Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπέρμαχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπέρμαχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Κλάρα Τσέτκιν, υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών (Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας - 8 Μαρτίου)

Α Φ Ι Ε Ρ Ω Μ Α 
ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
"Η Κλάρα Τσέτκιν, ήταν επιφανής παράγοντας του Γερμανικού και του Παγκόσμιου Κομμουνιστικού Κινήματος. Ηταν επικεφαλής του προλεταριακού κινήματος των γυναικών της Γερμανίας και δούλεψε στις διεθνείς σοσιαλιστικές οργανώσεις των γυναικών, ενώ από το 1921 ήταν μέλος του προεδρείου της Εκτελεστικής Επιτροπής της Γ' Κομμουνιστικής Διεθνούς και επικεφαλής της Διεθνούς Γραμματείας Γυναικών της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Με δική της πρόταση, στη Β` Διεθνή Συνδιάσκεψη των σοσιαλιστριών γυναικών, στην Κοπεγχάγη το 1910, καθιερώθηκε η 8η του Μάρτη, ως Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας. Και καθιερώθηκε στη μνήμη των εργατριών από τα υφαντουργεία και τα ραφτάδικα της Νέας Υόρκης, η κινητοποίηση των οποίων στις 8 του Μάρτη 1857 πνίγηκε στο αίμα." 
(Συνομιλία με τον Λένιν για το «ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΖΗΤΗΜΑ», από το Σημειωματάριο, Μάρτης 2002).

Zetkin Clara.jpg

Η Κλάρα Γιοζεφίνε Τσέτκιν, το γένος Άισνερ, (γερμαν.: Clara Josephine Zetkin-Eißner, 5 Ιουλίου1857 Βίντεραου, Βασίλειο της Σαξονίας - 20 Ιουνίου 1933 Αρχαγγέλσκοε, Περιφέρεια Μόσχας, Σοβιετική Ένωση) ήταν Γερμανίδα σοσιαλίστρια πολιτικός, ακτιβίστρια και υπέρμαχη των δικαιωμάτων των γυναικών. Μέχρι το 1917 ήταν μέλος στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας και σημαντική εκπρόσωπος της επαναστατικής Μαρξιστικής φράξιας του. Το 1917 εντάχθηκε στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Kόμμα της Γερμανίας (USPD) . Στο USPD άνηκε στην αριστερή του πτέρυγα, τους Σπαρτακιστές. Στη συνέχεια ήταν ένα από τα σημαίνοντα μέλη του Κομμουνιστικού κόμματος Γερμανίας (KPD). Στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν αντιπρόσωπος στο Ράιχσταγκ για το KPD από το 1920 έως το 1933 και το 1932 προεδρεύων του Κοινοβουλίου ως η αρχαιότερη βουλευτής.

Σε διεθνές επίπεδο ανήκε ως μέλος του Διεθνούς Εργατικού Συνεδρίου του 1889 στο Παρίσι, στους ιδρυτές της Δεύτερης Διεθνούς του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος. Στον τομέα του διεθνισμού θεωρείται ως μία από τους εμπνευστές της παγκόσμιας ημέρας της γυναίκας. Ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του KPD ήταν από το 1921 έως το 1933 μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όπου ήταν ανάμεσα στη μειονότητα των επικριτών της θέσης του Στάλιν (βλ. Στάλιν ΕΔΩ) περί σοσιαλφασισμού .

Ι. Βιογραφία

Γεννήθηκε στο 1857 στο χωριό Βίντεραου της Σαξονίας. Μητέρα της ήταν η Ζοσεφίνε Βιτάλε, της οποίας ο πατέρας, Ζαν Ντομινίκ σημαδεύτηκε από την γαλλική Επανάσταση , και τη συμμετοχή του στους Ναπολεόντειους Πολέμους και πατέρας της ο Γκότφριντ Άισνερ, γιος ενός εργάτη και δάσκαλος του χωριού. Η μητέρα της ήταν σε επαφή με πρωτοπόρους του γυναικείου κινήματος που αναπτύχθηκε την εποχή εκείνη (της μεσαίας τάξης), ιδιαίτερα με τη Λουίζ Όττο Πέτερς και την Αουγκούστε Σμιττ. διάβαζε βιβλία της Γεωργίας Σάνδης, και ίδρυσε στο Βίντεραου ένα γυναικείο γυμναστικό σύλλογο. Η οικογένεια μετακόμισε το 1872 στη Λειψία, για να προσφέρουν στα παιδιά τους μια καλύτερη εκπαίδευση.

Η Κλάρα Τσέτκιν το 1897.
1. Πολιτική συμμετοχή στην πρώιμη σοσιαλδημοκρατία
Στη Λειψία σπούδασε για να γίνει δασκάλα και από το 1874 είχε επαφές με τις γυναικείο και εργατικό κίνημα. Η Κλάρα Έισνερ εντάχθηκε το 1878, στο Σοσιαλιστικό Εργατικό κόμμα της Γερμανίας που το 1890 μετονομάστηκε σε Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Γερμανίας (SPD). Λόγω της αντισοσιαλιστικής νομοθεσίας (1878-1890) που απαγόρευε τις σοσιαλιστικές δράσεις έξω από τα τοπικά κοινοβούλια και το Ράιχσταγκ, κατέφυγε εξόριστη το 1882 αρχικά στη Ζυρίχη και στη συνέχεια στο Παρίσι. Εκεί πήρε το όνομα του συντρόφου της, του Ρώσου επαναστάτη Οσίπ Τσέτκιν , με τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Μάξιμ (1883-1965) και τον Κόστια (1885-1980).

Το 1889 στο διεθνές Εργατικό Συνέδριο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ίδρυση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς.

Το φθινόπωρο του 1890, επέστρεψε με την οικογένειά της στη Γερμανία και εγκαταστάθηκαν στο Σίλλενμπουχ κοντά στη Στουτγάρδη . Εκεί εργάστηκε ως μεταφράστρια στον εκδοτικό οίκο του σοσιαλδημοκράτη Dietz και από το 1892, ως εκδότρια του γυναικείου περιοδικού Η Ισότητα.

Μετά το θάνατο του Οσίπ Τσέτκιν παντρεύτηκε το 1899 όντας 42 ετών τον 24χρονο ζωγράφο Φρήντριχ Ζούντελ από το Βιέρνσχαιμ. Μετά από αυξανόμενη αποξένωση πήραν διαζύγιο το 1927 και την ίδια χρονιά ο Ζούντελ παντρεύτηκε την Πόλα Μπος, κόρη του βιομηχάνου Ρόμπερτ Μπος.

Το 1907 η Κλάρα Τσέτκιν γνωρίστηκε με τον Ρώσο κομμουνιστή Λένιν (βλ. Λένιν ΕΔΩ) στα πλαίσια του Διεθνές Σοσιαλιστικού Συνεδρίου της Στουτγάρδης και έκτοτε διατήρησαν μια μακροχρόνια φιλία. 

Μαζί με την έμπιστη της φίλη και συναγωνίστρια, Ρόζα Λούξεμπουργκ, άνηκε στην αριστερή επαναστατική πτέρυγα του SPD και μαζί της στην αρχή του 20ου αιώνα τάχθηκαν εναντίον των ρεβιζιονιστικών θέσεων του Έντουαρντ Μπέρνσταϊν.

2. Υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών
Η Τσέτκιν (τρίτη από αριστερά) στο Gasthof zum Löwen στο Bendlikon της Ζυρίχης το 1893, μαζί με την οικογένεια Μπέμπελ και άλλους εξέχοντες εκπροσώπους του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος (από αριστερά προς δεξιά: ο Δρ Simon –γαμπρός της οικογένειας Μπέμπελ– Φρίντα Simon-Μπέμπελ, Κλάρα Τσέτκιν, Φρίντριχ Ένγκελς, Τζούλι Μπέμπελ, Αύγουστος Μπέμπελ, Ernst Schattner, Ρεγκίνε Μπέρνσταϊν, Έντουαρντ Μπέρνσταϊν (εν μέρει κομμένος)
Μία από τις πολιτικές προτεραιότητες ήταν η γυναικεία πολιτική. Για το σκοπό αυτό στο ιδρυτικό Συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς στις 19 Ιουλίου το 1889 εκφώνησε μια ομιλία στην οποία άσκησε κριτική στις απαιτήσεις του αστικού γυναικείου κινήματος για το δικαίωμα ψήφου, την ελεύθερη επιλογή επαγγέλματος και ειδικές προστατευτικές νομοθεσίες για την εργασία των γυναικών, τις οποίες απαιτούσαν η Ελένα Λάνγκε και η Μίνα Κάουερ να γίνουν εντός των πλαισίων του συστήματος:

"Δεν αναμένουμε την πλήρη απελευθέρωση μας από την είσοδο των γυναικών σε αυτό που ονομάζουμε ελεύθερο εμπόριο, ούτε από την απονομή πολιτικών δικαιωμάτων, παρόλο που η απαίτηση για αυτά τα δικαιώματα είναι φυσική και δίκαιη. Οι χώρες στις οποίες υπάρχει το υποτιθέμενο καθολικό, ελεύθερο και άμεσο δικαίωμα ψήφου, μας δείχνουν πόσο μικρή είναι η πραγματική του αξία. Το δικαίωμα ψήφου χωρίς οικονομική ελευθερία δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια αλλαγή χωρίς αξία. Αν η κοινωνική απελευθέρωση βασιζόταν στα πολιτικά δικαιώματα, δε θα υπήρχε κοινωνικό ζήτημα στις χώρες με καθολικό δικαίωμα ψήφου. Η απελευθέρωση του γυναικείου φύλου, καθώς και ολόκληρης της ανθρώπινης φυλής, θα είναι το αποτέλεσμα της απελευθέρωσης της εργασίας από το κεφάλαιο. Μόνο στη σοσιαλιστική κοινωνία θα έχουν οι γυναίκες και οι εργάτες την πλήρη κατοχή των δικαιωμάτων τους."

