη 
καὶ κράζω σήμερα μ᾿ αὐτὴ πρὸς τοὺς συντρόφους ὅλους.

Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα, 
ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο. 
Τί, Ἰδέτε· ἐκόλλησεν ἡ ρόδα του βαθειὰ στὴ λάσπη, 
κι ἄ, ἰδέτε χώθηκε τ᾿ ἀξόνι του βαθειὰ μέσ᾿ τὸ αἷμα. 
Ὀμπρός, παιδιά, καὶ δὲ βολεῖ μονάχος ν᾿ ἀνέβῃ ὁ ἥλιος, 
σπρῶχτε μὲ γόνα καὶ μὲ στῆθος νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὴ λάσπη, 
σπρῶχτε μὲ στῆθος καὶ μὲ γόνα νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὸ γαῖμα. 
Δέστε, ἀκουμπᾶμε ἀπάνω τοῦ ὁμοαίματοι ἀδελφοί του.
Ὀμπρός, ἀδέλφια, καὶ μᾶς ἔζωσε μὲ τὴ φωτιά του, 
ὀμπρός, ὀμπρὸς κι ἡ φλόγα του μᾶς τύλιξε ἀδελφοί μου.

Ὀμπρὸς οἱ δημιουργοί.. Τὴν ἀχθοφόρα ὁρμή Σας, 
στυλῶστε μὲ κεφάλια καὶ μὲ πόδια, μὴ βουλιάξει ὁ ἥλιος. 
Βοηθᾶτε με κι ἐμένανε ἀδελφοί, νὰ μὴ βουλιάξω ἀντάμα.. 
Τί πιὰ εἶν᾿ ἀπάνω μου καὶ μέσα μου καὶ γύρα. 
Τί πιὰ γυρίζω σ᾿ ἕναν ἅγιον Ἴλιγγο μαζί του... 
Χίλια καπούλια ταῦροι τοῦ κρατᾶν τὴ βάση, δικέφαλος ἀητός· 
κι ἀπάνω μου τινάζει τὶς φτεροῦγες του καὶ βογγάει ὁ σάλαγός του, 
στὴν κεφαλή μου πλάι καὶ μέσα στὴν ψυχή μου. 
καὶ τὸ μακριὰ καὶ τὸ σιμὰ γιὰ μένα πιὰ εἶν᾿ ἕνα... 
Πρωτάκουστες βαρεῖες μὲ ζώνουν Ἁρμονίες, 
ὀμπρός, σύντροφοι, βοηθᾶτε νὰ σηκωθεῖ νὰ γίνει ὁ ἥλιος πνεῦμα.

Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ, 
στὴ νέα του φλόγα. νοῦ καὶ σῶμα. ἀτόφιο ἀτσάλι... 
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου... 
παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας 
νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ αἵμα του πιὸ πλούσιο, 
πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι. 
Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια 
τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη...
Ν᾿ ἀνθίσῃ ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένῃ, 
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης...

Ἔτσι, σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι 
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο) 
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας Λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα 
ἀναψυχώθηκε ἄξαφνα τρανὴ ἡ κραυγή μου, ὡς νἆταν 
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα ἢ ὡς νἆχα τ᾿ ἅγιο κελὶ 
τοῦ Ἠράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια, 
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἐχάλκευε τοὺς στοχασμούς του 
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ ναὸ 
ὡς Σᾶς ἔκραζα σύντροφοι.


Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Καρλ Μαρξ

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, 14 Μαρτίου του 1883.
Με το θεωρητικό και πολιτικό του έργο, έγινε ο θεμελιωτής της κοσμοθεωρίας του προλεταριάτου, του Επιστημονικού Κομμουνισμού, του Διαλεκτικού και Ιστορικού Υλισμού. Ενας επαναστάτης διανοητής, ο Μαρξ, ανέλυσε επιστημονικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.
Biografia de Karl Marx
Ο Καρλ Χάινριχ Μαρξ (Karl Heinrich Marx) (Τριέρη 1818- Λονδίνο 1883) ήταν Γερμανός φιλόσοφος, κοινωνιολόγος, δημοσιογράφος, ιστορικός, πολιτικός οικονομολόγος και θεωρείται ως θεμελιωτής του κομμουνισμού. Ασχολήθηκε με πολλά ζητήματα ως φιλόσοφος και δημοσιογράφος. Είναι κατ' εξοχήν γνωστός για την ανάλυση της ιστορίας σε όρους ταξικής πάλης, η οποία συνοψίζεται στη θεωρία ότι τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών και των εργαζομένων είναι διαμετρικά αντίθετα μεταξύ τους.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Ι. Τα πρώτα χρόνια

