Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παγκόσμια ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παγκόσμια ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Παγκόσμια Ιστορία - Ο Πόλεμος των Ρόδων και η καθαίρεση του Ερρίκου ΣΤ΄ της Αγγλίας

Ο βασιλιάς Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγγλίας, του Οίκου του Λάνκαστερ, καθαιρείται ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1461, από τον ξάδελφό του, του Οίκου της Υόρκης, Εδουάρδο Δ'. Ο Ερρίκος ΣΤ΄, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στον Πόλεμο των Ρόδων.

Βλ. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για Ερρίκο ΣΤ΄ και Εδουάρδο Δ΄ στον  Πόλεμο των Ρόδων ΕΔΩ

Ανέβηκε στο θρόνο μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1422, ενώ ήταν μόλις εννέα μηνών. Μετά το θάνατο του θείου του,Ιωάννη του Λάνκαστερ, δούκα του Μπέντφορντ, το 1435, περικυκλώθηκε από αντιδημοτικούς συμβούλους και αντιβασιλείς, οι πιο εξέχοντες εκ των οποίων ήταν ο θείος του Ερρίκου, Χάμφρεϊ Δούκας του Γκλόστερ, ο καρδινάλιος Ερρίκος Μπωφόρ και ο Γουλιέλμος του Σάφοκ. Οι δυο τελευταίοι κατηγορήθηκαν για κυβερνητική κακοδιαχείριση και κακό χειρισμό του συνεχιζόμενου Εκατονταετούς Πολέμου με τη Γαλλία. Επί Ερρίκου ΣΤ΄, χάθηκαν όλες οι αγγλικές κτήσεις στη Γαλλία, ακόμα και αυτές που είχαν κερδηθεί από τον πατέρα του.


Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ: Ο Πόλεμος των Ρόδων (1455 - 1487)

Ο Πόλεμος των Ρόδων, ή Πόλεμος των δυο Ρόδων, ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε στην Αγγλία για τη διαδοχή στο θρόνο από το 1455 μέχρι το 1487. Πήρε το όνομά του από τα εμβλήματα των δυο αντιμαχόμενων Οίκων, το λευκό ρόδο του Οίκου της Υόρκης και το κόκκινο ρόδο του Οίκου των Λάνκαστερ.

Στις μάχες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου, επικρατούσε πότε η μια ή η άλλη πλευρά, με άμεσες συνέπειες στους διαδόχους του θρόνου. Ο Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας υπήρξε ο τελευταίος Βασιλιάς της Αγγλίας από τον Οίκο της Υόρκης. Το 1485, τα στρατεύματά του συναντήθηκαν με εκείνα του Ερρίκου Τυδώρ, εγγονού του Όουεν Τυδώρ, στη μάχη του Μπόσγουορθ, κοντά στο Λέστερ, στην οποία νίκησε ο Ερρίκος. Κατά συνέπεια, ανέβηκε στο θρόνο ως Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας, πήρε για σύζυγό του την Ελισάβετ της Υόρκης, κόρη του Εδουάρδου Δ΄ της Υόρκης, βάζοντας τέλος στον πόλεμο των Ρόδων και εγκαινιάζοντας τη δυναστεία των Τυδώρ, η οποία θα βασιλεύσει συνεχώς σε Αγγλία και Ουαλία για 116 χρόνια.

To Λευκό Ρόδο του Οίκου της Υόρκης
Ονομασία και σύμβολα
Η ονομασία "Πόλεμος των Ρόδων" δε θεωρείται ότι χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά προέρχεται από τα εραλδικά σύμβολα των δυο βασιλικών οίκων της Υόρκης και του Λάνκαστερ. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρέως το 19ο αιώνα, μετά την έκδοση του μυθιστορήματος "Anne of Geierstein" του σερ Γουόλτερ Σκοτ. Ο Σκοτ βασίστηκε σε μια σκηνή από το πρώτο μέρος του θεατρικού έργου του Σαίξπηρ Ερρίκος ο ΣΤ΄, όπου ένας απλός καυγάς ανάμεσα σε εκπροσώπους των δύο οίκων τους έκανε να φοράνε στο καπέλο τους αντίστοιχα ένα άσπρο ή ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.

Αν και τα τριαντάφυλλα δε χρησιμοποιούνταν παρά λίγες μόνο φορές ως σύμβολα κατά τη διάρκεια του Πολέμου, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες φορούσαν εμβλήματα, που σχετίζονταν με τον άμεσο φεουδάρχη άρχοντα ή προστάτη τους. Για παράδειγμα, οι δυνάμεις του Ερρίκου Ζ΄ στη μάχη του Μπόσγουορθ πολέμησαν με έμβλημα τον Κόκκινο Δράκο (βρίσκεται και στη σημαία της Ουαλίας), ενώ ο στρατός των Υορκιστών χρησιμοποίησε το προσωπικό έμβλημα του Ριχάρδου Γ΄, ένα λευκό κάπρο.
Το Κόκκινο Ρόδο του Οίκου του Λάνκαστερ
Ωστόσο, απόδειξη για τη σπουδαιότητα των συμβόλων των ρόδων αποτελεί το γεγονός ότι ο βασιλιάς Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας επέλεξε στο τέλος του Πολέμου να συνδυάσει το κόκκινο και το λευκό ρόδο του κάθε οίκου για να δημιουργήσει το έμβλημα της δυναστείας των Τυδώρ.

Οι ονομασίες των οίκων δεν έχουν σχέση με τις πόλεις του Γιορκ και του Λάνκαστερ ή τις κομητείες Γιόρκσαϊρ και Λάνκασαϊρ, αν και στις μέρες μας, αθλητικές αναμετρήσεις μεταξύ των δυο κομητειών στο κρίκετ ή στο ράγκμπι συχνά χαρακτηρίζονται ως "Πόλεμος των Ρόδων". Στην πραγματικότητα, τα εδάφη του Δουκάτου των Λάνκαστερ βρίσκονταν κυρίως στο Γκλόστερσαϊρ, το Τσέσαϊρ και τη βόρεια Ουαλία, ενώ τα εδάφη και κάστρα του Δουκάτου της Υόρκης απλώνονταν σε όλη την Αγγλία, καθώς και στην Ουαλία.

Αμφισβητούμενη διαδοχή
Η θρυλούμενη λογομαχία στην αυλή της Νομικής, από τον "Ερρίκο ΣΤ'" του Σαίξπηρ
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο οίκων άρχισε με την ανατροπή του Ριχάρδου Β΄ από τον ξάδερφό του, Ερρίκο Δ', δούκα του Λάνκαστερ, το 1399. Ο Ριχάρδος Β' δεν ήταν δημοφιλής και οι περισσότεροι ευγενείς υποστήριξαν τον Ερρίκο.
Yellow cartouche
Ερρίκος Δ΄ της Αγγλίας
Ο Ερρίκος Δ' ως απόγονος του Ιωάννη της Γάνδης, τρίτου γιου του Εδουάρδου Γ', είχε λιγότερα δικαιώματα στο θρόνο απ' ότι οι απόγονοι του δεύτερου γιου, Λάιονελ της Αμβέρσας. Ο άτεκνος Ριχάρδος Β΄ μάλιστα είχε ορίσει ως διάδοχό του τον εγγονό του Λάιονελ, Ρότζερ Μόρτιμερ, 4ο κόμη του Μαρτς ο οποίος όμως είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο και κανένας από τους ευγενείς δεν υποστήριξε ή υπερασπίστηκε τα δικαιώματα του γιου του, Έντμοντ Μόρτιμερ, στον θρόνο.

Την περίοδο που ακολούθησε την άνοδό του στο θρόνο ο Ερρίκος Δ' αντιμετώπισε κάποιες εξεγέρσεις στην Ουαλία, στο Τσέσαϊρ και στο Νορθάμπερλαντ, τις οποίες χρησιμοποίησε ο Μόρτιμερ για να διεκδικήσει τον θρόνο. Αν και με δυσκολία, οι εξεγέρσεις αντιμετωπίσθηκαν.

Red cartouche
Ερρίκος Ε΄ της Αγγλίας
Ο Ερρίκος πέθανε το 1413. Ο γιος και διάδοχός του, Ερρίκος Ε΄ της Αγγλίας, κληρονόμησε ένα προσωρινά ειρηνικό βασίλειο. Ο Ερρίκος Ε΄ ήταν καλός στρατιώτης και η στρατιωτική του επιτυχία ενάντια στη Γαλλία κατά τον Εκατονταετή Πόλεμο αύξησε τη δημοφιλία του, δίνοντάς του την ευκαιρία να ισχυροποιήσει τη θέση των Λάνκαστερ στον αγγλικό θρόνο. Επί Ερρίκου Ε΄ έλαβε χώρα και η συνωμοσία του Σάουθαμπτον από τον Ριχάρδο, κόμη του Κέμπριτζ, γιο του τέταρτου γιου του Εδουάρδου Γ΄, Εδμόνδου του Λάνκλεϋ. Ο κόμης του Κέμπριτζ καταδικάστηκε για προδοσία και εκτελέστηκε το 1415 στην αρχή της εκστρατείας που οδήγησε στη μάχη του Αζινκούρ. Η σύζυγός του Άννα Μόρτιμερ διεκδικούσε επίσης το θρόνο καθώς ήταν κόρη του Ρότζερ Μόρτιμερ, απόγονου του Λάιονελ της Αμβέρσας ο οποίος ήταν γιος του Εδουάρδου Γ', και ο αδερφός της είχε πεθάνει άτεκνος.

Ο Ριχάρδος της Υόρκης, γιος του Ριχάρδου του Κέμπριτζ και της Άννας Μόρτιμερ, ήταν τεσσάρων ετών όταν εκτελέστηκε ο πατέρας του. Κέρδισε τον τίτλο του Δούκα της Υόρκης από τον θείο του, Εδουάρδο του Νόργουιτς, που σκοτώθηκε στη μάχη του Αζινκούρ. Αν και ο πατέρας του είχε στερηθεί των δικαιωμάτων του, ο Ερρίκος Ε΄ επέτρεψε στο Ριχάρδο να κληρονομήσει τον τίτλο και την περιουσία του θανόντος θείου του: έχοντας τρεις νεότερους αδερφούς και καθώς ήταν ακόμη στη νιότη του, ο Ερρίκος Ε΄ ήταν σίγουρος ότι τα δικαιώματα των Λάνκαστερ στο θρόνο ήταν ασφαλή.

