Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συμβολική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συμβολική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Ο Τειρεσίας και το Κηρύκειο του θεού Ερμή (συμβολική του μύθου)

Τον αριθμό Φ τον αναφέρει ο Πυθαγόρας τον 5ο αιώνα π.X, και τον εφήρμοσαν ο Ικτίνος ο Καλλικράτης και ο Φειδίας στην αρχιτεκτονική του Παρθενώνα και όχι μόνο, εφόσον με βάση τις αναλογίες του αριθμού χτίστηκαν πολλοί ναοί και οικοδομήματα όπως π.χ, το Κολοσσαίο, η Αψίδα του Θριάμβου του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Οι περισσότεροι γνωρίζουμε ή έχουμε ακούσει για το σύστημα αξιοποίησης οικονομικών πληροφοριών «Τειρεσίας». Πόσοι όμως γνωρίζουν, ποιος και τι, ήταν ο Τειρεσίας;

Ο Τειρεσίας μαζί με τον Κάλχα υπήρξαν οι διασημότεροι μάντεις στην Αρχαία Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Ησίοδο, ο Τειρεσίας ήταν Θηβαίος μάντης γιος του Ευήρους και της Χαρικλούς.

Σύμφωνα με τον μύθο, κάποια ημέρα ενώ περπατούσε στο όρος Κυλλήνη συνάντησε δύο φίδια που ζευγάρωναν. Ο Τειρεσίας τα χώρισε με την ράβδο πού κρατούσε, και αμέσως μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Επτά χρόνια αργότερα, σε ανάλογο περίπατο, τα ξαναείδε να ζευγαρώνουν. Τα χώρισε πάλι, και ξανάγινε άνδρας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Τειρεσίας έγινε ο πρώτος άνθρωπος που υπήρξε άνδρας και γυναίκα διαδοχικά, συνεπώς είχε την γνώση και την εμπειρία και των δύο φύλων. Για αυτό τον λόγο σε σχετική αντιδικία που είχαν ο Δίας με τη σύζυγό του, την Ήρα για το: «Ποιος ηδονίζεται περισσότερο στο σεξ, ο άνδρας ή η γυναίκα;», κάλεσαν τον Τειρεσία να τους πει την γνώμη του.

Η απάντηση του Τειρεσία ήταν: «Επτά φορές περισσότερο η γυναίκα!» Η Ήρα θύμωσε από αυτή του την απάντηση, και για να τον τιμωρήσει τον τύφλωσε. Ο Δίας για να τον αποζημιώσει, του έδωσε το χάρισμα της μαντικής ώστε να βλέπει πλέον τα μελλούμενα με τον Νου, και διάρκεια ζωής επτά γενεών. Σύμφωνα μάλιστα με τον Όμηρο, συνέχισε να ασκεί τη μαντική τέχνη ακόμα και στον Αδη.

Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να αποσυμβολίσουμε τον μύθο. Όπως πολλές φορές έχουμε επισημάνει, ο μύθος σημαίνει Λόγο, ομιλία, διήγηση, και είναι φορέας των παραδόσεων του κάθε λαού, ταυτόχρονα όμως για τους αρχαίους πολιτισμούς, αποτελούσε μια ιερή ιστορία που μετέφερε στους ανθρώπους αρχετυπικές αλήθειες, χρησιμοποιώντας μία αλληγορική, συμβολική γλώσσα, που απαιτούσε αποκρυπτογράφηση.

Για αυτό ακριβώς τον λόγο, οι μυστηριακές τελετές στην αρχαιότητα διαδραματίζονταν πάντα σε σχέση με κάποιο μύθο, παρέχοντας μόνο στους μύστες, τα κλειδιά ερμηνείας που θα αποκάλυπταν στον μυημένο, μία ανώτερη γνώση.

Παρότι λοιπόν η ιστορία του Τειρεσία όπως περιγράφεται είναι σύντομη, είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς συναντούμε πλήθος συμβόλων, ανάμεσα στα οποία, το σημαντικότερο ίσως αρχετυπικό σύμβολο της Αρχαίας Ελλάδος, το Κηρύκειο, την ιερή ράβδο που έφεραν οι «Κύρηκες» κατά την διάρκεια των Μυστηρίων, αλλά και οι πρεσβευτές, ο Ασκληπιός (χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα ως έμβλημα της ιατρικής), αλλά και Θεός Ερμής. (Κηρύκειο φέρουν ακόμη και σήμερα οι αρχιερείς στην ορθοδοξία).

Σύμφωνα με την ιστορία που προαναφέρθηκε, ο Τειρεσίας χρησιμοποίησε μία ράβδο που κρατούσε για να χωρίσει τα δύο φίδια. Το ίδιο αναφέρεται και για τον Θεό Ερμή ( Το κηρύκειο είναι περισσότερο γνωστό ως κηρύκειο του Θεού Ερμή). Τα φίδια τυλίχτηκαν αντικριστά σε σχήμα 8 γύρω από την ράβδο, παίρνοντας στην κορυφή το σχήμα Φ.

Αρχίζοντας λοιπόν από το σχήμα του, συναντάμε (τυχαία;) το σχήμα Φ, που μας παραπέμπει στον χρυσό αριθμό (1,618) , τον αριθμό της ομορφιάς, ο οποίος έγινε ευρύτερα γνωστός από τον Dan Brown, στο βιβλίο του «Κώδικας Da Vinci». Ένας αριθμός, του οποίου τις αναλογίες συναντούμε παντού στην φύση, από τον μικρόκοσμο έως τον μακρόκοσμο. Από τα ορυκτά και την γεωμετρική δομή των κρυστάλλων, έως την ανάπτυξη των φυτών (την κατανομή των φύλλων στον μύσχο) τα όστρακα, στην διατομή του DNA (οι έλικες του DNA ομοιάζουν στο σχήμα του κηρυκείου), τις αναλογίες του ανθρώπινου σώματος έως τις έλικες των γαλαξιών και τη στροφορμή των μαύρων τρυπών!

Τον αριθμό Φ τον αναφέρει ο Πυθαγόρας τον 5ο αιώνα π.X, και τον εφήρμοσαν ο Ικτίνος ο Καλλικράτης και ο Φειδίας στην αρχιτεκτονική του Παρθενώνα και όχι μόνο, εφόσον με βάση τις αναλογίες του αριθμού χτίστηκαν πολλοί ναοί και οικοδομήματα όπως π.χ, το Κολοσσαίο, η Αψίδα του Θριάμβου του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Ως αρχέγονο σύμβολο το φίδι λόγω της σπουδαιότητας του συμβολισμού του, διαδραματίζει στην αρχαιότητα πρωταγωνιστικό ρόλο στις μυστηριακές τελετουργίες.

Ήδη στην Μινωική Κρήτη η μεγάλη Θεά ως ζωοδότειρα και τροφός, Θεά της γέννησης, του θανάτου και της αναγέννησης, κρατά στα χέρια της φίδια. Στα Ελευσίνια μυστήρια τμήμα των μυσταγωγικών τελετουργιών, αποτελούσε το άγγιγμα φιδιού από τους μύστες.

Οι Βακχικές τελετές είχαν ως κεντρική παρουσία, ένα ζωντανό φίδι ως φορέα του θεού, ενώ και οι μαινάδες κρατούσαν επίσης φίδια. Ο Διονυσιακός θίασος χειρονομούσε με φίδια και καλούσε τον θεό με την ιερή κραυγή «φάνηθι δράκων».

Στα δε Ορφικά μυστήρια, χρησιμοποιούσαν ως σύμβολο, ένα φίδι τυλιγμένο γύρω από «το Ορφικό αυγό», που συμβόλιζε τον κόσμο που περιβάλλεται από το Δημιουργικό πνεύμα του.

Στην Ορφική θεογονία, ο Δίας σμίγει με τη μητέρα του Ρέα, έχοντας πάρει και οι δύο τη μορφή του φιδιού. Γεννιέται η Περσεφόνη (σύμβολο της περιοδικότητας και των μεταμορφώσεων των φαινομένων) και ζευγαρώνει με τον πατέρα της τον φιδόμορφο Δία.

Περιττό να αναφερθεί πως στην αρχαία Ελληνική μυθολογία το φίδι συναντάται πολύ συχνά ως σύμβολο.(1)

Ο όφις είναι ένα χθόνιο σύμβολο που έχει σχέση με την γη την αρχέγονη ζωοδότειρα ορμή, αλλά και τον θάνατο, και τον κάτω κόσμο. Το φίδι θεωρείται επίσης σεληνιακό έμβλημα. Ταυτίζεται με τον διαρκώς μεταβαλλόμενο χαρακτήρα της σελήνης. Η σεληνιακή θεά Εκάτη, απεικονιζόταν ως φίδι ή είχε φίδια στα μαλλιά της. Συμβόλιζε την ανθρώπινη ψυχή, καθώς οι ψυχές περνούν από την σελήνη στην άνοδο και στην κάθοδο τους προς την ενσάρκωση. Αυτό υποδεικνύουν τα φτερά στην κορυφή του Κηρυκείου, τα οποία προστέθηκαν στο κηρύκειο του ψυχοπομπού Ερμού στο μέσον περίπου της τρίτης π.Χ. εκατονταετηρίδας.

Στο κηρύκειο τα φίδια είναι δύο που περιπλέκονται στην ράβδο. Στον αγγελιοφόρο των Θεών ψυχοπομπό Ερμή, το κηρύκειο συμβόλιζε την ιδιότητα του θεού ως ψυχοπομπού, εκείνου που οδηγεί τις ψυχές από και προς τον Άδη. Πρόκειται για το σύμβολο που θυμίζει τη σύνδεση των δύο κόσμων. Η περιέλιξη των φιδιών υποδηλώνει την ακαθόριστη και ανανεούμενη πορεία της ύπαρξης.

Ο Ερμής οδηγεί τους μύστες στις μυσταγωγικές τελετές, με σκοπό την κατανόηση των μυστικών της φύσεως, την διεύρυνση της συνείδησης, και την απόκτηση μίας ανώτερης γνώσης, καθώς το κηρύκειο εκπροσωπεί όπως και ο θύρσος στα Διονυσιακά μυστήρια, την μαγική ράβδο ή το «δένδρο της ζωής», δηλαδή την μυστηριακή οδό, που οδηγεί στην γνώση των απόκρυφων επιστημών.

Το κηρύκειο συμβόλιζε τις αντίθετες δυνάμεις, και την δυαδικότητα δια μέσω της οποίας είναι αναγκασμένη να λειτουργεί η ανθρώπινη αντίληψη, καθώς οι αισθήσεις μας περιορίζουν, σε αντίθεση με το «άχρονο ενιαίο Όλον», το οποίο υπερβαίνει κάθε διάκριση και πολλαπλότητα. 

Κάτ’ αυτόν τον τρόπο τα δύο αντίθετα φίδια συμβολίζουν: Το θετικό και το αρνητικό, το αρσενικό και το θηλυκό, το καλό και το κακό, το Φως, την σοφία και την πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου (κατ’ αντιστοιχία της αλλαγής του δέρματος του φιδιού) αλλά και το σκοτάδι της ασυνειδησίας.Κατά τον Ησύχιο, «ο δράκων» όπως καλούνταν το κηρύκειο, ήταν ήδη γνωστό κατά τους χρόνους του Σοφοκλέους. Το αρχαιότερο δε μνημείο, στο οποίο παρίσταται ο τύπος αυτός, είναι τεμάχιο αγγείου προερχόμενο από περσικά ερείπια της Ακρόπολης, δηλαδή του τέλους του Στ’ και των αρχών του Ε’ π.Χ. αιώνα.

Ένα αντίστοιχο σύμβολο συναντούμε και στην Παραδοσιακή Κινεζική Φιλοσοφία, το γνωστό Γιν και Γιάνγκ τα οποία αφορούν τις δυο πρωταρχικές κοσμικές αρχές του σύμπαντος. Αντιπροσωπεύουν τους δύο αντίθετους και συμπληρωματικούς πόλους της φύσης.
Το Γιάνγκ είναι το άσπρο είναι η ενεργός, αρσενική αρχή. Το Γιν είναι το μαύρο είναι η παθητική, η θηλυκή αρχή. Ως σύμβολο παριστάνεται από ένα κύκλο, του οποίου το ένα μισό είναι άσπρο με ένα μαύρο σημείο μέσα του, και το άλλο μισό μαύρο, με ένα άσπρο σημείο μέσα του. Είναι οι δύο δυνάμεις της φύσης που μάχονται, το λευκό και το μαύρο, έτσι ώστε η μια να διαδέχεται ακατάπαυστα την άλλη, και έτσι να δημιουργείται ο κόσμος με τις αποχρώσεις του.

Καθώς το σύμβολο κινείται, το μικρό μαύρο σημείο μέσα στο αντίθετο μισό άσπρο μεγαλώνει κι ενισχύεται, έτσι ώστε κάποια στιγμή καταλαμβάνει ολόκληρο το χώρο του και το αντικαθιστά. Αυτή η κίνηση της ενέργειας έχει σαν αποτέλεσμα, να δημιουργούνται οι ενδιάμεσες καταστάσεις στη φύση που κάνουν τον κόσμο πολύμορφο, περιπλοκότερο και πιο πλήρη.Σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι προφανές πως η ιστορία του Τειρεσία, «σημαίνει» πολλά περισσότερα, από μία απλή (από τις πολλές) διένεξη του Δία και της Ήρας.

Πέρα από τον συμβολισμό του κηρυκείου για τον οποίο έγινε λόγος παραπάνω, διαπιστώνουμε , πως στην μικρή περί του Τειρεσία αφήγηση, γίνεται αναφορά 3 φορές στον αριθμό επτά. Τυχαίο; Δεν νομίζω....

Ας αρχίσουμε λοιπόν από την ετοιμολογία της ίδιας της λέξης. Η λέξη προέρχεται από το «ΣΕΠΤΟΣ» («σ-επτά»), που σημαίνει ΣΕΒΑΣΤΟΣ. Το επτά είναι ένας αριθμός που είναι «πρώτος» στην δεκάδα, ούτε παράγει (μέσω πολλαπλασιασμού) ούτε παράγεται από κανέναν άλλον αριθμό εκτός από την μονάδα. Π.χ Το 2 παράγει το 4 και το 8 (2 Χ 2 Χ 2 ) , το 3 παράγει το 6 και το 9 (3 Χ 2, 3 Χ 3), το 4 παράγεται από το 2 και παράγει το 8, το 5 παράγει το 10, το 6 παράγεται από το 3 και το 2, το 8 παράγεται από 2 και το 4, το 9 παράγεται από τον 3, το 10 παράγεται από το 2 και το 5. Το 7, όμως, δεν παράγεται από κανέναν και ούτε παράγει κάποιον στην δεκάδα. 

Είναι σεπτάς και παρθένος (Όπως και η θεά Αθηνά που γεννήθηκε παρθένος από τον Νου του Δία), δεν είναι προϊόν γέννησης (γινομένου) ούτε γεννάει κάποιον άλλον, μέσα στην αρχική δεκάδα. Ίσως γι' αυτό οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν τον αριθμό επτά ως εικόνα και πρότυπο της Θείας τάξης και της αρμονίας στη Φύση. Ήταν ο αριθμός που περιλάμβανε δύο φορές τον ιερό αριθμό τρία ή την τριάδα, στην οποία προστίθεται το ένα ή η Θεία μονάδα.