Ο Καρλ Μαρξ γεννήθηκε στις 5 Μαΐου 1818 στο Τριρ. Οι γονείς του ήταν ο Χάινριχ Μαρξ και η Ενριέττα Πρέσμπουργκ. Συνολικά είχε τέσσερις γιους και πέντε κόρες. Ο πρωτότοκος γιος Μόριτς-Ντάβιντ πέθανε το 1815 αμέσως μόλις γεννήθηκε. Τα αδέλφια του Χέρμαν (πέθανε 23 ετών), Ενριέττα, Καρολίνα, και Έντουαρντ (πέθανε 11 ετών) πέθαναν σε νεαρή ηλικία από φυματίωση. Η αδελφή του Σοφία γεννημένη στις 13 Νοέμβρη 1816 αργότερα παντρεμένη με τον δικηγόρο Schmalhausen και διαμένουσα στο Μάαστριχτ και η Λουίζα γεννημένη στα 1821 νυμφευμένη με τον Ολλανδό Jan Karl Julta και μετανάστευσε στη Νότια Αφρική. Τέλος η Αιμιλία γεννημένη το 1822 παντρεύτηκε τον μηχανικό Conradi και έζησε στην Τρηρ μέχρι το θάνατό της στα 1888. Η οικογένεια του Μαρξ ήταν μια προοδευτική εβραϊκή οικογένεια από τo Τρίερ της Πρωσίας. Ο πατέρας του Χέρσελ καταγόταν από γενιά ραββίνων και ήταν δικηγόρος. Ο θείος του Σαμουήλ ήταν ραββίνος στο Τρίερ. Επίσης και απότην πλευρά της μητέρας του υπήχαν αρκετοί λόγιοι: ο παππούς της ήταν ραββίνος που είχε μεταναστεύσει από την Ουγγαρία στην Ολλανδία. Καθώς όμως στην Πρωσία του 19ου αιώνα οι ευκαιρίες για προκοπή για μια εβραϊκή οικογένεια ήταν μειωμένες, και επειδή ο πατέρας του Χέρσελ δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος, αποφάσισε να ενστερνιστεί τη λουθηρανική θρησκεία, το 1816 ή 1817, που ήταν το θρήσκευμα της Πρωσίας, αλλάζοντας ο ίδιος το όνομά του σε Χάινριχ, πράγμα που είχε θετικές επιπτώσεις στην καριέρα του ως νομικού. Πίστευε πως ήταν μια θρησκεία ελευθερίας πνεύματος. Ωστόσο μετά την ήττα του Ναπολέοντα οι Εβραίοι στην Πρωσία είχαν αποκλεισθεί από κάθε δημόσιο αξίωμα και με ένα ψήφισμα του Υπουργού Εσωτερικών στις 4 Μαΐου 1816 η έννοια του δημόσιου αξιώματος είχε επεκταθεί και στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Άμεσης Απονομής Δικαιοσύνης είχε ζητήσει προηγουμένως να γίνει μια εξαίρεση για τον Χάινριχ Μαρξ και να τον δεκτούν στην δικαστική υπηρεσία λόγω των υψηλών του προσόντων, αλλά ο Υπουργος την απέρριψε. Η γυναίκα του Ερριέτα περίμενε να πεθάνουν πρώτα οι γονείς της για να βαπτισθεί στις 20 Νοεμβρίου 1825. Η οικογένεια Μαρξ ήταν πολύ φιλελεύθερη, και στην οικία τους φιλοξενήθηκαν πολλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες την εποχή της νεότητας του Μαρξ. Ο πατέρας του Μαρξ ήταν αρχηγός του μετριοπαθούς συνταγματικού κόμματος της Τριρ, αντιτίθετο σε κάθε γαλλοφιλία και προτιμούσε τη φωτισμένη μοναρχία από τη στρατιωτική δικτατορία ή την απολυταρχία.