Παρόλ' αυτά μετά το θάνατό του, ο γιος του Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγγλίας αποδείχτηκε αδύναμος στην εξουσία και τα αδέρφια του δεν άφησαν νόμιμους απογόνους, με αποτέλεσμα διάδοχοι των Λάνκαστερ να υφίστανται μόνο μακρινά ξαδέρφια και συγγενείς από τον Οίκο των Μποφόρ και ο Ριχάρδος της Υόρκης να προβάλει σημαντικές διεκδικήσεις στο θρόνο.

Ερρίκος ΣΤ΄
Ο Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγγλίας αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στον Πόλεμο των Ρόδων.
Ερρίκος ΣΤ΄της Αγγλίας
Ανέβηκε στο θρόνο μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1422, ενώ ήταν μόλις εννέα μηνών. Μετά το θάνατο του θείου του,Ιωάννη του Λάνκαστερ, δούκα του Μπέντφορντ, το 1435, περικυκλώθηκε από αντιδημοτικούς συμβούλους και αντιβασιλείς, οι πιο εξέχοντες εκ των οποίων ήταν ο θείος του Ερρίκου, Χάμφρεϊ Δούκας του Γκλόστερ, ο καρδινάλιος Ερρίκος Μπωφόρ και ο Γουλιέλμος του Σάφοκ. Οι δυο τελευταίοι κατηγορήθηκαν για κυβερνητική κακοδιαχείριση και κακό χειρισμό του συνεχιζόμενου Εκατονταετούς Πολέμου με τη Γαλλία. Επί Ερρίκου ΣΤ΄, χάθηκαν όλες οι αγγλικές κτήσεις στη Γαλλία, ακόμα και αυτές που είχαν κερδηθεί από τον πατέρα του.

Ο δούκας του Σάφοκ πέτυχε τη σύλληψη του Χάμφρεϊ του Γκλόστερ για προδοσία, ο οποίος πέθανε πριν γίνει η δίκη του, το 1447. Ο ίδιος ο Σάφοκ αργότερα στερήθηκε του αξιώματός του και δολοφονήθηκε κατά την εξόρισή του. Τον διαδέχτηκε ο Εδμόνδος Μπωφόρ, 2ος δούκας του Σόμερσετ, ο οποίος επιθυμούσε να συνάψει ειρήνη με τη Γαλλία. Ο δούκας της Υόρκης, που είχε διαδεχτεί τον δούκα του Μπέντφορντ ως Υποδιοικητής στη Γαλλία, αντιπροσώπευε εκείνους που επιθυμούσαν να συνεχίσουν ακόμα πιο δραστήρια τον πόλεμο και κατηγόρησε την αυλή, και ιδιαίτερα τον δούκα του Σόμερσετ, ότι του στερούσαν χρηματικούς πόρους και στρατιώτες κατά την εκστρατεία στη Γαλλία.
Μαργαρίτα του Ανζού

Σε όλες αυτές τις διαμάχες, ο Ερρίκος ΣΤ' δε συμμετείχε σχεδόν καθόλου, γι' αυτό και θεωρήθηκε αδύναμος και ανεπαρκής βασιλιάς. Επιπροσθέτως, ήταν διανοητικά ασταθής, που ίσως κληρονόμησε από τον παππού του, Κάρολο ΣΤ΄ της Γαλλίας. Ως το 1450, πολλοί θεωρούσαν ήδη τον Ερρίκο ανίκανο να ανταποκριθεί στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις του ως βασιλιά.

Το 1450, πραγματοποιήθηκε στο Κεντ μια βίαιη λαϊκή εξέγερση, με αρχηγό τον Τζακ Κέιντ, με αίτια εκβιασμούς από βασιλικούς αξιωματούχους και την αποτυχία του δικαστικού συστήματος να προστατέψει τους γηγενείς ιδιοκτήτες γης όλων των τάξεων. Οι επαναστάτες κατέλαβαν τμήματα του Λονδίνου, αλλά εκδιώχθηκαν από τους ίδιους πολίτες σε κάποια στιγμή, καθώς επιδόθηκαν σε πλιάτσικο. Οι επαναστάτες διαλύθηκαν μετά από υποτιθέμενη αμνηστία, αλλά ορισμένοι εκτελέστηκαν αργότερα, ανάμεσα στους οποίους και ο ίδιος ο Τζακ Κέιντ.

Δυο χρόνια αργότερα, ο Ριχάρδος της Υόρκης επέστρεψε στην Αγγλία ως Υποδιοικητής της Ιρλανδίας και βάδισε προς το Λονδίνο, ζητώντας την απομάκρυνση του δούκα του Σόμερσετ και ανασχηματισμό της κυβέρνησης. Σε αυτό το στάδιο, πολύ λίγοι ευγενείς δέχονταν μια τόσο δραστική λύση, με αποτέλεσμα ο Ριχάρδος να συλληφθεί στο Μπλάκχιθ του Λονδίνου. Φυλακίστηκε κατά τα έτη 1452-1453, αλλά ελευθερώθηκε με τον όρο ότι δε θα στασίαζε εναντίον της αυλής.

Η αυξανόμενη διχόνοια στην αυλή αντικατοπτριζόταν και σε ολόκληρη τη χώρα, όπου οικογένειες ευγενών έμπαιναν σε βεντέτα μεταξύ τους και δεν έδειχναν καθόλου σεβασμό στη βασιλική εξουσία και στη δικαιοσύνη, συνήθως οικογένειες παλαιών αριστοκρατών εναντίον μικρότερων ευγενών, οι οποίοι είχαν αυξήσει τη δύναμη και την επιρροή τους λόγω των διαφόρων εξεγέρσεων εναντίον του Ερρίκου. Η αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, η πληθώρα ευγενών με ιδιωτικούς στρατούς και φέουδα και η διαφθορά της αυλής του Ερρίκου δημιούργησαν ένα πολιτικό κλίμα ώριμο για έναν εμφύλιο πόλεμο. Μιας και ο βασιλιάς επηρεαζόταν τόσο εύκολα, η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των αυλικών που βρίσκονταν κοντύτερα στον ίδιο, με άλλα λόγια τον δούκα του Σόμερσετ και τους Λάνκαστερ. Ο Ριχάρδος της Υόρκης και οι υπόλοιποι υποστηρικτές του οίκου, που δε βρίσκονταν τόσο κοντά στη θέση εξουσίας, βρέθηκαν να χάνουν σταδιακά τη δύναμή τους, ενώ παράλληλα ο Ερρίκος πειθόταν να προσφέρει όλο και περισσότερη γη στους Λάνκαστερ.

Το 1453, ο Ερρίκος υπέφερε από την πρώτη διανοητική κατάρρευση, σε σειρά πολλών υπολοίπων τα επόμενα χρόνια, κατά την οποία δεν αναγνώριζε ούτε τον ίδιο το νεογέννητο γιο του, Εδουάρδο του Γουέστμινστερ. Οργανώθηκε συμβούλιο Αντιβασιλείας, με ηγέτη τον Ριχάρδο της Υόρκης ως Λόρδο προστάτη του βασιλείου. Ο Ριχάρδος φυλάκισε το δούκα του Σόμερσετ και υποστήριξε τους συμμάχους του, την οικογένεια των Νέβιλ, στη συνεχιζόμενη βεντέτα τους με τους Πέρσυ.

Ο Ερρίκος ανένηψε το 1455 και για άλλη μια φορά βρέθηκε υπό την επιρροή των κοντινότερων αυλικών του. Ο Ριχάρδος της Υόρκης εκδιώχθηκε από την αυλή από την ισχυρή και επιθετική σύζυγο του Ερρίκου, Μαργαρίτα του Ανζού, η οποία δρούσε ως ντε φάκτο ηγέτης των Λάνκαστερ και είχε φτιάξει μια συμμαχία ευγενών εναντίον του Ριχάρδου και της επιρροής του. O ανατραπείς Ριχάρδος, ο οποίος φοβόταν πιθανή σύλληψη για προδοσία, αναγκάστηκε να καταφύγει σε ένοπλη αντίδραση το 1455.

Το ρολόι-πύργος του Σεντ Όλμπανς από τον 15ο αιώνα
Πρώτη μάχη του Σεντ Όλμπανς
Ο δούκας της Υόρκης οδήγησε μια μικρή δύναμη προς το Λονδίνο και συνάντησε το στρατό του Ερρίκου στο Σεντ Όλμπανς, βόρεια του Λονδίνου, στις 22 Μαΐου 1455. Η σχετικά μικρή πρώτη μάχη του Σεντ Όλμπανς ήταν η πρώτη ανοιχτή αψιμαχία του εμφυλίου πολέμου. Στόχος του Ριχάρδου ήταν να απομακρύνει τους ανίκανους συμβούλους από το βασιλιά Ερρίκο. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν ήττα για τους Λάνκαστερ: εξέχοντες ηγέτες τους σκοτώθηκαν, όπως ο δούκας του Σόμερσετ και ο δούκας του Νορθάμπερλαντ. Μετά τη μάχη, οι Υορκιστές βρήκαν τον Ερρίκο στη σκηνή του, εγκαταλελειμμένο από υπηρέτες και συμβούλους, πιθανότατα έχοντας άλλο ένα ξέσπασμα διανοητικής κατάρρευσης. Ο Ριχάρδος και οι σύμμαχοί του ξανακέρδισαν θέση επιρροής κι ο ίδιος ξανάγινε Λόρδος προστάτης, ενώ ο βασιλιάς Ερρίκος έμενε αμέτοχος και απρόθυμος και η Μαργαρίτα του Ανζού παραμερίστηκε, έχοντας ως καθήκον της τη φροντίδα του συζύγου της.

Για λίγο και οι δυο πλευρές φάνηκαν να εκπλήσσονται από το γεγονός ότι μια πραγματική μάχη είχε λάβει χώρα κι έκαναν το παν για να γεφυρώσουν τις διαφορές τους, αλλά σύντομα εμφανίστηκαν και πάλι προβλήματα, ιδιαίτερα για το αν διάδοχος στο θρόνο θα ήταν ο δούκας της Υόρκης ή ο γιος του Ερρίκου, Εδουάρδος του Γουέστμινστερ.