Η Τσέτκιν θεωρούσε την έλλειψη ισότητας των φύλων ως δευτερεύουσα σε σχέση με τις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, εξαιτίας των οποίων υποτασσόταν στην κυρίαρχη αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η μετατόπιση της επίσημης πολιτικής χειραφέτησης των γυναικών για μετά την Επανάσταση βάθυνε τις συγκρούσεις εντός του γερμανικού γυναικείου κινήματος πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και οδήγησε σε παρατεταμένες διενέξεις με άλλες, πιο μετριοπαθείς πρωταγωνίστριες εντός του σοσιαλδημοκρατικού γυναικείου κινήματος, όπως η Λιλή Μπράουν και η Λουίζ Ζιτζ.

Η Τσέτκιν ήταν από το 1891 έως το 1917 εκδότρια της γυναικείας εφημερίδας του SPD, Η Ισότητα, στο προγραμματικό αρχικό τεύχος της οποίας στράφηκε και πάλι εναντίον της μεταρρυθμιστικής ιδέας της προσπάθειας για νομική ισότητα με τους άνδρες εντός των πλαισίων του καπιταλισμού:

Η Κλάρα Τσέτκιν (αριστερά) με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ το 1910
" Η Ισότητα [...] βασίζεται στην πεποίθηση ότι η τελική αιτία της πανάρχαιας χαμηλής κοινωνικής θέσης του γυναικείου φύλου δε βρίσκεται στους νόμους που θεσπίζονται από τους άντρες, αλλά στις συνθήκες της ιδιοκτησίας που προκαλούνται από τις οικονομικές συνθήκες. Αν σήμερα αλλάζαμε ολόκληρη τη νομοθεσία μας στο βαθμό που το γυναικείο φύλο θα τοποθετούταν επί ίσοις όροις με το αρσενικό, δε θα παρέμενε τίποτα παραπάνω στη μεγάλη μάζα των γυναικών [...] από την κοινωνική δουλεία της σκληρότερης μορφής: την οικονομική τους εξάρτηση στους εκμεταλλευτές τους."

Αργότερα, αναθεώρησε αυτή την άκαμπτη στάση της και δέχθηκε τη θέση για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, η οποία ήταν από το 1891 κεντρικό κομμάτι του προγράμματος του SPD.

Το 1907 η διοίκηση της νεοσύστατης Γραμματείας γυναικών δόθηκε στο SPD. Στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο", τον Αύγουστο του 1907 στη Στουτγκάρδη, αποφασίστηκε η ίδρυση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς Γυναικών, με διεθνή γραμματέα τη Κλάρα Τσέτκιν. Στο δεύτερο διεθνές σοσιαλιστικό συνέδριο γυναικών στις 27 Αυγούστου 1910 στην Κοπεγχάγη, καθιέρωσε την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας, παρά την αντίθετη θέληση των ανδρών συναδέλφων της, μαζί με την Κάτε Ντούνκερ, που θα εορταζόταν για πρώτη φορά το επόμενο έτος, στις 19 Μαρτίου 1911 (από το 1921 εορτάζεται στις 8. Μαρτίου).

3. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου
Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, μαζί με τον Καρλ Λίμπκνεχτ, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ (βλ. Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ ΕΔΩ) και σχετικά λίγους άλλους σημαίνοντες πολιτικούς του SPD απέρριψε την πολιτική ανακωχής του κόμματος της με την κυβέρνηση όσο διαρκούσε ο πόλεμος. Οργάνωσε δραστηριότητες κατά του πολέμου και μια από αυτές ήταν η οργάνωση το 1915 στη Βέρνη του διεθνούς συνεδρίου Σοσιαλιστριών Γυναικών εναντίον του πολέμου. Σε αυτό το πλαίσιο, το πασιφιστικό φυλλάδιο με τίτλο "Γυναίκες του εργαζόμενου λαού!" που συντάχθηκε από αυτήν οδήγησε εκτός της Ελβετίας στο να την καταζητήσει η αστυνομία. Στα χρόνια του πολέμου, εξαιτίας της αντιπολεμικής της δράσης φυλακίστηκε αρκετές φορές.

Η Τσέτκιν (πρώτη σειρά, στο κέντρο της εικόνας τέταρτη από
αριστερά) το 1921 ως αντιπρόσωπος του ΚΚΓ στο 3ο
παγκόσμιο Συνέδριο της Κομιντέρν, δίπλα στη Τσέτκιν
στα δεξιά η Αλεξάνδρα Κολλοντάι.
4. Από το SPD στο KPD
Από το 1916 συμμετείχε στην επαναστατική αντιπολιτευτική πτέρυγα του SPD, της Διεθνούς Ομάδας ή Ομάδας Σπάρτακος που ιδρύθηκε αρχικά από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, και στις 11 Νοεμβρίου 1918 μετονομάστηκε σε Ένωση Σπάρτακος. Το 1917 εντάχθηκε στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Kόμμα της Γερμανίας (USPD) αμέσως μετά την ίδρυσή του. Αυτό το νέο αριστερό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα είχε διασπαστεί από το SPD για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στη φιλοπολεμική στάση του κόμματος, αφού οι περισσότεροι από όσους ήταν ενάντιοι στον πόλεμο είχαν διαγραφεί από την κοινοβουλευτική ομάδα και το κόμμα. Μετά τη Νοεμβριανή Επανάσταση, ιδρύθηκε στις 1 Ιανουαρίου 1919 το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD) με βάση την Ένωση Σπάρτακος και άλλες αριστερές επαναστατικές ομάδες. Η Τσέτκιν έγινε και αυτή μέλος. 

Από το 1919 έως το 1920 η Τσέτκιν ήταν μέλος της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης της Βυρτεμβέργης, και μια από τις πρώτες 13 γυναίκες μέλη του Κοινοβουλίου. Από τις 25 Ιουλίου 1919 συμμετείχε στην ειδική Επιτροπή για τη σύνταξη νομοσχεδίου για τη φροντίδα των νέων. Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1919 καταψήφισε τη θέσπιση του Συντάγματος της Ελεύθερης Λαϊκής Δημοκρατίας της Βυρτεμβέργης.

Από το 1920 έως το 1933, εκπροσωπούσε το KPD στο Ράιχσταγκ, στα χρόνια της Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Από το 1919 εξέδιδε το περιοδικό Η Κομμουνίστρια . Από το 1921 μέχρι το θάνατό της ήταν Πρόεδρος της Διεθνούς Εργατικής Βοήθειας. Στο KPD ήταν ως το 1924 μέλος του Κεντρικού Γραφείου, και από το 1927 ως το 1929 της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Επιπλέον, από το 1921 έως το 1933 ήταν μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το 1925 εκλέχτηκε πρόεδρος της Κόκκινης Βοήθειας Γερμανίας (Rote Hilfe).

Στο KPD η Τσέτκιν κατείχε αρκετές θέσεις κατά τη διάρκεια της πολιτικής της δραστηριότητας, όταν οι κυρίαρχες εσωκομματικές πτέρυγες αλλάξαν αρκετές φορές, και διατηρούσε μια σημαντική επιρροή στο κόμμα. Γνωστοί ιστορικοί όπως ο Heinrich August Winkler θεωρούν ότι άνηκε μάλλον στη "δεξιά" πτέρυγα του κόμματος, κυρίως, επειδή παρά τη συμμετοχή της στην Κομμουνιστική Διεθνή, διαφώνησε κριτικά με τις ιδεολογικές απαιτήσεις της Διεθνούς και της Σοβιετικής Ένωσης.

Η Κλάρα Τσέτκιν (αριστερά) το 1930, πηγαίνοντας στην εκλογή του Προέδρου του Ράιχσταγκ
Έτσι το 1921, μετά την προσωρινή ενοποίηση του KPD με την αριστερή πτέρυγα του USPD με την ονομασία Ενωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (VKPD), μαζί με τον Πωλ Λεβί, επικεφαλή του κόμματος από τον Μάρτιο του 1919 έως τον Φεβρουάριο του 1921, διαφώνησαν με τις θέσεις του επικεφαλή της Κομιντέρν, Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, που υποστήριζε μια επιθετική στρατηγική πραξικοπηματισμού. Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής που υποστηρίχθηκε από την πλειοψηφία του KPD έγινε η εργατική εξέγερση του Μαρτίου στην επαρχία της Σαξονίας, η οποία πνίγηκε στο αίμα με περισσότερους από εκατό νεκρούς. Σε αντίθεση όμως με τους προέδρους του κόμματος Λεβί και Ερνστ Ντέουμιγκ παρέμεινε στη συνέχεια στο KPD και δεν εντάχθη στην Κομμουνιστική Ένωση Εργατών (CISA).