Αποτελούμενος από την ένωση του αριθμού τρία (σύμβολο της Θείας τριάδας σε όλους τους λαούς) και του τέσσερα (σύμβολο των κοσμικών δυνάμεων ή στοιχείων), ο αριθμός 7 δείχνει συμβολικά την ένωση της Θεότητας με το σύμπαν.Τον αριθμό επτά συναντάμε στην μουσική, και στην επτάχορδη λύρα του Απόλλωνα αλλά και στην επτά οπών σύριγγα (αυλό) του Θεού Πάνα των οποίων, το σταδιακά σημειούμενο μέγεθος απεικονίζει την απόσταση μεταξύ των πλανητών.. Όπως η μουσική των σφαιρών (των επτά πλανητών που πρόσφατα επιβεβαιώθηκε επιστημονικά) ηχεί στο διάστημα, έτσι και η αρμονία του ήχου που ακούγεται, λαμβάνει χώρα σε κλίμακα των επτά τόνων. Το 7 έχει σχέση με τις φάσεις της σελήνης (κάθε 7 μέρες εναλλάσσονται οι τέσσερις λεγόμενες φάσεις της) , οι οποίες και αποτέλεσαν την αρχαιότερη μονάδα μέτρησης του χρόνου. Έτσι δημιουργήθηκε και ο αριθμός των επτά ημερών που σχηματίζει την εβδομάδα.

Στο «Περί εβδομάδος» το ψευδεπίγραφο βιβλίο του Ιπποκράτη, αναφέρεται η σπουδαιότητα του αριθμού, τονίζοντας ότι τα πάντα στον κόσμο είναι επτά: Επτά είναι οι πλανήτες, επτά οι ημέρες της εβδομάδος, επτά οι πύλες των ανέμων, επτά οι ώρες του έτους, επτά οι ηλικίες του ανθρώπου, επτά δε και τα μέρη της ψυχής, επτά, επτά τα μέρη του ανθρώπου και πάλι επτά της κεφαλής. Ας μείνουμε λίγο εδώ. Ο αριθμός 7 εμφανίζεται στο πιο ιερό μέρος του ανθρώπινου σώματος, το κεφάλι, καθώς σε αυτό υπάρχουν 7 οπές: 2 μάτια (Φωτιά), 2 αυτιά (αέρας), 2 ρουθούνια (νερό ) , 1 στόμα (γη).

Επίσης στο κυρίως μέρος του ανθρώπινου σώματος έχουμε ζευγάρια βασικών εσωτερικών οργάνων. Στο κεφάλι έχουμε δύο ημισφαίρια (Φωτιά ηλεκτροχημική λειτουργία).

Στο στήθος έχουμε 2 πνεύμονες (Αέρας), πιο κάτω έχουμε 2 νεφρά (Νερό) και μαζί με το μονό γεννητικό σύστημα (Γη) δημιουργούν πάλι το 7, σχηματικά σε ένα ιερό "V", που φέρει το σχήμα του ιερού δισκοπότηρου, το σύμβολο της θηλυκής αρχής.Στην αστρολογία ο 7ος οίκος αστρολογικά είναι αυτός του ΓΑΜΟΥ. Στην ιστορία του Τειρεσία, τα φίδια που χωρίζει, βρίσκονται σε ερωτική περίπτυξη. Περαιτέρω, το έβδομο ζώδιο, είναι ο ζυγός, σχήμα που παραπέμπει στο σχήμα του κηρυκείου, μόνο που στην θέση των φιδιών βρίσκονται οι ζυγοί...

Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τον μύθο, ο Τειρεσίας τυφλώνεται από την Ήρα, αλλά ο Δίας του δίνει την δυνατότητα να βλέπει με τον Νου, την αθέατη πλευρά των πραγμάτων, συμβολίζοντας τον άνθρωπο που διευρύνει την συνειδητότητα του, έχοντας αντίληψη άλλων διαστάσεων.

Είναι προφανές λοιπόν πως η ιστορία του Τειρεσία «σημαίνει» πολλά περισσότερα από αυτά που είναι προφανή, και ευρέως γνωστά. Το δε κηρύκειο είναι ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα αρχετυπικά παγκόσμια σύμβολα. Μήπως για αυτό επιλέχτηκε ως ονομασία για το σύστημα αξιοποίησης οικονομικών πληροφοριών;

Στο σήμερα βέβαια, ο σύγχρονος Τειρεσίας υπηρετεί έναν άλλο Θεό το χρήμα, συμβολίζοντας τον μεγάλο αδελφό που ελέγχει και βλέπει τα πάντα..... !!!
Τυχαίο δεν νομίζω....


Σημ ( 1 ). Ενδεικτικά αναφέρουμε κάποιες σχετικές μυθολογικές αναφορές.
Στον πελασγικό μύθο της κοσμογονίας, η Ευρυνόμη η Θεά των Πάντων αναδύθηκε γυμνή από το Χάος, αλλά δεν βρήκε τίποτε στέρεο για να ακουμπήσει τα πόδια της, και έτσι διαχώρισε τη θάλασσα από τον ουρανό χορεύοντας μόνη πάνω στα κύματα. Η Ευρυνόμη χόρεψε κατά τα νότια, και ο αέρας που αναδεύτηκε πίσω της, φάνταξε κάτι καινούριο και ξεχωριστό, κάτι για να αρχίσει έργο δημιουργίας. Η Ευρυνόμη στράφηκε κι άδραξε αυτόν το βόρειο άνεμο, τον έτριψε μέσα στα χέρια της, και εμφανίστηκε ο μέγας όφις Οφίων. Η Ευρυνόμη χόρεψε για να ζεσταθεί, έξαλλα, όλο και πιο έξαλλα, ώσπου ο Οφίων κυριεύτηκε από λαγνεία, κουλουριάστηκε γύρω στα θεϊκά εκείνα μέλη, και ορέχτηκε να σμίξει μαζί της. Η Ευρυνόμη έλαβε μορφή περιστέρας πλανήθηκε πάνω στα κύματα, και όταν πέρασε ο καιρός που έπρεπε, γέννησε το Αβγό του Σύμπαντος. Με την προσταγή της, ο Οφίων κουλουριάστηκε επτά φορές γύρω στο αβγό, ώσπου το αβγό άνοιξε και χωρίστηκε στα δύο. Από μέσα του κύλησαν όλα όσα υπάρχουν, τα παιδιά της Ευρυνόμης: ο ήλιος, η σελήνη, οι πλανήτες, τα αστέρια, η γη με τα βουνά και τους ποταμούς της, με τα δέντρα, τα βότανά της και τα ζωντανά πλάσματα. Η Ευρυνόμη και ο Οφίων έστησαν το σπιτικό τους στο όρος Όλυμπο, όπου ο Οφίων εξόργισε την Ευρυνόμη υποστηρίζοντας ότι αυτός ήταν ο δημιουργός του Σύμπαντος. Ευθύς εκείνη τον χτύπησε στο κεφάλι με τη φτέρνα της, και τον εξόρισε στις σκοτεινές σπηλιές κάτω από τη γη. Κατόπιν, η Θεά δημιούργησε τις επτά πλανητικές δυνάμεις, ορίζοντας μια Τιτανίδα και έναν Τιτάνα για καθεμιά. Τη Θεία και τον Υπερίωνα για τον Ήλιο, τη Φοίβη και τον Άτλαντα για τη Σελήνη, τη Διώνη και τον Κριό για τον πλανήτη Άρη, τη Μήτι και τον Κοίο για τον πλανήτη Ερμή, τη Θέμιδα και τον Ευρυμέδοντα για τον πλανήτη Δία, την Τηθύ και τον Ωκεανό για την Αφροδίτη, τη Ρέα και τον Κρόνο για τον πλανήτη Κρόνο.
Σύμφωνα με τον ο Αισχύλο, πριν από την ίδρυση του Μαντείου των Δελφών υπήρχε εκεί, το μαντείο της Γαίας που έφερε το όνομα Πύα. Σε αυτό το ιερό υπήρχε ο Πύθων, παιδί και φύλακας της γης με προφητικές ικανότητες. Ο Θεός Απόλλωνας φόνευσε τον Πύθωνα, και ίδρυσε το δικό του ιερό. Μετά το φόνο του Πύθωνα, ο Απόλλωνας έπρεπε να υποστεί και αυτός όπως και ο Κάδμος, ενός είδους καθαρμό, καταφεύγοντας -σύμφωνα με μία εκδοχή- στα νερά της κοιλάδας των Τεμπών. Η νίκη του θεού σύμβολο του πνεύματος, κατά του Πύθωνα συμβολίζει άραγε την επικράτηση του Απολλώνιου φωτός και της ανώτερης συνειδητότητας, έναντι των χθόνιων αιματηρών τελετουργιών, ή απλά την κυριάρχηση ενός ηλιακού θεού στη θέση των αρχέγονων προελληνικών θηλυκών θεοτήτων;
Στην ασπίδα της Αθηνάς υπήρχε το κεφάλι της Μέδουσας με φιδίσια μαλλιά.( το Γοργώνειο ) Το πρόσφερε στη θεά ο Περσέας αφού με την βοήθεια της θεϊκής ασπίδας ο ήρωας κατόρθωσε να την γλιτώσει. Η Μέδουσα συμβολίζει τον φόβο να αντικρίσει κανείς τον εαυτό του απογυμνωμένο και να ομολογήσει την ένοχη ματαιοδοξία του. Η Αθηνά Παλλάδα υποδηλώνει με την αιγίδα της, τη νίκη του μαχητικού πνεύματος και της αυτογνωσίας έναντι της εσωτερικής τύφλωσης και της μη αρμονικής έξαρσης των πόθων. Το αίμα της Μέδουσας είχε διπλή ιδιότητα: αν προερχόταν από τα φιδίσια μαλλιά της προκαλούσε το θάνατο και την καταστροφή ενώ αν έσταζε από τις φλέβες της χάριζε την αναγέννηση και τη ζωή.
Ο Τυφωέας ή Τυφώνας ο πρώτος γιος της Γαίας μετά την πτώση των Τιτάνων, ήταν μισός άνθρωπος και μισός ζώο, και είχε στους ώμους του εκατό κεφάλια φιδιών. Από τη μέση και κάτω δύο κουλουριασμένα φίδια στήριζαν το υπόλοιπο σώμα του. Στην πάλη του με τον Δία ο Τυφωέας έκοψε τους τένοντες των χεριών και των ποδιών του θεού και ανήμπορο τον μετέφερε στο Κηρύκειο Σπήλαιο. Τα νεύρα του Διός παραδόθηκαν προς φύλαξη στη Δελφύνη, μισή γυναίκα και μισό φίδι. Ο Τυφωέας, σύμβολο της αποπνευματοποίησης σύμφωνα με τον Diel, είναι ζευγάρι με την Έχιδνα, φτερωτή θεά με αστραφτερό βλέμμα και φιδίσιο σώμα από τη μέση και κάτω. Θυγατέρα της η Λερναία Ύδρα, τέρας με εννιά κεφάλια – φίδια και αδελφός της ο Λάδωνας, φύλακας των Χρυσών Μήλων των Εσπερίδων. Η πρώτη φονεύτηκε από τον Ηρακλή, όταν ο ημίθεος κατάφερε να κόψει όλα τα κεφάλια ακόμα και το τελευταίο που ήταν αθάνατο. Ο Ηρακλής βρέφος ακόμα, έπνιξε με τα χέρια του τα δύο φίδια που έστειλε η Ήρα στην κούνια του. Ψυχολογικές ερμηνείες βλέπουν εδώ την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να αντιστέκεται στη διαστρέβλωση του πνεύματος.
Ο Κάδμος ιδρυτής και βασιλιάς της Θήβας, υπηρέτησε τον Άρη επί οκτώ έτη επειδή φόνευσε το φίδι, υιό του θεού, το οποίο φυλούσε την Αρεία κρήνη κοντά στη Θήβα. Στη συνέχεια αναφέρεται ότι μυήθηκε στα Καβείρια Μυστήρια, στη Σαμοθράκη, όπου νυμφεύτηκε την Αρμονία. Αναχωρώντας για τα Ηλύσια μεταμορφώθηκε σε φίδι, όπως και η σύντροφός του.
Ο Κέκροπας, ο ιδρυτής της Αθήνας ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι, όπως και ο Εριχθόνιος. Από δαγκωματιά φιδιού πεθαίνει Η Ευρυδίκη. Ο Ορφέας κατεβαίνει στον Άδη για να την επαναφέρει στον κόσμο των ζωντανών. Το φίδι αποτελεί εδώ το όργανο της θυσίας που προηγείται της μεταμόρφωσης.
Φίδι δαγκώνει τον καλύτερο τοξοβόλο των Ελλήνων τον Φιλοκτήτη, στην εκστρατεία του Τρωικού πολέμου. Οι Έλληνες τον αφήνουν στην Λήμνο ώστε να τον ιάσουν οι ιερείς του Ηφαίστου με την Λήμνια Γη.

ΠΗΓΗ: http://xletsos-basilhs.blogspot.gr/

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Η συμβολική των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου) και η σπουδαιότητα του βαπτίσματος για τον άνθρωπο

«Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ΄ 27). Η θριαμβευτική βαπτιστήριος ιαχή του αποστόλου Παύλου στην επιστολή του οδηγεί στο γενικό λυτρωτικό νόημα του Μυστηρίου της Βαπτίσεως.

Τούς οὐρανούς βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ σχίσαν,
Τούς αύτό μή χραίνοντας ἔνδον εἰσάγει.
Βάπτισεν ἐν ποταμῷ Χριστόν Πρόδρομος κατά ἕκτην.

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΣΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗ
Σύμφωνα με τις ευαγγελικές περικοπές, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος (υιός του Ζαχαρία και της Ελισσάβετ), επονομασθείς μετέπειτα Βαπτιστής, διέμενε στην έρημο ασκητεύοντας. Ήταν το δέκατο πέμπτο έτος της αυτοκρατορίας του Τιβερίου Καίσαρος, όταν ήταν ηγεμόνας στην Ιουδαία ο Πόντιος Πιλάτος και τετράρχης στη Γαλιλαία ο Ηρώδης Αντίπας, ο δε Φίλιππος ο αδελφός του ήταν τετράρχης της Ιτουραίας και της Τραχωνίδος χώρας, και ο Λυσανίας ήταν τετράρχης της Αβιληνής. 