ΙΙ. Εκπαίδευση - Σταδιοδρομία

Ο Καρλ Μαρξ φοίτησε πέντε χρόνια στο γυμνάσιο των Ιησουιτών στο Τριρ,καντιανό και φιλελεύθερο. Ήταν άριστος μαθητής. Στο απολυτήριό του οι επιδόσεις του κρίνονται καλές κι ενώ στις αρχαίες γλώσσες, στα Γερμανικά και στην Ιστορία είναι ικανοποιητικές, στα Μαθηματικά και στα Γαλλικά έχει χαμηλότερο βαθμό. Στα γυμνασιακά του χρόνια συνέγραψε συνολικά δύο διατριβές δοσμένου θέματος, που αφορούσαν την ιστορία και τη θρησκεία (Η τελευταία εξετάστηκε ως συνεκτικό στοιχείο της κοινωνίας, και απέσπασε τιμητική διάκριση. Σε αυτήν ο Μαρξ ασχολήθηκε με το κοινωνικό έργο της εκκλησίας) και μία ελεύθερου θέματος, που αφορούσε την επιλογή επαγγέλματος. (Σ' αυτή τη διατριβή με τον καλύτερο τρόπο διαφαίνονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του νεαρού Καρλ Μαρξ και οι προοπτικές της μελλοντικής επιστημονικής και φιλοσοφικής του δραστηριότητας).

Οι πανεπιστημιακές σπουδές του Μαρξ (από τον Οκτώβρη του 1835 ως τον Μάρτη του 1841)άρχισαν στο Πανεπιστήμιο της Βόννης (Rheinische Friedrich-Wilhelms-Universität) το 1835, όπου σπούδαζε νομικά. Η επιλογή αυτή υπαγορεύθηκε για λόγους επαγγελματικής αποκατάστασης, αφού στην περιοχή της γενέτειράς του είχαν ιδρυθεί αρκετά δικαστήρια και θα μπορούσε να βρει γρήγορα μια θέση. Ωστόσο, οι συναναστροφές του στο πανεπιστήμιο της πόλης τον απέσπασαν από τις σπουδές του και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του τραγουδώντας στις μπιραρίες. Έγινε μάλιστα μέλος της Λέσχης της ταβέρνας των συμπατριωτών του κι ένας από τους πέντε προέδρους της. Έγινε επίσης μέλος της Λέσχης των ποιητών. Ο πατέρας του ενώ ενέκρινε την ένταξη του γιου του στην δεύτερη δεν ενέκρινε την ένταξη στην πρώτη. Στην συνέχεια τον ανάγκασε να αλλάξει πανεπιστήμιο την επόμενη χρονιά, και έτσι ο Καρλ μεταφέρθηκε στο σοβαρό και ακαδημαϊκού ύφους πανεπιστήμιο Humboldt Universität (πρώην Friedrich-Wilhelms-Universität) στο Βερολίνο. Εκεί το ενδιαφέρον του νεαρού Μαρξ στράφηκε προς τη φιλοσοφία, προς απογοήτευση του πατέρα του, και εντάχθηκε σε ένα κύκλο φοιτητών και νεαρών καθηγητών γνωστού ως Οι νέοι (αριστεροί) Χεγκελιανοί, με αρχηγό τον Μπρούνο Μπάουερ. Μερικά μέλη αυτού του κύκλου αναζητούσαν συνδετικές γραμμές ανάμεσα στη μετά-αριστοτελική και τη μετά-Χεγκελιανή φιλοσοφία. Ο Χέγκελ, που ενόσω ζούσε ήταν σημαίνουσα προσωπικότητα για το Πανεπιστήμιο και για τη Γερμανία γενικότερα, είχε πεθάνει πρόσφατα, το 1831. Οι παραδοσιακοί συνεχιστές του Χέγκελ (γνωστοί ως δεξιοί Χεγκελιανοί) που παρέμεναν στο πανεπιστήμιο διακήρυτταν ότι η σειρά των ιστορικών διαλόγων είχε ολοκληρωθεί, και η πρωσική κοινωνία που είχε διαμορφωθεί την εποχή εκείνη ήταν η εκπλήρωση των μέχρι τότε κοινωνικών συστημάτων, με εύρωστο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, καλά πανεπιστήμια, ανεπτυγμένη βιομηχανία και χαμηλή ανεργία. Η αριστερή πτέρυγα των συνεχιστών του Χέγκελ, οι Νέοι Χεγκελιανοί, τους οποίους ακολουθούσε ο Μαρξ υποστήριζαν αντίθετα ότι υπήρχαν ακόμα νέες μεγάλες διαλεκτικές προκλήσεις, και πως η πρωσική κοινωνία της εποχής μακράν απείχε της τελειότητας, καθώς υπήρχαν ακόμα θύλακες φτώχειας, κυβερνητικός έλεγχος και λογοκρισία, και διακρίσεις σε βάρος των αλλοθρήσκων (μη-Λουθηρανών).

