Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μέγας κωνσταντίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μέγας κωνσταντίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Το "όραμα" της Νέας Ρώμης, νέο κέντρο η Κωνσταντινούπολη, νέες προοπτικές της ανανεωμένης αυτοκρατορίας

Το πνεύµα των µεταρρυθµίσεων του Μ. Κωνσταντίνου σφράγισε την ταυτότητα της αυτοκρατορίας µέχρι την πτώση της. Τοποθετήθηκαν ακλόνητα θεμέλια για την πλήρη ανανέωση και προοδευτική μεταμόρφωσή της, ενώ ο εξελληνισμός πραγματοποιήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. 



Γράφει η Ελένη Δραμπάλα


Η ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ



1) Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η πορεία προς την παντοδυναμία. Αστασίαστος μονοκράτορας στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

O Μ. Κωνσταντίνος γεννήθηκε στη Ναϊσσό τής Άνω Μοισίας πριν από το 285, ήταν δε γιός του Κωνσταντίνου Χλωρού από την Ελένη, την οποία είχε πάρει μαζί του απότη Βιθυνία της Μικράς Ασίας. Η προώθηση του πατέρα του στην Ιεραρχία της αυτοκρατορίας με τη διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού (Καίσαρας το 292 και Αύγουστος το 305) διηύρυνε τις προοπτικές του Κωνσταντίνου. Στα πρώτα χρόνια παρακολούθησε τους αγώνες του πατέρα του, κοντά στον οποίο εκπαιδεύθηκε και έμαθε τα εγκύκλια γράμματα. Η προώθηση του πατέρα του στο αξίωμα του Καίσαρα της υπαρχίας (praefectura) τής Γαλατίας στη Δύση (292) δεν παρεμπόδισε τη μόρφωση του Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος παρέμεινε για μεγάλη περίοδο στην αυλή του Διοκλητιανού στην Ανατολή ως εγγυητής τής πιστότητας τουπατέρα του και είχε την ευχέρεια να μαθητεύση σε πολύ αξιόλογους δασκάλους. Παράλληλα, εντάχθηκε στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού και έλαβε μέρος σε εκστρατείες με το αξίωμα του τριβούνου. Ο νεαρός Κωνσταντίνος διακρινόταν γιά το εντυπωσιακό παράστημα, για τις φυσικές δεξιότητες, γιά τις διοικητικές ικανότητες και για την ευγένεια τρόπων και συμπεριφοράς, τα οποία καθιστούσαν αισθητή την παρουσία του.

Η μετά την παραίτηση των Διοκλητιανού και Μαξιμιανού προώθηση του πατέρα του στο αξίωμα του Αυγούστου (305), με την αντίστοιχη διεύρυνση της εξουσίας του, σήμαινε ουσιαστικά την ανάληψη της διοικήσεως ολόκληρου του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας με κέντρο τα Τρέβηρα (Treves) της Γαλατίας. Ο νεαρός Κωνσταντίνος μετέβη με την έγκριση του Γαλερίου στα Τρέβηρα (305) και έσπευσε να συναντήση τον πατέρα του, ο οποίος είχε αναλάβει εκστρατεία στη Μεγάλη Βρετανία. Ο Κωνσταντίνος κέρδισε αμέσως την εμπιστοσύνη τού πατέρα του και τόν θαυμασμό του στρατού για τα εξαίρετα διοικητικά και στρατηγικά προσόντα του. Ο θάνατος του πατέρα του στις 7 Ιουλίου του 306 δεν δημιούργησε ιδιαίτερα προβλήματα διαδοχής, γιατί ο στρατός ανακήρυξε με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις ως διάδοχό του τον Κωνσταντίνο, ο οποίος αξιοποίησε την εξαιρετική ευκαιρία για την ικανοποίηση των φιλοδοξιών του. Ο Γαλέριος όμως δεν αναγνώρισε στον Κωνσταντίνο τον τίτλο του Αυγούστου και του παραχώρησε τον τίτλο του Καίσαρα (306). Η συνάντηση του Διοκλητιανού, του Μαξιµιανού και των εν ενεργεία αυτοκρατόρων στο Καρνούντο (308) δεν έπεισε τον Κωνσταντίνο να παραιτηθή από τον τίτλο του Αυγούστου, τον οποίο αποφάσισε να υπερασπισθή και εναντίον του πεθερού του Μαξιµιανού (310). Το διαζύγιο από τη σύζυγό του Μινερβίνα, µε την οποία απέκτησε τον Κρίσπο, και ο γάµος του µε την κόρη του Μαξιµιανού Φαύστα, αδελφή του Αυγούστου Μαξεντίου που είχε έδρα τη Ρώµη, δεν αποδείχθηκαν επαρκείς προϋποθέσεις γιά την αναγνώρισή του από τον Γαλέριο. Ωστόσο, η αύξηση του αριθµού των Αυγούστων υπήρξε ερέθισµα γιά την ανάπτυξη ποικίλων φιλοδοξιών, οι οποίες οδήγησαν αναπόφευκτα σε µακροχρόνια περίοδο πολυµέτωπων συγκρούσεων (307-324). Μετά τονν θάνατο του Μαξιµιανού και του Γαλερίου (310), ο ανταγωνισµός των Αυγούστων προσέλαβε τις διαστάσεις εσωτερικού πολέµου στην αυτοκρατορία. Οι Αύγουστοι της Δύσεως Μαξέντιος και Κωνσταντίνος, όπως και οι Αύγουστοι της Ανατολής Λικίνιος και Μαξιµίνος,προτίµησαν συµµαχίες, οι οποίες κάλυπταν τις αρχικές φιλοδοξίες τους στην Ανατολή και τη Δύση. Έτσι, διαµορφώθηκαν οι συµµαχίες του Μαξιµίνου µε τον Μαξέντιο και του Κωνσταντίνου µε τον Λικίνιο, οι οποίες επιδίωκαν καθεµία γιά λογαριασµό της την πλήρη επικράτηση στην Ανατολή και τη Δύση. Η πoλλαπλή σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.


Maxentius02 pushkin.jpg
Μαξέντιος
Οι προετοιµασίες του Μαξεντίου είχαν σαφή προοπτική την εξουδετέρωση της απειλής του Κωνσταντίνου στη Δύση, µε αιφνιδιαστική εισβολή στη Γαλατία, αλλά και ο Κωνσταντίνος δεν είχε άλλη επιλονή από την αναµέτρηση µε τον Μαξέντιο, γιά την κυριαρχία στη Δύση, γι' αυτό και ανέλαβε µε αποφασιστικότητα την πρώτη κίνηση. Πέρασε µε τον στρατό του τις Άλπεις και χωρίς δυσκολίες έγινε κύριος της βόρειας Ιταλίας (Σεπτέμβριος 312). Η θριαµθευτική είσοδός του στα Μεδιόλανα, έδρα των Ρωµαίων αυτοκρατόρων στην ύστερη ρωµαϊκή περίοδο, άνοιξε τον δρόµο γιά τη Ρώµη. Ο στρατός του ενισχύθηκε µε νέες δυνάµεις, οι οποίες στρατολογήθηκαν από την περιοχή, χωρίς διάκριση χριστιανών και εθνικών. Η αξιοποίηση των χριστιανών ήταν ορθή επιλογή, όχι µόνο γιά την αύξηση του στρατού, αλλά και γιά την τόνωση του φρονήµατός του. Η επίσηµη αποδοχή τους στο στράτευµα συνοδευόταν µε την εκδήλωση των θετικών έναντί τους διαθέσεων. Η κρίσιµη πορεία προς τη Ρώµη ήταν θριαµβευτική, αφού ο Μαξέντιος επέλεξε ως τόπο αναµετρήσεως την πρωτεύουσά του. Στις 27 Οκτωβρίου 312 ο στρατός του Κωνσταντίνου είχε αναπτυχθή ετοιµοπόλεµος έξω από τη Ρώµη, στη δεξιά όχθη του Τίβερη, και ετοιµαζόταν γιά την τελική µάχη κάτω από την ήρεµη εποπτεία του Κωνσταντίνου.

Στην παραµονή της µεγάλης αναµετρήσεως αποδίδουν µεταγενέστερες παραδόσεις το περίφηµο όραµα του Κωνσταντίνου, σύµφωνα µε τό οποίο είδε στον ουρανό µε φωτοειδείς ακτίνες, το χριστιανικό σύµπλεγµα , σε ανάπτυξη σταυρού µε τη φράση «εν τούτω νίκα". Η αξιοπιστία των παραδόσεων γιά το όραµα αυτόσχολιάσθηκε µε ποικίλους τρόπους, αφού και οι ίδιες οι παραδόσεις παρουσιάζουν διαφορετικά στοιχεία. Ο Λακτάντιος υπονοεί ότι ο Κωνσταντίνος είδε το όραµα κοιµώµενος, ενώ ο εκκλησιαστικός Ιστορικός Ευσέβιος το περιγράφει ως πραγµατικό όραµα κατά τη διάρκεια της ηµέρας και το αποδίδει σε θαυµαστή φανέρωση της θείας βουλής. Ο Ευσέβιος συνδέθηκε στενότατα µε τον Κωνσταντίνο και οπωσδήποτε συζήτησε άµεσα ή έµµεσα το θέµα αυτό, το οποίο µε τόση έµφαση περιγράφει στον Βίο Κωνσταντίνου. Είναι γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος, καίτοι απέφευγε να συζητή τα σχετικά µε το όραµα, δεν δίσταζε να αποδίδη την τελική επικράτησή του σε θεία έµπνευση. Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν χριστιανός, αλλά, όπως και ο πατέρας του, έκλινε προς ένα ηθικό ενοθεϊσµό και λάτρευε ως ύψιστο θεό τον θεό Ήλιο (Απόλλωνα) και τη θεά Νίκη µε σαφή συγκρητιστική ελευθερία. Μετά τη νίκη εναντίον του πεθερού του Μαξιµιανού και των επαναστατηµένων Γερµανών (310), τις εύχαριστίες του προσέφερε σε ένα ναό του Ηλίου (Απόλλωνος) στη Γαλατία, όπου είδε το όραµα ότι ο θεός 'Ηλιος και η θεά Νίκη του προσέφεραν δύο δάφνινα στεφάνια µε ορισµένα σηµεία στο κέντρο τους, τα οποία ερµηνεύθηκαν από τον Ιερέα ότι θα βασίλευε τριάντα χρόνια (ΧΧΧ) στην αυτοκρατορία.


Το όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Ραφαήλ στο Βατικανό
Πριν από την κρίσιµη µάχη εναντίον του Μαξεντίου δεν µπορούσε να παραθεωρήση την προ τριετίας ήττα των αυτοκρατόρων Σεβήρου και Γαλερίου, όπως δεν µπορούσε να µη θυµηθή και το προφητικό όραµα για την τριακονταετή βασιλεία του. Η ψυχολογική του φόρτιση ήταν ευνόητη, αλλά οι υπερβατικές αναγωγές της δεν ήσαν αυτονόητες. Η δυναµική παρουσία του χριστιανικού στοιχείου στον στρατό του δήλωνε τη νέα πραγµατικότητα, η οποία δεν ήταν άσχετη προς τις προδιαθέσεις του Κωνσταντίνου έναντι του χριστιανισµού, όπως αποδεικνύεται και από τις υπέρ των χριστιανών Αποφάσεις των Μεδιολάνων κατά το επόµενο έτος (313). Άλλωστε, το πέρασµα από τον συγκρητιστικό ενοθεϊσµό προς τον χριστιανισµό δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Το όραµα λοιπόν µπορεί να κατανοηθή µέσα στα πλαίσια των ψυχολογικών αυτών προϋποθέσεων του Κωνσταντίνου, είναι δε βέβαιο ότι το χριστιανικό µονόγραµµα τοποθετήθηκε στη σηµαία του στρατού, αφού είναι γνωστό ότι µετά από µία πενταετία είχε τοποθετηθή στην περικεφαλαία του Κωνσταντίνου. Η απουσία του µονογράµµατος από τα νοµίσµατα της ίδιας εποχής είναι ευνόητη, γιατί η µεταβολή του τύπου των νοµισµάτων δεν είναι πάντοτε εύκολη.