Επί εποχής των αρχιερέων Άννα και Καϊάφα, ο Ιωάννης έλαβε εντολή από τον Θεό, θεία κλήση, να έλθει σε όλα τα περίχωρα του Ιορδάνου και κηρύσσοντας να προτρέπει τον λαό να βαπτισθεί. Βάπτισμα, όμως, συνοδευόμενο από μετάνοια προς άφεσιν των αμαρτιών τους, την οποία θα τους εξασφάλιζε ο μετ’ ολίγον ερχόμενος Μεσσίας («Ἐν ἔτει δέ πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος ... ἐπ’ ἀρχιερέως Ἄννα καί Καϊάφα, ἐγένετο ρῆμα Θεοῦ ἐπί Ἰωάννην ... καί ἦλθεν εἰς πᾶσαν τήν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», Λουκ. γ΄1-3). Ο Ιησούς, ο οποίος ήταν τότε περίπου 30 ετών, ήλθε από τη Γαλιλαία για να βαπτισθεί από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη. Ο Ιωάννης προσπάθησε να τον εμποδίσει λέγοντάς του ότι ο ίδιος έχει ανάγκη να βαπτισθεί από Τον αναμάρτητο. Αποκρινόμενος ο Ιησούς, τον προέτρεψε να μη φέρει δυσκολία, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ταπεινούμενος εκπληρώνει την εντολή του Θεού. Ο Ιησούς δεν έμεινε πολύ στο νερό του Ιορδάνου διότι ήταν αναμάρτητος, ενώ άνοιξαν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σε σχήμα και μορφή περιστεράς. Και τότε ακούστηκε φωνή από τους ουρανούς, η οποία έλεγε: «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ. γ΄ 13-17).

Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΤΟΥ
«Ἐγένετο δέ ἐν τῷ βαπτισθῆναι ἅπαντα τόν λαόν καί Ἰησοῦ βαπτισθέντος» (Λουκ. 3, 21). Η σάρκωση του προαιώνιου Υιού και Λόγου του Θεού με το Βάπτισμά Του στον Ιορδάνη, δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε να βιώσουμε την πιο συνταρακτική συνάντηση του Θεού με τον Άνθρωπο. Γινόμαστε υιοί Θεού χάριτι από τον φύσει Υιό του Θεού, αγαπητοί υιοί χάριτι από τον φύσει αγαπητό Υιό του Θεού. Ο Ιωάννης βάπτιζε «ἐν ὕδατι», το βάπτισμα μετανοίας, ενώ το Βάπτισμα του Χριστού «ἐν Πνεύματι Άγίῳ» προσέδωσε αγιαστικές ιδιότητες στο νερό, δημιουργώντας γέφυρα συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον Θεό μέσω του Μυστηρίου του Βαπτίσματος. 

«Ἡ Ἐκκλησία σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις»: με την διατύπωσή του αυτή, ο μεγάλος μυσταγωγός Νικόλαος Καβάσιλας θεωρεί ότι το άγιο Βάπτισμα, το Χρίσμα, η Θεία Ευχαριστία αποτελούν τη λεγόμενη χριστιανική μύηση, δηλ. τον ιδιαίτερο μυστηριακό τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος εισάγεται στην κοινωνία της Εκκλησίας και γίνεται μέλος του μυστικού σώματος του Χριστού. Αυτή την αλήθεια δίδαξε πρώτος ο ίδιος ο Κύριος, όταν συζητώντας με τον νυκτερινό μαθητή του Νικόδημο καθώρισε το άγιο Βάπτισμα απαραίτητη προϋπόθεση εισόδου του ανθρώπου στη βασιλεία των ουρανών («Ἐάν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν», Ιωάν. 3, 5). Και ο απόστολος Πέτρος, κατά την πρώτη ιεραποστολική του ομιλία την ημέρα της Πεντηκοστής, απαντώντας στο ερώτημα τῶν κατανυγέντων τῇ καρδίᾳ, τί να κάνουν για να σωθούν, είπε: «Μετανοήσατε και βαπτισθήτω ἕκαστος ἡμῶν ἐπί τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Πράξ. 2, 38). Αλλά και ο απόστολος Παύλος, ανακεφαλαιώνοντας την πίστη της αποστολικής Εκκλησίας, χαρακτηρίζει το Άγιο Βάπτισμα ως μυστηριακή συμμετοχή στο ζωοποιό θάνατο και την εκ νεκρών ανάσταση του Κυρίου, με την έννοια της συσταύρωσης του παλαιού μας αμαρτωλού εαυτού («ἵνα καταργῃθῇ τό σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ», Ρωμ. 6, 4-6.11). Στα αρεοπαγιτικά συγγράμματα, το βάπτισμα ονομάζεται «μυστήριον φωτίσματος», κατά τον άγιο δε Συμεών Θεσσαλονίκης, το βάπτισμα τυποῖ «τόν θάνατον τοῦ Χριστοῦ καί τήν τριήμερον ἔγερσιν», αλλά είναι «ἡ ἐν πνεύματι θεογενεσία καί σωτηρία ... καί ἀναγέννησις καί ἀνάπλασις, κάθαρσίς τε καί φωτισμός καί υἱοθεσία καί χάρισμα καί ἁγιασμός καί μύρια ὅσα φασίν οἱ Πατέρες»

Συνιστά μετοχή στο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού (Α΄ Κορ. 6,11. Γαλ. 3,26 ἑ. Ρωμ. 6,4). Αυτό, άλλωστε, εκφράζει και πραγματοποιεί η τριπλή κατάδυση και ανάδυση στο αγιασμένο ύδωρ, που συνιστά τον μόνο και απαράβατο τρόπο του κανονικού εκκλησιαστικού βαπτίσματος. Ο θάνατος του παλαιού ανθρώπου και η αναγέννηση του πιστού δεν είναι έτσι απλό «ηθικό» γεγονός, αλλά «μυστηριακό» και «λειτουργικό», διότι ο ἐν Χριστῷ θνήσκων καί ἀνιστάμενος ἄνθρωπος αναγεννάται πνευματικά μέσα στο κυριακό σώμα και λαμβάνει τη σφραγίδα της αιώνιας ζωής, ενδυόμενος τον Χριστό. Αυτή είναι η εσχατολογική όψη του μυστηρίου. Το βάπτισμα είναι για τον βαπτιζόμενο «προχάραγμα» και «προοίμιον» της εσχατολογικής ζωής της ουράνιας βασιλείας, γι’ αυτό και ονομάζεται «πρώτη ανάσταση», διότι είναι δύναμη προς την ανάσταση την τελική. 

Κατά την ακολουθία του βαπτίσματος δεν γίνεται λόγος για συγχώρηση κάποιας προπατορικής ενοχής, ούτε υπάρχει αναφορά στις προσωπικές αμαρτίες, διότι το μυστήριο λειτουργικά είναι αποδεσμευμένο από κάθε έννοια «νομικής» άφεσης αμαρτιών. Η ακολουθία περιστρέφεται σ’ ό,τι αφορά την ένταξη του βαπτιζομένου στη ζωή της Εκκλησίας: η απελευθέρωσή του από την «δουλείαν τοῦ ἐχθροῦ» θα οδηγήσει στην είσοδό του στην «Βασιλείαν τήν ἐπουράνιον», με απώτερο σκοπό την μετοχή στην άκτιστη βασιλεία και δόξα της Τριαδικής Θεότητας. 

Τέλος, το Βάπτισμα επειδή σχετίζεται άμεσα με το Χρίσμα, το οποίο είναι μετοχή στον Κεχρισμένο, δηλ. τον Χριστό, ως και κοινωνία του αγίου Πνεύματος, ονομάζεται «τελείωσις». Είναι η σύνδεση Χριστολογίας και Πνευματολογίας και σύμφωνα με τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης «τό μύρον τελειοῖ τό βάπτισμα καί τῆς Τριάδος ναούς ἡμᾶς ἀπεργάζεται. Διά τοῦτο μετά τό βάπτισμα δίδοται καί τήν ἐπιφοίτησιν χορηγεῖ τοῦ Πνεύματος ἐν ἡμῖν». Από τον θάνατο και την ανάσταση προχωρεί ο βαπτιζόμενος στην ένωση με τον Χριστό «βαπτιζόμεθα μέν, ἵνα τόν θάνατον ἀποθάνωμεν ἐκεῖνον καί τήν ἀνάστασιν ἀναστῶμεν, χριόμεθα δέ ἵνα τοῦ χρίσματος τοῦ βασιλικοῦ τῆς θεώσεως αὐτῷ γενώμεθα κοινωνοί» (Νικόλ. Καβάσιλας, PG 150, 521).

Το πνεύμα αυτό του αποστολικού κηρύγματος, προς το οποίο συνηχεί και η πατερική διδαχή περί του αγίου Βαπτίσματος «ὡς ἁμαρτιῶν κάθαρσις, ἄφεσις πλημμελημάτων, ἀνακαινισμοῦ καί ἀναγεννήσεως αἰτία», καθόρισε διαχρονικά και την υπό της Εκκλησίας εφαρμοζόμενη εκάστοτε βαπτισματική πρακτική. Οι δεήσεις του καθαγιασμού του ύδατος, όπου το μεν βαπτισματικό λουτρό χαρακτηρίζεται «ὡς ὕδωρ ἀπολυτρώσεως, ἀφθαρσίας, πηγή ἁγιασμού, δώρων, ἁμαρτημάτων λυτήριον, καθαρισμός σαρκός και πνεύματος, ἄνεσις δεσμῶν, ἄφεσις παραπτωμάτων, φωτισμός ψυχῆς», ως δε σκοπός της μυστηριακής αυτής πράξης ορίζεται «τό μεταποιηθῆναι τόν ἐν αὐτῷ βαπτιζόμενον εἰς τό ἀποθέσθαι μέν τόν παλαιόν ἄνθρωπον, τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας, τῆς ἀπάτης, ἐνδύσασθαι δέ τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν» (Μικρόν Ευχολόγιον, σελ. 93-95)

Η χρίση, με το επορκιστό έλαιο είναι εμπνευσμένη από το έλαιο, με το οποίο εχρίοντο παλαιότερα στις παλαίστρες οι αθλητές και συμβολίζει τον πνευματικό αγώνα κατά της αμαρτίας, στον οποίο κατέρχεται ο βαπτιζόμενος. Το μυστήριο του αγίου Χρίσματος, που τελείται ταυτόχρονα με το Βάπτισμα και έχει τον χαρακτήρα ενεργοποίησης των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος, στην προσπάθεια ισχυροποίησης και σταθεροποίησης της ανακαινισμένης θέλησης του ανθρώπου κατά την επιτέλεση του αγαθού, οδηγεί στην άφεση των αμαρτιών του βαπτισθέντος και την θεραπεία της νοσούσας φύσης. Η ένδυση του βαπτισθέντος με λευκό εμφώτιο χιτώνα, είναι σύμβολο της αποκτηθείσας ψυχικής καθαρότητας.

Η χάρη του αγίου Πνεύματος και τα παρεχόμενα στον χριόμενο χαρίσματά του ενεργοποιούν την ἐν Χριστῷ αδελφότητα με τα άλλα μέλη, την ανάπτυξη των διαπροσωπικών σχέσεων της αγαπητικής ανιδιοτέλειας, με την απελευθέρωση από την δουλική αναγκαιότητα της πεπτωκυίας φύσεως, σύμφωνα με την Ευχή: «ποίησον αὐτόν ... μέλος τίμιον τῆς Ἐκκλησίας σου»
«Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε»
Ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας γ΄, 27 επιστολή του συμπυκνώνει σ’ αυτή την θριαμβευτική βαπτιστήριο ιαχή το γενικό λυτρωτικό νόημα του Μυστηρίου της Βαπτίσεως. Ο ύμνος αυτός ψάλλεται κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας των Χριστουγέννων αντί του Τρισαγίου Ύμνου (Άγιος ο Θεός), καθώς επίσης και στις Θείες Λειτουργίες των Αγίων Θεοφανείων, της Πεντηκοστής, του Σαββάτου του Λαζάρου, του Μεγάλου Σαββάτου, της Κυριακής του Πάσχα και όλης της Διακαινησίμου. 

Και ο λόγος είναι ότι κατά τις ημέρες αυτές και κυρίως την ημέρα των Θεοφανείων και του Αγίου Πάσχα εγένοντο οι Βαπτίσεις στην αρχαία Εκκλησία και σήμερα είναι χαρακτηριστικό ότι η Εκκλησία τις ημέρες αυτές δεν τελεί γάμους. Κατά την εποχή εκείνη, όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας, όπως και το Βάπτισμα, ήταν οργανικά ενταγμένα στη Θεία Λειτουργία, ενώ οι βαπτίσεις ετελούντο κατά τη διάρκεια του πρώτου μέρους τους, πριν την ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου. Δεν επρόκειτο για ατομικό ή οικογενειακό μυστήριο, αλλά για μία συλλογική πράξη, αφού η τελετή αυτή αφορούσε όλη την εκκλησιαστική κοινότητα. Οι νεοφώτιστοι, μετά την βάπτισή τους, εισήρχοντο στο ναό από το βαπτιστήριο, το οποίο ευρίσκετο στο δυτικό μέρος του ναού, προκειμένου να συμμετάσχουν στη Θεία Λειτουργία, ενώ τους υπεδέχοντο οι πιστοί μ’ αυτόν τον ύμνο, τον ύμνο ο οποίος τονίζει και πληροί την όλη θεολογία του Βαπτίσματος. 

Σήμερα, η Εκκλησία, παρά τις διαφορετικές συνήθειες ως προς τον χρόνο του βαπτίσματος, διατηρεί τον βαπτισματικό χαρακτήρα εκείνων των ημερών και τοποθετεί τον Ύμνο αυτόν αντί του Τρισαγίου, προκειμένου να τονίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Μυστηρίου του Βαπτίσματος.

Το βαθύτερο νόημα του «ἐνεδύσασθε», δίνει ο Απόστολος των Εθνών προκειμένου να διευκολύνει την κατανόηση της βαθύτερης σχέσης μας με τον Χριστό, ο οποίος βρίσκεται σε αναμονή, μας περιμένει και κρούει τη θύρα όλου του «είναι» μας, επειδή είναι συνεπής σ’ αυτή τη βαπτιστήρια αγιοπνευματική διαβεβαίωση. 

Η αποκάλυψη και του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Αγίου Πνεύματος, κατά την στιγμή της βάπτισης του Χριστού, αποκαλύπτει τον όλο τρισυπόστατο και ομοούσιο Θεό. Τον Θεό τον Ζώντα. Βαπτιζόμενος ο ίδιος, ταυτίζεται με κάθε άνθρωπο, τού αποκαλύπτεται με καθαρότητα, χωρίς να κρίνει ή να καταδικάζει, ούτε να θεσπίζει αντικειμενικούς νόμους και κανόνες, αλλά μόνον να «προσκαλεί» και να «προκαλεί», ώστε ν’ αποφασίσουμε να γίνουμε μέτοχοι της αναμάρτητης ζωής Του και να μεταστρέψουμε το χοϊκό ιδίωμά μας σε κατά χάριν υιότητα. Και αυτή η "πρόσκληση"-"πρόκληση" έχει μία και μοναδική αναφορά: την κατάκτηση του «καθ’ ὁμοίωσιν»!

