Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Άγγελος Σικελιανός: "Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια" της ποίησής του

« Καρδιά, παιδιά ... και θ' απλωθεί ο Παράδεισος μια μέρα ...» Έφυγε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 19 Ιουνίου 1951. Ο Άγγελος Σικελιανός έδρασε μέσα...

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ: το σημαντικότερο θεραπευτικό κέντρο όλου του Ελληνικού και Ρωμαϊκού κόσμου


Ο τόπος ήταν αφιερωμένος σε θεότητες με θεραπευτικές ιδιότητες ήδη από την προϊστορική εποχή. Στο λόφο Κυνόρτιον, που υψώνεται πίσω από το θέατρο, στα βορειοανατολικά, κατά τη μυκηναϊκή εποχή υπήρχε ιερό, στο οποίο λατρευόταν μία θεά συνδεμένη με την ίαση. 


Αρχαιολογικός χώρος Ασκληπιείου Επιδαύρου

Στην ενδοχώρα της Επιδαύρου, σε μία περιοχή με ήπιο κλίμα και άφθονα πηγαία ιαματικά νερά, βρισκόταν το Ασκληπιείο, η έδρα του θεού ιατρού της αρχαιότητας και το σημαντικότερο θεραπευτικό κέντρο όλου του ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου. Ήταν το κύριο ιερό της μικρής παραθαλάσσιας πόλης της Επιδαύρου, αλλά η φήμη του και η αναγνώριση της σημασίας του γρήγορα ξεπέρασαν τα όρια της Αργολίδας και θεωρήθηκε από όλους τους Έλληνες ο τόπος όπου γεννήθηκε η ιατρική.

Περισσότερα από διακόσια ιαματικά κέντρα σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο θεωρούνταν ιδρύματά του. Τα μνημεία του αποτελούν σήμερα όχι μόνο παγκοσμίου φήμης αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής τέχνης, αλλά και εξαιρετική μαρτυρία για την άσκηση της ιατρικής στην αρχαιότητα. Σε αυτά αποτυπώθηκε η εξέλιξη της ιατρικής από τη φάση κατά την οποία η ίαση εξαρτιόταν αποκλειστικά από το θεό έως τη μετατροπή της σε επιστήμη, με τη συστηματική καταγραφή περιστατικών και τη σταδιακή συγκέντρωση γνώσης και πείρας.

Ο τόπος ήταν αφιερωμένος σε θεότητες με θεραπευτικές ιδιότητες ήδη από την προϊστορική εποχή. Στο λόφο Κυνόρτιον, που υψώνεται πίσω από το θέατρο, στα βορειοανατολικά, κατά τη μυκηναϊκή εποχή υπήρχε ιερό, στο οποίο λατρευόταν μία θεά συνδεμένη με την ίαση. Το ιερό αυτό, που ήταν ασυνήθιστα μεγάλο για την εποχή, δημιουργήθηκε το 16ο αι. π.Χ. πάνω στα κατάλοιπα ενός οικισμού της Πρώιμης και της Μέσης Εποχής του Χαλκού (2800-1800 π.Χ.) και διατηρήθηκε έως τον 11ο αι. π.Χ. Γύρω στο 800 π.Χ. ιδρύθηκε στην ίδια θέση ιερό αφιερωμένο στον Απόλλωνα, θεό με θεραπευτικές ιδιότητες, που λατρευόταν εδώ ως Απόλλωνας Μαλεάτας.

Η λατρεία του κυρίως θεραπευτή θεού, του Ασκληπιού, που η μυθική παράδοση τον παρουσιάζει ως αυτόχθονα γιο του Απόλλωνα και της εγγονής του βασιλιά της Επιδαύρου Μάλου, της Κορωνίδας, καθιερώθηκε κατά τον 6ο αι. π.Χ.

Η λατρεία του θεού προστάτη της ανθρώπινης υγείας και της προσωπικής ευτυχίας απέκτησε φήμη που εξαπλώθηκε ραγδαία. Ο αριθμός των προσκυνητών ολοένα αυξανόταν και το ιερό στο Κυνόρτιο δε επαρκούσε πλέον για τις ανάγκες της λατρείας, έτσι, άρχισε η ανάπτυξη ιερού και στην πεδινή περιοχή, περίπου 1 χλμ. στα νοτιοδυτικά του Κυνορτίου, στον τόπο όπου κατά το μύθο γεννήθηκε ο Ασκληπιός. Τα δύο ιερά, αφιερωμένα το ένα στον Απόλλωνα Μαλεάτα και το άλλο στον Ασκληπιό, εξελίχθηκαν παράλληλα, με την επίσημη ονομασία «ιερόν Απόλλωνος Μαλέατα και Ασκλαπιού».

Το νέο ιερό στην κοιλάδα οργανώθηκε γύρω από το Ιερό Φρέαρ (που αργότερα ενσωματώθηκε στη στοά του Αβάτου) και στο χώρο του κτηρίου Ε, όπου υπήρχε ο πρώτος βωμός τέφρας και ο χώρος των τελετουργικών γευμάτων. Το φρέαρ ήταν βασικό στοιχείο της ίασης, που επιτυγχανόταν με τη διαδικασία της κάθαρσης και της «εγκοίμησης» κοντά στο νερό, ως μίμηση του τρόπου με τον οποίο οι θεϊκές δυνάμεις εξασφάλιζαν την ανανέωσή τους, επιστρέφοντας με τον περιοδικό θάνατο μέσα στη γη, στην πηγή της ζωής, από την οποία επανέρχονταν αναγεννημένοι. Ο θεός συμβούλευε τον ασθενή κατά την εγκοίμηση, δηλαδή τον ύπνο που αντιστοιχούσε στον περιοδικό θάνατο, σχετικά με τη θεραπεία που έπρεπε να ακολουθήσει.


Κατά τον 4ο και τον 3ο αι. π.Χ. οι γενικευμένες πολεμικές συρράξεις οδήγησαν τους ανθρώπους να αναζητήσουν ακόμη περισσότερο την προστασία και τη βοήθεια του Ασκληπιού και το ιερό του φιλάνθρωπου θεού έγινε από τα πλουσιότερα της εποχής. Τότε πραγματοποιήθηκαν μεγάλα έργα ανοικοδόμησης τόσο στο ορεινό όσο και στο πεδινό ιερό και οικοδομήθηκαν τα σημαντικότερα μνημεία: στο πεδινό ιερό ο ναός του Ασκληπιού, το Άβατον, η θόλος και το θέατρο, το εστιατόριο, το ξενοδοχείο και το στάδιο, ενώ στο ορεινό ιερό ο κλασικός ναός και ο βωμός του Απόλλωνα, η μεγάλη στοά, η κατοικία των ιερέων και το τέμενος των Μουσών.