Στίς 28 Οκτωβρίου 312 σφραγίσθηκε η µεγάλη νίκη στη Μουλβία γέφυρα του Τίβερη και ήταν συντριπτική γιά τον αντίπαλό του Μαξέντιο, ο οποίος πνίγηκε πιθανότατα µαζί µε πολλούς στρατιώτες του στο ποτάµι, ενώ ο υπόλοιπος στρατός του αποδεκατίσθηκε και διαλύθηκε. Η οποιαδήποτε εξήγηση της µεγάλης νίκης δεν είναι άσχετη προς τον ενθουσιασµό του στρατού, αλλά στηρίχθηκε στην άριστη στρατηγική του Κωνσταντίνου και ιδιαίτερα στον εξαιρετικό προγραµµατισµό των κινήσεων του Ιππικού. Στην αναµνηστική γιά τη νίκη αψίδα, που ανεγέρθηκε το 315, αναγράφηκε χαρακτηριστικά ότι η νίκη ήταν καρπός θείας εµπνεύσεως. Με τη νίκη αυτή ο Κωνσταντίνος έγινε ο αδιαφιλονίκητος κύριος της Δύσεως και δηµιούργησε νέες προοπτικές γιά την αυτοκρατορία, αφού αξιοποίησε επίσηµα και το χριστιανικό στοιχείο τής Δύσεως.

Οι Αποφάσεις των Μεδιολάνων (313) του Κωνσταντίνου και του Λικινίου, οι οποίες δεν περιβλήθηκαν τον χαρακτήρα επίσηµου Διατάγµατος, κατοχύρωναν την αρχή της ανεξιθρησκείας και της θρησκευτικής ελευθερίας. Είχαν όµως ιδιαίτερη αναφορά στη νοµιµοποίηση και την ελευθερία του χριστιανισµού, όπως φαίνεται από τη δηµοσίευση των Αποφάσεων αυτών στην Ανατολή µε διάταγµα του Λικινίου, ο οποίος προφανώς µιµήθηκε τον Κωνσταντίνο στον αγώνα του εναντίον του Μαξιµίνου. Το έδαφος είχε ήδη προετοιµασθή µε το διάταγµα του Γαλερίου γιά την κατάπαυση των διωγµών εναντίον των χριστιανών (311). Είναι όµως γνωστό ότι ο Κωνσταντίνος δεν περιορίσθηκε µόνο στις θεωρητικές θεσµικές ρυθµίσεις, αλλά έδειξε έµπρακτο ενδιαφέρον γιά την οικονοµική υποστήριξη και την ενίσχυση της εσωτερικής ενότητας της χριστιανικής Εκκλησίας της Δύσεως. Αυτό φαίνεται και από τις πρωτοβουλίες του στα προβλήµατα της Εκκλησίας τής βόρειας Αφρικής που αντιµετώπιζε το σοβαρό θέµα του σχίσµατος των Δονατιστών. Οι οδηγίες του προς τον διοικητή της βόρειας Αφρικής Ανουλλίνο γιά την οικονοµική επιχορήγηση της χριστιανικής Εκκλησίας εκφράζουν τον ευρύτερο προσανατολισµό της θρησκευτικής του πολιτικής.

[el]image1 (5)

Η κυριαρχία στη Δύση άνοιγε την προοπτική της Ανατολής, όπου ο σύµµαχός του Λικίνιος αγωνιζόταν µε το ίδιο πνεύµα να επικρατήση στην Ανατολή. Ο γάµος του Λικινίου, µε την Κωνσταντία, αδελφή του Κωνσταντίνου, τελέσθηκε αµέσως µετά τον θάνατο του Μαξιµίνου (313) γιά να επισφραγίση τη συµµαχία του µόνου κυριάρχου της Δύσεως µε τον µόνο κυρίαρχο της Ανατολής. Η συµµαχία αυτή δεν είχε διάρκεια. Από το 314 ήδη αρχίζουν οι συγκρούσεις του Κωνσταντίνου και του Λικινίου στο Ιλλυρικό. Οι νίκες του Κωνσταντίνου και η υποχώρηση του Λικινίου διευκόλυναν την προσάρτηση νέων επαρχιών στο δυτικό κράτος, αλλά δεν οδήγησαν στην τελική επικράτησή του. Το µεγαλύτερο τµήµα του Ιλλυρικού ανήκε στον Κωνσταντίνο, ο οποίος την 1η Μαρτίου 317 εισήλθε θριαµβευτικά στη Σαρδική (Σόφια) και ανακήρυξε Καίσαρα τον γιό του από τη Μινερβίνα Kρίσπo, αργότερα δε και τον γιό του από τη Φαύστα Κωνσταντίνο, όπως επίσης και τον γιό του Λικινίου. Η βραδύτητα των κινήσεων του Μεγάλου Κωνσταντίνου επισφραγίζεται µε τη συνεχή προώθηση των θέσεών του, χωρίς να επιχειρηθή ανοικτή σύγκρουση µε τον Λικίνιο.

Η δηµιουργία ερεισµάτων στην Ανατολή, την οποία γνώριζε πολύ καλά, ήταν αναγκαία, µετά δε το 317 άρχισε η προοδευτική στροφή των χριστιανών της Ανατολής υπερ του Κωνσταντίνου. Η καχυποψία του Λικινίου επιτάχυνε τη στροφή αυτή, που ήταν ήδη αισθητή το 322, όταν ο Κωνσταντίνος, µετά τον νικηφόρο πόλεµο εναντίον των Σαρµατών, κατέβηκε ανεµπόδιστος ως τη Μακεδονία (322). Ο ενθουσιασµός των χριστιανών της Ανατολής ανάγκασε τον Λικίνιο να αλλάξη την πολιτική του έναντι των χριστιανών, να αφαιρέση τις ελευθερίες τους και να απαγορεύση τις συνοδικές συνελεύσεις τους (322). Το 323 ο Κωνσταντίνος εισέβαλε στη Θράκη µε την πρόφαση της εξουδετερώσεως των Γότθων, ο δε Λικίνιος άρχισε να ετοιµάζεται γιά την τελική αναµέτρηση. Στη µάχη της Αδριανουπόλεως (Ιούλιος 324) ο Λικίνιος αναγκάσθηκε να οπισθοχωρήση και να κλεισθή στην οχυρωµένη πόλη του Βυζαντίου γιά να αναχαιτίση την πορεία του Κωνσταντίνου προς την Ανατολή. Ο στόλος του όµως κατανικήθηκε από τον στόλο του Κωνσταντίνου, που είχε ως αρχηγό τον γιό του Κρίσπο, γι' αυτό και ο Λικίνιος αποσύρθηκε στη Μικρά Ασία. Νικήθηκε όµως στη Χρυσούπολη και αιχµαλωτίσθηκε στη Νικοµήδεια, σώθηκε δε µε παρέµβαση της αδελφής του Μ. Κωνσταντίνου και συζύγου του Κωνσταντίας και τέθηκε υπό περιορισµό στη Θεσσαλονίκη, όπου και τελικά θανατώθηκε.
2) Οι μεταρρυθμίσεις του Μ. Κωνσταντίνου στη διοικητική οργάνωση της αυτοκρατορίας. Η εύνοια προς τον χριστιανισμό. Θρησκευτική πολιτική.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν πλέον ο παντοδύναµος και αστασίαστος µονοκράτορας στη Ρωµαϊκή αυτοκρατορία, η οποία κατά τους δύο τελευταίους αιώνες περνούσε µία βαθειά κρίση δοµών και θεσµών. Ο Μέγας Κωνσταντίνος απέκτησε πλήρη εµπειρία της αποτυχίας τουµεταρρυθµιστικού έργου του Διοκλητιανού µε τις αλλεπάλληλες και πολυµέτωπες συγκρούσεις των Αυγούστων στην Ανατολή και τη Δύση. Έτσι:

α) Αποκατέστησε την ενότητα της αυτοκρατορικής εξουσίας και του φορέα της, αφ' ενός µεν µε την κατάργηση του θεσµού των Αυγούστων και των Καισάρων, αφ' ετέρου δε µε τον ουσιαστικό περιορισµό των εξουσιών της Συγκλήτου.

β) Απολυτοποίησε την αυτοκρατορική αυθεντία µε την καθιέρωση της κληρονοµικής διαδοχής στον θρόνο.

γ) Εξουδετέρωσε τη συγκέντρωση  των εξουσιών κάθε υπαρχίας ή επαρχότητας σε ένα πρόσωπο, στον έπαρχο του πραιτωρίου (praefectus praetorio), µε τον κάθετο διαχωρισµό της πολιτικής από τη στρατιωτική εξουσία σε όλα τά επίπεδα της διοικητικής διαστρωµατώσεως και

δ) Θεµελίωσε µε σειρά µέτρων την ευρύτητα των δικαιοδοσιών του αυτοκράτορα και ανέπτυξε τις υπηρεσίες του Παλατιού σε όλους τους τομείς της δημόσιας διοικήσεως.

Από τις ρυθμίσεις αυτές, που έγιναν συστηματικά και αθόρυβα, διαμορφώθηκαν οι νέες δομές της διοικητικής οργανώσεως της αυτοκρατορίας, η οποία είχε ως απόλυτο φορέα και εκφραστή της τον αυτοκρότορα και λειτουργούσε με χαρακτηριστική συγκεντρωτική νοοτροπία. Ο αυτοκρότορας ήταν η πηγή κάθε εξουσίας στην αυτοκρατορία και η κορυφή της διοικητικής πυραμίδας της.

Η Νέα Ρώμη ήταν πλέον το νέο κέντρο για τις νέες προοπτικές της ανανεωμένης αυτοκρατορίας. Αυτό είχε οραματισθή ο Μέγας Κωνσταντίνος στη μακροχρόνια περίοδο των αγώνων του. Η Κωνσταντινούπολη αντικατόπτριζε το νέο πνεύμα της αυτοκρατορίας, το οποίο θεμελιώθηκε στην αξιοποίηση του χριστιανισμού ως της νέας πνευματικής της. Η διατήρηση του παλαιού θεσμικού πλαισίου της εθνικής θρησκείας, η οποία παρέμεινε επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, δεν εμπόδισε την εύνοια του Μ. Κωνσταντίνου προς τον χριστιανισμό. Η εύνοια αυτή εκδηλώθηκε με το σταθερό ενδιαφέρον για την αποκατάσταση της εσωτερικής ενότητας της χριστιανικής Εκκλησίας, που είχε διαταραχθή με την ευρύτατη απήχηση της αιρετικής διδασκαλίας του Αρείου. Η προετοιμασία και η σύγκληση της Α' Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας (325) από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα αποτελεί το κορυφαίο γεγονός της νέας πραγματικότητας. Βέβαια, οι µεταβολές στους συμβούλους (Όσιος Κορδούης, Ευσέβιος Καισαρείας κ.λπ.) επηρέαζαν την κατεύθυνση του ενδιαφέροντος προς τη μία ή την άλλη πλευρά, αλλά το ενδιαφέρον ήταν σταθερό μέχρι και το τελικό βάπτισμά του στη Νικομήδεια, λίγο πριν απο τον θάνατό του (22 Μαΐου 337).

Τα προνόμια προς τον κλήρο και τις παροχές γιά την ανέγερση ναών στην Κωνσταντινούπολη (Αγίας Σοφίας, Αγίων Αποστόλων κ.λπ.) και στις άλλες μεγάλες πόλεις της περιφέρειας, όπως και γιά την αντιμετώπιση ποικίλων εκκλησιαστικών αναγκών, ανταποκρίνονται στις επιλογές του γιά την ανανέωση της αυτοκρατορίας και δεν είναι άσχετες προς την επιρροή της μητέρας του αγίας Ελένης. Το βάπτισμά του στον χριστιανισμό επισφράνισε το πνεύμα των επιλογών του, αφού με άξονα το βάπτισμά του διαμορφώθηκε η όλη πολιτική θεολογία του χριστιανισμού, που ιεροποίησε το πρόσωπο του φορέα της βασιλικής εξουσίας και ανέπτυξε τις οικουμενικές προοπτικές της γιά την πραγμάτωση της χριστιανικής οικουμένης. Η χριστιανική κήδευση και ο ενταφιασμός του στον ναό των Αγίων Αποστόλων ολοκλήρωσαν τον κύκλο της ιδεολογικής βάσεως με την αρμονική σύνθεση της ρωμαϊκής νομοθεσίας, της ελληνικής διανοήσεως και της χριστιανικής πίστεως. Ο αυτοκράτορας εγκωμιάσθηκε ως επίσκοπος τών εκτός (της Εκκλησίας) και ως επιστημονάρχης των εκκλησιαστικών, με την έννοια ότι είχε την αυθεντία γιά την προστασία της ευταξίας, ενώ παράλληλα θεωρήθηκε αυθεντικός φορέας της θεοδώρητης βασιλικής εξουσίας.