Ελένη Δραμπάλα

Ἀπολυτίκιον
Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις· τοῦ γάρ Γεννήτορος ἡ φωνή προσεμαρτύρει σοι, ἀγαπητόν σε Υἱόν ὀνομάζουσα· καί τό Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς, ἐβεβαίου τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. Ὁ ἐπιφανείς Χριστέ ὁ Θεός, καί τόν κόσμον φωτίσας δόξα σοι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ὅτε τῇ ἐπιφανείᾳ σου ἐφώτισας τὰ σύμπαντα, τότε ἡ ἀλμυρὰ τῆς ἀπιστίας θάλασσα ἔφυγε, καὶ Ἰορδάνης κάτω ῥέων ἐστράφη, πρὸς οὐρανὸν ἀνυψῶν ἡμᾶς. Ἀλλὰ τῷ ὕψει τῶν θείων ἐντολῶν σου, συντήρησον Χριστὲ ὁ Θεός, πρεσβείες τῆς Θεοτόκου, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Η σφαγή των 14.000 νηπίων - Συμβολική και Σημειολογία του αριθμού (29 Δεκεμβρίου)

Όσοι προσεταιρίζονται την εξουσία και τη δύναμη, συντάσσονται με τους εκάστοτε "Φαραώ" και "Ηρώδεις" τής ιστορίας ... Οι ισχυροί "Φαραώ" και "Ηρώδεις" που διαφεντεύουν συνήθως τις τύχες τών λαών, εκπροσωπούν τις αντίθετες και δαιμονικές δυνάμεις, διαιωνίζοντας και επαυξάνοντας το κακό και την αδικία σε βάρος τών αδυνάτων ...



Ο συμβολισμός τών 14.000 νηπίων. 
Η εορτή προς τιμήν "τών 14.000 αναιρεθέντων νηπίων", αποτελεί για πολλούς απίστους σκάνδαλο, καθώς ο αριθμός τών νηπίων που δολοφόνησε ο Ηρώδης για να σκοτώσει τον Χριστό, ήταν πολύ μικρότερος. Όμως οι άνθρωποι αυτοί, αγνοούν όχι μόνο τη βαθύτερη σημασία τού γεγονότος τής σφαγής τού Ηρώδη, αλλά και τις συμβολικές διαστάσεις τού αριθμού αυτού. 

Τι δείχνει η ιστορία. 
Υπό τους αυστηρούς όρους τής επιστημονικής ιστορικής ακρίβειας, ο αριθμός τών 14.000 θανατωθέντων νηπίων κατά την παράδοση δημουργεί - ακόμα και για τα δεδομένα τού δολοφόνου Ηρώδη- ανυπέρβλητα προβλήματα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι πηγές και ιδιαίτερα ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος - σύγχρονος τών Ευαγγελιστών Λουκά και Ιωάννη - και άρα καλός γνώστης τής εποχής τών ευαγγελικών γεγονότων - η κωμόπολη τής αρχαίας Βηθλεέμ και τα περίχωρά της θα πρέπει τότε να είχαν πληθυσμό ίσως λίγο μεγαλύτερο από χιλίους κατοίκους. Η σφαγή τών αρρένων νηπίων "από διετούς και κατωτέρω" δεν θα ήταν, επομένως, στην πραγματικότητα δυνατό να αφορά περισσότερα από 30 ή το ανώτατο 40, με βάση τα στατιστικά δεδομένα που προκύπτουν από την πληθυσμιακή κατανομή τής συγκεκριμένης περιοχής. Ένας τέτοιος αριθμός θα καθιστούσε πολύ πιο πιθανό κατά τους ιστορικούς, ο Ηρώδης να αποτόλμησε όντως ακόμη ένα τραγικό εγχείρημα προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του από την έσω και υποθετική απειλή τής εμφανίσεως ενός διεκδικητή τού θρόνου. 

Η "αναίρεση" μερικών δεκάδων νηπίων, άσημων αγροτικών οικογενειών μιας απομακρυσμένης και αγνοημένης περιοχής, δεν θα αποτελούσε "παρά μόνο ένα μικρό και ασήμαντο επεισόδιο" στο βίο και την πολιτεία του, όπως εύστοχα παρατηρεί ένας σύγχρονος ερευνητής, ένα πταίσμα σε σύγκριση με τα άλλα του εγκλήματα, που δεν επιβάρυνε αισθητά τον ήδη μακρύ κατάλογο τών θυμάτων τής καχυποψίας του, και δεν διαφοροποιούσε ιδιαίτερα την ούτως ή άλλως έκρυθμη τοπική κατάσταση ώστε να προκαλέσει την παρέμβαση τής Ρώμης στο συγκεκριμένο ζήτημα. Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι πουθενά στα ιερά κείμενα τών Ευαγγελίων δεν καταγράφεται συγκεκριμένος αριθμός "αναιρεθέντων νηπίων". 

Η αναφορά στη σφαγή "χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων" αρρένων τέκνων προέρχεται αντίθετα από την ιερή παράδοση τής Εκκλησίας μας - από το εορτολογικό Συναξάρι τής συγκεκριμένης ημέρας - και μάλιστα με την επισήμανση ότι τα νήπια αυτά εντάσσονται στο χώρο τών Μαρτύρων τής Εκκλησίας και θεωρούνται ως οι πρώτοι ανώνυμοι και "αναρίθμητοι" μάρτυρες τής Χριστιανικής πίστεως. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσδίδει επομένως στο όλο ζήτημα παράλληλα προς την ιστορική, και μια ιδιαίτερη "συμβολική" παράμετρο, που καθιστά απαραίτητη τη θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση. 

Η Θεολογική σημειολογία τού αριθμού τών "αναιρεθέντων νηπίων".
Όπως ήδη επισημάνθηκε, τα Ευαγγέλια δεν επέχουν θέση "χρονικών" ή απλών "δημοσιογραφικών εκθέσεων" επί τών ιστορικών γεγονότων. Σκοπός τους δεν είναι η απλή ενημέρωση κάποιων αναγνωστών, αλλά η πνευματική καθοδήγηση και η θεολογική παίδευση τών πιστών στο πλαίσιο τού κατηχητικού και ποιμαντικού ρόλου τής Εκκλησίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η σφαγή τών νηπίων έχει ιδιαίτερο θεολογικό νόημα για τα ιερά κείμενα, και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ερμηνευτική προσέγγιση και κατανόηση τής σημειολογίας τών γεγονότων στην ευαγγελική διήγηση. 

Στην παράδοση τού Ιουδαϊκού λαού και τη θεολογία τής Παλαιάς Διαθήκης υπήρχε το "ιστορικό" προηγούμενο ακόμη μιας δίωξης και "σφαγής". Συγκεκριμένα, η εξιστόρηση τού βιβλίου τής Εξόδου εμφανίζει τον αλλοεθνή και αλλόθρησκο Φαραώ τής Αιγύπτου να είχε διατάξει τη θανάτωση με πνιγμό στον Νείλο ποταμό τών αγοριών τών Ισραηλιτών, μια πραγματική γενοκτονία, που σκοπό είχε τη μείωση τού αριθμού τών δούλων Εβραίων οι οποίοι αυξάνονταν με ανησυχητικό ρυθμό στη χώρα. Το στοιχείο αυτό αξιοποιήθηκε από τους ιερούς συγγραφείς τής Καινής Διαθήκης ως θεολογικό προηγούμενο στη γλώσσα τής ερμηνευτικής "προτύπωσης" για την παράλληλη θεολογική προσέγγιση και ερμηνεία τού αντίστοιχου γεγονότος τής σφαγής τών νηπίων από ένα "νέο Φαραώ", τον αλλόθρησκο και μισητό βασιλιά τής Ιουδαίας Ηρώδη. 

Όπως ο παλιός Φαραώ εξέφραζε τις αντίπαλες δυνάμεις τού σκότους και τής καταπίεσης αντιδρώντας στα "σημεία" τής εφαρμογής τού σχεδίου τού Θεού για τη σωτηρία και ιστορική καταξίωση τού Ισραήλ, και όπως φόνευσε παιδιά για να μην γεννηθεί ο πρώτος προφήτης τής Εξόδου ο Μωυσής, έτσι και ο Ηρώδης ως "νέος Φαραώ" ενσαρκώνει με τις πράξεις του τις ίδιες δαιμονικές δυνάμεις. Παρεμποδίζει την έλευση τού Σωτήρα τού κόσμου και την ιστορική καταξίωση τού νέου Ισραήλ τής Εκκλησίας. 

Κατά το Ευαγγέλιο τού Ματθαίου, ο Ιησούς αποκαλύπτεται από τη βρεφική ήδη ηλικία ως ο Χριστός και ο Κύριος, ο απεσταλμένος τού Θεού για τη σωτηρία τού κόσμου. Και ο Ηρώδης, που κατά ένα μανιακό και παραφρόνα τρόπο "ζητεί την ψυχήν τού Παιδίου", φανερώνεται με τις ενέργειές του ως εκπρόσωπος τών δυνάμεων τού κακού και παρουσιάζεται με τη μορφή Αντιχρίστου (Δες Αποκάλυψη κεφ. 12/ιβ΄). Ο ισχυρός τού παρόντος, όμως, είναι ο ουσιαστικά αδύναμος, και το ευάλωτο Βρέφος θα αναδειχθεί ο τελικός νικητής. 

Το γεγονός τής σφαγής τών νηπίων αποκτά έτσι και μια σωτηριολογική και εσχατολογική προοπτική, εφόσον εντάσσεται παράλληλα μεταξύ τών "σημείων τών εσχάτων" που προϊδεάζουν και προετοιμάζουν για την τελική συντριβή τού κακού και την επικράτηση τού καλού. Σε αυτή τη γραμμή τής θεολογικής σημειολογίας, η σφαγή τών νηπίων φέρνει επίσης στο νου και την προφητεία τού Ιερεμία, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε προαναγγείλει προφητικά και περιγράψει ποιητικά την ακόλουθη αποκαλυπτική σκηνή: "Φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν" (Ιερεμίας 31/λα΄ 15). 

Ο ιστορικός ευαγγελιστής Ματθαίος κάνει χρήση τής προφητικής αυτής ρήσης και θεολογεί ερμηνευτικά πάνω στο σύγχρονό του γεγονός τού "θρήνου, τού κλαυθμού και τού οδυρμού" τής Βηθλεέμ (Ματθαίος 2/β΄ 18). Η αρχαία προφητεία αναφερόταν στις θυσίες κατά την έξοδο τού παλαιού Ισραήλ από την Αίγυπτο. και όπως τότε ο Μωυσής μαζί με τον Ιησού τού Ναυή οδήγησαν το λαό τού Θεού μακριά από την Αίγυπτο και την "αιγυπτιώδη ανελευθερία", από τον Φαραώ και τη φαραωνική δουλεία προς τη γη τής επαγγελίας και τής ελευθερίας, έτσι και τώρα ένας "νέος Μωυσής" και "νέος Ιησούς" θα οδηγήσει το λαό του σε μια νέα έξοδο προς μια νέα γη τής επαγγελίας, προς μια εσχατολογική χώρα ελευθερίας και αξιοπρέπειας. 

Γι' αυτό ο ευαγγελιστής Ματθαίος εμπνευσμένα υπογραμμίζει σε αυτόν το θεολογικό συμβολισμό και την "προτύπωση" γεγονότων, ότι "εξ Αιγύπτου" και πάλι ο Θεός κάλεσε ηγέτη για το λαό Του και για τη μεγάλη "έξοδο" στην ιστορία τών νέων χρόνων (Ματθαίος 2/β΄ 15). 

Ο απόστολος Παύλος και πολλοί ερμηνευτές Πατέρες τής Εκκλησίας, κάνουν εκτεταμένη χρήση τών θεολογικών πλέον όρων "Αίγυπτος" και "Φαραώ" στην τυπολογική τους ερμηνεία με καθαρά θεολογικό χαρακτήρα. Η φυγή τού Θείου Βρέφους στην Αίγυπτο ως επακόλουθο τής σφαγής τών νηπίων τής Βηθλεέμ, αποκτά, πέρα από την ιστορική της σημασία, και εσχατολογικές προεκτάσεις ωσάν μια άλλη "κάθοδος τού Υιού τού Θεού στον Άδη". Εκεί, στον "Άδη τής Αιγύπτου", ο Ιησούς Χριστός ως "νέος Μωυσής" θα συναντήσει το λαό του και θα τον καλέσει σε μια νέα εσχατολογική "έξοδο" προς τη νέα γη τής επαγγελίας, τη Βασιλεία τού Θεού. (Δες Δευτερονόμιο 18/ιη΄ 15, όπου ο Μωυσής λέει: "προφήτην εκ των αδελφών σου ως εμέ αναστήσει σοι Κύριος ο Θεός σου, αυτού ακούσεσθε").

Ο αριθμός 14.000.
Όσον αφορά, τέλος, τον αριθμό 14.000 που η ιερή παράδοση διασώζει για τα σφαγιασθέντα νήπια, αυτός δεν οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα, αλλά προέρχεται από την επίδραση τής Ιουδαϊκής αποκαλυπτικής αριθμολογίας. Πρόκειται στην ουσία για πολλαπλάσιο τού ιερού αριθμού 7 τών Εβραίων, ο οποίος συμβολίζει την ολότητα και την καθολικότητα. Ομοίως στην Αποκάλυψη του Ιωάννη συναντάται σημειολογική αναφορά στον έτερο ιερό αριθμό 12 και στα πολλαπλάσιά του, με την επισήμανση ότι κατά τους έσχατους χρόνους ο Ιησούς Χριστός θα συνοδεύεται και πάλι από τους μάρτυρές του, που στην ολότητα και τελειότητά τους ανέρχονται συμβολικά σε 144.000 (Αποκάλυψις 14/ιδ΄ 1 και 7/ζ΄4). Και σε αυτήν ασφαλώς την περίπτωση, δεν πρόκειται για πραγματικό αριθμό, αλλά για θεολογικό συμβολισμό τής καθολικότητας τής Εκκλησίας, η οποία συγκροτείται και εκπροσωπείται στην ιστορία από τους Μάρτυρες. Οι ανά τους αιώνες θυσιαζόμενοι και μαρτυρούντες Άγιοι, εκφράζουν την ιστορική και εσχατολογική ενότητα τής Εκκλησίας. Όσοι προσεταιρίζονται την εξουσία και τη δύναμη, συντάσσονται με τους εκάστοτε "Φαραώ" και "Ηρώδεις" τής ιστορίας. Η αναφορά τού ευαγγελιστή στο γεγονός τής σφαγής και τής θυσίας εκφράζει κατά τον πλέον εναργή τρόπο, ότι ο Ιησούς και οι πιστοί του δεν πραγματοποιούν την ιστορική τους πορεία μέσα σε έναν κόσμο ρομαντικό και ειδυλλιακό, αλλά κυριαρχούμενο από το ρεαλισμό τής βίας, τής ανελευθερίας, τών καταπιέσεων και τών διωγμών. Οι ισχυροί "Φαραώ" και "Ηρώδεις" που διαφεντεύουν συνήθως τις τύχες τών λαών, εκπροσωπούν τις αντίθετες και δαιμονικές δυνάμεις, διαιωνίζοντας και επαυξάνοντας το κακό και την αδικία σε βάρος τών αδυνάτων. Το Θείο Βρέφος, που από την πρώτη στιγμή δοκίμασε την απειλή και τη βία, την αμφισβήτηση και την απόρριψη, καθόρισε το πρότυπο τής μαρτυρικής ζωής εκείνων που θα ακολουθήσουν πιστά τα ίχνη Του, μέχρις εσχάτων τού ιστορικού χρόνου. Η ιστορία τής Εκκλησίας με το πλήθος τών μαρτύρων επαληθεύει συνεχώς την τραγική πραγματικότητα πως δεν μπορεί να υπάρξει καμία αλλαγή στον κόσμο χωρίς τους ομολογητές τής αλήθειας και τους μάρτυρες τής ελευθερίας. 