Μετά την περίοδο των μεγάλων καταστροφών που προκάλεσαν ο Σύλλας και οι Κίλικες πειρατές τον 1ο αι. π.Χ., το Ασκληπιείο γνώρισε νέα άνθηση στους αυτοκρατορικούς χρόνους, ιδίως στο β΄ μισό του 2ου αι. μ.Χ., οπότε ο Ρωμαίος συγκλητικός Αντωνίνος χρηματοδότησε την οικοδόμηση νέων κτηρίων και την ανανέωση παλαιών.

Τότε επισκέφθηκε το ιερό ο περιηγητής Παυσανίας, που το περιέγραψε με λεπτομέρεια και θαύμασε τα μνημεία του (2.26 κ.εξ.). Κατά τους δύο επόμενους αιώνες ο χώρος υπέστη και άλλες καταστροφικές εισβολές, με κυριότερη αυτή των Γότθων, το 267 μ.Χ. Το πεδινό ιερό αναδιοργανώθηκε άλλη μία φορά στα μέσα του 4ου αι. μ.Χ., όποτε ο κεντρικός του χώρος διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα ρωμαϊκά πρότυπα σε μία περιμετρική στοά, στην οποία εντάχθηκαν τμήματα παλαιοτέρων κτηρίων.


Η λατρεία συνεχίσθηκε ακόμη και μετά την επίσημη απαγόρευση της αρχαίας θρησκείας το 426 μ.Χ., αντίθετα από ό,τι συνέβη σε άλλα ιερά, έως την οριστική εγκατάλειψη του χώρου, μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 522 και του 551 μ.Χ.

Αρχαιολογικός χώρος Ασκληπιείου Επιδαύρου

Οι πρώτες έρευνες στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου έγιναν από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή της Πελοποννήσου το 1829. Συστηματικές ανασκαφές πραγματοποίησε ο Π. Καββαδίας, υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1870-1926, αποκαλύπτοντας τα σημαντικότερα μνημεία του ιερού. Περιορισμένες ανασκαφές διενήργησε η Γαλλική Σχολή Αθηνών με τον G. Roux το 1942-1943 γύρω από το Άβατον και τα κτήρια Ε και Η, καθώς και η Αρχαιολογική Υπηρεσία με τον Ι. Παπαδημητρίου το 1948-1951.


Τα έτη 1954-1963 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες εργασίες αναστήλωσης του θεάτρου από τον Α. Ορλάνδο. Από το 1974 τις ανασκαφές ανέλαβε και πάλι η Αρχαιολογική Εταιρεία υπό τη διεύθυνση του Καθηγ. Β. Λαμπρινουδάκη στο ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη έργα συντήρησης και ανάδειξης των μνημείων και των δύο ιερών από τη διεπιστημονική ομάδα που συγκροτήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού το 1984 με την τότε ονομασία Ομάδα Εργασίας για τη Συντήρηση των Μνημείων της Επιδαύρου, σήμερα Επιτροπή για την Συντήρηση των Μνημείων της Επιδαύρου. Τα έργα που πραγματοποιούνται στο Ασκληπιείο έχουν αλλάξει ριζικά τη φυσιογνωμία του αρχαιολογικού χώρου, ενώ οι πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες έφεραν στο φως στοιχεία σχετικά με τη γενική οργάνωση του χώρου, καθώς και τη χρονολόγηση, τη χρήση και τη λειτουργία πολλών κτηρίων.


Ιερό Ασκληπιείου- βορειοανατολικό τμήμα

Ιερό Ασκληπιείου- βορειοανατολικό τμήμα 

Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου περιλαμβάνει δύο ιερά, στα οποία λατρεύονταν μαζί δύο θεραπευτές θεοί: ο Απόλλωνας Μαλεάτας στο παλαιότερο, στο λόφο Κυνόρτιον, και ο Ασκληπιός στο νεότερο πεδινό ιερό, όπου πραγματοποιούνταν οι περίφημες τελετουργίες της ίασης.

Το πεδινό ιερό είναι το μεγαλύτερο και ευρύτερα γνωστό. Η σημερινή είσοδος του αρχαιολογικού χώρου βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του ιερού και δεν αντιστοιχεί στην αρχαία, που βρισκόταν στη βόρεια. Ακολουθώντας την ιερά οδό, που ξεκινούσε από την παραθαλάσσια πόλη της Επιδαύρου, οι προσκυνητές εισέρχονταν στο ιερό από τα Προπύλαια, τη μνημειώδη είσοδο δωρικού ρυθμού, του 3ου αι. π.Χ.


Μέσα στο ιερό ακολουθούσαν την Ιερά οδό έως το κέντρο του, όπου βρισκόταν ο δωρικός ναός του Ασκληπιού, του οποίου είναι σήμερα ορατή μόνο η θεμελίωση. Γύρω από το ναό είχαν οικοδομηθεί τα υπόλοιπα κτίσματα που συνδέονταν με τη λατρεία του θεού και την τελετουργία της ίασης: το Άβατο, όπου γινόταν η εγκοίμηση των ασθενών, η θόλος ή θυμέλη, ένα κυκλικό περίστυλο οικοδόμημα, όπου στεγαζόταν η μυστηριακή χθόνια λατρεία του Ασκληπιού, και το τελετουργικό εστιατόριο, όπου γίνονταν τα τελετουργικά γεύματα των ασθενών.

Ελληνικά Λουτρά Επιδαύρου
Γύρω από το τέμενος του Ασκληπιού υπήρχαν οικοδομήματα για την εξυπηρέτηση των ασθενών και των προσκυνητών, καθώς και κατασκευές για τις ανάγκες των Ασκληπιείων, των αγώνων που καθιερώθηκαν τον 4ο αι. π.Χ. και απέκτησαν πανελλήνιο χαρακτήρα. Σώζονται κατάλοιπα λουτρικών εγκαταστάσεων, ενός μεγάλου ξενοδοχείου, του Καταγωγίου, που είχε 160 δωμάτια για τη διαμονή των ασθενών και των συνοδών τους, η παλαίστρα, το γυμνάσιο, το ωδείο, το στάδιο και το θέατρο, το τελειότερο παράδειγμα ελληνικού θεάτρου, μοναδικό για την αξιοθαύμαστη προσαρμογή του στο χώρο, την τελειότητα των αναλογιών του και της ακουστικής του.