Στην διάρκεια των πρώτων ετών των σπουδών του ο Μαρξ ήλπιζε πως θα μπορούσε να γίνει υφηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου., αλλα από τότε που τον δέχθηκαν οι νεοχεγγελιανοί έπαψε να ενδιαφέρεται για τις σπουδές του. Στις 30 Μαρτίου έλαβε πιστοποιητικό ολοκλήρωσης των σπουδών του. Τελικά εκπόνησε τη διατριβή του η οποία αφορούσε στη σύγκριση των ατομικών θεωριών του Δημόκριτου και του Επίκουρου, και κατατέθηκε τελικά στο Πανεπιστήμιο της Ιένας στις 6 Απριλίου του 1841 και στις 15 του ίδιου μήνα έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Όταν ο Μαρξ τελείωσε τις πανεπιστημαικές του σπουδές περνούσε τον καιρό του ανάμεσα στην Τριρ, στην Κολωνία και στη Βόνη.

ΙΙΙ. Επαγγελματική ζωή

Όταν ο δάσκαλος και μέντορας του, Μπάουερ, αποβλήθηκε από λέκτορας το 1842, ο Μαρξ έχασε κάθε ελπίδα διορισμού στο πανεπιστήνμιο και καταπιάστηκε με τη δημοσιογραφία, εργαζόμενος στην ‘Rheinische Zeitung’ (Εφημερίδα της Ρηνανίας). Μεταξύ Γενάρη και Φλεβάρη 1842 ετοιμάζει το δοκίμιό του με τίτλο Παρατηρήσεις στις τελευταίε πρωσικές διατάξεις για τη λογοκρισία προορισμένο για την Deutsche Jahrbucher (Γερμανικά χρονικα),χωρίς να κατορθώσει να δημοσιευτεί,παρά αργότερα στην Ελβετία. Το πρώτο άρθρο του στην εφημερίδα της Ρηνανίας ήταν το Οι συζητήσεις της έκτης Δίαιτας του Ρήνου. Συζήτηση για την ελευθερία του Τύπου και τη δημοσίευση των συζητήσεων της Δίαιτας στις 5 Μαΐου 1842. Καθώς τα άρθρα του για την κλοπή της ξυλείας και την κατάσταση των αμπελουργών της Μοζέλ προκάλεσαν αίσθηση, στις 15 Οκτωβρίου του 1842 ανέλαβε αρχισυντάκτης της Εφημερίδας της Ρηνανίας. Η εφημερίδα έπαψε να λειτουργεί το 1843, εν μέρει λόγω προστριβών του με την κυβερνητική λογοκρισία. Ο Μαρξ αποχώρησε στις 18 Μαρτίου 1843 από την εφημερίδα η οποία έκλεισε τελικά την 1η Απριλίου.