Δια της αφήγησης τού περιστατικού τής σφαγής τών νηπίων υπογραμμίζεται, λοιπόν, για ακόμη μια φορά το μόνιμο ιστορικό ερώτημα με ποιους οφείλει κανείς τελικά να συντάσσεται, με τους ισχυρούς "Ηρώδεις" ή με τους αθώους και αδύναμους ανθρώπους που ως τέκνα τού "εσφαγμένου Αρνίου" και αθώα νήπια, γίνονται μάρτυρες τής αλήθειας "από καταβολής κόσμου"; (Αποκάλυψις 13/ιγ΄ 8). Αυτό άλλωστε είναι και ένα από τα καίρια ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει απάντηση ο Χριστιανισμός δια τών ιερών του κειμένων.

Όλα σχεδόν τα παραπάνω, λήφθηκαν από το άρθρο τού ομότιμου καθηγητή τής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Π. Πατρώνου, με τίτλο: "Η σφαγή τών νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη".Σημείωση: Για λεπτομερέστερη ιστορική και θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση τού γεγονότος τής σφαγής τών νηπίων βλ. Γεωργίου Π. Πατρώνου: "Η ιστορική πορεία τού Ιησού (από τη φάτνη ως τον κενό τάφο)" Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1991, σ. 580. http://www.oodegr.com


ΠΗΓΗ: http://enorion.blogspot.gr

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Συμβολική της θεότητας των Ανέμων στην αρχαία Ελλάδα

Οι άνεμοι ως θεότητες στην Αρχαία Ελλάδα


Οι Άνεμοι, κι αυτοί σαν θεοί, τιμώνται στην Αρχαία Ελλάδα με θυσίες και προσφορές, καθώς πολλές εκδηλώσεις της ζωής τους εξαρτώνται από τη βοήθεια τους. Ισχυρές είναι και οι πνοές των ανέμων στην Ησιόδεια Θεογονία. Στο έπος αυτό, όπου καταγράφεται η γένεση των θεών και η δημιουργία από αυτούς του κόσμου, οι φυσικές δυνάμεις, όπως οι άνεμοι, δεν είναι παρά προσωποποιημένες θεότητες, γόνοι θεών, που γεννούν κι αυτοί με τη σειρά τους άλλα δαιμονικά όντα.

Όταν στην «Ιλιάδα» ο Αχιλλέας προσφέρει τις νεκρικές τιμές στο φίλο του Πάτροκλο, και όλα είναι έτοιμα για να καεί το τοποθετημένο στην πυρά σώμα του Πατρόκλου, συμβαίνει να μην μπορεί να ανάψει η φωτιά. Ο Αχιλλέας τότε επικαλείται τους Ανέμους, τον Βορέα και τον Ζέφυρο, να έρθουν να ανάψουν τη φωτιά, και τους τάζει μεγάλες θυσίες. Την ευχή του Αχιλλέα ακούει η Ίρις, που ξεκινάει για την κατοικία των Ανέμων στη Θράκη. Τους βρίσκει όλους μαζεμένους σε συμπόσιο στο παλάτι του Ζέφυρου και τους λέει για την παράκληση του Αχιλλέα. Τότε οι δυο απ’ αυτούς, ο Βορέας και ο Ζέφυρος, ξεσηκώνονται με θεϊκή ορμή, διώχνουν τα σύννεφα και φτάνουν στην Τροία, όπου ανάβουν τη φωτιά φυσώντας δυνατά.


Εκτός από τον Βορέα και τον Ζέφυρο, υπάρχουν ακόμη ο Νότος και ο Εύρος. Ο Βορέας είναι πολύ δυνατός και βίαιος άνεμος που φυσά από τη Θράκη, φέρνει χιόνι και χαλάζι και ξεραίνει με την πνοή του τα νοτισμένα χωράφια. Ξέρουμε και από άλλες πηγές πως διακρινόταν για την ταχύτητα του τόσο, που κανείς δεν μπορούσε να τον ξεπεράσει στο τρέξιμο και ακόμα πως πέρα από την επικράτεια του στη Θράκη, υπήρχε η χώρα των Υπερβορέων.

Ο Νότος φέρνει ομίχλη και βροχές και είναι επικίνδυνος για όσους ταξιδεύουν στη θάλασσα το χειμώνα, αφού σηκώνει τεράστια κύματα.

Ο Εύρος είναι νοτιοανατολικός άνεμος και συχνά συναγωνίζεται στο φύσημα με τον Νότο — πράγμα που κάνει να σπάζουν τα κλαδιά των δέντρων στα δάση.

Ο Ζέφυρος είναι δυτικός άνεμος, πολύ γρήγορος κι αυτός όσο ο Βορέας, και πολλές φορές επικίνδυνος· παρουσιάζεται όμως και ως ήπιος, δροσερός άνεμος, που φυσά μόνιμα σε παραδεισένιους τόπους, όπως είναι οι κήποι του Αλκίνοου και τα Ηλύσια Πεδία. 

Όμως οι Άνεμοι δεν παρουσιάζονται πάντοτε τέσσερις. Αλλού αποτελούν μια θεϊκή τριάδα Ζέφυρος-Βορέας-Νότος. Γονείς τους είναι η Ηώς και ο Αστραίος, που γέννησαν και τα Άστρα.


Ο Ζέφυρος είχε μια ερωτική ένωση με την Άρπυια Ποδάργη, εκεί που έβοσκε σ' ένα λιβάδι κοντά στο ρεύμα του μεγάλου Ωκεανού. Από την Ποδάργη τότε γεννήθηκαν τα άλογα Ξάνθος και Βαλίος, που έτρεχαν σαν τον άνεμο, και ανήκαν στον Αχιλλέα.

Και ο Βορέας έχει παιδιά άλογα: Ερωτεύτηκε τις φοράδες του Εριχθόνιου (γιου του Δάρδανου, του γενάρχη των Τρώων) που έβοσκαν στα όρο σερά βοσκοτόπια κάτω από το τρωικό βουνό ' Ιδα και αφού πήρε μορφή ίππου με μαύρη χαίτη, πλά­γιασε μαζί τους· αυτές γέννησαν δώδεκα πουλά­ρια, που όταν έτρεχαν δεν πατούσαν στη γη —τόσο, που τρέχοντας πάνω από σπαρμένα χωράφια δεν έσπαζαν τα στάχυα, και καλπάζοντας πάνω από τη θάλασσα μόλις που άγγιζαν τον αφρό των κυμάτων. 

Ο Βορέας όμως είναι πιο γνωστός για τον έρωτα που ένιωσε για την Ωρείθυια, την κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα. Όταν κάποτε η Ωρείθυια έπαιζε στις όχθες του Ιλισού (κατ' άλ­λους στον Βριλησσό ή στον Άρειο Πάγο) ή πή­γαινε ως κανηφόρος στην Ακρόπολη, ήρθε ο Βο­ρέας και την άρπαξε. Την πήρε μαζί του στη μα­κρινή Θράκη όπου η Ωρείθυια του χάρισε δυο γιους, τους φτερωτούς Βορεάδες Ζήτη και Κάλαϊ, και δυο κόρες, την Κλεοπάτρα και τη Χιόνη. Οι γιοι τους αυτοί έλαβαν μέρος στην Αργοναυ­τική Εκστρατεία και κυνήγησαν τις Άρπυιες — ενώ η Κλεοπάτρα παντρεύτηκε τον Φινέα. 


Ο τρομακτικός Τυφώνας
Όταν οι θεοί του Ολύμπου νίκησαν στην Τιτανομαχία και τη Γιγαντομαχία κι έριξαν τους Τιτάνες στα Τάρταρα και αφάνισαν τους Γίγαντες, η Γη, για να πάρει εκδίκηση για τα παιδιά της, ενώθηκε με τον Τάρταρο και γέννησε, στερνό αντίπαλο των Ολυμπίων, τον Τυφώνα. Τέρας ήταν ο Τυφώνας με χέρια δυνατά και ακάματα πόδια. Από τους ώμους του φύτρωναν εκατό κεφάλια φιδιού που πέταγαν έξω τις γλώσσες τους και γλείφονταν. Τα κεφάλια του λαμποκοπούσαν από τη φλόγα των ματιών τους, ενώ από τα στόματά τους έβγαιναν λογιών λογιών φωνές που ξεσήκωναν απερίγραπτη βοή. Στην αναμέτρησή τους με τον Δία ήταν ο θεός από τη μια με τις αστραπές, τις βροντές και τους κεραυνούς του κι αυτός από την άλλη με τους μανιασμένους ανέμους και τις φλόγες. Μέσα στην κοσμογονική αυτή αναταραχή, η γη σειόταν κι η θάλασσα ύψωνε τεράστια κύματα κι έβραζε γη, ουρανός και πόντος. Ο Δίας τελικά τον νίκησε τον Τυφώνα και τον έριξε με οργή στα βάθη του Τάρταρου.

Στον Απολλόδωρο , η γιγάντια, τρομακτική μορφή του Τυφώνα περιγράφεται με κάθε φρικιαστική λεπτομέρεια και η μονομαχία του με τον Δία παρουσιάζεται ακόμα πιο σκληρή. Κι ενώ οι άλλοι θεοί για να αποφύγουν τον Τυφώνα κατέφυγαν έντρομοι στην Αίγυπτο, μεταμορφώθηκαν μάλιστα και σε ζώα για μεγαλύτερη ασφάλεια, ο ύψιστος θεός του Ολύμπου μετά βίας κατόρθωσε να σωθεί - ο αντίπαλός του τον ακινητοποίησε κόβοντας τα νεύρα των άκρων του - και τελικά να τον νικήσει και να τον θάψει κάτω από την Αίτνα.


Αλλά οι μύθοι για τον Τυφώνα, προφανώς επηρεασμένοι από αντίστοιχους της Ανατολής, δεν τελειώνουν εδώ. Μεταγενέστεροι μυθοπλάστες πρόσθεσαν κι αυτοί τις δικές τους εκδοχές για την γέννηση και τη δράση του δαιμονικού όντος. Ο Τυφώνας προσωποποιούσε για τους Αρχαίους όχι μόνο τον βίαιο άνεμο αλλά γενικότερα την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και την ηφαιστειακή και σεισμική δραστηριότητα, φαινόμενα που ανατρέπουν την εύρυθμη λειτουργία των φυσικών μηχανισμών και απειλούν τις ίδιες τις θεότητες που επιτηρούν και διαφυλάσσουν την τάξη του κόσμου.

Από τον Τυφώνα γεννήθηκαν οι άνεμοι που φυσούν υγροί στη θάλασσα και λυσσομανούν, μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, έτσι όπως χάνονται κι αυτοί μαζί με τα καράβια τους στον πόντο. Το ίδιο φυσούν και στην ξηρά και καταστρέφουν την ανθόσπαρτη γη σκεπάζοντας τα πάντα με σκόνη και προκαλώντας δεινή ταραχή. Του Τυφώνα γόνοι ήταν εξάλλου και ο Κέρβερος, η Λερναία Ύδρα, η Σκύλα και άλλα αποτρόπαια όντα. Στοιχεία της φύσης οι άνεμοι, που τα συνέλαβαν ως πανίσχυρους δαίμονες οι πρώτοι άνθρωποι και τους έδωσαν σχήμα, μετουσιώνοντας τα αόρατο και το ασύλληπτο σε ορατό και συγκεκριμένο για να πληρώσουν την αδήριτη ανάγκη κατανόησης του κόσμου τους. Προοδευτικά ωστόσο, ο νους εκτόπισε την ασυγκράτητη φαντασία και παρακάμπτοντας τους μύθους κατέλαβε αυτός την πρωτεύουσα θέση στη διαδικασία της, έλλογης πλέον, ερμηνείας του σύμπαντος.


Ο Αίολος
Ο Αίολος, στην ελληνική μυθολογία, ήταν ο διορισμένος από τον Δία ταμίας των ανέμων. Ο Αίολος κρατούσε τους ανέμους μέσα στον ασκό του και τους άφηνε μετά από εντολή του Δία. Ήταν γιος του Ιππότη, όπως λέει ο Όμηρος. Γι' αυτό λεγόταν Ιπποτάδης. Ζούσε στη νήσο Αιολία, που είχε χάλκινα τείχη.Το νησί αυτό πιστευόταν ότι ήταν η Στρογγύλη, το σημερινό Στρόμπολι , εξ ου και η ονομασία Αιολίδες Νήσοι για τα σύμπλεγμα που ανήκε εκει.Ζούσε στο νησί μαζί με την γυναίκα του Αμφιθέα.

Είχε έξι γιους και έξι κόρες, που προσωποποιούσαν τους ανέμους. Οι γιοι τους δυνατούς ανέμους, οι θυγατέρες τους ήπιους (τις αύρες). Σύμφωνα με μεταγενέστερη εκδοχή του μύθου, ο Αίλος ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Άρνης. Με τη μητέρα του και τον αδελφό του Βοιωτό ζούσε στο Μεταπόντιο. Όταν αναγκάστηκε να φύγει από το Μεταπόντιο, λόγω του φόνου της θετής του μητέρας Αυτολύκης, κατέφυγε σ' ένα νησί του Τυρρηνικού Πελάγους, όπου έχτισε την πόλη Μπάρα, κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη. 

Εφεύρε τα πανιά που κινούν τα πλοία και δίδαξε τη χρήση τους στους υπηκόους του. Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του πήγε στην Αιολία, όπου ο Αίολος τους φιλοξένησε ένα μήνα. Όταν ζήτησε τη βοήθεια του Αιόλου για να αναχωρήσει, αυτός έκλεισε όλους τους ανέμους σε ένα ασκί και άφησε μόνο τον ούριο Ζέφυρο να πνέει ευνοϊκά γι' αυτούς. Με τη βοήθεια του Ζέφυρου ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του έφτασαν πολύ κοντά στην Ιθάκη. Αλλά κάποια στιγμή που ο Οδυσσέας αποκοιμήθηκε, οι σύντροφοί του άνοιξαν το ασκί, νομίζοντας ότι έχει χρυσάφι, και άφησαν ελεύθερους όλους τους ανέμους. Ξέσπασε θύελλα η οποία έστειλε τον Οδυσσέα πίσω στο νησί του Αιόλου, ο οποίος όμως δεν δέχτηκε να τον βοηθήσει και πάλι, τιμωρώντας τον για την ασέβεια των συντρόφων του.


Οι Έλληνες θεωρούσαν τον Αίολο ταμία των ανέμων, όχι θεό τους. Γι' αυτό δεν είχε ιερά, ούτε γίνονταν θυσίες προς τιμήν του. Θεό τον θεωρούσαν οι Ρωμαίοι. Ο Βιργίλιος στην «Αινειάδα» τον αναφέρει ως βασιλιά που κατοικεί σε ένα άντρο, όπου είναι φυλακισμένοι οι άνεμοι, σ' αυτόν δε καταφεύγει η Ήρα όταν αποφασίζει να καταστρέψει τα καράβια των Τρώων.