Ο Μ. Κωνσταντίνος υπήρξε πράγµατι ο µεγαλόπνοος µεταρρυθµιστής και ο προφητικός οραµατιστής µιας ανανεωµένης οικουµενικής αυτοκρατορίας. Οι µεγάλες στρατηγικές του ικανότητες, ο προφητικός πολιτικός του οραµατισµός, ο µοναδικός διοικητικός ρεαλισµός και η ανεπανάληπτη µεταρρυθµιστική του διορατικότητα διαµόρφωναν τη χαρισµατική του προσωπικότητα. Η σκληρότητα του χαρακτήρα του, η οποία εκδηλώθηκε µε χαρακτηριστικό τρόπο στη θανάτωση του γιού τού Κρίσπου και της συζύγου του Φαύστας, γιά οργάνωση συνωµοσίας (326), όπως επίσης και το ευµετάβολο των διαθέσεών του υπήρξαν οπωσδήποτε οι ασθενείς πλευρές της ηθικής του προσωπικότητας, η οποία υποχωρούσε µπροστά στην πολιτική του ευαισθησία. Η χριστιανική Εκκλησία τόν χαρακτήρισε άγιο και ισαπόστολο, γιατί µε το έργο του και µε το βάπτισµά του διευκόλυνε την ταχύτερη επικρότησή της στον ελληνορωµαϊκό κόσµο. Η ιστορία τόν ονόµασε Μέγα, γιατί το πολυσύνθετο έργο του υπήρξε πρόγµατι µεγάλο και επηρέασε άµεσα ή έµµεσα την παγκόσµια ιστορία.

Η εύνοια του Μ. Κωνσταντίνου γιά τον χριστιανισµό δεν πρέπει να ερµηνευθή µε σκεπτικισµό. Χωρίς να αρνηθή κανεις την πολιτική µεγαλοφυΐα και τους ποικίλους πολιτικούς λόγους, οι οποίοι τον οδήγησαν στην υποστήριξη του χριστιανισµού, δεν µπορεί να απορρίψη και τους θρησκευτικούς λόγους, οι οποίοι δόνησαν τον εσωτερικό κόσµο του µεγάλου πολιτικού. Οι χριστιανοί αποτελούσαν µειονότητα έναντι του ειδωλολατρικού κόσµου και θα µπορούσε να χαρακτηρισθή επικίνδυνη πολιτική πράξη η υποστήριξη του χριστιανισµού, µε την έλπίδα ότι κάποτε θα γινόταν παγκόσµια θρησκεία. Άλλωστε ο Μ. Κωνσταντίνος γνώριζε πολύ καλά ότι γιά να κερδίση τους χριστιανούς θα αρκούσε και µόνο η υποστήριξη της θρησκευτικής ελευθερίας, την οποία είχαν στερηθή κατά τους τρείς αιώνες µ.Χ. Αν ενεργούσε λοιπόν µε αποκλειστικό κίνητρο τις πολιτικές σκοπιµότητες, τότε θα απέφευγε να προκαλέση τα 3/5 του πληθυσµού της αυτοκρατορίας, αφού θα µπορούσε να πετύχη τον σκοπό του χωρίς ακραίες επιλογές. Η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας ικανοποιούσε απόλυτα τους χριστιανούς χωρίς να προκαλή τους ειδωλολάτρες. Βέβαια οι περιγραφές του ειδωλολάτρη ιστορικού Ζωσίµου και του χριστιανού ιστορικού Ευσεβίου δεν τονίζουν τις ίδιες πλευρές της προσωπικότητας του Μ. Κωνσταντίνου, αλλά και η µία δεν αποκλείει την άλλη, αν ληφθή υπ' όψη το υποκειµενικό στοιχείο των Ιστορικών. Το γεγονός είναι ότι ο Μ. Κωνσταντίνος παρέλαβε το κράτος ειδωλολατρικό και το παρέδωσε στούς διαδόχους του κατά βάση χριστιανικό και µάλιστα µε ευρύτατες προοπτικές.

3) Εξελληνισμός της αυτοκρατορίας και διοικητική αναδιοργάνωση του ρωμαϊκού στρατού.

Είναι πλέον γενικά παραδεκτό ότι επί του Μ. Κωνσταντίνου τοποθετήθηκαν τα ακλόνητα θεµέλια γιά την πλήρη ανανέωση της αυτοκρατορίας και την προοδευτική µεταµόρφωσή της στο Ελληνοχριστιανικό Βυζάντιο. Τόσο ο χριστιανισµός, όσο και το ελληνικό στοιχείο κάτω από την έντονα επηρεασµένη από το ελληνικό πνεύµα ρωµαϊκή οργάνωση της διοικήσεως, κέρδισαν αποφασιστικής σηµασίας έδαφος και καθόρισαν τα πεπρωµένα της νέας αυτοκρατορίας. Άλλωστε η Ανατολή, οσο και αν τόνιζε τους δεσµούς της µε την Ρωµαϊκή αυτοκρατορία, δεν έπαψε ποτέ να επιδιώκη τη γρήγορη αποµάκρυνση από τις ρωµαϊκές της καταβολές. 
  • Ο εξελληνισµός στη γλώσσα και στον πολιτισµό προχώρησε µε εκπληκτική ταχύτητα. 
  • Ο εξελληνισµός της αυτοκρατορίας περιµένει απλώς και µόνο την επίσηµη αναγνώριση και διακήρυξή του. 
  • Ο εξελληνισµός της αυτοκρατορίας υπήρξε πράγµατι εκπληκτικά σύντοµος και πολύ νωρίς το Βυζάντιο διατηρούσε από την παλαιά Ρωµαϊκή αυτοκρατορία µόνο την ονοµασία και τις τυπικές αυτοκρατορικές παραδόσεις. Και σ' αυτην ακόµη τη διοίκηση οι θεσµοί προσέλαβαν προοδευτικά νέο περιεχόµενο. Η βαθιά αυτή διαφοροποίηση γίνεται πληρέστερα κατανοητή και από τον διαφορετικό χαρακτήρα του µεταρρυθµιστικού έργου του Διοκλητιανού και του Μ. Κωνσταντίνου.


Οι µεταρρυθµίσεις του Διοκλητιανού (284-305) και του Μ. Κωνσταντίνου (324-337) ήσαν πράγµατι αποστάλαγµα της µεγάλης πείρας τους από τους µακροχρόνιους πολέµους της αυτοκρατορίας και αποσκοπούσαν στην ριζική καταπολέµηση της πολυκέφαλης αναρχίας στο στρατό της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας. Και οι δύο, έµπειροι στρατιωτικοί, θεωρούσαν αναγκαία την άµεση διοικητική αναδιοργάνωση του ρωµαϊκού στρατού. Και οι δύο κατανόησαν ότι η Παλαιά Ρώµη και η Ιταλία δεν µπορούσαν να είναι πλέον η βάση και το κέντρο της στρατιωτικής διοικήσεως και της γενικότερης δηµόσιας ζωής της αχανούς αυτοκρατορίας. Η γενικότερη παρακµή της Ιταλίας είχε εξουδετερώσει το παλαιό µεγαλείο και της ίδιας της Ρώµης, αφού είχαν αναδειχθή ακόµη και στη Δύση τα Μεδιόλανα ως το νέο πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο. Ο Διοκλητιανός µε την διοικητική µεταρρύθµιση της «τετραρχίας» δεν όρισε τη Ρώµη ως πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο µιάς από τις τέσσαρες υπαρχίες, ο δε Μ. Κωνσταντίνος απέφυγε να εγκατασταθή στην αιώνια πόλη. Ωστόσο, ο Διοκλητιανός δεν µπόρεσε να ξεπεράση το πλαίσιο της ρωµαϊκής παραδόσεως, γιατί είχε στραµµένα τα βλέµµατά του στο ιστορικό παρελθόν. Αντίθετα ο Μ. Κωνσταντίνος, µε το όραµα του µέλλοντος της αυτοκρατορίας στη σκέψη του, αναζήτησε τις νέες δοµές γιά την αναδιοργάνωσή της. Έτσι, ενώ ο Διοκλητιανός προσπάθησε να αποκεντρώση την διοίκηση και να ενισχύση την εξάρτηση από τον αυτοκράτορα µε την εισαγωγή της «τετραρχίας», ο Μ. Κωνσταντίνος, χωρίς να αγνοήση την ανάγκη διοικητικής αναδιοργανώσεως, προσπάθησε να τονώση την αυτοκρατορική εξουσία µε την προβολή της κληρονοµικής διαδοχής στην εξουσία, που προοδευτικά καθιερώθηκε στο Βυζάντιο ως βασικό πολιτειακό στοιχείο της ιδέας της αυτοκρατορίας. Η συγκεντρωτική πλέον αυτοκρατορική εξουσία δεν είναι θεµελιωµένη µόνο σε επίγειους παράγοντες, ως λ.χ. την Σύγκλητο, το στρατό ή το λαό, αλλά πηγάζει από τον Θεό, που παραχώρησε το βασιλικό αξίωµα µόνον στο βυζαντινό αυτοκράτορα και τον όρισε αυτοκράτορα ολόκληρου του χριστιανικού χρόνου. Η ιδέα αυτή, που επιζή σε όλη τη διάρκεια του βίου της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποτελεί και τη βάση του βυζαντινού χριστιανικού οικουµενισµού.

4) Διαμόρφωση πολιτικής θεολογίας του χριστιανισμού. Βυζαντινός θεοκεντρισμός και «θεοκρατία».

Η χρησιµοποίηση από τους βυζαντινολόγους του όρου θεοκρατία γιά την απόδοση της νέας αυτής πραγµατικότητας είναι εσφαλµένη. Πράγµατι, ο όρος «θεοκρατία»προϋποθέτει αφοµοίωση των δύο εξουσιών, δηλ. της πολιτικής και της θρησκευτικής, και την άσκησή τους από ένα φορέα, δηλ. τον πολιτικό ή τον θρησκευτικό ηγέτη. Μιά τέτοια προοπτική θεοκρατίας ήταν και ως υπόθεση ακόµη αδιανόητη στο Βυζάντιο, αφού η Εκκλησία είχε πλήρη και ακλόνητη συνείδηση της απόλυτης ετερότητας της ιερατικής έναντι της πολιτικής εξουσίας. Το δόγµα τής πατερικής παραδόσεως: «άλλοι οι όροι της βασιλείας και άλλoι οι όροι της ιερωσύνης» κυριάρχησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο. Μόνο ο εικονοµάχος αυτοκράτορας Λέων Γ΄ τόλµησε να αµφισβητήση την ακλόνητη θεωρητική αυτή βάση µε τή γνωστή διακήρυξη: «Βασιλεύς εἰµί καί ἱερεύς», αλλά οι διάδοχοί του αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τη θεοκρατική αυτή αναζήτηση και να προσαρμοσθούν στην πολιτική θεολογία της Εκκλησίας γιά τη διάκριση των δύο έξουσιών και των φορέων τους, όπως αυτή κατοχυρώθηκε τελικά στην Επαναγωγή ή Εισαγωγή των νόµων τής δυναστείας των Μακεδόνων.