1. Η φυγή στο Παρίσι
Αρχικά ο Μαρξ ήθελε να πάει στην Ελβετία και να συνεργαστεί με τον Γερμανικό Αγγελιαφόρο Εκεί υπόλόγιζε πως θα έβγαζε 550 με 600 τάλιρα το χρόνο και άλλα 250 συγγραφικά δικαιώματα. Όμως η Ελβετια ήταν μια χώρα που αποθάρρυνε τους ριζοσπάστες. Ο φίλος του πατέρα του ο Esser πρότεινε στον Μαρξ να μπεί στην κυβέρνηση,αλλά το αρνήθηκε. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι τον Νέομβριο του 1843.Τέλη Φλεβάρη 1844 εξέδωσε τα Γαλλογερμανικά Χρονικά. Φύλλα του κυκλοφόρησαν στην Πρωσσία και οι αρχές έδωσαν εντολή αν ο Μαρκ και οι συνεκδοτες του εντύπου έμπαιναν στην Πρωσσία να συλλαμβάνονταν. Όμως ο ένας εκ των συνεκδοτών ο Rouge ήλθε σε ρίξη με τον Μαρξ μην συνεχίζοντας την έκδοση του εντύπου και δίνοντας για αμοιβή στον Μαρξ τα αδιάθετα αντίτυπα της εφημερίδας. Έτσι ο Μαρξ, μετά το σταμάτημα της έκδοσης των Χρονικών, δεν διέθετε κανένα δημοσιογραφικό όργανο για να προωθήσει τις θέσεις του. Οι κομμουνιστές τεχνίτες εξέδιδαν στο Παρίσι την Vorwarts και εκεί ο Μαρξ δημοσίευσε το πρώτο του άρθρο στις 7 Αυγούστου 1844. Εκεί προέβη σε επανεκτίμηση της σχέσης του με τον Μπάουερ και τους αριστερούς Χεγκελιανούς, και έγραψε το ‘Εβραϊκό ζήτημα’, που ήταν μια κριτική στις έννοιες των πολιτικών δικαιωμάτων και της πολιτικής απελευθέρωσης. Στο Παρίσι γνώρισε και άρχισε να συνεργάζεται με τον Φρίντριχ Ένγκελς (βλ. Ένγκελς ΕΔΩ), ο οποίος τον έφερε σε επαφή με το ζήτημα της εργατικής τάξης και των οικονομικών. Επίσης συνέντησε τους Χάινε, Herwegh, τον Leroux, και τον Μπακούνιν. Επειδή η Vorwarts δημοσίευε αντιπρωσσικά άρθρα ο Μαρξ στοχοποιήθηκε παρακολουθούμενος από μυστικούς αστυνομικούς ενώ οι Πρωσσικές αρχές ζήτησαν να απελαθεί από τη Γαλλία. Στις 11 του Γενάρη ο Υπουργός Εσωτερικών διέταξε την απέλαση του Μαρξ. Θα μπορούσε να συνεχίσει να μένει αν σταματούσε κάθε κριτική σε βάρος της Πρωσικής κυβέρνησης. Στις 3 Φεβρουαριου 1845 ο Μαρξ και η οικογένειά του εκδιώκονται από τη Γαλλία.

2. Από τη Γαλλία στις Βρυξέλλες
Έφτασε στις Βρυξέλλες στις 5 Φλεβάρη 1845. Ωστόσο ο πρσεβευτής της Πρωσσίας ζήτησε την απέλασή του κι ενώ ο Μαρξ ζήτησε αμέωσως αδεια παραμονής δεν την έλαβε. Υποχρεώθηκε στη συνέχεια να υπογράψει μια βεβαίωση απέναντι στις αρχές πως δεν θα εξέδιδε κανένα έντυπο σχετικά με τη σύγχρονη πολιτική. Τελικά υπέγραψε και εξασφάλισε τη διαμονή. Όμως τον Δεκέμβριο του 1845 παραιτήθηκε από τη, πρωσσική υπηκοότητα. Εκεί συνέγραψαν με τον Ένγκελς τη ‘Γερμανική Ιδεολογία’, μια κριτική μελέτη της φιλοσοφίας του Χέγκελ και των αριστερών Χεγκελιανών. Αργότερα ο Μαρξ έγραψε την ‘Αθλιότητα της Φιλοσοφίας’, μια κριτική μελέτη της γαλλικής σοσιαλιστικής σκέψης. Αυτά τα δύο έργα αποτέλεσαν τις βάσεις για το επικείμενο ‘Κομμουνιστικό μανιφέστο’, που πρωτοεκδόθηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1848, με εντολή της ‘Communist League’, μιας οργάνωσης Γερμανών μεταναστών, οι οποίοι είχαν συναντήσει το Μαρξ στο Λονδίνο.