Μία από τις κόρες του Αιόλου ήταν η Αλκυόνη η οποία σχετίζεται με τον μύθο των Αλκυονίδων ημερών. Η Αλκυόνη ερωτεύτηκε τον Κύηκα και ζούσαν ευτυχισμένοι, αλλά μια μέρα ο Κύηκας πνίγηκε ψαρεύοντας και η Αλκυόνη από τον πόνο της έπεσε στα βράχια και σκοτώθηκε. Οι θεοί τους λυπήθηκαν και τους έκαναν πουλιά. Ο Δίας μάλιστα πρόσταξε τον Αίολο κάθε χρόνο τον Ιανουάριο να σταματάει τους ανέμους για να μπορεί η Αλκυόνη να επωάσει τα αυγά της.Στους Αέρηδες, το μνημείο που βρίσκεται στην Πλάκα, απεικονίζεται ο Αίολος μαζί με τους βοηθούς του , ανέμους, Βορρέα, Καικία, Απηλιώτη, Εύρο, Νότο, Λιψ, Ζέφυρο, Σκίρων.


Λαϊκές παραδόσεις

Ο Εμπεδοκλής, τον 5ο αιώνα π.Χ, μαθαίνει στους οπαδούς του πώς να κόβουν (να καταλαγιάζουν) τους ανέμους ή να τους σηκώνουν (απελευθερώνουν), όταν θέλουν. Και όταν κάποτε τα δέντρα κινδύνευσαν να πάθουν ζημιές από τα δυνατά μελτέμια, ο Εμπεδοκλής παρότρυνε να σφάξουν γαϊδούρια και να απλώσουν τα δέρματά τους ολόγυρα στις κορυφές των λόφων και των βουνών για να πιάσουν τους ανέμους . Τα μελτέμια κόπηκαν και ο Εμπεδοκλής προσαγορεύτηκε Κωλυσανέμας

Η αρχαία παράδοση κάνει λόγο και για ειδικούς δέτες των ανέμων, παρέχει μάλιστα και τον τρόπο της σχετικής ενέργειας. Στην Κόρινθο υπήρχε γένος ευγενών, που ονομάζονταν "Ανεμοκοίται", εξορκιστές που αποκοίμιζαν τους ανέμους.

Στην Αθήνα επίσης υπήρχαν οι Ευδάμενοι, κοιμιστές και αυτοί των ανέμων, ενώ στην Τιτάνη της Κορινθίας, κοντά στη Σικυώνα, υπήρχε βωμός των Ανέμων, όπου μια νύχτα του έτους, ο ιερέας "θύει, δρά δε και άλλα απόρρητα είς βόθρους τέσσαρας, ημερούμενος των πνευμάτων το άγριον, και δή και Μηδείας, ως λέγουσιν, επωδάς επάδει" (Παυσανίας 2.12,1).





Στο Βυζάντιο, η αρχαία παράδοση συνεχίζεται και είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία ότι στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου κάποιος Σώπατρος καταδικάζεται και θανατώνεται με την κατηγορία ότι έδεσε τους ανέμους και εμπόδισε να έρθουν τα καράβια με το σιτάρι από την Αίγυπτο.

Η μαγική παράδοση γύρω από τους ανέμους μαρτυρείται και στους νεώτερους χρόνους. Οι πληροφορίες είναι αρκετές. Στην Κάλυμνο συνηθιζόταν κατάδεσμος του βορρά με δέσιμο σπάγκων σε σταυροδρόμια και με εκφώνηση ειδικής επωδής, συνοδευόμενης με ύβρεις.

Δέσιμο του σφοδρού ανέμου γινόταν επίσης στη Σαλαμίνα, όπου πήγαιναν σ' ένα εκκλησάκι πάνω σε ύψωμα και εκεί έκλειναν το παράθυρο που βρισκόταν στη μεριά του ανέμου και κρεμούσαν ένα κομμάτι δίχτυ.

Γνωστός είναι ο "χορός του κυρ-Βοριά" στη Σίφνο την Κυριακή της Τυροφάγου, με πρώτο μάλιστα χορευτή στον κύκλο τον ιερέα του χωριού, καθώς και ο ανάλογος χορός στην Κάρυστο την Πέμπτη της Διακαινησίμου, για εξουδετέρωση και εδώ του καταστρεπτικού βοριά.

Μια διαφορετική αντιμετώπιση του πνέοντος σφοδρού ανέμου που εμπόδιζε το λίχνισμα των σιτηρών, υπάρχει στους Παρανύμφους του Ηρακλείου, στο νότιο μέρος της Κρήτης: για να κατασιγάσει κατέφυγαν στην "κεροδοσία" του χωριού, στον τελετουργικό δηλαδή περισχοινισμό του, αρχίζοντας από την εκκλησία, με ειδικά κατεργασμένο από τις γυναίκες νήμα, που στη συνέχεια έγινε κεράκια για την εκκλησία, όπως συνηθίζεται όταν κάποιος κίνδυνος απειλεί το χωριό, ή προληπτικά για αποτροπή κάθε κακού.



Στην Ικαρία υπάρχουν τα "Ανεμοτάφια", τοποθεσίες με σωρούς από χώμα σε σχήμα τύμβου, με πέτρες ριγμένες πάνω τους, όπου, κατά την παράδοση, έθαβαν τον αέρα.

Ενδιαφέρουσα είναι η σχετική περιγραφή από γέροντα αφηγητή: "Παίρνασι μία στάμνα ανοιγμένη από μπροστά, ήπιανεν την ο πιο γέρος και ήβαζεν το στόμα της σ' ένα λάκκο, που ήταν ανοιγμένος και άμα ήπιανεν να σφυρίζει, την τάπωνε με το χέριν του και ήλεεν της λόγια που δεν τα ανιστορώ. Ύστερις ήβαλλεν την στο λάκκο και ήχωνεν την. Ύστερις ούλοι οι χωριανοί ηπιάνασι κάτι ατσαχούς (πέτρες) και ήρριχναν τους από πάνω, ήλεεν ο καθένας από ένα ανάθεμα και κάτι άλλα λόγια μαγικά και ηφεύγασι".

Η τελετουργία αυτή, με μορφή δρωμένου, φαίνεται να σταμάτησε πριν από διακόσια πενήντα περίπου χρόνια, όταν οι τελεστές απειλήθηκαν με εξορισμό από τον τοπικό ιεράρχη.

Τα τοπωνύμια όμως ποτέ δεν ξεχάστηκαν και τα μαγικά λόγια, που αντιπροσώπευαν την επωδή του καταδέσμου σε πείσμα του χρόνου και της όποιας απαγόρευσης.

mythagogia
theseus-aegean

ΠΗΓΗ: http://revealedtheninthwave.blogspot.gr

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ: Η συμβολική του Ρόδακα

Ρόδακας, το αρχαίο Ελληνικό σύμβολο


Ο ρόδακας (ρόδαξ, ρόδον, τριαντάφυλλο), είναι ένα διαχρονικό κόσμημα, σύμβολο και φυλαχτό. Ο ρόδακας στους αρχαίους πολιτισμούς ήταν ηλιακό σύμβολο.

Η χρήση του άρχισε από την Μυκηναϊκή εποχή και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το σχήμα και ο αριθμός των φύλλων του και ο συμβολισμός τους συναρτώνται με τις δοξασίες των αρχαίων θρησκειών των Ελλήνων, με την χριστιανική μας πίστη αλλά και με τη μουσουλμανική πίστη στα Βαλκάνια.

Έτσι, μπορούμε να διακρίνουμε κυρίως δύο ρόδακες, τον «αρχαιο-ελληνικό ρόδακα» και τον «ελληνο-χριστιανικό ρόδακα».

Ο «αρχαιο-ελληνικός ρόδακας».

Ο αρχαιο-ελληνικός ρόδακας ήταν αρχικά στολίδι στα διαδήματα των βασιλισσών των Μυκηναίων. Στην κλασσική περίοδο, οι ρόδακες κοσμούσαν τις οροφές των ιερών της Αφροδίτης, των Ασκληπιείων, τις τοιχογραφίες σπιτιών αρχόντων και ήταν διάδημα της Άρτεμης και της Αφροδίτης. Ρόδακας ήταν και η βάση του «Ήλιου της Βεργίνας» των Μακεδόνων Βασιλέων.

Ο αρχαίος-ελληνικός ρόδακας είχε σχήμα μικρού ρόδου (τριαντάφυλλου), με ανοιγμένα και στρογγυλά στις άκρες τα φύλλα του, περιβάλλονταν από κύκλο και ήταν χαραγμένος πάνω σε πέτρα ή μάρμαρο ή από χρυσό. Τα φύλλα του στην αρχή ήταν τέσσερα και στη συνέχεια επτά, δώδεκα και δέκα έξι στην Μακεδονική περίοδο.

Ρόδακας από τον τάφο της Αμφίπολης


Ρόδακες από την Βεργίνα

Ο αριθμός των φύλλων του είχε διαχρονικό συμβολικό χαρακτήρα. Συμβόλιζαν τα τέσσερα στοιχεία της φύσης (αέρας, γη, φωτιά, νερό), τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου ή τους δώδεκα θεούς των αρχαίων Ελλήνων και την παγκόσμια κυριαρχία και ακτινοβολία των Βασιλέων της Μακεδονίας. Ήταν σημεία ομορφιάς, αγνότητας, ευγονίας, λατρείας και ισχύος. 

Ευρήματα αρχαίου-ελληνικού ρόδακα υπάρχουν σε χρυσό διάδημα βασίλισσας στις Μυκήνες, στο Θόλο της Επιδαύρου, σε διάδημα προτομής της Θεάς Άρτεμης που βρέθηκε στο Καρπενήσι, σε διάδημα χρυσελεφάντινης γυναικείας κεφαλής στους Δελφούς, σε τοιχογραφίες αρχοντικών στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης, σε κιονόκρανα του Ιερού της Ελευσίνας, κ.α.

Ένας ιδιαίτερος τύπος ρόδακα είναι ο γλωσσωτός, που αποτελείται συνήθως από έξι πέταλα με πολύ στρογγυλεμένα άκρα σαν γλώσσες. Το σχήμα αυτό έχει μάλλον μυκηναϊκή παρά ανατολική προέλευση. Τα πέταλα είναι διακοσμημένα με ομφαλό, με ανάγλυφο πρόσωπο, με ολόγλυφα κεφάλια γρυπών και ταύρων ή με μορφές πουλιών και εντόμων. Στο πίσω μέρος φέρουν έναν κρίκο ανάρτησης. Αποτελούσαν εξαρτήματα διαδημάτων είτε στολίδια για τις κοτσίδες των μαλλιών. Μπορούσαν επίσης να ραφτούν πάνω στο ρούχο ή να περαστούν σε κορδόνι και να φορεθούν στο λαιμό. Οι ρόδακες αυτοί ανήκουν στις επιτυχέστερες στιγμές της αρχαίας ελληνικής χρυσοχοΐας, τόσο από πλευράς έμπνευσης όσο και εκτέλεσης.



Ο οκταπέταλος ρόδακας ή λωτός, συνδέεται επίσης με τον πλανήτη Αφροδίτη. Στους ναούς της Αφροδίτης στην Ελλάδα αλλά και της Ishtar στην Μεσοποταμία, υπάρχει ανάγλυφος ο οκταπέταλος ρόδακας. Σύμφωνα με τον Σουμεριακό μύθο, η Ishtar κατέβηκε στον Άδη παραμένοντας εκεί για κάποιο διάστημα και μετά αναδύθηκε στην ζωή, ως ζωοδότρια. Αυτός ο μύθος σημειολογείται από τον πλανήτη Αφροδίτη, το άστρο που φαίνεται στην Εσπερία, κατά τη διάρκεια της οποίας εξαφανίζεται από τον ουρανό και επανεμφανίζεται κατά το χάραμα ως προάγγελος της Ανατολής. Όμως η Αφροδίτη για 8 ημέρες παραμένει αφανής το πρωί, διότι ανατέλλει υπό το λαμπρό φως του ήλιου, έως ότου μετά από 8 ημέρες η ανατολή της αρχίσει να πραγματοποιείται λίγο πριν από την εμφάνιση των πρώτων ηλιακών ακτίνων. Οι Αλχημιστές έκαναν συχνά παραλληλισμούς ανάμεσα στο Ρόδακα και την Φιλοσοφική Λίθο, η οποία επενεργεί όχι μόνο στην μεταστοιχείωση των μετάλλων, αλλά και στην μετουσίωση του ανθρώπου και κάθε μορφή ζωής.

Σύμφωνα με την Αιγυπτιακή μυθολογία ο Αιγυπτιακός θεός Ρε ή Ρα εγεννήθη μέσα από έναν οκταπέταλο γαλάζιο λωτό. Αυτό το είδος λωτού φύεται στην Αίγυπτο ακόμα και σήμερα. Το όνομα Ρα στα αρχαία Αιγυπτιακά σημαίνει ήλιος. Το γαλάζιο χρώμα του λωτού συμβολίζει τα ουράνια ύδατα μέσα από τα οποία γεννήθηκε ο νοητός ήλιος. Ο οκταπέταλος γαλάζιος λωτός γενικά συμβολίζει τον ουρανό με τον ήλιο. Ο οκταπέταλος ρόδακας, παραλλαγή του οκταπέταλου λωτού, συναντάται σε πλήθος ναών και λατρευτικών αντικειμένων της προϊστορίας. Ο αριθμός 8 συμβολίζει την ανάσταση στους αρχαίους πολιτισμούς.!

Ο «ελληνο-χριστιανικός ρόδακας»

Ο ελληνο-χριστιανικός ρόδακας συναρτήθηκε με την λατρεία της Παναγίας. Ως «Ρόδον το Αμάραντον» προσφωνήθηκε η Παναγία και από τότε, ο ρόδακας, το ρόδο, το τριαντάφυλλο, κοσμεί τις εικόνες της. Έχει το σχήμα του αρχαιο-ελληνικού ρόδακα (μικρό ρόδο, με ανοιγμένα και μυτερά φύλλα, που περιβάλλεται από κύκλο) και ζωγραφίζεται στην εικόνα της Παναγίας.Τα φύλλα του ελληνο-χριστιανικού ρόδακα είναι τέσσερα σε σχήμα Σταυρού ή επτά και περισσότερα, από τα οποία τέσσερα σχηματίζουν Σταυρό.

Συμβολίζουν τη Σταύρωση του Χριστού ή τα επτά μυστήρια ή και το πραγματικό τριαντάφυλλο (αγνότητα της πίστης). Ελληνοχριστιανικό ρόδακα, φυλαχτό, σκάλιζαν οι χριστιανοί και στους ακρογωνιαίους λίθους των σπιτιών τους. 

Στις εικόνες της Παναγίας ο ελληνοχριστιανικός ρόδακας συμβολίζει την αγνότητα, το αμόλυντο, το άσπιλο, την καθαρότητα, την ομορφιά και την ευωδιά, που εκπέμπει στους Χριστιανούς η λατρεία στις Παναγίας. 