Οι πολιτικές ιδέες γιά την αυτοκρατορική εξουσία και την αυτοκρατορία γενικότερα πηγάζουν από τη νέα κοσµοθεωρία καί βιοθεωρία, που ενσαρκώνονται µε πληρότητα στο Βυζάντιο. Η κοσµοκεντρική ερµηνεία των σχέσεων Θεού, ανθρώπου και κόσµου της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας υποκαταστάθηκε στο Βυζάντιο από τη θεοκεντρική ερµηνεία του βασικού τρίπτυχου κάθε κοσµοθεωρίας και βιοθεωρίας. Ο Βυζαντινός όµως θεοκεντρισµός, που καταπολεµήθηκε βίαια από την νεώτερη ανθρωποκεντρική ερµηνεία, δεν είναι δυνατόν να ταυτισθή µε την έννοια της θεοκρατίας, γιατί αφ' ενός µεν θεµελιώνεται στη διάκριση και στην εσωτερική αυτονοµία των δύο πρωτογενών εξουσιών, δηλ. της ιερατικής και της πολιτικής, αφ' ετέρου δε εκφράζεται µε αυστηρά διακεκριµένους φορείς, δηλ. τον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη, οι οποίοι λειτουργούν παράλληλα και συνεργάζονται ισότιµα (συµφωνία) προς το συµφέρον του χριστιανικού λαού και της αυτοκρατορίας. Οι περιστασιακές παρεκκλίσεις από την καταστατική αυτή βάση βαρύνουν και τις δύο πλευρές, αλλά δεν ίσχυσαν να ανατρέψουν τη θεσµική αρχή της συναλληλίας των δύο εξουσιών και των φορέων τους.

Η νέα θεοκεντρική ερµηνεία διαπότισε όλους τους θεσµούς της αυτοκρατορίας και προσδιόρισε την ανανέωση του περιεχοµένου τους. Έτσι, η Σύγκλητος, οι δήµοι και ο στρατός δεν έχασαν ολοκληρωτικά την προγενέστερη αίγλη τους, αλλά προοδευτικά απόλεσαν µεγάλο µέρος από τις παραδοσιακές δικαιοδοσίες τους, η δε Εκκλησία επέδρασε βαθύτατα στον οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτικό βίο της αυτοκρατορίας και υπαγόρευσε τις θεµελιώδεις αρχές της και σ' αυτήν ακόµη τη νοµοθεσία των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Το Βυζάντιο, παράλληλα µε την αποδοχή του χριστιανισµού, δεν αποστρέφεται την κλασική ελληνική σοφία ή την ελληνική τέχνη, αλλά ερµηνεύει µε τα δικά του χριστιανικά θεοκεντρικά κριτήρια την αναγκαιότητα και τη λειτουργία τους στη ζωή της αυτοκρατορίας. Έτσι, Βυζάντιο και Ελληνισµός δεν έχουν πλέον απλή εξωτερική γενεαλογική συγγένεια, αλλά αποκτούν βαθιά και οργανική ταυτότητα που δεν επιδέχεται διαίρεση. Άλλωστε, χάρη σ' αυτή την ελληνοχριστιανική ταυτότητα το Βυζάντιο παρέµεινε γιά πολλούς αιώνες το σπουδαιότερο κέντρο του σηµαντικότερου πολιτισµού στον κόσµο. Η επιµονή στην παραθεώρηση των βασικών αυτών πτυχών της νέας θεοκεντρικής θεωρίας του Βυζαντίου και η προσπάθεια ερµηνείας του µε πρότυπα της Ανατολής οδηγούν ασφαλώς στην παρανόηση και στην παρερµηνεία του ιστορικού φαινοµένου του Βυζαντίου. Η ταυτότητα της αυτοκρατορίας είναι πολύ πιό σύνθετη και πολύ πιό πλήρης στην οργάνωση των κοσµοθεωριακών και βιοθεωριακών της δοµών, γι' αυτό και διατηρήθηκε αµετάβλητη στα θεωρητικά της στοιχεία από την ίδρυση ως την πτώση της αυτοκρατορίας.

5) Τελικές μεταρρυθμίσεις στον στρατό και νομισματική μεταρρύθμιση.

Στη διοίκηση της αυτοκρατορίας η Σύγκλητος έχασε τελικά την τεράστια εξουσία της ρωµαϊκής περιόδου και έγινε απλό συµβουλευτικό σώµα, εκτός δε από αυτήν υπήρχε και άλλο συµβούλιο, το Ιερό Κονσιστόριο (sacrum consistorium), που είχε σηµαντικές εξουσίες στη διοίκηση της αυτοκρατορίας. Η διοίκηση του στρατού ανατέθηκε στόν magister militum: του µεν πεζικού στον magister peditum τού δε ιππικού στόν magister equitum. Παράλληλα η αρχηγία του στρατού αποκεντρώθηκε κατά διοικήσεις (magistri militum per Orientem, per Thracias et illyricum), αλλά όλοι οι ανώτεροι στρατιωτικοί αρχηγοί είχαν άµεση εξάρτηση από τον αυτοκράτορα. Η νέα αυτή προοπτική του Μ. Κωνσταντίνου για τη θεµελίωση της νέας ταυτότητας της αυτοκρατορίας, που εκφράσθηκε µέ βαθειές δοµικές µεταβολές και λεπτές διοικητικές µεταρρυθµίσεις, ευνοήθηκε σηµαντικά από την ανόρθωση της οικονοµίας της αυτοκρατορίας µε άµεσα οικονοµικά, φορολογικά και νοµισµατικά µέτρα. Η τεράστια συρροή χρυσού από την Ανατολική και την Κεντρική Αφρική µε την ανάπτυξη του εµπορίου της αυτοκρατορίας ευνόησε την εξυγίανση του νοµισµατικού συστήµατος, το οποίο από τις συνεχείς νοθεύσεις είχε χάσει την πίστη και το κύρος του. Ο Μ. Κωνσταντίνος έθεσε ως βάση τόν σόλιδο (solidus), που ήταν σε τελευταία ανάλυση ένα σφραγισµένο κοµµάτι χρυσού και έγινε περιζήτητο διεθνές νόµισµα στο εµπόριο γιά πολλούς αιώνες. Η νοµισµατική µεταρρύθµιση συνδυάσθηκε άριστα µε την οικονοµική ανάπτυξη χάρη στη διοικητική ανανέωση και στην εµπορική δραστηριοποίηση. Έτσι τα δοµικά και τα οργανωτικά στοιχεία εναρµονίσθηκαν και θεµελίωσαν τις νέες φιλόδοξες προοπτικές της αυτοκρατορίας.
Σόλιδος του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β' με την μορφή του.

Κέντρο των νέων αυτών προοπτικών είναι ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Το Ιερό Παλάτιο είναι το κέντρο, που συντονίζει µε απόλυτες εξουσίες την όλη λειτουργία τού ανανεωµένου οργανισµού της αυτοκρατορίας. Η αυτοκρατορία είναι πλέον όχι µιά συνοµοσπονδία πόλεων που είναι οργανωµένες µε βάση το πρότυπο της Ρώµης, όπως στους τελευταίους αιώνες της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά ένας ενιαίος οργανισµός που έχει κεφαλή τον αύτοκρότορα και σώµα όλους τους λαούς της αυτοκρατορίας, οι οποίοι συνειδητοποιούν την άρρηκτη εσωτερική ενότητά τους µε την κοινή θρησκευτική πίστη, την κοινή πνευµατική κληρονοµία και την κοινή θεσµική οργάνωση του βίου τους. Η πολυδαίδαλη κεντρική και περιφερειακή διοίκηση του οργανισµού της αυτοκρατορίας εξαρτάται από τον αυτοκράτορα, όπως η λειτουργία του νευρικού συστήµατος του ανθρώπινου οργανισµού κατευθύνεται από τόν εγκέφαλο. Η αποστολή της διοικήσεως προσδιορίζεται όχι όπως στη Ρωµαϊκή αυτοκρατορία από τόν φορέα της διοικητικής εξουσίας, αλλό από το ίδιο το νέο περιεχόµενο της αυτοκρατορικής εξουσίας. Η εξουσία δηλ. τοποθετείται πάνω από τους φορείς της, που γίνονται τα απλά πρόσωπα γιά την ορθή άσκησή της, σύµφωνα µε τό βούληµα και τις εντολές της Κεφαλής, του αυτοκράτορα.

Ο διαχωρισµός της πολιτικής από τη στρατιωτική εξουσία αποτελούσε αποφασιστικο βήµα γιά την εξουδετέρωση των οποιωνδήποτε τάσεων καταχρήσεως της εξουσίας από τους αξιωµατούχους της κεντρικής ή της περιφερειακής διοικήσεως. Η άσκηση της εξουσίας στην περιφερειακή διοίκηση έχασε τον προγενέστερο τοπικό χαρακτήρα της, εντάχθηκε οργανικά και ιεραρχικά στο όλο διοικητικό σύστηµα και υπηρετούσε σε τοπική διάσταση το φιλόδοξο όραµα της οικουµενικής χριστιανικής αυτοκρατορίας, γι' αύτό σ' ολόκληρο τον βίο του Βυζαντίου ο γεωγραφικός χώρος λειτουργούσε κατ' αναφοράν προς την ιδέα της υπερτοπικής και οικουµενικής πολιτειολογίας της αυτοκρατορίας. Η απώλεια εδάφους ή εδαφών ήταν µεν οδυνηρή, αλλά δεν µείωνε και το περιεχόµενο της πολιτικής ιδεολογίας, αφού οι περιστασιακές κρίσεις εντάσσονταν µέσα στο γενικότερο πλαίσιο της εσχατολογικής προοπτικής της οικουµενικής χριστιανικής αυτοκρατορίας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ


Το πνεύµα αυτό των µεταρρυθµίσεων του Μ. Κωνσταντίνου σφράγισε την ταυτότητα της αυτοκρατορίας µέχρι την πτώση της, ο δε Μ. Κωνσταντίνος παρέµεινε στη συνείδηση του Βυζαντίου το ιδανικό πρότυπο και υπόδειγµα του φορέα της θεοδώρητης βασιλικής εξουσίας. Οι δοµές, και οι θεσµικές εκφράσεις, οι οποίες θεµελιώθηκαν από τον πρώτο χριστιανό αυτοκράτορα, έγιναν το υπόδειγµα όχι µόνο γιά την άσκηση της εξουσίας, αλλά και γιά τη συνεχή επιβεβαίωση της αυθεντικής της σχέσεως προς την εσχατολογική πολιτική της αναζήτηση. 

Ελένη Δραμπάλα



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Βλασίου Ιω. Φειδά, Βυζάντιο (Βίος, Θεσμοί, Κοινωνία, Εκκλησία, Παιδεία, Τέχνη), Δ΄ έκδοση, Αθήναι 1997.

Ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, Νέα Ρώμη - Εποχή της διαμορφώσεως (video)

Η µεταφορά τής πρωτεύουσας τής Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας από την Δύση στην Ανατολή υπήρξε τεράστιας σημασίας. Τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως (11 Μαΐου 330 µ.Χ.) αποτελούν την οριστική σφραγίδα της νέας πολιτικής του Μ. Κωνσταντίνου, που αποσκοπούσε στην αναζωογόνηση της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας µε την δραστηριοποίηση νέων δυνάµεων και µε την οργάνωση νέου πολιτικού, οικονοµικού, στρατιωτικού και πνευµατικού κέντρου, το οποίο και θα υποκαθιστούσε προοδευτικά την Παλαιά Ρώμη. Με κέντρο τη νέα πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, πραγματοποιήθηκε μία από τις μεγαλύτερες μεταβολές στα πεπρωμένα τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Hagia Sophia icon.jpg


Γενεθλίων σῶν δεῖ με τιμᾶν ἡμέραν,
Ἐν σοὶ Πόλις τυχόντα τῶν γενεθλίων.


Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ 

ΚΑΙ Η ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ


Α. Το Βυζάντιο ως οικουμενική χριστιανική αυτοκρατορία

Η ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν είναι βεβαίως ένα τυπικό αποτέλεσµα της θελήσεως του Μ. Κωνσταντίνου, ούτε µιά απλή και τυπική συνέχεια της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας. Οικοδοµήθηκε κυρίως επάνω στο ελληνικό στοιχείο της ελληνιστικής περιόδου, που οργανωµένο και προοδευτικό συνέχιζε την περίλαµπρη ελληνιστική περίοδο και κατά τους πρώιµους χριστιανικούς χρόνους. Προοδευτικά αναγνωρίζεται γενικότερα ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις γιά την δηµιουργία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας προϋπήρχαν από την απόφαση του Μ. Κωνσταντίνου να µεταφέρη την πρωτεύουσά της από τη Δύση στην Ανατολή. Χωρίς αυτές τίς προϋποθέσεις θα ήταν αδιανόητη η απόφαση του Μ. Κωνσταντίνου. Είναι πλέον επίσης παραδεκτό ότι το Βυζάντιο δεν αποτελεί απλώς και µόνο τη συνέχεια της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά και τη συνέχεια της ιστορίας του Ελληνισµού. Συνεπώς δεν είναι αγεφύρωτο το χάσµα µεταξύ του Βυζαντινού Ελληνισµού και του Ελληνισµού της κλασικής, της ελληνιστικής και της ρωµαϊκής περιόδου.