Στις 21 Ιανουαρίου του 1923, λίγο μετά την έναρξη της κατοχής του Ρουρ από Γαλλικά και Βελγικά στρατεύματα, επειδή η Γερμανία δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις τις για πολεμικές αποζημιώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών (βλ. Συνθήκη Βερσαλλιών ΕΔΩ) του 1919, η Τσέτκιν, σε ένα άρθρο με τον τίτλο Για την Πατρίδα, επιτέθηκε στην μεγαλοαστική τάξη για την "προδοσία" της η οποία ήταν υπεύθυνη για την κρίση και την επιδείνωση της κατάστασης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, λόγω του υπερπληθωρισμού και των αποζημιώσεων. "Για την απελευθέρωση της γερμανικής Πατρίδας", καλούσε υπέρ της ανατροπής της κυβέρνησης του Βίλχελμ Κούνο και το σχηματισμό μιας εργατικής κυβέρνησης. Αυτός το εθνικιστικό ύφος, για το οποίο η Τσέτκιν κατηγορήθηκε από μερικά μέλη του κόμματος ότι επιδίωκε την ανατροπή των αστικών κομμάτων με εθνικά συνθήματα, διορθώθηκε δύο μέρες αργότερα το κόμμα. Με το Σύνθημα "Χτυπάμε τον Πουανκαρέ στο Ρουρ και τον Κούνο στο Σπρέε", το KPD καλούσε υπέρ της αλληλεγγύης των προλετάριων σε Γερμανία και Γαλλία, επιβεβαιώνοντας έτσι το διεθνιστικό προσανατολισμό του κόμματος.

Τον Ιούνιο του 1923 προκάλεσε αίσθηση στη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν στη Μόσχα, με τις θέσεις της για την ταξική φύση του φασισμού, που το προηγούμενο έτος είχε καταλάβει την εξουσία στην Ιταλία. Αντιτάχθηκε κατηγορηματικά στην επικρατούσα σε πολλούς Μαρξιστές άποψη ότι η δικτατορία του Μουσολίνι έπρεπε να κατανοηθεί απλά ως αστική Τρομοκρατία και φοβική αντίδραση των καπιταλιστών απέναντι στην απειλή της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στην πραγματικότητα, ο φασισμός είχε ...

"[...] μια άλλη ρίζα. Είναι η στασιμότητα, η αργή μετάβαση της παγκόσμιας επανάστασης εξαιτίας της προδοσίας των ρεφορμιστών ηγετών του εργατικού κινήματος. Μεγάλο μέρος των προλεταριοποιημένων και των απειλούμενων με προλεταριοποίηση μικροαστικών και μεσοαστικών τάξεων, των δημοσίων υπαλλήλων και των αστών διανοουμένων είχε αντικαταστήσει την ψυχολογία του πολέμου με μια κάποια συμπάθεια για τον ρεφορμιστικό σοσιαλισμό. Ήλπιζαν για ρεφορμιστικό σοσιαλισμό παγκόσμια χάρη στη "Δημοκρατία". Αυτές οι προσδοκίες διαψεύστηκαν πικρά. [...] Έτσι, δεν έχασαν μόνο την πίστη προς τους ρεφορμιστές ηγέτες αλλά προς τον ίδιο το σοσιαλισμό."

Τους Ναζί (βλ. ναζιστική δικτατορία ΕΔΩ) τους θεωρούσε "τιμωρία" για τη συμπεριφορά της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στη Νοεμβριανή Επανάσταση.

Τον Απρίλιο του 1925 η Τσέτκιν επιτέθηκε σε μια άλλη συνάντηση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν στη Μόσχα στην τρέχουσα ηγεσία του KPD της Ρουτ Φίσερ και του Αρκάντι Μάσλοβ, τους οποίους κατηγόρησε για σεκταριστική πολιτική. Έτσι βοήθησε να γίνει η εκδίωξη τους. Τους διαδέχθηκε το φθινόπωρο του 1925 ο Έρνστ Τέλμαν που υποστηριζόταν από τον Στάλιν.

Η Τσέτκιν απέρριψε κατηγορηματικά την κοινοβουλευτική δημοκρατία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία περιέγραφε ως ταξική δικτατορία της μπουρζουαζίας. Ταυτόχρονα ήταν αντίθετη με τη θέση του Στάλιν περί σοσιαλφασισμού που εμπόδιζε μια συμμαχία με τη Σοσιαλδημοκρατία εναντίον του Ναζισμού. Ως αρχαιότερο μέλος του γερμανικού Ράιχσταγκ, προήδρευσε στην εναρκτήρια συνεδρίαση στις 30 Αυγούστου του 1932, "με την ελπίδα ότι θα βιώσω την ευτυχία, παρά τη σημερινή μου αναπηρία, να κηρύξω την έναρξη ως γηραιότερο μέλος του Σοβιετικού Συμβουλίου της Σοβιετικής Γερμανίας." Παρά την προηγούμενη εκλογική επιτυχία του κομμουνιστικού κόμματος, αναγνώρισε τον κίνδυνο που προερχόταν από την τότε ισχυρότερη παράταξη στο Ράιχσταγκ, το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (βλ. ναζιστικό Κόμμα ΕΔΩ) και στον ίδιο λόγο κάλεσε για αντίσταση ενάντια στους Εθνικοσοσιαλιστές:

Η Κλάρα Τσέτκιν , γύρω στο 1930, σε ηλικία 73 ετών
„Μπροστά σε αυτή την επιτακτική ιστορική αναγκαιότητα, όλοι οι λόγοι που μας αναστέλλουν και μας διαιρούν, όπως πολιτικές, συνδικαλιστικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές απόψεις, πρέπει να κατέχουν υποδεέστερη θέση.“ –

Εναρκτήρια ομιλία ως Πρόεδρος του Ράιχσταγκ τον Αύγουστο του 1932

5. Νέα εξορία και θάνατος
Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Αδόλφο Χίτλερ (βλ. Αδόλφος Χίτλερ ΕΔΩ) και τον αποκλεισμό των Κομμουνιστών από το Ράιχσταγκ, εξαιτίας της πυρπόλησης του Ράιχσταγκ το 1933, πήγε ξανά, για τελευταία φορά στη ζωή της, στην εξορία στη Σοβιετική Ένωση, όπου ήδη από το 1924 έως το 1929 είχε τον κύριο τόπο κατοικίας της. Σύμφωνα με τη Μαίρη Ρις, αντιπρόσωπο του KPD στο Ράιχσταγκ, η οποία την επισκέφτηκε με δυσκολία, ήταν ήδη πολιτικά απομονωμένη. Πέθανε λίγο αργότερα στις 20 Ιουνίου 1933, σε ηλικία σχεδόν 76 χρονών. Οι στάχτες της θάφτηκαν στη νεκρόπολη στο Κρεμλίνο στη Μόσχα . Ο Στάλιν μετέφερε ο ίδιος το δοχείο με τις στάχτες για την κηδεία.

ΙΙ. Διακρίσεις

Η Κλάρα Τσέτκιν διακρίθηκε το 1927 με το Τάγμα της Κόκκινης Σημαίας, και το 1932 με το Τάγμα του Λένιν.

Η Τσέτκιν ήταν ένας από τους ιστορικούς ηγέτες της προπαγάνδας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας, ιδιαίτερα για το ρόλο της ως υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών και ως σύμμαχος της Σοβιετικής Ένωσης.
  • Η ΛΔΓ ίδρυσε στο σπίτι όπου έζησε από το 1929 έως το 1932 στο Birkenwerder, βόρεια του Βερολίνου, ένα Μουσείο για τη ζωή της, το οποίο υπάρχει ακόμα και σήμερα.
  • Από το 1971 το χαρτονόμισμα των 10 Μάρκων της ΛΔΓ είχε το πορτραίτο της.
  • Ένα σημαντικός πολιτιστικός χώρος του εργατικού κινήματος της Στουτγάρδης, φέρει το όνομα "Clara-Zetkin-Haus".
  • Η αίθουσα της αριστερής παράταξης στη Βουλή πήρε το όνομά της.
  • Δρόμοι και σχολεία φέρουν το όνομά της. Στο Βερολίνο, από το 1951 η παράλληλη οδός της κεντρικής λεωφόρου προς το Ράιχσταγκ, έφερε το όνομά της μέχρι το 1995 που πήρε το προηγούμενο όνομα Dorotheenstraße.
  • Στον τόπο γέννησης της, το παλιό σχολείο όπου έζησε μέχρι την ηλικία των 15 με τους γονείς της είναι επίσης μουσείο
  • Η Ένωση Γυναικών Μεταλλεργατριών στο Χάιντενχαϊμ δίνουν από το 2007, ανα δύο χρόνια, στις 8 Μαρτίου, στη Διεθνής ημέρα της γυναίκας, το βραβείο Κλάρα Τσέτκιν σε μια γυναίκα που έχει προσφέρει μια "αξιόλογη συμβολή στην γυναικεία εργασία" (π.χ. το 2009 το έλαβε η Αντρέα Υψηλάντη).
  • Από το 2011, το κόμμα Η Αριστερά δίνει το γυναικείο βραβείο Κλάρα Τσέτκιν " για να τιμήσει τα εξαιρετικά επιτεύγματα των γυναικών στην κοινωνία και την πολιτική".
  • Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας το 2012, ο Γκρέγκορ Γκύσι πρότεινε στον πρόεδρο της Βουλής Νόρμπερτ Λάμμερτ , το κτίριο της Μπούντεσταγκ στη Wilhelmstrasse 65 να λάβε το όνομα της Τσέτκιν.