Το Φεβρουάριο του 1456, ο Ερρίκος ανένηψε και απομάκρυνε τον Ριχάρδο από τη θέση του Λόρδου Προστάτη. Ο Ερρίκος ταξίδεψε το φθινόπωρο στην Ουαλία και η Μαργαρίτα του Ανζού δεν του επέτρεψε να γυρίσει στο Λονδίνο, όπου οι έμποροι ήταν εκνευρισμένοι από την παρακμή του εμπορίου και τη γενικότερη αναστάτωση. Η αυλή του βασιλιά μεταφέρθηκε στο Κόβεντρι. Μέχρι τότε, ο νέος δούκας του Σόμερσετ ανήλθε ως ο νέος ευνοούμενος της βασιλικής αυλής. Η Μαργαρίτα έπεισε το σύζυγό της να αναιρέσει όσα είχε κάνει ο Ριχάρδος της Υόρκης ως Λόρδος Προστάτης, ο οποίος αναγκάστηκε να επιστρέψει στο αξίωμα του Υποδιοικητή στην Ιρλανδία.

Εν τω μεταξύ, αυξανόταν η αναστάτωση στην πρωτεύουσα και τη βόρεια Αγγλία, καθώς και η πειρατεία στα νότια παράλια, αλλά το βασιλικό ζεύγος επέμενε περισσότερο στο να προστατεύσει το ίδιο: η βασίλισσα εισήγαγε για πρώτη φορά στην Αγγλία το θεσμό της στρατολόγησης. Ταυτόχρονα, ο σύμμαχος του δούκα της Υόρκης, Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ (ο λεγόμενος Kingmaker), αύξανε τη δημοτικότητά του στο Λονδίνο ως υπέρμαχος των εμπόρων.

Την άνοιξη του 1458, ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι προσπάθησε να συμφιλιώσει τους ευγενείς που βρίσκονταν σε μακροχρόνιους πολέμους μεταξύ τους. Στις 25 Μαρτίου, ανήμερα του Ευαγγελισμού, o βασιλιάς ηγήθηκε πομπής προς τον καθεδρικό του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο, όπου γινόταν Μεγάλο Συμβούλιο, με ευγενείς από τους οίκους Λάνκαστερ και Υόρκης να τον ακολουθούν χέρι-χέρι.

Κάστρο Λάντλοου
Συνέχιση των συγκρούσεων
Οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν μετά τη μη εξουσιοδοτημένη επιστροφή του Δούκα της Υόρκης από την Ιρλανδία, ο οποίος κάλεσε τους Νέβιλ να συμπαραταχθούν μαζί του στο κάστρο του Λάντλοου. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1459, στη μάχη του Μπλορ Χιθ στο Στάφορντσαϊρ, ο στρατός των Λάνκαστερ δεν κατάφερε να εμποδίσει το Σάλσπουρι να προχωρήσει από το κάστρο του Μίντλχαμ (Γιόρκσαϊρ) στο Λάντλοου. Λίγο αργότερα, οι συνδυασμένες δυνάμεις των Υορκιστών αντιμετώπισε το μεγαλύτερο στρατό των Λάνκαστερ στη μάχη του Λάντφορντ Μπριτζ. To άγημα του Γουόρικ από τη φρουρά του Καλαί αυτομόλησε στους Λάνκαστερ και οι ηγέτες των Υορκιστών τράπηκαν σε φυγή. Ο Ριχάρδος της Υόρκης επέστρεψε στην Ιρλανδία, ενώ ο μεγαλύτερος γιος του, Εδουάρδος, κόμης του Μαρτς, κατέφυγε στο Καλαί μαζί με τους Σάλσμπουρι και Γουόρικ.

Οι Λάνκαστερ επέστρεψαν εν πλήρη δυνάμει. Ο δούκας της Υόρκης και οι υποστηρικτές του κηρύχθηκαν προδότες και συνελήφθησαν. Μονάχα με μια επιτυχή εισβολή θα μπορούσαν να ανακτήσουν τους τίτλους και την περιουσία τους. Ο Σόμερσετ μετατέθηκε ως Κυβερνήτης του Καλαί. Οι προσπάθειές του για έξωση του Γουόρικ ήταν ανεπιτυχείς και οι Υορκιστές άρχισαν επιδρομές στις αγγλικές ακτές από το Καλαί, συμβάλλοντας ακόμα περισσότερο στο χάος και την αναρχία που επικρατούσε. Ο Γουόρικ μετέβη στην Ιρλανδία για περαιτέρω σχέδια με τον Ριχάρδο της Υόρκης, καταφέρνοντας να διαφύγει από το βασιλικό στόλο του δούκα του Έξετερ.

Τον Ιούνιο του 1460, οι προαναφερθέντες φυγάδες στο Καλαί εγκαταστάθηκαν γοργά στο Κεντ και στο Λονδίνο, όπου έτυχαν ευρείας υποστήριξης. Βάδισαν προς το βορρά, με την υποστήριξη επίσης ενός παπικού απεσταλμένου. Ο Ερρίκος έστειλε ένα στρατό νότια για να τους συναντήσει, ενώ η Μαργαρίτα του Ανζού έμεινε στο βορρά με τον Πρίγκιπα Εδουάρδο. Στη μάχη του Νορθάμπτον στις 10 Ιουλίου, ο στρατός των Υορκιστών νίκησε τους Λάνκαστερ, βοηθούμενοι από προδοσία στις τάξεις του βασιλιά. Για δεύτερη φορά κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Βασιλιάς Ερρίκος βρέθηκε στη σκηνή του μόνος, εγκαταλελειμμένος από τη συνοδεία του, προφανώς έχοντας υποστεί κι άλλη νευρική κρίση. Οι Υορκιστές επέστρεψαν στοΛονδίνο αιχμαλωτίζοντάς τον.

Πράξη Συμφωνίας
Υπό τη σκιά της στρατιωτικής αυτής επιτυχίας, ο Ριχάρδος της Υόρκης διεκδίκησε το θρόνο, βασιζόμενος στη μη νομιμότητα της γραμμής των Λάνκαστερ. Έχοντας αφιχθεί στη βόρεια Ουαλία, αυτός και η σύζυγός του, Σεσίλ Νέβιλ, έφτασαν στο Λονδίνο με το εθιμοτυπικό που θα ταίριαζε σε ένα μονάρχη. Συγκλήθηκε το Αγγλικό Κοινοβούλιο κι όταν ο Ριχάρδος έφτασε στην αίθουσα, κατευθύνθηκε προς το θρόνο, περιμένοντας ενθάρρυνση και υποστήριξη από τους λόρδους. Αντ' αυτού, επικράτησε παγερή ησυχία και στο άκουσμα των διεκδικήσεών του, πολλοί ήταν αυτοί που εξεπλάγησαν. Σε αυτό το στάδιο, δεν επιθυμούσαν την ανατροπή του βασιλιά Ερρίκου, παρά μόνο την απομάκρυνση των κακών συμβούλων του.

Την επόμενη ημέρα, ο δούκας της Υόρκης παρουσίασε ένα αναλυτικό γενεαλογικό δέντρο, προκειμένου να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του για την καταγωγή του από το Λάιονελ της Αμβέρσας, γιο του Εδουάρδου Γ΄ της Αγγλίας. Τότε, αντιμετωπίστηκε με μεγαλύτερη κατανόηση: το Κοινοβούλιο συμφώνησε να εξετάσει το ζήτημα και δέχτηκε ότι ο Ριχάρδος είχε περισσότερα δικαιώματα στο θρόνο, αλά με πλειοψηφία ψηφίστηκε η παραμονή του Ερρίκου ως βασιλιά. Τον Οκτώβριο του 1460, έγινε συμβιβασμός με την Πράξη Συμφωνίας, η οποία αναγνώριζε το Ριχάρδο ως διάδοχο του Ερρίκου, παραμερίζοντας τον εξάχρονο πρίγκιπα Εδουάρδο του Γουέστμινστερ. Ο δούκας της Υόρκης αποδέχτηκε τη συμφωνία αυτή, καθώς ήταν η καλύτερη προσφορά που μπορούσε να έχει, ειδικά γιατί γινόταν Λόρδος Προστάτης του βασιλείου και μπορούσε να κυβερνήσει στο όνομα του Ερρίκου.

Οι Λάνκαστερ αντεπιτίθενται
Η βασίλισσα Μαργαρίτα του Ανζού κατέφυγε στη βόρεια Ουαλία, ενώ πολλοί ευγενείς, υποστηρικτές του Οίκου, συγκέντρωναν στρατό στη βόρεια Αγγλία. Ο Δούκας της Υόρκης έφυγε από το Λονδίνο για να σταθεροποιήσει τη θέση του στο βορρά ενάντια στους Λάνκαστερ που μαζεύονταν στην πόλη του Γιορκ. Έλαβε αμυντική θέση στο Κάστρο του Σάνταλ κοντά στο Γουέικφιλντ τα Χριστούγεννα του 1460. Στις 30 Δεκεμβρίου, οι δυνάμεις του επιτέθηκαν στ' ανοιχτά στους Λάνκαστερ, αν και ήταν λιγότεροι απ' αυτούς. Η μάχη του Γουέικφιλντ έληξε με τελειωτική νίκη των Λάνκαστερ. Ο Ριχάρδος της Υόρκης σκοτώθηκε στη μάχη, ενώ κι ο Σάλσμπουρι και ο 17χρονος γιος του Ριχάρδου, Εδμόνδος του Ρούτλαντ, αιχμαλωτίστηκαν κι εκτελέστηκαν. Η βασίλισσα Μαργαρίτα διέταξε τα κεφάλια και των τριών να τοποθετηθούν στις πύλες του Γιορκ.