Το Βυζάντιο όµως αναδύθηκε ουσιαστικά από την ισόρροπη και αρµονική σύνθεση της ελληνικής παιδείας, της χριστιανικής πίστεως και της ρωµαϊκής νοµοθεσίας και διοικήσεως. Τα δύο πρώτα στοιχεία, που συνέθεσαν την βασική υποδοµή του ιστορικού φαινοµένου του Βυζαντίου, προήλθαν από το ελληνικό κυρίως στοιχείο της Ανατολής. Σ' αυτό στηρίχθηκε ο Μ. Κωνσταντίνος τόσο γιά την απόφασή του να αναγνωρίση ως επιτρεπόµενη ή προστατευόµενη θρησκεία του κράτους τον Χριστιανισµό, όσο και γιά την απόφαση να µεταφέρη την πρωτεύουσα της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας από τη Δύση στην Ανατολή.


Κατά τους χρόνους της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας το συγκροτηµένο στην Ανατολή ελληνικό στοιχείο δεν άργησε να βρή τον δρόµο του γιά την πρόοδο και τη δηµιουργία. Σύντοµα εξοικειώθηκε στις νέες πολιτικές συνθήκες και διοργάνωσε τόσο τον πνευµατικό, όσο και τον οικονοµικό του βίο ανάλογα µε τις παρουσιαζόµενες δυνατότητες. Με την ταχεία διάδοση του Χριστιανισµού στην Ανατολή, ιδιαίτερα µετά την κατοχύρωση της ανεξιθρησκείας µε τις αποφάσεις των Μεδιολάνων (313), και µε την σχετική διοικητική αυτοτέλεια των ανατολικών επαρχιών, το ελληνικό στοιχείο παρουσίασε νέα ακµή σε όλους τους τοµείς. Το µόνο που τού έλειπε ήταν η ιδιαίτερη διακυβέρνηση. Την ανάπτυξη αυτή ευνόησε και η γενικότερη παρακµή της Ιταλίας, που ήταν αισθητή ήδη από τον Β' αιώνα µ.Χ. Στηδυναµικότητα του ελληνικού στοιχείου της Ανατολής, µε το οποίο είχε ταυτισθή κατά τον Γ΄ αιώνα µ.Χ. το ανατολικό Ρωµαϊκό Κράτος, στηρίχθηκε ουσιαστικά το µεγαλείο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. 

Υποστήριξαν πολλοί ότι η δηµιουργία του Βυζαντίου συµπίπτει µε την ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως (330), άλλοι µε τό 395 που θεωρείται ως έτος του οριστικού χωρισµού του Ανατολικού και Δυτικού Κράτους της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας από τον Μ. Θεοδόσιο, άλλοι µε το 476 που σηµαίνει το τέλος του Δυτικού Ρωµαϊκού Κράτους, άλλοι µε την εποχή του Ηρακλείου (610) και άλλοι µε το 717, µε την άνοδο δηλαδή στον θρόνο του Βυζαντίου της δυναστείας των Ισαύρων. Οι υποθέσεις αυτές απολυτοποιούν το γεγονός της παραλλήλου υπάρξεως του Ανατολικού και του Δυτικού Ρωµαϊκού Κράτους και παραθεωρούν την πολιτειολογική φιλοσοφία της εποχής γιά την ενότητα και τη µοναδικότητα της ανανεωµένης αυτοκρατορίας, η οποία σαρκώνεται µέσα στην Ιστορία αδιάφορα από γεωγραφικούς ή διοικητικούς διαχωρισµούς και από αδιανόητα για την εποχή εκείνη εθνικά ή εθνικιστικά κίνητρα. Η ιδέα της αυτοκρατορίας, όπως κατανοήθηκε, πραγµατώθηκε και βιώθηκε στους αυτοκρατορικούς χρόνους της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας και στη βυζαντινή περίοδο, είναι ξένη από τα µεταγενέστερα αυτά σχήµατα. Η υπέρβαση της κλασικής ελληνικής πολιτειολογίας της πόλεως-κράτους, που έγινε αναγκαία µε τη δηµιουργία του κράτους του Μ. Άλεξάνδρου, επιτεύχθηκε µε τη θεοκρατική οικουµενική πολιτειολογία της Κοσµοπόλεως των Στωϊκών, η οποία δηµιούργησε τις προϋποθέσεις γιά το µετασχηµατισµό της Ρώµης-κράτους σε Ρωµαϊκή αυτοκρατορία και προετοίµασε το έδαφος γιά τη µεταµόρφωσή της στη θεοκεντρική πολιτειολογία τής 

οικουµενικής χριστιανικής αυτοκρατορίας.


Σύµφωνα µε τις περί αυτοκρατορίας πολιτειολογικές ιδέες της εποχής και η µεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας από την Δύση στην Ανατολή δεν είχε την έννοια µιάς διαιρέσεως της αυτοκρατορίας (divisio imperii), µιάς απλής µεταφοράς της αυτοκρατορίας (translatio imperii), αλλά την έννοια µιάς ανανεώσεως της αυτοκρστορίας (revonatio imperii), γι' αυτό και η Κωνσταντινούπολη δεν θεωρήθηκε πρωτεύουσα του Ανατολικού µόνο Κράτους, αλλά µαζί µε την παλαιά Ρώµη πρωτεύουσα της όλης Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας στην νέα της σύνθεση, όπως φανερώνει η ονοµασία της ως Νέας Ρώµης. Στην πολιτειολογική φιλοσοφία περί αυτοκρατορίας κυριαρχεί η ιδέα ότι µόνο µία νόµιµη αυτοκρατορία υπάρχει στον κόσµο, που σύµφωνα µε τη θεία βούληση κληρονοµικά και διαδοχικά περιέρχεται σε διάφορους λαούς. Την Περσική αυτοκρατορία διαδέχθηκε η Ελληνική αυτοκρατορία του Μ. Αλεξάνδρου, αυτήν η Ρωµαϊκή αυτοκρατορία, και τέλος η Βυζαντινή. Παράλληλη συνύπαρξη δύο αυτοκρατοριών ήταν αδιανόητη, γιατί µόνο µία ήταν η νόµιµη γήινη πραγµάτωση της θείας βουλήσεως και η αυθεντική αντιτυπία της διακυβερνήσεως του Σύµπαντος από τον Θεό.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αφού νίκησε τόσο στην Ανατολή, όσο και στην Δύση τους αντιπάλους και συνάρχοντές του, παρέµεινε το 324 µόνος κύριος της έξουσίας και ασχολήθηκε µε την αναδιοργόνωση του κράτους. Η εύνοια, που είχε δείξει προηγουµένως στη Δύση για τον Χριστιανισµό, συνεχίσθηκε. Το 325 συγκάλεσε την Α' Οικουµενική σύνοδο στην Νίκαια της Βιθυνίας µε σκοπό να θέση τέρµα στις έριδες που προκαλούσε σε όλη την Ανατολή η αίρεση του Αρειανισµού και να αποκαταστήση την ενότητα των επισκόπων. Στην ενότητα της Εκκλησίας έβλεπε ο Μ. Κωνσταντίνος το πιό ασφαλές και σταθερό θεµέλιο της ενότητας της αυτοκρατορίας. Εν τούτοις δεν καταδίκασε ανοικτά την ειδωλολατρία, παραµένοντας πάντοτε pontifex maximus της εθνικής θρησκείας. Μετά την εγκατάστασή του στην Ανατολή η εύνοια γιά τον Χριστιανισµό, παρά το γεγονός ότι ό ίδιος βαπτίσθηκε στο τέλος της ζωής του, έγινε πασίγνωστη. Παράλληλα µε την υποστήριξη του Χριστιανισµού διάλεξε γιά την οριστική εγκατάστασή του την Ανατολή, όπου αποφάσισε να ιδρύση και τη νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. 

Β. Η Κωνσταντινούπολη, Νέα Ρώµη 

1) Η απόφαση του Μ.Κωνσταντίνου για την δημιουργία νέας πρωτεύουσας, της Νέας Ρώμης. Η στρατηγική σημασία.
Η νέα πρωτεύουσα κτίσθηκε στην τοποθεσία του αρχαίου Βυζαντίου και ονοµάσθηκε από τον ιδρυτή της Κωνσταντινούπολη. Η θέση της νέας πρωτεύουσας ήταν άριστη από κάθε άποψη, γιατί κυριαρχούσε στις θαλάσσιες και χερσαίες οδούς και βρισκόταν στο κέντρο της αυτοκρατορίας, στη συνάντηση δύο ηπείρων. Μετά την ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως (330) η Ρωµαϊκή αυτοκρατορία είχε πλέον δύο πόλεις ως πρωτεύουσα, την Παλαιά και τη Νέα Ρώµη, αλλά η Νέα Ρώµη ως έδρα του αυτοκράτορα και κέντρο της διοικήσεως απέκτησε σύντοµα ουσιαστική υπεροχή. Ωστόσο και οι δύο πόλεις µετείχαν ισότιµα στην ιδέα του ενιαίου κέντρου. Σε νοµίσµατα του 330 παρουσιάζονται οι δύο πόλεις προσωποποιηµένες και στολισµένες µε δάφνινα στεφάνια και αυτοκρατορικά ενδύµατα, αλλά είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι µόνο η Κωνσταντινούπολη κρατάει το σκήπτρο της βασιλείας.


Η απόφαση να δηµιουργηθή µία νέα πρωτεύουσα, χωρίς δηλαδή να επιλεγή µία από τις σηµαντικές πόλεις (Θεσσαλονίκη, Νικοµήδεια κ.ά.), δεν είναι άσχετη µε το όραµά του γιά την πλήρη ανανέωση των δοµών της αυτοκρατορίας, αφού το νέο κέντρο είχε καθοριστική σηµασία γιά τις νέες προοπτικές της. Ως η πιό κατάλληλη τοποθεσία επιλέχθηκε η περιοχή της πολίχνης του Βυζαντίου, στο ακραίο σηµείο της θρακικής χερσονήσου, µεταξύ Βοσπόρου, Προποντίδας και Κερατίου Κόλπου.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε µελετήσει τη στρατηγική σηµασία της περιοχής κατά την τελευταία φάση του αγώνα του εναντίον του Λικινίου, ο οποίος κατέφυγε στο Βυζάντιο πριν υποχωρήσει στη Μικρά Ασία. Έτσι εξηγείται η άµεση απόφασή του γιά την ίδρυση της νέας πρωτεύουσας στην περιοχή αυτή έναν µόλις µήνα µετά την τελική και συντριπτική νίκη του εναντίον του Λικινίου (24 Σεπτεµβρίου 324). Πράγµατι, στις 3 Νοεµβρίου 324 θεµελιώθηκε η νέα πόλη και χαράχθηκε η περιφερειακή της γραµµή, γιά να οργανωθή το πολεοδοµικό σχέδιο και τα οχυρωµατικά έργα γιά την προστασία της πόλεως. Η χάραξη της περιοχής του Παλατιού, του Φόρου, του Ιπποδρόµου και των άλλων µνηµειακών συγκροτηµάτων συνδυάσθηκε µε την τοποθέτηση του µεγάλου ναού της του Θεού Σοφίας και των άλλων ναών της πρωτεύουσας. Η στρατηγική θέση της πόλεως µεταξύ των δύο ηπείρων και η σπουδαιότητά της γιά τις χερσαίες και θαλάσσιες εµπορικές οδούς µεταξύ Ανατολής-Δύσεως και Βορρά-Νότου εξασφάλιζαν τη λειτουργικότητά της ως του µοναδικού κέντρου της αυτοκρατορίας. Οι εργασίες των µνηµειακών συγκροτηµάτων προχώρησαν µε ταχύ ρυθµό καί προσδιόρισαν τα κριτήρια της όλης πολεοδοµικής αναπτύξεως στην ευρύτερη περιοχή.