Στα χριστιανικά σπίτια ο ελληνο-χριστιανικός ρόδακας είναι φυλαχτό της Παναγίας και σημείο ευγονίας, αποτροπής, εξουδετέρωσης του κακού. Ελληνο-χριστιανικοί ρόδακες υπάρχουν σήμερα σε εικόνες στις Παναγίας της Τήνου, της Προυσιώτισσας, της Μονής Μεγίστης Λαύρας, σε βυζαντινές εικόνες Μοναστηριών της Υπεραγίας Θεοτόκου, σε υπέρθυρα, παράθυρα, τέμπλα, δισκοπότηρα εκκλησιών και σε αγκωνάρια σπιτιών, ως φυλαχτά. Με ρόδακες (τριαντάφυλλα) στολίζονται και οι εικόνες της Παναγίας, στις γιορτές της.

ΠΗΓΗ: http://mythagogia.blogspot.gr/2014/09/blog-post_24.html

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ: Αγία Σοφία, το «στοιχείο-κλειδί» της ιουστινιάνειας αρχιτεκτονικής

Το αποκλειστικό προνόμιο της «Αποκάλυψης» του μεσαίου κλίτους - Δομικό σύστημα και Συμβολική


Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Ο πιο μεγαλεπήβολος στόχος του Ιουστινιανού και των αρχιτεκτόνων του ήταν η κατασκευή της Αγίας Σοφίας. Το 360 μ.Χ. κατασκευάστηκε η πρώτη βασιλική, η οποία μετασκευάστηκε κατά τα έτη 404 και 415 μ.Χ. και καταστράφηκε ολοσχερώς το 532 μ.Χ. από πυρκαγιά, λόγω της εξέγερσης, γνωστής ως «Στάσης του Νίκα».

Μετά την καταστολή της εξέγερσης, ο Ιουστινιανός αποφάσισε το κτίσιμο νέας εκκλησίας (προφανώς για να απαθανατίσει τη νίκη του), της οποίας το σχέδιο, το μέγεθος και η πολυτέλεια θα ήταν μοναδικά. Άρχισαν, λοιπόν, οι εργασίες: Απ’ όλες τις περιοχές γύρω απ’ το Αιγαίο, από την ακτή της Γαλλίας προς τον Ατλαντικό μετέφεραν κίονες και μάρμαρα. Υπήρξε, βέβαια, η άποψη ότι οι κίονες ήταν χρησιμοποιημένοι και η προέλευσή τους ήταν από τη Ρώμη, την Έφεσο και την Κύζικο. Από τα λατομεία μαρμάρου της Προκοννήσου προμηθεύονταν κιονόκρανα, γείσα και πλάκες δαπέδων, ο δε Ιουστινιανός «τεχνίτας ἐκ πάσης γῆς ἤγειρεν ἅπαντας», με σκοπό να εργαστούν στο κτίσιμο του νέου οικοδομήματος, της εκκλησίας, αλλά και στα πλινθοποιεία και στα λατομεία.

Την οργάνωση και την οικονομική διαχείριση του έργου ανέλαβε ο Ανθέμιος. Το χρηματικό ποσό που δαπανήθηκε αντιστοιχούσε σε ευρώ 75.000.000 ή σε δολλάρια Η.Π.Α. 180.000.000, σύμφωνα με τιμές του 1972. Η κατασκευή διήρκεσε πέντε χρόνια και το κτήριο εγκαινιάστηκε, χωρίς όμως τον λειτουργικό εξοπλισμό του, ενώ ο Ιουστινιανός ανεφώνησε την ημέρα των εγκαινίων «Νενίκησά σε Σολομών».

Επειδή επρόκειτο για ένα ασυνήθιστο αρχιτεκτόνημα, απαιτείτο ένας εξαιρετικός αρχιτέκτονας. Η αυτοκρατορία διέθετε πολλούς αρχιτεχνίτες που είχαν διακριθεί στο επάγγελμα και που σχεδίαζαν τα περισσότερα κτίσματα, όμως, αν και διέθεταν πείρα, τελικά δεν τους θεώρησαν άξιους ν’ αναλάβουν την επίβλεψη για την κατασκευή της Αγίας Σοφίας. Έτσι, ο αυτοκράτορας επέλεξε δύο ανθρώπους, οι οποίοι είχαν διαφορετικό μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο: τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις και τον Ισίδωρο από τη Μίλητο. Και οι δύο ήταν μηχανοποιοί, έτσι αποκαλούνταν, και η κύρια ενασχόλησή τους ήταν με τη θεωρία της στατικής, της κινητικής, αλλά και τα μαθηματικά. Απ’ ότι όμως φάνηκε στην πορεία, ήταν περισσότερο επιστήμονες παρά αρχιτέκτονες.

Ο Ανθέμιος είχε συγγράψει μία θεωρητική μελέτη που αφορούσε στις τομές των κώνων, ήταν ειδικός στην παραστατική γεωμετρία, ενώ ταυτοχρόνως ήταν και εφευρέτης γνωρίζοντας τις αρχές της δύναμης του ατμού και των κοίλων κατόπτρων.

Ο Ισίδωρος ήταν δάσκαλος της στερεομετρίας και της φυσικής στα Πανεπιστήμια της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινούπολης, ενώ είχε γράψει ένα σχόλιο πάνω σ’ένα παλαιότερο σύγγραμμα θολοδομίας.

Πάντως, και οι δύο, είχαν ως βάση το θεωρητικό τους υπόβαθρο που μπορούσε να εφαρμοστεί πρακτικά στη μηχανική και στην οικοδομική, αλλά και στη μηχανή ατμού, είτε στα κοίλα κάτοπτρα, είτε στο ιδιαίτερο και εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα θολοδομίας της Αγίας Σοφίας. Είχαν τη δυνατότητα να κάνουν την οργάνωση του έργου, την εκτέλεση των σχεδίων, αλλά και να εκπαιδεύσουν βοηθούς για την κατασκευή του κτηρίου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν ήταν αρχικά αρχιτέκτονες, αλλά έγιναν όταν κλήθηκαν να εκτελέσουν τα σχέδια και τη στατική μελέτη ενός κτηρίου, που ως τότε θεωρείτο αδύνατο να γίνει σε μεγάλη κλίμακα.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΤΙΣΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ 537 μ.Χ. ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΪΟΥΣΤΙΝΙΑΝΕΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ
Κάτοψη Αγίας Σοφίας (532-537)
(Richard Krautheimer - Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική)

Η Αγία Σοφία, όπως είναι σήμερα, δεν θυμίζει τίποτε από το κτήριο εκείνο που εγκαινιάστηκε την 27η Δεκεμβρίου του 537 μ.Χ. Το 538 μ.Χ. έπεσε ο αρχικός τρούλος, ο οποίος ήταν αρκετά χαμηλός και συνέχιζε μέχρι την καμπύλη των λοφίων. Στη συνέχεια, αντικαταστάθηκε από έναν τρούλο με οξείες νευρώσεις, του οποίου η κατασκευή αποπερατώθηκε το 563 μ.Χ. Όμως, η κατασκευή του υπήρξε προβληματική: η βάση είχε παραμορφωθεί από τις ωθήσεις του πρώτου τρούλου, ο οποίος είχε δημιουργήσει κλίση προς τα πίσω των πεσσών και των αντηρίδων, καθώς και διεύρυνση του ανοίγματος, ανατολικού και δυτικού τόξου, αλλά και κάμψη προς τα έξω των νότιου και βόρειου πλευρικών τόξων. Η βάση του νέου πλέον τρούλου είχε διαμορφωθεί με διαπλάτυνση στο εσωτερικών των ράχεων των τόξων, δεξιά και αριστερά, καθώς επίσης και με μερική ανακατασκευή των λοφίων. Οι τοίχοι του φωταγωγού κάτω από τα πλευρικά τόξα ξαναχτίστηκαν, ενώ το αρχικό σχέδιο των επτά παραθύρων (ήταν πλατύτερα από τα σημερινά) επέστεφε ένα μεγάλο άνοιγμα με μορφή τμήματος κύκλου το οποίο ήταν χωρισμένο με πεσσούς, παραχώρησε τη θέση του στο σημερινό σχέδιο. Πάντως, μέχρι σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί αν η χρονολογία ήταν το 558 – 563 μ.Χ. ή το έτος 869 μ.Χ. Η μοναδική διαβεβαίωση είναι ότι την ίδια εποχή διορθώθηκε η κλίση των τοξοστοιχιών στα υπερώα και τους υπερκείμενους τοίχους, ενώ τον 9ο αιώνα ενισχύθηκε και η δυτική όψη με τέσσερις ελεύθερες αντηρίδες που προεξείχαν μέσα στο αίθριο. Το 989 μ.Χ. έπεσε πάλι το το δυτικό τμήμα του δεύτερου τρούλου, το οποίο επισκευάστηκε από έναν αρμένιο αρχιτέκτονα, ονόματι Τιριδάτη και, τέλος, το 1346 μ.Χ. έπεσε το ανατολικό τμήμα.

Μετά το 1453 μ.Χ., η Αγία Σοφία υπέστη ριζικές αλλοιώσεις από τους Τούρκους κατακτητές: στις τέσσερις γωνίες προστέθηκαν μιναρέδες, οι οποίοι όμως ήταν αταίριαστοι προς την καμπύλη του τρούλου. Επίσης, προστέθηκαν τουρκικά μαυσωλεία, προσκολλημένα στις πλευρές του κτηρίου. Τα ψηφιδωτά στο εσωτερικό του ναού, κατασκευασμένα την μεταϊουστινιάνεια περίοδο, σκεπάστηκαν με κίτρινη μπογιά και τέσσερις πελώριες ασπίδες που φέρουν αποσπάσματα του Κορανίου, κρεμάστηκαν στους πεσσούς που πλαισίωναν την αψίδα του ιερού και την είσοδο.

ΤΟ ΔΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ 
Αξονομετρικό σχέδιο Αγίας Σοφίας (532-537)
(Richard Krautheimer - Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική)

Το δομικό σύστημα της Αγίας Σοφίας θεωρείται τολμηρό, αλλά απλό. Παρακινδυνευμένος, από στατική άποψη, ο πυρήνας, που αποτελείται από πεσσούς, τόξα, ημισφαίρια, τεταρτοσφαίρια και κόγχες, αποτελεί τον εσωτερικό πυρήνα του δικελυφωτού σχεδίου: σαν ένα κιβώριο, βρισκεται ελεύθερος στο χώρο, ανεξάρτητος από τις περιμετρικές βοηθητικές χωρικές ενότητες, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα πλάγια κλίτη, τον νάρθηκα και τα υπερώα, τα οποία δεν έχουν καμμία σχέση με δομικές διεργασίες του εσωτερικού αυτού πυρήνα. Στο ισόγειο, οι θόλοι τους είναι μοναστηριακοί, ασπίδες πάνω σε λοφία στη ζώνη των υπερώων, στηρίζονται πάνω σε ανεξάρτητους κίονες και πεσσούς, ενώ με τους κεντρικούς πεσσούς και τοίχους συνδέονται με απλά σταυροθόλια και ημικυλινδρικές καμάρες. Όλη αυτή η περιγραφή κατασκευής του πυρήνα αποδεικνύει αφ’ενός μεν ότι είναι τολμηρή και απλή, αφ’ετέρου δε και οι οικοδομικοί τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν είναι εξίσου τολμηροί και απλοί.

Σήμερα, η Αγία Σοφία διασώζεται από καθαρό θαύμα, αψηφώντας όλους τους νόμους της στατικής, χτυπημένη από διαδοχικούς σεισμούς και με γκρεμισμένα και επισκευασμένα τα αδύνατα σημεία της. Εκείνοι οι έμπειροι πρωτομάστορες του 537 μ.Χ., μάλλον έμειναν κατάπληκτοι από την περιφρόνηση προς τους δοκιμασμένους οικοδομικούς τρόπους που έδειξαν δύο ερασιτέχνες αρχιτέκτονες, που σ’ εκείνους ο αυτοκράτορας εμπιστεύτηκε την κατασκευή του μεγαλύτερου κτηρίου του. Και είναι γεγονός, ότι ο Ισίδωρος και ο Ανθέμιος έφτασαν στα ακραία όρια, που αποκαλούνται συντελεστές ασφαλείας. Απ’ ό,τι φαίνεται, το αρχικό τους σχέδιο ήταν ακόμη πιο τολμηρό, αλλά αναγκάστηκαν να του επιφέρουν ορισμένες βελτιώσεις. Όμως, κατά την κατασκευή του πρώτου, πιο αβαθούς τρούλου, έφτασαν σε πολύ ακραία σημεία, ώστε τα επόμενα 20 χρόνια ο τρούλος να καταρρεύσει. Παρόλο που αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο της αποτυχίας, ήταν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν ριψοκίνδυνες τεχνικές, οι οποίες αποτελούσαν τα απαραίτητα μέσα προκειμένου να φτάσουν στην υλοποίηση του σχεδίου που ήθελαν. Και ίσως, επειδή, ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος, δεν ήταν επαγγελματίες αρχιτέκτονες, μπόρεσαν να οραματιστούν ένα τέτοιο σχέδιο με αυτές τις τεχνικές.

Αγία Σοφία (532-537): εξωτερική άποψη του τρούλου και του δυτικού τεταρτοσφαιρίου
(Richard Krautheimer - Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική)

Το σχέδιο που οραματίστηκαν, αρχίζει την ανάπτυξή του από το κέντρο του οικοδομήματος, οπότε ο επισκέπτης που στέκεται κάτω από την κορυφή του τρούλου, ίσα-ίσα αρχίζει να έχει μία αντίληψη του μεγάλου χώρου: αρχικά ο χώρος παρουσιάζεται άμορφος, όμως βαθμιαία αποκτά σχήματα και τα σχήματα παίρνουν τις θέσεις τους. Στο σημείο αρχής του κάθετου κεντρικού άξονα, ο χώρος αναπτύσσεται σε μήκος μέσα στις μεγάλες κόγχες, ανατολικά και δυτικά. Αυτή η αλληλουχία των χωρικών σχημάτων αναπτύσσεται ταυτόχρονα φυγόκεντρα, γύρω από έναν μεσαίο άξονα, αλλά και σε μήκος, παράλληλα προς τον διαμήκη άξονα από την είσοδο μέχρι την αψίδα του ιερού. Οι μεγάλοι πεσσοί, οι οποίοι στηρίζουν τα τόξα του κεντρικού τετραγώνου και οι δευτερεύοντες πεσσοί, ανατολικά και δυτικά, χάνονται μέσα στα πλάγια κλίτη και τα υπερώα, ενώ στη θέση τους, το μάτι συναντά μαλακές κάθετες επιφάνειες.