Το Μουσείο Κλάρα Τσέτκιν στο Birkenwerder

Η Κλάρα Τσέτκιν -μνημείο στο Πάρκο του Βερολίνου


Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (19 Ιανουαρίου)

Ο ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ο ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ
Εφέτος κλείνουν 560 έτη από την κοίμηση του εν αγίοις πατρός ημών και ομολογητού Μάρκου αρχιεπισκόπου Εφέσου του Ευγενικού .

Ο άγιος Μάρκος (κατά κόσμον Εμμανουήλ), εγεννήθη από ευσεβείς γονείς το 1392 εις την βασιλίδα των πόλεων, Κωνσταντινούπολιν. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και ήτο αρχιδικαστής, σακελλίων και διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, η μητέρα του ωνομάζετο Μαρία και ήτο θυγατέρα του ευσεβούς ιατρού Λουκά.

Αμφότεροι οι γονείς προσπάθησαν και επέτυχαν να αναθρέψουν τον μικρό Εμμανουήλ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά ο θάνατος του πατρός του άφησε αυτόν και τον μικρότερό του αδελφό Ιωάννη ορφανούς εις νεαρά ηλικία.

Τα πρώτα γράμματα ο άγιός μας τα εδιδάχθη από τον πατέρα του Γεώργιο, ο οποίος είχε μία ονομαστή ιδιωτική σχολή. Μετά τον θάνατον του πατρός του η μητέρα του τον έστειλε να μαθητεύεση εις τους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικόν και φιλόσοφον Γεώργιον Γεμιστόν Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο μετ έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ
Όταν ο νεαρός Εμμανουήλ τελείωσε τας σπουδάς του, ανέλαβε την διεύθυνση της πατρικής σχολής και εις σύντομο χρονικό διάστημα ανεγνωρίσθει ως ένας από τους πλέον λαμπρούς διδασκάλους της ψυχορραγούσης πόλεως. Μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερον, ήσαν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος,-ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης-, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός.

Αλλά ο θείος έρως δεν άφησε τον Εμμανουήλ να παρασυρθεί από την γεμάτη υποσχέσεις λαμπρά καριέρα του διδασκάλου, ούτε οι λίαν φιλικές σχέσεις του με τον αυτοκράτορα τον εμπόδισαν να απαρνηθεί τον κόσμο και να καταφύγει εις την νήσον των Πριγκιποννήσων Αντιγόνη, πλησίον του φημισμένου ασκητού Συμεώνος. Εκεί έμεινε αγωνιζόμενος πνευματικώς επί δύο έτη και μετά, κατόπιν των τουρκικών επιδρομών εις τας νήσους, ήλθε με τον γέροντά του εις την περίφημο τότε Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, εις την Κωνσταντινούπολιν.

Ο μοναχός Μάρκος συνέχισε και εις την νέαν μετάνοιά του την σκληράν ασκητικήν ζωήν. Εις την μονήν των Μαγγάνων, ο άγιος Μάρκος συνέθεσε σχεδόν τα περισσότερα από τα 100 έργα του που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερον. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα έργα που έγραψε εναντίων των λατινοφίλων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίον εσέβετο πολύ και τον είχε ως πρότυπο του. Εις την Μονήν αυτήν ο Μάρκος έλαβε και το χρίσμα της ιεροσύνης, κατόπιν πιέσεως, διότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο δια τέτοιον υψηλόν λειτούργημα. Σύντομα δε απέκτησε και φήμη καλού πνευματικού, δι,αυτό πολλοί κληρικοί και λαϊκοί έγραφον εις τον άγιον ζητώντες την γνώμη του επί διαφόρων ζητημάτων.

ΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ
Το 1436 και ενώ ακόμη ήτο ιερομόναχος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον διορίζει ως αντιπρόσωπο του εις την συγκληθείσαν σύνοδον δια ένωσιν των εκκλησιών. Το ίδιον έτος ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Παλαιολόγος τον αναγκάζει να δεχθεί τον Μητροπολιτικόν θρόνον της Εφέσου που είχε χηρεύσει εκείνον τον καιρόν.

Ο αυτοκράτωρ δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε εις τον άγιον Μάρκον διορίζοντάς τον γενικόν έξαρχον της συνόδου. Ούτως ο άγιος ηναγκάσθη να ακολουθήσει τον Πατριάρχη και την λοιπήν αντιπροσωπία εις την Ιταλία.

Ο άγιος Μάρκος πήγε στην σύνοδον με τας καλυτέρας προθέσεις και έδειξε την διαλλακτικότητά του με τον λόγο που συνέθεσε δια τον πάπαν, προτού ακόμη αρχίσουν αι εργασίαι της συνόδου εις την Φερράραν. Μερικοί μάλιστα Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι παρεξήγησαν τον Μάρκον δια την διαλλακτικότητα του ύφους του εις τον διάλογο με τον καρδινάλιο Κεσσαρίνι, και απήτησαν όπως εις το εξής ομιλεί ο Βησσαρίων, Μητροπολίτης Νικαίας.
Το πρώτο θέμα των συζητήσεων ήτο το καθαρτήριο πυρ. Του Βησσαρίωνος αδυνατούντος - λόγω ανεπαρκούς θεολογικής καταρτίσεως - να ομιλήσει, ομίλησε δια τους Ορθοδόξους ο άγιος Μάρκος, εκφωνήσας επί του θέματος τέσσαρες αντιρρητικούς λόγους.

Αι κρυστάλλιναι ορθόδοξοι απόψεις, ως επαρουσιάσθησαν από τον άγιο μας, ενθουσίασαν τον αυτοκράτορα, ο οποίος προσέβλεπε εις τον Μάρκον ως τον μόνον Ορθόδοξο θεολόγο που ηδύνατο να απαντά ευχερώς εις τους λόγους των παπικών. Αλλά ο περί τα θεία άσχετος βυζαντινός αυτοκράτωρ ήλπιζε ότι αι ορθόδοξοι απόψεις θα επεκράτουν, μη γνωρίζων ότι οι παπικοί θα επέμεναν αμετακίνητοι εις τας πλάνας των. Δι΄αύτόν τον λόγο, όταν είδε ότι η παράλογος επιμονή των λατίνων θα ναυαγούσε τον πολιτικό του σκοπό - ήτοι την ένωση των δύο εκκλησιών και την εξ αυτής αναμενόμενη παπική βοήθεια δι αντιμετώπισιν των Τούρκων - άρχισε να πιέζει τους Ορθοδόξους να ακολουθήσουν μία ηπιότερη η καλύτερα ενδοτική γραμμή.

Η ΨΕΥΔΟΕΝΩΣΙΣ
Οι λατίνοι άρχισαν να εφαρμόζουν την γνωστή τακτική των ψιθύρων, ψευδών και εκβιασμών, και ούτω κατ εκείνη την εποχή διένειμαν εις την Φερράραν εκατοντάδας φυλλαδίων, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίας των Ορθοδόξων!!! Βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει εις βάρος των Ορθοδόξων, δύο εκ των εγκρίτων μελών της Βυζαντινής αντιπροσωπείας, ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Αντώνιος, πρώτος τη τάξει Μητροπολίτης του Οικουμενικού θρόνου και ο αδελφός του Μάρκου Ιωάννης, προσπάθησαν να αποδράσουν από την Φερράραν, αλλά ημποδίσθησαν από τον αυτοκράτορα. Και επειδή ο Ιωάννης συνοδευόταν μέχρι τον λιμένα από τον αδελφό του, ο αυτοκράτωρ και ο Πατριάρχης φοβούμενοι τυχόν άλλας απόπειρας αποδράσεως - εν συνεννοήσει μετά των παπικών - μετακίνησαν τις εργασίες της συνόδου από την Φερράραν, που ήτο πλησίον της θαλάσσης, εις την Φλωρεντία.

Όταν δε επανήρχισαν αι εργασίαι της συνόδου ο Εφέσου ήτο ο κύριος ομιλητής των Ορθοδόξων. Αι σαφείς όμως απαντήσεις του και αι ανατροπαί των λατινικών κακοδοξιών προκάλεσαν το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι με την σιωπηρά συγκατάθεση και ανοχή του αυτοκράτορος προσπάθησαν να διαβάλουν τον άγιο Μάρκο, κυκλοφορούντες μάλιστα και την είδηση ότι ο Εφέσου είχε τρελαθεί. Εις μίαν δε συνεδρίαση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας, όταν ο Μητροπολίτης Εφέσου απεκάλεσε τους παπικούς «αιρετικούς» οι Μητροπολίτες Λακεδαίμονος και Μυτιλήνης ύβρισαν τον άγιο και προσπάθησαν να τον κτυπήσουν.