Η ίδρυση της νέας πρωτεύουσας ερµηνεύθηκε πάντοτε µέσα στα πλαίσια της γενικής ανανεώσεως της αυτοκρατορίας. Η παλαιά, ή Πρεσβυτέρα Ρώµη, δεν στερήθηκε βεθαίως τα προνόµια της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας, αλλά σε αυτά συµµετείχε πλέον ισότιµα και η Νέα Ρώµη. Η δίδυµη αυτή κατανόηση της συµµετοχής της Πρεσβυτέρας και της Νέας Ρώµης στο θεσµικό περιεχόµενο της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας διευκολύνθηκε από την οικουµενική ιδεολογία της και την ανάπτυξη της βασιλικής εξουσίας τόσο στην Ανατολή, όσο και στη Δύση. Βεβαίως, η Νέα Ρώµη δικαίωσε τον ιδρυτή της, γιατί γνώρισε ταχύτατη ανάπτυξη, παγκόσµια ακτινοβολία και µοναδική ιστορική αντοχή. Η παγκόσµια ακτινοβολία της Κωνσταντινουπόλεως πήγαζε από την οικουµενική προοπτική της αυτοκρατορίας, αλλά προοδευτικά και η ίδια η πόλη απέκτησε τα δικά της στοιχεία λαµπρότητας και δυνάµεως.

Η ταχύτατη πολεοδοµική και πληθυσµική ανάπτυξή της την ανέδειξε σύντομα σε διοικητική και οικονομική κεφαλή της αυτοκρατορίας, σε θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο με οικουμενική ακτινοβολία. Η ευνόητη ανάπτυξη της νέας πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας, της Νέας Ρώμης, υπήρξε ταχεία, αφού το σχέδιο της πόλεως είχε αφήσει ευρύτατο χώρο γιά τα δημόσια κτήρια και τις αναγκαίες περιοχές γιά τα συγκροτήματα ιδιωτικών κατοικιών. Μεγάλο τμήμα του σχεδίου του Μ. Κωνσταντίνου είχε ήδη καλυφθή κατά τον Δ' αιώνα, ενώ η προστασία της πόλεως είχε εξασφαλισθή με χερσαία και παραθαλάσσια τείχη, τα οποία κτίσθηκαν επί Μ. Κωνσταντίνου. 

2) Η εξέλιξη της Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης, μετά τον Μ.Κωνσταντίνο. Πολεοδομική ανάπτυξη και οχύρωση της πόλης.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο σύνθετος πολεοδομικός κύκλος της εξελίξεως της Κωνσταντινουπόλεως ολοκληρώθηκε μόλις κατά τον ΣΤ΄ αιώνα, αλλά σε κάθε εποχή πλούτιζε με νέα στοιχεία τη μεγαλοπρέπεια και το μεγαλείο της βασιλεύουσας πόλεως. Τα στοιχεία λαμπρότητας της πόλεως που αντικατόπτριζαν τον πλούτο και την ακτινοβολία της αυτοκρατορίας, αναδείκνυαν συγχρόνως τη σπουδαιότητα του πολιτικού και εκκλησιαστικού κέντρου της αυτοκρατορίας. Κατά την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού Α' (527-565) είχε ήδη πληθυσμό 500 χιλιάδων περίπου. Η πόλη του Μ. Κωνσταντίνου ήταν τριπλάσια σε έκταση από την πολίχνη του Βυζαντίου, η οποία ενσωματώθηκε στη νέα πόλη και περικλείσθηκε από τα τείχη του Μ. Κωνσταντίνου. Το τείχος του Μ. Κωνσταντίνου αναπτυσσόταν από την Προποντίδα προς την κοιλάδα του ποταμού Λύκου και κατέληγε στον Κεράτιο Κόλπο, η δε περικλειόμενη στα τείχη περιοχή είχε υποδιαιρεθή σε 14 διαμερίσματα (ρηγιώνες). Η μεγάλη επέκταση της πόλεως κατά τον Δ' αιώνα εξουδετέρωσε τη σημασία των τειχών του Μ. Κωνσταντίνου γιά την προστασία της πόλεως.

Theodosius II Louvre Ma1036.jpg
Θεοδόσιος Β΄
Ο Θεοδόσιος Β' (408-450) προγραμμάτισε την ανέγερση νέου τείχους, το οποίο είχε κριθή αναγκαίο γιά την απόκρουση της απειλής των βαρβαρικών ληστρικών επιδρομών. Τα θεοδοσιανά τείχη ανταποκρίθηκαν στη νέα τοπογραφική εξέλιξη της πόλεως και αναπτύχθηκαν στον ευρύτερο χώρο της θρακικής πεδιάδας από τον Κεράτιο Κόλπο ως την Προποντίδα. Το τείχος του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατεδαφίσθηκε, τα δε υλικά χρησιμοποιήθηκαν γιά το νέο τείχος, το όποίο είχε τριπλό σύστημα οχυρώσεως. Το εσωτερικό τείχος (έσω ή µέγα) είχε πάχος 4 μέτρα και ύψος 11 μέτρα, έφερε δε κατά διαστήματα ισχυρούς πύργους. Έξω από το τείχος αυτό υπήρχε κατωφερής χώρος 18 μέτρων, που περιέτρεχε το εσωτερικό τείχος, κατέληγε δε στο εξωτερικό τείχος, το οποίο είχε πάχος 2 μέτρα και ύψος 8,50 μέτρα και έφερε επίσης κατά διαστήματα πύργους. Προ του εξωτερικού αυτού τείχους αναπτυσσόταν ένα χαμηλότερο τείχος (προτείχισµα) και έξω από αύτό μία τάφρος πλάτους 15-20 μέτρων, η οποία σε περιόδους επιθέσεων εναντίον της πόλεως γεμιζόταν με νερό από τον Κεράτιο Κόλπο και την Προποντίδα. Στα χερσαία αυτά τείχη υπήρχαν µεγάλες και µικρές πύλες, µε τις οποίες επικοινωνούσε η πόλη µε τη θρακική πεδιάδα, όπως η Χρυσή Πύλη προς την Προποντίδα, η στρατιωτική πύλη του Δευτέρου, η πύλη της Σηλυµβρίας ή Πηγής, η στρατιωτική πύλη του Τρίτου, η πύλη του Αγίου Ρωµανού, ή πύλη της Αδριανουπόλεως ή Χαρσία µε τρείς κυλίδες, από τις οποίες πιό γνωστή είναι η Κερκόπορτα και η Καλιγαρία Πύλη. Στο εσωτερικό τείχος υπολογίζεται ότι υπήρχαν 120 περίπου πύργοι και στο εξωτερικό 71 περίπου σε σχήµα τετράγωνο ή πολυγωνικό ή και ηµικυκλικό. Οι πύργοι είχαν οδοντωτές επάλξεις στις τρεις πλευρές και είχαν άνοδο στην κορυφή που δεν επικοινωνούσε µε τις επάλξεις. Ισχυρότερη οχύρωση είχε προβλεφθή γιά τα δύο άκρα των τειχών προς τη θάλασσα του Μαρµαρά (Κυκλώβειο ή Επταπύργιο) και προς τον Κεράτιο Κόλπο (Πενταπύργιο). Τα θεοδοσιανά χερσαία τείχη µε συµπληρώσεις, ανακαινίσεις και ενισχύσεις παρέµειναν η κύρια οχύρωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σηµαντική υπήρξε η συµπλήρωση του τείχους από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641), η οποία περιέλαβε το Παλάτι και τον ναό των Βλαχερνών µε την ευρύτερη περιοχή (µονότειχος). Το τείχος αυτό ενισχύθηκε µε µικρό εξωτερικό τείχος από τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε' τον Αρµένιο (813-820). Ανακαινίσεις µε δευτερεύουσες ενισχύσεις των θεοδοσιανών τειχών έγιναν πολλές, είτε γιά την αποκατάσταση ζηµιών από τους σεισµούς είτε γιά την ενίσχυσή τους, όπως επί των αυτοκρατόρων Ηρακλείου (610-641), Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου (717-741), Θεοφίλου Α' (829-842) κ.ά.

Τα παραθαλάσσια τείχη συµπλήρωναν την οχύρωση της πόλεως. Τα πρώτα κτίσθηκαν από τον Μ. Κωνσταντίνο και ήσαν χαµηλά, κάλυπταν δε την προστασία της πόλεως σε ακτίνα 12 περίπου χιλιοµέτρων στον Κεράτιο, στην Προποντίδα και στον Βόσπορο. Τα τείχη προς τον Κεράτιο κτίσθηκαν σε µικρή απόσταση από τη θάλασσα, ενώ τα τείχη προς την Προποντίδα και τον Βόσπορο πολύ κοντά στη θάλασσα, µε εσοχές γιά τις πύλες. Στην Προποντίδα, εκτός από τις πύλες των τεσσάρων λιµένων, υπήρχαν και άλλες (Κοντοσκάλιον, Αγίου Αιµιλιανού, Ψαµαθίας και Στουδίτου). Στον Βόσπορο υπήρχαν µόνο τρεις πύλες (Αγίας Βαρβάρας, Οδηγητρίας και Αγίου Λαζάρου), ενώ στον Κεράτιο Κόλπο υπήρχαν πολλές µεγάλες ή µικρές πύλες (Ξυλόπορτα, Κυνηγού, Βασιλική, Πηγών, Πλατεία, Δρουγγαρίων ή Βίγλας, Περάµατος, Νεωρίου). Τα παραθαλάσσια τείχη ανακαινίσθηκαν από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο (713-716), από τόν Θεόφιλο (829-842), ο οποίος τα ύψωσε περισσότερο και τα ενίσχυσε, από τον Βασίλειο Α' τον Μακεδόνα (867-886) και από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο (1261-1282), ο οποίος έκτισε νέα εσωτερική γραµµή τείχους.

Θεοδόσιος Α'
Θεοδόσιος Α΄
Από την εξέλιξη των τειχών φαίνεται ότι η βασική ανάπτυξη του πολεοδοµικού συγκροτήµατος της πόλεως περικλείσθηκε στα θεοδοσιανά κυρίως τείχη, αλλά αναπτύχθηκαν προάστια και έξω από τα τείχη. Η πολεοδοµική ανάπτυξη σε 14 διαµερίσµατα είχε κριτήριο τους επτά λόφους, από τους οποίους σηµαντικότερος ήταν ο λόφος προς τον Βόσπορο, όπου βρισκόταν το Μέγα Παλάτι και τα αξιολογότερα δηµόσια και εκκλησιαστικά κτίσµατα. Βεβαίως, κάθε εποχή έδωσε το δικό της πνεύµα µε νέα κτίσµατα, αλλά το πολεοδοµικό σύστηµα διατήρησε τις βασικές του γραµµές. Τα κτίσµατα του Μ. Κωνσταντίνου συµπληρώθηκαν και ολοκληρώθηκαν από τους διαδόχους του χωρίς να αλλοιωθή το αρχικό σχέδιο της πόλεως που είχε οριοθετηθή και υλοποιηθή µε τα κτίσµατα του Μ. Κωνσταντίνου και µε την ενσωµάτωση του πολεοδοµικού συγκροτήµατος της πολίχνης του Βυζαντίου. Ο διάδοχος του Μ. Κωνσταντίνου Κωνστάντιος (337-361) περάτωσε τον ναό της Αγίας Σοφίας, ίδρυσε βιβλιοθήκη και συµπλήρωσε τα δηµόσια κτίσµατα. Ο Ουάλης (367-378) έκτισε το υδραγωγείο της πόλεως. Ο Μέγας Θεοδόσιος (378-395) δηµιούργησε την περίφηµη πλατεία της πόλεως (Φόρος Θεοδοσίου)

Meister von San Vitale in Ravenna.jpg
Ιουστινιανός Α΄
Ο Ιουστινιανός Α' (527-565) έκτισε τους ναούς της Αγίας Σοφίας, της Αγίας Ειρήνης, των Αγίων Αποστόλων, των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, ενώ αποκατέστησε ολόκληρο το κτηριακό συγκρότηµα της πλατείας του Αυγουστεώνα, που είχε καταστραφή κατά τη Στάση του Νίκα (532). Ανακαίνισε επίσης και συµπλήρωσε το Μέγα Παλάτι και έκτισε άλλα παλάτια και δηµόσια κτήρια. Η ολοκλήρωση του πολεοδοµικού συγκροτήµατος της πόλεως κατά την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού Α' δεν άφηνε πολλά περιθώρια γιά σηµαντική µελλοντική εξέλιξη.