3. Στη Γαλλία και η αυτοεξορια στο Λονδίνο
Εκείνη τη χρονιά στην Ευρώπη ξέσπασαν μεγάλες επαναστάσεις. Το εργατικό κίνημα απέσπασε την εξουσία από τον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο, και κάλεσε το Μαρξ να επιστρέψει στο Παρίσι. Στις 3 Ιουνίου βρίσκεται στο Παρίσι. Όταν η κυβέρνηση των εργατικών κατέρρευσε το 1849, ο Μαρξ,αρνούμενος το μέρος που του παραχωρούσε η κυβέρνηση για διαμονή, στην Βρεττάνη, μετανάστευσε στο Λονδίνο, στις 24 Αυγούστου της ίδιας χρονίας. Το 1852 συνέγραψε το διάσημο φυλλάδιο ‘Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη’ στο οποίο ανέλυε την κυριαρχία την άνοδο στην εξουσία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη Ναπολέοντα Γ' (1852-1871) στη Γαλλία. Από το 1852 έως το 1861, ενόσω ζούσε στο Λονδίνο, ο Μαρξ υπήρξε ευρωπαϊκός απεσταλμένος της εφημερίδας New York Tribune. Ο Μαρξ μελέτησε επισταμένα τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία. Η μελέτη του αυτή αποδόθηκε στα λεγόμενα "ιστορικά έργα" που περιλαμβάνουν τα εξής: "18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη" , "Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία" , "Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία" . Το 1864 αποτέλεσε βασικό παράγοντα στην ίδρυση της Διεθνούς Εργατικής Ένωσης που ονομάστηκε αργότερα ‘Πρώτη Σοσιαλιστική Διεθνής’, ως βάση της πολιτικής δράσης. Η οργάνωση αυτή που αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια διεθνούς οργάνωσης του εργατικού κινήματος αυτοδιαλύθηκε το 1872, μετά την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού (1871), προσανατολίζοντας τα τμήματα της στην ίδρυση εργατικών κομμάτων σε κάθε χώρα. Στο Λονδίνο, ο Μαρξ αφιερώθηκε σε ιστορικά και θεωρητικά έργα, το πιο φημισμένο από τα οποία είναι ‘Το Κεφάλαιο’, ο πρώτος τόμος του οποίου εκδόθηκε το 1867.

IV. Οικογενειακή κατάσταση
Τζέννη-Καρολίνα και Τζέννη Λάουρα Μαρξ (1869).Όλες οι κόρες του ονομάστηκαν έτσι προς τιμήν της μητέρας τους Τζέννης φον Βέστφαλεν