Ο ΕΦΕΣΟΥ ΜΑΡΚΟΣ ΔΕΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ
Διαπιστώνων ο άγιος ότι όλες οι προσπάθειές του να πείσει τους Ορθόδοξους να μην προχωρήσουν εις την ένωση - γενόμενοι θύματα των παπικών - ήσαν μάταιοι, απεσύρθη από του να συμμετέχει ενεργώς εις τας εργασίας της συνόδου.

Τελικώς την 5 Ιουλίου 1439 υπεγράφη η ένωση και ως αναφέρει ο Συρόπουλος οι περισσότεροι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν χωρίς την θέληση των και φοβούμενοι τον αυτοκράτορα. Όταν δε ο πάπας ηρώτησεν εάν υπέγραψε ο Μάρκος και έλαβε απάντηση αρνητική είπε προφορικώς «λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν». Ο υπερόπτης και δεσποτικός πάπας ζήτησε ανερυθριάστως από τον άβουλο βυζαντινό αυτοκράτορα, όπως στείλει τον Μάρκον εις αυτόν δια να τον δικάσει ενώπιον συνοδικού δικαστηρίου, αλλ' ευτυχώς ο αυτοκράτωρ ηρνήθη.

Αργότερα όμως παρεκάλεσε τον Μάρκον, αφού είχε πάρει προφορικές διαβεβαιώσεις δια την ασφάλειάν του από τον πάπα, να εμφανισθεί ενώπιον του ποντίφικα και να εξηγήσει την στάση του. Ο Μάρκος υπακούοντας εις το αυτοκρατορικό πρόσταγμα επήγε εις τον πάπαν. Μάταια όμως προσπάθησε ο αρχιαιρεσιάρχης της δύσεως να τον πείσει να δεχθεί την εκτρωματική ένωση. Όταν δε είδε ότι ο Μάρκος έμεινε αμετακίνητος εις τας απόψεις του, κατέφυγε εις εκβιασμούς και απείλησε ότι θα καταδίκαζε τον άγιό μας ως αιρετικό. Αλλ΄ ο άγιος Μάρκος μη πτοηθείς απήντησε μετά παρρησίας λέγων. «Αι σύνοδοι κατεδίκαζον τους μη πειθωμένους τη Εκκλησία, αλλ' εις δόξαν τινά εναντίον αυτής ενισταμένους και ταύτη κηρύττοντας και υπέρ αυτής αγωνιζόμενους, διό και αιρετικούς εκάλουν αυτούς...Εγώ δε ου κηρύττω ιδίαν μου δόξαν ουδέ τι εκαινοτόμησα, ουδέ υπέρ αλλοτρίου τινός δόγματος και νόμου ενίσταμαι, αλλ' εις την ακραιφνή δόξαν, τηρώ εμαυτόν».

Ο ΛΑΟΣ ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟΝ
Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας - Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλίαν δια την επιστροφήν των εις την πολιορκουμένην Πόλιν. Ο αυτοκράτωρ παρέλαβε τον άγιον Μάρκον εις το αυτοκρατορικόν πλοίον. Ύστερα από ταξίδι τριών και ήμισυ μηνών έφθασαν τελικώς εις την Κωνσταντινούπολιν. Εκεί οι κάτοικοι εδέχθησαν με αισθήματα εχθρικά και απεδοκίμασαν τους υπογράψαντας την ένωση, αλλ' επεδοκίμασαν και ετίμησαν τον άγιόν μας και ως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν» ( PG 159, 992).

Ο απλός λαός του Θεού προσέβλεπε εις τον άγιον Μάρκον ως τον μόνον ιεράρχη που είχε το θάρρος και την ικανότητα να υπερασπίσει την Ορθόδοξον πίστη του. Εγνώριζεν ήδη ότι αρκετοί που υπέγραψαν την ένωση είχαν δωροδοκηθεί από τον πάπα, ενώ τα χέρια του Μάρκου ήταν καθαρά. Όταν ο αυτοκράτωρ απεφάσισε να πληρώσει τον πατριαρχικό θρόνο, έστειλε αντιπροσώπους του εις τον άγιον Μάρκον παρακαλών αυτόν να δεχθεί το υψηλόν αξίωμα του Πατριάρχου, αλλ' ο άγιός μας ηρνήθη.

Η ΦΥΛΑΚΙΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΗΜΝΟΝ
Την 4ην Μαΐου 1440 ο άγιος Μάρκος ηναγκάσθη να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσαν, διότι εκινδύνευε η ζωή του, και να πάει εις την μητροπολιτική του περιφέρεια, την Έφεσον που ήτο κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού εποίμανεν έπ' ολίγον το λογικόν του ποίμνιον ηναγκάσθη πάλιν, τώρα υπό των Τούρκων και των ενωτικών, να εγκαταλείψει την Έφεσον και εμπήκεν εις πλοίον που επήγαινεν εις το Άγιον Όρος, όπου απεφάσισε να διέλθει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό εις την Λήμνο ο άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και εφυλακίσθη εκεί επί διετία. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά ως έγραψε εις τον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως...».

Από την Λήμνο ο άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που απεδέχθησαν την ένωσιν και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και δι' αυτό λέγει : «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».

ΣΥΝΕΧΙΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΗ ΜΑΓΓΑΝΩΝ
Μετά την αποφυλάκισίν του άγιος Μάρκος πιεζόμενος υπό της ασθενείας του δεν ηδυνήθη να αποσυρθεί εις το Άγιον Όρος, αλλ' επέστρεψεν εις την εν Κωνσταντινουπόλει μονήν του, όπου εγένετο δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής υπό του πιστού λαού. Από το μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφων επιστολάς εις μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνων αυτούς να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται μετά των ενωτικών.

Οι διωγμοί, αι εξουδενώσεις και αι πιέσεις επεδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του οσίου πατρός, και ούτω την 23ην Ιουνίου τω 1444, αφού είχε καλέσει πλησίον του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε εις τον Γεώργιον Σχολάριον την αρχηγίαν του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήτο δε τότε 52 ετών.

ΤΙΜΑΙ ΑΓΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ
Ο πιστός λαός του Κυρίου απορφανισθείς, εθρήνησε πολύ δια την απώλειαν του πνευματικού του πατέρα. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, εξεφώνησεν επικήδειον λόγον εις τον οποίον ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν...νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι». Πνευματικός καρπός του αγίου είναι οι δύο άγιοι μαθηταί του Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος και Διονύσιος.

Αμέσως μετά την οσίαν κοίμησίν του ο Μάρκος ετιμήθη ως άγιος και ομολογητής.

Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ' άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357)

Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του αγίου συνέθεσε ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ' αρχάς η μνήμη του εορτάζετο την 23ην Ιουνίου, αλλά βραδύτερον ωρίσθη η 19η Ιανουαρίου - ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού εις την μονήν του Λαζάρου εις τον Γαλατά. Οι αγώνες του Μάρκου όσον και του μαθητού αυτού Γενναδίου ανεγνωρίσθησαν και εδικαιώθησαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 και κατέγραψε τα ονόματα αυτώ, ως πατέρων αγίων, εις το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ «Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ», ΜΕΘΩΝΗ - ΠΙΕΡΙΑΣ 

ΠΗΓΗ: http://www.impantokratoros.gr/

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 354 γεννήθηκε ο Αυγουστίνος Ιππώνος, υπέρμαχος του Παπικού Πρωτείου και του Filioque

Θεωρείται άγιος και διδάσκαλος από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, την Λουθηρανική και την Αγγλικανική, καθώς επίσης και προστάτης του Τάγματος των Αυγουστίνων, ονομαζόμενος συχνά και ως "ιερός Αυγουστίνος"

Ο Αυγουστίνος Ιππώνος (Aurelius Augustinus Hipponensis, 13 Νοεμβρίου 354 - 28 Αυγούστου 430), γνωστός και ως Άγιος Αυγουστίνος, ήταν χριστιανός θεολόγος, του οποίου τα γραπτά είχαν πολύ μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη του Δυτικού Χριστιανισμού και της Δυτικής φιλοσοφίας. Επίσης, ήταν ένας από τους πολυγραφότερους συγγραφείς της λατινικής πατρολογίας.

Ο Βίος του
Γεννήθηκε στην Ταγάστη της Νουμιδίας της Αφρικής, το σημερινό Σουκ Αράς της Αλγερίας, μικρή ορεινή επαρχιακή πόλη. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος της Αγίας Μόνικας - όνομα Βερβέρικο - και του Πατρικίου, Ρωμαίου πολίτη ειδωλολάτρη ως προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ο πατέρας του βαφτίστηκε χριστιανός λίγο πριν πεθάνει.

Την πρώτη μόρφωσή του την έλαβε στην Ταγκάστα και ήταν λατινική αποκλειστικά, τα Μάδαυρα και εν συνεχεία σπούδασε ρητορική στην Καρχηδόνα, ακολουθώντας τις πατρικές επιθυμίες για ρητορικές σπουδές. Όταν πέθανε ο πατέρας του διέκοψε τις σπουδές του και επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Ένας όμως συντοπίτης του, ο Ρωμανιανός θέλησε να τον ενισχύσει οικονομικά για να συνεχίσει τις σπουδές του. Σε αυτόν θα αφιερώσει αργότερα το πρώτο του σύγγραμμα ο Αυγουστίνος.