Σώζονται, επίσης, κατάλοιπα πολλών μικρών ναών αφιερωμένων στον Απόλλωνα, στην Αρτέμιδα, στην Αφροδίτη και σε δευτερεύουσες λατρείες συγγενείς με την κύρια λατρεία του Ασκληπιού, στην Υγεία, στο Μαχάωνα, στον Τελεσφόρο, στον Ύπνο και στην Ηπιόνη. Ορατά εν μέρει είναι και τα κατάλοιπα του πολύπλοκου υδραυλικού συστήματος μεταφοράς του νερού από τις πηγές του Κυνορτίου μέσω καναλιών και λεκανών καθίζησης στο βορειοανατολικό τμήμα του ιερού, σε δύο κόμβους διανομής, τη δωρική κρήνη και την ιερή κρήνη.


Στο βορειοανατολικό τμήμα του ιερού σώζονται κυρίως κατάλοιπα από τη φάση ανοικοδόμησης του 2ου αι. μ.Χ. Είναι ορατά λείψανα της βιβλιοθήκης, λουτρών, μικρών ναών, καθώς και του κτηρίου που είναι γνωστό ως στοά του Κότυος και ταυτίσθηκε πρόσφατα με το ιερό των Αιγυπτίων, που ήταν αφιερωμένο στον Ασκληπιό, στον Απόλλωνα και στην Υγεία ως Όσιρι, Όρο και Ίσιδα, αντίστοιχα. Τα υστερότερα ερείπια είναι τμήματα της περιμετρικής στοάς του 4ου αι. μ.Χ., στην οποία εντάχθηκαν τμήματα παλαιοτέρων κτηρίων, προπαντός του Καταγωγίου.

Το ορεινό ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα είναι μικρότερο σε έκταση. Εδώ έχουν αναδειχθεί κατάλοιπα των διαδοχικών φάσεων χρήσης του χώρου από την πρωτοελλαδική περίοδο (αψιδωτά κτίσματα) έως τη ρωμαϊκή. Είναι ορατά τα τρία άνδηρα του μυκηναϊκού τεμένους με τον υπαίθριο βωμό τέφρας και το χώρο των τελετουργικών γευμάτων. Στο κατώτερο άνδηρο σώζεται τμήμα της πώρινης θεμελίωσης του ναού του Απόλλωνα, που κτίσθηκε το 380 π.Χ. πάνω από το βωμό τέφρας του 9ου αι. π.Χ. και το μικρό αρχαϊκό ναό του 7ου αι. π.Χ. Ανατολικά του τεμένους οικοδομήθηκε κατά την κλασική εποχή ένας βωμός του τύπου των μνημειωδών κτιστών τετραστύλων βωμών.



Στα βόρεια το ιερό οριζόταν με αναλημματικό τοίχο, που κτίσθηκε κατά τη σημαντικότερη φάση οικοδομικής δραστηριότητας στο χώρο, τον 4ο και 3ο αι. π.Χ. Στη νότια πλευρά του τοίχου σχηματιζόταν στοά, η οποία είχε πρόσοψη προς το εσωτερικό του ιερού. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και ένα μικρό σπανιότατο υπαίθριο τέμενος των Μουσών, ενώ στο 2ο αι. μ.Χ. χρονολογούνται τα υπόλοιπα ορατά μνημεία του χώρου, το πρόπυλο στην είσοδο του ιερού, η ανοικοδόμηση της ελληνιστικής κατοικίας των ιερέων, της Σκανάς, η δεξαμενή του Αντωνίνου, της οποίας είναι διατηρημένο το μεγαλύτερο τμήμα της οροφής, καθώς και ένα Νυμφαίο.

Συντάκτης
Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος
_______________________________________
__________________________


Η Θόλος ή Θύμελη του Ασκληπιείου της Επιδαύρου 


Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου ή Θυμέλη σύμφωνα με τη σχετική οικοδομική επιγραφή, οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 365 και του 335 π.Χ., στο πλαίσιο του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος του Ιερού, αμέσως μετά την ολοκλήρωση κατασκευής του ναού του Ασκληπιού.
Η Θόλος κατά την παρούσα (2006) φάση της αναστήλωσής της.
Ο Παυσανίας, περιηγητής του 2ου αιώνα μ.Χ., αναφέρει ότι αρχιτέκτονας της Θόλου ήταν ο Πολύκλειτος από το Άργος.


Η Θόλος της Επιδαύρου έχει έως σήμερα τη φήμη του τελειότερου κυκλικού οικοδομήματος της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Το κτήριο χαρακτηρίζεται από διατάξεις αρχιτεκτονικών στοιχείων σε τριμερή οργάνωση. Η ανωδομή του αποτελείτο από τρεις ομόκεντρους κυκλικούς δακτυλίους. Εξωτερικά υπήρχε πώρινη περίσταση από 26 δωρικούς κίονες, η οποία περιέβαλε έναν πώρινο σηκό. Μια δεύτερη κυκλική κιονοστοιχία από 14 μαρμάρινους κίονες με κορινθιακό κιονόκρανο διακοσμούσε το εσωτερικό του σηκού. Το δάπεδο στο εσωτερικό της κορινθιακής κιονοστοιχίας διαμορφωνόταν από λευκές και μαύρες ρομβοειδείς πλάκες σε ένα μοναδικής σύλληψης γεωμετρικό σχέδιο.

Από τις εργασίες αναστήλωσης
Σύμφωνα με τον Παυσανία, στο εσωτερικό του σηκού υπήρχαν ζωγραφικές παραστάσεις του ζωγράφου Παυσία. Τόσο το δωρικό πτερό όσο και το κορινθιακό περιστύλιο στήριζαν οροφή με μαρμάρινα φατνώματα φυτικής διακόσμησης. Το κτίριο στεγαζόταν από κωνική ξύλινη στέγη καλυμμένη με ένα πολύπλοκο σύστημα μαρμάρινων κεραμίδων ενώ στην κορυφή της στέγης είχε τοποθετηθεί ένα περίτεχνο κεντρικό φυτικό ακρωτήριο.


Κάτω από το περίπλοκο δάπεδο υπήρχε ένας τριμερής υπόγειος χώρος. Οι κυκλικοί διάδρομοι που τον αποτελούσαν επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ανοίγματα ενώ φράγματα στις κατάλληλες θέσεις ανάγκαζαν τον εισερχόμενο να ακολουθήσει μαιανδροειδή πορεία. Το κυκλικό σχήμα του κτιρίου, που συνήθως χαρακτηρίζει ταφικά οικοδομήματα, καθώς και η λαβυρινθώδης μορφή του υπογείου με τους σκοτεινούς διαδρόμους παραπέμπει στο χθόνιο χαρακτήρα του Ασκληπιού, επιτρέποντας την ερμηνεία της Θόλου ως κτίριο που στέγαζε την υπόγεια κατοικία του Θεού. Εξάλλου, σύμφωνα με το μύθο, ο Θεός θεράπευε τους πιστούς του μέσα από τη γη.