Το πολεοδοµικό σχέδιο περιείχε όχι µόνο δηµόσια, αλλά και ιδιωτικά κτίσµατα, τα οποία τηρούσαν αυστηρά τους κανόνες της πολεοδοµίας µε συνεχή έλεγχο των υπηρεσιών του Επάρχου της πόλεως. Κατά τον Δ' αιώνα ήσαν περίφηµες οι ιδιωτικές κατοικίες των πατρικίων Αρµατίου, Ολυµβρίου, Παυλίνου, Λαύσου και άλλων αξιωµατούχων της αυτοκρατορίας, σε αυτές δε προστέθηκαν και νέες µεγαλοπρεπείς ιδιωτικές κατοικίες των νέων αξιωµατούχων της πολιτικής και της στρατιωτικής αριστοκρατίας της αυτοκρατορίας, οι οποίες ήσαν συνήθως διώροφα ή και τριώροφα κτίσµατα µε χαρακτηριστικά στοιχεία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Οι µεγάλες καταστροφές στην πόλη από τη Στάση του Νίκα (532) διευκόλυναν την κατασκευή νέων μεγαλοπρεπών κτισµάτων, αφού δεν υπήρχαν ακάλυπτα οικόπεδα στις κεντρικές περιοχές της πόλεως. Η πιεστική τάση των κατοίκων της αυτοκρατορίας να εγκατασταθούν στην πλούσια και οχυρωµένη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας δηµιουργούσε σοβαρά προβλήµατα, τα οποία αντιµετώπιζαν συνήθως µε αστυνοµικά µέτρα οι υπηρεσίες του Επάρχου της πόλεως γιά την αποµάκρυνση νέων εγκαταστάσεων. Βεβαίως, ο πληθυσµός της πόλεως ανανεωνόταν περιοδικά µε διάφορους τρόπους, όπως λ.χ. µετά την επιδηµία πανώλους (542), κατά την οποία βρήκε τον θάνατο ο µισός σχεδόν πληθυσµός της, ή µετά από σηµαντικές µεταβολές στη ζωή της αυτοκρατορίας.

Η πόλη διατήρησε την ακτινοβολία της ως µεγάλου πολιτικού, εκκλησιαστικού, πνευµατικού και οικονοµικού κέντρου του ελληνορωµαϊκού και ολόκληρου του πολιτισµένου κόσµου µέχρι την άλωσή της από τους Οθωµανούς Τούρκους (1453). Το Μέγα Παλάτι, το οποίο κτίσθηκε από τον Μ. Κωνσταντίνο στο διαµέρισµα του Βοσπόρου, υπήρξε η πηγή της οικουµενικής ακτινοβολίας της πόλεως, αφού στο Παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως είχε την έδρα του ο νόµιµος φορέας της θεοδώρητης οικουµενικής βασιλικής εξουσίας. Το µεγαλοπρεπές κτήριο του Παλατιού αυτού του Μ. Κωνσταντίνου παρέµεινε έδρα του βυζαντινού αυτοκράτορα ως τον 120 αιώνα, γνώρισε δε πολλές ανακαινίσεις και συµπληρώσεις από τους µεταγενέστερους αυτοκράτορες. Το συγκρότηµα του Μεγάλου Παλατιού ή Βασιλείου Οίκου είχε κτισθή σε τρίγωνη επιφάνεια 400 περίπου στρεµµάτων και περιλάµβανε µικρότερα ανακτορικά συγκροτήµατα, µεγάλες αίθουσες γιά συµπόσια και επίσηµες δεξιώσεις (κλητόρια), βιβλιοθήκες, εκκλησίες, στρατώνες, στοές, αυλές και κήπους, γιά την εξυπηρέτηση της λειτουργίας των οποίων υπήρχαν άριστα οργανωµένες πολυπρόσωπες παλατιανές υπηρεσίες.

[ΔΕΙΤΕ ΣΤΟ VIDEO: Η σημερινή συνοικία Σουλτάν Αχμέτ στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ. Το Μέγα Παλάτιο, που εκτεινόταν σε μια τεράστια έκταση και περιλάμβανε από τον Ιππόδρομο μέχρι την Αγιά-Σοφιά. Η αφηγήτρια αναφέρεται στο «αχανές κτηριακό γίγνεσθαι» τόσων δεκαετιών του Μεγάλου Παλατίου. Τα ψηφιδωτά του Μεγάλου Παλατίου, της ιδιωτικής κατοικίας του αυτοκράτορα.
Τα παλάτια της ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ: Δάφνη, Χαλκί, Μαγναύρα, Τρίκογχος, Χρυσοτρίκλινος, του Βουκολέοντα. Στην Αίθουσα της Πορφύρας η αυτοκράτειρα ΕΙΡΗΝΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ (σχετική αγιογραφία) τύφλωσε τον γιο της ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ, στην αίθουσα που τον γέννησε. Εξωτερικές όψεις της εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης. Η αφηγήτρια αναφέρει ότι η εκκλησία δεν μετατράπηκε σε τζαμί, αλλά έγινε αποθήκη όπλων, και στέγαζε το Πολεμικό Μουσείο.]


Το βασικό συγκρότηµα του Μεγάλου Παλατιού του Μ. Κωνσταντίνου συµπληρωνόταν σε κάθε εποχή µε νέα κτίσµατα. Ο Ιουστινιανός Α' (527-565) έκτισε τα περίφηµα προπύλαια της Χαλκής, ο Ιουστινιανός Β' (685-695, 705-711) έκτισε το Χρυσοτρίκλινο και ο Βασίλειος Α' (867-886) έκτισε το Καινούργιο, ενώ άλλοι αυτοκράτορες έκτισαν άλλα κτίσµατα ή ναούς. Η είσοδος στο Παλάτι γινόταν από τα περίφηµα προπύλαια της Χαλκής στο παλαιότερο κτήριο του Παλατιού του Μ. Κωνσταντίνου, το οποίο χωριζόταν από την είσοδο µε τις στοές των περίφηµων «σχολών», ήτοι των ταγµάτων της ανακτορικής φρουράς, στη µεγάλη αίθουσα των οποίων (Τρίκλινος) ανέµεναν οι άρχοντες γιά να επευφηµούν τον αυτοκράτορα κατά τις επίσηµες δεξιώσεις. Μετά τη Χαλκή ήταν το παλάτι του Κονσιστορίου και στη συνέχεια το παλάτι της Δάφνης. Αψιδωτή και σκεπαστή στοά του παλατιού της Δάφνης οδηγούσε σε οκτάγωνη αίθουσα, όπου δίνονταν οι δεξιώσεις από τον αυτοκράτορα, ενώ πιό πολυτελής ήταν η αίθουσα του Αυγουσταίου, όπου γίνονταν στέψεις των αυτοκρατειρών και δεξιώσεις. Στο κέντρο του όλου συγκροτήµατος του Παλατιού βρισκόταν το παλάτι Χρυσοτρίκλινο, που είχε κτισθή από τόν αυτοκράτορα Ιουστίνο Β' (565-578) και υπερείχε από όλα τα άλλα σε µέγεθος και σε πολυτέλεια. Στο παλάτι αυτό βρισκόταν η αίθουσα του θρόνου, σε οκτάγωνο σχήµα, µε τρούλλο και µεγάλες αψιδωτές κόγχες. Στην απέναντι από την είσοδο κόγχη βρισκόταν ο θρόνος του αυτοκράτορα και οι χαµηλότεροι θρόνοι των συµβασιλέων. Τα άλλα κτίσµατα του παλατιού συνδέονταν µε περίφηµη στοά (Λαυσιακός). Στη νότια πλευρά του Χρυσοτρικλίνου κτίσθηκε από τον Βασίλειο Α' (867-886) το παλάτι Καινούργιο και το πεντάτρουλλο κτίσµα Πεντακούβουκλο, ενώ ανακαινίσθηκε το παλαιό παλάτι της Μαγναύρας, που βρισκόταν στο βόρειο τµήµα του όλου συγκροτήµατος. Ο Νικηφόρος Φωκάς (963-969) ενσωµάτωσε στο κτηριακό συγκρότηµα και το παλάτι του Βουκολέοντος ή του Ορµίσδα. Εκτός από την αλυσίδα αυτή των κύριων συγκροτηµάτων, υπήρχαν και άλλα αξιόλογα κτίσµατα µε πολυτελείς αίθουσες, όπως και περίφηµοι ναοί (Θεοτόκου του Φάρου, Νέα Εκκλησία κ.ά.).

ΔΕΙΤΕ ΣΤΟ VIDEO: Ψηφιδωτή διακόσμηση του Μεγάλου Παλατίου (ό,τι απέμεινε)


Το όλο συγκρότηµα του Παλατιού ήταν η καρδιά της πόλεως και της αυτοκρατορίας, αφού τα πάντα εκπορεύονταν από το Παλάτι και κατέληγαν στο Παλάτι. Η ζωή και η ακτινοβολία της πόλεως σφραγίζονταν από την εκρηκτική δραστηριότητα του αυτοκράτορα και των υπηρεσιών του Παλατιού. Όλα τα µεγάλα γεγονότα της αυτοκρατορίας, εορτάζονταν µε λαµπρότητα στη βασιλεύουσα και στο Παλάτι, η δε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας ζούσε σε όλες τις διαστάσεις τους τόσο τις επιτυχίες σε περιόδους ακµής, όσο και τις αγωνίες σε περιόδους κρίσεως. Με κύριο άξονα το µεγάλο συγκρότηµα του Παλατιού, η Κωνσταντινούπολη ήταν η κεφαλή του σώµατος της αυτοκρατορίας και συγκεφαλαίωνε ολόκληρο τον πολιτικό, εκκλησιαστικό, πνευµατικό και οικονοµικό βίο της. Η παρουσία του αυτοκράτορα και του Οικουµενικού πατριάρχη στην Πόλη αποτελούσαν την πηγή της οικουµενικής ακτινοβολίας της πόλεως, η οποία ευτύχησε να εκφράζη τη δύναµη, τον πλούτο, το πνεύµα και την τέχνη όλων των περιόδων της µακραίωνης ιστορίας του Βυζαντίου.

Οι πολυπρόσωπες υπηρεσίες του Παλατιού, της κεντρικής διοικήσεως της αυτοκρατορίας και του διοικητικού µηχανισµού της πόλεως συνέθεταν, µαζί µε την αριστοκρατία των τιτλούχων της Συγκλήτου, του ιερού Κονσιστορίου και των άλλων κρατικών οργάνων, τα ετερόκλητα στοιχεία µιάς διαµορφούµενης κοινωνίας, στην οποία ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και οικουµενικός πατριάρχης µε τους λοιπούς εκκλησιαστικούς αξιωµατούχους αποκτούσαν συνεχώς µεγαλύτερη πνευµατική επιρροή. Η κοινωνία αυτή δηµιούργησε προοδευτικά δική της παράδοση κατά τη µεταβατική περίοδο του Δ' και του Ε' αιώνα και απέκτησε τις προϋποθέσεις να αφοµοιώνη τις νέες αναζητήσεις και τις ιστορικές µεταβολές. Η πόλη, ως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, εξαιρέθηκε από την επαρχιακή και την περιφερειακή οργάνωση της πολιτικής και της εκκλησιαστικής διοικήσεως και απετέλεσε ιδιαίτερο διοικητικό οργανισµό µε ανώτατο διοικητή της τον Έπαρχο του πραιτωρίου (praefectus urbi), ο οποίος ήταν υπεύθυνος γιά την οργάνωση και τον έλεγχο όλων των πτυχών του δηµόσιου και του ιδιωτικού βίου στην Κωνσταντινούπολη. Ο Έπαρχος είχε στη δικαιοδοσία του πολυπρόσωπες υπηρεσίες γιά κάθε τοµέα ευθύνης (διοίκηση, δικαιοσύνη, οικονοµία, δηµόσια τάξη, εργασία, συντεχνίες, τελωνεία κ.λπ.) και παρέµεινε µέχρι το τέλος της αυτοκρατορίας ο σταθερότερος διοικητικός παράγοντας του δηµόσιου βίου, αναπληρώνοντας συνήθως τον αυτοκράτορα κατά τη διάρκεια της απουσίας του από τη βασιλεύουσα πόλη.