Ο Μαρξ αρραβωνιάστηκε μυστικά το φθινόπωρο του 1836 την κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του Τζέννη φον Βέστφαλεν. Ο πατέρας του ήταν επιφυλακτικός στην προοπτική μιας τέτοιας σχέσης καθώς η αρραβωνιαστικιά του γιου του προερχόταν από μια ευπόλυπτη οικογένεια και η ίδια ήταν μια περιζήτη νύφη.Υπάρχει μια μαρτυρία του κατοπινού γαμπρού του Μαρξ Λονγκέ, σε νεκρολογία του γραμμένη τον Δεκέμβριο του 1881 για τη Τζέννη Μαρξ, πως η Τζέννη Μαρξ αντιμετώπιζε αντιδράσεις φυλετικού περιεχομένου σχετικά με την εβραϊκή καταγωγή του μέλλοντα συζύγου της κι έπρεπε να τις ξεπεράσει, αλλά ο Καρλ Μαρξ το διέψευσε κατηγορηματικά στην κόρη του.Υπάρχουν επίσης επιστολές μεταξύ της μητέρας του και του ιδίου που υπαινίσσονται ψυχρότητα μεταξύ της ιδίας και της οικογένειας της Τζέννης Μαρξ Στις 10 Μαΐου 1838 πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του τον συνέδραμε διάφορα χρηματικά ποσά για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες του. Στις 12 Ιουνίου 1843 υπογράφει συμβόλαιο γάμου στο Κρώυτσναχ με την Τζέννη και ετοιμάζεται να φύγει για το Παρίσι. Την 1η Μαΐου 1844 γεννιέται η μεγαλύτερή του κόρη η Τζέννη. Το 1847 ακολουθεί η γέννηση της κόρης του Λάουρας και το 1847 του γιου του Έντγκαρ.Το 1849 γεννιέται ο γιος του Γκουίντο, ο οποίος πεθαίνει στις 19 Νοεμβρίου 1851. Στις 16 Γενάρη 1855 γεννήθηκε η κόρη του Ελεάνορ και στις 6 Απριλίου πεθαίνει ο γιος του Έντγκαρ. Τον Δεκέμβριο του 1863 πέθανε η μητέρα του.Η γυναίκα του Μαρξ σε γράμμα της προς την Liebknecht σημείωνε πως θα υποκρινόταν αν δήλωνε πως λυπήθηκε για τον θάνατο της πεθεράς της. Η Τζέννη πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου 1881 από καρκίνο στο συκώτι. Ο Μαρξ άρχισε προς το τέλος της ζωής του να υποφέρει από πλευρίτιδα. Τον Φλεβάρη του 1882 πήγε στο Αλγέρι και ξαναέπαθε πλευρίτιδα. Πήγε στο Μόντε Κάρλο για να βελτιώσει την υγεία του αλλά ξαναέπαθε πλευρίτιδα. Πήγε στην Argenteuil και στη συνέχεια στις όχθες της λίμνης Leman όπου βελτιώθηκε σημαντικά η υγεία του. Στις 11 Γενάρη 1883 πέθανε η κόρη του Τζέννη. Ο Μαρξ πέθανε στο Λονδίνο στις 14 Μαρτίου το 1883 από πνευμονικό οίδημα και ετάφη στο νεκροταφείο Highgate στις 17 Μαρτίου.

V. Η σκέψη του Καρλ Μαρξ

Τα κείμενα του Μαρξ δεν μπορούν να αναχθούν σε κάποια φιλοσοφία, πολύ λιγότερο σε ένα φιλοσοφικό σύστημα. Το όλο έργο του είναι μια ριζική κριτική της φιλοσοφίας, ειδικά του εγελιανού συστήματος και των φιλοσοφιών των αριστερών και δεξιών Μεταεγελιανών. Δεν ήταν όμως μια απλή άρνηση των φιλοσοφιών αυτών. Ενώ με τον Χέγκελ η πραγματικότητα γινόταν φιλοσοφία, ο Μάρξ διακήρυξε ότι η φιλοσοφία πρέπει να γίνει πραγματικότητα. Δεν μπορεί πια κανείς να είναι ικανοποιημένος με την ερμηνεία του κόσμου, πρέπει να ενδιαφέρεται για την αλλαγή του, που σημαίνει αλλαγή και του ίδιου του κόσμου και της συνείδησης του ανθρώπου γι' αυτόν. αυτό με τη σειρά του απαιτεί κριτική της εμπειρίας μαζί με μια κριτική των ιδεών. Για τον Μαρξ κάθε γνώση είναι άμεσα συνυφασμένη με κριτική των ιδεών. Δεν ήταν εμπειριστής. Το έργο του βρίθει από έννοιες (ιδιοποίηση, αλλοτρίωση, δημιουργική εργασία κ.α.) κληρονομημένες από παλαιότερους φιλοσόφους και οικονομολόγους. Αυτό που χαρακτηρίζει τη σκέψη του Μαρξ είναι το ότι αντί να διατυπώνει αφηρημένες προτάσεις για ένα σύνολο προβλημάτων, όπως είναι ο άνθρωπος, η γνώση κτλ., εξετάζει το καθένα στη δυναμική σχέση του με τα άλλα και, κυρίως, προσπαθεί να το συσχετίσει με τις ιστορικές, πολιτικές και οικονομικές πραγματικότητες.