Η βασίλισσα Μαργαρίτα εν τω μεταξύ είχε ταξιδέψει στη Σκωτία για να ζητήσει βοήθεια. Η Μαρία του Γκέλντερς, βασίλισσα του Ιακώβου Β΄ της Σκωτίας, συμφώνησε να της παραχωρήσει ένα στρατό, με τον όρο να παραχωρήσει την πόλη Μπέργουικ στη Σκωτία και η κόρη της να αρραβωνιαστεί τον πρίγκιπα Εδουάρδο. Η Μαργαρίτα συμφώνησε, αν και δεν είχε χρήματα να καλύψει τα έξοδα του στρατού της και μπορούσε μονάχα να υποσχεθεί λάφυρα από τα πλούτη της νότιας Αγγλίας, αρκεί οι λεηλασίες να γίνονταν νότια του ποταμού Τρεντ.

Η Πράξη Συμφωνίας και τα γεγονότα στο Γουέικφιλντ έδωσαν στον 18οχρονο Εδουάρδο, κόμη του Μαρτς, μεγαλύτερο γιο του Ριχάρδου, τον τίτλο του Δούκα της Υόρκης και του κληρονόμου του θρόνου. Συνάντησε το στρατό των Λάνκαστερ υπό τον Τζάσπερ Τυδώρ που κατέφτανε από την Ουαλία και τον νίκησε στη μάχη του Μόρτιμερ Κρος στο Χέρφορντσαϊρ. Ενέπνευσε τους άνδρες του με το όραμα των τριών ήλιων την αυγή, ένα φαινόμενο γνωστό με τον όρο παρήλιο, ερμηνεύοντάς το ως σημάδι νίκης που συμβόλιζε τους τρεις επιζώντες γιους του Ριχάρδου: τον ίδιο, το Γεώργιο και το Ριχάρδο.

Ο στρατός της Μαργαρίτας κινούνταν νότια, λεηλατώντας τον πλούσιο αγγλικό νότο. Στο Λονδίνο, ο Γουόρικ το χρησιμοποίησε ως προπαγάνδα για να ενισχύσει την υποστήριξη στον οίκο της Υόρκης στο νότο: για παράδειγμα, η πόλη του Κόβεντρι ορκίστηκε πίστη στους Υορκιστές. Ο στρατός του Γουόρικ εγκαταστάθηκε νότια της πόλης του Σεντ Όλμπανς για να εμποδίσει το κεντρικό πέρασμα από το βορρά, αλλά ο στρατός της Μαργαρίτας εισέβαλε από δυτικά και επιτέθηκε από πίσω στο στρατό του Γουόρικ. Οι Λάνκαστερ νίκησαν και πάλι στη δεύτερη μάχη του Αγίου Αλβανού: οι Υορκιστές τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πίσω το Βασιλιά Ερρίκο, που βρέθηκε να κάθεται απείραχτος σε ένα δέντρο.

Εδουάρδος Δ΄
Μάχη του Τάουτον και θρίαμβος του οίκου της Υόρκης
O Εδουάρδος Δ΄ δεν μπορούσε πλέον να ισχυρίζεται ότι ήθελε απλά να "γλιτώσει" το βασιλιά από τους κακούς συμβούλους του. Η όλη διαμάχη είχε μετατραπεί σε έναν πόλεμο για το στέμμα. Όταν ο Επίσκοπος του Λονδίνου ζήτησε από το λαό της πόλης τη γνώμη του, κραύγασαν υπέρ του "βασιλιά Εδουάρδου". Γρήγορα επικυρώθηκε από το Κοινοβούλιο κι ο Εδουάρδος στέφθηκε ανεπίσημα στο αββαείο του Γουέστμινστερ, αν κι ο ίδιος υποσχέθηκε ότι δε θα προέβαινε σε επίσημη ενθρόνιση, μέχρι ο Ερρίκος και η Μαργαρίτα να εξορίζονταν ή να εκτελούνταν.

Ο Εδουάρδος και ο Γουόρικ προχώρησαν βόρεια, συγκεντρώνοντας έναν τεράστιο στρατό, που αντιμετώπισε έναν επίσης μεγάλο αριθμό υποστηρικτών των Λάνκαστερ στο Τάουτον. Η μάχη του Τάουτον ήταν η μεγαλύτερη του Πολέμου των Ρόδων, ενώ κράτησε μόλις μια μέρα, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δυο αντιπάλων. Νίκησαν οι Υορκιστές και πολλοί ηγέτες των Λάνκαστερ σκοτώθηκαν. Το βασιλικό ζεύγος και ο πρίγκιπας Εδουάρδος κατέφυγαν στο βορρά, μαθαίνοντας το αποτέλεσμα της μάχης.

Όσοι από τους Λάνκαστερ επέζησαν, ορκίστηκαν πίστη στο βασιλιά Εδουάρδο, ενώ όσοι δεν το έκαναν διώχθηκαν προς τα βόρεια σύνορα και κάστρα στην Ουαλία. Ο Εδουάρδος Δ΄ κατέλαβε την Υόρκη και αντικατέστησε τα κεφάλια του πατέρα του, του αδερφού του και του Σάλσμπουρι με αυτά ηττημένων λόρδων των Λάνκαστερ, όπως του Βαρόνου Τζον Κλίφορντ, που είχε κατηγορηθεί για την εκτέλεση του αδερφού του Εδουάρδου, Εδμόνδου του Ρούτλαντ, μετά τη μάχη του Γουέικφιλντ.

Εδουάρδος Δ΄
Ο Εδουάρδος στέφθηκε ως Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας το 1461 στο Λονδίνο. Κατάφερε να βασιλέψει ειρηνικά για δέκα χρόνια.

Στο βορρά, απέκτησε πλήρη έλεγχο μέχρι το 1465. Ο Ερρίκος και η Μαργαρίτα είχαν καταφύγει στην αυλή του Ιακώβου Γ΄. Προσπάθησαν να επιτεθούν στην πόλη του Καρλάιλ, αλλά, ελλείψει χρηματικών πόρων, εύκολα απωθήθηκαν από τους άνδρες του Εδουάρδου.

To 1464, υπήρξαν εξεγέρσεις των Λάνκαστερ στη βόρεια Αγγλία, αλλά αντιμετωπίστηκαν από τον Τζον Νέβιλ, μαρκήσιο του Μονταγκού. Στις 25 Απριλίου, ένας μικρός στρατός των Λάνκαστερ καταστράφηκε στη μάχη του Χέτζλεϊ Μουρ και στις 15 Μαΐου στη μάχη του Χέξαμ, ο Σόμερσετ αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε.

Ο βασιλιάς Ερρίκος αργότερα αιχμαλωτίστηκε για τρίτη φορά στο Κλίθερο του Λάνκασαϊρ το 1465. Μεταφέρθηκε στον Πύργο του Λονδίνου, όπου αντιμετωπίστηκε αξιοπρεπώς, ενώ η Μαργαρίτα του Ανζού κι ο γιος της αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Σκωτία και να μεταβούν στη Γαλλία, όπου παρέμειναν για κάποια χρόνια σε εξορία.

Η ανταρσία του Γουόρικ και η επαναφορά του Ερρίκου ΣΤ΄
Ο πανίσχυρος Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ είχε εν τω μεταξύ εξελιχθεί στο μεγαλύτερο ιδιοκτήτη γης στην Αγγλία, καθώς κατείχε την περιουσία της συζύγου του, είχε κληρονομήσει τα κτήματα του πατέρα του και του είχαν αποδοθεί αρκετές περιουσίες των Λάνκαστερ που είχαν παραδοθεί. Παράλληλα, είχε και πολλά κρατικά αξιώματα. Ήταν υπέρ της ειρήνης και συμμαχίας με τη Γαλλία, στα πλαίσια του 100ετούς πολέμου, και διαπραγματευόταν για το γάμο του βασιλιά Εδουάρδου με Γαλλίδα νύφη. Ωστόσο, ο Εδουάρδος είχε παντρευτεί την Ελισάβετ Γούντβιλ στα κρυφά το 1464 και το ανακοίνωσε αργότερα ως τετελεσμένο γεγονός, κάτι που έφερε μεγάλη δυσφορία στον Γουόρικ.

Η δυσφορία έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν η οικογένεια Γούντβιλ ευνοούνταν πολύ περισσότερο στην αυλή από τους Νέβιλ. Πολλοί συγγενείς της βασίλισσας έκαναν γάμους με ευγενείς οικογένειες και σε άλλους δόθηκαν τίτλοι ευγενείας ή βασιλικά αξιώματα. Επίσης, ο Εδουάρδος προτίμησε να συνάψει συμμαχία με τη Βουργουνδία παρά με τη Γαλλία, ενώ φάνηκε διστακτικός να παντρέψει τα αδέρφια του, Γεώργιο του Κλάρενς και Ριχάρδο του Γκλόστερ, με τις κόρες του Γουόρικ,Ισαβέλλα και Άννα. Εν τέλει, η δημοτικότητά του έφθινε αυτή την περίοδο, λόγω της υψηλής φορολογίας και διατάραξης του νόμου και της τάξης.

Μέχρι το 1469, ο κόμης του Γουόρικ συμμάχησε με το ζηλόφθονο Γεώργιο του Κλάρενς. Συγκέντρωσαν στρατό και νίκησαν τις δυνάμεις του βασιλιά στη μάχη του Έτζκοτ Μουρ. Ο Εδουάρδος αιχμαλωτίστηκε στο Όλνεϊ και φυλακίστηκε στο Κάστρο του Μίντλχαμ στο Γιόρκσαϊρ. Ο Γουόρικ έδωσε εντολή για την εκτέλεση του πατέρα και του αδερφού της βασίλισσας Ελισάβετ Γούντβιλ, ενώ παράλληλα η χώρα βρέθηκε και πάλι σε αναβρασμό και οι Λάνκαστερ βρήκαν την ευκαιρία να επαναστατήσουν.