Αναπαράσταση σε 3Δ λεπτομερειών του κτίσματος όταν φτιάχτηκε

Η Θόλος, σημαντικό οικοδόμημα στη μυστηριακή λατρεία του Ασκληπιού και σε άμεση γειτνίαση με το ναό του Ασκληπιού και τη στοά του Αβάτου, ενσωματώθηκε στα κτίρια που περιέβαλε η στοά των υστερορωμαϊκών χρόνων. Καταστράφηκε για πρώτη φορά από το μεγάλο σεισμό του 6ου μ. Χ. ενώ γύρω στο 18ο αιώνα άρχισε η διαρπαγή των πώρινων μελών, η ασβεστοποίηση των μαρμάρων και η αφαίρεση των μεταλλικών στοιχείων της. Υλικό από τη Θόλο βρέθηκε επίσης εντοιχισμένο σε βυζαντινά μνημεία της ευρύτερης περιοχής.


Μετά τις ανασκαφές του τέλους του 19ου αιώνα, από το μνημείο σώζονταν μόνο οι τρεις στερεοβάτες της ανωδομής και η υπόγεια τριμερής κατασκευή του λαβυρίνθου. Σημαντικό μέρος των διάσπαρτων αρχιτεκτονικών μελών της ανωδομής χρησιμοποιήθηκε σε συνεπτυγμένες αποκαταστάσεις των αρχών του 20ου αιώνα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου.


Η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου εκτελεί από το 1994 πρόγραμμα μερικής αποκατάστασης του κτιρίου, στα πλαίσια του οποίου διαλύθηκαν οι παραπάνω αποκαταστάσεις. Σήμερα στο μουσείο εκτίθεται μόνο το κορινθιακό κιονόκρανο - παράδειγμα, που βρέθηκε προσεκτικά θαμμένο κοντά στο μνημείο.


Η στοά του Αβάτου

Η στοά του Αβάτου αναστηλωμένη (άποψη από τα ανατολικά).

Η σύνθετη στοά του Αβάτου αποτελεί το μυστηριακό αλλά και ταυτόχρονα λειτουργικό χώρο, όπου επιτυγχανόταν η ίαση του ασθενούς μέσω της εγκοίμησης και κατά συνέπεια μέσω της επαφής του με το θείο. Το Άβατο ή Εγκοιμητήριο κατασκευάστηκε σε δύο οικοδομικές φάσεις, στις αρχές και στο τέλος του 4ου αι π. Χ. Κατά τη δεύτερη, διπλασιάστηκε το μήκος του κτιρίου, ανταποκρινόμενο στη συνεχώς αυξανόμενη φήμη της λατρείας του Ασκληπιού. Σύμφωνα με μια επιγραφή, αρχιτέκτονας του Αβάτου αναφέρεται ο Πέριλλος.


Πρόκειται για ένα μεγάλο, επίμηκες οικοδόμημα στα Βόρεια του ναού του Ασκληπιού, το οποίο αντικατέστησε μια μικρότερη στοά αρχαϊκών χρόνων που εντοπίστηκε σε χαμηλότερο επίπεδο κατά τις πρόσφατες εργασίες. Στο κτήριο των αρχών του 4ου αιώνα ενσωματώθηκε και το ιερό πηγάδι, καθώς το νερό αποτελούσε πάντα σημαντικό στοιχείο της ίασης. Η στοά της α΄ φάσης κατελάμβανε μόνο το ανατολικό ήμισυ του τελικού μήκους της, το οποίο χωριζόταν με ισχυρό τοίχο σε 2 μέρη κατά μήκος.


Στα τέλη του 4ου αι π.Χ., η μονώροφη στοά επεκτάθηκε προς τα δυτικά. Εδώ, η κατωφέρεια του εδάφους οδήγησε τον αρχιτέκτονα στην κατασκευή διώροφης στοάς. Το ισόγειο της δυτικής πτέρυγας είχε κτιστή πρόσοψη με εντοιχισμένους πεσσούς και μερικώς ανεπτυγμένο δωρικό θριγκό ενώ εσωτερικά κεντρική πεσσοστοιχία από 6 δωρικούς πεσσούς στήριζε το ξύλινο δάπεδο του πρώτου ορόφου. Η μεγάλη υψομετρική διαφορά καλύφθηκε με τη μνημειώδη κλίμακα στο σημείο ένωσης των 2 πτερύγων. Πλέον, η πρόσοψη του κτιρίου αποτελούνταν από 31 κίονες ιωνικού ρυθμού, οι οποίοι είχαν μεταξύ τους λίθινα κιγκλιδώματα.


Στην στοά του Αβάτου πραγματοποιούνταν η ίαση των ασθενών που προσέρχονταν στο Ιερό του Θεού - Θεραπευτή. Εδώ, μακριά από αδιάκριτα μάτια, ο ασθενής προσδοκούσε τη θεραπεία του, η οποία επιτυγχανόταν μέσω της εγκοίμησης και κατά συνέπεια μέσω της επαφής του πιστού με το Θείο. Ο ασθενής, αφού είχε εξαγνιστεί με νερό από το «ιερό πηγάδι», κοιμόταν στο έδαφος, σε επαφή δηλαδή με τη χθόνια κατοικία του Θεού, και ο Θεός, ο ίδιος ή τα ιερά του ζώα, εμφανιζόταν στον ύπνο του και τον θεράπευε ή του υπεδείκνυε τον τρόπο θεραπείας. Η εγκοίμηση ελάμβανε χώρα στο βόρειο κλειστό τμήμα της μονώροφης στοάς και στο ισόγειο της διώροφης στοάς, όπου υπήρχαν σειρές από λίθινα θρανία. Στο εσωτερικό του Αβάτου είχαν επιπλέον αναρτηθεί λίθινες επιγραφές («ιάματα?), οι οποίες εξιστορούσαν τα θαύματα του θεού. Ορισμένες από αυτές βρίσκονται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου.

Αριστερά ο Θόλος δεξιά ο Ναός του Ασκληπιού και στο κέντρο στο βάθος το Άβατον 

Το Άβατο, ως βασικό άλλωστε οικοδόμημα στην άσκηση λατρείας του Ασκληπιού, παρέμεινε σε χρήση έως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους και ενσωματώθηκε στην περιμετρική στοά του 4ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναδιοργάνωσε το Ιερό, περιλαμβάνοντας τα πιο σημαντικά οικοδομήματα. Μετά το διάταγμα του Θεοδοσίου το 426 μ.Χ περί απαγόρευσης της αρχαίας λατρείας, το Άβατο, ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου Ιερού, εγκαταλείφθηκε.

Το μνημείο ήρθε στο φως στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Π. Καββαδία. Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκε από την Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου πρόγραμμα μερικής αποκατάστασης του κτιρίου.