Το σύστημα της ρυθμικής εναλλαγής των κιονοστοιχιών και των ανοιγμάτων των παραθύρων αποτελεί το ρυθμικό υπόβαθρο στη γενική σύνθεση των χώρων και παρόλο που οι χωρικές ενότητες διαρθρώνονται και διατάσσονται καθαρά, με αυτή τη ρυθμική αλληλουχία των τριών, των πέντε και των επτά, τα όριά τους παραμένουν ασαφή. Τα πάντα εκτείνονται πέρα από τα φαινομενικά φυσικά τους όρια. Το μάτι πλανιέται πέρα από το κεντρικό τετράγωνο, μέσα στα πλάγια κλίτη και τα υπερώα, των οποίων τα τελικά σχήματα δεν γίνονται ποτέ αντιληπτά. Το βλέμμα παρασύρεται πέρα από τις καμπύλες τοξοστοιχίες μέσα στις κόγχες και στους εξωτερικούς χώρους. Μέσα στο εσωτερικό κέλυφος, οι χωρικοί όγκοι και η αλληλουχία τους είναι εύκολα κατανοητοί, αλλά έξω από αυτόν τον πυρήνα ο χώρος παραμένει αινιγματικός για τον παρατηρητή, ο οποίος περιορίζεται μέσα στο μεσαίο κλίτος. Διευκρινίζουμε ότι οι πεσσοί φαίνονται αρκετά ογκώδεις, ιδιαίτερα αν τους κοιτάζει κανείς από τα πλάγια κλίτη, αλλά η πρόθεση των κατασκευαστών τους ήταν να είναι αόρατοι. Σ’ ολόκληρο το κτήριο επικρατεί η «αρχή της ανάπτυξης» ενός σχεδίου, που αποτελείται από μία σειρά ισοδύναμων θέσεων και άρσεων, π.χ. σε μία πρώτη ματιά, τα πλάγια κλίτη και τα υπερώα παρουσιάζονται ως ανεξάρτητοι χώροι, αλλά αυτή η εντύπωση παρέχεται μόνο σε μία κατά την έννοια του μήκους θέασή τους. Αυτό δεν προβλεπόταν κατά την αρχική σύλληψή τους, διότι οι χώροι αυτοί είχαν σχεδιαστεί ως θέσεις για τη θέαση του μεσαίου κλίτους. Ακόμη, παραπετάσματα, που κρέμονταν ανάμεσα στους κίονες, πρέπει να παρεμπόδιζαν περισσότερο τη θέα, οπότε το μεσαίο κλίτος, όταν το κοίταζε κάποιος από τα πλάγια κλίτη και τα υπερώα, παρουσιάζεται μόνον κατά τμήματα. Ο επισκέπτης βλέπει ένα μόνο μέρος του κεντρικού τρούλου, των τεταρτοσφαιρίων, των κοίλων κογχών ή των ευθύγραμμων τοξοστοιχιών και δεν του δίνεται ποτέ η δυνατότητα ν’ αντιληφθεί το συνολικό σχέδιο του μεσαίου κλίτους και στην πραγματικότητα δεν έχει ποτέ τη συνολική θέα του κτηρίου. Ο παρατηρητής, δηλαδή, καθηλωμένος στα πλάγια κλίτη ή στα υπερώα, βλέπει το μεσαίο κλίτος, αλλά δεν του είναι δυνατό να το κατανοήσει, μόνον αυτοί που βρίσκονται συγκεντρωμένοι στο μεσαίο κλίτος και στο ιερό μπορούν ν’ αντιληφθούν τη γενική διάταξη των χώρων. Πάντως, σύμφωνα και με την περιγραφή του Προκόπιου, η θέση και η άρση αποτελούν τη βάση του αρχιτεκτονικού σχεδίου.
 

Η «ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ» ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΟΥ ΚΛΙΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ
Η Μεγάλη Εκκλησία υψώνεται σαν πύργος πάνω από την πόλη και την θάλασσα του Μαρμαρά και ο επισκέπτης με την εικόνα αυτή ζωντανή εισερχόταν στο αίθριο, που περιβαλλόταν από στοές, όπου ο ένας πεσσός εναλλασσόταν με έναν κίονα σε κανονικό ρυθμό και προσπερνώντας το εγκάρσιο φράγμα του μακρόστενου εσωνάρθηκα, εισερχόταν στην κυρίως εκκλησία διαμέσου μιάς από τις πέντε εισόδους, εκ των οποίων η κεντρική αποτελούσε τη Βασιλική Πύλη. Ακριβώς τότε αποκαλυπτόταν το μεσαίο κλίτος, τότε το έβλεπε και μόνον τότε μπορούσε να κατανοήσει όσα είχε μισοκαταλάβει από το εξωτερικό.

Η «αποκάλυψη» ήταν αποκλειστικό προνόμιο των πρωταγωνιστών που κινούνταν στο χώρο του μεσαίου κλίτους, δηλαδή του κλήρου που ακολουθούσε τον πατριάρχη και, λιγότερο, του αυτοκράτορα συνοδευόμενου από τους αυλικούς. Οι πιστοί που συγκεντρώνονταν στα πλάγια κλίτη και στα υπερώα είχαν όχι μόνον αποσπασματική εικόνα του κτηρίου, αλλά της μεγαλοπρεπούς τέλεσης των λειτουργιών. Αντιλαμβανόμαστε πλέον ότι υπήρχε αυστηρός διαχωρισμός με παραπετάσματα του μεσαίου από τα πλάγια κλίτη κι αυτός ο διαχωρισμός ήταν συνηθισμένος στα παράλια του Αιγαίου. Το φαινόμενο αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι περιόριζαν τους πιστούς εκτός του μεσαίου κλίτους κατά το μεγαλύτερο μέρος της λειτουργίας, επειδή αυτό προοριζόταν αρχικά για την τέλεση της ιερουργίας από τον κλήρο, κατά τα στάδια της προετοιμασία και τέλεσης της λειτουργίας, αλλά και την πομπή της Μικρής Εισόδου, που ο Επίσκοπος με συνοδεία οδηγείτο στην Αγία Τράπεζα. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού, υπήρχε και δεύτερη πομπή, η οποία αποτελούσε το κύριο στοιχείο της λειτουργίας στην Κωνσταντινούπολη και ήταν η Μεγάλη Είσοδος, κατά την οποία γινόταν η προσκομιδή των Θείων Δώρων από την πρόθεση στην Αγία Τράπεζα συνοδεία κλήρου. Ο κλήρος εμφανιζόταν από το Ιερό κατευθυνόμενος στο μεσαίο κλίτος και ν’ αποχωρήσει πάλι για το Ιερό. Η Μικρή και η Μεγάλη Είσοδος, όπως και όλη η ιερουργία της λειτουργίας ήταν συνυφασμένες με την παρουσία του αυτοκράτορα και των αυλικών του. Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το μεσαίο κλίτος ήταν μία «σκηνή θεάτρου», που με μεγαλοπρέπεια προχωρούσε η πομπή από τη βασιλική πύλη προς τη σολέα κι από εκεί στο Ιερό Βήμα. Αυτή η αρχή του διαχωρισμού υπήρξε απαράβατη. Καθ’ όλη τη λειτουργία ο κλήρος παρέμενε μέσα στο Ιερό, ενώ κατά διαστήματα έμπαιναν στο μεσαίο κλίτος μαζί με τον πατριάρχη ή μόνοι τους ή μαζί με τους εκπροσώπους της κοσμικής εξουσίας, τον αυτοκράτορα και τους αυλικούς.

Μεσαίο κλίτος - άποψη εκ δυσμών
 Οι εκπρόσωποι της κοσμικής και της θρησκευτικής εξουσίας εισήρχοντο μαζί στην εκκλησία κατά την Μικρή Είσοδο και κάθονταν στις προκαθορισμένες θέσεις τους: ο πατριάρχης και ο κλήρος στο Ιερό, ο αυτοκράτορας και οι αυλικοί στο αυτοκρατορικό διαμέρισμα στο νότιο πλάγιο κλίτος. Η λειτουργία των πιστών ξεκινούσε με τη Μεγάλη Είσοδο που ο πατριάρχης εισερχόταν στο μεσαίο κλίτος συνοδευόμενος από τον αυτοκράτορα –ο οποίος ήταν και ο μοναδικός λαϊκός που μπορούσε να εισέλθει στο Ιερό- και κατόπιν να επιστρέψει στο Ιερό για την απόθεση των Θείων Δώρων στην Αγία Τράπεζα.

Μετά το πέρας της Θυσίας, ο πατριάρχης εξερχόταν από το Ιερό για πέμπτη φορά, με σκοπό να συναντήσει βλέμματα τον αυτοκράτορα και ν’ ανταλλάξουν τον λεγόμενο «Ασπασμό της Ειρήνης», αποχωρώντας και πάλι για να επιστρέψει προς το τέλος της λειτουργίας φέροντας τη Θεία Κοινωνία στον αυτοκράτορα. Όλο αυτό το τελετουργικό, για τους πιστούς του 6ου αιώνα, ήταν ακατανόητο, ενώ η Θεία Λειτουργία χωριζόταν σε δύο μέρη: το ένα τελείτο μέσα στο Ιερό «μακρυά από τα βέβληλα βλέμματα» (Μέγα Μυστήριο) και το άλλο δημόσια, ορατό από όλους, ενώ πραγματοποιείτο συνάντηση κλήρου και αυτοκράτορα στο μεσαίο κλίτος, κάτω από το ανατολικό τμήμα της στεφάνης του μεγάλου τρούλου, του Ουράνιου Θόλου, προκειμένου να υποδυθούν τους αντίστοιχους ρόλους τους

ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΣΜΙΚΗΣ-ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Τον 6ο αιώνα επικρατούσε η ιδεολογία, κατά την οποία αποδιδόταν εξέχουσα θέση, αφ’ενός μεν στον κλήρο, αφ’ετέρου δε στον αυτοκράτορα. Σύμφωνα με όσα μας παραδίδονται από τον Ψευδοδιονύσιο Αρεοπαγίτη (500 μ.Χ.), ο κλήρος αντιπροσωπεύει τις εννέα ουράνιες τάξεις των αγγέλων. Ο πατριάρχης, ο οποίος τελεί τις ορατές ιερουργίες με τη βοήθεια του κλήρου, αποσκοπεί στο να αναπαραστήσει την εικόνα του αόρατου κόσμου που περιβάλλει τον Θεό. Σημειωτέον, ότι ο αυτοκράτορας είχε προκαθορισμένη θέση στην ουράνια ιεραρχία, σύμφωνα μ’ αυτήν που αντικατοπτριζόταν πάνω στη γη. Ανατρέχοντας στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο αυτοκράτορας εθεωρείτο ίσος προς τους αποστόλους ή και κάτι περισσότερο από ίσος. Τον 10ο αιώνα, επίσης, μετά από επίσημα γεύματα, ο αυτοκράτορας υποδυόταν τον Χριστό (τεμάχιζε και ευλογούσε τον άρτο και ύψωνε το δισκοπότηρο με τον οίνο μέχρι τα χείλη του). Επιπλέον, την Κυριακή του Πάσχα εμφανιζόταν με λευκές ταινίες, όπως ο Χριστός, περιβαλλόταν δε από τους δώδεκα αποστόλους. Θα μπορούσαμε εδώ να πούμε, ότι αυτοκράτορας και πατριάρχης ήταν τα «δύο πρόσωπα του Θεού», αντιπροσωπεύοντας, ο μεν πατριάρχης το θρησκευτικό πρόσωπο του θείου, ο δε αυτοκράτορας την κοσμική υπόσταση, τη δύναμη και τη δικαιοσύνη. Αυτοκράτορας και Ιερατείο ήταν σημαντικοί παράγοντες, βέβαια, προκειμένου να εδραιωθεί και να διατηρηθεί η χριστιανική αυτοκρατορία, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η συμβολική της συνάντησής τους κάτω από τον μεγάλο τρούλο της Αγίας Σοφίας είχε αμοιβαία επίδραση. Εκκλησιαστική και κοσμική ιεραρχία πλημμύριζαν από το θείο φως, που πήγαζε από το κέντρου του ουράνιου θόλου και διαχεόταν πάνω στους αγγέλους, τον πατριάρχη, τον κλήρο και τον αυτοκράτορα. Είναι εμφανές, ότι στην Αγία Σοφία, τα σχήματα στο χώρο, το φως, τα χρώματα, όλα εκπορεύονται από τον κεντρικό τρούλο, ενώ ο λαός βρισκόταν στα πλάγια κλίτη και τα υπερώα, παραμένοντας κρυμμένος στο σκοτάδι, και μόνον από μακρυά επιτρεπόταν να δει το φως, τα χρώματα και τη δόξα, τα οποία απέρρεαν από το κέντρο, την θεία έδρα.

Σήμερα, μία τέτοια συμβολική θεώρηση ενός αρχιτεκτονικού σχεδίου, η οποία περιελάμβανε θεολογικούς και πολιτικούς όρους θα δημιουργούσε αντιδράσεις, όμως καθόλου δεν ξένιζε τους ανθρώπους του 6ου αιώνα.

Πενήντα χρόνια μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής της Αγίας Σοφίας, στη Συρία γράφτηκε ένας ύμνος, στον οποίο περιγράφεται με παρόμοιο τρόπο ο επισκοπικός ναός της Έδεσσας (Urfa) και σύμφωνα με τον ποιητή αναπαριστά την οικουμένη:

«Ο θόλος του εκτείνεται όπως οι ουρανοί και λάμπει με τα ψηφιδωτά του όπως το στερέωμα με τα άστρα. Ο μετεωριζόμενος τρούλος του παρομοιάζεται με τον Ουρανό των Ουρανών, όπου εδρεύει ο Θεός, ενώ τα τέσσερα τόξα αντιπροσωπεύουν με την πολυχρωμία τους που θυμίζει ουράνιο τόξο, τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Οι πεσσοί του μοιάζουν με τα όρη της γης. Οι μαρμάρινοι τοίχοι του λάμπουν, όπως το φως αχειροποίητης εικόνας του Θεού. Τα τρία παράθυρα στην αψίδα του ιερού συμβολίζουν την Αγία Τριάδα, τα εννέα σκαλοπάτια που οδηγούν στο ιερό αντιπροσωπεύουν τους εννέα χορούς των αγγέλων».

Εν ολίγοις, ο ποιητής συμπεραίνει ότι το κτήριο αντιπροσωπεύει τον ουρανό και τη γη, τους αποστόλους, τους προφήτες, τους μάρτυρες και τω όντι, τον ίδιο τον Θεό.

Η κατασκευή της Αγίας Σοφίας θεωρήθηκε ότι ήταν συνδυασμός της βασιλικής του Μαξεντίου με τον τρούλο του Πάνθεου ή, ακόμη, η κάτοψή της συνδέθηκε με την παράδοση των χριστιανικών μαρτυρίων του 4ου και 5ου αιώνα. Έγιναν διάφορες προσπάθειες προκειμένου να ευρεθούν τα πρότυπα πάνω στα οποία κατασκευάστηκε το υπέροχο οικοδόμημα, όμως αδιαμφισβήτητο είναι ότι η Αγία Σοφία σημειώνει μία οριστική ρήξη με την παράδοση και αποτελεί το πρώτο «μεσαιωνικό αρχιτεκτονικό σύστημα». Η δε ιουστινιάνεια αρχιτεκτονική της αποτελεί ένα «στοιχείο-κλειδί», που όμως βρήκε ελάχιστους μιμητές κατά τον σχεδιασμό άλλων οικοδομημάτων.

Ελένη Δραμπάλα

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Richard Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική (μετάφραση Φανή Μαλλούχου-Τουφάνο), Αθήνα 2006.