Κάποιες εξεγέρσεις σημειώθηκαν επίσης στο Λίνκολνσαϊρ, αλλά ο Εδουάρδος τις κατέπνιξε εύκολα στη μάχη του Λόουζκοτ. Ο κόμης του Γουόρικ και ο Γεώργιος του Κλάρενς ανακηρύχθηκαν προδότες και αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Γαλλία, όπου βρισκόταν ήδη εξόριστη η Μαργαρίτα του Ανζού.
Λουδοβίκος ΙΑ΄ της Γαλλίας
Ο Λουδοβίκος ΙΑ΄ της Γαλλίας πρότεινε τη συμμαχία μεταξύ κόμη του Γουόρικ και Μαργαρίτας. Και οι δυο αρχικά, θανάσιμοι εχθροί μέχρι τότε, δεν βρήκαν ιδιαίτερα ελκυστική την ιδέα, ωστόσο αντιλήφθηκαν στην συνέχεια τα οφέλη από κάτι τέτοιο, αν και ήλπιζαν ο καθένας σε κάτι διαφορετικό: ο Γουόρικ για έναν βασιλιά-μαριονέτα π.χ. τον Ερρίκο ΣΤ΄ ή το γιο του, Εδουάρδο, ενώ η Μαργαρίτα θα κατάφερνε να διεκδικήσει και πάλι το θρόνο της οικογένειάς της. Έτσι, κανονίστηκε ο γάμος μεταξύ της Άννας Νέβιλ, κόρης του Γουόρικ, και του Εδουάρδου, γιου του Ερρίκου.

Ο κόμης του Γουόρικ εισέβαλε στην Αγγλία το φθινόπωρο του 1470. Κατέλαβε το Λονδίνο τον Οκτώβριο και ο Ερρίκος ΣΤ΄ παρήλασε στους δρόμους της πόλης ως ο βασιλιάς που αποκαταστάθηκε και πάλι στο θρόνο του. Ο Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας βρέθηκε απροετοίμαστος για ένα τέτοιο γεγονός, διέταξε τη διάλυση του στρατού του και μαζί με το Ριχάρδο του Γκλόστερ, τον αδερφό του, τράπηκαν σε φυγή προς τις ακτές, μετά στην Ολλανδία κι έπειτα σε εξορία στη Βουργουνδία. Ανακηρύχθηκαν προδότες και πολλοί εξόριστοι υποστηρικτές των Λάνκαστερ επέστρεψαν για να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους.

Μάχη του Τιούκσμπερι
Η επιτυχία του κόμη του Γουόρικ, ωστόσο δεν κράτησε για πολύ, καθώς υπερεκτίμησε το σχέδιό του να εισβάλει στη Βουργουνδία συμμαχώντας με το βασιλιά Λουδοβίκο ΙΑ΄ της Γαλλίας, έχοντας μπει σε πειρασμό από την υπόσχεση του τελευταίου να του δώσει ως δώρο τις Κάτω Χώρες. Η απειλή αυτή ώθησε τονΚάρολο της Βουργουνδίας, κουνιάδο του Εδουάρδου Δ΄, να του παραχωρήσει χρηματικούς και στρατιωτικούς πόρους για να εισβάλει στην Αγγλία το 1471. Πράγματι, ο Εδουάρδος αφίχθη στις ακτές του Γιόρκσαϊρ, ισχυριζόμενος αρχικά ότι ήθελε να υποστηρίξει τον Ερρίκο και να αποκαταστήσει μονάχα τον τίτλο του ως δούκας της Υόρκης. Έτσι, κατέλαβε την Υόρκη και στη συνέχεια το Λονδίνο. Τελικά, νίκησε το στρατό του Γουόρικ στη μάχη του Μπάρνετ, όπου ο Γουόρικ σκοτώθηκε και ο στρατός του τράπηκε σε φυγή, καθώς νόμιζαν ότι είχαν προδοθεί, λόγω του ότι υπήρχε πυκνή ομίχλη και επιτίθεντο ο ένας στον άλλο.

Η Μαργαρίτα του Ανζού κι ο γιος της, Εδουάρδος, ενώθηκαν με υποστηρικτές των Λάνκαστερ στην Ουαλία, αλλά εμποδίστηκαν από την πόλη του Γκλόστερ να προχωρήσουν πέρα από τον ποταμό Σέβερν. Ο στρατός της Μαργαρίτας υπό τον Εδμόνδο Μπωφόρ, 4ο δούκα του Σόμερσετ, ηττήθηκε στη μάχη του Τιούκσμπερι. Ο πρίγκιπας Εδουάρδος σκοτώθηκε, ενώ ο Ερρίκος ΣΤ΄ χωρίς διάδοχο πλέον δολοφονήθηκε στις 14 Μαΐου 1471, ενισχύοντας έτσι τους Υορκιστές στο θρόνο.

Πρίγκιπες του Πύργου, John Everett Millais
Ριχάρδος Γ΄
Με την επιστροφή στο θρόνο του Εδουάρδου Δ΄ το 1471, αποκαταστάθηκε η ειρήνη μέχρι το τέλος της βασιλείας του. Όταν πέθανε ξαφνικά το 1483, άρχισε και πάλι ο πολιτικός και δυναστικός αναβρασμός στη χώρα. Πολλοί ευγενείς ακόμη αποδοκίμαζαν την επιρροή των συγγενών της βασίλισσας Ελισάβετ Γούντβιλ και τους θεωρούσαν ως τυχάρπαστους και νεόπλουτους, διψασμένους για εξουσία.

Ο αποθανών Εδουάρδος, λοιπόν, άφηνε πίσω το διάδοχό του, Εδουάρδο Ε΄, ο οποίος ήταν μονάχα 12 ετών, ενώ είχε ορίσει τον αδερφό, του Ριχάρδο του Γκλόστερ, ως Λόρδο προστάτη της Αγγλίας. Ο Ερρίκος του Στάφορντ, 2ος δούκας του Μπάκιγχαμ, είχε δηλώσει την υποστήριξή του στο Ριχάρδο. Μαζί έστησαν παγίδα στον συνοδό του μικρού Εδουάρδου Ε΄, τον αιχμαλώτισαν και μαζί με τον ανιψιό του τον εκτέλεσαν στο Κάστρο του Πόντεφρακτ.

Ο Εδουάρδος Ε΄ εισήλθε στο Λονδίνο υπό τη συνοδεία του Ριχάρδου στις 4 Μαΐου και μεταφέρθηκε στον Πύργο του Λονδίνου. Η Ελισάβετ Γούντβιλ είχε ήδη βρει καταφύγιο στο Γουέστμινστερ με τα υπόλοιπα παιδιά της, ωστόσο γίνονταν προετοιμασίες για τη στέψη του Εδουάρδου Ε΄ στις 22 Ιουνίου. Ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι έπεισε την Ελισάβετ να αφήσει τον εννιάχρονο γιο της, Ριχάρδο, μαζί με τον Εδουάρδο στον Πύργο του Λονδίνου. Τότε, ο Ριχάρδος Γ΄ υποστήριξε ότι ο γάμος του Εδουάρδου Δ΄ με την Γούντβιλ δεν ήταν νόμιμος, καθώς ένας επίσκοπος υποστήριξε ότι ο Εδουάρδος είχε ήδη παντρευτεί την Ελεονώρα Μπάτλερ, κι έτσι τα δυο αγόρια δεν αναγνωρίζονταν από το νόμο.

To Κοινοβούλιο συμφώνησε και θέσπισε τον Βασιλικό Τίτλο (λατ. Titulus Regius), με τον οποίο αναγνωριζόταν ο Ριχάρδος του Γκλόστερ ως βασιλιάς Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας. Τα δυο φυλακισμένα παιδιά, γνωστά ως Πρίγκιπες του Πύργου, εξαφανίστηκαν και πιθανότατα δολοφονήθηκαν.

Η επανάσταση του δούκα του Μπάκιγχαμ
Αντίθεση στην εξουσία του Ριχάρδου Γ΄ είχε ήδη εμφανιστεί στο νότο, όταν στις 18 Οκτωβρίου ο Ερρίκος του Στάφορντ, 2ος δούκας του Μπάκιγχαμ, ηγήθηκε μιας εξέγερσης με σκοπό την άνοδο στο θρόνο του Ερρίκου Τυδώρ των Λάνκαστερ. Πολλοί ευγενείς αντιτέθηκαν επίσης στο Ριχάρδο, λόγω του τρόπου με τον οποίο χειρίστηκε το ζήτημα της μη νόμιμης διαδοχής των απογόνων του Εδουάρδου Δ΄, καθώς και λόγω του ότι θεωρούσαν ότι υπό τις διαταγές του ίδιου δολοφονήθηκαν οι Πρίγκιπες του Πύργου.

Ο Ερρίκος Τυδώρ διεκδικούσε το θρόνο με τα εξής επιχειρήματα: ο πατέρας του, Εδμόνδος Τυδώρ, 1ος κόμης του Ρίτσμοντ, ήταν ετεροθαλής αδερφός του Ερρίκου ΣΤ΄ της Αγγλίας, αλλά και η μητέρα του, Μαργαρίτα Μπωφόρ, καταγόταν από τον Ιωάννη Μπωφόρ, 1ο κόμη του Σόμερσετ, ο οποίος ήταν εγγονός του Εδουάρδου Γ΄, καθότι γιος του Ιωάννη της Γάνδης από την τρίτη σύζυγό του, Αικατερίνη Σουίνφορντ, η οποία όμως ήταν ερωμένη του για 25 χρόνια και τα παιδιά τους, ανάμεσα στα οποία και ο Μπωφόρ, αρχικά ήταν νόθα και μετά αναγνωρίστηκαν ως νόμιμα.

Ο Ερρίκος Τυδώρ είχε περάσει μεγάλο κομμάτι των παιδικών του χρόνων υπό πολιορκία στο Κάστρο Χάρλεχ ή υπό εξορία στη Βρεττάνη. Μετά το 1471, o Εδουάρδος Δ΄ είχε υποτιμήσει τις διεκδικήσεις του Ερρίκου στο θρόνο, αν και η μητέρα του Ερρίκου, Μαργαρίτα Μπωφόρ, συνεχώς προωθούσε και υποστήριζε τα δικαιώματα του γιου της.

Η Εξέγερση του δούκα του Μπάκιγχαμ απέτυχε κι ο ίδιος τελικά προδόθηκε και εκτελέστηκε. Αυτό όμως δεν έβαλε τέλος στις συνωμοσίες εναντίον του Ριχάρδου, ο οποίος δεν μπορούσε πλέον να αισθάνεται ασφαλής, καθώς είχε πεθάνει επίσης η γυναίκα του κι ο 11χρονος γιος τους: το μέλλον του οίκου της Υόρκης στο θρόνο διακυβευόταν.