Το Καταγώγιο

Αεροφωτογραφία (Mayers 1985).

Το Καταγώγιο, στα νοτιοανατολικά του Ιερού και στο δρόμο προς το Θέατρο, είναι το μεγαλύτερο οικοδόμημα του Ασκληπιείου. Πρόκειται για ένα κτήριο με χρηστικό ρόλο, το οποίο λειτουργούσε ως μεγάλος ξενώνας. Κτίστηκε στο τέλος του 4ου ή στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.

Το κτήριο του Καταγωγίου ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο οικοδόμημα πλευράς 76,30μ., το οποίο χωριζόταν σε τέσσερα ίσου μεγέθους μικρότερα τετράγωνα. Το κάθε τμήμα διέθετε εσωτερική κεντρική, περίστυλη αυλή με κίονες δωρικού ρυθμού. Δωμάτια διαφόρων διαστάσεων διατάσσονταν γύρω από κάθε αυλή. Είσοδοι υπήρχαν στην ανατολική και δυτική πλευρά του κτιρίου, μία για κάθε τετράγωνο. Η εσωτερική επικοινωνία ήταν εφικτή μόνο μεταξύ των 2 βόρειων και των 2 νότιων τετραγώνων, ίσως για να υπάρχει η δυνατότητα απομόνωσης των τμημάτων του καταλύματος σε περιόδους με μειωμένη κίνηση ή για ιατρικούς λόγους. Το κτήριο ήταν διώροφο με συνολικά περίπου 160 δωμάτια.


Το Καταγώγιο υπέστη επισκευές και μετατροπές κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, ιδίως στο Ανατολικό του τμήμα. Μέλη της ανωδομής του επαναχρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή της περιμετρικής στοάς της ύστερης αρχαιότητας, η οποία φρόντισε για την αναδιοργάνωση του κεντρικού τμήματος του Ιερού. Το Καταγώγιο αποκαλύφθηκε το 1893 κατά τις ανασκαφές της Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Το οικοδόμημα του Καταγώγιου, σχετικά απομακρυσμένο από το κυρίως τμήμα του Ιερού, παρείχε στέγη στους πολυάριθμους επισκέπτες, ασθενείς, συνοδούς και προσκυνητές. Η λειτουργία του ήταν απαραίτητη δεδομένης της διαρκώς αυξανόμενης προσέλευσης επισκεπτών, ιδιαίτερα κατά τις ημέρες του εορτασμού των Ασκληπιείων, αλλά και της απόστασης του Ιερού από την πόλη της Επιδαύρου.


Το ''κτήριο Ε"

Το Κτήριο Ε όπως φαίνεται από δυτικά.

Το ''Κτήριο Ε'', πήρε το συμβατικό όνομά του από τον πρώτο ανασκαφέα του χώρου Π. Καββαδία στα τέλη του 19ου αιώνα. Πρόκειται για ένα από τα πρωιμότερα ιερά κτίρια στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, μέσα στο οποίο συνεχίστηκε το τυπικό της λατρείας που ήδη τελούνταν στο Ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα. Η τελική του μορφή διαμορφώθηκε έπειτα από πολλές οικοδομικές φάσεις, η αρχαιότερη από τις οποίες σηματοδοτεί την έναρξη της λατρείας στο Ιερό του Ασκληπιού.

Κατά την πρώτη φάση, τον 6ο αιώνα π. Χ., δημιουργήθηκε ένας υπαίθριος βωμός από τη συσσωρευμένη τεφρά των θυσιαζόμενων ζώων και τα υπολείμματα της θυσίας ενώ σε μικρή απόσταση στα Βόρεια αυτού κατασκευάστηκε ένας μικρός ναΐσκος, του οποίου λείψανα διατηρούνται κάτω από τον μεταγενέστερο ίδιων διαστάσεων χώρο. Τα ευρήματα από το βωμό τέφρας δηλώνουν ότι σ΄ αυτόν τιμούσαν τον Απόλλωνα και τον Ασκληπιό μαζί.


Στον 5ο αιώνα, ο βωμός και ο ναΐσκος ορίστηκαν από 2 αβαθείς στοές στα Ανατολικά και Βόρεια, οι οποίες εξυπηρετούσαν τους πιστούς ενώ στα Νότια κτίστηκε ένας απλός τοίχος. Απέναντί τους δημιουργήθηκε υπέργειος βωμός. Κατά τον 4ο αιώνα ανακατασκευάστηκε ο ναΐσκος με πώρινα μέλη. Από τα λείψανα στο δάπεδό του συμπεραίνουμε ότι διέθετε πτυσσόμενη τράπεζα αιματηρών προσφορών καθώς και παροχέτευση νερού για τον καθαρισμό του από τους ρύπους της τροφής. Την ίδια εποχή ο απλός τοίχος της Νότιας πλευράς διαμορφώθηκε σε στοά, πιθανόν διώροφη, ενώ το περίγραμμα του κτιρίου έκλεισε στα Δυτικά με μικρό μνημειώδες πρόπυλο. Αργότερα, τα χώματα του βωμού στο εσωτερικό της αυλής συγκρατήθηκαν με τοίχο τεθλασμένης γραμμής. Κατά τη ρωμαιοκρατία έγιναν άλλες μικρότερες αλλαγές.

Το Κτήριο Ε φιλοξένησε αρχικά τη διπλή λατρεία του Απόλλωνα και του Ασκληπιού. Στον κεντρικό υπαίθριο χώρο τελούνταν οι αιματηρές θυσίες, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβανόταν και η ολοκαύτησις, η θυσία δηλαδή του ζώου που καιγόταν εντελώς στο βωμό προς τιμήν του θεού. Η θυσία του ζώου, η προσφορά μέρους του στο θείο και η μετάληψη του υπολοίπου κρέατος από τους πιστούς, τους εξασφάλιζαν τη δύναμη και την ευλογία του ίδιου του θεού. Η διαδικασία του τελετουργικού γεύματος που περιγράφηκε, πραγματοποιούνταν στο χώρο γύρω από το βωμό καθώς και στις στοές που δημιουργήθηκαν σταδιακά.

Το Κτήριο Ε βρίσκεται στο Ανατολικό άκρο της Ιερής πλατείας, ανάμεσα στο ναό του Ασκληπιού και το ναό της Αρτέμιδος. Τα στοιχεία που προέκυψαν από τις πρόσφατες συμπληρωματικές ανασκαφικές εργασίες επιβεβαίωσαν τη συνεχή χρήση του κτιρίου τουλάχιστον έως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους (3ος αιώνας μ.Χ.). Τα τελευταία χρόνια και μετά την ολοκλήρωση τη έρευνας, τα ευπαθή τμήματα του οικοδομήματος καλύφθηκαν ώστε να προστατευθούν από τη φθορά.