Ο Ιερός Αυγουστίνος σε μικρή ηλικία ακολούθησε το φιλοσοφικό ρεύμα του Ορτενσίου του Μάρκου Τύλλιου Κικέρωνος. Εν συνεχεία εντάσσεται στο ρεύμα του Μανιχαϊσμού που ήταν σε ιδιαίτερη έξαρση τον 4ο αιώνα και παραμένει ακόλουθός του για 7 έτη. Σε ηλικία δεκαέξι ετών γνωρίζεται και με μία χριστιανή με την οποία ζει εκτός γάμου για δεκαπέντε χρόνια και αποκτά μαζί της έναν γιο, τον Αδεοδάτο. Θα την εγκαταλείψει μετά από σχετική προτροπή της μητέρας του, αργότερα στο Μιλάνο επειδή τον εμπόδιζε στην σταδιοδρομία του. Στο ίδιο διάστημα δρα ως διδάσκαλος της ρητορικής στην Ταγκάστα και την Καρχηδόνα. Το 383 μεταβαίνει στη Ρώμη, οπου και συνεχίζει το διδακτικό του έργο. Στη Ρώμη και μετά από έντονη εσωτερική αναζήτηση, καθώς πλέον και η διδασκαλία του Μανιχαϊσμού δεν κάλυπτε τις πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις του, θέλγεται από τη διδασκαλία του Αμβροσίου επισκόπου Μεδιολάνων και σε συνδυασμό με την έντονη ενασχόλησή του με τον Πλάτωνα προσέρχεται στο χριστιανισμό.

Το 387 βαπτίζεται Χριστιανός από τον Αμβρόσιο. Το 391 χειροτονείται ιερέας αφού ήδη από το 388 έχει επιστρέψει στην Βόρειο Αφρική. Το 395 εκλέγεται επίσκοπος Βασιλικού Ιππώνος (Hippo Regio), της Νουμιδίας. Εκεί θα ξεχωρίσει για την ποιμαντική του δραστηριότητα αλλά και την έντονη αντι-αιρετική του δράση.

Το τέλος της ζωής του ήλθε στις 28 Αυγούστου 430 κατα την διάρκεια της πολιορκίας της Ιππώνος από τους Βανδάλους, όταν προσεβλήθη από υψηλό πυρετό.

Η θεολογία του Αυγουστίνου

Πίστη και λόγος
Η πίστη και ο λόγος συνυπάρχουν με την διαφορά πως η πρώτη προηγείται χρονικά του δεύτερου. Και η μία προϋποθέτει την άλλη. Η πίστη και ειδικότερα η χριστιανική, αποσκοπεί ιδιαιτέρως στο να δείξει πως υπάρχουν και πράγματα που δεν είναι ορατά όπως υπάρχουν και τα ορατά. Η πίστη βασίζεται στην Αγία Γραφή η αυθεντικότητα της οποίας στηρίζεται στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Όσα περιέχονται σε αυτήν είναι προσλήψιμα δια της πίστεως κι όχι μόνο μέσω του νου.

Ανθρωπολογία-κοσμολογία
Στον Θεό δεν διακρίνει ουσία και άκτιστες ενέργειες. Στον νου του αμετάβλητου Θεού υπάρχουν ιδέες, ο κόσμος των νοερών, και βάσει αυτών εν χρόνω δημιουργούνται τα πράγματα και ο άνθρωπος , ο Αδάμ. Ένεκα των ουσιοκρατικών αντιλήψεών του υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ΄εικόνα όλης της Τριάδος κι όχι μόνο του Υιού, διότι τότε τα τρία πρόσωπα θα ήταν ανόμοια ως προς την ουσία τους. Ο άνθρωπος προικίζεται με ελεύθερη βούληση και μπορούσε να μην αμαρτήσει. Ο άνθρωπος είναι σύνθετος, αποτελούμενος από σώμα και ψυχή:η δεύτερη διαφέρει του πρώτου καθώς είνα άυλη, απλή, νοερή ουσία και αθάνατη. Απορρίπτει την προΰπαρξη της ψυχής και ισχυρίζεται πως γεννήθηκε μαζί με τη γέννηση του σώματος που την φέρει. Διακρίνεται σε δύο μέρη: το κατώτερο που είναι η αισθητική ψυχή, και το ανώτερο που είναι η νοητική ψυχή. Στην αισθητική ψυχή αντιστοιχούν οι γνώσεις δια των αισθήσεων,η ηδονή και η λύπη. Στη νοητική ψυχή ανήκουν η μνήμη,η νόηση και η βούληση. Από τα τρία αυτά πιο σημαντικό για τον Αυγουστίνο είναι η βούληση, κυριότερο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ελευθερία. Ο κόσμος παρουσιάζεται στη σκέψη του Αυγουστίνου, ιεραρχημένος κατά τρόπο πλατωνικό. Ό,τι αγαθότερο και αξιολογότερο βρίσκεται πιο ψηλά. Κι ο Θεός βρίσκεται στην κορυφή, όπως και το πλατωνικό αγαθό. Σε πιο χαμηλή θέση βρίσκονται τα φυσικά αντικείμενα, οι ανθρώπινες ψυχές ενδιάμεσα,οι ψυχές των αμαρτωλών χαμηλότερα από εκείνες των εναρέτων ανθρώπων. Η αξιολογική ιεράρχηση είναι μια ιεραρχία πραγματικότητας. Όσο πιο χαμηλά βρίσκεται κάτι τόσο πιο κοντά στο μηδέν βρίσκεται χωρίς να είναι ολοκληρωτικά μηδέν. Υπάρχουν κατά τρόπο μεταβλητό. Η αντίληψη αυτή της αλλαγής και μεταβολής είναι δάνεια, αριστοτελική. Μια άλλη παράμετρος αυτής της ιεράρχησης είναι και η συνθετότητα των δημιουργημάτων. Μόνο ο Θεός είναι αμετάβλητος και ασύνθετος.

Το καλό και το κακό
Με την ιεράρχηση του είναι συνδέεται και η ιεράρχηση του αγαθού: δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει κάποιο ποσοστό αγαθότητας. Ερχόμενος σε πλήρη διαφωνία με τον μανιχαϊσμό δεν δέχεται καμία απόλυτη ύπαρξη στο κακό. Επίσης δεν δέχεται και την μίξη καλού και κακού. Στην πραγματικότητα πρόκειται για βαθμίδεςαγαθότητας. Το κακό συνδέεται με το ιεραρχημένο σύστημα του Αυγουστίνου και κατά έναν άλλο τρόπο: τα ανώτερα πράγματα πρέπει να άρχουν των κατώτερων πραγμάτων. Αυτή είναι η τάξη και η δίκαιη κατανομή. Αν ισχύει το αντίστροφο, δηλαδή τα κατώτερα εξουσιάζουν τα ανώτερα, τότε έχουμε το κακό, δηλαδή μια αντεστραμμένη ταξινόμηση.

Η πτώση του ανθρώπου
Η ελεύθερη βούληση προϋποθέτει την δυνατότητα επιλογής του καλού και του κακού και κατανοείται ως έφεση –επιθυμία έντονη(concupiscentia) που μπορεί να στραφεί προς το καλό και προς το κακό. Η προς το κακό έφεση επιθυμία έγινε η αιτία της πτώσης και συνιστά το προπατορικό αμάρτημα. Έτσι ο άνθρωπος δεν μπορεί να μην αμαρτήσει είναι μάζα καταδικασμένη και άρα μάζα απωλείας. Το προπατορικό αμάρτημα διαποτίζει όλο το ανθρώπινο γένος όχι λόγω μίμησης αλλά κληρονομικότητας επειδή στο είναι του Αδάμ ενυπήρξαμε όλοι ως ένας άνθρωπος. Αν και αγέννητοι ακόμα είμαστε μέσα στο σπέρμα από το οποίο προήλθαμε. Το σπέρμα ήταν διεφθαρμένο από την αμαρτία.