Ερρίκος Ζ΄
Ερρίκος Τυδώρ
Πολλοί υποστηρικτές του δούκα του Μπάκιγχαμ ενώθηκαν στην εξορία με τον Ερρίκο Τυδώρ. Ο Ριχάρδος Γ΄ προσπάθησε να χρηματίσει τον υπουργό του δούκα της Βρεττάνης για να προδώσει τον Ερρίκο, αλλά ο τελευταίος ενημερώθηκε και απέδρασε στη Γαλλία, όπου του δόθηκε άσυλο και βοήθεια.

Στις 7 Αυγούστου 1485, κατέφτασε με άλλους εξόριστους και Γάλλους μισθοφόρους στο Πέμπροουκσαϊρ. Οι αξιωματούχοι του Ριχάρδου στην Ουαλία είτε ενώθηκαν με τον Ερρίκο είτε έμειναν στην άκρη. Ο Ερρίκος συγκέντρωσε υποστηρικτές στην πορεία του από την Ουαλία και νίκησε το Ριχάρδο Γ΄ στη μάχη του Μπόσγουορθ. Ο Ριχάρδος σκοτώθηκε και ο Ερρίκος αναγνωρίστηκε ως βασιλιάς Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας. Ισχυροποίησε τη θέση του, νυμφευόμενος την Ελισάβετ της Υόρκης, κόρη του Εδουάρδου Δ΄ και διάδοχο του Οίκου της Υόρκης. Έτσι, ένωσε τους δυο αντιμαχόμενους βασιλικούς οίκους, ενώνοντας και τα σύμβολά τους στο έμβλημα του κόκκινου και λευκού ρόδου των Τυδώρ. Ο Ερρίκος εκτελούσε όλους τους υπόλοιπους πιθανούς διεκδικητές του οίκου της Υόρκης, όποτε του παρουσιαζόταν η ευκαιρία, μια πολιτική που ακολούθησε και ο γιος του, Ερρίκος Η΄ της Αγγλίας.

Tudor Rose.svg
To έμβλημα των Τυδώρ, ένας συνδυασμός
των δυο Ρόδων της Υόρκης και του Λάνκαστερ
Πολλοί ιστορικοί θεωρούν την ενθρόνιση του Ερρίκου Ζ΄ το τέλος του Πολέμου των Ρόδων, ενώ άλλοι τη μάχη του Στόουκ το 1487, η οποία προκλήθηκε από την εμφάνιση ενός διεκδικητή, του νεαρού Λάμπερτ Σίμνελ, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν γιος του Γεωργίου του Κλάρενς. Ο Ερρίκος νίκησε στη μάχη και δόθηκε αμνηστία στον Σίμνελ.

Ο Ερρίκος απειλήθηκε άλλη μια φορά, το 1491, όταν ο Πέρκιν Γουόρμπεκ ισχυρίστηκε ότι ήταν ο Ριχάρδος, αδερφός του Εδουάρδου Ε΄, ο μικρότερος από τους δυο Πρίγκιπες του Πύργου. Ωστόσο, το 1499 αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε.





Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ: Τα θρυλικά ξίφη των αιώνων που πέρασαν

Θρυλικά ξίφη
Weapon___Swords

Το ξίφος αποτελεί βασικό θέμα στους περισσότερους ιστορικούς θρύλους και παραδόσεις, συνδεόμενο με γενναίους πολεμιστές, επικές μάχες και κατακτήσεις. Υπήρξαν ξίφη που το όνομά τους έλαβε μυθικές διαστάσεις, συνδυάζοντας την πραγματικότητα με την φαντασία, μέχρι σημείου ταύτισης. Ουδέποτε θα υπάρξει άλλο όπλο που να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στην ιστορία όπως το ξίφος.

Στο παρόν άρθρο αναφέρονται ιστορικά ξίφη των οποίων η φήμη και το μυστήριο που τα περιβάλλουν, τους προσδίδουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Εξκάλιμπερ (Excalibur)
excalibur-in-stone
Ενώ ο θρύλος του βασιλέα Αρθούρου περιβάλλεται από μυστήριο, εντούτοις υπάρχουν ενδείξεις ότι το βυθισμένο Εξκάλιμπερ στον βράχο ίσως να ήταν πραγματικότητα. Σε ένα παρεκκλήσιο στο Μόντε Σιέπι της Ιταλίας βρίσκεται ένα παλαιό ξίφος βυθισμένο σε βράχο, το οποίο θα μπορούσε να είναι το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση της προέλευσης του μύθου.

Ο Άγιος Γκαλιάνο έζησε τον 12ο αιώνα και ήταν Ιππότης της Τοσκάνης, τον οποίο διέταξε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ να εγκαταλείψει τον αμαρτωλό του βίο. Υποστηρίζοντας ότι το εγχείρημα θα ήταν τόσο δύσκολο όσο το σπάσιμο μιας πέτρας ο Γκαλιάνο έσπασε το ξίφος του σε έναν βράχο και ο θρύλος λέει ότι η λεπίδα έκοψε την πέτρα, σαν βούτυρο. Το σπαθί στην πέτρα υπάρχει ακόμα εκεί όπου το άφησε ο Γκαλιάνο, μαζί με τις εγκόσμιες απολαύσεις του.

Όταν αγιοποιήθηκε ο Γκαλιάνο η ιστορία του ξίφους στον βράχο διαδόθηκε γρήγορα. Βέβαια η ύπαρξη του Εξκάλιμπερ προηγείται, όμως η προσθήκη του συμβάντος με την πέτρα έπεται αυτής του Γκαλιάνο και εικάζεται ότι το σπαθί του ήταν η πραγματική έμπνευση για τον δημιουργό του Εξκάλιμπερ στον βράχο.

Φυσικά όλα εξαρτώνται από την «ιστορική αξιοπιστία» του ξίφους. Έχει τεθεί πολλές φορές το ερώτημα αν το ξίφος στην Ιταλία ανήκε ή όχι στον Γκαλιάνο. Πρόσφατα ο Λουίτζι Γκαρλασέλλι του Πανεπιστημίου της Πάβια χρησιμοποιώντας την μέθοδο του άνθρακα, χρονολόγησε το ξίφος στον 12ο αιώνα, περίοδο που ταυτίζεται με τον βίο του αγίου Γκαλιάνο, χωρίς βέβαια να αποτελεί απόδειξη για το αληθές της ιστορίας.

Κουσανάγκι (草薙劍)
Καλλιτεχνική εκτίμηση των Αυτοκρατορικών Κειμηλίων της Ιαπωνίας_αριστερά το Κουσανάγκι
Καλλιτεχνική εκτίμηση των Αυτοκρατορικών Κειμηλίων της Ιαπωνίας_αριστερά το Κουσανάγκι
Σύμφωνα με το μύθο, το «ξίφος του φιδιού» Κουσανάγκι, βρέθηκε στο σώμα ενός οκτακέφαλου ερπετού που σκοτώθηκε από τον θεό των καταιγίδων και θαλασσών και αποτελεί μέρος των «Τριών Ιερών Κειμηλίων της Ιαπωνίας» ή των «Αυτοκρατορικών Εμβλημάτων της Ιαπωνίας» μαζί τον καθρέπτη Γιάτανο Καγκάμι (八咫鏡) και το πετράδι Γιασακάνι νο Μαγκατάμα (八尺瓊曲玉) τα οποία συμβολίζουν τις τρείς βασικές αρετές……..θάρρος (ξίφος) – σοφία (καθρέπτης) – καλοσύνη (πετράδι) και αποτελούσαν τα σύμβολα των αυτοκρατόρων να κυβερνούν «ελέω θεού».

Το Κουσανάγκι λέγεται ότι φυλάσσεται στο παρεκκλήσι Ατσούτα του νομού Ναγκάνο αν και δεν είναι σε δημόσια έκθεση. Το ξίφος χρησιμοποιείται περιστασιακά στις αυτοκρατορικές στέψεις, αλλά τηρείται πάντα σε περιτυλίγματα. Παρόλο που δεν έχει εμφανισθεί και καταγράφεται μόνο σε παραδόσεις και ιστορικά έγγραφα, ωστόσο οι αρχές έχουν καταφέρει να διατηρούν το μυστήριο άσβεστο όσον αφορά στην ύπαρξή του, αφού ουδέποτε επιβεβαίωσαν ή αρνήθηκαν την ύπαρξή του.

Η μόνη επίσημη αναφορά του ξίφους εμφανίζεται μετά από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, όπου παρόλο που ο αυτοκράτορας Χιροχίτο απαρνήθηκε το δικαίωμα της θεϊκής ιδιότητάς του, εντούτοις διέταξε τους φύλακες των κειμηλίων «να τα υπερασπισθούν με κάθε κόστος».

Ντουραντάλ (Durandal)
Απεικόνιση Ντουραντάλ
Απεικόνιση Ντουραντάλ
Για εκατοντάδες χρόνια, ένα μυστηριώδες σπαθί ήταν ενσωματωμένο στα βράχια πάνω από το εκκλησάκι της Παναγίας (Notre Dame) στο Ροκαμαντούρ της Γαλλίας. Οι μοναχοί λένε ότι είναι το Ντουραντάλ το ξίφος του παλαδίνου (Ιππότη φύλακα) Ρόλαντ. Σύμφωνα με το μύθο, ο Ρόλαντ βύθισε το ξίφος στους βράχους προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των εχθρών. Το 2011, το ξίφος αφαιρέθηκε από τον τοπικό δήμο και παραδόθηκε στο μουσείο του Cluny στο Παρίσι ως έκθεμα.
Εκκλησία της Παναγίας στο Ροκαμαντούρ_βράχος με το βυθισμένο ξίφος_πηγή wikimedia
Όμως είναι στην πραγματικότητα το Ντουραντάλ; Ενώ η μάχη όπου ο Ρόλαντ σκοτώθηκε αποτελεί ιστορικά τεκμηριωμένο γεγονός, η πρώτη αναφορά του Ντουραντάλ ήταν στο «τραγούδι του Ρόλαντ» το οποίο συνετέθη πριν εκατοντάδες χρόνια περίπου την ίδια εποχή που οι μοναχοί της Νοτρ Νταμ άρχισαν να ισχυρίζονται ότι το ξίφος ανήκε στον Ρόλαντ. Πιθανόν συσχέτισαν το ξίφος με το Ντουραντάλ διότι η Ροκαμαντούρ ήταν η αφετηρία του ταξιδιού του Ρόλαντ, παρόλο που η τελική μάχη διεξήχθη εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, στην κοιλάδα του Ρονσεσβώ. Συνεπώς, το ξίφος στον απότομο βράχο πιθανότατα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ιστορία που εφηύραν οι μοναχοί του παρεκκλησιού. Όμως η προέλευσή του παραμένει ένα μυστήριο.