Η παρακµή και η πτώση του Δυτικού Ρωµαϊκού Κράτους (476), σε συνδυασµό µε την εκκλησιαστική διάσπαση και την παρακµή των µεγάλων πνευµατικών κέντρων της Ανατολής (Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας κ.λπ.) δεν περιόρισαν αισθητά το µεγαλείο και την οικουµενική ακτινοβολία της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας, η οποία δεχόταν από την περιφέρεια κάθε καινούργια τάση, την αναµόρφωνε µε τα κριτήρια της δικής της παραδόσεως και τη διέχεε µε τους δικούς της µηχανισµούς προς την περιφέρεια. Η αρτηριακή αυτή λειτουργία στις σχέσεις του κέντρου µε την περιφέρεια καθιστούσε ολόκληρη την αυτοκρατορία έναν ζωντανό οργανισµό, στον οποίο η πρωτεύουσα είχε τη θέση κεφαλής και συντόνιζε την κίνηση όλων των µελών προς τους συγκεκριµένους στόχους. Η οποιαδήποτε διαχρονική εµπειρία από τη λειτουργία αυτή καταγραφόταν στη µνήµη της πρωτεύουσας γιά να διαµορφώνη τα παραδοσιακά κριτήρια αξιολογήσεως και αφοµοιώσεως των νέων κάθε φορά τάσεων στις αναζητήσεις του σώµατος της αυτοκρατορίας. Η συγκεντρωτική οργάνωση του δηµόσιου βίου της αυτοκρατορίας, σύµφωνα πάντοτε µε τις επιλογές της Κωνσταντινουπόλεως, ήταν ευνόητη. Η Κωνσταντινούπολη ως έδρα του ύψιστου φορέα τόσο της πολιτικής, όσο και της εκκλησιαστικής αυθεντίας, ήτοι του αυτοκράτορα και του Οικουµενικού πατριάρχη, ήταν η κατ' εξοχήν θεσµική και συµβολική έκφραοη της µοναδικότητας, της αποκλειστικότητας και της οικουµενικότητας της αυτοκρατορίας. Η βασιλεύουσα πόλη, η διάδοχος της Πρεσβυτέρας Ρώµης, η Νέα Ρώµη, ήταν όχι µόνο η κεφαλή ή το κέντρο, αλλά και η συνείδηση της αυτοκρατορίας. Η προοδευτική διαµόρφωση των στοιχείων της πολιτειακής ταυτότητας της Νέας Ρώµης κατά τον Δ' και τον Ε' αιώνα συνδέεται άρρηκτα µε την αντίστοιχη εξέλιξη και τον µετασχηµατισµό της ρωµαϊκής αυτοκρατορικής ιδέας στα πλαίσια και στις προοπτικές µιάς οικουµενικής χριστιανικής αυτοκρατορίας.

3) Συνέπειες και Αποτελέσματα της Ίδρυσης. 
Η κίνηση αυτή από την Πρεσβυτέρα προς τη Νέα Ρώµη, καίτοι ήταν θεσµικά αναπόφευκτη, προκάλεσε οπωσδήποτε σοβαρές αντιδράσεις τόσο στη Δύση, όσο και στην Ανατολή. Ωστόσο, το πραγµατικό εκκλησιαστικό κύρος του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως ολοκληρώθηκε µε το τεράστιο σε έκταση ιεραποστολικό έργο, το οποίο αναπτύχθηκε από την κεντρική Ευρώπη µέχρι την Κασπία Θάλασσα και από τη Βαλκανική Χερσόνησο µέχρι τη Βαλτική Θάλασσα κατά τον Θ' και Ι' αιώνα, αφού, όπως θα δούµε, διευρύνθηκε η εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουµενικού πατριαρχείου και ενισχύθηκε η οικουµενική ακτινοβολία της βασιλεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη, ως επίκεντρο των πολιτικών και των εκκλησιαστικών εξελίξεων του χριστιανικού κόσµου, απέκτησε δική της οικονοµική δραστηριότητα και αναπτύχθηκε σε µέγιστο κέντρο του παγκόσµιου εµπορίου. Τα στοιχεία λαµπρότητας του παλατιού και του πατριαρχείου δεν ήσαν άσχετα πρός τη µεγάλη ακµή του εµπορίου, αφού οι έµποροι όλων των λαών διεκδικούσαν να αποκτήσουν τα προνοµιακά δικαιώµατα εμπορικής δραστηριότητας στις αγορές της Κωνσταντινουπόλεως. Άλλωστε, από το διεθνές εµπόριο προερχόταν και η µεγάλη οικονοµική ακµή της αυτοκρατορίας, η οποία αποδυναµώθηκε όταν το εµπόριο περιήλθε, µετά τον ΙΑ' αιώνα, στις ναυτικές δηµοκρατίες της Ιταλίας (Βενετία, Γένουα, Πίζα κ.λπ.). Η εµπορική δραστηριότητα της πόλεως που ελεγχόταν αυστηρά από τις αρµόδιες υπηρεσίες του Επάρχου, διευκόλυνε την ανάπτυξη µεταποιητικών κυρίως βιοτεχνιών στην πρωτεύουσα (όπλων, υφαντουργίας γιά πολυτελή υφάσµατα, χρυσοχοίας, αργυροχοίας, σµάλτων κ.λπ.).


Η ακτινοβολία, η δύναµη, ο πλούτος και η µεγαλοπρέπεια της Κωνσταντινουπόλεως ήσαν µία συνεχής πρόκληση γιά όλους τους πολιτισµένους ή µή λαούς, οι οποίοι εκινούντο στα βόρεια και στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Τα διάφορα βαρβαρικά φύλα του Βορρά (Γότθοι, Ούννοι, Άβαροι, Βούλγαροι, Ρώσοι, Πετσενέγκοι κ.ά.), όπως και οι ισχυροί λαοί της Ανατολής (Πέρσες, Άραβες, Τούρκοι κ.ά.), γνώριζαν τον πλουτο της βασιλεύουσας, αλλά δεν αγνοούσαν και την ισχυρή οχύρωση και προστασία της. Τα πανίσχυρα χερσαία και παραθαλάσσια τείχη αποτελούσαν απρόσβλητη οχύρωση της πόλεως, η οποία διέθετε πάντοτε και την αναγκαία φρουρά γιά την προστασία της, αφού η άλωση της πόλεως ήταν δυνατή µόνο µέ συνδυασµένη πολιορκία από την ξηρά και τη θάλασσα. Τα βαρβαρικά φύλα του Βορρά δεν είχαν τα αναγκαία γιά ένα τέτοιο εγχείρηµα πολιορκητικά µέσα ούτε τον ισχυρό στόλο γιά τον θαλάσσιο αποκλεισµό της πόλεως, αφού η αλυσίδα του Κεράτιου Κόλπου ήταν ανυπέρβλητο εµπόδιο και γιά οργανωµένο ακόµη στόλο. Η πόλη µπορούσε να αλωθή µόνο µε υποστήριξη, αδιαφορία ή προδοσία των δυνάµεών της. Λογικά, λοιπόν, είχε δηµιουργηθή ο θρύλος γιά το αδύνατο της αλώσεώς της. Άλλωστε, ο µακροχρόνιος αποκλεισµός της πόλεως από την ξηρά ή τη θάλασσα δηµιουργούσε περισσότερα προβλήµατα στους πολιορκητές παρά στους πολιορκουµένους, αφού κατά την περίοδο του χειµώνα ήταν αδύνατη η παράταση της πολιορκίας από τη θάλασσα και προβληµατική από την ξηρά. Στην ιστορία της πόλεως αναφέρονται ως σηµαντικότερες οι πολιορκίες των Περσών και των Αβάρων απο ξηρά και θάλασσα (626), των Αράβων (674 και 717), των Ρώσων του Κιέβου (860), ενώ έγιναν και άλλες επιδροµές εναντίον της, οι οποίες είχαν περισσότερο ληστρικό χαρακτήρα και λιγότερο τον χαρακτήρα πολιορκίας.

dandolo

Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους της Δ' Σταυροφορίας (13 Άπριλίου 1204) ήταν συνέπεια της εσωτερικής δυναστικής διαµάχης γιά τον θρόνο της αυτοκρατορίας, οι δε Σταυροφόροι εµφανίσθηκαν ως υποστηρικτές των νόµιµων δικαιωµάτων του Ισαακίου Β' στον θρόνο και, κατά συνέπεια, είχαν τη συµπαράσταση των υποστηρικτών του, όπως και τη βοήθεια των εγκατεστηµένων από τα τέλη του ΙΑ' αιώνα στην πόλη Βενετών εµπόρων και ναυτικών. Η φρικτή λεηλασία της βασιλεύουσας από τους Σταυροφόρους στέρησε την πόλη από τα συσσωρευµένα αµύθητα πλούτη και τους ανεξάντλητους θησαυρούς τέχνης. Στην περίοδο της φραγκοκρατίας όλοι αυτοί οι θησαυροί αφαιρέθηκαν από το οργανικό τους σύνολο και κόσµησαν τα µεγάλα κέντρα των κατακτητών στη Δύση. Η παρακµή της πόλεως γιά µισό αιώνα ήταν αποτέλεσµα της αδυναµίας των Φράγκων να ανταποκριθούν στις πολύπλοκες απαιτήσεις γιά τη σύνθετη λειτουργία του µηχανισµού της οικονοµικής και της γενικότερης κοινωνικής ζωής της. Η ανάκτησή της από τους Βυζαντινούς (1261), η οποία κατορθώθηκε και µε την υποστήριξη του λαού της πόλεως, αποκατέστησε τη λειτουργικότητά της σε σχέση µε το σώµα της αυτοκρατορίας και µεγάλο µέρος της προηγούµενης ακτινοβολίας της, αλλά δεν της έδωσε και τα προηγούµενα στοιχεία λαµπρότητας και µεγαλοπρέπειας. Η Πόλη έπεσε στις 29 Μαΐου 1453 και παραδόθηκε ανυπεράσπιστη στη βαρβαρότητα και τη ληστρική µανία των κατακτητών. Ό,τι είχε αποµείνει από τη λεηλασία των Σταυροφόρων (1204-1261) εξαφανίσθηκε ή παραµορφώθηκε στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Η παντοδύναµη και πάµπλουτη βασιλεύουσα πόλη του χριστιανικού κόσµου παρέµεινε µόνο στις παραδόσεις και στους θρύλους του Γένους, αλλά διατήρησε την οικουµενική εκκλησιαστική ακτινοβολία της χάρη στο Οικουµενικό πατριαρχείο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η σηµασία, λοιπόν, της ουσιαστικής µεταφοράς τής πρωτεύουσας τής Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας από την Δύση στην Ανατολή υπήρξε τεράστια. Το Βυζάντιο θεµελιώθηκε πράγµατι µε την ίδρυση της νέας πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας στις ακτές του Βοσπόρου και στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου από τον πρώτο χριστιανό αυτοκρότορα, µε το όνοµα του οποίου έµεινε γνωστή και στην Ιστορία. Τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως (11 Μαΐου 330 µ.Χ.) αποτελούν την οριστική σφραγίδα της νέας πολιτικής του Μ. Κωνσταντίνου, που αποσκοπούσε στην αναζωογόνηση της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας µε την δραστηριοποίηση νέων δυνάµεων και µε την οργάνωση νέου πολιτικού, οικονοµικού, στρατιωτικού και πνευµατικού κέντρου, το οποίο και θα υποκαθιστούσε προοδευτικά την Παλαιά Ρώμη. Οι συνέπειες από την απόφαση αυτή του Μ. Κωνσταντίνου δεν έχουν ακόμη εκτιμηθή σε όλη τους την έκταση. Πάντως δεν είναι δυνατόν να αμφισθητηθή ότι με κέντρο τη νέα πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, πραγματοποιήθηκε μία από τις μεγαλύτερες μεταβολές στα πεπρωμένα τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ελένη Δραμπάλα 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Βλασίου Ιω. Φειδά, Βυζάντιο (Βίος, Θεσμοί, Κοινωνία, Εκκλησία, Παιδεία, Τέχνη), Δ΄ έκδοση, Αθήναι 1997.