Το συγκρότημα του Τελετουργικού Εστιατορίου

Το Τελετουργικό Εστιατόριο μετά την αποκατάστασή του (από νοτιοδυτικά)

Το συγκρότημα του Τελετουργικού Εστιατορίου, στα νότια του αρχαιολογικού χώρου, αποτελείται από το κυρίως κτίριο του Εστιατορίου, το μνημειώδες Πρόπυλό του στα βορειοδυτικά και το Ωδείο στο χώρο της περίστυλης αυλής. Οικοδομήθηκε στα τέλη του 4ου ή στις αρχές του 3ου αιώνα π. Χ., με εξαίρεση το Ωδείο, το οποίο αποτελεί κατασκευή του 2ου ή του πρώιμου 3ου αιώνα μ. Χ. Την ίδια εποχή θεωρείται ότι το Πρόπυλο μετατράπηκε σε ναό της Υγείας. Από τις εργασίες των τελευταίων χρόνων ήρθε στο φως Κρήνη απέναντι από την παράπλευρη είσοδο στα νοτιοανατολικά του κτηρίου, που χρονολογείται το 2ο αιώνα π.Χ.


Το κυρίως Εστιατόριο απαρτίζεται από μια εσωτερική περίστυλη αυλή με δωρική κιονοστοιχία. Γύρω από την αυλή διατάσσονταν αίθουσες διαφόρων διαστάσεων ενώ στα Βόρεια υπήρχε δεύτερη κιονοστοιχία ιωνικού ρυθμού. Ιωνικού ρυθμού ήταν και οι κίονες που υπήρχαν στο εσωτερικό των αιθουσών. Η κύρια είσοδος στο κτίριο γινόταν μέσω αναβάθρας από τα Βορειοδυτικά. Εδώ, οικοδομήθηκε ένα μνημειώδες πρόπυλο με 6 κίονες και θριγκό δωρικού ρυθμού στην πρόσοψη. Το Ωδείο των ρωμαϊκών χρόνων αποτελείτο από ορθογώνιο κοίλο με 9 σειρές καθισμάτων, ορχήστρα με ψηφιδωτό δάπεδο γεωμετρικής διακόσμησης, λογείο ή προσκήνιο, σκηνή, παρόδους και βοηθητικούς χώρους.

Και η είσοδος πρόπυλο του Γυμνασίου ή Εστιατορίου 

Το μνημείο είχε θεωρηθεί από τον ανασκαφέα και τους μετέπειτα ερευνητές ως Γυμνάσιο, χώρος δηλαδή που συνδέεται με αθλητικές και παιδαγωγικές δραστηριότητες. Η σύγχρονη έρευνα ωστόσο απέδειξε πως πρόκειται για ένα Εστιατόριο, προοριζόμενο για τα τελετουργικά γεύματα, στα οποία, σύμφωνα με τη λατρεία, ελάμβανε μέρος και ο θεός, προσφέροντας δύναμη και υγεία στους πιστούς. Η ταύτιση του οικοδομήματος τεκμηριώνεται από την ύπαρξη κλινών στις αίθουσες και από την αποκάλυψη υπολειμμάτων φωτιάς και γευμάτων στην περιοχή της αυλής.


Το Εστιατόριο καταστράφηκε μερικώς από επιδρομές πειρατών τον 1ο αιώνα π. Χ. Το 2ο αιώνα μ. Χ κτίστηκε το Ωδείο στην εσωτερική αυλή, χρησιμοποιώντας υλικό σε δεύτερη χρήση, πιθανότατα για την τέλεση ωδικών και δραματικών παραστάσεων σχετιζομένων με τα τελετουργικά γεύματα. Το συγκρότημα του Εστιατορίου ήρθε στο φως από τον Π. Καββαδία το 1884 και 1891.

Τα τελευταία χρόνια, από το 1984 και εξής, εφαρμόζεται από την Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου πρόγραμμα μερικής αποκατάστασης του Τελετουργικού Εστιατορίου, με σκοπό την κατανόηση της μορφής και της χρήσης του μνημείου.


Το Στάδιο του Ιερού του Ασκληπιείου

Το Στάδιο μετά την αποκατάσταση του στίβου και της νότιας πλευράς του (2005)

Το Στάδιο του Ιερού του Ασκληπιείου της Επιδαύρου αποτελεί οικοδόμημα συνδεδεμένο με το τελετουργικό της λατρείας του Ασκληπιού, καθώς εδώ τελούνταν οι αθλητικοί αγώνες προς τιμήν του Ασκληπιού. Η πρωιμότερη φάση κατασκευής του οικοδομήματος, η οποία διαπιστώθηκε κάτω από τα λίθινα εδώλια αλλά και στο ανατολικό πρανές, χρονολογείται στον πρώιμο 5ο αιώνα π. Χ. Τα λίθινα εδώλια άρχισαν να τοποθετούνται από τον 3ο αιώνα π.Χ. και εξής.

Το Στάδιο διαμορφώθηκε αρχικά σε μια φυσική κοιλότητα του εδάφους, στην κοίτη ενός ρέματος, το οποίο διέσχιζε το χώρο του Ιερού. Από αυτή τη φάση σώζονται καθίσματα από πηλό και μικρούς λίθους, τα οποία εντοπίστηκαν κάτω από τα μεταγενέστερα ασβεστολιθικά εδώλια των μακρών πλευρών και την ανατολική πλευρά. Τα λίθινα εδώλια άρχισαν να τοποθετούνται από το μέσο των μακρών πλευρών και προς τα άκρα, καλύπτοντας ωστόσο μόνο το κεντρικό τμήμα των πρανών. Ο στίβος για τα αγωνίσματα του δρόμου ήταν χωρισμένος κατά μήκος με χαμηλές στήλες σε 6 ίσα μέρη ("πλέθρα"), τα οποία συνολικά είχαν μήκος 181.30μ., δηλαδή ένα "στάδιον". Τις στενές πλευρές ο δρόμος κατέληγε στη γραμμή εκκίνησης ή τερματισμού, όπου υπήρχαν κιονίσκοι που οριοθετούσαν τις θέσεις των αγωνιζομένων.

Για τους αγώνες της πάλης, της πυγμαχίας και του άλματος προοριζόταν ο χώρος πίσω από τη γραμμή εκκίνησης / τερματισμού, μήκους περ. 15μ. Πώρινος αγωγός περιέβαλε τον στίβο. Στη βόρεια πλευρά του Σταδίου υπήρχε υπόγεια θολωτή δίοδος, η οποία συνέδεε το στίβο με την παλαίστρα, όπου προπονούνταν οι αθλητές πριν τους αγώνες. Από τη θολωτή δίοδο εισέρχονταν εντυπωσιακά οι αθλητές στον στίβο.