Τα καταραμένα Μουραμάσας
Ξίφος Μουραμάσα_Εθνικό Μουσείο Τόκυο
Ξίφος Μουραμάσα_Εθνικό Μουσείο Τόκυο
Ο Μουραμάσα ήταν αρχαίος Ιάπωνας οπλοποιός ο οποίος σύμφωνα με το μύθο, προσευχήθηκε τα ξίφη του να είναι «μεγάλοι εξολοθρευτές». Λόγω της εξαιρετικής ποιότητας των λεπίδων του, οι θεοί έκαναν δεκτό το αίτημά του και τα διαπότισαν με ένα αιμοδιψές πνεύμα που – αν δεν τρεφόταν σε μάχη – θα οδηγούσε τον κάτοχο σε δολοφονία ή αυτοκτονία. Υπάρχουν αμέτρητες ιστορίες για κατόχους Μουραμάσα οι οποίοι είτε τρελάθηκαν είτε δολοφονήθηκαν. Τα ξίφη πιστεύεται ότι ήταν καταραμένα και είχαν απαγορευθεί με αυτοκρατορικό διάταγμα.

Το διάταγμα εκδόθηκε έγινε από τον σογκούν Τοκουγκάβα Ιεγιάσου, ο οποίος καταδίκασε τα ξίφη, αφού σκότωσαν σχεδόν όλα τα μέλη της οικογενείας του. Ο παππούς του είχε αυτοκτονήσει με ένα Μουραμάσα και τόσο ο Ιεγάσου, όσο και ο πατέρας του είχαν τραυματιστεί από λεπίδες Μουραμάσα. Τέλος η σύζυγός του και ο υιοθετημένος γιος εκτελέστηκαν αργότερα από τα δήθεν καταραμένα ξίφη.

Όμως ήταν όντως τα ξίφη πραγματικά καταραμένα; Πιθανόν το πρόβλημα του Ιεγιάσου με τα σπαθιά άρχισε απλά επειδή ήταν εξαιρετικά δημοφιλή. Μουραμάσα δεν ήταν απλώς το όνομα ενός ανθρώπου, αλλά ολόκληρης σχολής κατασκευαστών σπαθιών. Οι αξεπέραστης ποιότητας λεπίδες Μουραμάσα παράγονταν σχεδόν επί έναν αιώνα και τα χρησιμοποιούσαν οι καλύτεροι Ιάπωνες πολεμιστές. Το γεγονός σύμφωνα με τον σογκούν, ότι χρησιμοποιήθηκαν ξίφη Μουραμάσα σε τόσες δολοφονίες, ήταν σίγουρα μια σύμπτωση, όχι όμως αξιοσημείωτη.

Το ξίφος του Μασαμούνε (The Honjo Masamune)
Honjo Masamune
Honjo Masamune
Σε σχέση με τα καταραμένα ξίφη Μουραμάσα, το αντίθετο ισχύει με τις λεπίδες του θρυλικού ιερέα και οπλοποιού Μασαμούνε. Ο μύθος αναφέρει ότι ο Μασαμούνε και ο Μουραμάσα διαγωνίσθηκαν προκειμένου να αναδειχθεί ο καλύτερος κατασκευαστής. Ενώ ο Μουραμάσα έκοβε τα πάντα, ο Μασαμούνε αρνήθηκε να κόψει οτιδήποτε ανάξιο κοπής, ακόμη και τον αέρα.

Ενώ τα δημιουργήματα του Μασαμούνε αποτιμώνται ως Ιαπωνικοί εθνικοί θησαυροί, ένα από τα ξίφη του δεν έχει βρεθεί. Μετά την παράδοση της Ιαπωνίας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, το «Honjo Masamune» δόθηκε σε έναν Αμερικανό στρατιώτη, τον λοχία Coldy Bimore, ο οποίος πιθανότατα το πήρε σπίτι μαζί του ως ενθύμιο πολέμου και έκτοτε αγνοούνται τα ίχνη του. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι παρά την αδιαμφισβήτητη αξία του (αποτιμάται σε εκατομμύρια δολάρια) οι φανατικοί συλλέκτες αδυνατούν να το εντοπίσουν.

Το Ζουαγιέζ (Joyeuse)
Το Joyeuse του Λούβρου
Το Joyeuse του Λούβρου
Joyeuse είναι το θρυλικό ξίφος του Καρλομάγνου, το οποίο όπως λέγεται άλλαζε χρώμα τριάντα φορές την ημέρα και ήταν πιο λαμπερό από τον ήλιο. Μέχρι τις αρχές του 1271 δύο ξίφη τα οποία εκαλούντο Joyeuse χρησιμοποιούνταν στις γαλλικές τελετές στέψης. Επειδή όμως μόνο το ένα είναι το πραγματικό, το ερώτημα – μυστήριο για το ποιο είναι το αυθεντικό Joyeuse παραμένει αναπάντητο επί αιώνες.

Το Joyeuse που τηρείται στο Μουσείο του Λούβρου έχει υποστεί σοβαρές αλλοιώσεις. Το παλαιότερο τμήμα είναι η λαβή του ξίφους και σύμφωνα με πρόσφατες δοκιμές χώρα χρονολογείται μεταξύ 10ου και 11ου αιώνα. Καθώς ο Καρλομάγνος πέθανε το 813 το ξίφος εκφεύγει χρονολογικά από την ιστορική περίοδο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το άλλο υποψήφιο όπλο είναι το «σπαθί του Καρλομάγνου» που τηρείται στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο της Βιέννης. Είναι άγνωστο πώς το ξίφος έγινε μέρος της Γαλλικής Αυτοκρατορικής Συλλογής, αλλά χρονολογείται από τις αρχές του 10ου αιώνα – παλαιότερο μεν Joyesse, αλλά μετά την χρονική περίοδο του Καρλομάγνου. Το σπαθί διαμορφώθηκε κατά πάσα πιθανότητα από Ούγγρους οπλοποιούς οι οποίοι τροφοδότησαν επιπλέον θρύλους ότι είναι το φημισμένο «ξίφος του Αττίλα» το οποίο λέγεται ότι έστειλε στον Αττίλα ο Άρης, ο θεός του πολέμου, κάτι το οποίο βεβαίως στερείται εγκυρότητας και ιστορικής τεκμηρίωσης.

Το ξίφος του Αγ. Πέτρου
st Peter's Sword


Υπάρχουν αρκετοί μύθοι σχετικά με το ξίφος που χρησιμοποιήθηκε από τον άγιο Πέτρο, όταν έκοψε το αυτί του υπηρέτη του Αρχιερέα στον κήπο της Γεθσημανής. Η παράδοση αναφέρει ότι το έφερε στην Αγγλία ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας, μαζί με το Άγιο Δισκοπότηρο. Ωστόσο το 968, παρουσιάσθηκε ένα σπαθί στην Πολωνία από τον Επίσκοπο Ιορδάνη που ισχυρίστηκε ότι ήταν το πραγματικό ξίφος του Αγίου Πέτρου. Το σπαθί του επισκόπου, που θεωρείται το πραγματικό κειμήλιο, παρέμεινε στην Πολωνία και τελικά μεταφέρθηκε στο Μουσείο της Αρχιεπισκοπής στο Πόζναν.

Ανήκει όμως το μυστηριώδες σπαθί στον Άγιο Πέτρο; Υπάρχουν ισχυρισμοί ότι το σπαθί θα μπορούσε να έχει κατασκευαστεί στα ανατολικά σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τον πρώτο αιώνα, αλλά ελάχιστες αποδείξεις υπάρχουν που να τεκμηριώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό, εκτός από την (λανθασμένη) πεποίθηση εκείνων που πιστεύουν ότι το ξίφος είναι πραγματικό κειμήλιο. Το ξίφος στην Πολωνία είναι μια φαλκιόνα (falchion) – ένα είδος σπάθης που δεν χρησιμοποιείτο την εποχή του Αγίου Πέτρου. Εξάλλου μεταλλουργικές δοκιμές έχουν χρονολογήσει το εν λόγω όπλο μετά τον βίο του αγίου.

Το ξίφος του Ουάλλας (Wallace)
Wallace_sword
Ο μύθος αναφέρει ότι ο Γουίλιαμ Ουάλλας χρησιμοποίησε ανθρώπινο δέρμα για την θήκη του ξίφους του. Η σάρκα του δότη ανήκε στον Χιού ντε Κρέσινγκχαμ, ταμία της Σκωτίας, τον οποίο ο Ουάλλας έγδαρε μετά την ήττα του στη μάχη του Στέρλινγκ.

Μια εκδοχή του μύθου αναφέρει ότι ο Ουάλλας χρησιμοποίησε μια λωρίδα δέρματος του Κρέσινγκχαμ για την ζώνη του ξίφους. Άλλες εκδοχές ισχυρίζονται ότι ο Ουάλλας και οι άνδρες του χρησιμοποίησαν το δέρμα του Κρέσινγκχαμ για να κατασκευάσουν ιμάντες για τις σέλες των αλόγων. Ο θρύλος εξαπλώθηκε ακόμα περισσότερο όταν ο βασιλιάς Ιάκωβος ο IV της Σκωτίας απέστειλε το «ξίφος Ουάλλας» προκειμένου ο ήρωας να έχει το θηκάρι – την ζώνη – και τη λαβή που αρμόζει στο ξίφος του. Το σπαθί που τηρείται στο Εθνικό Μνημείο Ουάλλας, φέρει τα εν λόγω μέρη (θήκη – λαβή – ζώνη).