Η Τριαδολογία του Αυγουστίνου
Ο Τριαδικός Θεός είναι απλός και άτρεπτος, και είναι απλός επειδή ταυτίζεται το έχειν με το είναι του. Αντίθετα ο κτιστός κόσμος είναι τρεπτός και σύνθετος και μπορεί να χάσει ό,τι έχει. Υπάρχει χαώδης διαφορά ανάμεσα στον Θεό και τον κόσμο, κι ο άνθρωπος δεν γνωρίζει επί της ουσίας τον Θεό. Το χάσμα αυτό όμως δεν είναι και αγεφύρωτο επειδή υπάρχει ένας μεσίτης ο Υιός του Θεού  Ο Τριαδικός θεός είναι συγχρόνως ενότητα και διάκριση των θείων προσώπων. Η ενότητα ξεκινά από την κοινή θεία ουσία και φύση και επεκτείνεται και στην κοινή θέληση, πράξη ή ενέργεια. Μέχρις εδώ ο Αυγουστίνος ακολουθεί την σκέψη των Καππαδοκών πατέρων, την οποία γνωρίζει έμμεσα μόνο, αφού αγνοεί την ελληνική γλώσσα, δια μέσου άλλων θεολόγων που την γνωρίζουν όπως ο Ιλάριος Πικταβίου και ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων. Ο Αυγουστίνος επιχειρεί να περιγράψει τις ενδοτριαδικές σχέσεις με εικόνες ειλημμένες από τις λειτουργίες της ανθρώπινης ψυχής: όπως είμαστε ,λέει, μια αδιαίρετη ενότητα, αλλά αποτελούμαστε από ‘’μνήμη’’, ‘’νου’’ και ‘’θέληση’’ έτσι συμβαίνει και με τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Αποκλίνει από την Καππαδοκική θεολογία κατά το ό,τι δίνει έμφαση στη ενότητα του τριαδικού Θεού παρά στις υποστατικές διακρίσεις, εκκινώντας από την ‘’φύση’’ ή ‘’ ουσία’’ του Θεού κι όχι από τα ‘’Πρόσωπα’’. Αντίθετα οι Καππαδόκες εκκινούν από τα ‘’Πρόσωπα’’ και στη συνέχεια επιχειρούν κατά το δυνατόν να μιλήσουν για τη θεία φύση. Ο Αυγουστίνος αναπτύσσει την περί σχέσεων θεολογία του για να απαντήσει στον Αρειανισμό, ο οποίος θεωρούσε πως στον Θεό δεν υπάρχει συμβεβηκός, δηλαδή αλλαγή ή ποιότητα., κάτι που συνεπαγόταν πως ο Υιός ήταν ετερούσιος. Ο Αυγουστίνος απαντούσε πως, η μεταξύ του Υιού και του Πατρός σχέση είναι σχέση ουσίας. Και οι δύο είναι ομοούσιοι. Ένα μειονέκτημα της θεολογίας του ήταν η ανυπαρξία στην λατινική γλώσσα όρων επαρκών να αποδώσουν της θεολογικές έννοιες. Έτσι για τον όρο ‘’Υπόστασις’’ χρησιμοποιεί τον όρο ‘’Πρόσωπο’’ και αποδίδει στην λατινική τον όρο ‘’Υπόστασις’’ ως substantia, ο οποίος χρησιμοποιείται για να αποδοθεί η ουσία και το θείο είναι. Ανεξάρτητα από αυτό ο λόγος που ο Αυγουστίνος δεν αναπτύσσει εκτενώς μία τριαδική θεολογία έχει να κάνει με το ενδεχόμενο να οδηγηθεί στην παραδοχή τριών θεοτήτων ή μιας τριπλής θεότητας. Η περί των σχέσεων των τριών προσώπων της θεότητας θεολογία του έχει αριστοτελική φιλοσοφική ρίζα.

Μυστικισμός
Λόγω των πλουσιότατων περιγραφών των πνευματικών του καταστάσεων θεωρήθηκε και θεωρείται μυστικός συγγραφέας. Δεν έγραψε κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο πάνω στον μυστικισμό. Απουσιάζει μια συστηματική μυστική διδασκαλία. Σπάνια περιγράφει στάδια καθάρσεως και πνευματικών αναβάσεων, ελάχιστα μιλάει για τρόπους και διαδικασίες ψυχοσωματικής ασκήσεως. Κατά κύριο λόγο εκθέτει ό,τι αισθάνεται ως μεταστραφείς και εν μετανοία ζων χριστιανός όχι ό,τι βιώνουν οι μυστικοί θεολόγοι. Αντίθετα ,άλλοι ερευνητές θεωρούν πως ο μυστικός χαρακτήρας της Αυγουστίνειας σκέψης και προσωπικότητας φαίνεται από τον αποφατικό τρόπο αναφοράς του στο θείο, από την περιγραφή μυστηριακών εμπειριών στα Απομνημονεύματά του, που δεν είναι οράματα αλλά «καταληπτές αισθήσεις –λάμψεις πνευματικού φωτός». Ο Χρήστος Νάσιος καταδεικνύει τον μυστικισμό του Αυγουστίνου στηριζόμενος και στο ότι ο Αυγουστίνος αναφέρεται στα επτά στάδια ανάβασης της ψυχής. Αυτή ολοκληρώνεται όταν στο έκτο στάδιο συντελεσθεί η ηθική κάθαρση της ψυχής και τότε, αφού φωτιστεί από το θείο φως, ανεβαίνει στο έβδομο και τελευταίο στάδιο για να απολαύσει τη θεία Σοφία. Την άνοδο της ψυχής μέχρι την είσοδο της θείας οικίας περιγράφει και στην ερμηνεία του στον 41ο Ψαλμό. Ωστόσο η ψυχή επειδή είναι ακόμη δεμένη με το σώμα δεν μπορεί να εισέλθει πλήρως στον οίκο του Θεού.

Αιτίες για τη δυσκολία κατανόησης του Αυγουστίνου

Σύμφωνα με τον πατρολόγο Στυλιανό Παπαδόπουλο είναι οι εξής:

1. Η έκταση και η ποικιλία των θεμάτων του

2. Η προοδευτική αλλά ελλιπής γνώση και αφομοίωση της εκκλησιαστικής παράδοσης

3. Οι αναλύσεις του είναι θεολογικά ασύμβατες με την παράδοση

4. Η αδυναμία παρακολούθησης της προηγμένης θεολογίας της Ανατολικής Εκκλησίας και των Καππαδοκών

5. Η απουσία ενιαίας δομής στην σκέψη του

6. Η ποικιλία εκφραστικών μέσων λογοτεχνική, εξομολογητική, αυθόρμητη, θεολογική κι άλλοτε σχολαστικίζουσα φιλοσοφική

Η πολιτική φιλοσοφία του
Ο Αυγουστίνος δεν καταπιάστηκε συστηματικά με τη φιλοσοφία των σχέσεων ΄΄Εκκλησίας΄΄ - ΄΄Πολιτείας΄. Οι απόψεις του όμως αποτέλεσαν βασικό στοιχείο της χριστιανικής σκέψης για τις σχέσεις των δύο θεσμών. Στο έργο του Η Πολιτεία του Θεού, ο άνθρωπος είναι πολίτης δύο πόλεων, της πόλης όπου γεννήθηκε και της πόλης του Θεού κι αυτό επειδή ο άνθρωπος είναι διφυής, αποτελούμενος από σώμα και πνεύμα. Οι δύο αυτές κοινωνίες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη φύση, την προέλευση και το σκοπό τους. Έτσι έχουμε το Ουράνιο κράτος του Θεού και το επίγειο κράτος του Σατανά. Και τα δύο ανάγονται στην εποχή που ακόμα ο άνθρωπος δεν υπήρχε. Η πρώτη θεμελιώθηκε από τους αγγέλους και η δεύτερη, η επίγεια, από τους αποστάτες και τιμωρημένους αγγέλους. Η επίγεια πόλη και η πόλη του Θεού δεν έπρεπε να ταυτιστούν με υφιστάμενους ανθρώπινους θεσμούς: με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και εξουσία και με την Εκκλησιαστικές δομές εκείνης της περιόδου. Οι δύο πόλεις δεν ήταν αισθητά χωρισμένες, σε όλη την επίγεια ζωή, αλλά ανακατεμένες και θα χωρίζονταν μόνο στη Δευτέρα παρουσία. Σύμφωνα με την τάξη πραγμάτων της εποχής του, το κράτος έπρεπε να είναι ένα χριστιανικό κράτος, να εξυπηρετεί τη χριστιανική κοινότητα και να συμβάλει στην ανθρώπινη σωτηρία διατηρώντας την αγνότητα της πίστης. Μια τέτοια άποψη ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με εκείνη των ειδωλολατρών διανοουμένων, όπως του Κικέρωνα, οι οποίοι ισχυρίζονταν πως σκοπός μιας οργανωμένης κοινοπολιτείας ήταν η απονομή δικαιοσύνης. Μα αυτό ακριβώς δεν μπορούσε να το κάνει μια ειδωλολατρική κοινότητα, έλεγε ο Αυγουστίνος. Ένα κράτος είναι δίκαιο μόνο αν είναι χριστιανικό τελικά.

Η φιλοσοφία της ιστορίας του Αυγουστίνου
Ο Αυγουστίνος επιχειρεί με το έργο του να απαντήσει στις μομφές των ειδωλολατρών διανοουμένων κατά των Χριστιανών ότι ο Χριστιανισμός ήταν η κύρια αιτία για τις καταστροφές που είχαν επιφέρει οι βάρβαροι με τις επιδρομές τους στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Συγκεκριμένα ο νεοπλατωνιστής Πορφύριος ισχυριζόταν πως η ίδια η ιστορική εμπειρία δεν επιβεβαίωνε την διακηρυγμένη από τους Χριστιανούς οικουμενική οδό σωτηρίας. Ταυτόχρονα όμως και οι Χριστιανοί είχαν ανάλογες απορίες: πως συμβιβάζεται μια σοφή από το θεό διακυβέρνηση της ιστορίας με αυτές τις καταστροφές; Ο Αυγουστίνος έρχεται να απαντήσει με το έργο του ‘’Πολιτεία του Θεού’’. Καταρχήν ισχυρίζεται, πως οι σύγχρονές τους καταστροφές δεν είναι κάτι το εξαιρετικό και ασυνήθιστο αλλά και στο παρελθόν είχαν συμβεί πιο μεγάλες συμφορές. Επίσης, μέτρο και κριτήριο της ευημερίας δεν είναι οι υλική ευμάρεια και οι δόξες, οπότε η έκλειψή τους ή η κάμψη τους να συνιστά κι απόδειξη παρακμής της εποχής τους.