Ο Πίνδαρος αναφέρει την τέλεση γυμνικών αγώνων στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου ήδη από τον πρώιμο 5ο αιώνα. Αθλητικοί αγώνες αλλά και αγώνες ραψωδίας, μουσικής και δράματος αποτελούσαν τμήμα του τελετουργικού που ελάμβανε χώρα κατά τη διάρκεια της γιορτής προς τιμήν του Ασκληπιού που διοργανωνόταν κάθε 4 χρόνια, των Μεγάλων Ασκληπιείων. Το Στάδιο της Επιδαύρου, όπως και τα υπόλοιπα στάδια που βρίσκονται σε μεγάλα ιερά, προοριζόταν για την τέλεση των αθλητικών αγώνων προσελκύοντας πλήθος επισκεπτών.

Τα τελευταία χρόνια ολοκληρώθηκε από την Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου η διαμόρφωση του στίβου και η αποκατάσταση των εδωλίων στη νότια πλευρά του Σταδίου. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αποκατάσταση της θολωτής διόδου της Βόρειας πλευράς.


Ο ναός του Ασκληπιού

Τμήμα του Ναού που βρίσκεται στο τοπικό αρχαιολογικό μουσείο.

Ο ναός του Ασκληπιού αποτελεί το κεντρικό οικοδόμημα του Ιερού. Με την κατασκευή του, το διάστημα 380-370 π. Χ., ξεκίνησε το μεγάλο οικοδομικό πρόγραμμα του Ασκληπιείου. Από επιγραφικές μαρτυρίες μαθαίνουμε ότι ο αρχιτέκτονας του ναού λεγόταν Θεόδοτος.

Ο ναός ήταν περίπτερος με 6 x 11 δωρικούς κίονες στην περίσταση ενώ 2 επιπλέον δωρικοί κίονες βρίσκονταν ανάμεσα στις παραστάδες, στην είσοδο του προνάου. Η πρόσβαση στο κτίριο γινόταν μέσω μιας αναβάθρας στα ανατολικά.

Ο ναός αποτελούνταν από πρόναο και σηκό με εσωτερική κορινθιακή κιονοστοιχία σε σχήμα Π. Η κορινθιακή κιονοστοιχία περιέβαλε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Θεού, έργο του Πάριου γλύπτη Θρασυμήδη. Η μορφή του αγάλματος μας είναι γνωστή από την περιγραφή του περιηγητή Παυσανία, από νομίσματα της πόλης της Επιδαύρου και πιθανόν από 2 μαρμάρινα ανάγλυφα.


Ο Θεός εικονιζόταν καθισμένος σε θρόνο με βακτηρία στο ένα χέρι και φίδι στο άλλο. Στο πλάι του καθόταν ένας σκύλος. Ο θρόνος ήταν διακοσμημένος με μυθολογικές παραστάσεις. Στο δάπεδο του σηκού υπήρχε μια θήκη, ο "θησαυρός", όπου φυλάσσονταν τα περιουσιακά στοιχεία του ιερού καθώς και τα πολύτιμα αναθήματα.

Ο εξωτερικός διάκοσμος περιελάμβανε μετόπες διακοσμημένες με ρόδακες, αετωματικές συνθέσεις και ολόγλυφα ακρωτήρια. Στο ανατολικό αέτωμα εικονιζόταν η άλωση της Τροίας και δυτικό σκηνές μάχης Ελλήνων και Αμαζόνων. Νίκες, έφιππες Αύρες και σύμπλεγμα ανδρικής και γυναικείας μορφής (ίσως Απόλλων και Κορωνίς, οι γονείς του Ασκληπιού) κοσμούσαν τα ακρωτήρια.


Στοιχεία για την κατασκευή του ναού γνωρίζουμε από την οικοδομική επιγραφή που τον αφορά και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου. Η επιγραφή αναφέρει τα ονόματα όσων εργάστηκαν, το είδος της εργασίας τους και την αμοιβή τους. Ο ναός πιθανότατα καταστράφηκε μετά τον 5ο αι. μ.Χ. Μετά την εγκατάλειψή του και εξαιτίας του εύθρυπτου υλικού κατασκευής (μαλακός πωρόλιθος), το μνημείο διαλύθηκε ταχύτατα. Μετά την ανασκαφή του ναού από τον Π. Καββαδία, μέλη από την ανωδομή του χρησιμοποιήθηκαν στη μερική αποκατάσταση του αρχιτεκτονικού του διακόσμου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου.

Από τον άλλοτε μεγαλοπρεπή ναό της Ύστερης Κλασικής Εποχής, σήμερα είναι ορατά μόνο λίγα λείψανα. Το τελευταίο διάστημα, η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου εφαρμόζει πρόγραμμα συντήρησης των θεμελίων του.


Ο μικρός ναός της Αρτέμιδος

Τμήμα του Ναού που βρίσκεται στο τοπικό αρχαιολογικό μουσείο Β

Ο μικρός ναός της Αρτέμιδος, βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα του Ιερού, ανάμεσα στο Κτήριο Ε και στο Τελετουργικό Εστιατόριο. Κτίστηκε στο τέλος του 4ου αιώνα π. Χ. και παρέμεινε σε χρήση έως την ύστερη αρχαιότητα.

Η άσκηση λατρείας της Αρτέμιδος στο Ιερό χρονολογείται ήδη από τον 5ο αι. π. Χ, σύμφωνα με επιγραφική μαρτυρία. Ο ναός ήταν πρόστυλος με 6 δωρικούς κίονες στην πρόσοψη και εσωτερική κορινθιακή κιονοστοιχία σε σχήμα Π. Στο σηκό ήταν ιδρυμένο το άγαλμα της θεάς. Εξωτερικά έφερε θριγκό δωρικού ρυθμού ενώ η σίμη ήταν διακοσμημένη με ανάγλυφες άκανθες.

Ως υδρορρόες είχαν χρησιμοποιηθεί κεφαλές αγριόχοιρων και σκύλων αντί των συνήθων λεοντοκεφαλών, οι οποίες σχετίζονταν με τον κυνηγετικό χαρακτήρα της θεάς. Η Θεά φαίνεται πως είχε εδώ τονισμένη τη χθόνια υπόστασή της και λατρευόταν ως Άρτεμις-Εκάτη. Η έρευνα τοποθετεί από 2 ακρωτήρια Νικών στις άκρες των 2 αετωμάτων και διαφορετικό ακρωτήριο στο κέντρο κάθε αετώματος. Στα ανατολικά υπήρχε ο βωμός της θεάς, ο οποίος συνδεόταν με το ναό μέσω ενός πλακόστρωτου διαδρόμου που κατέληγε σε στενότερη αναβάθρα.