Τελικά ο Ουάλλας διέθετε το εν λόγω ξίφος; Ενώ ο Κρέσινγκχαμ σίγουρα εγδάρη, αναφορές θέλουν τον Ουάλλας να έχει χρησιμοποιήσει το δέρμα του άτυχου φοροεισπράκτορα μόνο για την ζώνη και όχι για την λαβή του ξίφους. Επιπλέον τονίζεται ότι η ιστορία προήλθε από την Αγγλική πλευρά και ήταν παραποιημένη προκειμένου να παραστήσει τον ήρωα της Σκωτίας με βάρβαρο.

Είναι απόλυτα κατανοητή η μνησικακία του Ουάλλας έναντι των φοροεισπρακτόρων και ίσως να μην είναι υπερβολή ότι χρησιμοποίησε το δέρμα για να «διακοσμήσει» το ξίφος του. Αλλά όπως συμβαίνει με πολλούς θρύλους, η αλήθεια χάνεται στο χρόνο.

Το ξίφος του Γκουγιάν ( 越王勾踐劍)
Goujian sword
Το 1965, βρέθηκε ένα εκπληκτικό ξίφος σε έναν υγρό τάφο στην Κίνα και παρά το γεγονός ότι ήταν ηλικίας μεγαλύτερης των 2.000 ετών, δεν εντοπίσθηκε το παραμικρό σημείο οξείδωσης (σκουριάς). Η λεπίδα ήταν τόσο ανεπηρέαστη από το χρόνο ώστε τραυμάτισε τον αρχαιολόγο ο οποίος θέλησε να την δοκιμάσει προκαλώντας αιμορραγία στην άκρη του δακτύλου του. Εκτός από την αφύσικη ανθεκτικότητα, η κατασκευή και οι χαράξεις του ήσαν απίστευτα λεπτομερείς για ένα σπαθί που έχει σφυρηλατηθεί τόσο παλιά. Η προέλευσή του αποτελούσε μυστήριο.

Περαιτέρω μελέτη των χαράξεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν ένα σπαθί που ανήκε στο βασιλιά Γιούε Γκουγιάν (Yue Goujian) και πιστεύεται ότι ήταν το θρυλικό ξίφος που αναφέρεται στο έργο «Η χαμένη ιστορία του Γιούε». Σύμφωνα με το κείμενο, στην συλλογή σπαθιών του βασιλέα Γκουγιάν, υπήρχε μόνο ένα ξίφος το οποίο άξιζε πραγματικά. Αυτό το σπαθί ήταν τόσο υπέροχο που λέγεται ότι κατασκευάσθηκε μετά από συνδυασμένες προσπάθειες του ουρανού και της γης.

Πώς το σπαθί παρέμεινε σε τόσο εξαιρετική κατάσταση για περισσότερα από 2.000 χρόνια; Δοκιμές δείχνουν ότι οι κατασκευαστές του Γιούε είχαν φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο μεταλλουργίας, ώστε ήταν σε θέση να ενσωματώσουν στις λεπίδες τους ανοξείδωτα κράματα μετάλλου αξεπέραστης χρονικής αντοχής.

Επίσης, τα ξίφη τους είχαν εμποτισθεί με επιπλέον αντιοξειδωτικές ουσίες, βοηθώντας να επιβιώσουν με το πέρασμα των αιώνων. Επιπλέον και προς έκπληξη των αρχαιολόγων, το θηκάρι της συγκεκριμένης λεπίδα ήταν σχεδόν αεροστεγές, γεγονός που εμπόδισε την οξείδωση και επέτρεψε στο θρυλικό σπαθί να βρεθεί σε τέτοια κατάσταση……………μετά από δύο χιλιετίες.

Το Eπτάκλαδο ξίφος (七支刀)
Seven-Branched-Sword
Το 1945 βρέθηκε ένα μυστηριώδες ξίφος στο ιερό Ισονοκάμι στην Ιαπωνία, το οποίο ήταν ασυνήθιστης κατασκευής, με έξι διακλαδώσεις να προεξέχουν των πλευρών (η κορυφή θεωρείται ως έβδομη). Το ξίφος ήταν σε κακή κατάσταση, αλλά διεκρίνετο μια ξεθωριασμένη επιγραφή κατά μήκος της λεπίδας. Η ακριβής μετάφραση έχει αμφισβητηθεί πολλές φορές, αλλά αυτό που είναι σαφές είναι ότι το ξίφος ήταν δώρο από Κορεάτη βασιλέα σε κάποιον Ιάπωνα μονάρχη.

Αυτό συνδυάζεται με ένα ξίφος που αναφέρεται στο Νίχον Σόκι (Nihon Shoki) ένα λαογραφικό ιστορικό έγγραφο – κατάλογο της πρώιμης ιστορίας της Ιαπωνίας. Αν αυτό ταυτίζεται με το επτάκλαδο σπαθί που δόθηκε σε μία μυθική αυτοκράτειρα την Γινγκού, τότε μπορεί να χρησιμεύσει ως απόδειξη ταύτισης του μύθου με την πραγματικότητα.

Η χρονολόγηση στη λεπίδα επαληθεύεται σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές στην Κίνα, την Κορέα και την Ιαπωνία. Το ίδιο το ιερό Ισονοκάμι αναφέρθηκε επίσης και σε άλλα έγγραφα που χρονολογούνται από την εποχή της Νίχον Σόκι, έτσι ώστε το σπαθί θα μπορούσε κάλλιστα να υπάρχει εκεί από τους αρχαίους χρόνους. Οι μελετητές πιστεύουν τώρα ότι το επτάφωτο ξίφος είναι το πραγματικό ξίφος του μύθου, δίνοντας στην αυτοκράτειρα Γινγκού μια πραγματική θέση στην ιστορία .

Λα Τιζόνα (LaTizona)
Λα Τιζόνα_πηγή wikimedia
Λα Τιζόνα_πηγή wikimedia
Λα Τιζόνα ονομαζόταν το ξίφος του θρυλικού ήρωα Ελ Σίντ (El Cid) ο οποίος πολέμησε τόσο με τους Χριστιανούς όσο και με τους Μουσουλμάνους στην Ισπανία. Σε ένα μουσείο στο Μπούργκος της Ισπανίας, υπάρχει ένα σπαθί σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του μουσείου είναι το Λα Τιζόνα.

Το ξίφος λέγεται ότι δόθηκε στον Μαρκήσιο του Φαλκές (Falces) από τον βασιλιά Φερδινάνδο το 1516. Στη συνέχεια πέρασε στην οικογένεια του μέχρι να δοθεί στο Στρατιωτικό Μουσείο της Μαδρίτης το 1944. Εκεί παρέμεινε, χωρίς να αμφισβητηθεί η νομιμότητά, για εξήντα χρόνια μέχρι να πωληθεί στην περιοχή της Καστίλης και Λεόν προκειμένου να εκτίθεται στο μουσείο της Μπούργκος .

Μετά την πώληση του, το Υπουργείο Πολιτισμού – το οποίο είναι συναρμόδιο με το Στρατιωτικό Μουσείο – ξεκίνησε μια πολεμική κατά του ξίφους, λέγοντας ότι είναι πλαστό και κατασκευασμένο αιώνες μετά τον βίο του Ελ Σίντ. Η Καστίλλη και Λεόν πέρασαν στην αντεπίθεση, επικυρώνοντας την αυθεντικότητα του ξίφους με μια διαφορετική μελέτη και λέγοντας ότι το υπουργείο αντιδρά διότι έχασε το σπαθί.

Στο επικό ποίημα «η μπαλάντα του Ελ Σίντ» αναφέρεται ότι το Τιζόνα τρομοκρατούσε τους εχθρούς, οι οποίοι λιποθυμούσαν και μόνο που το αντίκριζαν. Το σπαθί στο Μπούργκος μπορεί να μην έχει την ίδια επίδραση στους επισκέπτες, αλλά σίγουρα έχει την δύναμη να προκαλεί αντιπαραθέσεις. Η αυθεντικότητα του ξίφους παραμένει αδιευκρίνιστη.

Το Ούλφμπερχτ (Ulfberht)
Ξίφη Ulfbrecht_πηγή wikimedia
Ξίφη Ulfbrecht_πηγή wikimedia
Αν και ως επί το πλείστον σήμερα έχει σχεδόν ξεχασθεί, εντούτοις υπήρχε ένα ξίφος κατασκευασμένο από τους Βίκινγκς το οποίο υπερείχε έναντι οιουδήποτε Ευρωπαϊκού όπλου της εποχής. Τα ξίφη Ούλφμπερχτ ήσαν χίλια χρόνια μπροστά από κάθε άλλο όπλο και το έφεραν μόνο οι εκλεκτοί πολεμιστές.

Τι έκανε τις λεπίδες Ούλφμπερχτ τόσο εξελιγμένες; Ενώ τα περισσότερα ξίφη ων Βίκινγκς βρέθηκαν να έχουν κατασκευασθεί από οξειδωμένο ακατέργαστο ατσάλι χαμηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα, το μέταλλο αυτών των λεπίδων είναι εφάμιλλο με την σύσταση του σύγχρονου χάλυβα. Ήταν χαραγμένα με την υπογραφή «+ ULFBERH + T» και δεν επρόκειτο να εμφανισθούν ξανά στην Ευρώπη μέχρι την βιομηχανική επανάσταση. Το μυστήριο εστιάζεται στον τρόπο που οι Βίκινγκς κατασκεύαζαν αυτές τις λεπίδες, την στιγμή που η υπόλοιπη Ευρώπη παρήγαγε χάλυβα που μπορούσε να ραγίσει όπως το γυαλί.

Μελετητές εκτιμούν ότι το μυστικό στις λεπίδες Ούλφμπερχτ ήταν το χωνευτήριο χάλυβα, το οποίο οι Βίκινγκς εισήγαγαν από το Ιράν και το Αφγανιστάν. Δεν είναι σίγουρο ποιος ήταν ο Ούλφμπερχτ – ή αν ήταν ένα μόνο πρόσωπο – ήταν όμως ο μόνος Ευρωπαίος σιδηρουργός που χρησιμοποιούσε το χωνευτήριο χάλυβα και ότι κατασκεύαζε ξίφη που αναμφισβήτητα ήταν τα πιο προηγμένα όπλα της εποχής τους.