Κλειδί για την σωστή ανάγνωση και ερμηνεία της ιστορίας είναι η παράλληλη ύπαρξη δύο πολιτειών που διαφέρουν μεταξύ τους ριζικά: πρόκειται για την Ουράνια Πολιτεία του Θεού και την επίγεια του Σατανά. Η πλειοψηφία των ανθρώπων ανήκει στην δεύτερη, ενώ μια μειονότητα στην πρώτη. Αυτή η μειονότητα προσωρινά μόνο-ως πάροικοι-ζει στην επίγεια. Αναπόφευκτος προορισμός της δεύτερης αυτής πολιτείας είναι η καταστροφή και ο θάνατος. Κι αυτό γιατί είναι πλήρης αμαρτιών, διαφθοράς και ηθικής παρακμής. Οι βάρβαροι εισβολείς δεν είναι κάτι το ασύνηθες, αλλά απότοκο αυτής του ηθικού κλίματος που επικρατεί σε αυτήν, έρχονται ως τιμωροί. Όσο δε για τους Χριστιανούς αναγνώστες του έργου του, σε αυτούς απαντούσε, πως οι συμφορές δεν τους αφορούν επειδή δεν ανήκουν σε αυτήν την Civitas Terenna αλλά στην Civitas Dei. Έτσι ο ιστορικός χρόνος χαρακτηρίζεται από μια αμφισθένεια.

Οι αισθητικές αντιλήψεις του Αυγουστίνου
Είναι πολύ δύσκολο να συνθέσουμε μια συστηματική θεωρία του Αυγουστίνου για την τέχνη και το ωραίο, επειδή οι αναφορές είναι διάσπαρτες στα έργα του και τα ενδιαφέροντά του επικεντρώνονταν στην επεξεργασία ενός θεολογικού συστήματος και στην υπεράσπιση της χριστιανικής διδασκαλίας από τους ειδωλολάτρες λογίους . Ο ίδιος στα απομνημονεύματά του μας πληροφορεί πως πριν μεταστραφεί στον Χριστιανισμό είχε συντάξει μια πραγματεία με τίτλο ‘’De Pulchro et Apto’’ (Περί του Ωραίου και του ταιριαστού), η οποία όμως χάθηκε. Οι αναφορές του σε αυτή είναι αρκετά περιορισμένες, πάντως σε αυτήν έκανε διάκριση ανάμεσα σε ό,τι είναι ωραίο καθεαυτό και σε ό,τι είναι ωραίο επειδή εφαρμόζει σε κάτι άλλο. Ο Αυγουστίνος θεωρεί την ομορφιά ως ιδιότητα ετερογενών συνόλων: γι αυτήν την ‘’συμφωνία των μερών’’ μιλά στα έργα του ‘’De ordine’’ (Περί τάξεως), ‘’De musica’’ (Περί μουσικής), ‘’De vera religione’’ (Περί της αληθούς θρησκείας’’). Οι έννοιες της ενότητας, της ισότητας, της αναλογίας της τάξης και του αριθμού είναι κεντρικές για την αισθητική θεωρία του Αυγουστίνου. Το ωραίο πηγάζει από την ενότητα, την αναλογία την τάξη. Η ενότητα ποικίλει ως προς το βαθμό της , αφού όλα τα όντα δεν έχουν τον ίδιο βαθμό ενότητας. Ενοποίηση έχουμε όταν δεν υπάρχει ανομοιομορφία εσωτερική. Τα σύνθετα πράγματα συνιστούν ολότητες όταν είναι αρμονικά και σύμμετρα και είναι αρμονικά και σύμμετρα όταν τα μέρη τους ομοιάζουν μεταξύ τους. Επίσης η ανισότητα ή η ισότητα των πραγμάτων οδηγεί στην αναλογία, το μέτρο, και τον αριθμό. Ο αριθμός έχει μια θεμελιώδη σημασία για την τάξη, αντίληψη που την πήρε από τον Πλατωνικό Τίμαιο, όπου αναπτύσσεται η άποψη πως τα αντικείμενα έχουν αριθμητικές ιδιότητες και βάσει αυτών μετέχουν των ενυπαρχουσών στον Θείο νου Μορφών. Αφού η τάξη οδηγεί στον αριθμό και στη συνοχή, έχει έλλογο χαρακτήρα. Για να γνωσθεί η τάξη προϋποτίθεται η λογικότητα, όπως και για την ηδονή που γεννά αυτή η γνώση της τάξης προϋποτίθεται η λογικότητα. Με βάση αυτή την αρχή, της λογικότητας, διακρίνει τις ηδονές, σε ανώτερες και κατώτερες: οι πρώτες συνδέονται με τις αισθήσεις που αντιλαμβάνονται την τάξη και είναι η οπτική και η ακουστική και οι δεύτερες που δεν εντοπίζουν τάξη αλλά ποιότητες όπως η γεύση και η όσφρηση. Η αισθητική εμπειρία στην ανώτατη μορφή της απολήγει στη θρησκευτική σοφία. Η ωραιότητα δεν είναι κάτι έξωθεν, αφού η ενότητα ως βάση του ωραίου, είναι και βάση του ‘’Είναι’’, άρα τα πράγματα είναι ωραία στο βαθμό που υπάρχουν πραγματικά . Η σύλληψη της κρίσης περί του ωραίου προϋποθέτει και κάτι άλλο εκτός από τον βαθμό μετοχής στο ωραίο, το αν ο κριτής-θεατής κατέχει την έννοια της ιδανικής τάξης και ενότητας η οποία όμως ποτέ δεν φανερώνεται στον υλικό κόσμο. Η κατοχή αυτής της έννοιας από τον θεατή οφείλεται σε ‘’θεία φώτιση’’. Στο ωραίο δεν υπάρχει σχετικότητα. Μια θεωρία για το ωραίο όμως δεν μπορεί να μην θίγει και ζητήματα της φύσεως της τέχνης: απορρίπτει το θέατρο ως κάτι που υποθάλπει την ηθική χαλαρότητα. Ταυτόχρονα επεξεργάζεται μια πιο συγκροτημένη έννοια του ‘’πλασματικού’’ . Η τέχνη δεν είναι μίμηση αλλά επινόηση , αφού στηρίζεται σε συνδυασμούς στοιχείων από πολλές πηγές και στην προσθήκη άλλων δια της φαντασίας. Έτσι το προκύπτον σύνολο δεν είναι προϊόν καμίας αισθητηριακής αντίληψης. 

Αγιότητα
Για την Καθολική Εκκλησία θεωρείται άγιος και Δάσκαλος της Εκκλησίας, καθώς και ο προστάτης άγιος του Τάγματος των Αυγουστίνων. Παρά την επίσημη αναγνώρισή του ως αγίου από την Ορθόδοξη Εκκλησία, πολλοί Ορθόδοξοι αποφεύγουν να τον αποκαλέσουν «Άγιο», καθώς υπήρξε υπέρμαχος του Παπικού πρωτείου και του filioque. Σύμφωνα ομως με άλλη άποψη η διδασκαλία του δε θεωρείται εναρμόνιση με το filioque όπως αυτό εμφανίζεται κατα τον 8ο αιώνα, καθότι σύμφωνα με αυτή το «filioque» το οποίο εισάγει ο Αυγουστίνος δεν εισάγεται για την προαιώνο σχέση και προέλευση του Υιού με τον παράκλητο αλλά για την σχέση διαδοχής σε ότι αφορά τη Θεία Οικονομία. Επίσης ονοματίζεται συχνά ως "Ιερός Αυγουστίνος". Ο Αυγουστίνος θεωρείται επίσης άγιος από την Λουθηρανική και την Αγγλικανική εκκλησία.

Το συγγραφικό του έργο
Το συγγραφικό έργο του είναι πληθωρικό :έγραψε για να απολογηθεί για την μεταστροφή του στην Εκκλησία, και να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους για την ορθότητα της επιλογής του αυτής. Για να καταπολεμήσει τους εθνικούς και τους Μανιχαίους που αρχικά τον είχαν προσελκύσει, να ανατρέψει τους Δονατιστές και τους Πελαγιανούς, να οικοδομήσει τους πιστούς επιλύοντας πρακτικά προβλήματα ηθικής και πνευματικής ζωής, να αναλύσει και να υποστηρίξει τη δογματική διδασκαλία. Να αναλύσει τη σχέση της σώζουσας εκκλησίας και του κοσμικού κράτους στην ιστορία και να ερμηνεύσει την Αγία Γραφή. Τα χαρακτηριστικά του είναι η δημιουργικότητα, η ορμητικότητα, ο έντονα συναισθηματικός και πολεμικός χαρακτήρας του. Ο λόγος του είναι προσωπικός, εξομολογητικός, προσευχητικός . Επίσης η απουσία στέρεης δομής, ενώ όχι σπάνια είναι φλύαρος για να καλύπτει την θεολογική του αδυναμία.