Ο ναός της Αρτέμιδος σε 3Δ

Ο ναός της Αρτέμιδος κτίστηκε κατά τη διάρκεια του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος του Ιερού και αργότερα ενσωματώθηκε στην στοά της ύστερης αρχαιότητας, η οποία περιελάμβανε τα πιο σημαντικά οικοδομήματά του. Ανασκάφηκε από τον Π. Καββαδία στα τέλη του 19ου αιώνα. Η ύπαρξη ναού αφιερωμένου στην αδελφή του Απόλλωνα στο Ιερό της Επιδαύρου ήταν γνωστή από τη μαρτυρία του περιηγητή Παυσανία. Η ταύτισή του ωστόσο με τα συγκεκριμένα κατάλοιπα πραγματοποιήθηκε μετά την αποκάλυψη, στην ανατολική πλευρά του κτιρίου, ενεπίγραφου βάθρου με το όνομα της θεάς. Η ταύτιση αυτή ενισχύθηκε με τη χρήση των χαρακτηριστικών συμβόλων της θεάς ως υδρορρόες.

Αυθεντικό υλικό από την ανωδομή του κτιρίου έχει χρησιμοποιηθεί στην αποκατάσταση τμήματος του αρχιτεκτονικού του διακόσμου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου, όπως πραγματοποιήθηκε από τον ανασκαφέα του.


Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου


Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.

Το μνημείο κτίστηκε για να τελούνται σ΄ αυτό οι μουσικοί, ωδικοί και δραματικοί αγώνες των Ασκληπιείων. Επίσης δίνονταν σ' αυτό παραστάσεις δραμάτων, που συμπεριλαμβάνονταν στην λατρεία του Ασκληπιού. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ., το κοίλο του επεκτάθηκε και η χωρητικότητα του από περίπου 8.000 αυξήθηκε σε 13.000-14.000 θεατές. Την ίδια εποχή διαμορφώθηκε το σκηνικό οικοδόμημα έτσι ώστε οι ηθοποιοί να παίζουν αποκλειστικά στο λογείο, δηλ. στην εξέδρα πάνω από το προσκήνιο, και όχι πλέον μπροστά σ' αυτό. Κατά την Ρωμαιοκρατεία διατήρησε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού Θεάτρου, ακόμη και μετά την επισκευή του από τις καταστροφές που υπέστη κατά την εισβολή των Ερούλων το 267 π.Χ., κυρίως στο σκηνικό οικοδόμημα.
Το κοίλο του Θεάτρου έχει κατασκευαστεί στην πλαγιά του λόφου με ασβεστολιθικό υλικό ενώ τα αναλήμματά του αποτελούνται από πωρόλιθο. Ένα πλακόστρωτο διάζωμα, πλάτους 1,90 μ., χωρίζει το τμήμα του κοίλου που κτίστηκε πρώτο, από ένα νεότερο τμήμα, το επιθέατρο. Δεκατρείς ακτινωτές κλίμακες οδηγούν στις 34 σειρές εδωλίων δώδεκα ίσων κερκίδων του αρχικού τμήματος, ενώ το επιθέατρο αποτελείται από 22 κερκίδες και 23 κλίμακες που οδηγούν σε 21 σειρές εδωλίων. Η πρώτη και η τελευταία σειρά του αρχικού τμήματος καθώς και η πρώτη σειρά του νέου έχουν καθίσματα με ερεισίνωτα. Το κοίλο περιβαλλόταν από ένα διάδρομο και έναν πώρινο προστατευτικό τοίχο. Στις παρόδους κτίστηκαν μνημειακές δίθυρες πύλες, από τις οποίες κεκλιμένα επίπεδα (αναβάθρες) οδηγούσαν στο προσκήνιο. Ένας πλακόστρωτος διάδρομος χωρίζει το κοίλο από την κυκλική ορχήστρα που έχει διάμετρο 20 μ., στο κέντρο της οποίας σώζεται η βάση για τον βωμό του Διονύσου (θυμέλη).

Το κτισμένο με πωρόλιθους σκηνικό οικοδόμημα ήρθε στο φως ερειπωμένο. Αποτελείται από το προσκήνιο και μία διώροφη σκηνή, πλαισιωμένη με παρασκήνια. Αρχικά είχε δύο κιονοστοιχίες με πεσσούς, η μία στην πρόσοψη του προσκήνιου, διακοσμημένη με ιωνικούς ημικίονες και η άλλη στην πίσω πλευρά της ισόγειας αίθουσας της σκηνής. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. η πλευρά αυτή κλείστηκε, ενώ αντιθέτως στην πρόσοψη του ορόφου της σκηνής διανοίχτηκαν πέντε προσβάσεις προς το λογείο. Μεταφέρθηκαν τότε από το προσκήνιο στον όροφο οι κινητοί πίνακες ζωγραφικής, που τοποθετούνταν ανάμεσα σε πεσσούς για την διαμόρφωση του σκηνικού ανάλογα με το δράμα που παιζόταν. Το σκηνικό οικοδόμημα διακοσμούσαν και γλυπτά, από τα οποία ελάχιστα διασώθηκαν.

Η αρμονία αυτού του Θεάτρου οφείλεται στον μοναδικό του σχεδιασμό βασισμένο σ' ένα κανονικό πεντάγωνο, στο οποίο εγγράφεται η ορχήστρα, καθώς και στη χρήση τριών κέντρων για την χάραξη των καμπύλων σειρών των εδωλίων του κοίλου. Περίφημη είναι και η ακουστική του Θεάτρου αυτού.

Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881-83. Αρχικά το 1907 αλλά και κατά την περίοδο 1954-1963 έγιναν εργασίες αναστήλωσης στα θυρώματα των παρόδων, στους αναλημματικούς τοίχους και στις ακραίες κερκίδες του αρχικού τμήματος του κοίλου.

Από το 1988 την συντήρηση του Θεάτρου ανέλαβε η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου αναστηλώνοντας αρχικά την ακραία δυτική κερκίδα του επιθεάτρου, το θύρωμα της δυτικής παρόδου και τους δύο αγωγούς απορροής ομβρίων της ορχήστρας. Η φροντίδα του μνημείου είναι συνεχής και αποσκοπεί στην αποκατάσταση των φθορών που υφίσταται το μνημείο από φυσικά αίτια αλλά και από την χρήση του.
Από το 1954 πραγματοποιούνται στο φυσικό τους χώρο κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος.

Αναπαράσταση 3Δ από μέρος του θυρόφυλλου της Θόλου 

ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ
ΜΕ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ:
Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος
Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρο

Φωτο:
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
www.flickr.com
www.thymeleofepidaurus.co.uk/
ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΠΗΓΗ: https://ellinondiktyo.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αβαγνον