Η χώρα που είναι περισσότερο αναπτυγμένη βιομηχανικά δείχνει απλώς σε όσους την ακολουθούν στην βιομηχανική κλίμακα την εικόνα του ίδιου του μέλλοντός τους ... Ακόμα κι όταν μια κοινωνία φτάσει να ανακαλύψει το χνάρι του φυσικού νόμου που διέπει την κίνησή της ... δεν μπορεί ούτε να ξεπεράσει με ένα άλμα ούτε να καταργήσει με διατάγματα τις φάσεις της φυσικής της ανάπτυξης' μπορεί όμως να συντομεύσει την περίοδο της κύησης και να απαλύνει τους πόνους της γέννας τουςΤο Κεφάλαιο, Πρόλογος στην 1η γερμανική έκδοση

Αλλοτρίωση
Παρότι η έννοια της αλλοτρίωσης δεν είναι άγνωστη (Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Φρίντριχ Ένγκελς), ο Μαρξ την εξετάζει μέσα από το πρίσμα της εργασίας. Αναφέρθηκε στην έννοια της αλλοτρίωσης, η οποία θεωρεί ότι ανεξάρτητα από το αν αποτελεί συνειδητή κατάσταση ή όχι για τους εργαζόμενους, σαν έννοια είναι συνυφασμένη με το καπιταλιστικό σύστημα. Για τον Μαρξ, η αλλοτρίωση είναι φαινόμενο που πηγάζει από την θέση των παραγωγικών μέσων και τις συνθήκες της παραγωγής. Ο εργαζόμενος παράγει προς συμφέρον άλλων προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα προς επιβίωση. Με αυτό τον τρόπο μετατρέπεται σε εμπόρευμα, οδηγείται στην εξαθλίωση η οποία αυξάνεται, χάνει την προσωπικότητά του και είναι αποκλεισμένος από τον έλεγχο των συνθηκών της εργασίας του. Αυτό έχει ως συνέπεια την αποξένωση από το προϊόν εργασίας του από την διαδικασία παραγωγής, από τους άλλους ανθρώπους. Αλλά και όλοι είναι αποξενωμένοι από την ίδια τους την φύση. Κατά συνέπεια, η εξάλειψη στην αλλοτρίωση της εργασίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας.

VI. Μαρξιστική Πολιτική

Η μαρξιστική προσέγγιση στην ανάλυση των ανθρώπινων υποθέσεων, που εμφανίζεται κάτω από διάφορες παραλλαγές, μας δίνει ένα συνδυασμό προβλεπτικών και καθοδηγητικών αξιωμάτων που ανοίγουν το δρόμο σε αυτό που οι μαρξιστές θεωρούν αναπόφευκτη ιστορική πορεία προς την επικράτηση του παγκόσμιου κομμουνισμού. Τελικός αντικειμενικός σκοπός και αναπόφευκτη τελική μορφή του πολιτεύματος για την ανθρωπότητα είναι η εγκαθίδρυση μιας αδιατάρακτα ειρηνικής, αταξικής κοινωνίας χωρίς κράτος, όπου η δικαιοσύνη θα πραγματώνεται με την εφαρμογή της απλής αρχής «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητες του,στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του»

VII. Συγγραφικό Έργο

Ο Μαρξ παρουσιάζει ένα πλούσιο συγγραφικό έργο. Δημοσιεύθηκαν πάνω από 50 έργα του, ορισμένα σε συνεργασία με τον Φρίντριχ Ένγκελς. Παραθέτονται ορισμένα από αυτά:

  • "Κριτική της Θεωρίας του Κράτους του Χέγκελ" (1843)
  • "Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα" (1844)
  • "Θέσεις για το Φόυερμπαχ" (1845)
  • "Η Γερμανική Ιδεολογία" (1845-46), σε συνεργασία με τον Ένγκελς
  • "Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος" (1847-48), σε συνεργασία με τον Ένγκελς
  • "Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη" (1852)
  • "Εισαγωγή στην κριτική της Πολιτικής Οικονομίας" (1857-58)
  • "Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας" (1859)
  • "Κεφάλαιο", τόμος πρώτος (1867)
  • "Η Κομμούνα του Παρισιού" (1871), σε συνεργασία με τον Ένγκελς
  • "Κριτική του Προγράμματος της Γκότα" (1875)
  • "Κεφάλαιο", τόμος δεύτερος (1885)
  • "Κεφάλαιο', τόμος τρίτος (1894)

Ορισμένα από τα συγγράμματα αυτά είναι διαθέσιμα σε ηλεκτρονική μορφή.